Αύγουστος 2011. Αποδόμηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων 2

Αύγουστος 2011. Αποδόμηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων 2
Αποδόμηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων – 2

Συμπληρωματικές επισημάνσεις-απαντήσεις σε σχόλια και κριτικές
Παναγιώτης Ήφαιστος,
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Περιεχόμενα. 1. Ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, οι εχθροί της, τα λογικά και τα παράλογα. 2. Η διαλεκτική σχέση κανόνων και εξαιρέσεων. 3. «Φύλακες» και «(χωρο)φύλακες» 4. Επιχειρήματα versus «anything goes». 5. Σκοπός και αποστολή της επιστημονικής-ακαδημαϊκής ζωής. 6. H τυπολογία των δύο αντίθετων πόλων, επιστήμη και η κρατικοεθνική διαδρομή του μοντερνισμού. 7. Μοντερνισμός, κρατικοεθνικισμός και πανεπιστήμια. 8. Σεβασμός στους κείμενους νόμους. 9. Καταληκτικές επισημάνσεις.

1. Ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, οι εχθροί της, τα λογικά και τα παράλογα.

Το παρόν γράφεται λίγες μέρες πριν την συζήτηση του επίμαχου νομοσχεδίου στην ελληνική Βουλή τον Αύγουστο 2011, ως μια δεύτερη παρέμβαση με αφορμή τις συζητήσεις στο φόρουμ Hellenic-Professors ((5500 περίπου αποδέκτες, έλληνες ακαδημαϊκοί, παγκοσμίως).
Το επίμαχο ζήτημα βρίσκεται στην αφετηρία σημαντικών εξελίξεων που αφορούν τόσο τα πανεπιστήμια όσο και την (δυστυχώς βυθιζόμενη) Πολιτεία ευρύτερα. Σίγουρα, οι δημιουργοί του νομοσχεδίου δεν έχουν αντίληψη των προεκτάσεων της απρόκλητης ανατροπής που επιχειρούν να εκτελέσουν. Η κριτική που ακολουθεί ως εκ της φύσεώς της δεν εξειδικεύει επί μέρους ζητήματα παρά μόνο αμφισβητεί την γενικότερη ανατρεπτική λογική του επίμαχου νομοσχεδίου και το χαρακτήρα του ιδεολογικοπολιτικά κατασκευασμένου μοντέλου.
Τις τελευταίες εβδομάδες στο προαναφερθέν φόρουμ αλλά και αλλού έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται εύστοχα και εύλογα σχόλια που χρήζουν προσοχής και που αποτέλεσαν έναυσμα για το παρόν. Μερικά από αυτά προερχόμενα από εκλεκτούς συναδέλφους διατυπώνουν παράπονα για προβλήματα που όχι μόνο όλοι μας γνωρίζουμε αλλά και που στο παρελθόν πολλοί καταγεγραμμένα συχνά στηλιτεύαμε αξιώνοντας μια «επανάσταση ακαδημαϊκής-επιστημονικής και δεοντολογικής αυτοθέσμισης και αυτοσυγκρότησης» η οποία θα εκπλήρωνε βέλτιστα τις πρόνοιες του Συντάγματος και των νόμων περί ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας.
Όσα έπονται, όπως και στην πρώτη παρέμβαση, εμπίπτουν στην εξής κατηγορία: Γράφονται αδιάφορα του κατά πόσο η έκταση του κειμένου θα αποθαρρύνει κάποιους να τα διαβάσουν προσεκτικά και επιμελώς. Η ουσία βρίσκεται στις ειδοποιούς διαφορές και στις αποχρώσεις τους, τις οποίες οι ακαδημαϊκοί όταν συζητούν μεταξύ τους είθισται να αναφέρουν και να εμβαθύνουν. Αυτό δεν επιτυγχάνεται χωρίς να ξεδιπλωθεί η σκέψη.
Οι συζητήσεις για τον νόμο ΑΕΙ στο φόρουμ Hellenic-Professors, πάντως, αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του μωσαϊκού των θέσεων και των απόψεων στο εσωτερικό της ελληνικής πανεπιστημιακής ζωής. Συζητήσεις αυτού του χαρακτήρα, βέβαια, δεν προσφέρονται για διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων –αυτό θα ήταν, εκτιμώ, άσκοπο– παρά μόνο ανταλλαγή απόψεων επί ζητημάτων αρχής και προσανατολισμού.
Το βάρος και η ευθύνη της συγκρότησης συγκεκριμένων προτάσεων είναι υπόθεση των αντιπροσώπων των πανεπιστημιακών. Πιο κάτω υποστηρίζουμε ότι υπό το φως της αναμενόμενης υπερψήφισής του επίμαχου νομοσχεδίου, οι ακαδημαϊκοί, αφενός επιτάσσεται να κινηθούν στο πλαίσιο της νομιμότητας και αφετέρου, ανένδοτα να παλέψουν για να εξαντλήσουν όλα τα περιθώρια που τους προσφέρει το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος για να διαφυλάξουν την αυτοτέλειά τους. Κυρίως, να διαφυλάξουν ότι πολυτιμότερο διαθέτει μια επιστημονική κοινότητα, δηλαδή μια γνήσια και ανόθευτη ακαδημαϊκή ανεξαρτησία χωρίς την οποία γνήσια αναζήτηση της αλήθειας δεν υπάρχει.
Υπό αυτό το πρίσμα, η «αντεπίθεση» των ακαδημαϊκών θα πρέπει να συνίσταται σε αντί-πρόταση στην βάση της οποίας θα αγωνιστούν ανένδοτα για αλλαγή των συνεπειών του αλλόκοτου νομοσχεδίου που βιαστικά, σπασμωδικά και εν μέσω υστερίας λόγω οικονομικών προβλημάτων προωθήθηκε εσπευσμένα την Παρασκευή εν μέσω Αυγουστιάτικης ραστώνης. Πρόκειται για μια απίστευτα απαράδεκτη αντι-δημοκρατική πρακτική την οποία διαδοχικές κυβερνήσεις υιοθετούν εδώ και δεκαετίες.
Στο πλαίσιο της πολιτειακής νομιμότητας και με θεμελιωμένες προτάσεις, η αλλαγή αυτών των «καλοκαιρινών νόμων» με τρόπο που θα μας επαναφέρει στην ομαλότητα, δηλαδή στο πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος, πρέπει να θεωρείται βεβαία. Ταυτόχρονα, όμως, όπως σημειώνω πιο κάτω, απαιτείται οι πανεπιστημιακοί να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειες βέλτιστης επιστημονικής-ακαδημαϊκής αυτοθέσμισης και αυτοσυγκρότησης. Πολλά από τα παράπονα που ακούονται, επίσης, υποδηλώνουν την ανάγκη για ακόμη μεγαλύτερη εντατικοποίηση των δεοντολογικών ελέγχων μεταξύ των μελών ΔΕΠ σε κάθε Τμήμα, σε κάθε Πανεπιστήμιο και στην ακαδημαϊκή κοινότητα ευρύτερα. Ως προς το τελευταίο, ανεξαρτήτως νομικών διατάξεων βέλτιστες επιστημονικές-ακαδημαϊκές κρίσεις διασφαλίζονται μόνο αν οι πανεπιστημιακοί ζουν σε διαρκή ένταση για την τήρηση πάγιων κωδίκων δεοντολογίας της επιστήμης και των προϋποθέσεων ακέραιων και αδέκαστων επιστημονικών κρίσεων στις ακαδημαϊκές υποθέσεις.
Όσο προχωρεί η συζήτηση για τις «καλοκαιρινές ανατροπές» στα ελληνικά ΑΕΙ πολλά θα γράφονται και θα λέγονται. Τα παπαγαλάκια των δολοφονικών γενικεύσεων στα μέσα μαζικής “πληροφόρησης”, εξάλλου, λίγο-πολύ και με υπονοούμενα ή ευθέως και αναμενόμενα θα επιχειρούν να δράττονται της ευκαιρίας που θα τους δίνει το ένα ή το άλλο μεμονωμένο γεγονός για να αποδομούν προγραμματικά το σύνολο της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας εμφανίζοντας τα μέλη της, μεταξύ άλλων, δήθεν ως «βολεμένους», «παράσιτα», διεφθαρμένους τους «χειρότερους ακαδημαϊκούς του κόσμου», κτλ.
Στην πολιτική ζωή η δολοφονία του χαρακτήρα των αντιπάλων είναι γνωστή και καθιερωμένη μέθοδος. Και είναι φανερό ότι κάποιοι σήμερα θεωρούν τους έλληνες ακαδημαϊκούς αντίπαλους των σκοπών και σχεδίων τους. Βέβαια, όλα αυτά είναι απρόκλητα, άσκοπα και αδιέξοδα.
Εάν και όταν ομαδικά, ή στοχευμένα κατά προσώπων, δολοφονούνται χαρακτήρες, είναι στάση όχι μόνο απολίτιστη αλλά και φαιδρή. Υποδηλώνονται έτσι οι χαμηλές ποιοτικές προδιαγραφές κάποιων παρεμβάσεων μέσα στην δημόσια σφαίρα που δεν δικαιολογούνται από την συντρέχουσα κρίση, και που βρίσκονται στον αντίποδα της αλήθειας. Οι πανεπιστημιακοί απαιτείται να αποφεύγουμε να γινόμαστε μέρος ενός τέτοιοι θεάτρου του παραλόγου.
Συναφώς, πολλά γύρω μας θυμίζουν την εύλογη δυσφορία του αείμνηστου Δ. Τσάτσου, όταν σε ανάλογες περιστάσεις έγραφε ότι [ενώ ακόμη και η ζούγκλα υπόκειται σε κάποιους κανόνες ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα τους στερείται:] «Ο διάλογος καθορίζεται από τους οπλοφορούντες. Με τους οπλοφορούντες συμφωνείς ή εκτελείσαι. Χυδαιογραφούντες και χυδαιοπραγούντες αλλά και έμμεσα όσοι τους στηρίζουν (…) γενικεύουν τον διάλογο καθιστώντας έτσι πολλούς τμήμα μιας διαδικασίας που θυμίζει και μυρίζει χοιροστάσιο» (Το ΒΗΜΑ, 5.11.1995).
Η μέθοδος που για ακόμη μια φορά καταμαρτυρούμενα υιοθετήθηκε –και σε αυτή την παγίδα έπεσαν και πολλοί πανεπιστημιακοί που καλόπιστα εκτοξεύουν αποσπασματικά προσωπικές κακές εμπειρίες και παράπονα, άθελά τους κουβαλώντας έτσι βενζίνη στο οπλοστάσιο των πυρπολητών– είναι η αναγωγή των εξαιρέσεων σε κανόνα για να δολοφονηθεί ο ακαδημαϊκός χαρακτήρας των ελλήνων πανεπιστημιακών συλλήβδην.
Δεν λείπουν και φτηνά ψεύδη για το επιστημονικό επίπεδο των ελλήνων ακαδημαϊκών οι οποίοι με δεδομένες τις αντιξοότητες τα πενιχρά μέσα και τις πολιτικές παρεμβάσεις κατορθώνουν να έχουν επιστημονικές επιδόσεις για τις οποίες μπορούν να είναι πολύ υπερήφανοι. Ενώ, κατά τα άλλα, κανείς λογικά θα συμφωνούσε με εύλογες κριτικές παρατηρήσεις για τα ισχύοντα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, τελικά, οι αοριστολόγες γενικεύσεις και οι αναφορές σε μεμονωμένα γεγονότα και σε συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν ως αποτέλεσμα να επισκιάζουν το δάσος και να δείχνουν ένα ή άντε το πολύ δύο δέντρα. Αυτό εννοούμε όταν όπως γράψαμε μόλις γράψαμε συνειδητά ή ανεπίγνωστα κουβαλούν βενζίνη στο οπλοστάσιο των πυρπολητών.
Είτε διάκεινται ευνοϊκά είτε αρνητικά, όλοι οι έλληνες ακαδημαϊκοί πρέπει να ξέρουν τι τους περιμένει. Ήδη έχουμε θλιβερά δείγματα γραφής που το υποδηλώνουν: Με αφετηρία την ψήφιση του νομοσχεδίου για τα ΑΕΙ, θα πρέπει να αναμένουμε άγριες επιθέσεις κατά των ελλήνων ακαδημαϊκών για να επιβληθεί μια «νέα τάξη» (άγνωστη προς το παρόν, αλλά εύλογα μπορούμε να την σκεφτούμε) που θα θέσει σε κατήφορο αποδόμησης και ιδιωτικοποίησης του ισχύοντος πανεπιστημιακού συστήματος της Ελλάδας. Όσοι τώρα με ευκολία συνηγορούν με τα τις μνημονιακές «καλοκαιρινές ανατροπές», δεν πρέπει να ξεχνούν ότι και αυτή θα βρεθούν στο στόχαστρο. Οι δολοφονίες κατά του επιστημονικού και ακαδημαϊκού χαρακτήρα των πανεπιστημιακών όποτε και όταν λαμβάνουν χώραν δεν διακρίνουν «φίλια» και «εχθρικά» πρόσωπα. Αυτό που βάλλεται, εν τέλει, για να κατορθωθεί η «ανατροπή» είναι η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, ο δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης παιδείας και εν τέλει η επιστημονική ελευθερία.
Ως προς το ζήτημα αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επιμείνουμε. Καλό είναι να κατανοήσουμε τι διακυβεύεται. Δεν μιλάμε για μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου αλλά για μια εξεζητημένη αφετηρία με πολλά παράθυρα καθυπόταξης της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής, εισροής ασύμβατων με την ελληνική πραγματικότητα πρακτικών και ουσιαστικά επιτηδευμένης κατάργησης της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας.
Για αυτονόητους λόγους πλουραλισμού και πολιτισμένου διαλόγου, αυτονόητα αποδεχόμαστε ότι η αντίθετη άποψη όταν υποστηρίζεται αυτή η αφετηρία δημιουργεί προϋποθέσεις λαμπρού μέλλοντος. Με αυτή την άποψη διαφωνούμε πολιτισμένα, και αντιτάσσουμε την θέση ότι όπως συμβαίνει και με το υπόλοιπο χρεοκοπημένο –υπό το καθεστώς του εξευτελιστικού «μνημονίου»– πολιτειακό σύστημα, το ελληνικό πανεπιστήμιο θα οδηγηθεί ταχύρρυθμα στο τέλμα της πολιτικής, πνευματικής και ηθικής παρακμής εν μέσω απρόβλεπτων αναταραχών και αναταράξεων. Τι θα αναδειχθεί μέσα από την στάχτη, δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως ότι όλες οι κοινωνίες χρειάζονται ανθηρά και ελεύθερα ανώτατα πνευματικά ιδρύματα.
Επιπλέον, επειδή εκτιμούμε ότι δεν πρόκειται για μια απλή μεταρρύθμιση αλλά για μια αντιδημοκρατικά μεθοδευμένη ανατροπή, αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που αναμένουμε πρακτικές πανομοιότυπες με αυτές που αναφερόταν ο Δημήτρης Τσάτσος και που παραθέσαμε λίγο πιο πάνω. Και όταν μυρίζει χοιροστάσιο, κανενός η μύτη δεν εξαιρείται. Όταν ένα κοινωνικοπολιτικό γεγονός εισέλθει στον κατήφορο της παρακμής, οι συκοφαντίες, οι ύβρεις, τα κτυπήματα κάτω από την ζώνη, οι δολοφονίες χαρακτήρων, οι επιπόλαιες στάσεις και συμπεριφορές, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών, και άλλα συναφή και παραπλήσια εκφυλιστικά φαινόμενα, βρίσκονται στην ημερησία διάταξη κάθε παραπαίουσας «δημόσιας» σφαίρας.
Ακόμη και οι βασιλικότεροι του Βασιλέως θα πρέπει να γνωρίζουν, όμως, ότι τις απρόκλητες ανατροπές τις επιφέρουν οι λόγω μνημονίου παραζαλισμένοι –και εκτιμούμε μεταβατικοί– πολιτικοί φορείς όλου του μεταπολιτευτικού κομματικοπαραταξιακού φάσματος που με τον ένα ή άλλο τρόπο ευθύνονται για την οικονομική, ηθική, πνευματική και θεσμική χρεοκοπία της Ελλάδας την οποία πολλοί προανήγγειλαν και που το «μνημόνιο» απλά επισφράγισε επίσημα, παραδεδεγμένα και πανηγυρικά.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ζήτημα για τα ΑΕΙ είναι, κατά τα άλλα, απλό: Η πολιτική δίνη θα επιχειρήσει να σαρώσει, να αποδομήσει και να διαλύσει τα πάντα εξανεμίζοντας τον θεσμό της ελληνικής δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Τα ΑΕΙ όμως πρέπει να επιβιώσουν γιατί μετά το πέρασμα της δίνης θα πρέπει να σταθούν όρθια για να επιτελέσουν την υψηλή πνευματική και εκπαιδευτική τους αποστολή.

Παρενθετικά, μια μόνο φράση, καλόπιστα διατυπωμένη, για τα ευκόλως εννοούμενα: Όλοι γνωρίζουμε την αγάπη και την αγωνία των απόδημων ελλήνων για την πατρίδα τους, καθώς και την ευγενή επιθυμία τους να επαναπατριστούν, ιδιαίτερα για όσους πραγματικά και όχι επιφανειακά-επίπλαστα διέπρεψαν στο εξωτερικό.
Πλην είναι χρήσιμο να γνωρίζουν –και τα επιχειρήματα που ακολουθούν θα τους είναι γνώριμα και γι’ αυτό ευελπιστώ κατανοητά– ότι α) εδώ στην Ελλάδα τα πράγματα δεν είναι ευθύγραμμα όπως συμβαίνει σε πολλά ξένα «εύτακτα» ιδρύματα, β) οι ακαδημαϊκοί εργαζόμαστε με ανύπαρκτα μέσα, συγκριτικά ασήμαντες αμοιβές, ασκητικά και με ηρωισμό εν μέσω χιλιάδων φοιτητών, γ) πολλά πανεπιστήμια στο εξωτερικό όπου ενδεχομένως πολλοί απόδημοι εργάζονται είναι ενταγμένα σε μια πολύ διαφορετική και πολύ «ιδιόμορφα εύτακτη» κρατικοεθνική κουλτούρα (βλ. πιο κάτω) και δ) εάν εν αγνοία τους για το τι ακριβώς διακυβεύεται συνηγορήσουν με την αποδόμηση των ελληνικών ΑΕΙ απλά δεν θα μείνει τίποτα για να εκπληρώσουν τον ευγενή σκοπό ενός ευδόκιμου και αξιοπρεπούς επαναπροσδιορισμού και ένταξης στην ελληνική ακαδημαϊκή ζωή.
Τυγχάνει, υπογραμμίζω, πολλοί από εμάς να έχουμε μεγάλη πείρα αυτών των ζητημάτων την οποία αποκτήσαμε μετά από πολλές, ειλικρινείς και πολύχρονες προσπάθειες να επιτύχουμε ευδόκιμο επαναπατρισμό συναδέλφων μας του εξωτερικού (κάτι το οποίο συνεχίζουμε να επιθυμούμε και να επιχειρούμε όταν το επιτάσσεται ακαδημαϊκά και επιστημονικά).

Εκτιμούμε λοιπόν ότι είτε ψηφιστεί το επίμαχο νομοσχέδιο είτε όχι, η συζήτηση μόλις τώρα αρχίζει. Αμφίπλευρα θα ειπωθούν πολύ περισσότερα και μάλιστα ηχηρά, όταν, παρά τις αντιδράσεις, αναμενόμενα, οι βουλευτές ακολουθώντας πάγιες πρακτικές κομματικής πειθαρχίας υπερψηφίσουν το νομοσχέδιο απελευθερώνοντας τους ανέμους του Αιόλου. Η διαμάχη για την συγκρότηση της «νέας τάξης» αναμενόμενα θα είναι ανελέητη. Δεν διστάζουμε να πούμε ότι αν οι έλληνες ακαδημαϊκοί στο παρελθόν επιτύγχαναν βέλτιστα αποτελέσματα στα πεδία της αυτοσυγκρότησης, της αυτοθέσμισης και της δεοντολογικής θεμελίωσης κανείς δεν θα τολμούσε να επιχειρήσει τις καταστροφικές ανατροπές που ζούμε το 2011 (αυτό βέβαια δεν τις δικαιολογεί γιατί «όταν πονάει το κεφάλι δεν το κόβεις» πλην καλείς τον ενδιαφερόμενο να μεριμνήσει για την υγεία του).
Πιο συγκεκριμένα, μια καλύτερη «νέα τάξη» στην ελληνική ακαδημαϊκή ζωή θα μπορούσε να υπάρξει, εάν, με πολύ πιο ενεργητικό τρόπο απ’ ότι στις τελευταίες δεκαετίες, οι πανεπιστημιακοί είχαν πάρει την τύχη τους στα χέρια τους στο πεδίο της αυτοδιοίκησης, της αυτοσυγκρότησης, της επιστημονικής ανάπτυξης και των δεοντολογικών ελέγχων. Υποστηρίζω ότι η συντριπτική πλειονότητα των ελλήνων πανεπιστημιακών αυτό πάντοτε ήθελαν, αυτό πάντοτε επιχειρούν φιλότιμα και ότι αν δεν επιτυγχανόταν το βέλτιστο βαθμό δεν ευθύνονται μόνο αυτοί αλλά πολύ συχνότερα το παρεμβαλλόμενο κομματικοπαραταξιακό σύστημα.
Οι προβληματικές εξαιρέσεις που πολλοί συνάδελφοι συχνά επισημαίνουν (εμού συμπεριλαμβανομένου και μάλιστα καταγεγραμμένα) θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τους ίδιους τους έλληνες ακαδημαϊκούς χωρίς πολιτικές παρεμβολές και χωρίς απρόκλητες πολιτικές επιβολές (που σε τελευταία ανάλυση δεν φαίνεται να στοχεύουν σε διορθωτικές αποφάσεις με την συναίνεση και σύμπραξη των πανεπιστημιακών αλλά σε θεμελιώδεις και εν πολλοίς καταστροφικές ανατροπές που όπως είπαμε ουσιαστικά αποτελούν την αρχή του τέλους εκπνοής της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης).
Όριο είναι ο ουρανός, επίσης, για ιδέες που αφενός θα διαφυλάττουν την Συνταγματικά κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ανεξαρτησία και θα διακρίνουν τα αμιγώς διοικητικά από τα αμιγώς επιστημονικά ζητήματα (συναρτώντας τα όμως συμβατά με τις υπάρχουσες δομές, μέσα και πόρους). Μια τέτοια διάκριση, τονίζω και πιο κάτω, ήταν πάγια θέση πολλών πανεπιστημιακών στο παρελθόν, οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν να φανταστούν πως κάποια στιγμή θα μπορούσε να σημαίνει κερκόπορτες πολιτικής εποπτείας της ακαδημαϊκής ζωής ή ανάμειξης μη ακαδημαϊκών σε αμιγώς ακαδημαϊκά ζητήματα (βλ. και πιο κάτω).
Εν τέλει, η «νέα τάξη» που υποτίθεται θα φέρει το επίμαχο νομοσχέδιο ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα. Η ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου όπως ήδη συμβαίνει σε πολλούς άλλους τομείς της δημόσιας ζωής θα εγκλωβίσει την πανεπιστημιακή ζωή μέσα σε ένα θολό βασίλειο μπερδεμένων πολιτικών, θεσμικών, κομματικών και ιδεολογικών λαβύρινθων ασύμβατων με τα συμφέροντα των φοιτητών και της κοινωνίας. Οι μαθητευόμενοι μάγοι ποτέ δεν επιτυγχάνουν και μια εκφυλιστική ρευστότητα θα αποσταθεροποιήσει τους πάντες και τα πάντα εν μέσω εντατικότερων πολιτικών παρεμβάσεων και αντίστοιχων αναπόφευκτων αντιδράσεων.

Εκτός και αν πιστέψουμε πως οι πολιτικοί ξέρουν τι είναι βέλτιστες δομές για την συγκρότηση της επιστημονικοπνευματικής ζωής του τόπου, οι «ανατροπές» δεν φέρνουν μια «νέα τάξη» ή «ευταξία» αλλά μόνο ασάφεια και εξισωτικό-εξομοιωτικό ανακάτωμα που θα προκαλέσει γενική αναστάτωση, κατήφορο και παρακμή.
Μόνο στιβαρή και ανένδοτη αντίσταση στο πλαίσιο της πολιτειακής νομιμότητας θα διασώσει την ελληνική ακαδημαϊκή ζωή από την μνημονιακή λογική που σαρώνει το ελληνικό πολιτικό τοπίο.

2. Η διαλεκτική σχέση κανόνων και εξαιρέσεων

Αντί ενθάρρυνσης μιας «επανάστασης επιστημονικής-ακαδημαϊκής αυτοσυγκρότησης και δεοντολογικής θεμελίωσης» από τους ίδιους τους έλληνες τους πανεπιστημιακούς με προτάσεις που θα εκπορεύονταν από αυτούς και θα εντάσσονταν στις συζητήσεις της δημόσιας σφαίρας, επιχειρείται να δημιουργηθούν παράθυρα εισόδου εξωακαδημαϊκών «χωροφυλάκων» επινοημένων στην βάση ξενόφερτων και ασύμβατων με την ελληνική πραγματικότητα αντιλήψεων. Πέραν του γεγονότος ότι το επίμαχο νομοσχέδιο είναι ιδεολογικοπολιτικά και όχι ακαδημαϊκά εμπνευσμένο, οι «ανατροπές» μεθοδεύονται στην βάση της καταστροφικής λογικής «πονάει κεφάλι κόβεις κεφάλι», «ότι συμβαίνει σε μια γωνιά της Γης είναι το ίδιο με σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά του πλανήτη» και «εγώ η πολιτική αυθεντία γνωρίζω καλύτερα από εσάς την δική σας επιστημονικοπνευματική ζωή».
Το πρόβλημα, εκτιμώ, τίθεται ως εξής: Αφενός, εάν οι κακές εμπειρίες που πολλοί επισημαίνουν αποτελούν κανόνα και όχι εξαίρεση αυτό οφείλεται σε ελλειμματικούς επιστημονικούς, διοικητικούς και δεοντολογικούς ελέγχους ημών των ιδίων στο εσωτερικό του ακαδημαϊκού ασύλου. Κυρίως, ενεργητικά ή παθητικά μερικοί δεν αντιδρούσαν στο «αόρατο πολιτικό χέρι» των τελευταίων δεκαετιών. Το ακαδημαϊκό άσυλο, επιπλέον, αντί να αποτελεί άσυλο επιστημονικής και δεοντολογικής ανάπτυξης που θα περιφρουρούσαμε άγρυπνα και ανένδοτα, ενίοτε «το αφήσαμε» να εξελιχθεί, ενάντια στο πνεύμα του νόμου, σε άσυλο εισβολέων, καταληψιών, ή ακόμη και κακοποιών στοιχείων. Στο σημείο αυτό, βέβαια, και για να υπογραμμίσω ότι αυτό είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικής και όχι ακαδημαϊκής ευθύνης, ας μου επιτραπεί να αναφέρω συγκεκριμένη εμπειρία. Ο Πρύτανης του δικού μου πανεπιστημίου ενώπιον πολλών συναδέλφων τον Δεκέμβριο 2008 απελπισμένα πλην άκαρπα καλούσε την αστυνομία να περιφρουρήσει το πανεπιστήμιο στους παραπλήσιους δρόμους κατά της επέλασης εξωπανεπιστημιακών εισβολέων που προσέρχονταν μαζικά στην γειτονιά του πανεπιστημίου. Την ίδια περίοδο οι Πρυτανικές αρχές του πανεπιστημίου Μακεδονίας υπό περιορισμό στο γραφείο τους.
Ποιες είναι οι πολιτικές ευθύνες για τέτοια φαινόμενα και γιατί αντί να διαφυλαχθεί το ακαδημαϊκό-επιστημονικό άσυλο ως αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, βάλλεται αδιακρίτως και γενικόλογα; Δεν γνωρίζω ούτε ένα συνάδελφό μου!! (δεν αποκλείω βέβαια τις εξαιρέσεις που δεν γνωρίζω) ο οποίος να συγχέει το ακαδημαϊκό άσυλο με κάποιο δικαίωμα κατάληψης των κτιρίων και τους βανδαλισμούς που συχνά-πυκνά προκαλούν εισβολείς κάθε. Για φαινόμενα λοιπόν όπως καταλήψεις και οχλοκρατία στους χώρους των πανεπιστημίων αλλού θα πρέπει να αναζητηθούν οι ευθύνες. Οι ακαδημαϊκοί «ευθύνονται» κυρίως με παθητική αποδοχή ή έλλειψη «ηρωισμού» αντίκρουσης τέτοιων φαινομένων.
Βασική θέση εδώ είναι ότι απαιτείται να βλέπουμε το δάσος και όχι το δέντρο. Οι εξαιρέσεις εύκολα αντιμετωπίζονται στο εσωτερικό κάθε πανεπιστημίου και κακώς πολλοί –μερικοί καλόπιστα μερικοί άλλοι όχι– τις εμφανίζουν ως κανόνα. Σε κάθε περίπτωση μια γενικευμένη μέτρηση, εκτίμηση και στάθμιση των προβλημάτων δεν είναι εύκολη ή και εφικτή, καθότι όπως όλοι γνωρίζουμε συχνά και λογικότατα στα πεδία της οργάνωσης, της διοίκησης, των επιστημονικών επιδόσεων και των δεοντολογικών θεμελιώσεων οι διαφορές μεταξύ Τμημάτων ακόμη και εντός του ίδιου πανεπιστημίου είναι μεγάλες και συχνά γιγαντιαίες.
Εξ ου και η αξία της αυτοτέλειας και της ανάγκης δυνατότητας αυτορύθμισης και αυτοσυγκρότησης ενός πανεπιστημιακού Τμήματος για να μπορέσει να αναπτυχθεί. Αυτό δεν ισχύει, βέβαια, αν προγραμματικά θεωρήσουμε τους υψηλά καταρτισμένους πανεπιστημιακούς που διορίζονται μετά από βασανιστικές και πολύχρονες διαδικασίες, ως άχρηστους, ανίκανους και ανεύθυνους. Είναι ντροπή ακόμη και να υπαινιχθεί κανείς κάτι τέτοιο. Η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε να ισχύει είναι όταν ιδεολογικοπολιτικά βαρίδια θέσουν υπό τον έλεγχό τους ένα τμήμα και κατορθώσουν στην συνέχεια να αναπαράγουν την παρακμή και τον παρασιτισμό. Ουδέν σχόλιο πέραν αυτού καθότι πάντοτε γνωστές και ευκόλως εννοούμενες εξαιρέσεις παραλείπονται. Και πάλιν, εν τούτοις, η πανεπιστημιακή κοινότητα διαθέτει τρόπους αυτορρύθμισης και ευθυγράμμισης με την ακαδημαϊκή δεοντολογία. Φτάνει να αφεθεί απερίσπαστη από κομματικοπαραταξιακές παρεμβάσεις!!!
Σε κάθε περίπτωση, η διαβάθμιση των ποιοτικών βαθμίδων και της «ευταξίας» ενός ακαδημαϊκού χώρου είναι αδύνατο να γίνει στην βάση εξισωτικών γενικεύσεων. Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά για καθολικό και διαχρονικό φαινόμενο. Όπως συχνά τονίσαμε, παντού και πάντοτε το κάθε επιστημονικό Τμήμα έχει διαφορετική αφετηρία, διαδρομή, συγκρότηση, ανάπτυξη και ωρίμανση. Η ανοδική φορά κίνησης είναι ένα διαρκές άθλημα και οι επιδόσεις πάντοτε ευδιάκριτες για κάθε ενδιαφερόμενο. Αν δεν το γνωρίζουν οι εκάστοτε πολιτικοί εισβολείς απαιτείται να μην το παρακάμπτουν οι ίδιοι οι ακαδημαϊκοί.
Συνολικά, οι γενικεύσεις του ειδικού για να οδηγηθούμε αλματωδώς σε καθολικά συμπεράσματα ποτέ δεν ωφελούν.

3. Φύλακες και «(χωρο)φύλακες»

Αν βέβαια κανείς υιοθετεί την άποψη πως μπορεί να υπάρξει ελεύθερη και μη ποδογετούμενη επιστήμη χωρίς ακαδημαϊκή ανεξαρτησία να το πει ελεύθερα και ρητά. Καθότι εμείς έχουμε διαφορετική άποψη και επισημαίνουμε ότι η επιστήμη διακρίνεται μεταξύ ποδογετούμενης –και μάλιστα στους θεοποιημένους χώρους τους οποίους μας καλούν να μιμηθούμε αν όχι να πιθηκίσουμε– και ελεύθερης. Και η φορά κίνησης επιβάλλεται να είναι προς την ελεύθερη, δηλαδή την πλήρη και ανόθευτη ακαδημαϊκή-επιστημονική ελευθερία.
Αν μη τι άλλο λόγω τομέα επιστημονικής εξειδίκευσης, πολλοί από εμάς είμαστε αρκετά υποψιασμένοι για τα προβλήματα της συγκρότησης και συγκράτησης μιας ομάδας ανθρώπων των οποίων η εύτακτη, εύρυθμη και χρηστή ανάπτυξη εξαρτάται από ελεύθερες και υπεύθυνες στάσεις και αποφάσεις. Πλην κανείς δεν πρέπει να αγνοεί ότι μεταξύ μιας έτσι νοούμενης ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και της συγκρότησης και συγκράτησης που θα γίνεται με (χωρο)φύλακες η απόσταση είναι πολύ μεγάλη και οι γέφυρες δεν κτίζονται εύκολα.
Γιατί οι «φύλακες» του Πλάτωνα δεν υπάρχουν και δεν γνωρίζω να υπήρξαν σε οποιαδήποτε πολιτειακά οργανωμένη ομάδα ανθρώπων. Υπήρξαν μόνο μέσα στην ιδεατή Πολιτεία που βρισκόταν στο μυαλό του μεγάλου φιλοσόφου. Μέσα σε αυτή την μεγάλη ιδέα παγιδεύτηκαν αναρίθμητοι μικροί πλάτωνες και τα θύματά τους. Είναι τα μικρά μυαλά μέσα στα οποία μπαίνουν μεγάλες κοσμοπλαστικές ιδέες διαμόρφωσης των ανθρώπων με τρόπο που εξαιρεί κάθε επίφαση δημοκρατίας και που αναιρεί την πολιτική με οποιονδήποτε τρόπο και αν νοηματοδοτηθεί.
Το προτεινόμενο σχήμα της «νέας τάξης» των ελληνικών πανεπιστημίων δεν οδηγεί σε συγκρότηση και συγκράτηση των πανεπιστημίων με πρωταγωνιστές κάποιους σοφούς και δοκιμασμένους σοφούς πλατωνικούς «φύλακες» αλλά σε ποδογέτηση των ακαδημαϊκών με εξεζητημένη καθιέρωση «εν δυνάμει» νεοελλήνων «χωροφυλάκων». Συγκρινόμενοι τέτοιοι δυνητικοί(;) χωροφύλακες με τους χωροφύλακες κρατών-ινδαλμάτων μερικών ξενομανών νεοελλήνων θα είναι φτωχοί συγγενείς και μαθητευόμενοι μάγοι. Όχι για ατομικούς λόγους αλλά γιατί οίκοι είναι διαφορετικό τόσο το κρατικοεθνικό περιβάλλον όσο και οι πολιτικές και ακαδημαϊκές παραδόσεις (πιο κάτω θα καταστήσω αυτό το επιχείρημα ευκρινέστερο).
Εν τέλει, υπάρχει χαώδης διαφορά μεταξύ μιας πολιτικά υποκινούμενης ανατροπής με άγνωστες συνέπειες και μιας διόρθωσης των προβλημάτων στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας που θα εκπληρωθεί από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς (προσέγγιση που όχι μόνο προκρίνουμε αλλά εκτιμούμε ότι είναι η μόνη). Διόρθωση προβλημάτων όπως κατάχρηση ή κακοδιοίκηση υπενθυμίζω ότι νομικά προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις και ότι συχνά η πολιτεία παρεμβαίνει επιβάλλοντας τις προβλεπόμενες κυρώσεις.
Ένα καίριο ζήτημα που τίθεται, βέβαια, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, είναι η δύσκολη διάκριση μεταξύ διοίκησης-διαχείρισης τεχνικών ζητημάτων (για τα οποία πολλοί θα δεχόμασταν κάποιους που θα επιλέγαμε οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί στην βάση αντικειμενικών κριτηρίων, όπως για παράδειγμα πρώην πρυτάνεις, επειδή θα γνωρίζαμε ότι διαθέτουν τις αναγκαίες γνώσεις και την διοικητική και ακαδημαϊκή πείρα) και επιστημονικών υποθέσεων (για τις οποίες μόνο οι ακαδημαϊκοί είναι αρμόδιοι και σε αυτό ακριβώς αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμα όταν υποστηρίχθηκε πως μόνο οι πανεπιστημιακοί γνωρίζουν πως μπορεί να θεσμιστεί και συγκροτηθεί βέλτιστα ένας ακαδημαϊκός-επιστημονικός χώρος). Για να είμαι ακριβής, συχνά στο παρελθόν πολλοί υποστηρίξαμε να απαλλαγούν οι ακαδημαϊκές αρχές από καθαρά διαχειριστικά ζητήματα, φτάνει να διαφυλαχθεί απόλυτα η επιστημονική-ακαδημαϊκή αυτοτέλεια από πολιτικές ή ιδιωτικές ιδιοτελείς παρεμβάσεις.
[Επισημαίνουμε ότι αυτό, κατά κάποιον τρόπο, εφαρμόζεται, όταν οι ΓΓ και άλλα διοικητικά στελέχη του πανεπιστημίου που είναι εντολοδόχοι της Συγκλήτου, εκπληρώνουν με αποτελεσματικότητα τα διοικητικά και διαχειριστικά τους καθήκοντα στους τομείς της τήρησης της νομιμότητας, της χρηστής χρήσης των πόρων και της αποτελεσματικής διεκπεραίωσης των υπόλοιπων διοικητικών υποθέσεων. Η βαθμίδα της επιτυχίας όπως συνήθως συμβαίνει σε όλους τους άλλους τομείς συναρτάται με την επιλογή των κατάλληλων για τον ρόλο αυτό προσώπων.]
Εντύπωση πολλών εξ ημών είναι ότι οι «μεταρρυθμίσεις» επιδιώκουν όχι να επιτευχθεί μια αποτελεσματικότερη διοίκηση αλλά να τεθεί έμμεσα ή άμεσα (ή τουλάχιστον εν δυνάμει και καταληκτικά) η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία υπό την αίρεση εξω-ακαδημαϊκών κριτηρίων και παραγόντων. Δεν μιλάμε μόνο για διορισμένους «διαχειριστές» που θα εμπλέκονται σε ακαδημαϊκές υποθέσεις αλλά και για αποφάσεις όπως η συγχώνευση και η εξ αντικειμένου ακατάστατη εξομοίωση τμημάτων διαφορετικής διαδρομής, βαθμίδων, επιστημονικής κουλτούρας και εν γένει διαφορετικής ετερότητας.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα μιλάμε για την αρχή του τέλους που θα καταργεί την ελληνική δημόσια ανώτατη εκπαίδευση χωρίς δυνατότητα έστω και εξ αποστάσεως να διαφυλαχθεί μια αξιοπρεπής ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση αντίστοιχη και ανάλογη μερικών μακραίωνα κτισμένων πανεπιστημίων της Δύσης.
Ακριβώς, εκτιμούμε ότι το επίμαχο νομοσχέδιο δημιουργεί μια λανθάνουσα παρακμιακή δομή κακέκτυπο ανύπαρκτων ξένων προτύπων. Αφού εκμηδενίσει ότι επιτεύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες θα οδηγήσει στην ανεξέλεγκτη ιδιωτικοποίηση, πολιτικοποίηση και εν τέλει εκμηδένιση της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και της επιστημονικής ελευθερίας όπως κατανοούμε αυτές τις έννοιες σύμφωνα με τις ακαδημαϊκές μας παραδόσεις και τις πρόνοιες του Συντάγματος.
Και αυτή η κατανόηση του ακαδημαϊκού λειτουργήματος στην Ελλάδα, υπογραμμίζουμε, θεωρούμε ότι είναι η μεγάλη πρωτοτυπία των ελληνικών πανεπιστήμιων και το μεγάλο προνόμιο που μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο και ακόμη πιο εκπληκτικά επιστημονικά επιτεύγματα.
Ζητήματα όπως σύνδεση με την αγορά εργασίας, με τον ιδιωτικό τομέα, συνεργασίες με το εξωτερικό και βελτίωση των δομών και της συγκρότησης, όχι μόνο δεν αποκλείει αυτή η κατανόηση της ακαδημαϊκής-επιστημονικής ελευθερίας αλλά αποτελεί και έναυσμα πρωτοτυπίας, ευρηματικότητας και δημιουργικότητας.
Εάν επιμείνουμε στο προαναφερθέν καίριο τεχνικό ζήτημα της διάκρισης της διοίκησης-διαχείρισης από τις επιστημονικές υποθέσεις, είναι κάτι το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί και αυτό από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς. Προϋπόθεση είναι οι τελευταίοι να έχουν τον τελευταίο λόγο για την επιλογή προσώπων που δεν θα παρεμβαίνουν στο επιστημονικοπνευματικό έργο και που ταυτόχρονα θα γνωρίζουν την ακαδημαϊκή ζωή για να συνεννοούνται παραγωγικά και συναινετικά με τους αντιπροσώπους των πανεπιστημιακών στα όργανά τους. Θα πρέπει εν τέλει, επίσης, να είναι εντολοδόχοι των αντιπροσώπων των πανεπιστημιακών και όχι εντολείς τους (πίσω από τους οποίους εντολείς θα βρίσκονται κυβερνήσεις ή ιδιώτες).
Σε τελευταία ανάλυση, αν εκείνη η ομάδα ελλήνων λειτουργών της πολιτείας τα μέλη της οποίας εξ αντικειμένου βρίσκονται στην υψηλότερη μορφωτική κλίμακα και διακρίνονται για εξειδικεύσεις στους επιμέρους επιστημονικούς τομείς δεν μπορούν να εκπληρώσουν το έργο της ακαδημαϊκής αυτοθέσμισης-αυτοσυγκρότησης, τότε κανείς άλλος («(χωρο)φύλακας») δεν μπορεί να το επιτελέσει.

4. Επιχειρήματα versus «anything goes»

Όταν κανείς μιλά για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όπως η Ανώτατη εκπαίδευση μιας χώρας οι παρωπίδες δεν αποτελούν ασφαλή μέθοδο συναγωγής σωστών εκτιμήσεων. Απαιτείται εκατέρωθεν να γίνεται καλόπιστη εκτίμηση της θεμελιωτικής επιχειρηματολογικής βάσης και να αποφεύγεται το εγωιστικό anything goes που οδηγεί σε ένα άκαρπο διάλογο κωφών. Μια τέτοια στάση δεν αρμόζει σε ακαδημαϊκούς λειτουργούς. Σε τελευταία ανάλυση ισχύει το «scripta manent» και όταν η συζήτηση γίνεται μεταξύ ακαδημαϊκών απαιτείται αυτό το γεγονός να μην λησμονείται.
Σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρούμε έγκυρους συνομιλητές τους συνειδητούς ή ανεπίγνωστους ειδικούς των δολοφονικών γενικεύσεων που στην παρούσα συγκυρία και ο καθείς για δικούς του λόγους συνειδητά ή ανεπίγνωστα συνηγορούν με την ισοπέδωση και αποδόμηση της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής ή ακόμη για ιδεολογικούς λόγους και της νεοελληνικής πολιτείας στο σύνολό της. Κατά αυτών η απάντησή μας θα είναι παγερή σιωπή ή στον αντίποδά τους, δηλαδή λιτή, μετριόφρων και πολιτισμένη.
Πάγια και καταγεγραμμένη άποψή μας είναι πως οι συζητήσεις μεταξύ των ακαδημαϊκών απαιτείται να μην εδράζονται πάνω σε λογικές «εχθρικών» και «φιλικών» προθέσεων και συμφερόντων ανάλογα με τις φιλοδοξίες ή τα συμφέροντα του καθενός αλλά πάνω σε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία.

Στον πυρήνα των ουσιαστικών ερωτημάτων των ανταλλαγών απόψεων εδώ το κύριο ζήτημα είναι το κατά πόσο στο εσωτερικό μιας αληθινά ακαδημαϊκά ανεξάρτητης και ελεύθερης ακαδημαϊκής ζωής μπορεί να υπάρξει «κάτι άλλο» από την ανελέητη έσχατη πραγματικότητα της πολιτικής ζωής διακρατικά και ενδοκρατικά.
Είναι ή μπορεί να είναι η επιστήμη ανιδιοτελές λειτούργημα, αδέσμευτο από ιδιωτικές, κυβερνητικές και άλλες σκοπιμότητες; Μπορεί, τουλάχιστον, να υπάρξει φορά κίνησης που εδραιώνει μια επιστημονική ζωή και δεοντολογικούς κώδικες εδρασμένους σε κριτήρια και παράγοντες πέραν και υπεράνω ιδιοτελών και υποκειμενικών αντιπαραθέσεων;
Αν δεν μπορεί –κάτι το οποίο ουδόλως αποκλείω–, είναι και αυτό ένα χρήσιμο συμπέρασμα, πλην οι προεκτάσεις για το είδος των πανεπιστημίων που «θέλουμε» είναι βαθύτατες. Υιοθέτηση αυτής της θέσης όπως φαίνεται να κάνουν μερικοί, απαιτεί να ορίσουν με ακρίβεια τόσο το εναλλακτικό σχήμα όσο και την μετάβαση.
Η απάντηση στο «ποιοι και τι θέλουν» προσδιορίζει τον σκοπό και τον στρατηγικό προσανατολισμό αναφορικά με την αποστολή, την δομή και τις λειτουργίες των πανεπιστημίων. Αυτό, εκτιμώ, διακυβεύεται και για αυτό είναι που πρέπει να συζητάμε.
Εάν οι περισσότεροι από αυτούς που εμπλέκονται στην συζήτηση τείνουν να βλέπουν τα πράγματα στατικά και σύμφωνα με εφήμερα συμφέροντα ή κακές περιστασιακές εμπειρίες και υποκειμενική ανάλυση των πραγμάτων ανάλογα και αντίστοιχα με ιδεολογίες, κομματικές ή άλλες προσωπικές ταυτίσεις και στιγμιαίες κακές ή καλές προσωπικές εμπειρίες, δεν πρέπει να αναμένουμε σύμπτωση απόψεων έστω και δύο ατόμων.
Στο ίδιο πλαίσιο, καμιά ανάγκη δεν υπάρχει να συζητάμε εάν κάποιοι δουν την επερχόμενη θεσμοθετημένη πια βαθύτερη πολιτική παρέμβαση ως μια «νέα τάξη» πλήρη παραθύρων ευκαιρίας εκπλήρωσης άκρως ιδιοτελών ατομικών σκοπών, σπεύδοντας, έτσι, να πιστωθούν με πολιτική εύνοια. Στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί για μια τέτοια εξ αντικειμένου «άπιαστη» στάση είναι: Ντροπή.

Εν τέλει, ο σκοπός ανταλλαγών απόψεων για το επίμαχο νομοσχέδιο είναι η αποκρυστάλλωση σωστών εκτιμήσεων για την φορά κίνησης της ελληνικής πανεπιστημιακής ζωής και για το κατά πόσο οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις θα προκαλέσουν κίνηση προς την μια ή άλλη άκρη του εκκρεμούς των ποιοτικών προδιαγραφών.
Όπως σε κάθε άλλη ανθρώπινη κατάσταση ρευστές και σταθερές θέσεις, απόψεις και καταστάσεις εάν οδηγηθούν στις λογικές απολήξεις τους καταφθάνουν στον ένα από δύο αντίθετους πόλους.
Ενδιαμέσως υπάρχουν πολλοί σταθμοί, αποχρώσεις και ειδοποιοί διαφορές μέσα στις οποίες εμπεριέχεται η ουσία που προσδιορίζει την φορά κίνησης.
Βασικά για την φορά κίνησης μπορούμε να αναφερόμαστε και όχι για την Ιθάκη του ενός πόλου ή τα Σόδομα και Γόμορρα του αντίποδά της. Η αναγωγή των εξαιρέσεων σε κανόνα, επαναλαμβάνουμε, είναι ακατάλληλη μέθοδος συναγωγής σωστών εκτιμήσεων και λήψης σωστών αποφάσεων. Επειδή για το θέμα αυτό εδώ και δεκαετίες συγγράφουμε κείμενο της τυπολογίας των φορέων του επιστήμης και κυρίως του πολιτικού στοχασμού στην διαχρονία, εδώ περιοριζόμαστε σε μερικές μόνο επισημάνσεις.

5. Σκοπός και αποστολή της επιστημονικής-ακαδημαϊκής ζωής και συναρτημένα ερωτήματα

Η εσχατολογική θεώρηση των ανθρωπίνων υποθέσεων –κύριο γνώρισμα της πολιτικής θεολογίας όλων των αποχρώσεων με αποκορύφωση το ιδεολογικό φαινόμενο των Νέων Χρόνων– είναι καταμαρτυρούμενα ασύμβατη με την απεραντοσύνη της ετερότητας κάθε μεμονωμένης ανθρώπινης οντότητας, με τον αστάθμητο και ρευστό χαρακτήρα των ανθρώπινων συμπεριφορών και με το ιστορικά εξίσου καταμαρτυρούμενο γεγονός ότι «ιδεατοί τόποι» ποτέ δεν υπήρξαν και μάλλον ποτέ δεν θα υπάρξουν. Αυτό εξάλλου υποδήλωσε η ιδιοφυία του Καβάφη στο μεγαλοφυές «Ιθάκη».
Τυπολογικά μιλώντας, εν τούτοις, η «επιστήμη» ως έννοια μπορεί, να θεωρηθεί ως η αναζήτηση της αλήθειας. Αναζήτηση της αλήθειας η οποία ήταν σύμφυτη με την γέννηση και ανάπτυξη του πολιτικού πολιτισμού της ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας και της συναρτημένης με αυτή οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας, φαινόμενα που απασχόλησαν, εξάλλου, τους κλασικούς επιστήμονες, οι οποίοι και καθιέρωσαν τις «ακαδημίες». Αυτό το φαινόμενο αποτέλεσε τον άξονα όλων των μετέπειτα στοχαστικών εγχειρημάτων, ακόμη και των θρησκευτικών, ιδιαίτερα των ανθρωποκεντρικών. Η «τεχνολογία» ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης είναι αναπόσπαστο μέρος αυτού του φαινομένου. Γι’ αυτό και συζητώντας την φυσιογνωμία και την δομή των επιστημονικών δραστηριοτήτων τα ζητήματα αρχής αφορούν τους πάντες.
Η «επιστήμη» ως στοχαστικό άθλημα αναζήτησης της αλήθειας σύμφυτο με το φαινόμενο του πολιτικού πολιτισμού απαιτεί περιγραφική αντικειμενικότητα, θεμελιώδης αρχή γύρω από την οποία οικοδομούνται πάγιοι και οικουμενικά αποδεκτοί δεοντολογικοί κώδικες της επιστήμης και γύρω από την οποία θεμελιώνεται και αναπτύσσεται, κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, η ακαδημαϊκή ζωή. Αυτά, βέβαια, σε ένα ευθύγραμμα κινούμενο ιδεατό κόσμο που ποτέ δεν υπήρξε.
Μολαταύτα, χρήζει να υπογραμμίσουμε ότι αν και αυτή η εννοιολογική σύλληψη της επιστήμης φαντάζει ιδεατή και εξωπραγματική, εν τούτοις δεν είναι. Ρεαλιστικός τρόπος προσέγγισης υφίσταται και δεν είναι εσχατολογικός: Όπως και σε όλες τις ανθρώπινες υποθέσεις αναζητούμε τον σκοπό, την φορά κίνησης και τις προϋποθέσεις της θαλασσοπορίας κάθε εγχειρήματος.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποιο εσχατολογικά προσδιορισμένο ιδεατό επιστημονικό τόπο αλλά περί αθλήματος και φοράς κίνησης ίδιας και απαράλλακτης με όλα τα υπόλοιπα ανθρώπινα εγχειρήματα τα οποία είτε στην διαχρονία κινούνται προς την προ-πολιτική βαρβαρότητα είτε προς ολοένα βαθύτερο πολιτικό πολιτισμό. Άθλημα επιπλέον το οποίο συμπλέκει αναρίθμητα επίπεδα ανθρωπίνων δράσεων, διαδράσεων και αλληλεπιδράσεων στο ατομικό, εθνοκρατικό και διεθνές επίπεδο.
Η φορά κίνησης των αθλούμενων επιστημονικά για να είναι άξιοι φορείς της έννοιας επιστήμης, απαιτείται να θεμελιώνουν το στοχαστικό τους λειτούργημα στην ολοένα μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, στην ολοένα βαθύτερη ριζωμένη δεοντολογία της επιστήμης και στην ολοένα μεγαλύτερη εμβάθυνση της γνώσης (που αντιδιαστέλλεται κάθετα με την γνώμη ή δοξασία).
Η αντίθετη φορά κίνησης σημαίνει και τα ακριβώς αντίθετα.
Και ελεύθερη επιστήμη χωρίς ακαδημαϊκή ανεξαρτησία είναι αδιανόητη. Το που, πόσο και πως υπήρξε είναι ένα άλλο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, την φορά κίνησης και τις προϋποθέσεις αναζητούμε και όχι την Ιθάκη. Μερικά στοιχεία θα δοθούν πιο κάτω συντομογραφικά και γι’ αυτό υποχρεωτικά υπαινικτικά.

Τώρα, η «χρησιμότητα», η «αποτελεσματικότητα», η «κοινωνικοπρακτική σημασία», οι πρακτικές που συναρτώνται με την μια ή άλλη «ωφελιμότητα» κτλ, δεν είναι άσχετες με το θεμελιώδες ερώτημα «τι επιστήμη θέλουμε;» και «τι ακαδημαϊκή ζωή και τι πανεπιστήμια θέλουμε;».
Για να είμαι σαφέστερος και ευθύτερος, τα ίδια ερωτήματα μπορούν να τεθούν και ως εξής: «Ποια είναι η αποστολή και τι υπηρετεί η επιστήμη στην εποχή των ανταγωνιστικών εθνοκρατοκεντρικών δομών στις διεθνείς σχέσεις;» «Τι υπηρετεί η επιστήμη και τα πανεπιστήμια στην εποχή του ατομισμού, τις ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της θεοποίησης του κέρδους και της ιδιωτικοποίησης των πάντων σε βαθμό ιδιωτείας;». «Τι υπηρετεί η επιστήμη στην εποχή της πλανητικής αλληλεξάρτησης, των διεθνικών δρώντων και των άγριων, όπως κατά καιρούς μαρτυρούν τα γεγονότα, κυμάνσεων των δραστηριοτήτων των τελευταίων;» «Πόσο κυριαρχούν ωφελιμιστικά κριτήρια και κατά πόσο είναι αποδεκτό να υποτάσσουν την αλήθεια;» «Πόσο και πως η αποτελεσματικότητα συνδέεται με τα ιδιωτικά (εθνικά και διεθνικά) συμφέροντα, ποιος αποφασίζει κάτι τέτοιο, υπό ποιους πολιτικούς όρους και τι ακριβώς αποφασίζεται σε γενικές και ειδικές περιστάσεις και περιπτώσεις;» «Ποιος δεσμεύει πόρους για την ακαδημαϊκή-επιστημονική ζωή, με τι κριτήρια, με τι προϋποθέσεις επιστημονικών προσανατολισμών και με ποια περιθώρια παρεμβάσεων στην επιστημονική κρίση και στην πανεπιστημιακή ζωή που στον σύγχρονο κόσμο υποτίθεται ότι συγκροτεί την ακαδημαϊκή ζωή;», και τα λοιπά συναφή και συναρτημένα.
Γνωρίζουμε ότι αυτά τα ερωτήματα δύσκολα απαντώνται καθότι σπάνια συζητούνται με ειλικρίνεια και ανιδιοτελώς. Αλλόκοτα, εν τούτοις, τα στα πιο πάνω ερωτήματα που αναγκαστικά ενυπάρχουν ως κύρια ερωτήματα στο υπόβαθρο όλων των συναφών συζητήσεων, συνήθως δίνονται συνθηματικές και αοριστολόγες απαντήσεις που υπηρετούν προπαγανδιστικές ανάγκες της στιγμής και την εκπλήρωση στιγμιαίας σημασίας ποικιλόμορφων αξιώσεων ισχύος όλων των επιπέδων, του ατομικού, κρατικού (ή απλά κυβερνητικού) και του διεθνούς επιπέδου. Έτσι, αντί επιχειρημάτων συχνά έχουμε ηχηρές σαπουνόφουσκες και διάλογο κωφών.
Η ακαδημαϊκή-επιστημονική ζωή γίνεται έτσι, παρακολούθημα της ενδοκρατικής και διακρατικής διαπάλης. Αν θέλουμε να σκεπτόμαστε, να λειτουργούμε και να αποφασίζουμε λογικά και ορθολογιστικά, απαιτείται απάντηση στο καίριο ερώτημα: Μπορεί ή δεν μπορεί η ακαδημαϊκή-επιστημονική ζωή να είναι ανεξάρτητη. Ανάλογα με την απάντηση ορίζεται ο σκοπός, η δομή, η λειτουργία και οι πρακτικές προσεγγίσεις.
Ας διευκρινίσω ότι προσωπικά δεν έχω αποκρυσταλλώσει μια οριστική απάντηση. Πλην κανένα δίλημμα και καμιά αμφιταλάντευση δεν υπάρχει για την συντρέχουσα κατάσταση στα ελληνικά ΑΕΙ: Δεν συντρέχει καμιά απολύτως έκτακτη ανάγκη εξαναγκαστικής και μέσω καλοκαιρινής ραστώνης αποδόμηση της ελληνικής ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας που παρά τις φοβερές αντιξοότητες εκπληρώνει ένα μεγάλο φάσμα σκοπών που αφορούν την μόρφωση και εκπαίδευση των ελλήνων.

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω εκτιμώ αντικειμενικών κριτηρίων και υιοθετώντας προγραμματικά την άποψη ότι η επιστήμη απαιτείται να έχει ένα σταθερό προσανατολισμό θεμελιωμένο σε κλασικές και πάγιες αρχές ακαδημαϊκών και επιστημονικών κωδίκων, μπορούμε να περιγράψουμε τον «σκοπό» των πανεπιστημίων και της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας. Μεταξύ άλλων που θα μπορούσαν να αναφερθούν, καταγράφω τα εξής διαμορφωτικά κριτήρια και παράγοντες μιας ακαδημαϊκά-επιστημονικά σωστά προσανατολισμένης φοράς κίνησης κάθε επιστημονικού-ακαδημαϊκού χώρου:
i) Αέναη αναζήτηση της αλήθειας στην βάση διαχρονικών ακαδημαϊκών και δεοντολογικών κριτηρίων επιστημονικής αντικειμενικότητας.
ii) Καλλιέργεια γνωστικών πεδίων που συντελούν στην πνευματική ανάπτυξη της κοινωνίας που δεσμεύει πόρους για αυτά τα πανεπιστήμια αλλά και πέραν αυτής. Η μόρφωση των φοιτητών και των πολιτών ανθρώπων με την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας και ανάπτυξής τους, είναι καίρια και αξονική.
iii) Διατύπωση επιστημονικών κρίσεων σε όλα τα επίπεδα συμμετοχής ενός πανεπιστημιακού οι οποίες θα στηρίζονται σε στέρεους κώδικες δεοντολογίας και αντικειμενικότητας. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι προϋπόθεση τέτοιου είδους κρίσεων και όσοι βρέθηκαν σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του κόσμου το γνωρίζουν.
iv) Υψηλή κατάρτιση των φοιτητών σε σπουδαία γνωστικά πεδία μεγάλης επιστημονικής και γι’ αυτό μεγάλης κοινωνικοπρακτικής σημασίας, κάτι που δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη στενόμυαλα ωφελιμιστικά κριτήρια που παραβιάζουν την αισθητική και το περιβάλλον.
v) Καλώς νοούμενη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής (αν γι’ αυτή μιλάμε) επιστήμης με ουσιαστικούς και εξειδικευμένους όρους και όχι με αοριστολογίες, με γενικεύσεις κενές νοήματος ή περιεχομένου και με χυδαίους κοντόφθαλμους ωφελιμιστικούς όρους που εξυπηρετούν ζημιογόνους ιδιοτελείς ατομικούς σκοπούς ή άλλες ιδιοτέλειες ομάδων, κρατών και συμμαχιών.
vi) Διαρκής σύνδεση και όσμωση-συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, με τους ενδιαφερόμενους ιδιωτικούς φορείς, με άλλα πανεπιστήμια της Ελλάδας (αν γι’ αυτή μιλάμε) και του εξωτερικού και με την αγορά εργασίας σε τομείς συμπληρωματικούς της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Κύριο ζήτημα που τίθεται εδώ, όπως είναι φυσικό, είναι η διαφύλαξη της αυτοτέλειας και της αντικειμενικότητας των επιστημολογικών επιλογών και των επιστημονικών κρίσεων και εκτιμήσεων. Έτσι μόνο διασφαλίζεται το αντικειμενικά βέλτιστο στα πεδία της επιστήμης, της οικονομίας και της πνευματικής καλλιέργειας.
Έτσι νοούμενη η επιστήμη και η «επιστημονική ζωή», πιστεύουμε ότι τίθεται θετικά και γόνιμα ως προς ζητήματα που αφορούν την «αποτελεσματικότητα», των «κοινωνική ωφέλεια», την «κοινωνική πρόοδο», την «οικονομική ανάπτυξη», την «τεχνολογική ανάπτυξη» και άλλα ζητήματα που συναρτώνται με κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να προσδιοριστούν με όρους ιδιωτείας, γνωμών και δοξασιών. Προσδιορίζονται και επικυρώνονται στα πεδία των επιστημονικών ιδρυμάτων και των πολιτειακών σχέσεων με δημοκρατικούς όμως όρους και όχι στην βάση της αντί-δημοκρατικής λογικής: «Επίβαλέ το καλοκαίρι όταν οι ενδιαφερόμενοι απουσιάζουν και δεν θα οργανώσουν την στάση τους και τις θέσεις τους».

Αυτονόητα, λέγοντας τα πιο πάνω, αναφερόμαστε σε τρεις κατηγορίες επιστημόνων:
Πρώτον, τους ασκητικούς στοχαστές που τίποτα δεν τους δεσμεύει και που βασικά είναι θεσμικά ανέντακτοι.
Δεύτερον, ιδιωτική πλην πολιτειακά οροθετημένη Ανώτατη εκπαίδευση που στην Ελλάδα δεν υπάρχει και όπου υπάρχει εντάσσεται σε συγκεκριμένη κατά περίπτωση πολιτειακή εμπειρία που διαμορφώνει την ετερότητα κάθε πανεπιστημίου και της επιστημονικής κοινότητας κάθε χώρας (βλ. πιο κάτω).
Τρίτον, την δημόσια Ανώτατη Εκπαίδευση που λειτουργεί αντλώντας σπάνιους κοινωνικούς πόρους.
Στην τελευταία περίπτωση, θεωρώ τους προαναφερθέντες ορισμούς της επιστήμης ως αυτονόητα δεδομένους και ασυμβίβαστα αδιαπραγμάτευτους. Όσον αφορά την πλήρη και ανόθευτη ακαδημαϊκή ανεξαρτησία η κοινωνία και η πολιτεία δεν έχει παρά να εμπιστευτεί τα πλέον καταρτισμένα στελέχη της αφήνοντάς τα ακαδημαϊκά-επιστημονικά ελεύθερα και προσδοκώντας ότι «ωφέλεια», «αποτελεσματικότητα» και τα λοιπά, απορρέουν φυσιολογικά και αυτονόητα.
Αν μια τέτοια εμπιστοσύνη δεν τους αξίζει –και πως προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα, μήπως οχλοκρατικά και προπαγανδιστικά ή κρίνοντας μεμονωμένες προσωπικές εμπειρίες;– η συζήτηση θα πρέπει να τεθεί σε πολύ διαφορετική βάση: Έλλειμμα εμπιστοσύνης στους ακαδημαϊκούς σημαίνει είτε κατασταλτική κρατική εποπτεία που διασφαλίζει εκπλήρωση των πολιτειακών σκοπών (και πάλιν: Τι σόι πανεπιστήμια θα είναι αυτά στερούμενα ακαδημαϊκής ελευθερίας;) είτε αποκλειστικά ιδιωτικά. Μεσοβέζικες προσεγγίσεις δεν υπάρχουν. Σε χώρες που πολλοί συχνά αναφέρουν ως παράδειγμα δεν έχουμε μεσοβέζικες λύσεις αλλά μακρόχρονα σμιλευμένες και συχνά εξεζητημένες δομές που κατανέμονται στο δημόσιο τομέα, στον ιδιωτικό τομέα και στον (συχνά συνεργαζόμενο με αμφότερα) διεθνικό τομέα.

Δεν είμαστε βέβαια και αιθεροβάμονες: Σε ένα ιδιωτικοποιημένο κόσμο –για τους έχοντες αμφιβολία ας μελετήσουν τον ρόλο και την διαδρομή των χρηματοοικονομικών δρώντων ως αιτίων της συντρέχουσας διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης– όπου αενάως πλην αδιέξοδα αναζητεί την χρυσή τομή μεταξύ ατομικής, κρατικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής οργάνωσης αντιπαραθέτοντας κάθετα διαφορετικά πρότυπα κοινωνικής δικαιοσύνης απροσμέτρητης ποικιλομορφίας, η ιδιωτεία πρυτανεύει.
Το κέρδος υπερτίθεται των ανθρωποκεντρικών αρχών του διαχρονικού πολιτικού πολιτισμού, χειραγωγείται η ευημερία στην βάση κατασκευασμένων καταναλωτικών προτύπων εις βάρος της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, ο ατομισμός αν όχι ο φιλοτομαρισμός εξιδανικεύεται ως προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης, η ιδιοτέλεια καθιερώνεται ακόμη και πολιτειακά ως το θεμελιώδες υπόγειο κριτήριο των δια-ατομικών και διακρατικών συναλλαγών και συχνά η πρόοδος και η ανάπτυξη νοηματοδοτούνται εις βάρος της κοινωνικής δικαιοσύνης, της διαφύλαξης του περιβάλλοντος, της υγείας των ανθρώπων και της ειρήνης.
Αυτά και άλλα μεγάλα ζητήματα δομής, λειτουργιών, φυσιογνωμίας και προσανατολισμών των σύγχρονων μεταμοντέρνων-αστικοποιημένων κοινωνικοπολιτικών συστημάτων της μαζικοπαραγωγικής, μαζικοκαταναλωτικής, πλανητικοποιημένης (πλανητικοποιημένης και όχι πολιτικά παγκοσμιοποιημένης όπως συχνά υπονοείται) και ηγεμονοκρατούμενης (και ενίοτε ακόμη πιο βάρβαρα διεθνικο-κρατούμενης) ιστορικής φάσης, αν και αφορούν εμμέσως την συζήτησή μας, δεν θα τα εξαντλήσουμε εδώ. Μόνο υπαινισσόμαστε φαινόμενα που είναι παγκοίνως γνωστά. Συνδέονται εν τούτοις με το ζήτημα του «τι πανεπιστήμια θέλουμε» και κυρίως αν θα είναι ιδιωτικά ή δημόσια, κρατικά ή διεθνή και διεθνικά ή ένα πολυφυές σύστημα που θα συμπεριλαμβάνει τα πάντα.
Στο σημείο αυτό τονίζουμε μόνο ότι, χωρίς τίποτα από όλα αυτά τα μεγάλα ζητήματα να έχει συζητηθεί, αποκρυσταλλωθεί και συμφωνηθεί, εν μέσω Αυγουστιάτικης ραστώνης επιχειρείται η αποδόμηση του δημόσιου πανεπιστημίου με επίκληση νεφελωδών κριτηρίων και παραγόντων που παραπέμπουν σε μια ενδόμυχη ιδεολογικοπολιτική επιθυμία ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης και εξοβελισμό της στο άγριο τοπίο της ιδιωτείας. Ακόμη χειρότερα, ακόμη και μικρό μέρος των προτεινομένων να εφαρμοστεί θα αποτελέσουν μεγάλα παράθυρα θεσμοθετημένων κομματικοπαραταξιακών παρεμβάσεων των εκάστοτε κυβερνώντων και διαβρώσεων ιδιωτών ενός καταμαρτυρούμενα ανοργάνωτου κρατικοεθνικού πολιτειακού συστήματος. Ήδη η άπληστη βουλιμία καιροφυλακτούντων δεν κρύβεται.
Το αναπόδραστο αποτέλεσμα των σπασμωδικών και δημοκρατικά ελλειμματικών «Αυγουστιάτικων αποφάσεων» θα επέλθει νομοτελειακά: Ποτέ δεν θα υπάρξει ιδιωτική ανώτατη παιδεία η οποία παρόμοια με πολλά αναπτυγμένα εθνοκράτη θα υπηρετήσει το κρατικοεθνικό σύστημα στο οποίο θα ανήκει –αλίμονο αν η πιθηκίζουσα νεοελληνική φαυλοκρατία-ιδιωτεία (συχνά ξενοκρατούμενη και σήμερα μνημονιακά υποδουλωμένη) με σπασμωδικές αποφάσεις που λήφθηκαν υπό πίεση μια καλοκαιρινή μέρα θέσει υπό τον έλεγχό της την μόρφωση, την κατάρτιση και την παιδεία–, ενώ ταυτόχρονα θα οδηγήσει στην αφάνεια το υπάρχον ελλειμματικό (για γνωστούς λόγους, όπως είπαμε) αλλά κινούμενο προς την σωστή φορά σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης.
Εν κατακλείδι, το ζήτημα της ιδιωτικής εκπαίδευσης υπό το πρίσμα των ισχυουσών προϋποθέσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είναι ένα ζήτημα που απαιτεί μεγάλη δημόσια συζήτηση και όχι βιασμό της θέλησης των άλλων «κατά την διάρκεια του Αυγούστου όταν όλοι θα λείπουν». Έλεος, τι εξευτελισμός τι κατάντια;
Το ζήτημα του χαρακτήρα, των προβλημάτων και των διορθωτικών βημάτων του ισχύοντος συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης το γνωρίζουν πολύ καλύτερα από κάθε άλλο οι έλληνες ακαδημαϊκοί από τους οποίους και θα μπορούσαν να εκπορευτούν μεταρρυθμιστικές προτάσεις ειδικού ή γενικότερου χαρακτήρα (που συμπεριλαμβάνει, ασφαλώς, διόρθωση ανωμαλιών που προκάλεσε ο νόμος του 1981 ως προς την οποία ο καθείς έγραψε την δική του ιστορία και γι’ αυτό απαιτείται προσοχή όταν γίνεται αναφορά σε αυτόν).
Ούτε το ένα γίνεται ούτε το άλλο. Μας παρασύρει ένας εξευτελιστικός για τον πολιτισμό μας μνημονιακός παροξυσμός που συνοδεύεται από ιδεολογικοπολιτικές κορώνες, σπασμωδικές κινήσεις και αποφάσεις, ξέσπασμα προσωπικών παραπόνων και απόλυτη παράκαμψη των βασικών και ουσιωδών ερωτημάτων για τον χαρακτήρα και την φυσιογνωμία των ανώτατων ιδρυμάτων. Χαρακτηριστικά νεοελληνικό.

6. H τυπολογία των δύο αντίθετων πόλων, επιστήμη και η κρατικοεθνική διαδρομή του μοντερνισμού

Θα επιχειρήσουμε τώρα να δούμε την φορά κίνησης υπό το πρίσμα του ερωτήματος «τι πανεπιστήμια θέλουμε και του τι ισχύει στον υπόλοιπο κόσμο». Εναλλασσόμενοι μεταξύ των δύο αντίθετων πόλων, μπορούμε να περιγράψουμε την τυπολογία των προϋποθέσεων του βέλτιστου και αντίστοιχα του χείριστου των ζητημάτων που τέθηκαν πιο πάνω.
Εκατέρωθεν, οι δύο αντίθετοι πόλοι ενσαρκώνουν δύο διαφορετικές νοηματοδοτήσεις της επιστήμης και των κριτηρίων της ακαδημαϊκής ζωής. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η φορά κίνησης ενός επιστήμονα-ακαδημαϊκού, ενός πανεπιστημίου και ενός Τμήματος προσανατολίζεται με φορά κίνησης προς τον ένα ή προς τον άλλο πόλο.
Υπό αυτό το πρίσμα χωρούν όλες οι κριτικές φτάνει, όπως είπαμε, να αποκρυσταλλώνουν βάσιμα συμπεράσματα, αφενός για την πραγματική φορά κίνησης και αφετέρου για το κατά πόσο ο μέσος όρος των ισχυουσών προϋποθέσεων και συμπεριφορών ανά πάσα στιγμή ισορροπούν σε σημείο που εκπληρώνουν τον «σκοπό» του ακαδημαϊκού λειτουργήματος.

Στο πρώτο πόλο του προαναφερθέντος εκκρεμούς βρίσκεται η επιστήμη που είναι καθολικά κρατικοπολιτικά και ιδεολογικοπολιτικά ενταγμένη και συνειδητά ή ανεπίγνωστα στρατευμένη στις αξιώσεις ισχύος της ενδοκρατικής ζωής και του διακρατικού ανταγωνισμού ή της ιδιωτείας των διεθνικών δρώντων (που και αυτοί συνήθως, πχ Σόρος ή Γκιουλέν, συναλλάσσονται με τον ένα ή άλλο κρατικό δρώντα). Τα «πάντα» ή σχεδόν τα πάντα, προσδιορίζονται και προσανατολίζονται προς εκλογικεύσεις που εκπληρώνουν αυτές τις αξιώσεις ισχύος και όχι, κατ’ ανάγκη, την αντικειμενικά διερευνημένη και επιστημονικά προσδιορισμένη «αλήθεια».
Ακόμη και αν συμβατικά και τεχνικά θεωρηθεί πετυχημένη και «αποτελεσματική», η κατάληξή της ίσαμε τις ακραίες λογικές συνέπειές της είναι τα πνευματικά και ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα που καταμαρτυρούν οι ηγεμονομαχίες, οι δικτατορίες, οι γενοκτονίες, οι εθνοκαθάρσεις, κτλ, τα οποία η «επιστήμη» συχνά πυκνά και δουλικά υπηρετεί τόσο στα πεδία των ιδεών όσο και στους στενά νοούμενους τεχνικούς-τεχνολογικούς τομείς.
Αυτά καταμαρτυρούνται στην καθημερινή αδίστακτη –και υπό τις περιστάσεις του κόσμου που περιγράψαμε στην προηγούμενη ενότητα χωρίς τύψεις συνείδησης– στάση και συμπεριφορά ατόμων, κρατών και διεθνικών δρώντων. Η ιδιωτεία όταν κυριαρχεί εκτοπίζοντας το Πολιτικό γεγονός, εξάλλου, είναι ο αντίποδας του πολιτικού πολιτισμού κλασικά νοούμενου ή οποιουδήποτε άλλου πολιτισμού στο κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό πεδίο.
Ίσαμε τις λογικές απολήξεις της λογικής της συνειδητής επιστράτευσης και της συνειδητής ιδιωτείας βρίσκεται η χείριστη και πλέον ζημιογόνα κατάσταση με την οποία οι έννοιες της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και της επιστημονικής αντικειμενικότητας είναι ασύμβατες.
Όταν ένα πανεπιστήμιο καταστεί άντρο ιδιωτικής ιδιοτέλειας και ιδιωτείας δεν συνιστά ακαδημαϊκό θεσμό. Δίνοντας μια παρεμφερή απόχρωση και μιλώντας επικινδύνως λέμε, επίσης: «Όταν ένα πανεπιστήμιο μιας χώρας, ιδιωτικό ή δημόσιο, καταστεί εργαλείο των κρατικών μηχανισμών δεν συνιστά, επίσης, ακαδημαϊκό θεσμό». Το αξιολογικό ζήτημα που εμπεριέχεται στις φράσεις «δημόσιο συμφέρον» και «εθνικό συμφέρον» δεν απαντάται σε ένα ακαδημαϊκό κείμενο όπως το παρόν. Περιγραφικά, μιλώντας, βεβαίως, είμαστε υποψιασμένοι για το γεγονός ότι διαφορετικά τίθεται ένα τέτοιο ζήτημα σε ένα ηγεμονικό κράτος και σε ένα μικρό, διαρκώς απειλούμενο και διαρκώς αμυνόμενο μικρότερο κράτος.
Πάντα περιγραφικά μιλώντας, εξ αντικειμένου, στα αναπτυγμένα κράτη με την έννοια της «αποτελεσματικής» κρατικοεθνικής οργάνωσης, οι πολιτειακοί θεσμοί έχουν κάθε συμφέρον να ορίσουν το πλαίσιο το οποίο ευθέως ή εξεζητημένα δημιουργεί «επιστημονικούς» θεσμούς που εξυπηρετούν το εθνικό συμφέρον και την εθνική στρατηγική. Αυτός είναι και ο λόγος, εξάλλου, που αναπτυγμένα κράτη, τηρώντας τουλάχιστον τα προσχήματα, προτάσσουν πολύ αυστηρές προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που μέχρι σήμερα το ζήτημα αυτό στην Ελλάδα έχει αντιμετωπιστεί με επιφυλακτικότητα και αρνητικά:
Η σχέση πανεπιστημιακής οργάνωσης ιδιωτικού versus δημόσιου πανεπιστημίου και vise versa, και των πολιτειακών προϋποθέσεων και κρατικών ή ιδιωτικών συμφερόντων που αφορά η ανώτατη εκπαίδευση, είναι ένα ζήτημα με πολλά εσωτερικά λεπτά και πολιτικοοικονομικά ευαίσθητα σύνορα. Η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, ακριβώς, διαρκώς σχοινοβατεί πάνω σε αυτά τα λεπτά σύνορα (και μιλώ για τα αναπτυγμένα και θεσμικά αναπτυγμένα κράτη).
Σε αυτό τον απροσμέτρητης ποικιλομορφίας ακαδημαϊκά-επιστημονικά κόσμο που εξ αντικειμένου σχετίζεται με τις πολιτειακές δομές, τα ιδιωτικά συμφέροντα και την διεθνή πολιτική, υπεραπλουστεύσεις δεν χωρούν. Και όμως, πάνω σε ευθύγραμμες και αλματωδώς αιτιολογημένες υπεραπλουστεύσεις είναι που στηρίχθηκε και προτάθηκε η μεταρρύθμιση των ελληνικών ανώτατων θεσμών.
Ελληνικών θεσμών ανώτατης εκπαίδευσης που βρίσκονται κάπου στο ενδιάμεσο των διεθνών πρακτικών, πλην είναι προικισμένοι με τη σταθερότερη αξία και το πολυτιμότερο αγαθό, την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, η οποία σωστά νοούμενα στο εσωτερικό της πανεπιστημιακής ζωής δύναται να εκπληρώσουν κάθε θεμιτή προσδοκία της πολιτείας, της κοινωνίας και της επιστήμης ευρύτερα και οικουμενικά νοούμενης. Από αυτή την άποψη, η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση είναι σωστά προσανατολισμένη και θετικά προνομιούχα και αυτά τα προνόμια είναι που επιχειρείται να εξαλειφτούν.

Για τους πιο πάνω και άλλους συναφείς λόγους, άλματα συλλογισμών και ευθύγραμμες υπεραπλουστεύσεις για την δομή, το καθεστώς και τους προσανατολισμούς της ανώτατης εκπαίδευσης δεν χωρούν. Το καθεστώς που ισχύει μετά το 1981, εξάλλου, αν και πολλοί θα συμφωνούσαμε ότι προσφέρεται για πολύ αυστηρή κριτική, οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις είναι επιστημονικές-ακαδημαϊκές και δεοντολογικές και απαιτείται να προταθούν από όσους τις γνωρίζουν καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο, δηλαδή τους πανεπιστημιακούς.
Ο παρόν διάλογος για την μεταρρύθμιση των ΑΕΙ όπως άρχισε και όπως εξελίχθηκε μέσα στην δημόσια σφαίρα και η άναρχη συμπλοκή με αυτό πολλών πανεπιστημιακών είναι ελλειμματικά θεμελιωμένος και λανθασμένα προσανατολισμένος, ενώ δεν θίγει τα κύρια επιστημονικά ζητήματα.
Σε κάθε περίπτωση, ο διάλογος αυτός στρεβλώθηκε προγραμματικά καθότι στήθηκε σε αναφορά με κάποιες μυστήριες και ανύπαρκτες ξένες πρακτικές και κάποιες θολές γενικεύσεις περί «αποτελεσματικότητας», σύνδεση με την αγορά κτλ, που δεν στοιχειοθετούν ουσιαστικά επιχειρήματα μιας σοβαρής συζήτησης. Μια συζήτηση για τα ΑΕΙ δεν μπορεί να στηρίζεται πάνω σε παγερούς επιστημονικοφανείς, σοβαροφανείς και ακαδημαϊκά γραββατομένους καθωσπρεπισμούς που επισκιάζουν το υπό συζήτηση ζήτημα.
Στον απέραντο κόσμο αναρίθμητων πανεπιστημίων ποιοτικών βαθμίδων που αρχίζουν από το 0 μέχρι το 100 και σε όλες τις περιπτώσεις χαρακτηριζόμενων από ετερογένεια, ανομοιογένεια και ετερότητα, οι υποστηρικτές της αιφνίδιας και ιεραποστολικά μεθοδευμένης «ανατροπής» στην Ελλάδα δεν έχουν οτιδήποτε να μας πουν παρά μόνο κάποιες θολές και στείρες γενικόλογες υπεραπλουστεύσεις.

7. Μοντερνισμός, κρατικοεθνικισμός και πανεπιστήμια.

Πιο πάνω και στο προηγούμενο σημείωμα, υποστηρίξαμε ότι κάθε Τμήμα, κάθε πανεπιστήμιο και κάθε επιστημονική κοινότητα κάθε χώρας χαρακτηρίζεται από βαθύτατη ετερότητα συνθέτοντας ένα διαφοροποιημένο, ετερογενές και ανομοιογενές επιστημονικό-ακαδημαϊκό περιβάλλον. Γι’ αυτό εξισώσεις και εξομοιώσεις είναι θανατηφόρα λανθασμένες.
Μολαταύτα, στο πεδίο της σύγχρονης διαδρομής των κρατών και των πανεπιστημίων κανείς μπορεί να ανιχνεύσει γενικότερες τάσεις που συνθέτουν τις κύριες ιδιότητες αυτής της ανομοιομορφίας. Όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε: Εδώ και μήνες ακούμε μια θολή, νεφελώδη και γενικόλογη συνάρτηση με κάποιες μυστήριες «διεθνείς πρακτικές», ιδιαίτερα αυτές της Δύσεως. Μερικές καίριες παρατηρήσεις ίσως βοηθούν την συγκρότηση ενός πιο λογικού και ορθολογιστικού διαλόγου.
Πρώτον, εξ αντικειμένου, σε κάθε χώρα η συγκρότηση και διαμόρφωση των πανεπιστημιακών δομών παρακολούθησε την αντιθετική και αμφιλεγόμενη πορεία του κάθε ενός κράτους ξεχωριστά. «Διεθνείς πρακτικές» πανομοιότυπες και καθολικές μόνο σε φαντασιόπληκτους ελληνικούς εγκέφαλους βρίσκονται.
Δεύτερον, λίγο πολύ και για διαφορετικούς λόγους για κάθε περίπτωση η ανώτατη μόρφωση ολοκληρώθηκε οργανικά μέσα στην κρατικοεθνική δομή κάθε χώρας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της διαδρομής, της διαμόρφωσης και των αναγκών κάθε κράτους.
Τρίτον, η επιστημονική και ακαδημαϊκή συγκρότηση με τον ένα ή άλλο τρόπο και εμμέσως ή άμεσα και ρητά ή άρρητα συνδέθηκε με τα συμφέροντα κάθε χώρας, τις προτεραιότητές της και τις στρατηγικές της.
Τέταρτον, η ακαδημαϊκή συγκρότηση τους τελευταίους αιώνες που ορίζει και οριοθετεί το σύγχρονο πανεπιστημιακό τοπίο είναι εξόχως αντιφατική. Μερικοί ακαδημαϊκοί θεσμοί ιδρύθηκαν για να υπηρετήσουν κρατικούς σκοπούς άλλοι για να υπηρετήσουν την αντί-Θεοκρατική πάλη. Αφετηριακή λογική μερικών άλλων ήταν η αντίσταση στον μετά-Μεσαιωνικό δεσποτισμό και αργότερα στον κρατικισμό. Αμφίπλευρα μερικοί ακαδημαϊκοί θεσμοί γεννήθηκαν μέσα από ιδιωτικές πρωτοβουλίες και η φυσιογνωμία τους παρακολούθησε αν όχι ενσωματώθηκε στην δυναμική πορεία των ιστορικών φάσεων ηγεμονίες, αστική εποχή κα αστικοφιλελεύθερη εποχή. Τον 19ο και 20ο αιώνα όλα μπήκαν μέσα στον μύλο των παγκοσμίων πολέμων και της ύστερης επίπλαστης ηγεμονομαχίας Ηνωμένων Πολιτειών και πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την διάρκεια αυτής της ταραχώδους διαδρομής σε Ανατολή και Δύση τα πανεπιστήμια συμπλέχθηκαν με κρατικά συμφέροντα, συμμαχικούς σκοπούς και ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες. Βασικά, η φορά κίνησης και αν μπορεί να ανιχνευθεί μια κυρίαρχη φορά κίνησης, υποδηλώνει μια σταδιακή αλλά οργανικά ολοκληρωμένη και ενσωματωμένη –συνειδητή ή ανεπίγνωστη ή εξεζητημένα καταναγκαστική, είναι αδιάφορο– εξυπηρέτηση της «λογικής της κρατικής συνοχής» που κυριάρχησε τον 19ο και 20ο αιώνα σε Ανατολή και Δύση. Ο κρατικοεθνικός σκοπός είναι ο άξονας και μόνο κατ’ εξαίρεση ή κατ’ επίφαση άλλοι σκοποί. Και αυτή είναι μια αντικειμενική περιγραφή και όχι μια αξιολογική παρατήρηση.
Φυσικά, αντικρούοντας προγραμματικά κάθε κακόπιστη κριτική, υπογραμμίζουμε ότι αναφέροντας τα πιο πάνω δεν προσδιορίζουμε απόλυτα φαινόμενα αλλά φορά κίνησης στα τρία επίπεδα ανάλυσης, του ατόμου, του κράτους και της διεθνούς πολιτικής, που εξελίσσονται δυναμικά δημιουργώντας μακραίωνα διαμορφωμένες τάσεις των οποίων η σημερινή κατάσταση είναι η ύστερη αποκρυστάλλωση. Σίγουρα, ιδιαίτερα μετά τον 17ο αιώνα και υπό τις ιστορικές περιστάσεις κυριαρχίας των μοντερνιστικών ρευμάτων –φιλελευθερισμού, αστικοφιλελευθερισμού, κομμουνισμού, φασισμού–, όπως και τα νήπια γνωρίζουν, οι κρατικές διαδρομές και οι συναρτημένες με αυτές εκπαιδευτικές πολιτικές επηρεάστηκαν διαφοροποιημένα συνθέτοντας το σημερινό διαφοροποιημένο πολιτειακό και πανεπιστημιακό περιβάλλον. Είναι αυτό το περιβάλλον το οποίο, εν τούτοις, ο δημόσιος διάλογος εμφανίζει ως πανομοιότυπο και ενταγμένο κάτω από την μυστήρια συνταγή «διεθνείς πρακτικές».
Τώρα, επειδή έγινε λόγος και για «ευρωπαϊκές πρακτικές», αποτελεί ύβρη αν ειπωθεί ότι κάποιες γραφειοκρατικές και τεχνοκρατικές συνάξεις παρήγαγαν υποχρεωτικά πρότυπα δομής, λειτουργίας, προσανατολισμών και φυσιογνωμίας της εκπαίδευσης, της μόρφωσης, της κατάρτισης και της παιδείας ευρύτερα. Μια τέτοια επίκληση, επιπλέον, είναι και ιλαροτραγική, την στιγμή που επίπλαστοι τεχνοκρατικοί θεσμοί των Βρυξελλών είτε θα προσαρμοστούν στην εθνοκρατοκεντρική ευρωπαϊκή δομή ή θα εξαφανιστούν για να προκύψει κάτι καινούργιο ορθολογιστικό και λογικό.

Θεωρώ άσκοπο να αρχίσω μια ατέρμονη συζήτηση για τις βαθύτερες διαμορφωτικές επιρροές των πιο πάνω διαδρομών της ηγεμονικής, αποικιακής και μετά-αποικιακής εποχής. Για παράδειγμα, το πώς επηρεάστηκε η πανεπιστημιακή δομή και οι προσανατολισμοί σε κάθε χώρα, για παράδειγμα στην μετααποικιακή Μεγάλη Βρετανία, στις ΗΠΑ μετά την Επανάσταση, παγκοσμίως λόγω κυριαρχίας του φιλελευθερισμού και αστικοφιλελευθερισμού στην Δύση, εξίσου παγκοσμίως λόγω Ρωσικής Επανάστασης του 1917 και σε Ανατολή και Δύση λόγω της διφυούς πλανητικής ιδεολογικής σύγκρουσης του 20ου αιώνα. Απλά λέω το αυτονόητο και πασίδηλο, ότι δηλαδή όλα και συμπλεκόμενα επηρέασαν εκατομμύρια επιστήμονες ή «επιστήμονες» επιστρατεύοντάς τους συνειδητά ή ανεπίγνωστα στις ατέρμονες και επί αιώνες διαμάχες του μετά-Μεσαιωνικού κόσμου που διαμόρφωσε όπως ήδη τονίσαμε τα σύγχρονα κράτη.
Αυτό που έχει σημασία για την συζήτησή μας, είναι ότι η θεμελίωση μεταρρύθμισης των ελληνικών πανεπιστημίων στην βάση θολών, ευθύγραμμων και υπεραπλουστευτικών γενικεύσεων μυστηριώδους ουσιαστικού περιεχομένου δεν τιμά την Ελλάδα, τις συζητήσεις στην ελληνική δημόσια σφαίρα και όσους έλληνες πανεπιστημιακούς συνηγορούν με εσπευσμένες καλοκαιρινές ανατροπές που γίνονται κυριολεκτικά στο πόδι, πλην, είναι βαθύτατων προεκτάσεων.
Υπογραμμίζω μόνο καταληκτικά ότι στην προαναφερθείσα ταραχώδη μετά-Βυζαντινή και μετά-Μεσαιωνική διαδρομή συμπλέχθηκαν δυναμικά και άρρηκτα, αδιαχώριστα και διαμορφωτικά φαινόμενα όπως ο ηγεμονισμός, η αποικιοκρατία, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, ο διεθνισμός και ο κρατικοεθνικισμός ως άξονας θεμελίωσης του σύγχρονου πλήρους προβλημάτων εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Καλά κάνουμε, όμως, για να φωτίσουμε μερικές ακόμη πτυχές, να σταθούμε τώρα σε αυτό το εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα.

Αυτό το εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα που συγκροτήθηκε στην τελική σχεδόν μορφή του –και που επικυρώθηκε πανηγυρικά και οικουμενικά ομόφωνα ως τέτοιο από διεθνείς συμβάσεις όπως η Κοινωνία των Εθνών και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών– αποκρυστάλλωσε μεν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πλην δεν ήταν ορατά από όλους παρά μόνο τις δεκαετίες του 1990 και 2000 (βέβαια, για όσους ζουν μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του παρωχημένου μοντερνισμού του νόθου τέκνου αυτής της εποχής, του μεταμοντερνισμού, δεν είναι ακόμη ορατά).
Συμπληρώνω με την αναγκαία και μη εξαιρετέα επισήμανση ότι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του εθνοκρατοκεντρικού συστήματος που αποκορυφώθηκαν στις μέρες μας, είναι ο διφυής του χαρακτήρας: Στην μια πλευρά η εθνικές κοινωνίες οι οποίες εν μέσω κακουχιών, ταραχωδών αναταράξεων και αμφίπλευρων ιδεολογικών επιρροών κατόρθωσαν να συγκροτήσουν τις υποκείμενες πολιτικές, πνευματικές, οικονομικές, νομικές και κάθε άλλου είδους ανθρωπολογίες, η κάθε μια ξεχωριστά και ιδιόμορφα, και στην άλλη πλευρά τα εξουσιαστικά ελίτ των έμμεσων αντιπροσωπεύσεων που στις μέρες μας τα βλέπουμε κατατρομαγμένα να διερωτώνται τι συμβαίνει γύρω τους.
Αν και οι κοινωνίες λοιπόν συγκρότησαν την πολιτική, οικονομική και κάθε άλλη πολιτειακή ανθρωπολογία, στο επίπεδο του εθνοκράτους της κάθε μιας κοινωνίας, πολλές αποφάσεις που λαμβάνονταν και που συνεχίζουν να λαμβάνονται μέσα στα εξουσιαστικά εποικοδομήματα της δυτικής έμμεσης αντιπροσώπευσης και των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, απομάκρυναν και διαίρεσαν το σύγχρονο εθνοκράτος.
Αυτό το εγγενές χαρακτηριστικό του σύγχρονου κράτους που ο καθείς πλέον αντιλαμβάνεται βλέποντας τους τεχνοκράτες της πολιτικής να συνομιλούν στις Βρυξέλλες ή στην Ουάσινγκτον –ο καθείς μπορεί σήμερα ανατρέχοντας σε μια μηχανή αναζήτησης του διαδικτύου να ανιχνεύσει τον ρόλο των διεθνικών χρηματοοικονομικών δρώντων, την φαυλοκρατική συμπλοκή τους με τις πολιτικές εξουσίες και τους διεθνείς θεσμούς και το γεγονός της ελλειμματικής διεθνούς διακυβέρνησης ως κύριο αιτίου των προβλημάτων μας–, αφορά καίρια την συζήτησή μας για τις σπασμωδικές ανατροπές στα ελληνικά ΑΕΙ των ζηλωτών μεταρρυθμίσεων.
Αυτό γιατί ενώ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο η διαίρεση κοινωνίας και εξουσίας και οι πλανητικές κοινωνικοπολιτικές ανασυντάξεις σείουν τον πλανήτη, τα ελληνικά ΑΕΙ σύρονται σε νεφελώδη και θολά τοπία υπό το κράτος της μνημονιακής λογικής που σαρώνει τους υπόλοιπους τομείς της ελληνικής κοινωνίας. Κανείς θα μπορούσε να αντιληφτεί τα αίτια της εφαρμογής των ποικιλόμορφα δεσμευτικών όρων του μνημονίου που η κυβέρνηση υπέγραψε πέρυσι.
Είναι ακατανόητος, όμως, ο ζήλος ανατροπών εκτός κάθε κοινωνικής, πολιτικής και διεθνούς πολιτικής λογικής! Δεν μπορούσαμε να συζητήσουμε αυτά τα πράγματα λίγο ακόμη; Δεν μπορούσε η Πολιτεία να αναμένει τους πανεπιστημιακούς να προσκομίσουν ένα συνολικό σχέδιο διορθωτικών μέτρων αντί να τους το προτάξει και να σπεύσει να το επιβάλει Αυγουστιάτικα; Όλα αυτά είναι ακατανόητα με λογικούς όρους, και ακόμη πιο ακατανόητη η παθιασμένη συνηγορία πανεπιστημιακών.
Εμείς εδώ, λοιπόν, στην Ελλάδα, αντί να δούμε με σοβαρότητα την ανώτατη μόρφωση στα πεδία της πνευματικής καλλιέργειας και της επαγγελματικής κατάρτισης υπό το πρίσμα των πλανητικών εξελίξεων οι οποίες εδώ και δεκαετίες σείουν τα θεμέλια όλων των κρατών, και εν μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης που καταλύει τα πάντα –με γνωστούς, επαναλαμβάνω, πολιτικούς υπεύθυνους–, ακούμε παραμιλητά για ανάγκη προσαρμογής μας σε κάποιες «διεθνείς πρακτικές» και «διεθνή πρότυπα». Η παρακμή, νομίζω, έχει πολλά πρόσωπα και πολλά προσωπεία. Όλα τώρα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αποκαλύπτονται.

Συνεχίζουμε με αυστηρά περιγραφικό και αξιολογικά ελεύθερο τρόπο για να υπογραμμίσουμε ότι το εθνοκρατοκεντρικό σύστημα όπως συγκροτήθηκε και διαμορφώθηκε τους τελευταίους αιώνες, απαιτούσε κατά κράτος γνώση και εκπαίδευση που συγκροτούν εύτακτες προϋποθέσεις πολιτειακού βίου, συγκρότηση στρατηγικών εθνικής ασφάλειας και σφυρηλάτηση νομιμοποιημένων ηθικοκανονιστικών δομών διακυβέρνησης.
Η επιστήμη υπό αυτές τις περιστάσεις και τηρουμένων των αναλογιών κάθε περίπτωσης και κάθε μεμονωμένης εξαίρεσης στο ιστορικό πλαίσιο που περιγράψαμε πιο πάνω, αναπόδραστα κινούνταν με φορά προσανατολισμένη στην εκπλήρωση των σκοπών κάθε κοινωνίας και του εθνοκράτους που την διασφάλιζε στον άναρχο και ηγεμονικά συγκρουόμενο κόσμο.
Σε ένα τέτοιο –θυελλώδες, όπως ξέρουμε, στην βάση στοιχειωδών ιστορικών γνώσεων– ιστορικό πλαίσιο, οι κρατούσες αντιλήψεις κοινωνικής δικαιοσύνης, ιεραρχιών και προτεραιοτήτων συναρτώνται με την υποκείμενη ανθρωπολογία της εκάστοτε κοινωνικής οντότητας, με το επίπεδο της οικονομικής και θεσμικής της ανάπτυξής και με τις ιστορικές της προϋποθέσεις όπως ιστορικά συγκροτήθηκαν και διαμορφώθηκαν και όπως πορεύονται και μεταλλάσσονται.
Για ευνόητους λόγους, δεν υπεισέρχομαι στο πεδίο της αντιπαράθεσης για το κατά πόσο η συγκρότηση αυτών των πολιτειακών προϋποθέσεων που διαμορφώνουν, νομιμοποιούν και συγκρατούν την ανεξάρτητη πολιτειακή ζωή συντελείται με «συμβόλαιο» μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας ή κατά πόσο η πολιτική ανθρωπολογία συγκροτείται σύμφωνα με κλασικές πρό-νεοτερικές προσεγγίσεις μέσα σε ένα Δήμο υπό συνθήκες άμεσης δημοκρατίας και ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας.
Σημασία έχει για την συζήτησή μας εδώ ότι η συγκρότηση των ηθικοκανονιστικών δομών στο εσωτερικό μιας πολιτείας σε αμφότερες τις περιπτώσεις, συντελείται με αντιπαράθεση αξιώσεων ισχύος, με την έννοια της αντιπαράθεσης διαφορετικών πολιτικών απαιτήσεων που αφορούν εναλλακτικούς κατ’ αλήθειαν τρόπους ζωής, τις συναφείς οργανωτικές δομές και το ανά πάσα στιγμή κυριαρχούν είδος διανεμητικής δικαιοσύνης (όπως διατυπώνεται ανά πάσα στιγμή στα Συντάγματα και στους νόμους, την ανεξαρτησία των οποίων επικυρώνουν οι υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών).
Αυτές οι αντιπαραθέσεις αξιώσεων ισχύος είναι όπως γνωρίζουμε σφοδρές, συχνά ανελέητες, οι ανακατανομές συμφερόντων συντελούνται στην βάση ιδιοτελών ιδιωτικών κριτηρίων και οι εμφύλιες συγκρούσεις δεν λείπουν. Ιδεατοί τόποι και ιδεατές πολιτείες, αναμφίβολα, δεν υπάρχουν. Όλα είναι «ανθρώπινα».
Μέσα στο συγκριτικά πρώιμο σύγχρονο διακρατικό σύστημα λογικά κανείς θα ανέμενε πολύ χειρότερα. Παραμένει το γεγονός –ξανά: αυτά γράφονται σε εξ αντικειμένου καθαρά περιγραφική-μη αξιολογική βάση– ότι στο σύγχρονο διεθνές σύστημα στο οποίο τα κράτη και οι θεσμοί τους λειτουργούν (συμπεριλαμβανομένων και των πανεπιστημιακών θεσμών) ανταγωνιστικά, όλοι λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη εθνικής ασφάλειας, την ανάγκη εθνικής ευημερίας και το γεγονός ότι όπως έγραψε κορυφαίος διεθνολόγος (E.H.Carr), όπως στο εσωτερικό ενός κράτους καθημερινά παραμονεύει η αλλαγή καθεστώτων και κυβερνήσεων, στην διεθνή πολιτική παραμονεύει ο πόλεμος και αυτό αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας κάθε πολιτείας.
Οι πανεπιστημιακοί θεσμοί παγκοσμίως έπλεαν και συνεχίζουν να πλέουν μέσα σε αυτό τον ωκεανό κρατικών, συμμαχικών και διεθνικών φαινομένων όπως εξελίσσονται και διαμορφώνονται δυναμικά και αστάθμητα. Ήδη αναφέραμε ότι από τον 17ο αιώνα ή και νωρίτερα η πανεπιστημιακή εκπαίδευση ήταν οργανικά συνδεδεμένη και ολοκληρωμένη και δυναμικά εξελισσόμενη με αυτά τα φαινόμενα συγκρότησης και διαμόρφωσης των κρατών και του εθνοκρατοκεντρικού συστήματος.
Απλουστεύσεις λοιπόν και ιδεολογικοπολιτική έπαρση και γνώμες ή δοξασίες δεν χωρούν αν θέλουμε να συζητάμε σοβαρά για τις «διεθνείς πρακτικές». Για τους πιο πάνω και άλλους συναφείς και συναρτημένους λόγους, μιλώντας γενικώς και αορίστως για «διεθνείς πρακτικές» στις οποίες οι έλληνες πανεπιστημιακοί καταναγκαστικά –αυτά τα φοβερά καλοκαιρινά νομοσχέδια που σαρώνουν κάθε πρόσχημα ή επίφαση δημοκρατίας– καλούνται να συμμορφωθούν, αποτελεί ύβρη κατά της λογικής και θέση ασύμβατη με ένα πολιτισμένο διάλογο επιχειρηματολογικά θεμελιωμένο. Ορθά αντιληπτές οι διεθνείς πρακτικές είναι πολλές, διαφορετικές για κάθε χώρα, για κάθε πανεπιστήμιο και για κάθε περίπτωση. Ως γενική κατηγορία είναι όρος ανύπαρκτος και ιλαροτραγικά προσχηματικός.

Συμπερασματικά, αν μια γενικότερη κατηγορία υπάρχει κοινή για πολλούς στο μυθοποιημένο εκτός Ελλάδας θολό παγκόσμιο πεδίο των παιδικών διεθνιστικών ασθενειών πολλών, είναι το γεγονός ότι η εκπαίδευση ως κανόνας παρά ως εξαίρεση είναι ολοκληρωμένη στην ενδοκρατική και διακρατική διαπάλη αντιθετικών αξιώσεων ισχύος. Επειδή δεν θέλουμε συζητώντας μαζί τους να περιπέσουμε στις απλουστεύσεις της αντίθετης άποψης, εισάγουμε την φορά κίνησης, την τυπολογία των δύο πόλων και την επισήμανση των πολλών αποχρώσεων και ειδοποιών διαφορών.
Στις ακραίες απολήξεις μιας τέτοιας εθνοκρατοκεντρικής διεθνούς δομής και ενδο-κρατικής διαπάλης υπό συνθήκες ελλειμματικής έμμεσης αντιπροσώπευσης, καλώς ή κακώς και σε κάθε περίπτωση εξ αντικειμένου, η πανεπιστημιακή μόρφωση διαμορφώνει τους παλαιστές των προαναφερθεισών αντιθετικών ενδοκρατικών και διακρατικών αξιώσεων ισχύος. «Αμάρτημα» των ελλήνων πανεπιστημιακών, εκτιμώ, είναι ότι υιοθετούν μια πιο ήπια στάση: Οι περισσότεροι στηριγμένοι σε πάγιες ακαδημαϊκές παραδόσεις και θεμελιώδεις κώδικες δεοντολογίας της επιστήμης επιδιώκουν μια αξιολογικά ελεύθερη και αντικειμενική εκπλήρωση του λειτουργήματός τους.
Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί επί της αρχής, λογικά δεν πρέπει να υπάρχει αντίρρηση ότι όταν ένα πανεπιστήμιο βρίσκεται στον ακραίο πόλο της στράτευσης και της επιστράτευσης που θολώνει την επιστημονική αντικειμενικότητα, οι ακαδημαϊκοί θεσμοί είναι συνειδητά ή ανεπίγνωστα υποχείρια των δρώντων στις ενδοκρατικές και διακρατικές αξιώσεις ισχύος η προς τα εκεί κινούνται. Μόνο κατ’ όνομα διαφέρουν από τα άλλα εργαλειακά μέσα που χρησιμοποιούνται στην ενδοκρατική και διακρατική διαπάλη.
Αν αυτό θέλουμε στην Ελλάδα να το πούμε ευθέως, με επιχειρηματολογική συνέπεια και με τιμιότητα. Γιατί ακόμη υπάρχουν ακόμη πολλοί έλληνες ελάχιστα ή διόλου αιθεροβάμονες και οι οποίοι δεν θεωρούν σκόπιμο να σπρώξουν την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση στον ακρότατο αυτό πόλο.
Πιστεύουν ακράδαντα και πολύ ρεαλιστικά πως μπορούν να στηριχθούν στην πάμπλουτη κλασική ακαδημαϊκή παράδοση για να επιτύχουν μια χρυσή τομή μεταξύ της οικουμενικής επιστήμης που εδράζεται πάνω σε πάγιους ακαδημαϊκούς και δεοντολογικούς κώδικες και της εθνοκρατικής ιδιότητάς τους. Και για όσους μονίμως παραπονούνται αντιτάσσουμε ότι το ελλειμματικό λόγω πολιτικών παρεμβάσεων ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα προς τα εκεί κινείται και πολλά έχει να επιδείξει ως προς αυτό (τόσο στον χώρο του πολιτικού στοχασμού όσο και στο τεχνικό-τεχνολογικό πεδίο). Και πάλιν: Η γενικόλογη δολοφονία του χαρακτήρα των ελλήνων ακαδημαϊκών είναι παντελώς απαράδεκτη.

Επανερχόμενοι στις γενικότερες τάσεις στο πλανητικό επίπεδο, η δομή πολλών πανεπιστημίων, η λειτουργία τους, η σύνθεσή τους, τα προγράμματα σπουδών και η κρατούσα αντίληψη περί «ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας», με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο είναι όλα ευθυγραμμισμένα με ιδιωτικές, κρατικές, συμμαχικές, ιδεολογικές ή άλλες αξιώσεις ισχύος.
Σκέφτομαι να πάω στο τάδε πανεπιστήμιο της Τουρκίας να διδάξω (γνωστή «προέκταση» των δραστηριοτήτων του περιβόητου ισλαμιστή Γκιουλέν), είπε πριν λίγο καιρό γνωστός μου. «Εκεί παίρνουν τόσα λεφτά», πρόσθεσε (πενταπλάσια του μισθού μας στην Ελλάδα). Μεταξύ σοβαρού και αστείου εισέπραξε: «Αν αισθάνεσαι μισθοφόρος και όχι ακαδημαϊκός πήγαινε!!».
Αυτές οι επισημάνσεις, τονίζω παρενθετικά για πολλοστή φορά κατά κάθε κακόπιστης κριτικής, είναι εξ αντικειμένου περιγραφικές και όχι αξιολογικές, καθότι σκοπός της συζήτησης όπως ειπώθηκε πιο πάνω είναι να δούμε το «είδος των πανεπιστημίων που «θέλουμε». Επίσης, για να δούμε «ποιοι και τι θέλουν» καθότι έτσι μόνο αποκρυσταλλώνονται οι σκοποί και οι θεσμικοί ή άλλοι προσανατολισμοί». Κάλεσμα να μιμηθούμε άκριτα μια ανύπαρκτη κατηγορία προτύπων και πρακτικών είναι αστείο πράγμα ακόμη και ως σκέψη.
Και συνεχίζω: Στον ακραίο πόλο των στρατεύσεων και επιστρατεύσεων στα πανεπιστήμια των περισσοτέρων κρατών του σύγχρονου κόσμου, η φράση «ακαδημαϊκή ανεξαρτησία» δεν είναι άγνωστη. Αντίθετα, επειδή είναι εξ ορισμού εξόχως ελλειμματική, για να επισκιαστεί αυτό το γεγονός η αναφορά σε αυτή πλεονάζει, χωρίς να αποκλείεται και το στήσιμο κάποιων νοερών πασαρέλων πάνω στις οποίες κορδωμένοι δράστες υποκειμενικότητας και ιδιοτέλειας πλην ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένοι, κηρύττουν ανύπαρκτα και υποκριτικά διατυπωμένα δόγματα πλουραλισμού, επιστημονικής ελευθερίας και επιστημονικής ουδετερότητας.
Όσοι περισσότεροι συσπειρώνονται κραυγάζοντας αυτάρεσκα πάνω σε αυτές τις πασαρέλες και όσο περισσότερα επικοινωνιακά μέσα διαθέτουν (ή κάποιοι τους διαθέτουν) τόσο πιο βαριά είναι η περιρρέουσα συμβατική ατμόσφαιρα και τόσο περισσότερο επισκιάζεται η αλήθεια για τους πραγματικούς σκοπούς και τους πραγματικούς πρακτικούς προσανατολισμούς της «επιστήμης» ή της επιστήμης. Έτσι νοούμενη η «ακαδημαϊκή ανεξαρτησία» είναι μια επίφαση και μια μεταμφίεση εκπλήρωσης αλλότριων σκοπών, κατά κανόνα κρατικών και ιδιωτικών.
Και πάλιν: Δεν το λέμε επιτιμητικά παρά μόνο το περιγράφουμε γιατί πρέπει μιλώντας για τόσο σοβαρά πράγματα να γνωρίζουμε τις τάσεις που ορίζουν τους κανόνες και όχι τις εξαιρέσεις. Αναμφίβολα, υπάρχει ο κανόνας αλλά και ατομικές ή και ομαδικές εξαιρέσεις ηρωικών προσκολλήσεων σε πάγιες ακαδημαϊκές αρχές αληθινής αξιολογικής ελευθερίας και σε πάγιους κώδικες δεοντολογίας της επιστήμης. Αυτοί συνήθως είναι και οι ταγοί της θεωρίας και της επιστήμης στους οποίους παραπέμπουν ή και τους οποίους αντιγράφει το υπόλοιπο «πλήθος». Για αυτούς τους λόγους είναι ένα πράγμα να θαυμάζεις την εξαίρεση και να περιγράφεις τον κανόνα και άλλο να αγνοείς τον κανόνα και να αποσιωπάς την εξαίρεση αναφερόμενος σε μυστηριώδη και ανύπαρκτα πράγματα (τις μυστήριες «ξένες πρακτικές»).

Αν και ίσως δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη, ο γράφων λογικότατα και ανθρώπινα είναι φορέας αξιολογικής άποψης ως προς αυτά τα ζητήματα, πλην την αφήνει κατά μέρος και τοποθετείται αυστηρά ακαδημαϊκά, καθότι θεσμικά ζητήματα δεν πρέπει να επηρεάζονται από δικές μας προσωπικές αξιολογικές θέσεις. Δυστυχώς όμως αυτό συχνά είναι ο κανένας και όχι η εξαίρεση.
Η θέση αρχής που υιοθετείται εδώ προσπαθώντας να προσκολληθούμε σε πάγιους ακαδημαϊκούς κώδικες και στην λογική, είναι η εξής: α) Η επιστήμη πρέπει να είναι ανεξάρτητη β) Στην Ελλάδα η επιστήμη μπορεί να είναι ανεξάρτητη, τόσο λόγω ακαδημαϊκών παραδόσεων και Συνταγματικής κατοχύρωσης όσο και εξ ανάγκης καθότι ακόμη και αν θελήσουμε να υπηρετήσουμε κατιτί πολιτειακό δεν υπάρχει για να το κάνουμε και γ) αποτελεί ιστορικής σημασίας πνευματικό αυτοχειριασμό αν ροκανίσουμε την ακαδημαϊκή μας ανεξαρτησία για να εισέλθουμε σε ένα θολό και άγνωστο τοπίο συγκυριακών φιλόδοξων και ευφάνταστων κατασκευαστών πανεπιστημιακών προσανατολισμών που παρακάμπτουν την ελληνική επιστημονική-ακαδημαϊκή κοινότητα.

Αυτών λεχθέντων και αν μερικοί παραπονιάρηδες μέμφονται την ακαδημαϊκή ελευθερία ως πηγή όλων των κακών, απαιτείται να γίνει κατανοητό ότι είναι ένα πράγμα η στράτευση της ανώτατης εκπαίδευσης στα κρατικοεθνικά συμφέροντα ανάλογα και αντίστοιχα με πρακτικές του εξωτερικού και άλλο η εξαέρωσή της ή χειρότερα η καθυπόταξή της στην ιδιωτεία, στην ιδιοτέλεια και στις πολιτικοπαραταξιακές κυμάνσεις και σκαμπανευάσματα, συχνά έξωθεν υποκινούμενα!! Η διάγνωση μιας ασθένειας όπως πολλοί κάνουν δεν αποτελεί λόγο αποτέφρωσης του ζωντανού ασθενούς.

Ερχόμαστε τώρα στον δεύτερο πόλο της αποληκτικής τροχιάς του εκκρεμούς μια αντίθετης φοράς κίνησης.
Εκεί βρίσκεται η ελεύθερη, ανεξάρτητη, αδέσμευτη, αντικειμενική και δεοντολογικά προσκολλημένη επιστήμη που εκπληρώνει σκοπούς όπως αυτοί που αναφέρθηκαν πιο πάνω, στην προηγούμενη ενότητα. Ιδεατά, απαιτεί απόλυτη ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, απόλυτη προσκόλληση σε πάγιους κώδικες δεοντολογίας της επιστήμης και επιστημονικής αντικειμενικότητας και αποστασιοποίηση από την ενδοκρατική και διακρατική διαπάλη.
Αυτή δεν είναι μια πλατωνική θέση αλλά κάτι πολύ διαφορετικό, μια όπως είπαμε αναζήτηση της φοράς κίνησης προς τον ακαδημαϊκό χώρο υψηλότερων βαθμίδων δεοντολογίας της επιστήμης, επιστημονικών προδιαγραφών και κοινωνικοπρακτικής συνάφειας. Δεν είπαμε πως δεν υπάρχει Ιθάκη αλλά ότι ακόμη και αν δεν υπάρχει, σημασία έχουν οι προϋποθέσεις της διαδρομής και το τι κουβαλάμε θαλασσοπορώντας προς αυτή.
Εμείς οι Έλληνες στον δικό μας ακαδημαϊκό χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης, και μάλλον εξ όσων γνωρίζω ενδεχομένως αυτό δεν ισχύει σε καμιά άλλη χώρα, έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε από άποψη νόμων και παραδόσεων σωστά προσανατολισμένοι προς αυτό τον πόλο.
Αποτυχίες και εξαιρέσεις δεν αποτελούν δικαιολογία συνηγορίας προσανατολισμού προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν ταλαντευόμαστε γέρνοντας προς τον αντίθετο πόλο έχουμε την δυνατότητα να ισορροπήσουμε αυτοθεσμιζόμενοι και να προσδιορίσουμε ξανά την πορεία κίνησής μας προς τον σωστό προσανατολισμό. Ευρύ και απέραντο το πεδίο των παραπονιάρηδων αντί να μουρμουρούν για εξαιρέσεις και ατομικές κακές εμπειρίες. Αν δεν το γνωρίζουν ας μάθουν ότι συχνά πληρώνοντας πολύ μεγάλο κόστος πολλοί ασκητικοί έλληνες πανεπιστημιακοί δίνουν καθημερινές μάχες στα πεδία της επιστημονικής αυτοσυγκρότησης και της δεοντολογικής θεμελίωσης της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής.
Φύλακας για να μας εξαναγκάσει και εξωθήσει ή τοποθετήσει σε κάποιο πλατωνικό ιδεατό τρόπο δεν υπάρχει (όπως δεν υπάρχει, είπαμε, και ιδεατός τόπος). Αυτό επιτυγχάνεται με το άθλημα της επιστημονικής και δεοντολογικής αυτοθέσμισης και αυτοσυγκρότησης. Υπάρχουν μόνο χωροφύλακες. Πλην νεοέλληνες χωροφύλακες εκπορευόμενοι από την νεοελληνική φαυλοκρατία θα είναι πτωχοί συγγενείς αντίστοιχων χωροφυλάκων ξένων πανεπιστημίων οργανωμένων πολιτειών και μάλλον θα εκπληρώνουν αλλότριους σκοπούς και όχι το είδος των σκοπών που καλώς ή κακώς οι χωροφύλακες πολλών ξένων πανεπιστημίων ηγεμονικών κρατών υπηρετούν.
Αν βέβαια νομικά εξεζητημένα επιβληθούν παράθυρα εισόδου «χωροφυλάκων» ποτέ δεν θα νομιμοποιηθούν ενώ κάποια στιγμή θα εκτοπιστούν με νόμιμο τρόπο, καθότι αποδεδειγμένα ζυγό στο σβέρκο μας δεν δεχόμαστε. Θα μας μείνει η φασαρία. Για τους έλληνες ακαδημαϊκούς ότι και αν αποφασίζουν κάποιοι εφήμεροι νομοθέτες κανονιστικών διατάξεων, δεν υπερισχύουν του πνεύματος και του γράμματος των συνταγματικών προνοιών και των πάγιων παραδόσεων αυτοδιοίκησης, αυτορρύθμισης, αυτοθέσμισης, επιστημονικών ελέγχων και δεοντολογικής συγκρότησης.
Επιπλέον, πέραν του ότι γενικότερα η αυτορρύθμιση-αυτοθέσμιση υπό συνθήκες άμεσης δημοκρατίας είναι βαθειά ριζωμένη στην μακραίωνη διαδρομή μας, η συγκαιρινή ελληνική ακαδημαϊκή ζωή ενέχει δύο ιδιαιτερότητες.
Πρώτον, κληροδοτήσαμε την κλασική ακαδημαϊκή παράδοση που δεν βρίσκεται μόνο στην κορυφή των ακαδημαϊκών προδιαγραφών αλλά και που συμπεριλαμβάνει το σύνολο του φάσματος και των αποχρώσεών τους. Μερικοί νεοέλληνες μπορεί έτσι να αισθάνονται μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι εν μέρει ή εν όλο φορείς αυτής της κληρονομιάς (όπως και πάρα πολλοί εκτός Ελλάδας αναμφίβολα σίγουρα είναι – εγώ τουλάχιστον γνωρίζω πολλούς μη έλληνες που έτσι εμφορούνται) μπορεί όμως να είναι (οι νεοέλληνες) και απλοί αχθοφόροι των κλασικών ακαδημαϊκών παραδόσεων. Σημασία έχει ότι υπάρχει ένας ωκεανός υψηλών ακαδημαϊκών παραδόσεων από τον οποίο όποιος επιθυμεί μπορεί να αντλήσει.
Δεύτερον, αυτό τελικά κατοχυρώθηκε, ορθώς, και στο Σύνταγμα. Αυτό επίσης είναι που επιχειρείται να ροκανιστεί με το επίμαχο νομοσχέδιο όταν κάποιοι επικαλούνται ανύπαρκτα διεθνή πρότυπα και διορισμούς εξωακαδημαϊκών παραγόντων που εξ αντικειμένου θα εξωθήσουν προς ιδιωτεία και ιδιωτικοποίηση με τρόπο μάλιστα παντελώς άγνωστο και ασύμβατο με την ελληνική κοινωνική, πολιτική και ακαδημαϊκή πραγματικότητα. Κάτι τέτοιο αντίκειται στους Καταστατικούς μας Χάρτες.

Το κατά πόσο οι έλληνες πανεπιστημιακοί βρίσκονται στον ένα ή άλλο πόλο ή προς τα πού κινούνται και σε πιο σημείο του εκκρεμούς βρίσκονται, είναι και το βασικό ερώτημα που ρητά ή άρρητα, έμμεσα ή άμεσα τίθεται και για το οποίο όπως προανέφερα αναζητούμε αποκρυσταλλωμένα συμπεράσματα μέσα από ανταλλαγή απόψεων.
Την δική μου προγραμματική θέση και ανεξάρτητα του τι κατάλαβε ο καθείς για το τι έγραψα μέχρι τώρα στο παρελθόν, την κάνω εδώ σαφή και ακριβή, καθότι εκτιμώ πως υιοθετείται από την συντριπτική σιωπηρή πλειοψηφία των ελλήνων πανεπιστημιακών: Πρέπει να βρισκόμαστε ή σε κάθε περίπτωση να κινούμαστε προς τον δεύτερο ακαδημαϊκό πόλο όπως τον περιγράψαμε πιο πάνω. Πολλοί εκφράζουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και μερικοί άλλοι μας πληροφορούν για κακές προσωπικές εμπειρίες δικές τους ή άλλων και εμμέσως πλην σαφώς σχεδόν φανατικά και ανένδοτα υποστηρίζουν «αλλαγή και ας προκύψει ότι και να είναι». Μερικοί άλλοι, επίσης, εξίσου μυστηριωδώς μας λένε ότι πρέπει να «προσαρμοστούμε» σε κάποιες ανεξιχνίαστες ακαδημαϊκές πρακτικές και κριτήρια εκεί «ΕΞΩ ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ».
Οι τελευταίοι δεν ξέρουν ή δεν μας λένε ότι, όπως εμείς προσπαθήσαμε να αναφέρουμε πιο πάνω με στοιχειώδη τρόπο, ποιοι είναι οι προσανατολισμοί και οι θεμελιώδεις δομές των πανεπιστημίων στον υπόλοιπο κόσμο. Ο απροσδιόριστος και θολός κόσμος του «έξω», τόσο σα πεδία του πολιτικού στοχασμού όσο και αυτά των τεχνικών-τεχνολογικών τομέων, είτε βρίσκεται στον πρώτο πόλο είτε προς τα εκεί κινείται υπηρετώντας κρατικοεθνικά, ιδιωτικά και συμμαχικά συμφέροντα (και συχνά πλέον και παντελώς ανεξέλεγκτα συμφέροντα που κυμαίνονται από την καταχρηστική κερδοσκοπία μέχρι την εγκληματικότητα κάθε άλλου είδους των κοινωνικοπολιτικά ανέντακτων διεθνικών δρώντων).

Αν πάντως στην βάση των προαναφερθέντων απλά σταθούμε στο γεγονός του κρατικοεθνικού-ιδεολογικοπολιτικού προσανατολισμού πολλών πανεπιστημίων «ΕΚΕΙ ΕΞΩ ΣΤΟ ΘΟΛΟ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ» της ανελέητης διακρατικής διαπάλης, οι επιθυμούντες άρον άρον και εν μέσω του καλοκαιριού την ανατροπή όσων ισχύουν στην ελληνική ακαδημαϊκή ζωή, δεν μας εξηγούν αν έτσι θέλουν να προσανατολίσουν τα ελληνικά πανεπιστήμια.
Θέλουν να τα εντοιχίσουν μέσα σε κάποια κρατικοεθνική δομή και ποια είναι αυτή καθότι «κοιτάζω γύρω μου» και δεν την βλέπω; Θέλουν να την δουν να εμφορείται από κάποιες ιδεολογικοπολιτικές παραδοχές και ποιες είναι αυτές; Θέλουν να την εξαερώσουν και να την υποτάξουν σε κάποια διεθνικά χρηματιστηριακά ή άλλα συμφέροντα όπως πλέον συμβαίνει σε γειτονικά βαλκανικά κράτη; Γιατί αν συρρικνώσουμε ή ανατρέψουμε την ακαδημαϊκή μας ανεξαρτησία κάτι από όλα αυτά ή κάτι παρόμοιο θα πρέπει να συμβεί.
Φωνασκίες, κραυγές και λογικές του είδους «ας ανατραπεί αυτό που δεν μου αρέσει και ας είναι ότι και νάναι», υποβαθμίζει αν όχι ευτελίζει την συζήτηση επί ενός θέματος ζωτικής σημασίας. Σε κάθε περίπτωση, όπως και να το κάνουμε, είμαστε υποκριτές αν δεν υπογραμμίσουμε ευθέως ότι πέφτει πολύ το επίπεδο των συζητήσεων όταν διεξάγεται με υπονοούμενα, με εκτόξευση εξαιρέσεων ως παραδείγματα που δήθεν περιγράφουν την ελληνική πανεπιστημιακή ζωή και με διατύπωση γενικόλογων αφορισμών επικοινωνιακού χαρακτήρα που χαρακτηρίζει την κομματικοπαραταξιακή αντιπαράθεση στην χώρα μας και που δεν συνάδει με το ακαδημαϊκό λειτούργημα.

Συμπερασματικά, όταν οι πανεπιστημιακοί μιλούν για την μεταρύθμιση της ακαδημαϊκής ζωής είναι προϋπόθεση να διευκρινίζουν κατά πόσο πιστεύουν ότι η αποδυνάμωση της ελληνικής ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας οδηγεί –και αν αυτό επιθυμούν– προς κάποιο κρατικοεθνικό, διεθνικό, διεθνιστικό ή άλλο ιδεολογικοπολιτικό τοπίο. Δεν ακούμε τίποτα το συγκεκριμένο, όμως, και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα.
Η έκκληση να εμπιστευτούμε κάποιους διορισμένους περισσότερο από αυτούς που ευθέως εκλέγει η πανεπιστημιακή κοινότητα εκτός του ότι είναι μια θέση που φαντάζει εξόχως ελιτίστικη, όπως εξηγήσαμε κυριολεκτικά πιθηκίζει ξένα πρότυπα διαφορετικής ακαδημαϊκής και πολιτειακής ετερότητας.
Στην συντρέχουσα συζήτηση δεν λείπουν εξομοιώσεις, εξισώσεις, θόλωμα των νερών, ισοπέδωση του ημέτερου και ωραιοποίηση αν όχι εξιδανίκευση του ανύπαρκτου «Γένους ξένων πανεπιστημίων και ξένων πρακτικών». Όλα αυτά πολύ θυμίζουν την μνημονιακή λογική που σιγά-σιγά πλην σταθερά κατεδαφίζει την νεοελληνική πολιτεία. Τώρα ήλθε η σειρά των «ανατροπών» στα πανεπιστήμια.
Εδώ βρισκόμαστε λοιπόν, και θα πάθουμε ή θα καταφέρουμε ότι μας αξίζει. Αυτό θα είναι, μάλλον, ένα ακόμη μπέρδεμα που συγκροτεί ένα θανατηφόρο νεοελληνικό Γόρδιο δεσμό για τον οποίο δεν θα υπάρξει Μέγας Αλέξανδρος.

8. Σεβασμός στους κείμενους νόμους:

Τώρα, για εκείνους που κυριολεκτικά κακεντρεχώς λένε «να ξυπνήσουμε» γιατί το νομοσχέδιο θα ψηφιστεί ούτως ή άλλως, απλά λέμε ότι «ξύπνιοι είμαστε» και πως ξέρουμε ότι μέσα στον χείμαρρο πολιτικής αυθαιρεσίας, αντιδημοκρατικών πρακτικών και πολιτικού ανορθολογισμού που κατακλύζει την ελληνική πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια, μάλλον θα τύχει μιας πλειοψηφικής επικύρωσης από την παρούσα σύνθεση του ελληνικού κοινοβουλίου. Με απλά λόγια η ενοχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και η μετατροπή των πολιτών της σε είλωτες των διεθνικών χρηματοπιστωτικών τεράτων τώρα κατά κάποιο παρόμοιο τρόπο σαρώνει και την δημόσια ανώτατη εκπαίδευση.
Στοιχειώδης λογική σκέψη, όμως, πείθει ότι η ουσιαστική συζήτηση μόλις τώρα αρχίζει και αυτό είναι το σκεπτικό στην βάση του οποίου διατυπώνουμε την κριτική μας. Όμως είναι ένα πράγμα η κριτική και αυτοκριτική και άλλο να γινόμαστε μέρος μιας επιχείρησης ενοχοποίησης των ελλήνων ακαδημαϊκών με συνειδητό ή ανεπίγνωστο σκοπό την ιδιωτεία και την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας ανώτατης παιδείας.
Αναμφίβολα, στοιχειώδης λογική επίσης επιτάσσει να είμαστε νομιμόφρονες και ειρηνικοί στις επερχόμενες στάσεις μας καθότι μόλις τώρα αρχίζει μια νέα πορεία η οποία ενδέχεται να είναι εξόχως ταραχώδης. Οι Ακαδημαϊκοί απαιτείται να στέκονται πάντοτε με υπευθυνότητα και σοβαρότητα ακόμη και απέναντι σε αυτούς που τους διασύρουν. Αυτό δεν συνιστά μια παθητική στάση αλλά μια στάση συμβατή με το ακαδημαϊκό λειτούργημα.
Ένα είναι σίγουρο: Σε αυτή την δύσκολη πορεία που μόλις αρχίζει η πλειονότητα των ελλήνων πανεπιστημιακών θα αντιστέκονται υπερασπιζόμενοι την ακαδημαϊκή τους ελευθερία κατά ενδεχομένων «διορισμένων χωροφυλάκων» που θα εισέρχονται από τα παράθυρα πολιτικών και ιδιωτικών παρεμβάσεων.
Χωρίς ακαδημαϊκή ελευθερία, αυτορρύθμιση, αυτοδιοίκηση, αυτοσυγκρότηση και δεοντολογική θεμελίωση ο ακαδημαϊκός κόσμος είναι ανύπαρκτος και κάτι τέτοιο δεν θα γίνει αποδεκτό. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι αυτά τα κατοχυρώνει το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος –αν και ενοχλεί κάποιους όταν το υπενθυμίζουμε– αλλά επίσης και το γεγονός ότι επαναλαμβάνουμε, ανήκει στις ακαδημαϊκές μας παραδόσεις και ότι συναρτάται με διαχρονικά θεμελιωμένες πολιτικές, πνευματικές και αισθητικές δομές.

Τώρα, στο παρελθόν, λόγω ελλείμματος εσωτερικής αυτορρύθμισης και δεοντολογικής θεμελίωσης, οι έλληνες πανεπιστημιακοί ποτέ, ουσιαστικά, δεν έκαναν από μόνοι τους ριζοσπαστικές προτάσεις για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που θα θεραπεύουν τις κακές εξαιρέσεις και τα προβλήματα που πολλοί και ευλόγως επισημαίνουν. Στο προγενέστερο αρχικό σημείωμά μου υποστήριξα ότι τέτοιες αδυναμίες οφείλονται κυρίως στις πολιτικοπαραταξιακές παρεμβολές των τελευταίων δεκαετιών.
Είτε ψηφιστεί είτε δεν ψηφιστεί το επίμαχο νομοσχέδιο και είτε εισέλθουμε σε μια ταραχώδη φάση ή όχι, τα αντιπροσωπευτικά όργανα της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι υποχρεωμένα να υποβάλουν συνολικό «αντί-νομοσχέδιο» συμβατό με τον Σύνταγμα και τις ακαδημαϊκές παραδόσεις μας και το οποίο θα αντιτάσσουν ακούραστα προς κοινωνική και τελική νομική επικύρωση. Μόνιμος σκοπός θα είναι, πάντοτε στο πλαίσιο της πολιτειακής νομιμότητας, να αλλάξει ή να ανατραπεί οτιδήποτε παρακωλύει ή αναστέλλει την ακαδημαϊκή μας ανεξαρτησία.
Η ακαδημαϊκή κοινότητα είναι πλέον πολύ πιο ισχυρή απ’ ότι μερικοί νόμισαν. Είναι πλέον ένα πνευματικά εύρωστο σώμα και αν σωστά λειτουργήσει μπορεί αφενός να θεραπεύει διαρκώς τα κακώς κείμενα και αφετέρου να αναδεικνύει αυτό που εξ αντικειμένου συνάδει με τα συμφέροντα της κοινωνίας, της επιστήμης και των φοιτητών, δηλαδή, την ύπαρξη προϋποθέσεων εκπλήρωσης των σκοπών της ελληνικής δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Όσον μας αφορά τους σκοπούς αυτούς τους ορίσαμε πιο πάνω.
Ότι και να συμβεί –και δυστυχώς αναπόδραστα πολλοί θα εκμεταλλευτούν τα προβλήματα που δημιουργεί το επίμαχο νομοσχέδιο–, απαιτείται, επαναλαμβάνουμε, να είμαστε αταλάντευτα προσκολλημένοι στην εξίσου σημαντική πολιτική παράδοση συμμόρφωσης στην πολιτειακή νομιμότητα. Με νόημα τονίζω ότι υπέρτατη πολιτειακή νομιμότητα είναι το Σύνταγμα, το οποίο, η τήρηση του οποίου, όπως παλαιότερα σωστά αντιτάσσαμε, επαφίεται στον πατριωτισμό των ελλήνων (το ίδιο και για κάθε άλλο λαό, όσον αφορά τον θεμελιώδη ιδρυματικό Καταστατικό Χάρτη).

9. Καταληκτικές επισημάνσεις

Έρχομαι τώρα σε πιο συγκεκριμένες καταληκτικές θέσεις ή σχόλια σε αναφορά με κείμενα που γράφτηκαν τον τελευταίο καιρό αναφορικά με το επίμαχο νομοσχέδιο. Πρωταρχικό κριτήριο που απαιτείται να διέπει τις αναλύσεις και αποφάσεις μας, είναι ότι τα ακαδημαϊκά ζητήματα πέραν των θεμελιωδών προσανατολισμών που προαναφέραμε, απαιτείται να κρίνονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις κάθε Πανεπιστήμιου, κάθε τμήματος, κάθε χώρας και κάθε περίστασης. Η ευθύγραμμη εξομοίωση και εξίσωση ως δόγμα μεταρρύθμισης των ελληνικών πανεπιστημίων διαμέσου εισβολής ιδιωτών και πολιτικών προσώπων μέσα από πολλά παράθυρα, δεν είναι προσέγγιση συμβατή με τις ισχύουσες προϋποθέσεις στην Ελλάδα και στα ελληνικά πανεπιστήμια.
Θεωρούμε ως δεδομένο, εξάλλου, ότι η πολιτική και θεσμική οργάνωση των ανθρώπων σε οποιοδήποτε ζήτημα και αν αναφερόμαστε, ιδιαίτερα όταν αφορά μεγάλες αλλαγές ριζικού και καταστατικού χαρακτήρα, δεν πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα προσωπικών παραπόνων, ατυχιών, γνωμών επηρεασμένων από ατομικές καταστάσεις και εξαιρέσεων που προσδιορίζονται ως ο κανόνας. Βρίσκουμε τέλος πολύ άδικες μερικά δηλητηριώδη σχόλια ελλήνων πανεπιστημιακών του εξωτερικού. Τις προθέσεις δεν μπορούμε να τις ξέρουμε αλλά πιο πάνω κάναμε ξεκάθαρες τις καταμαρτυρούμενες προθέσεις πολλών ελλήνων πανεπιστημιακών όσον αφορά τους συμπαθείς απόδημους συναδέλφους μας.

Κατά τα άλλα, η διαρκής συνάρτηση των συλλογισμών μας αναφορικά με το μέλλον της ελληνικής πανεπιστημιακής ζωής με το τι συμβαίνει εκτός Ελλάδας είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία. Με τον σωστό όμως τρόπο και όχι με προπαγάνδες, συνθήματα, άλματα συλλογισμών, γνώμες, δοξασίες και νεφελώδεις αφορισμούς.
Η εκτίμηση του υπόλοιπου εκτός Ελλάδας πανεπιστημιακού τοπίου απαιτεί αφαίρεση ξενομανών στρεβλωτικών φακών, αποστέρηση της σκέψης από υποτιμητικές μειονεξίες και αποφυγή αλμάτων συλλογισμών και ασυνάρτητων διατυπώσεων περί ανύπαρκτων πραγμάτων και καταστάσεων.
Είναι για παράδειγμα ένα πράγμα να υπάρχουν εξαιρέσεις λόγω ανεπάρκειας επιστημονικών και δεοντολογικών ελέγχων που οφείλονται σε ατομικές παραλήψεις ή ανικανότητα ή και «ασύλληπτη» ιδιοτέλεια και άλλο να θεσμοθετηθούν παράθυρα που θα καταστήσουν αυτές τις εξαιρέσεις κανόνα. Συναφώς, ας το κατανοήσουμε. Οι απρόκλητες και αναιτιολόγητες ανατροπές δεν καθιστούν τα ελληνικά πανεπιστήμια ιδιωτικά ή δημόσια αλλά μια μεσοβέζικη ελλειμματική δομή πλήρους παθογενειών και άρρηκτα συνδεδεμένη με την «νεοελληνική φαυλοκρατία». Τώρα, τουλάχιστον, στο ισχύον δηλαδή σύστημα ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας υπάρχουν δυνατότητες αντίστασης κατά τέτοιων παθογενειών.

Τυχόν συγκρίσεις και αναγωγές απαιτείται να συνεκτιμούν ορθά την ετερότητα κάθε ξεχωριστής κατάστασης και την απέραντη ποικιλομορφία τους. Τα κράτη και τα πανεπιστήμια της Δύσης όπως σήμερα στέκονται δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Η δε εσωτερική διαφοροποίηση από το ένα πανεπιστήμιο στο άλλο, από το ένα τμήμα στο άλλο και από το ένα κράτος στο άλλο, είναι κυριολεκτικά απροσμέτρητη.
Η άμεση ή έμμεση ιδιωτικοποίηση του κράτους, των θεσμών του και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στην Εσπερία εντασσόταν, όπως εξηγήσαμε, σε μια μακραίωνη και ταραχώδη διαδρομή. Ιδιωτικοποίηση και κρατικοποίηση ήταν και συνεχίζουν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος μιας αντιφατικής και αντιθετικής σχέσης πολλών αιώνων που συγκαιρινά κατέστη ακόμη πιο περίπλοκη από την εισβολή παντελώς κοινωνικοπολιτικά ανέντακτων διεθνικών δρώντων.
Σόρος και Γκιουλέν, για παράδειγμα, αποτελούν δύο γνωστές περιπτώσεις που τυπολογικά καταμαρτυρούν άκρως αμφιλεγόμενες καταστάσεις, υπόγειες διαδρομές και αμφίπλευρες διεθνικές, κρατικές και ιδιωτικές σχέσεις οι οποίες πλέον δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά συχνότατο φαινόμενο. Υπάρχουν άπειρες τέτοιες ιδιωτικές, κρατικές και διεθνικές διαδρομές που δεν γνωρίζουμε και πιθανότατα ποτέ δεν θα μάθουμε πριν ανοίξουν κάποια αρχεία μετά από πολλές δεκαετίες.
Διαφοροποίηση, ετερογένεια και ανομοιογένεια των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων υπάρχει τόσο μεταξύ των κρατών όσο και στο εσωτερικό κάθε κράτους. Το να συγκρίνουμε εν αιθρία τα δικά μας πανεπιστήμια με την Οξφόρδη, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το Σάσσεξ, τα πανεπιστημιακά καταστήματα του Σόρος ή του Γκιουλέν ή με οποιοδήποτε άλλο πανεπιστήμιο ιδιωτικό ή δημόσιο κάποιας αγγλικής επαρχιακής πόλης είναι αλλόκοτο και ανεύθυνο. Η ευθύγραμμη σύγκριση ετερογενών, ανομοιογενών και ανόμοιων καταστάσεων είναι πάντα λάθος.

Καταληκτικά, επανερχόμενοι σε ιστορικές διαδρομές και συμπλοκές, συμπεραίνουμε ότι πολλά κράτη της Δύσης και Ανατολικοευρωπαϊκά της πρό-κομμουνιστικής, κομμουνιστικής και μετά-κομμουνιστικής περιόδου, αν και σήμερα μετεξελίχθηκαν διαφοροποιημένα το κάθε ένα, όλα είχαν διαφορετική το κάθε ένα αφετηρία και διαφορετική διαδρομή.
Μερικά ιδρύθηκαν από τους μετά-Μεσαιωνικούς φεουδάρχες και ηγεμόνες για να τους υπηρετήσουν, στην συνέχεια μετεξελίχθηκαν σύμφωνα με την αστική και αστικοφιλελεύθερη μετεξέλιξη των κρατών αυτών και εμποτίστηκαν από τις προϋποθέσεις της αποικιακής και καπιταλιστικής εποχής.
Οι αντιφάσεις δεν έλειψαν πλην στο εσωτερικό κάθε κράτους πολλά ευθυγραμμίστηκαν με την σταδιακή ανάδειξη της εθνοκρατικής δομής ως του άξονα της συλλογικής ζωής και ως του άξονα συγκρότησης συστημάτων εθνικής διανεμητικής δικαιοσύνης και στρατηγικών εθνικής ασφάλειας. Παράλληλα, οι διεθνείς θεσμοί που δημιουργήθηκαν από την Βεστφαλία μέχρι και σήμερα συγκροτήθηκαν γύρω από την αξονική αρχή της εθνοκρατικής κυριαρχίας.
Κατά κανόνα και ως γενικότερη εγγενής τάση σύμφυτη με την δόμηση του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, τα κατά κράτος πανεπιστήμια σταδιακά ολοκληρώθηκαν στο ποτάμι των εθνοκρατικών δομών και συμφερόντων –κρατικών και ιδιωτικών ή διεθνικών συναρτημένων με αυτά– κάτι που και σήμερα αποτελεί το κύριο φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό. Στην βάση αυτών των αντικειμενικών συμπερασμάτων, η ελληνική περίπτωση απαιτείται να κρίνεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της και όχι σύμφωνα με ξενομανείς στρεβλωτικούς φακούς.
Σε πολύ μεγάλο βαθμό και παρά τις πολλές διεθνείς και διεθνικές διαδρομές, έτσι είναι και σήμερα η κατάσταση σε πολλά κράτη: Κάθε πανεπιστήμιο διαμορφώνεται από διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές δυναμικές διαδρομές και διαφορετικές προϋποθέσεις. Η ανομοιομορφία και ανομοιογένεια προσδιορίζεται, εξάλλου, από πολλούς και ποικίλους παράγοντες. Δεν διέθετε το Πάντειον Πανεπιστήμιο ή η Χαροκόπειος Σχολή τα ίδια μέσα που διέθετε η αποικιοκρατική Μεγάλη Βρετανία στα πανεπιστήμιά της (ας μου επιτραπεί εδώ μια ιστορική παρατήρηση: Τα οποία, μέσα, είτε ήταν κρατικά είτε ιδιωτικά προέρχονται από την αποικιοκρατική καταλήστευση του πλανήτη). Και αν συγκρίσεις επιδόσεων θέλουμε να κάνουμε, δεν θα πρέπει να είναι ετεροβαρείς αλλά δίκαιες και σύμφωνες με αναλογίες και αντιστοιχίες. Όπως μεταξύ των χωρών υπάρχουν διαφορές υπάρχουν και μεταξύ των πανεπιστημίων τους. Και όλα αυτά συχνά ανατρέπονται και τούμπαλιν.
Δεν θα ήταν άσκοπο αν συμπληρώναμε λέγοντας ότι «παραδόξως», το ίδια παρατηρούνται και στις «διεθνιστικά» προσανατολισμένες χώρες όπως η πρώην ΕΣΣΔ όπου τα πανεπιστήμια εξελίχθηκαν σε προεκτάσεις των κρατικών και ιδεολογικών μηχανισμών (των κρατικών σκοπών, ασφαλώς, και όχι κάποιου χειροπιαστού σκοπού παγκόσμιας ενοποίησης, προπαγάνδα με την οποία πολλοί διαποτίστηκαν επηρεασμένοι μέχρι τις μέρες μας δημιουργώντας ένα αριστεροδεξιό συνονθύλευμα μπερδεμένων ιδεολογημάτων στην βάση των οποίων καμιά σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να διεξαχθεί).
Παράλληλα στην Δύση, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, ιδιαίτερα τον 19ο και 20ο αιώνα (για παράδειγμα τα Τμήματα περιφερειακών σπουδών της Βρετανίας που εξυπηρετούσαν την αποικιακή πολιτική και πολλά Τμήματα στις ΗΠΑ μετά το 1945 που υπηρετούσαν και συνεχίζουν να υπηρετούν την Αμερικανική πολιτική μαλακής ισχύος ή αντίστοιχα την στρατιωτική στρατηγική στα τεχνολογικά τμήματα), η σχέση πανεπιστημίων και κρατικών δομών και κρατικών στρατηγικών έγινε «εξαιρετικά στενή». Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα (βλ. το εξαιρετικό βιβλίο Christopher Simpson, Science of Coercion: Communication Research and Psychological Warfare, 1945-1960 Publisher: Oxford University Press, USA – Βλ. επίσης το καταπληκτικό δοκίμιο του Jonathan Mowat, και κυρίως τις βιβλιογραφικές παραπομπές του, που είναι αναρτημένο εδώ). [Σε μια άλλη περίπτωση, μελλοντικά, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε εκτενέστερα την σχέση πολιτικού στοχασμού-επιστήμης, κρατικού γίγνεσθαι και ηγεμονισμού.]

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν συνοπτικά πιο πάνω, είναι κακόγουστο αστείο να συγκριθούν τα δυτικά κυρίως πανεπιστήμια με την ελληνική πραγματικότητα. Είναι κυρίως αστείο να εμφανίζεται ο υπόλοιπος κόσμος ως μια δήθεν ενιαία ιδεατή πραγματικότητα η οποία προσφέρεται προς μίμηση και αντιγραφή. Τα πανεπιστήμια εκτός Ελλάδας είναι χιλιάδες, οι ποιοτικές τους βαθμίδες απροσμέτρητα διαφοροποιημένες και η προσκόλληση στην ακαδημαϊκή ανεξαρτησία και στην επιστημονική αντικειμενικότητα μια πολύ, μα πάρα πολύ πονεμένη ιστορία.
Καλό είναι να συγκρατήσουμε κατιτί πολύ ουσιαστικό από την ανάλυση που έγινε πιο πάνω: Τα ελίτ της έμμεσης αντιπροσώπευσης –«έμμεση δημοκρατία» ονομάζεται η έμμεση αντιπροσώπευση και ο καθείς μπορεί να διατηρεί την άποψή του για την επιστράτευση της λέξης δημοκρατία που στην ημετέρα κλασική παράδοση σημαίνει άμεσο έλεγχο των εντολέων επί των εντολοδόχων– των αποικιακών και ηγεμονικών κρατών είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το οικονομικοεπιχειρησιακό πλέγμα όπως οικοδομήθηκε τους τελευταίους αιώνες.
Στα δεσπόζοντα ηγεμονικά κράτη κάθε ιστορικής συγκυρίας των τελευταίων αιώνων αλλά και σήμερα, τα πολιτικά ελίτ αν δεν είναι τα ίδια κάτοχοι του πλούτου συνδέονται στενά με τα κρατικό-ιδιωτικο-στρατιωτικο-βιομηχανικά «συμπλέγματα» και με τις κρατικές υπηρεσίες του κάθε εθνοκράτους.
Οι στρατηγικές των κυβερνήσεων που τα ίδια ιδιωτικά και πολιτικά ελίτ διαμορφώνουν, εξάλλου, είναι λογικότατα στενά συνδεδεμένα με το πανεπιστημιακό σύστημα της κάθε χώρας, με εκείνους δηλαδή τους θεσμικούς πυρήνες που διαμορφώνουν τους μορφωτικούς προσανατολισμούς, που διεξάγουν την έρευνα, που επιτυγχάνουν τεχνολογικές προόδους που υπηρετούν την εθνική ασφάλεια και που συντείνουν στην εθνοκρατική οικονομική, πνευματική, πολιτισμική, τεχνολογική και στρατηγική ευρωστία και κατά συνέπεια ανταγωνιστικότητα.
Αυτές οι οργανικές αλληλεξαρτήσεις δεν μπορούν να αμφισβητηθούν παρά μόνο το κατά πόσο τα πανεπιστήμια υπηρετούν εθνοκρατικά, συμμαχικά ή διεθνικά συμφέροντα. Είναι αδιάφορο, ήδη τονίσαμε, το κατά πόσο αυτό γίνεται συνειδητά ή ανεπίγνωστα και πατερναλιστικά.
Εν κατακλείδι, τα μεγάλα και ανταγωνιστικά πανεπιστήμια μεγάλων κρατών, πέραν της ετερογένειας και ανομοιογένειας που τα χαρακτηρίζει κατά κράτος και διεθνώς, δεν εκκολάφθηκαν μέσα σε ένα αγγελικά πλασμένο δοκιμαστικό σωλήνα παραγωγής αντικειμενικών επιστημόνων που υπηρετεί πάγιες ακαδημαϊκές αξίες όπως αντικειμενικότητα, δεοντολογία και αξιολογική ελευθερία.
Είναι ενταγμένα μέσα στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα της ταραχώδους πορείας των εθνοκρατών, της Δύσης και του κόσμου τους τελευταίους αιώνες. Παρακάμπτω το πόσα εκατομμύρια πανεπιστημιακοί μπερδεύτηκαν στην ιδεολογικοπολιτική ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα και πόσοι εξ αυτών συνεχίζουν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας παραμιλώντας και αναμασώντας ανάμικτα ιδεολογήματα του παρελθόντος ή νέα αντίστοιχα προσαρμοσμένα στην νέα διεθνή διαπάλη.
Λέω μόνο πως παρά το γεγονός πως στην Ελλάδα δεν μείναμε άθικτοι από το πέρασμα αυτής της δίνης, μεγάλες και λαμπρές μορφές που αποτελούν πρότυπα και παραδείγματα για πολλούς οικουμενικά, υπηρέτησαν και συνεχίζουν να υπηρετούν την επιστήμη στην βάση κλασικών και αναλλοίωτων κωδίκων και παραδόσεων.
Το κατά πόσο και αυτό είναι παρωχημένο και το κατά πόσο απαιτείται μια στενότερη σχέση με τα κρατικοεθνικά συμφέροντα όπως στην πραγματικότητα συμβαίνει στα μεγάλα κράτη είναι κάτι που ο καθείς μπορεί, όπως ήδη τονίσαμε, να το θέσει προς συζήτηση. Για να έχει κάποιο νόημα μια τέτοια συζήτηση, όμως, θα πρέπει όχι να κινούμαστε στις πάνω στις μεσοβέζικες γραμμές των κυβερνητικών ανατροπών αλλά να δούμε τι σημαίνει μια λανθάνουσα ιδιωτικοποίηση για την Ελλάδα και ή μια λανθάνουσα εντονότερη πολιτειακή εποπτεία των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Αυτό είναι ένα πράγμα και άλλο μια μεσοβέζικη χαρακτηριστικά νεοελληνική ελλειμματική νεφελώδης δομή στερούμενη μέσων και γεμάτη παράθυρα διαμέσου των οποίων θα διευκολύνονται νέες πολιτικές παρεμβάσεις.

Ποιος, εν τέλει, θα είναι ο «κυρίαρχος». Θα είναι το υψηλό ακαδημαϊκό πνεύμα που θα οδηγεί τα βήματά μας; Θα είναι οι έμμεσα ή άμεσα πολιτικά διορισμένοι των οποίων την αγαθή φύση θα πρέπει να θεωρήσουμε προγραμματικά δεδομένη και απαλλαγμένη πολικοπαραταξιακών βαριδίων; Θα είναι κάποιοι ιδιώτες που θα τα χρηματοδοτούν εν μέρει αλλά θα τα ελέγχουν στο σύνολο; Θα είναι κάποιος Δήμος της Ελληνικής κοινωνίας που μερικοί γενικεύοντας νεφελωδώς υπονόησαν; Θα είναι κάποιος διεθνικός δρων αγνώστου υποστάσεως και παντελώς κοινωνικοπολιτικά ανέντακτος;
Και τα λοιπά που όλα αποτελούν φτωχούς συγγενείς του υπάρχοντος «καθεστώτος» ακαδημαϊκής ελευθερίας μέσα στο οποίο οι έλληνες ακαδημαϊκοί αν λειτουργήσουν σωστά μπορούν επιτύχουν το βέλτιστο. Εν τέλει, πέραν αφορισμών, στηλίτευσης μεμονωμένων περιπτώσεων και νεφελωδών γενικεύσεων κανείς δεν μίλησε μέχρι σήμερα τεκμηριωμένα για τους λόγους που απαιτείται να υποστούμε μια αναστάτωση και μάλιστα εσπευσμένα και καλοκαιριάτικα. Είναι τα ελληνικά πανεπιστήμια τόσο ροκανισμένα και διεφθαρμένα που θα πρέπει να καταργηθούν; Όμως, κανείς δεν λέει κάτι τέτοιο τεκμηριωμένα ενώ ο διασυρμός μας με αστήρικτα υπονοούμενα για τις επιδόσεις μας είναι πλέον χειμαρρώδη και ασυγκράτητα.

Μέσα σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα επιχειρημάτων που διολισθαίνουν στην λογική «κάτι άλλο να έλθει και ας είναι ότι νάναι», εμείς αντιτάσσουμε: Αφενός, δεν κατεδαφίζεις αλλά κτίζεις πάνω σε αυτό που υπάρχει και αφετέρου δώστε μας τις υποδομές, τα μέσα και τον αριθμό φοιτητών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, καθώς και το εθνοκρατικό θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον, και το ξανασυζητάμε. Καθότι το «ότι νάναι» δεν αποτελεί υπεύθυνη θέση και στάση.

Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
http://www.ifestosedu.grinfo@ifestosedu.gr

Αύγουστος 2011

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: