Αρθογραφία-Ψάρεμα

ΛΙΜΕΝΙΚΟΙ: ΦΙΛΟΙ, ΑΣΠΟΝΔΟΙ ΦΙΛΟΙ Ή ΕΧΘΡΟΙ
Περιοδικό «Fish», τεύχος Ιουλίου 2007 σελ. 88-90

Γράφω αυτά που ακολουθούν γιατί όπως πολλοί άλλοι έλληνες, σχεδόν καθημερινά, βιώνω τη θάλασσα και τα προβλήματά της. Για χιλιάδες Έλληνες η θάλασσα είναι «τρόπος ζωής», είναι το Είναι τους. Γι’ αυτούς θάλασσα σημαίνει, μεταξύ πολλών άλλων, ψάρεμα, πατροπαράδοτες οικογενειακές έξοδοι στις μαγευτικές νησιώτικες παραλίες, ασκητική ζωή σε απόμακρες παραλίες και περιπέτειες σε φουρτουνιασμένα πελάγη, παραδοσιακά ψαρέματα, κοινωνικές σχέσεις σε γραφικά νησάκια, ερωτικές στιγμές, φυσική άσκηση και αναμέτρηση με τη φύση στα όρια των βιολογικών αντοχών με καταδύσεις χωρίς … βράγχια.
Για τον υπογράφοντα, επιπλέον, εφαρμοσμένη εκδοχή του «τερπνόν μετά του ωφελίμου» σημαίνει μετατροπή του επτάμετρου ψαράδικου σε συγγραφικό εργοτάξιο: πλωτή βιβλιοθήκη, ανεμοδούρι για να γεμίζουν οι μπαταρίες και να καθίσταται δυνατή η χρήση του notebook και συγγραφή των καλύτερων κειμένων για … τις διεθνείς σχέσεις. Ως συνηθισμένος «έλληνας θαλασσάνθρωπος», περνώ πολλές ελεύθερες ώρες κουβεντιάζοντας με «αφανείς» ερασιτέχνες και επαγγελματίες ψαράδες. Κουβέντες θαλασσινές για ψαρότοπους, για τα αίτια του αφανισμού της θαλάσσιας χλωρίδας και πανίδας λόγω ρύπανσης, για τις παρανομίες και τις καταχρήσεις που γίνονται, για την αλιευτική νομοθεσία, για τις υποχρεώσεις και για τα δικαιώματα των ψαράδων και για τις σχέσεις μας με τις λιμενικές αρχές.
Αυτό όμως που με υποκίνησε να γράψω το παρόν κείμενο είναι η ευκαιρία που είχα τα τελευταία χρόνια, λόγω επαγγέλματος, να μιλήσω με πολλούς αξιωματικούς του Λιμενικού Σώματος. Δεν θα τονίσω το αυτονόητο, ότι είναι δηλαδή … μια χαρά άτομα όπως όλοι οι άλλοι Έλληνες. Αν «ανακάλυψα» κάτι είναι τα σφοδρά τους παράπονα. Νοιώθουν «στριμωγμένοι» μεταξύ ενός κράτους χωρίς σαφείς εντολές και ακριβή οριοθέτηση της αποστολής των λιμενικών αρχών και των ψαράδων που και αυτοί γνωρίζουν ότι απόλυτα νομιμοποιημένα απολαμβάνουν το μεγαλύτερο αγαθό των Ελλήνων, τη θάλασσά τους. Ακόμη πιο σημαντικό, νοιώθουν ότι υπάρχουν ασάφειες στη νομοθεσία και ότι με ευκολία το κράτος σέρνεται σε ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιεχόμενο των οποίων ως ναυτικό κράτος έπρεπε να είχαμε πρωταρχικό ρόλο. Πρόσφατο παράδειγμα, το δίκτυ και το παραγάδι των ερασιτεχνών ψαράδων. Για το δεύτερο τη γλυτώσαμε τη τελευταία στιγμή, για το πρώτο όμως σίγουρα θα επαναληφθεί το «φαινόμενο κοκορέτσι» στη θάλασσα: Όλοι οι Έλληνες τρώνε κοκορέτσι, ο νόμος το απαγορεύει και οι αρχές εφαρμόζουν το ελληνικότατο «όλα επιτρέπονται και όλα απαγορεύονται» ανάλογα με την περίπτωση, τα πρόσωπα και την αυθαιρεσία που μπορεί να υπάρχει εκατέρωθεν στη γκρίζα ζώνη μεταξύ του γράμματος ενός άδικου και παράλογου νόμου και των θεμιτών και αβλαβών πατροπαράδοτων συνηθειών των ελλήνων.

Καλύτερα όμως να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή και να δεχθούμε αυτό που όλοι γνωρίζουμε, ότι δηλαδή για λόγους που αφορούν τον χαρακτήρα του ελληνικού κράτους υπάρχει μία περίεργη και αντιφατική σχέση μεταξύ εξουσίας και πολιτών. Ο συνάδελφός μου Γιώργος Κοντογιώργης στο εξαιρετικό πολύ πρόσφατο βιβλίο του Έθνος περιγράφει τη διαχρονική «ελληνικότητα», μεταξύ άλλων, ως ένα ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα εμποτισμένο με τα σωρευμένα πολιτισμικά βιώματα και την ελληνική γλώσσα. Επίσης, ως την προσήλωσή μας στην ελευθερία και τις πατροπαράδοτες συνήθειές μας και τις λαϊκές και δημοκρατικές παραδόσεις μας. Όμως, όπως εξηγεί με ενάργεια, ο τρόπος που κτίστηκε και αναπτύχθηκε το «νεοελληνικό κράτος», ως περίπου κακέκτυπο κακών δυτικών προτύπων που άφησαν πίσω τον πατροπαράδοτο πολιτισμό μας, μας οδήγησε σε ένα κράτος συχνά δυνάστη και συχνά μεταπράτη ξένων συμφερόντων. Συχνότατα, όπως όλοι γνωρίζουμε στον καθημερινό ελληνικότατο βίο μας, μερικοί κυβερνήτες και μερικά όργανα του κράτους θεωρούν την εξουσία τους λάφυρο πλουτισμού, αυθαιρεσίας και εκτόνωσης δυναστικών συνδρόμων ισχύος. Αυτό κυρίως γιατί η πολιτεία μας μετά το 1821 δεν μπόρεσε ακόμη να είναι ο εαυτός των Ελλήνων, δηλαδή η ενσάρκωση της μακραίωνης ανθρωποκεντρικής παράδοσης που θεωρεί τη δημοκρατία αυτονόητη, την ελευθερία δεδομένη και την ενότητα πολιτειακών θεσμών και κοινωνίας ως το θεμέλιο του συλλογικού βίου και της πολιτικής οργάνωσης. Αυτός ο καθόλα ελληνικός τρόπος ζωής των μακραίωνων παραδόσεών μας απαιτεί μια ενότητα κοινωνίας και πολιτειακών θεσμών, δηλαδή μια σχέση όπου η κοινωνία είναι ο εντολέας και το κράτος ο εντολοδόχος.
Στη θάλασσα όλα αυτά μεταφράζονται σε … στρίψιμο του πηδαλίου, και ολοταχώς απομάκρυνση προς την αντίθετη κατεύθυνση, μόλις οι ψαράδες δουν λιμενικό σκάφος. Όλοι έχουμε ακούσει παράπονα για λιμενικούς-δυνάστες που αντιμετωπίζουν τους ψαράδες ως περίπου κακούργους των θαλασσών επιβεβαιώνοντας την σχέση πολίτη-ελληνικού κράτους που συχνά είναι σχέση υποτελούς-δυνάστη. Βεβαίως έχουμε ακούσει και το αντίστροφο, που μάλλον αποτελεί τον κανόνα: Λιμενικά όργανα που αποτελούν πρότυπα ευγένειας και εξυπηρέτησης του πολίτη και που τιμούν τους κρατικούς θεσμούς.
Χωρίς να υιοθετώ οποιουδήποτε είδους ιδεαλιστική ηθικολογία, θα έλεγα ότι ως ζήτημα αυτονόητου στοιχειώδους αμοιβαίου συμφέροντος κάθε λογικό άτομο που βρίσκεται στη θάλασσα θα παραδεχθεί ότι η νοοτροπία δυνάστη-υποτελούς μεταξύ λιμενικών και ψαράδων είναι παράλογη και αμφίπλευρα καταστροφική. Προς το συμφέρον τόσο των λιμενικών όσο και των «ελλήνων θαλασσανθρώπων» κάθε τέτοιο φαινόμενο πρέπει να εξαλειφτεί.
Το τι θα πρέπει να γίνει δεν θα εξαντληθεί στις λίγες γραμμές του παρόντος σύντομου κειμένου και θα επανέλθουμε. Καλό θα είναι πάντως από τις στήλες του φιλόξενου Fish να ακουστούν και άλλες απόψεις, ακόμη και από λιμενικούς (ας χρησιμοποιήσουν ψευδώνυμο αν θέλουν, θέτοντας το όνομά τους στην διεύθυνση του διευθυντή του περιοδικού).

Από τη μια πλευρά ο ψαράς, και εδώ αναφέρομαι στους ερασιτέχνες, απαιτείται να συμμορφώνεται με τους νόμους. Μεταξύ άλλων, να καταλάβει ότι σωστικά και συμμόρφωση με την αλιευτική νομοθεσία στο σύνολό της είναι τόσο προς το συμφέρον του ίδιου όσο και υπόθεση ασφάλειας αυτού και της οικογένειάς του. Ασφαλώς, δεν αναφέρομαι εδώ στο κατά πόσο ο σπάρος είναι 7 αντί 8 πόντους ή το χταποδάκι 499 και όχι 501 γραμμάρια. Θα έλεγα όμως ότι η σφυριδούλα που είναι μόνο μισό κιλό, η «δολοφονία» της αποτελεί έγκλημα κατά της φύσης. Σίγουρα, φέρνει μελλοντική στέρηση αλιευμάτων και ασφαλώς ξεκάθαρη παραβίαση της νομοθεσίας για την οποία ο «δολοφόνος» απαιτείται να τιμωρηθεί. Θα έλεγα επίσης ότι το υποβρύχιο ψάρεμα με φακό τη νύκτα είναι έγκλημα ειδεχθές. Το αντίστοιχο ψάρεμα με μπουκάλες έγκλημα … κατά της ανθρωπότητας. Δείχνει, επιπλέον, έλλειμμα … παλικαριάς.
Από την άλλη πλευρά, ο λιμενικός ίσως ποτέ δεν θα γίνει πολιτειακό όργανο στην υπηρεσία του πολίτη αν δεν επιλυθούν μερικά σοβαρά προβλήματα. Κατά πρώτον, οι κακοί νόμοι, οι ασαφείς νόμοι και οι εντολές για τραβηγμένες ερμηνείες νόμων. Αυτά και μερικά άλλα προβλήματα αναπόδραστα τρέφουν κάποια εξουσιαστικά σύνδρομα που αναπτύσσουν ορισμένα λιμενικά όργανα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στις προαναφερθείσες απαράδεκτες συμπεριφορές. Συμπεριφορές δυνάστη-υποτελούς που δεν είναι συμβατές με τις καλοσυνάτες και καλοπροαίρετες θαλασσινές παραδόσεις των ελλήνων και που επιδεινώνουν τις σχέσεις λιμενικών και ψαράδων που εκ της φύσεώς τους απαιτείται να είναι σχέσεις φιλίας και συνεργασίας. Οι λιμενικοί απαιτείται να συνειδητοποιήσουν ότι εξ αντικειμένου για την συντριπτική πλειονότητα των ελλήνων ψαράδων η θάλασσα είναι έρωτας. Την αγαπούν, την προστατεύουν, συμπεριφέρονται ως γνήσιοι φυσιολάτρες και ασφαλώς είναι συνειδητά νομοταγείς.

Θα τελειώσω αναφέροντας χωρίς να το επεξεργαστώ το μεγαλύτερο βραχυχρόνιο πρόβλημα: Τα λιμενικά όργανα ίσως θα πρέπει να σκεφτούν καλά ότι υπάρχει πάντοτε το πνεύμα και το γράμμα του νόμου και ότι αμφότερα εξυπηρετούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αν δεν προτάσσουν την τιμωρία αλλά την εξυπηρέτηση του πολίτη. Όπως ήδη προανέφερα η κατάφωρη παραβίαση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος του νόμου απαιτεί τιμωρία. Σε οριακές καταστάσεις όμως (σφυρίδα 44 πόντους αντί 46) ή ψαροντούφεκο που σέβεται τους νόμους (σήμανση, μεγέθη και είδη, μακριά από δημόσιους χώρους κολύμπησης κ.τ.λ) απαιτείται κάποιοι να σκέφτονται διασταλτικά πριν ταλαιπωρούν τους πολίτες και τους εαυτούς τους. Για τον φακό θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Περί πνεύματος και γράμματος του νόμου ο λόγος, λοιπόν, κάτι που τόσο ο υπογράφων όσο και όλοι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να επανέλθουμε. Να επεξεργαστούμε το πνεύμα του νόμου, να σκεφτούμε τι πρέπει να αλλάξει στο γράμμα του νόμου και να συμφωνήσουμε. Θα το συνιστούσα όχι μόνο στους ερασιτέχνες ψαράδες αλλά και στους λιμενικούς.

Παναγιώτης Ήφαιστος
Σημείωση: Ο συγγραφέας είναι Καθηγητής Πανεπιστημίου αλλά το κείμενο γράφεται με την ιδιότητα του ερασιτέχνη ψαρά.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: