Διακρατικές κανονιστικές δομές, διεθνικοί δρώντες και διεθνής διακυβέρνηση

Συνέδριο διοργανωμένο από το Πάντειον Πανεπιστήμιο και το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού 14.10.2005

 ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

 Τίτλος εισήγησης: Διακρατικές κανονιστικές δομές, διεθνικοί δρώντες και διεθνής διακυβέρνηση (Transnational actors, normative structures at the interstate level andinternational governance)

 

Περιεχόμενα 

  1. Εισαγωγή: Εξουσία-διακυβέρνηση και η διαφορά μεταξύ του ενδοκρατικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος με την διακρατική τάξη
  2. Διακυβέρνηση και διαφορές μεταξύ του ενδοκρατικού κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος και της διακρατικής τάξης.
  3. Το γνωστικό και στοχαστικό ναρκοπέδιο των ηγεμονικών διεθνιστικών και α-πολιτικών κοσμοπολίτικων παραδοχών.

  _________________________

  1. Εισαγωγή: Εξουσία-διακυβέρνηση και η διαφορά μεταξύ του ενδοκρατικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος με την διακρατική τάξη

 Διακυβέρνηση στις ενδοκρατικές σχέσεις είναι η άσκηση εξουσίας και/ή η ανάπτυξη ποικίλων δραστηριοτήτων διανεμητικών συνεπειών για τα μέλη της υποκείμενης κυρίαρχης κοινωνίας. Διεθνής διακυβέρνηση ορίζεται, αντίστοιχα, ως η άσκηση εξουσίας και η ανάπτυξη δραστηριοτήτων διανεμητικών συνεπειών για τα κυρίαρχα κράτη και τις κοινωνίες τους.

            Το κύριο, βασικό και θεμελιώδες ερώτημα που απαιτείται να απασχολεί τους πολιτικούς φιλοσόφους και γενικότερα τους πολιτικούς επιστήμονες είναι απλό: Ανεξαρτήτως επιπέδου, ποια διακυβέρνηση ενέχει κοινωνική αναφορά και ποιος είναι ο βαθμός, η ένταση και το βάθος της κοινωνικής νομιμοποίησης;

Το «πολιτικό γεγονός» και η κοινωνία είναι αλληλένδετα φαινόμενα. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κατά κάποιον τρόπον, μια νοερή οριογραμμή μεταξύ της «εποχής της βαρβαρότητας» και της «εποχής του πολιτισμού» είναι αυτή μετά από την οποία υπήρξαν ανθρώπινες «κοινωνικές ενώσεις» ικανές παραγωγής συλλογικών πολιτικών γεγονότων: Δηλαδή, ύπαρξη κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών, ανάπτυξη πολιτικού πολιτισμού στήριξης βιώσιμων κανονιστικών δομών, συνάρτηση των πολιτικών σκοπών με νομιμοποιημένες κυρώσεις στο πλαίσιο ενός παραδεκτού και αποδεκτού ηθικοκανονιστικού συστήματος δεσμευτικού για όλα  τα μέλη της κοινωνίας. Εν ολίγοις ύπαρξη ενός βιώσιμου και νομιμοποιημένου Πολιτειακού συστήματος προικισμένου με σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης.

            Στο εσωτερικό κάθε Πολιτειακού συστήματος τα μέλη της κοινωνίας επιδίδονται ασταμάτητα στο  άθλημα του «συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου», δηλαδή της συνεχούς αναζήτησης ενός διαρκώς εξελισσόμενου «συλλογικού τρόπου ζωής» που σμιλεύει και διαμορφώνει δικαιώματα και υποχρεώσεις, οριοθετήσεις για την χρήση νομιμοποιημένης βίας, κανονιστικά συστήματα για τον διανεμητικό ρόλο της εξουσίας και συλλογικές παραδοχές για την εξουσία, τις πηγές της, το δίκαιο και τις πηγές του, την ελευθερία, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις.

Χωρίς κοινωνία δεν υπάρχει πολιτικό γεγονός παρά μόνο ως έκφραση βαρβαρισμού και αυθαιρεσίας βασισμένης στα ατομικά ένστικτα του καθενός, στην ιδιοτέλειά του, στις αβυσσαλέα υποκειμενικές τους απόψεις και στις ανάγκες του για απόκτηση μη  θεμιτήςκαι μη νομιμοποιημένης ισχύος.

            Το οντολογικά θεμελιωμένο ιστορικό γεγονός ύπαρξης πολλών κοινωνιών, η μοναδική κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ετερότητα μιας έκαστης κοινωνίας, η ιστορικά καταμαρτυρούμενη οντολογικού περιεχομένου αξίωσή τους για συλλογική ελευθερία-πολιτική κυριαρχία και η ιστορική ήττα των αξιώσεων αυτοκρατορίας και ηγεμονίας, γέννησε τον σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό, δηλαδή, τα δύο κύρια επίπεδα παραγωγής πολιτικών γεγονότων: Αφενός το προικισμένο με κοινωνικό υπόβαθρο ενδοκρατικό επίπεδο και αφετέρου το διακρατικό επίπεδο, το οποίο στερείται περιεκτικού κοινωνικού υποβάθρου επαρκώς ομοιογενούς για την παραγωγή (παγκόσμιων) ηθικοκανονιστικών δομών.

ΗΘΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΙ ΤΑ ΔΙΕΘΝΗ – ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΡΑΤΟΣ ΩΣ ΘΕΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Οι βαθύτερες διαμορφωτικές δυνάμεις του οντολογικά θεμελιωμένου –στην αξίωση συλλογικής ελευθερίας-πολιτικής κυριαρχίας– διακρατικού συστήματος

3000 π.Χ. – 1648 μ.Χ.

Þ

ΥΠΑΡΚΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

Þ

 

Φάση αυτοκρατορικών αξιώσεων: Διαρκής διαπάλη μεταξύ των αυτοκρατορικών αξιώσεων και των αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας-πολιτικής κυριαρχίας Ü

ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ü

 

¯

1648 Μ.Χ. – 19Ο ΚΑΙ 20Ο ΑΙΏΝΑ: ΣΎΣΤΗΜΑ ΙΣΟΡΡΟΠΊΑΣ ΔΥΝΆΜΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΆΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΈΘΝΟΥΣ-ΚΡΆΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΏΝ ΘΕΣΜΏΝ-ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ

  1. Έλεγχος των αυτοκρατορικών αξιώσεων και τελικά συντριβή τους τον 20ο αιώνα.
  2. Αγώνες συλλογικής ελευθερίας-πολιτικής κυριαρχίας και σταδιακή των πολιτειακών δομών στην Υπαρκτική κοινωνική ετερότητα του πλανήτη
  3. Οι αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας γεννούν εθνικές-κρατικές κοσμοθεωρίες, τα υποκείμενα ανθρωπολογικά συστήματα και τα διαρκώς εξελισσόμενα ηθικοκανονιστικά τους εποικοδομήματα.
  4. Ανάδειξη των εθνικών-κρατικών ηθικοκανονιστικών δομών ως θεσμών συλλογικής ελευθερίας των μη ηγεμονικών κρατών.
  5. Ανάδειξη των αντιηγεμονικού χαρακτήρα θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου: Μη επέμβαση, διακρατική ισοτιμία, εσωτερική αυτοδιάθεση. Ανάδειξη των θεσμών συλλογικής ασφάλειας.

Καθεστώς διεθνών σχέσεων ΝΕΩΝ ΧΡΟΝΩΝ: α) Εθνική-κρατική κυριαρχία, β) Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου, γ) συλλογική ασφάλεια, δ) συνεχιζόμενη προσπάθεια κοινών εσωτερικών δικαιακών κανόνων στους τομείς των εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ποινικής δικαιοσύνης.

ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ-ΕΙΡΗΝΗΣ

Þ

Εφαρμογή των αρχών του διεθνούς δικαίου και τήρηση της διεθνούς νομιμότητας

Þ

Û

  1. Άνιση ανάπτυξη σ’ όλες τις πιιθανές εκδοχές: οικονομικές, στρατιωτικές, ιδεολογικές, εδαφικές, πλουτοπαραγωγικές, τεχνολογικές, διακρατικές, διαπεριφερειακές.
  2. Άνιση κατανομή ισχύος σε συνδυασμό με άνιση ανάπτυξη προκαλούν ηγεμονικές αξιώσεις, ηγεμονικούς ανταγωνισμούς, αξιώσεις παράνομων διεθνών αλλαγών, διλήμματα ασφαλείας, πόλεμο
  3. .«Κατάλοιπα» διενέξεων της φάσης του εθνικού-κρατικού γίγνεσθαι.
  4. Επαναστατικές αξιώσεις: Εξομοιωτικοί διεθνισμοί, κοσμοπολιτισμοί, ηγεμονισμοί που αντιβαίνουν στο οντολογικά θεμελιωμένο (στις αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας) καθεστώς των διεθνών σχέσεων και που προκαλούν διακρατικό ανορθολογισμό
  5. Αναθεωρητικές συμπεριφορές: μη αποδοχή προσφυγής στους αρμόδιους διεθνείς θεσμούς για την ερμηνεία των Συνθηκών εάν και όταν εκατέρωθεν υπάρχει αξίωση διεθνών αλλαγών.
  6. Ανεξέλεγκτα διεθνικά φαινόμενα: τρομοκρατία, αναρχικές-ανατρεπτικές ιδέες, λαθρομετανάστες, εγκληματίες, ΜΚΟ, κ.ά.

 

Ü

Ειρήνη και σταθερότητα, αποτελεσματικοί διεθνείς θεσμοί διακρατικής τάξης και εφαρμογή των διεθνών συμβατικών δεσμεύσεων περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εσωτερική δικαιοταξία

Ü

 

Πηγή: Π. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο (Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα 2004) σ. 114.

            Συνεπακόλουθα, στο διακρατικό επίπεδο, αναπτύχθηκαν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, οι διεθνείς θεσμοί και οι οργανισμοί συλλογικής ασφάλειας, όλα εκ φύσεως αντι-ηγεμονικού χαρακτήρα και με κύρια αποστολή την διασφάλιση του καθεστώτος κυριαρχίας και του πολιτικού πολιτισμού πάνω στον οποίο εδράζεται και αναπτύσσεται.

            Στο διακρατικό επίπεδο, κατ’ ελάχιστον υπάρχει ένα «Σύστημα κρατών», κατά μέγιστο μια «Κοινωνία Κρατών» και ενδιαμέσως εν εξελίξει μια «Κοινότητα Κρατών» που διαρκώς διαμορφώνεται, εξελίσσεται και ενίοτε οπισθοδρομεί [Συχνά, ή «διεθνής κοινότητα» συχνά αναφέρεται στον πολιτικό αλλά και στον δημοσιογραφικό λόγο χωρίς μέριμνα προσδιορισμού στο κατά πόσο αυτή η κοινότητα αναφέρεται στα κράτη ή στους ανθρώπους που κατοικούν τον κοινωνικά κατακερματισμένο πλανήτη γη[1]. Αυτό, ασφαλώς όπως πάντοτε συνέβαινε ιστορικά, συμφέρει τον εκάστοτε ηγεμόνα, επειδή υπονομεύει τον θεμελιωδώς αντι-ηγεμονικό χαρακτήρα των διεθνών θεσμών διευκολύνοντας καταχρηστικές συμπεριφορές εις βάρος λιγότερο ισχυρών κρατικών δρώντων του συστήματος).

 Υπό αυτό το πρίσμα, η ύπαρξή τους, η λειτουργία και ο ρόλος του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών συνθέτει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διακρατική διακυβέρνηση η οποία μέχρι στιγμής χαρακτηρίζεται από ρευστές και ατελείς ιδιότητες και με ελάχιστα και μέγιστα όρια.

            Κατ’ ελάχιστον, προορίζονται να συνδράμουν στην διασφάλιση της συλλογικής ελευθερίας των κυρίαρχων κοινωνιών, να προωθούν τις ειρηνικές συναλλαγές και να διευκολύνουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών με διαμεσολάβηση και ερμηνεία των διατάξεων των συνθηκών.

            Πέραν αυτού, καταστατικές διατάξεις και το πνεύμα καθώς και το γράμμα των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου αποβλέπουν στην διασφάλιση της συλλογικής ελευθερίας-πολιτικής κυριαρχίας των κοινωνιών κατά των ηγεμονικών και/ή αναθεωρητικών συμπεριφορών, στην διατήρηση της διεθνούς τάξης όπως τα ίδια τα κράτη την ορίζουν με συνθήκες και συμβάσεις, στην κατασταλτική παρέμβαση όταν αυτή η τάξη απειλείται[2] και τέλος αλλά όχι το τελευταίο στην αντιμετώπιση των αποσταθεροποιητικών δραστηριοτήτων διεθνικών δρώντων όπως οι τρομοκράτες, οι λαθρομετανάστες, οι οικονομικοί εγκληματίες και κάθε ΜΚ δραστηριότητα που διαφεύγει κοινωνικοπολιτικούς έλεγχους και εξισορροπήσεις.

            Πέραν των τυπικών λειτουργιών των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου, υπάρχει ένα ανεξάντλητο πεδίο διακρατικών(!) ρυθμίσεων[3] που προωθούν την διεθνή διακυβέρνηση με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη και εμπέδωση του ανθρώπινου πολιτικού πολιτισμού σε ζωτικούς τομείς της διακρατικής ζωής που προωθούν το κράτος δικαίου: Τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, την διεθνής ποινική δικαιοσύνη και τον ρόλο μιας υπό εξέλιξη κοινότητας κρατών όταν σε χώρες όπου ο κοινωνικός ιστός καταρρέει οδηγούμαστε σε μεγάλες ανθρώπινες καταστροφές[4].

 Ουσιαστικά και παρά τις εντυπωσιακές συνέπειες πολλών διεθνιστικών εγχειρημάτων των Νέων Χρόνων –που βασικά παραπέμπουν σε εκατόμβες–τα δύο προαναφερθέντα πολιτικά γεγονότα, δηλαδή η δημιουργία Πολιτειών προικισμένων με κοινωνικό περιβάλλον και η συνεπακόλουθη δημιουργία ενός διακρατικού συστήματος τα μέλη του οποίου αναπτύσσουν πολιτικές σχέσεις, εδραιώθηκαν και βαθαίνουν ολοένα και περισσότερο.

  1. Διακυβέρνηση και διαφορές μεταξύ του ενδοκρατικού κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος και της διακρατικής τάξης.

Οι διαφορές μεταξύ ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων είναι πολλές, ουσιαστικές και βαθύτατων προεκτάσεων για τα θεμιτά συμφέροντα των κρατών, την διεθνή σταθερότητα, τον πόλεμο, την ειρήνη και τον ρόλο των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου.

            Εν ολίγοις είναι βαθύτατων συνεπειών για την διεθνή διακυβέρνηση, την διαχείριση δηλαδή των διακρατικών ζητημάτων, η οποία διαχείριση δεν μπορεί να είναι διεθνιστική παρά μόνο διακρατική και «διακρατικά-δημοκρατικά» συμπεφωνημένη[5].

            Ο ηγεμονισμός, τον οποίο βασικά στόχευε να εξαλείψει ο ιστορικός νομοθέτης, κατ’ ουσία εκδηλώνεται όποτε επιχειρείται η άμεση ή έμμεση καταστρατήγηση του πνεύματος και του γράμματος των Θεμελιωδών-Υψηλών Αρχών του Διεθνούς Δικαίου, δηλαδή της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και του δικαιώματος εσωτερικής αυτοδιάθεσης.

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η σημασία αυτών των Υψηλών Αρχών με τις οποίες θα πρέπει να είναι συμβατές οι κανονιστικές δομές κάθε είδους διεθνούς διακυβέρνησης, είναι αναγκαίο, έστω και συντομογραφικά, να τονιστούν μερικές πτυχές που αφορούν τα κοσμοθεωρητικά θεμέλια και την ηθικοκανονιστικά εποικοδομήματα των κυρίαρχων κρατών.

            Σ’ αντίθεση με το διεθνές σύστημα όπου μια παγκόσμια κοινωνία ποτέ δεν υπήρξε[6], στο επίπεδο κάθε βιώσιμου Πολιτειακού συστήματος υπάρχει ένα νομιμοποιητικό κοινωνικό περιβάλλον. Κάθε κοινωνία διακρίνεται για την κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ετερότητά της.

            Πιο συγκεκριμένα, όλες οι κοινωνίες των βιώσιμων κυρίαρχων κρατών διακρίνονται τόσο λόγω θεμελιωδών συλλογικών κοσμοθεωρητικών παραδοχών με τις οποίες προικίστηκαν στην φάση των αξιώσεων πολιτικής κυριαρχίας-συλλογικής ελευθερίας όσο και λόγω συμβατών με αυτές τις κοσμοθεωρίες ηθικοκανονιστικών δομών.

            Καταμαρτυρούνται στο γεγονός της ενδοκρατικής αλληλεγγύης, της ύπαρξης ενός παραδεκτού από όλα τα μέλη συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης και η αξίωση εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας στις σχέσεις με τα υπόλοιπα κράτη.

  1. Το γνωστικό και στοχαστικό ναρκοπέδιο των ηγεμονικών διεθνιστικών και α-πολιτικών κοσμοπολίτικων παραδοχών.

 Ολοκληρώνοντας, είναι ακριβώς αναγκαίο να οριοθετήσουμε το ναρκοπέδιο στο οποίο πέφτουν πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες.

            Πιο συγκεκριμένα, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, το διακρατικό σύστημα εδράζεται στην συλλογική ελευθερία (πολιτική κυριαρχία-ανεξαρτησία) ως καθεστώς των διεθνών σχέσεων και την αποδοχή-παραδοχή της κοσμοθεωρητικής, πολιτισμικής και ηθικοκανονιστικής ετερότητας κάθε κυρίαρχης κοινωνίας ως «διεθνή ηθική». Αυτό το καθεστώς, υπαινιχθήκαμε επίσης, είναι οντολογικά θεμελιωμένο στην οντολογικού περιεχομένου αξίωση συλλογικής ελευθερίας. Τονίζεται ξανά ότι, αυτό το Υπαρκτό διακρατικό σύστημα είναι εξ ορισμού και εκ φύσεως παντελώς ασύμβατο με οποιαδήποτε διεθνιστική ή κοσμοπολίτικη αντίληψη.

            Μεγάλες κατακτήσεις του διακρατικού πολιτικού πολιτισμού που ενσαρκώνονται στις Συνθήκες και Συμβάσεις που τα κράτη συνάπτουν δεν περιέχουν το παραμικρό διεθνιστικό, κοσμοπολίτικο ή ηγεμονικό ίχνος (ή δεν μπορούν να περιέχουν και αν και όταν περιέχουν αποδεικνύονται τρωτού και εφήμερου χαρακτήρα[7]).

            Όταν για παράδειγμα τα κράτη συνάπτουν μια σύμβαση όπως της Γενεύης για τα εγκλήματα πολέμου, την Σύμβαση για την Διεθνή Ποινική Δικαιοσύνη ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν το πράττουν επειδή επιθυμούν να εγκαθιδρύσουν ένα μη συνδεδεμένο με κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένους σκοπούς παγκόσμιο σύστημα διεθνιστικής διανεμητικής διακυβέρνησης επί όλων των ζητημάτων της κοινωνικοπολιτικής ζωής και με τρόπο που θα παραβίαζε την κατά περίπτωση κοινωνική ετερότητα.

            Κυριολεκτικά, αυτό στο οποίο συναινούν, είναι η ενσωμάτωση συμπεφωνημένων υποχρεωτικών νομικών κανόνων στην ενδοκρατική δικαιοταξία επί πολύ συγκεκριμένων ζητημάτων που αναπτύσσουν και βαθαίνουν τον πολιτικό πολιτισμό των ανθρώπων στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις.

            Είτε αυτό αναφέρεται στο περιβάλλον, είτε στην τρομοκρατία, είτε στην διεθνή ποινική δικαιοσύνη και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τέτοιες πρόοδοι του διακρατικού πολιτικού πολιτισμού και της διεθνούς συνεργασίας ενισχύουν δεν αποδυναμώνουν την κρατική κυριαρχία των εμπλεκομένων Πολιτειών. Επιπλέον, η κρατική κυριαρχία εμπεδώνεται επειδή τέτοιοι πρόοδοι του διακρατικού πολιτικού πολιτισμού ενδυναμώνουν την διεθνή νομιμότητα και το κράτος δικαίου.

            Για να το θέσουμε διαφορετικά, δεν εγκαθιδρύεται ένα σύστημα παγκόσμιας διανεμητικής δικαιοσύνης αλλά ένα από κοινού διακρατικά οριοθετημένο νομικό πεδίο όπου όλοι από κοινού υιοθετούν ηθικοκανονιστικές δομές τις οποίες εποπτεύουν διεθνείς θεσμοί που τα ίδια τα κράτη εθελούσια δημιουργούν. Έτσι, δεσμεύονται ότι θα προσφεύγουν σ’ αυτούς τα ίδια, οι πολίτες τους, άλλα κράτη και πολίτες άλλων κρατών[8].

Άβυσσος είναι η διαφορά μεταξύ ενός παγκόσμιου διεθνιστικού και/ή κάποιου φανταστικού κοσμοπολίτικου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης (το οποίο θα απαιτούσε μια μη ηγεμονική διεθνή διακυβέρνηση και του οποίου η ύπαρξη χωρίς την ταυτόχρονη ύπαρξη μιας παγκόσμιας κοινωνίας είναι αδιανόητη) και ενός διακρατικού συστήματος του οποίου τα μέλη προικίζονται ολοένα και περισσότερο με κοινές νομικές υποχρεώσεις που εμπεδώνουν τον ανθρώπινο πολιτισμό και με διεθνούς θεσμούς που παραδεκτά-αποδεκτά επιτηρούν την τήρηση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων.

            Είναι άλλο πράγμα η αποδοχή πανανθρώπινων αξιών από όλες τις κοινωνίες υπό καθεστώς σεβασμού της αναπόδραστης ετερότητάς τους και άλλο τα ποικιλόχρωμα –αλλά πανομοιότυπα ως προς τις συνέπειές τους –εξομοιωτικά ιδεολογήματα και θεωρήματα για παγκόσμια κοινωνική ενοποίηση που ιστορικά καταμαρτυρείται ότι μόνο γενοκτονικά μπορεί να επιτευχθεί. Ακόμη πιο σημαντικό, ιστορικά καταμαρτυρείται ότι αποτελούσαν και συνεχίζουν να αποτελούν κύριο αίτιο πολέμου κύριο όπλο των κατά ιστορική συγκυρία ηγεμονικών αξιώσεων.

Ασφαλώς, για την επιστημονικά συνεπή και ορθολογιστική σκέψη, είναι παντελώς αδιάφορο το γεγονός ότι αυτό το κρίσιμο, καίριο, κεντρικό και θεμελιώδες ζήτημα ταλανίζει εδώ και αιώνες πολλούς συμβατικά επιφανείς φιλοσόφους, τυφλώνει χιλιάδες –αν όχι εκατομμύρια– επιστημονικούς οπαδούς τους που μετατρέπονται σε θλιβερούς επιτήδειους προπαγανδιστές  και προκαλεί εκατόμβες στις τάξεις ανυποψίαστων οπαδών ιδεολογημάτων και θεωρημάτων που κηρύττουν κάποιου είδους παγκόσμια εξομοίωση και/ή παγκόσμια ενότητα.

            Ενώ δηλαδή στο οντολογικά θεμελιωμένο διακρατικό σύστημα και όπως αποσκοπεί το διεθνές δίκαιο το ζήτημα που τίθεται εδώ και καιρό είναι ο τερματισμός του ηγεμονισμού (που επιτυγχάνεται μόνο με το δύσκολο έργο της εξάλειψης των αιτιών πολέμου), πολλοί περιπίπτουν σε άσκοπες, ατελέσφορες και οπωσδήποτε αναχρονιστικές, απολιτικές και ίσαμε την ακραία εκδοχή τους ηγεμονικές παραδοχές παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Είναι χαρακτηριστικό, πάντως το γεγονός ότι, όσοι, και είναι πολλοί, στο όνομα του οποιουδήποτε χρώματος φιλοσοφήματος, ιδεολογήματος και θεωρήματος αξιώνουν παγκόσμια εξομοίωση και παγκόσμια υπερεθνική διακυβέρνηση βυθίζονται στις αντιφάσεις που εμπεριέχει κάθε επαναστατική αντίληψη που παραβλέπει το Υπαρκτικό γεγονός πολλών κοινωνιών και ταυτόχρονα το εξίσου σημαντικό γεγονός της Υπαρκτικής κοινωνικής ετερότητας μιας έκαστης συλλογικής ανθρώπινης οντότητας. Αυτή η γραμμή σκέψης νομοτελειακά τους οδηγεί σε αδιέξοδα: Είτε περιπλανώνται στα απόκρημνα βράχια  και τους γκρεμούς του εξομοιωτικού διεθνιστικού ιδεαλισμού και του αντικοινωνικού φασιστικού ισοπεδωτικού-εξομοιωτικού φανατισμού που αναπόδραστα τον συνοδεύει είτε απελπισμένοι πέφτουν στα τέλματα αποδοχής εφήμερων απαισιόδοξων απόψεων για την απουσία προοπτικής διεθνούς διακυβέρνησης πλην της ηγεμονικής.

            Τόσο όταν παράγονται στα εκάστοτε ισχυρά και ηγεμονικά κράτη όσο και όταν καλλιεργούνται ή αναμεταδίδονται μεταπρατικά σε λιγότερο ισχυρές και παρακμάζουσες κοινωνίες, αυτές οι δύο απόψεις που βασικά συγκλίνουν, προορίζονται να εξυπηρετούν εφήμερα ηγεμονικά-παράνομα διεθνοπολιτικά συμφέροντα για την εξυπηρέτηση των οποίων κατά καιρούς προάγεται μια εφήμερης σημασίας διεθνής ηγεμονική διακυβέρνηση.

Οι οντολογικά θεμελιωμένη κρατική ηθικοκανονιστική δομή (ή αυτό που στην βιβλιογραφία ονομάζεται «έθνος-κράτος»-“nation state” και στο διεθνές δίκαιο «κρατική κυριαρχία») είναι ο θεσμός συλλογικής ελευθερίας με τον οποίο προικίζεται κάθε κοινωνία όταν ευτυχίσει να κατακτήσει πολιτική κυριαρχία-ανεξαρτησία.

            Αυτό ακριβώς το διεθνές πολιτικό γεγονός προορίζεται όχι να καταργήσει αλλά να εξυπηρετήσει και να διασφαλίσουν το διεθνές δίκαιο,  οι διεθνείς θεσμοί και κάθε άλλου είδους διεθνής θεσμός ή διεθνής διακυβέρνηση.

            Βασικά, κάθε είδους διεθνής διακυβέρνηση είναι προορισμένη να αποδειχθεί θνησιγενής και ίσως καταστροφική –ή στην «καλύτερη» περίπτωση εργαλείο εξυπηρέτησης εφήμερων ηγεμονικών συμφερόντων– αν δεν λαμβάνει υπόψη αυτό το πολιτικό γεγονός.

            Αυτό το πολιτικό γεγονός είναι αναμενόμενο, επίσης, να γίνεται στόχος των εκάστοτε των ανήθικων (ασύμβατων με την οντολογικά θεμελιωμένη συλλογική ελευθερία των κυρίαρχων κοινωνιών) και παράνομων (ασύμβατων με το διεθνές δίκαιο) ηγεμονικών αξιώσεων.

            Όπως πάντοτε συνέβαινε στην ιστορία, εξάλλου, είναι ο στόχος των συχνά ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων κατά τόπους μεταπρατικών-προπαγανδιστικών επιστημονικοφανών αναλύσεων που αναπαραγάγουν και αναμεταδίδουν αυτές τις ηγεμονικές αξιώσεις. Ατυχώς, στην ιστορία των ιδεών, αυτό είναι ένα από τα παλαιότερα παράπλευρα επαγγέλματα πολλών στοχαστικών δραστηριοτήτων, ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων και μη.

[1] Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να ορίσουμε τρία στάδια πιθανής μεταξέλιξης του διακρατικού επιπέδου: Πρώτον, την ύπαρξη ενός «συστήματος κρατών» στο πλαίσιο του οποίου η τήρηση των συμφωνιών είναι ρευστή, βρίσκεται υπό την αίρεση της ισχύος και ουσιαστικά είναι βιώσιμη μόνο υπό συνθήκες ισορροπίας δυνάμεων και συμφερόντων. Αυτό ήταν βασικά, παρά την ύπαρξη διεθνούς δικαίου, το διεθνές περιβάλλον πριν την δημιουργία των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας. Δεύτερον, την μετεξέλιξη αυτού του συστήματος σε «Κοινότητα κρατών» που σηματοδοτείται από εντεινόμενη τήρηση των υποσχέσεων και υποχρεώσεων, την αύξηση των συμφωνιών, την εμπέδωση διακρατικών κωδίκων συμπεριφορών, τον σεβασμό των διακρατικών θεσμών και την ολοένα μεγαλύτερη επίδειξη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών και των κοινωνιών τους. Τρίτον, την «Κοινωνία των κρατών» που προϋποθέτει παντελή αποχή από την χρήση μονομερούς βίας, την επίδειξη μεγάλου βαθμού αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών και των κοινωνιών τους, την υποχρεωτική ειρηνική επίλυση των διαφορών, την αποδοχή διεθνών θεσμών που διασφαλίζουν, εμπεδώνουν και αναπτύσσουν το κράτος δικαίου και την αντιμετώπιση σε μόνιμη συμπεφωνημένη βάση προβλημάτων όπως η άνιση ανάπτυξη, οι φυσικές καταστροφές, τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα, τα μέσα μαζικής καταστροφής και οι διεθνικοί δρώντες χωρίς κοινωνική αναφορά. Αναμφίβολα, εάν και όταν το διεθνές σύστημα αναδείξει τέτοιες (ιδεατές και μάλλον απόμακρες υπό το πρίσμα του πραγματικού κόσμου της ύστερης εποχής) διεθνείς ηθικοκανονιστικές δομές που βασικά είναι εφικτές μόνο αν εξαλειφτούν τα αίτια πολέμου (βλ. σχήμα εντός κειμένου) θα ήταν ευκολότερο να χαλαρώσουν τα σύνορα, να αναπτυχθούν νομιμοποιημένες διεθνικές συσπειρώσεις, να καταστούν εφικτοί «διαφανείς διεθνικοί κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις» και να δημιουργηθούν διεθνικές δομές διακυβέρνησης επαρκώς νομιμοποιημένες ούτως ώστε να μην υποσκάπτουν τον πολιτικό ορθολογισμό και να μην υπονομεύουν την άσκηση λαϊκής κυριαρχίας.

[2] Επειδή δεν είναι του παρόντος, σημειώνεται ότι αυτή η τελευταία λειτουργία είτε βρίσκεται υπό την αίρεση ομοφωνίας των ισχυρών μονίμων κρατών-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας είτε κινδυνεύει να γίνει μέσο κατάχρησης εξουσίας που κανένα δικαστικό ή άλλο όργανο δεν ελέγχει εάν και όταν τα στρατηγικά συμφέροντα αυτών των μονίμων κρατών-μελών συγκλίνουν.

[3] Η έμφαση στον διακρατικό χαρακτήρα αυτών των ρυθμίσεων αφορά την αναγκαιότητα έμμεσων έστω κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων. Δηλαδή, αντί της εξ ορισμού παντελούς έλλειψης άσκησης λαϊκής κυριαρχίας όταν δραστηριοποιούνται διεθνικοί ΜΚΟ υπάρχουν τουλάχιστον κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι των κυβερνήσεων που νομιμοποιημένα αντιπροσωπεύουν τις κοινωνίες τους στην διεθνή ζωή. Η όντως πρωτοφανής ανάπτυξη ΜΚΟ τις τελευταίες δεκαετίες οφείλεται στο έλλειμμα ορθολογιστικών διακρατικών ρυθμίσεων που θα αντιμετώπιζαν τα κατά περίπτωση ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένα τα αίτια πολέμου που δημιουργούν τεράστια ελλείμματα διεθνούς συνεργασίας, στον αχανή χώρο των αναρίθμητων και ποικιλόμορφων διεθνικών δρώντων τίθεται το εύλογο ερώτημα για την σχέση πολιτικής, κοινωνίας, πολιτικής δράσης και διανεμητικής δικαιοσύνης. Οι ισχυροί κρατικοί συντελεστές, αναμενόμενα, βρίσκουν διαύλους πρόσβασης, στράτευσης και εκμετάλλευσης των δραστηριοτήτων τους προς ίδιο όφελος (τουλάχιστον όσον αφορά μερικούς εξ αυτών). Αν αυτό συμβαίνει και στον βαθμό που συμβαίνει αποτελεί οπωσδήποτε ζήτημα μεγάλης πολιτικής σημασίας. Για κάθε σοβαρό μελετητή ή παρατηρητή της διεθνούς πολιτικής που δεν επιθυμεί να διολισθαίνει στην ιδεολογικοποίηση των πάντων (ή ακόμη χειρότερα να προσαρμόζει τα πάντα στην προσωπική του υποκειμενική άβυσσο) ήταν πάντοτε προφανές ότι το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό και υπό το πρίσμα της εξέλιξης του διεθνούς συστήματος της ύστερης εποχής αποτελεί ένα άκρως ενδιαφέρον πεδίον ανάλυσης των διεθνών (ή κατά μερικούς «παγκόσμιων») σχέσεων. Γι’ αυτό οι αξιόπιστες θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων θεωρούσαν αφελή την παραφιλολογία περί αλληλεξάρτησης, περί τεχνολογίας και περί διαβρώσεων της κυριαρχίας, φαινόμενα τα οποία υποστήριζαν ότι τερματίζουν, δήθεν, τα κυρίαρχα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης. Τέτοιες ισοπεδωτικές θεωρήσεις –και είναι πολλές– εκτός του ότι ακροβατούν επικίνδυνα μεταξύ του πνεύματος-γράμματος του διεθνούς δικαίου και ενός αφελούς-απολιτικού διεθνισμού-κοσμοπολιτισμού, παρακάμπτουν το γεγονός ότι η διάβρωση της κυριαρχίας προκαλεί διανεμητικά αποτελέσματα προς όφελος κάποιων ισχυρών δρώντων και εις βάρος κάποιων άλλων. Ακριβώς, εμποδίζονται οι ισόρροπες συναλλαγές μεταξύ δρώντων άνισης ισχύος ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται αντικίνητρο στους ισχυρούς να συμμετέχουν στην βάση ισοτιμίας με τους λιγότερο ισχυρούς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο των διεθνών θεσμών για να επιλύσουν μεγάλα προβλήματα όπως η άνιση ανάπτυξη, οι θεομηνίες, οι συνέπειες των πολέμων και τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα. Ουσιαστικά, όσον αφορά αυτά τα προβλήματα πολλά άτομα ή ομάδες τελικά απεγνωσμένα επιχειρούν να γεμίσουν το έλλειμμα που δημιουργούν οι διεθνείς θεσμοί. Είναι όμως πάντοτε ευθύγραμμα ωφέλιμη η δράση τους όταν δεν ελέγχονται από ένα κοινωνικοπολιτικά διαμορφωμένο σύνολο ανθρώπων; Είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες ΜΚΟ αγαθών-ιεραποστολικών κινήτρων και χωρίς άνομες διασυνδέσεις; Είναι ή δεν είναι εύκολη η εκμετάλλευσή τους από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς των κατά συγκυρία ηγεμονικών κρατών;

[4] Για μια εξαιρετική ανάλυση αυτής της πτυχής από την σκοπιά του πολιτικού φιλοσόφου –που συνδέει επιπλέον το ζήτημα της επέμβασης με το διεθνές δίκαιο και τους διεθνούς θεσμούς– βλ. John Rawls, Το δίκαιο των λαών (Ποιότητα, Αθήνα 2002), ιδ. 146 κ.ε.

[5] Όπως σοφά όρισε (ή καλύτερα ρητά υπονόησε) ο «ιστορικός νομοθέτης» του διακρατικού συστήματος στις διατάξεις του συστήματος συλλογικής ασφάλειας του ΟΗΕ (Κεφάλαιο Ι), βασικά δημοκρατία στις διεθνείς σχέσεις σημαίνει διακρατική ισοτιμία και μη επέμβαση.

[6] Είναι άλλο πράγμα μια αυτοκρατορία ή ηγεμονία όπως κατά καιρούς επιχειρήθηκε και άλλο ένα κοινωνικοπολιτικά νομιμοποιημένο παγκόσμιο κράτος εδρασμένο σε μια παγκόσμια κοινωνία προικισμένη με επαρκή κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ενότητα. Το πρώτο επιχειρήθηκε ουκ ολίγες φορές στην βάση ποικίλων διεθνιστικών σχεδίων από κράτη που κατείχαν επαρκή ισχύ με σκοπό την παγκόσμια κοινωνική εξομοίωση και/ή την παγκόσμια ηγεμονική διακυβέρνηση. Το δεύτερο υπήρξε μόνο στην φαντασία α-πολιτικών κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων. Η πραγματικότητα είναι ότι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της ιστορίας των διεθνών σχέσεων είναι η διαρκής διαπάλη μεταξύ των διακριτών κοινωνιών του πλανήτη που αξίωναν διακριτή, ανεξάρτητη και αδέσμευτη πολιτική κυριαρχία και των κατά συγκυρία ισχυρών (επαναστατικών) κρατών που αξίωναν ηγεμονία και επιβολή επί των υπόλοιπων κοινωνιών. Τα τελευταία συχνά επιχειρώντας να εγκαθιδρύσουν αυτοκρατορία ή ηγεμονία ανάπτυσσαν φασιστικές ιδεολογίες μεταμφιεσμένες με ωραιοποιημένα διεθνιστικά σχέδια και κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα ή θεωρήματα. Ασκώντας μη νομιμοποιημένη βία και συχνά με γενοκτονικές μεθόδους επιδίωκαν παγκόσμια κοινωνική και πολιτική εξομοίωση. Οι διεθνολογικές προεκτάσεις αυτής της ιστορικής διαδρομής εξετάζονται στα κεφάλαια 2-5 του Π. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο (Ποιότητα, Αθήνα 2004). Για την έννοια επαναστατισμός και πολλές περιπτωσιολογικές αναφορές βλ. M. Wight, Διεθνής Θεωρία, τα Τρία Ρεύματα σκέψης (Ποιότητα, Αθήνα 1998)

[7] Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο αμφίσημος ρόλος των Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας που ακύρωσε τον ρόλο του ΟΗΕ ως σύστημα Συλλογικής Ασφάλειας επί μισό περίπου αιώνα. Με ιστορικούς όρους αντίστοιχου χαρακτήρα είναι και η Συνθήκη Μη Διασποράς των Πυρηνικών Όπλων η οποία όπως εξελίχθηκε οδηγεί κάποιους να πιστέψουν ότι αντί στον πυρηνικό αφοπλισμό ή στην δραστική μείωση των όπλων αυτών μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια ηγεμονική διευθέτηση με βαθύτατες προεκτάσεις όπου κάποιοι ελέω ισχύος θα είναι έχοντες και κάποιοι άλλοι μη έχοντες. Υπενθυμίζεται η αρχική –ενσωματωμένη στην σχετική Συνθήκη– δέσμευση των «εχόντων» όταν προσήλκυαν κράτη να υπογράψουν ότι σκοπός είναι οι πυρηνικός αφοπλισμός. Ακόμη πιο σημαντικό, σ’ αυτό το ολισθηρό ηγεμονικό πεδίο που αντιβαίνει στις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου και στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ διολισθαίνει ολοένα και περισσότερο στην Μεταψυχροπολεμική εποχή το Συμβούλιο Ασφαλείας του οποίου –του οποίου μάλιστα στο μεγάλο και αμφιλεγόμενο πεδίο των «διεθνών αποφάσεων» και της «ad hoc διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης (που εξ αντικειμένου υπονομεύει την ιστορική αποστολή του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου)– οι αποφάσεις στερούνται δικαστικό ή άλλο υπέρτερο έλεγχο.

[8] Δεν αναφερόμαστε σε συγκεκριμένες κανονιστικές ρυθμίσεις –που μπορούν να διαφέρουν από Σύμβαση σε Σύμβαση ή να μετεξελίσσονται όταν αυτές αλλάζουν– αλλά στο πνεύμα αυτών των συμφωνιών που σταδιακά οδηγεί τον διακρατικό πολιτικό πολιτισμό προς αυτές τις κατευθύνσεις. Αν αυτές οι υποχρεώσεις και αυτά τα δικαιώματα συνδεθούν με την έννοια της διανεμητικής δικαιοσύνης όπως την κατανοούμε στο πλαίσιο ενός κοσμοθεωρητικά και ηθικοκανονιστικά διαμορφωμένου Πολιτειακού συστήματος, θα μπορούσαν να θεωρηθούν «διακρατικά συμπεφωνημένη και από κοινού εφαρμοζόμενοι διακρατικοί κανόνες δικαίου διανεμητικών συνεπειών». Η κοινωνικοπολιτική και ηθική τους διαμόρφωση συντελείται ταυτόχρονα στο διακρατικό και ενδοκρατικό επίπεδο αλλά η υιοθέτησή τους και η εφαρμογή τους λαμβάνει χώρα όταν οι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και οι πρόοδοι πολιτικού πολιτισμού των δυνητικά συμβαλλομένων κρατών-κοινωνιών δημιουργήσουν τις κατάλληλες ευνοϊκές συνθήκες γι’ αυτό. Η πλήρης εφαρμογή του πνεύματος και του γράμματος αυτών των Συμβάσεων, εξάλλου –όπως εξάλλου πολύ περισσότερο συμβαίνει με πλήθος άλλων διακρατικών ζητημάτων που συνεχίζουν να βρίσκονται υπό την αίρεση της ισχύος–, εξαρτάται από την μείωση της έντασης ή την εξάλειψη των αιτιών πολέμου. Συναφής είναι ενδεχομένως και η εμμονή του John Rawls στο τελευταίο του κείμενο Το Δίκαιο των Λαών (Ποιότητα, Αθήνα 2001), βλ. ιδ. σσ. 148-150,214, να αναφέρεται στο «Δίκαιο των Λαών» της «Κοινωνίας των Λαών» (των κυρίαρχων πολιτισμένων λαών στις σχέσεις των οποίων απορρίπτει κάθε κοσμοπολίτικη αντίληψη ως ανορθολογική και ασύμβατη με την ιστορική πολιτική διαμόρφωση του κόσμου η οποία δεν είναι μόνο φιλελεύθερη).

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: