Δοκίμιο: Σόροι, σοράκια και κοράκια. Ορισμός και γενική τοποθέτηση

Γενική τοποθέτηση για την διαμάχη αναφορικά με τα βιβλία της ιστορίας. Ο όρος «σόροι, σοράκια και κοράκια»

Η διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας δεν αφορά ένα ζήτημα που ανέκυψε το 2007. Αν ανατρέξει σε σημειώματα του υποφαινόμενου των τελευταίων ετών θα διαπιστώσει ότι όπως και μερικοί άλλοι εξέφραζε έντονες αντιρρήσεις για συγκεκριμένα φαινόμενα:
Πρώτον, το γεγονός ότι οι κοινωνικές επιστήμες διολισθαίνουν ολοένα και περισσότερο στην πολιτική προπαγάνδα αντί στην επιστημονική έρευνα υπό το πρίσμα της αναγκαίας και μη εξαιρετέας αξιολογικής ελευθερίας («Αξιολογικής ελευθερίας», με την ευρύτερη έννοια του όρου, δηλαδή την δεοντολογική υποχρέωση του ακαδημαϊκού να κατατείνει στην πλήρη αντικειμενικότητα και στην ακριβή περιγραφή αντί στο αντίστροφο, δηλαδή, την επιλεκτικότητα, την μεροληψία, την μεταμφιεσμένη έκφραση υποκειμενικών απόψεων και την ακόμη χειρότερη επιτήδεια-εξεζητημένη ακαδημαϊκή μεταμφίεση ιδεολογικοπολιτικών προσταγμάτων της καθημερινής παραταξιακής και διακρατικής διαμάχης).
Δεύτερον, έντονες και αιτιολογημένες αντιρρήσεις, επίσης, εκφράστηκαν επανειλημμένα για το γεγονός ότι αφενός αυτές οι τάσεις διαπλέκονται με ακόμη πιο ανησυχητικές αντίστοιχες διεθνοπολιτικές-εξωπολιτικές διεθνικές τάσεις. Συγκεκριμένα, αντί, όπως θα ανέμενε κανείς, οι ακαδημαϊκοί να είναι απόλυτα προσηλωμένοι στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα τα οποία δεοντολογικά και κατά νόμο είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν ασκητικά και αφοσιωμένα, συχνά, φαίνεται πως η κύρια δραστηριότητά κάποιων είναι διεθνικές-εξωπολιτικές διεθνικές ιδεολογικοπολιτικές δραστηριότητες αμφιβόλου επιστημονικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, κάθε επιστήμονας ενδείκνυται να συμμετέχει σε διεθνή συνέδρια και να συνεισφέρει με έργα στην διεθνή βιβλιογραφία [Σημείωση: Αν και ο υποφαινόμενος έχει χιλιάδες σελίδες ξενόγλωσσων δημοσιεύσεων, δεν μπορώ παρά να εκφράσω την δυσφορία μου για μια αξιοπερίεργη αντίληψη μοναδικά ελληνική. Συγκεκριμένα, θεωρείται ως θέσφατο επιστημονικής προόδου απλά και μόνο το γεγονός υποβολής ξενόγλωσσων κειμένων. Κρίνεται –και η εμπειρία μου αυτό δείχνει– μια δημοσίευση, όχι από το καθαυτό επιστημονικό περιεχόμενο του κειμένου αλλά από την γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο. Αυτό διευκολύνει τερατώδεις στρεβλώσεις μιας και στρατευμένοι ομοϊδεάτες αναμενόμενα αλληλοβοηθούνται με αποτέλεσμα να παρακάμπτουν επιτήδεια την ανάγκη ένα κείμενο να είναι πρωτότυπο, επιστημονικά ουσιαστικό και τεκμηριωμένο. Ακόμη και ημιμαθή αναμασήματα τρίτης και τέταρτης κατηγορίας πνευματικών καταλοίπων μπορεί να θεωρηθεί σημαντική αν η γλώσσα είναι ξένη]. Ο ακαδημαϊκός, αν και υποχρεωμένος να επιδιώκει συμμετοχή σε συνέδρια, όλοι γνωρίζουμε ότι ελάχιστα είναι τα αμιγώς επιστημονικά συνέδρια. Η συνήθης παρασιτική πρακτική είναι κοινωνικοπολιτικές συναντήσεις αναψυχής που βαφτίζονται ως συνέδρια.
Τρίτον και συναφές, κάθε ακαδημαϊκός που είναι αφοσιωμένος στο καθήκον του είναι εύλογο να ανησυχήσει όταν οι διεθνικές δραστηριότητες των ακαδημαϊκών δεν αποτελούν πλέον αυτό που θα ανέμενε κανείς, δηλαδή αυστηρά επιστημονικού χαρακτήρα δραστηριότητα, αλλά διεθνική εξωπολιτική δράση. [Σκοπός, δηλώθηκε, είναι «να μην ρέει αίμα η ιστορία» και (τα ιστοριογραφήματα) «να συμβάλλουν στην διαμόρφωση πολιτικών θέσεων εξωτερικής πολιτικής». Διάβαζε: «θέσεων» συμβατών με κάποια ηγεμονικής έμπνευσης εφήμερα ιδεολογήματα και θεωρήματα «μαλακής ισχύος».] Όπως υποστηρίζω αιτιολογημένα σε άλλη περίπτωση, η Πολιτική δράση για να είναι συμβατή με τον πολιτικό πολιτισμό των ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων, απαιτείται να είναι κοινωνικοπολιτικά ενταγμένη. Κοινωνικοπολιτικά ενταγμένη, με την έννοια ότι υπόκειται σε κοινωνικούς ελέγχους, κοινωνικοπολιτικές εξισορροπήσεις και θεσμικούς ελέγχους. Μια πολιτική δράση απαιτείται να είναι είτε ενδοκρατικά-κοινωνικοπολιτικά ενταγμένη ή τουλάχιστον διαφανής και υπό την αίρεση ελέγχων του διακρατικού θεσμικού συστήματος. Όταν η πολιτική δράση εκφεύγει αυτών των ορίων –και ταυτόχρονα είναι επιστημονικά μεταμφιεσμένη– είναι, εν δυνάμει, αντικοινωνική δράση, η οποία ενδέχεται να βλάψει την ενδοκρατική και διακρατική ζωή. Ίσαμε τις ακραίες συνέπειες αυτών των φαινομένων και επί της αρχής, οι μεγαλομανείς εξωπολιτικές επιδιώξεις ενός κερδοσκόπου Σόρος δεν διαφέρουν από ενός διεθνικού τρομοκράτη όπως ο Μπιν Λάντεν. Είναι ένα πράγμα, λοιπόν, οι ουσιαστικές-πραγματικές επιστημονικές δραστηριότητες και άλλο οι κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτες διεθνικές πολιτικές δράσεις.
Τέταρτον, όπως έχει επίσης αναλυθεί εκτεταμένα και αιτιολογημένα σε άλλη περίπτωση, οι κοινωνικές επιστήμες, σε σύγκριση με ένα οποιοδήποτε άλλο πεδίο επιστημονικής δραστηριότητας, είναι το πλέον τρωτό επιστημονικό πεδίο. Ιδιαίτερα στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής, απαιτούνται στοιχειώδεις μόνο γνώσεις για να γνωρίζει κανείς το πραγματολογικά επαληθευμένο γεγονός πως οι κυβερνήσεις των ηγεμονικών δυνάμεων εδώ και πολλές δεκαετίες επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τους κοινωνικούς επιστήμονες ως εργαλείο «μαλακής ισχύος» των εθνικών τους στρατηγικών. Εδώ, σημειώνεται μόνο πως αυτός ο γνωστός και υπαρκτός κίνδυνος διαφθοράς της επιστημονικής δραστηριότητας –δηλαδή ουσιαστικά η συνειδητή ή ανεπίγνωστη στράτευσή στις διεθνοπολιτικές επιδιώξεις εξωπολιτικών άνομων και καταχρηστικών συμφερόντων– αποτελεί θανατηφόρο δηλητήριο για τις κοινωνικές επιστήμες που τις καθιστά κοινωνικοπολιτικά άχρηστες και επικίνδυνες. Το ζήτημα της «μαλακής ισχύος» είναι γνωστό κυρίως στους ειδικούς διεθνολόγους. Εσχάτως, εν τούτοις, έγινε ευρύτερα γνωστό λόγω των δραστηριοτήτων τόσο της αμερικανικής κυβέρνησης όσο και διεθνικών δρώντων όπως ο κερδοσκόπος Σόρος. Ο τελευταίος, είναι δεδηλωμένα μεγαλομανής [«Σόρος: «Ναι διαθέτω εξωτερική πολιτική, Θέλω να γίνω η συνείδηση του Πλανήτη»]. Τα τεράστια κονδύλια που είναι προιόντα κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, εξάλλου, συχνά διαφθείρουν την διεθνή πολιτική, και τελικά, δυστυχώς και την ακαδημαϊκή διαδικασία. Φαινόμενα όπως αυτά που σχετίζονται με τις πολιτικές δραστηριότητες του Σόρος διαφθείρουν την διεθνή πολιτική, σέρνουν στον χορό της προπαγάνδας χιλιάδες νέους που ανυποψίαστοι συμμετέχουν στα «πανεπιστήμιά» του (και στα κατά χώρα ποικιλόχρωμα συνεργαζόμενα «ιδρύματα»). Είναι επίσης πασίγνωστο ότι επηρεάζει την πολιτική μικρότερων κρατών στην περιφέρεια της Ελλάδας (αλλά και ευρύτερα) αλλά και για το γεγονός πως οι ρευστές διασυνδέσεις του με διάφορες «υπηρεσίες», πολιτικούς ηγέτες και διεθνικούς δρώντες είναι ένα διεθνοπολιτικό αίνιγμα. Αίνιγμα, το οποίο πολλοί πολιτικοί επιστήμονες ήδη εξετάζουν ως ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα διαφθοράς της ενδοκρατικής και διακρατικής ζωής (λόγω, ακριβώς, του εξωπολιτικού χαρακτήρα αυτών των δραστηριοτήτων).
Πέμπτον, η φράση «σόροι, σοράκια και κοράκια» που έχω πλέον καθιερώσει και που θα αναλύω ολοένα και βαθύτερα (από την ακαδημαϊκή βεβαίως σκοπιά), αφορά ακριβώς τα προαναφερθέντα εξωπολιτικά διεθνικά φαινόμενα ίσαμε τα ακραία τους όρια. Δηλαδή: Την εισροή ανορθολογικών εξωπολιτικών κριτηρίων στην ενδοκρατική και διακρατική ζωή αλλά, πλέον, και στην ακαδημαϊκή ζωή. Υπάρχει κάτι, βεβαίως, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με λογικούς όρους: Διεθνικοί δρώντες όπως ο Σόρος ή και άλλοι πολύ χειρότεροι βρίσκονται πλέον ανοικτά πίσω από διοργανώσεις, θεσμικές συναρθρώσεις, πλουσιοπάροχες χρηματοδοτήσεις και άλλες συναφείς δραστηριότητες που (κυριολεκτικά) αχρηστεύουν μερικές επιστημονικές δραστηριότητες καθιστώντας τες συχνά επιστημονικά μεταμφιεσμένες εξωπολιτικές και εξωκοινωνικές δράσεις. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ζήτημα που τίθεται δεν είναι βαθμίδας αλλά αρχής. Είναι ζήτημα δεοντολογίας, επιστημονικής οντολογίας, ακαδημαϊκών κωδίκων και βαθύτερων προβληματισμών για την αποστολή των κοινωνικών επιστημών. Ακόμη, σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο εκτροχιασμός των κοινωνικών επιστημών ωφελεί κυρίως άνομα και καταχρηστικά ηγεμονικά συμφέροντα ή διεθνικούς δρώντες είναι η μια πλευρά του ζητήματος και αφορά κυρίως την πολιτική ηγεσία και τις κοινωνίες των λιγότερο ισχυρών κρατών. Η άλλη πλευρά είναι το γεγονός ότι οδηγεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες στον στοχαστικό θάνατο και στην κοινωνική αχρηστία.
Έκτον, ιδιαίτερα όσον αφορά τις τελευταίες επισημάνσεις, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την αποστολή, τον ρόλο και τους κινδύνους που υποβόσκουν κάτω από το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας που δίνεται στους ακαδημαϊκούς. Αυτό το προνόμιο προϋποθέτει υψηλό αίσθημα ευθύνης για το ακαδημαϊκό λειτούργημα, αυστηρή προσήλωση στα ακαδημαϊκά καθήκοντα, αδιάφθορο και ιδεολογικοπολιτικά ανεπηρέαστο στοχασμό και εθελούσια αποχή από συναναστροφές και συμπεριφορές που υπονομεύουν αυτό τον υψηλό κοινωνικό ρόλο.
Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να τονιστεί, είναι το εξής: Μας αφήνει παγερά αδιάφορους το αστείο επιχείρημα ότι στις διεθνοπολιτικές εξωπολιτικές δραστηριότητες όσων συναγελάζονται διεθνή υποκείμενα όπως ο κερδοσκόπος Σόρος συμμετέχουν τράπεζες, διεθνείς θεσμοί και κατά τα άλλα ενδεχομένως ανυποψίαστοι επιχειρηματίες υπερατλαντικών αναψυκτικών ή άλλων προϊόντων. Τέτοια χρηματοδοτικά ή άλλα παρακολουθήματα εξ αντικειμένου έπονται των αρχικών διεθνικών πρωτοβουλιών των διοργανωτών και εξ αντικειμένου δεν τυγχάνουν κοινωνικοπολιτικών ελέγχων. Ουσιαστικά, οι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι εξαφανίζονται εκ προοιμίου μιας και ο καθείς ενδέχεται να παρασυρθεί στην υποστήριξη ωραιοποιημένων ιδεαλιστικών σκοπών με τους οποίους μπορεί να μεταμφιεστεί κάθε εξωπολιτική δραστηριότητα (ακόμη και μια τρομοκρατική οργάνωση θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και να ξεγελάσει πλήθος καλόπιστων ανθρώπων). Αφού στηθεί το διεθνικό σκηνικό από τους αρχικούς διεθνικούς πυρήνες –οι οποίοι εξ αντικειμένου είναι ελάχιστα ή καθόλου διαφανείς, αρχίζει η νομιμοποιητική συν-στράτευση λιγότερο ή περισσότερο υποψιασμένων οργανισμών, εταιρειών, πολιτικών προσώπων και άλλων κοινωνικών προσώπων που ιδέα δεν έχουν για το τι ακριβώς διακυβεύεται. Από επιστημονικής άποψης αυτά τα φαινόμενα είναι εξόχως ενδιαφέροντα, γιατί διαφθείρουν το Πολιτικό γεγονός. Δεν είναι όμως του παρόντος να επεκταθώ. Σε κάθε περίπτωση: Αυτό που ενδιαφέρει τον ακαδημαϊκό είναι τα ζητήματα δεοντολογίας και επιστημονικής ουσίας: Πόσο επηρεάζεται ο ανεξάρτητος ακαδημαϊκός στοχασμός όταν ο επιστήμονας συναγελάζεται και εισπράττει αμοιβές σε ένα διεθνοπολιτικό χώρο όπου εργολαβικά συνευρίσκεται με τερατουργηματικά ιδεολογικοπολιτικά υποκείμενα όπως ο κερδοσκόπος Σόρος, ή με πρώην εξόχως αμφιλεγόμενα πρόσωπα ηγεμονικών κρατών; Πόσο συμβατά είναι όλα αυτά με το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας όπως νοηματοδοτήθηκε πιο πάνω; Πόσο τέτοιες εξωπολιτικές διεθνοπολιτικές εκλεκτικές συγγένειες επηρεάζουν την ακαδημαϊκή δραστηριότητα; Πώς θα μπορούσε να τεκμηριωθεί περιπτωσιολογικά ότι αυτές οι διεθνοπολιτικές δραστηριότητες γύρω από το φασιστοειδές τερατούργημα του σχεδίου Αναν το 2003-4 οδήγησαν δεκάδες έλληνες και άλλους ευρωπαίους επιστήμονες στο βάραθρο της επιστημονικής απαξίωσης; Οι απαντήσεις σε αυτά και άλλα ερωτήματα είναι σχεδόν αυτονόητες. Γι’ αυτό και ο ακαδημαϊκός, αφήνοντας σε άλλους να απαντήσουν ερωτήματα που αφορούν τη συμβατότητα κάποιων δραστηριοτήτων με τις ηθικοκανονιστικές επιταγές της κάθε ενδιαφερόμενης κοινωνίας, εστιάζει την προσοχή στην διάβρωση του ακαδημαϊκού-επιστημονικού λειτουργήματος από «σόρους, σοράκια και κοράκια». Δηλαδή, μεταξύ άλλων, από τον εκτροχιασμό μιας ολοένα διευρυνόμενης ομάδας φορέων ακαδημαϊκών τίτλων προς κατευθύνσεις, συναναστροφές, απτά οφέλη, εκλεκτικές συγγένειες και ψυχικούς καταναγκασμούς που διαφθείρουν τον επιστημονικό στοχασμό. Τέτοια φαινόμενα καθιστούν την ακαδημαϊκή-επιστημονική αποστολή τρωτή στους κάθε εξωπολιτικούς διεθνοπολιτικούς Σόρους, στα περιφερόμενα αλήτικα (με την αρχαιοελληνική έννοια) διεθνοπολιτικά «σοράκια» ποικίλων καταβολών και στα διεθνοπολιτικά «κοράκια» άνομων και καταχρηστικών ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος. Ας το αναλογιστούν όσοι καλόπιστοι ακαδημαϊκοί βρέθηκαν σε τέτοια περιβάλλοντα με αποτέλεσμα να διολισθήσουν στην ατυχέστατη γι’ αυτούς δημόσια τοποθέτησή τους απέναντι στο φασιστοειδές σχέδιο Αναν. Ας το αναλογιστούν επίσης όσοι υπογράφουν λίστες οι οποίες αδιάντροπα συνηγορούν υπέρ ιδεολογικοπολιτικά στρατευμένων γνωμών όπως η εξής: Η «σύγχρονη» (sic) ιστοριογραφία μπορεί να εδράζεται σε προαποφασισμένες ιδεολογικοπολιτικές προτιμήσεις [βλ. πιο πάνω «για τα αίματα των αγώνων ελευθερίας που δεν πρέπει, δήθεν, να τονίζονται ιστοριογραφικά]. Ακόμη πιο σημαντικό, δεν μας αφορούν οι προθέσεις αλλά οι συνειδητές ή ανεπίγνωστες υπονομεύσεις του ακαδημαϊκού λειτουργήματος. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά το γεγονός ότι όταν μεταμφιέζονται επιστημονικά εξωπολιτικές και μάλιστα διεθνοπολιτικές σκοπιμότητες οι κοινωνικές επιστήμες έχουν πλέον περάσει τις κόκκινες γραμμές πέραν των οποίων πρέπει να θεωρούνται αντικοινωνικές και επικίνδυνες για την ενδοκρατική και διακρατική ζωή. Κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες ηθικοκανονιστικές επιταγές, πάγιοι ακαδημαϊκοί κώδικες και δεοντολογικοί κανόνες δεν μπορούν να παρακάμπτονται. Η ακαδημαϊκή ελευθερία, μπορεί να σημαίνει μόνο ελεύθερο στοχασμό και όχι προγραμματική προκατάληψη, δεδηλωμένη ιδεολογικοπολιτική στράτευση και διεθνοπολιτικές-εξωπολιτικές ταυτίσεις, οι οποίες έχουν τόση σχέση όση με την επιστημονική αποστολή όση και ο δαίμονας με τους αγγέλους.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: