ΕΕ: Στρατηγικές σεισμικές πλάκες

Περιεχόμενα

  • Σημείωμα 24.8.2012
  • Ιούνιος 2012. Οι στρατηγικές σεισμικές πλάκες στα θεμέλια της ΕΕ, η Βρετανία και η παράκρουση της «κοινής» δημοσιονομικής πολιτικής
  • Ιανουάριος 2013. Ομιλία βρετανού πρωθυπουργού και σχόλια Π. Ήφ.

Σημείωση 24.8.2012: Το δοκίμιο που ακολουθεί αρχικά αναρτήθηκε στην διεύθυνση Εκλογές 2012 στο πλαίσιο σειράς υπερκομματικών παρεμβάσεων ενόψει της κρίσης και των διαδοχικών εκλογών του 2012. Αναδημοσιεύτηκε 12 περίπου χιλιάδες φορές στο διαδίκτυο.Το αναπαράγω αυτούσιο εδώ, καθότι, πέραν της συγκυριακής σημασίας του, περιέχει διαχρονικά στοιχεία για τον χαρακτήρα της ΕΕ, την θέση ενός κράτους-μέλους στην διαδικασία ολοκλήρωσης και τις καθιερωμένες επί δεκαετίες διαπραγματευτικές πρακτικές. Ζητήματα του κειμένου αυτού έχουν εξεταστεί σε δημοσιεύσεις χιλιάδων σελίδων στην αγγλική και ελληνική γλώσσα (οι δέκα περίπου μονογραφίες για την ΕΕ, δοκίμια και άρθρα).
Σχεδόν τρία χρόνια μετά την κρίση, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι αυτό που πολλοί φοβούμασταν είναι πραγματικότητα: Το πολιτικό προσωπικό του νεοελληνικού κράτους στερείται στοιχειωδών γνώσεων και διαπραγματευτικών δεξιοτήτων άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Όσον αφορά την ελληνική ευρωπαϊκή πολιτική, επιπλέον, η περιρρέουσα συμβατική ατμόσφαιρα και οι αναρίθμητες επιστημονικά μεταμφιεσμένες ασυναρτησίες δεν αφήνουν περιθώρια ορθολογιστικής συμμετοχής στην διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Εξάλλου, τα δυσμενή αποτελέσματα είναι κάτι περισσότερο από ορατά. Στην διεύθυνση ΟΝΕ-Ελλάδα: Τρεις έγκαιρες προειδοποιήσεις παραθέτω τρεις επιφυλλίδες που γράφτηκαν το 1999, το 2000 και το 2002. Αντλούν από πολλές εκτενέστερες και άρχισαν να διατυπώνονται με τεκμηριωμένο τρόπο μονογραφίες ήδη από το 1990. Ο λόγος που τις υπενθυμίζω δεν είναι για να διεκδικηθεί κάποιο δάφνινο στεφάνι αλλά για να τονιστεί η σημασία της μη ιδεολογικής και επιστημονικά θεμελιωμένης ανάλυσης. Η παραγνώριση των επιχειρημάτων αυτών στοίχισε στην Ελλάδα πολλές εκατοντάδες δισεκατομμύρια!! και πιθανότητα, κάτι το οποίο βεβαίως απευχόμαστε, την ολική της καταστροφή.

Με κάθε αντικειμενικό κριτήριο το πολιτικό προσωπικό του νεοελληνικού κράτους βαθμολογείται μηδέν. Μετά την κρίση του 1999 δεν συγκρότησε επιχειρήματα στήριξης της εθνικού συμφέροντος και μια διαπραγματευτική στρατηγική άξια ενός ισότιμου μέλους της ΕΕ. Η Ελλάδα συμμετέχει στην διαδικασία ολοκλήρωσης ως ουραγός και όχι ως ισότιμο μέλος, το πολιτικό προσωπικό δεν δείχνει να γνωρίζει τα θεσμικά και πολιτικά λάθη που θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να υπεραμυνθεί του συμφέροντος επιβίωσής της και οι συνομιλίες με το πολιτικό προσωπικό των άλλων μελών και με τους ευρωγραφειοκράτες θυμίζει έντονα την σχέση των αποικιοκρατών με τους υποτελείς τους. Στερούνται κοσμοθεωρητικού οράματος, λειτουργούν στο πόδι και πρόχειρα και δέχονται αδιαμαρτύρητα τα ιδιοτελή κελεύσματα των τρίτων. Τα αίτια είναι πολλά και θα εξεταστούν σε επερχόμενες δημοσιεύσεις. Εδώ σημειώνουμε μόνο ότι γράφοντας τον Αύγουστο 2012 οι τάσεις που επικρατούν οδηγούν στο οικονομικό τέλμα, στην κρατική εκμηδένιση, στην κοινωνική διαίρεση και στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας. Επιπρόσθετα, κράτη που επί δεκαετίες απειλούν την Ελλάδα, απλά τυγχάνει συγκυριακά να είναι απασχολημένα με άλλα περιφερειακά προβλήματά (τους). Διαφορετικά θα είχαμε υποστεί ήδη τις συνέπειες της πλήρους στρατηγικής ανυπαρξίας μας. Συναφώς σημειώνεται, επίσης, ότι οι στρατηγικές ανακατατάξεις της περιφέρειάς μας θα επέτρεπαν στην Ελλάδα -εάν το πολιτικό προσωπικό και ένα συγκεκριμένο «ίδρυμα» που επηρέασε καταστροφικά την ελληνική διπλωματία δεν είχαν εκμηδενίσει στρατηγικά και πνευματικά το νεοελληνικό κράτος- να δώσει οριστική λύση σε προβλήματά δεκαετιών αν όχι αιώνων.
Θα συνεχίσουμε να παρατηρούμε και αναλύουμε τα ζητήματα αυτά σε μια μονιμότερη βάση και στην βάση μιας μακροχρόνιας προοπτικής

Οι στρατηγικές σεισμικές πλάκες στα θεμέλια της ΕΕ, η Βρετανία και η παράκρουση της «κοινής» δημοσιονομικής πολιτικής

Π. Ήφαιστος

Οι διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και η προεκλογική ένταση επισκίασαν το γεγονός ότι στο μέτωπο της Ευρωπαϊκής πολιτικής τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο, ενώ όλα είναι ρευστά. Τη στιγμή που οι στρατηγικές σεισμικές πλάκες κινούνται αστάθμητα στην Ευρώπη, στην Αθήνα εντούτοις κανείς δεν συνεκτιμά τις βαθύτατων προεκτάσεων συνέπειες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση να αναλύσει το στρατηγικό περιβάλλον, να σχεδιάσει την ελληνική εθνική στρατηγική, να ορίσει σκοπούς και να οργανώσει τα μέσα και τις προσεγγίσεις εκπλήρωσής τους.

Για να καταλάβουμε πως κινούνται οι μεγάλες δυνάμεις σήμερα χρειάζεται να συνοψίσουμε κάποιες κλασικές στρατηγικές παραμέτρους των πολυδαίδαλων σχέσεων Ουάσινγκτον/Λονδίνο – Βερολίνο – Παρίσι. Η επερχόμενη πιθανή στρατηγική αναδιάταξη και η σταθερότητα ή αστάθεια στην Ευρώπη εξαρτώνται από αυτές τις σχέσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ενέχει η έντονη δραστηριότητα της Βρετανικής διπλωματίας όσον αφορά την κρίση της ευρωζώνης. Αυτή η δραστηριοποίηση του Λονδίνου βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με μακραίωνες Βρετανικές εξισορροπητικές πρακτικές.

Το ύστερο Βρετανικό ενδιαφέρον για την ευρωζώνη οφείλεται, εκτιμάται, στον φόβο του Λονδίνου ότι η κατάσταση μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη. Να διαλυθεί δηλαδή το πλέγμα των μεταπολεμικών θεσμών συνεργασίας συμπεριλαμβανομένης και της ΕΕ. Κύριος διττός σκοπός της μακραίωνης Βρετανικής στρατηγικής ήταν αφενός η σταθερότητα στην ηπειρωτική Ευρώπη και αφετέρου να μην αφεθεί μια ηπειρωτική δύναμη ή μια συμμαχία δυνάμεων να ενοποιήσει την ηπειρωτική περιοχή Ανατολικά της Μάγχης. Γι’ αυτό, η Βρετανία ναι μεν έβλεπε εξαρχής θετικά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά μόνο αν δεν οδηγούσε σε πολιτική ενοποίηση. Αυτό που βασικά θέλει το Λονδίνο είναι μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών υπό την υψηλή εποπτεία της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Η Μεγάλη Βρετανία, η οποία επί αιώνες ήταν η μεγάλη ναυτική δύναμη της Δύσης, αντικαταστάθηκε αρχές του 20ού αιώνα από τη νέα πλανητική ναυτική δύναμη, τις ΗΠΑ. Βέβαια, το Λονδίνο μερίμνησε έγκαιρα (ήδη από τη δεκαετία του 1930) να συγκροτήσει με τις ΗΠΑ μια από τις ισχυρότερες σύγχρονες συμμαχίες, γνωστή και ως «ειδική σχέση ΗΠΑ – Βρετανίας». Έκτοτε, η Βρετανική ισχύς είναι ετερόφωτη και ευθέως ανάλογη του βάθους των στρατηγικών σχέσεων του Λονδίνου με την Ουάσινγκτον. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Βρετανίας είναι αμοιβαία επωφελείς: Πέραν του ότι η Βρετανία είναι η στενότερη σύμμαχος των ΗΠΑ είναι επίσης συχνά και μακρύ διπλωματικό χέρι της υπερατλαντικής υπερδύναμης. Το βλέπουμε να επαληθεύεται αναρίθμητες φορές. Το βλέπουμε και τώρα λόγω ευθυγράμμισης των δύο κρατών στο θέμα της κρίσης της ευρωζώνης.

Χρήσιμο είναι να γνωρίζουμε τους θεμελιώδεις άξονες της Βρετανικής διπλωματίας. Το Βρετανικό στρατηγικό δόγμα που και σήμερα ακολουθεί το Λονδίνο, διατυπώθηκε ήδη από τον Τσόρτσιλ το 1946, όταν όρισε τους τρεις κύκλους της μεταπολεμικής Βρετανικής διπλωματίας. Μεταξύ άλλων, όρισε την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ ως την υπέρτατη επιλογή της μετά-αποικιακής Βρετανικής διπλωματίας. Στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αντίστοιχα, λειτουργώντας με κλασικούς Βρετανικούς στρατηγικούς όρους ενθάρρυνε τη συνεργασία αλλά όχι την ενοποίηση της Δυτικής Ευρώπης.

Ενώ αρχικά η Μεγάλη Βρετανία δεν συμμετείχε στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το στίγμα των Βρετανικών σκοπών αποτυπώθηκε από τον Τσόρτσιλ όταν δήλωσε «είμαστε μαζί σας, αλλά όχι ένας από εσάς» («we are with you, but not one of you»). Το 1958 ο Μακμίλλαν, επίσης, έκανε σαφές στον Πρόεδρο Ντε Γκολ ότι ο λόγος που η Βρετανία ήθελε να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ –όπως τελικά και έγινε όταν αποχώρησε ο στρατηγός–, ήταν για να εμποδίσει τυχόν περαιτέρω ενοποιητικά βήματα και τυχόν στενότερες σχέσεις μιας συμμαχίας κρατών στην ηπειρωτική Ευρώπη με την Ουάσινγκτον, κατιτί που κατά τους Βρετανούς υποβαθμίζει τον ρόλο του Λονδίνου.

Τις επόμενες δεκαετίες οι κοινοί στρατηγικοί σκοποί Βρετανών και Αμερικανών συγκεκριμενοποιήθηκαν ακόμη ακριβέστερα: «Οι ΗΠΑ είναι στρατηγική δύναμη και η Ευρώπη μια περιφερειακή δύναμη», δήλωσε ο Κίζιγκερ το 1973. «Όριο είναι ο ουρανός για μια ευρωπαϊκή πολιτική διπλωματίας, άμυνας και ασφάλειας», δήλωσε η Θάτσερ το 1979, «αλλά αυτός ο ουρανός, συνέχισε, έχει οροφή, δηλαδή την Ατλαντική Συμμαχία».

Σταθερότητα, οικονομική συνεργασία, Ατλαντισμός και ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων είναι λοιπόν το τρίπτυχο της Βρετανικής διπλωματίας απέναντι στην ηπειρωτική Ευρώπη. Όταν αυτά δεν εκπληρώνονται το Λονδίνο δραστηριοποιείται διπλωματικά ή αν καταστεί αναπόφευκτο και στρατιωτικά. Η Βρετανία παρεμβαίνει δραστήρια, όταν η Ευρώπη οδηγείται σε αστάθεια ή όταν ενοποιείται αμφισβητώντας τη Βρετανική στρατηγική πρωτοκαθεδρία. Στην παρούσα φάση, εκτιμάται, το Λονδίνο παρεμβαίνει επειδή στρατηγικά μιλώντας διαφαίνεται στον ορίζοντα το ενδεχόμενο μιας πιθανής Γερμανικής ηγεμονίας και το φάσμα μιας ανεπίστροφης δρομολόγησης προϋποθέσεων μεγάλης αστάθειας.

Η Γερμανία ούτως ή άλλως τους τρεις τελευταίους αιώνες βρισκόταν και συνεχίζει να βρίσκεται στον πυρήνα όλων των στρατηγικών ζητημάτων της Ευρώπης και του Ευρωατλαντικού χώρου. Μετά το 1945, όλο το σύστημα ευρωπαϊκών και Ατλαντικών θεσμών του οποίου η Βρετανία υπήρξε κύριος αρχιτέκτονας, αποσκοπούσε στον οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό έλεγχο της Γερμανίας. Βασικά, δεν υπάρχει θεσμός στον Ευρωατλαντικό χώρο ο οποίος να μην είχε ως κύριο σημείο αναφοράς το «Γερμανικό ζήτημα».

Πρακτικά, αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των γερμανικών οικονομικών πολιτικών από υπερεθνικούς πλην διακυβερνητικά εποπτευόμενους θεσμούς, την απαγόρευση απόκτησης πυρηνικών όπλων από τη Γερμανία, την υιοθέτηση από το Βερολίνο χαμηλών τόνων στην εξωτερική πολιτική και την ένταξη των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Ατλαντική Συμμαχία και στους μικρότερης εμβέλειας ευρωπαϊκούς θεσμούς άμυνας και ασφάλειας. Συνολικά, ο σκοπός ήταν να διασφαλίζεται διαρκώς επαρκής στρατηγική εποπτεία επί της Γερμανίας στα πεδία της οικονομίας, της άμυνας και της διπλωματίας.

Το ρηθέν «οι ΗΠΑ με τη στρατηγική παρουσία τους στην Ευρώπη σώζουν τους ευρωπαίους από τους εαυτούς τους» συμβολίζει μια επαληθευμένη πραγματικότητα: Η Ευρώπη είναι στρατηγικά σταθεροποιημένη λόγω Αμερικανικής παρουσίας. Η σταθερότητα αυτή έχει ως συνέπεια τη στρατηγική εξάρτηση από τις ΗΠΑ στα πεδία της διπλωματίας, της άμυνας και της οικονομίας. Συντομεύοντας υπενθυμίζουμε ότι λόγω μεγάλων διλημμάτων ασφαλείας, το 1989-92, όταν η Γερμανία επανενωνόταν και πριν παρέμβουν οι ΗΠΑ, οι εύθραυστες στρατηγικές ισορροπίες στο τρίγωνο Βρετανίας-Γαλλίας-Γερμανίας έφτασαν σε σημείο τήξης και ρήξης.

Η Αμερικανική υψηλή στρατηγική με την οποία η Βρετανία συμπορεύεται πλήρως, φαίνεται να υπονομεύεται σοβαρά λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης. Το Λονδίνο βλέπει ξεκάθαρα ότι δημιουργούνται οι εξής συστημικές προϋποθέσεις οι οποίες δυνατό να αλλάξουν ριζικά το στρατηγικό περιβάλλον: Είτε διαλυθεί η ευρωζώνη είτε όχι, μια Γερμανική οικονομική ηγεμονία θα επιφέρει μια Γερμανική οικονομικοπολιτική πρωτοκαθεδρία. Το ίδιο ισχύει εάν διαλυθεί ή μετασχηματιστεί δραστικά η ΕΕ με σκοπό τη δημιουργία μιας «διαφοροποιημένης και ιεραρχημένης ευρωπαϊκής δομής» πολλών ταχυτήτων στην οποία αναπόδραστα θα δεσπόζει ο αναδυόμενος Γερμανικός πολιτικοοικονομικός κολοσσός.

Όπως ξεκάθαρα βλέπουμε να συμβαίνει τώρα ακόμη και υπό συνθήκες πολύ πιο χαλαρών δομών, τους πολιτικοοικονομικούς όρους των αποφάσεων τους ορίζει ο ισχυρός και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται. Η ασυμμετρία σχέσεων προκαλεί οικονομική, πολιτική, στρατηγική και κοινωνική ασυμμετρία. Μέχρι τώρα αυτό μετριαζόταν επειδή επίμονα και επί δεκαετίες τα μέλη μεριμνούσαν η ΕΕ να διατηρεί αντί-ηγεμονικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή, συναινετικές αποφάσεις, για να μην μπορεί ο ισχυρός να επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και φροντίδα για να συντηρούνται και να αναπτύσσονται ισότιμες σχέσεις. Μια ιεραρχημένη δομή στη βάση κριτηρίων μεγέθους και ισχύος αλλάζει εκ βάθρων το κοινοτικό εγχείρημα και το καθιστά βασικά αχρείαστο.

Το έμπειρο αετίσιο μάτι των Βρετανών διπλωματών, επιπλέον, βλέπει να σωρεύονται σύννεφα στο «Ανατολικό μέτωπο». Μια δηλαδή διαφαινόμενη προσέγγιση της Γερμανίας με τη Ρωσία. Απλά, όπως θα δούμε πιο κάτω, μια τέτοια εξέλιξη αναβιώνει εφιάλτες του παρελθόντος, όποτε και όταν Μόσχα και Βερολίνο συμπορεύτηκαν στρατηγικά.

Η δεύτερη υψηλή στρατηγική η οποία τρίζει λόγω της κρίσης της ευρωζώνης είναι η εθνική στρατηγική της Γαλλίας την οποία θεμελίωσε ο Πρόεδρος Ντε Γκολ και την οποία υπηρέτησαν πιστά όλοι οι μετέπειτα πρόεδροι. Η Γαλλία στο πλαίσιο της δεδηλωμένης στρατηγικής της «εθνικής ανεξαρτησίας» διατηρεί πυρηνικά όπλα για μια πλανητική αναλογική στρατηγική αποτροπή, αλλά –όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στο παρελθόν από υψηλά ιστάμενους Γάλλους ηγέτες–, το πυρηνικό αποτρεπτικό χρησιμεύει και ως «ψυχολογική εξισορρόπηση της Γερμανίας».

Επιπλέον, η Γαλλία ακολουθώντας μια ανεξάρτητη εθνική στρατηγική και κρατώντας επί δεκαετίες αποπνικτικά «σφικταγκαλιασμένη» τη Γερμανία με τη Συμφωνία του 1963, φρόντιζε ούτως ώστε μέχρι σήμερα η ΕΕ να παραμένει ένα κρατοκεντρικό σύστημα όπου οι υπερεθνικοί θεσμοί θα είναι εντολοδόχοι και όχι εντολείς των διακυβερνητικών θεσμών.

Για να το πούμε διαφορετικά και συνδέοντάς το με τα συντρέχοντα γεγονότα, η Γαλλία όπως και τα μικρότερα κράτη της ΕΕ δεν ήθελαν και δεν θέλουν να στριμωχθούν μέσα σε ένα υπερεθνικό θεσμό όπου λόγω υπερισχύουσας οικονομικής θέσης θα ηγεμονεύει το Βερολίνο. Φανταστείτε μια κοινή δημοσιονομική πολιτική η οποία θα είναι δήθεν υπερεθνική αλλά λόγω συντριπτικής υπεροχής της Γερμανίας θα ηγεμονεύεται από το Βερολίνο.

Οι τάσεις αυτή τη στιγμή είναι χαρακτηριστικές: Λόγω άνισου ανταγωνισμού και ασύμμετρων πολιτικοοικονομικών σχέσεων, το ένα μετά το άλλο τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη συνθλίβονται οικονομικά και υποτάσσονται με «μνημόνια» διαφόρων ειδών. Εν δυνάμει ή ήδη εμπράγματα ο πλούτος τους εκποιείται στους πλουσιότερους και μετατρέπονται σε Γερμανική αποικία νέου είδους.

Οι επισημάνσεις που προηγήθηκαν μας οδηγούν στο ζήτημα των στρατηγικών προεκτάσεων της «ολοκλήρωσης» και των ύστερων νομισματικών αποφάσεων του 1991-2. Το γεγονός ότι η ΕΕ δεν προσαρμόστηκε στην κρατοκεντρική της φύση με το να μετατρέψει τους υπερεθνικούς θεσμούς σε αυστηρά εντολοδόχους των εντολέων διακυβερνητικών θεσμών, είναι ένα μεγάλο ζήτημα που αναλύθηκε αλλού (συνοπτικά αλλά πυκνά στο ημέτερο Κοσμοθεωρία των Εθνών).

Σημασία έχει εδώ να τονίσουμε ότι οι πιο πάνω λεπτές στρατηγικές ισορροπίες μπήκαν σε τροχιά αστάθειας, όταν λήφθηκε η απόφαση του 1991-92 για τη δημιουργία της ΟΝΕ. Πρόκειται για μια από τις πλέον ανορθολογικές αποφάσεις της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή η απόφαση επαληθεύει ότι για κάποιο περίεργο λόγο ξανά και ξανά ακόμη και μεγάλα και πολύ οργανωμένα κράτη όλως περιέργως περιπίπτουν σε μοιραία και τραγικά πολιτικά σφάλματα. Αλλού υποστηρίξαμε ότι αυτό οφείλεται στο έλλειμμα πολιτικής σκέψης απόρροια μιας περιρρέουσας μοντερνιστικής ουτοπικής και ιδεολογικά βεβαρημένης ατμόσφαιρας που επέτεινε η στρατηγική και πνευματική σύγχυση του Ψυχρού Πολέμου και της παραληρηματικής μεταψυχροπολεμικής εποχής.

Οι Γάλλοι, για παράδειγμα, αφελώς πίστεψαν πως «δένοντας το Βερολίνο με τις κλωστές» ενός νομισματικού συντονισμού θα ήλεγχαν τον ενοποιημένο πια Γερμανικό οικονομικό και κοινωνικό γίγαντα. Η ένταξη της Αυστρίας μαζί με τη σταδιακή ανάπτυξη δεσμών με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης απλά οδήγησε σε ένα πανίσχυρο γερμανικό μπλοκ στο κέντρο της Ευρώπης, που συνθλίβει οικονομικά τις ασθενέστερες εθνικές οικονομίες του Νότου και όχι μόνο. Εν τούτοις, οι Γάλλοι πίστεψαν εσφαλμένα πως δεν είχε μεγάλη σημασία η Γερμανική οικονομική ισχύς αυτή καθεαυτήν εάν δημιουργούσαν νομισματικούς εποπτικούς θεσμούς.

Παρενθετικά επισημαίνουμε ότι αναμφίβολα η άσκοπη και απροετοίμαστη Ελληνική ένταξη στην ΟΝΕ, πριν δέκα χρόνια, ήταν ένα ιστορικό πολιτικό και στοχαστικό «έγκλημα» στο οποίο εμπλέκονται αναρίθμητοι ηθικοί αυτουργοί, κυρίως τεχνοκράτες, αδιάβαστα μέλη του πολιτικού προσωπικού και συνάδελφοί μου που περιφέρονται μεταξύ διεθνικών ιδρυμάτων, διεθνικών συνάξεων και ελληνικών κομματικών και κυβερνητικών γραφείων. Δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος να αποφασιστεί μια απροετοίμαστη εσπευσμένη προσχώρηση σε ένα νομισματικό χώρο όπου θα υπήρχε ένας θηριώδης ανταγωνισμός που θα στερείτο (πανευρωπαϊκούς) κοινωνικούς και πολιτικούς ελέγχους.

Η πανταχόθεν περιρρέουσα πολιτική και πνευματική σύγχυση κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών έκανε πολλούς που αυτό-ονομάζονται «ορθολογιστές» να πιστέψουν πως μπορεί να υπάρξει μια κοινή ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική πάνω σε ένα κοινωνικά και εθνοκρατικά διαφοροποιημένο χώρο. Η ίδια καταστροφική εσφαλμένη σκέψη κατατρύχει πολλούς αυτή τη στιγμή, όταν όλες οι κοινωνίες και οι πολιτικές τους ηγεσίες έντρομες αναζητούν διέξοδο από τη δίνη που προκάλεσαν οι εσφαλμένες αποφάσεις του 1992.

Υπήρξαν ακόμη και φωνές «υψηλών» προσωπικοτήτων τις οποίες πολλοί από εμάς τότε δικαίως, χαρακτηρίσαμε «νοημοσύνης νηπίου», οι οποίοι δήλωναν πως με ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά κριτήρια που θα βάθαιναν μέσω νομισματικών και οικονομικών αποφάσεων θα περνούσαμε, δήθεν, σε μια ευρωπαϊκή οικονομική ένωση που θα κατέληγε τελικά, δήθεν, σε μια πολιτική ένωση της Ευρώπης. Είναι γνωστές οι τότε ειρωνείες των Βρετανών που δεν συμμετείχαν και οι οποίοι αρχικά αντιστέκονταν στη μετονομασία της ΕΟΚ σε ΕΕ. Ονοματολογική αλλαγή που τελικά αποδέχθηκαν δηλώνοντας σαρκαστικά πως μια τέτοια μετονομασία δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία.

Τα κράτη και τις αυτοκρατορίες ή οποιεσδήποτε σύγχρονες υπερεθνικές και διακυβερνητικές ρυθμίσεις δεν τις συγκροτούν και δεν τις συγκρατούν θεσμικές κλωστές ή ωφελιμιστικά κριτήρια. Η εθνοκρατική συγκρότηση –και πολλοί ονειρεύονται επικίνδυνα μια τέτοια συγκρότηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο– συμπεριλαμβάνει μεν την οικονομία αλλά όχι μόνο αυτή. Είναι και μια πνευματική υπόθεση. Απαιτεί μια συνεκτική πολιτική ανθρωπολογία που νομιμοποιεί τις πανευρωπαϊκές μακροϊκονομικές αποφάσεις. Η μακροοικονομία όπως και τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας είναι «υψηλή πολιτική», όπως λέμε. Απαιτεί υψηλής βαθμίδας κοινωνική δέσμευση και κοινωνική νομιμοποίηση.

Αν υπάρξει ένωση των Ευρωπαίων με οικονομικούς δεσμούς, υπογράμμισε το 1966 ο Raymond Aron, «δεν θα αποτελέσει αλλαγή εντός της ιστορίας, αλλά αλλαγή της ιστορίας». Ο Raymond Aron, όμως, ήταν μια βαρυσήμαντη στοχαστική προσωπικότητα σπάνιας εμβέλειας. Η περιρρέουσα συμβατική ατμόσφαιρα ακαδημαϊκών και πολιτικών αναλύσεων στην Ευρώπη –για την Ελλάδα είναι περιττό να αναφερθούμε γιατί αποτελούν ρεσιτάλ πολιτικοστοχαστικού παραληρήματος διαρκείας δύο δεκαετιών– απλά ενίσχυσε τον ανορθολογισμό των πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών αποφάσεων. Έτσι, πολλοί πίστεψαν πως η «ολοκλήρωση» των Ευρωπαίων θα ήταν μια απλή και γραμμική οικονομική υπόθεση ή απλή υπόθεση ευθυγράμμισής τους με κάποια ιδεολογικά και θεσμικά δόγματα.

Επιπλέον, αναρίθμητοι ειδικοί των μεταφυσικών αλμάτων στο πεδίο των ψυχολογικών ερμηνειών οι οποίοι ποτέ δεν εργάστηκαν και οι οποίοι ζουν παρασιτικά μέσα σε πανεπιστημιακά ιδρύματα, συνηθίζουν εδώ και δεκαετίες να αναλύουν το «συλλογικό υποκείμενο» ως και να μπορούν, δήθεν, να εντοπίσουν την κατάσταση κάποιας μυστηριώδους (και πάντα κατ’ αυτούς χαλασμένης) «συλλογικής ψυχής». Μέσα σε αυτή την ψυχή μπορούν, δήθεν, να καταδυθούν για να μιλήσουν προπετώς για το πώς πρέπει να σκέφτονται οι άνθρωποι και για το πως θα πρέπει να οργανώνονται ανθρωπολογικά, κοινωνικά και πολιτικά.

Συναφώς, ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι τα ποικίλων εκδοχών γενοκτονικά εγκλήματα και οι ηθικοί αυτουργοί τους στο πολιτικοστοχαστικό επίπεδο αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Συνειδητά ή ανεπίγνωστα αποτελούν πνευματικά τέκνα γενοκτονικών συλλογικών ενοχοποιήσεων της δεκαετίας του 1930.

Στην Ευρώπη εξώθησαν στο στρίμωγμα των εθνών μέσα σε ιδεολογικά επινοημένους κατασκευαστικούς θεσμούς. Στην Ελλάδα, παρομοίως, πολλοί υποστηρίζουν σήμερα, δεν φταίει ο τρόπος που συγκροτείται και ασκείται η πολιτική εσωτερικά και στην Ευρώπη αλλά τα «κακά ψυχόρμητα» των πολιτών. Αυτονόητα, αυτά είναι κακόγουστες ασυναρτησίες. Οι Έλληνες θα ματώσουν πολύ περισσότερο αν δεν κατανοήσουν τι συμβαίνει στην Ευρώπη και στον κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες και αν δεν αρχίσουν να αγαπάνε την πατρίδα τους παραμερίζοντας όσα δεξιοαριστερά μεταμοντέρνα ορφανά του Ψυχρού πολέμου παραληρούν κοσμοπολίτικα και διεθνιστικά.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στα ίδια ακριβώς διλήμματα και προβλήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Το ζήτημα είναι κατά πόσο είναι εφικτό να έχουμε μια εθνοκρατοκεντρική δομή ισότιμων σχέσεων αντί-ηγεμονικά διασφαλισμένων ή εάν θα εισέλθουμε ξανά μέσα στον χαώδη κόσμο των πολιτικοστοχαστικών παρακρούσεων.

Το εξισωτικό και εξομοιωτικό σχέδιο νομισματικής ενοποίησης απέτυχε και τώρα η ακαταστασία που προέκυψε επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με συμμόρφωση στους ανελέητους όρους που θέτει η Βόννη από θέση ισχύος και με αποφάσεις που κυριολεκτικά λαμβάνονται στο πόδι από κοινωνικά άγνωστους τεχνοκράτες ανατριχιαστικής προπέτειας. Η πολιτική οργάνωση της Ευρώπης, αν μη τι άλλο για να διασφαλιστούν τα συνεργασιακά κεκτημένα, δεν μπορεί παρά να συγκροτηθεί σύμφωνα με τη διαφοροποιημένη κοινωνική του φύση. Οι ρυθμίσεις στο οικονομικό πεδίο είναι κρίσιμης σημασίας και αυτό δεν φαίνεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

Πιο συγκεκριμένα, δεν αναφερόμαστε μόνο στις ιστορικές ταυτότητες και στις εθνικές ιδιαιτερότητες σε όλο το ανθρωπολογικό φάσμα (θεσμικές παραδόσεις, νομικά συστήματα, εργασιακές πρακτικές, πολιτισμικοί παράγοντες κτλ). Αναφερόμαστε επίσης στον κυριότερο παράγοντα μιας εθνοκρατικής συγκρότησης: Την κοινωνική δικαιοσύνη που συνδέει βαθειά τις κοινωνικές, οικονομικές και πνευματικές δομές στο εσωτερικό ενός εθνοκράτους. Ανά πάσα στιγμή η κοινωνική δικαιοσύνη ενσαρκώνει τον εθνικό τρόπο ζωής και νομιμοποιεί τις βαθύτατων διανεμητικών προεκτάσεων ιδιοκτησιακές, παραγωγικές, καταναλωτικές, διανεμητικές και εξουσιαστικές ιεραρχίες.

Με Αριστοτελικούς όρους, είναι η ανά πάσα στιγμή διανεμητική δικαιοσύνη όπως αναδεικνύεται μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις και όπως εξελίσσεται το οικείο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Κανένα εθνοκρατικό σύστημα κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι όμοιο με κάποιο άλλο. Ακόμη και τυφλοί μπορούν να δουν αυτή τη διαφοροποιημένη κοσμοθεωρητική, ηθική και κανονιστική συγκρότηση του πλανήτη. Μπορούν να το κάνουν με το να διαβάσουν τους νόμους, τα Συντάγματα και τις υπόλοιπες κρατικές εθνοκρατικές θεσμίσεις.

Όποιος πιστέψει πως μπορεί να καταστήσει τις κοινωνίες υποχείριο –ξεχνώντας ότι η καθεμιά εξ αυτών είναι ένας κινούμενος και ιδιόμορφα αναπτυσσόμενος κοινωνικοπολιτικός οργανισμός– για να κατασκευάσει μια ευρωπαϊκή δημοσιονομική «γερμανική σαλάτα» δεν είναι μόνο αφελής αλλά και άκρως επικίνδυνος. Δεν συγκροτούνται έτσι τα συστήματα κοινωνικής και διανεμητικής δικαιοσύνης και οι εμπειρίες των τελευταίων δεκαετιών για υπερεθνική συγκρότηση στην πρώην ΕΣΣΔ, στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην ίδια την ΕΕ, αν και πολλά διδάσκουν εν τούτοις πολλοί αποδεικνύονται ανεπίδεκτοι μαθήσεως.

Αυτές τις μέρες παρατηρούμε το ίδιο θέατρο του παραλόγου. Ακούμε τις ίδιες ηγεμονικά εμπνευσμένες και ανίατα στρεβλές διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες παρακρούσεις. Μάλιστα, στη Γερμανία, η μέθη που προκαλεί η οικονομική ισχύς, παραμερίζει τα ιστορικά στρατηγικά ζητήματα και οι γερμανοί ηγέτες επιχειρούν να επιβάλουν μια γερμανικά εποπτευόμενη «κοινή» δημοσιονομική πολιτική και μια στενότερη θεσμική και πολιτική δομή που αναπόδραστα θα είναι εξαρτημένη μεταβλητή του ισχυρότερου. Οι γερμανικές αξιώσεις, αν και παράλογες, είναι εν τούτοις αναμενόμενες: Κλασικά ισχύει το ρηθέν ότι ο ηγεμόνας αγαπά πάντα αυτούς τους οποίους θέλει να κυριαρχήσει. Λογικό είναι η Βόννη να επιδιώκει μια κατά το δυνατόν στενότερη σχέση. Μια δυναστική ασύμμετρη σχέση!

Ο κατακτητής (εδώ ο οικονομικός κατακτητής) αγαπάει πάντα την ειρήνη και τη σταθερότητα στις σχέσεις του με τους κατακτημένους. Τα μνημόνια και οι νεόδμητες «αποικίες του ευρωπαϊκού Νότου» που ακυρώνουν την εθνική ανεξαρτησία και τη δημοκρατία των κρατών αυτών, είναι ο τρόπος και η μεθόδευση της Γερμανικής επικυριαρχίας. Υπό τις περιστάσεις η κοινή δημοσιονομική πολιτική εκπληρώνει τον σκοπό του οικονομικού και αύριο πολιτικού κατακτητή να έχει υπό τον έλεγχο τους ηττημένους μέσα σε μια Γερμανικά κυριαρχούμενη κοινή δομή.

Ένας πρώην υπουργός της Πρωθυπουργού Θάτσερ συνόψισε τις διαχρονικές επιφυλάξεις πολλών όταν δήλωσε: «Με την επανένωση η Γερμανία σχεδιάζει να επιτύχει με οικονομικό τρόπο ό,τι δεν πέτυχε ο Χίτλερ με στρατιωτικά μέσα». Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω μια Γερμανική πολιτικοοικονομική ηγεμονία επί των «μνημονιακά» χειροπόδαρα δεμένων «αποικιών του Νότου» θα βαθαίνει ολοένα και περισσότερο. Ολοένα και περισσότερο οι «αποικίες» αυτές θα συνθλίβονται οικονομικά και θα εκποιούνται με εξευτελιστικούς όρους.

Οι πιο πάνω τάσεις που εκδηλώνονται έντονα στο πεδίο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιβεβαιώνουν ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά στο θολό βασίλειο της Εσπερίας. Τα υπόλοιπα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη –τα μικρότερα κατάντησαν θλιβεροί κομπάρσοι μέσα σε μια παρωχημένη «ευρωπαϊστική» ρητορική– είναι παγιδευμένα μέσα σε μια στρατηγική δίνη. Η δίνη αυτή συνδυάζει δυναμικά:

α) μια βαθειά οικονομική κρίση (παρόμοια είχαμε μόνο στο τέλος της δεκαετίας του 1920),

β) μια Γερμανική οικονομική ηγεμονία (ενώ είναι γνωστό ότι ποτέ η Γερμανία δεν μπορεί να γίνει αναίμαχτα ηγεμόνας της Ευρώπης),

γ) μια γιγαντιαία θεσμικοπολιτική υπερεθνική φούσκα που ανεξέλεγκτοι τεχνοκράτες διογκώνουν ολοένα και περισσότερο) και

δ) μια απουσία στρατηγικού σταθεροποιητή (καθότι είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να είναι αποτελεσματική η αγγλοσαξονική στρατηγική δραστηριοποίηση).

Τώρα, τι ακριβώς κάνει το Λονδίνο; Γιατί αυτό το ξαφνικό έντονο ενδιαφέρον να «εφαρμόσει η Ελλάδα τις υποχρεώσεις της» και γιατί μια τόσο έντονη ανησυχία για το μέλλον της ευρωζώνης; Μιας ευρωζώνης για την οποία μέχρι πρότινος οι Βρετανοί ειρωνεύονταν!

Αφήνοντας κατά μέρος την ανάλυση του πως ακριβώς επηρεάζει τη Βρετανία μια άτακτη διάλυση της ευρωζώνης, για το Λονδίνο –και για τον εν μέσω εκλογικών αναμετρήσεων υπερατλαντικό συνεταίρο της Βρετανίας– ο κύριος λόγος ανησυχίας έγκειται στο γεγονός ότι οι διπλωμάτες οσφραίνονται μια επερχόμενη μεγάλη και παταγώδη κατεδάφιση του μεταπολεμικού πολιτικού, οικονομικού και στρατηγικού εποικοδομήματος.

Στη βάση πάγιων στρατηγικών αντιλήψεων στο Λονδίνο το συμφέρον της Βρετανίας έγκειται στο σταδιακό ξεφούσκωμα της προαναφερθείσης θεσμικοπολιτικής και οικονομικής φούσκας και στη δημιουργία μιας νέας θεσμικά πιο χαλαρής ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής (στο παρελθόν είχε προταθεί άπειρες φορές). Όμως, εγγενή χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθιστούν αυτή τη φορά κάτι τέτοιο δύσκολο ή και ανέφικτο. Το Λονδίνο ανησυχεί!

Κατ’ αρχάς, υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Γερμανικής οικονομικής ηγεμονίας και Γερμανικής βούλησης να μεταφέρει επαρκείς πόρους σταθεροποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσα σε μια μη ηγεμονική πολιτικοθεσμική δομή. Το Βερολίνο κατανοεί πως για πρώτη φορά μετά τον Βίσμαρκ είναι σε θέση να ορίσει και μάλιστα αναίμαχτα τους όρους και τις προϋποθέσεις ενός Γερμανικού υπερισχύοντος ηγεμονικού ρόλου στην Ευρώπη. Άλλωστε, κάθε βράδυ η κυρία Μέρκελ και ο κύριος Σόϊμπλε μας το υπενθυμίζουν στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Μόνο πολιτικά νήπια θα ανέμεναν αλτρουισμό.

Η Γαλλία, όντας και αυτή σε θέση αδυναμίας και με πολιτικούς ηγέτες που έφθασαν στο μικροπρεπές επίπεδο να προσβάλλουν έλληνες πολιτικούς ηγέτες (της αξιωματικής αντιπολίτευσης) μη αποδεχόμενοι συνάντηση, επειδή «δεν το επέτρεπε το πρωτόκολλο» –για να δεχθούν, λίγες μέρες μετά, τον αρχηγό του τρίτου κόμματος, ο οποίος υποθέτω λόγω απειρίας δέχθηκε–, κινούνται μεν σπασμωδικά μεταξύ Λονδίνου και Ουάσινγκτον, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτές οι σχέσεις είναι εφήμερες και επίπλαστες.

Η μόνη φορά που το Παρίσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη Γερμανία τους δύο τελευταίους αιώνες ήταν όταν ο Χίτλερ ηττήθηκε. Με τις συμφωνίες του 1955 που επαναλήφθηκαν το 1994 κυριολεκτικά κράτησαν τη Γερμανία δεμένη χειροπόδαρα. Σήμερα και παρά το γεγονός ότι η κατοχή πυρηνικών όπλων είναι μια διόλου αμελητέα παράμετρος, είναι αμφίβολο κατά πόσο το Παρίσι μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα. Το πιο επικίνδυνο είναι εάν οι Γάλλοι συνεχίσουν να λειτουργούν σπασμωδικά.

Αυτά που ακούμε σήμερα μοιάζουν πολύ με τις αποφάσεις του 1991-92 όταν δημιουργήθηκε η ΟΝΕ: Ξανά με ημίμετρα στημένα στο πόδι επιχειρούν να δέσουν τον Γερμανικό γίγαντα με κλωστές. Για να ακριβολογούμε, όχι να τον δέσουν, αλλά να τον δεσμεύσουν με μεταφορές κάποιων χρηματοοικονομικών πόρων οι οποίοι θα αποτελούν τρύπα στο νερό μιας και το πρόβλημα δεν είναι οι τεμπέληδες έλληνες, ιταλοί, ισπανοί, πορτογάλοι ή κάποιοι άλλοι, αλλά ο άνισος οικονομικός ανταγωνισμός.

Κοντολογίς, μόνο αν κανείς είναι τυφλός δεν μπορεί να δει ότι η Ευρώπη παγιδεύτηκε θανάσιμα: Μια ανέφικτη πολιτική ένωση είναι προϋπόθεση μιας οικονομικής ένωσης, ενώ βήματα προς οικονομική ένωση σημαίνει υποταγή στον Γερμανικό γίγαντα. Το γεγονός ότι πολλοί είναι εγκλωβισμένοι μέσα σε διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες παρακρούσεις πολιτικά, κοινωνικά και ανθρωπολογικά ανεδαφικές είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα. Η στρατηγική και η πολιτική σκέψη είναι ελλειμματική και ο πολιτικός ορθολογισμός σπανίζει.

Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να τονιστεί, αφορά το μέγα στρατηγικό ζήτημα των σχέσεων Βερολίνου – Μόσχας. Η σχέση αυτή εξελίσσεται σύμφωνα με την εγγενή φύση των εξελίξεων των δύο τελευταίων δεκαετιών: Η πανίσχυρη πλέον Γερμανία ατενίζει Ανατολικά, και όχι μόνο. Το κατά πόσο αυτό αποτελεί προϊόν Γερμανικού στρατηγικού σχεδιασμού είναι αδιάφορο. Σημασία έχει ότι, πλέον, για εγγενείς δομικούς οικονομικούς λόγους που σχετίζονται με αγορές και πρώτες ύλες η Γερμανία προσβλέπει σε ένα «ζωτικό χώρο» στην Κεντρική Ευρώπη και στην Ανατολική Ευρώπη. Όσον αφορά τον Ευρωπαϊκό Νότο αλλά όχι μόνο, με ψυχραιμία και σιγουριά που παγώνει, το Βερολίνο επιχειρεί να τον μετατρέψει σε εκποιημένο και εξαγορασμένο από αυτήν αποικιακό χώρο.

Σίγουρο είναι ότι ο κλασικός εξισορροπητής, δηλαδή το Λονδίνο, «κινείται». Το ζήτημα όμως είναι κατά πόσο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να συγκρατηθεί και για να μετασχηματιστεί το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα. Εκτιμούμε πως είναι δύσκολο, αν όχι ανέφικτο. Όλα δείχνουν ότι τα πράγματα κινούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που δημιουργεί η υπερισχύουσα Γερμανική θέση.

Όμως, εδώ βρίσκονται και τα σπέρματα μιας μεγάλης αστάθειας: Ποτέ η Γερμανία δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει επί της Ευρώπης. Για στρατηγικούς λόγους που αφορούν την παγκόσμια κατανομή ισχύος και συμφερόντων οι Δυτικοί ποτέ δεν θα της το επιτρέψουν.

Διαχρονικά η θέση της Ρωσίας επί αυτού ήταν πονηρή και επαμφοτερίζουσα. Το στρατηγικό παίγνιο, αν και είναι δύσκολο, ευνοεί τη Μόσχα: Τυγχάνει σήμερα η Ρωσία να είναι η μόνη που διαθέτει πολιτική ηγεσία με ικανότητα θέασης του ιστορικού παρελθόντος και του μέλλοντος.

Στην Ελλάδα, μετά τις εκλογές της 6ης Μαίου λογικά έπρεπε να πάρουν το τιμόνι της διπλωματικής και οικονομικής διακυβέρνησης προσωπικότητες υψηλού πολιτικού και στοχαστικού κύρους, για να μπορέσουν να πλοηγήσουν το ελληνικό καράβι μέσα από τις συμπληγάδες. Το ίδιο ζήτημα τίθεται μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου.

Οι συμπληγάδες είναι πολλές και αλληλένδετες. Η διαπραγμάτευση μέσα στο ρευστό στρατηγικό και πολιτικοθεσμικό πεδίο που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε πιο πάνω απαιτεί κομματικά αδιάφθορες προσωπικότητες υψηλού πολιτικού κύρους και διακεκριμένων επιδόσεων. Επιπλέον, η διαχείριση των πρωτογενών ελλειμμάτων θα πρέπει να συνδυαστεί με κοινωνική συνοχή, ευνομία και οικονομική ανάπτυξη.

12/6/2012

Ιανουάριος 2013 Ομιλία του Βρετανού Πρωθυπουργού για την Ευρώπη: Η Ευρώπη στην κλίνη του αγγλοσαξονικού Προκρούστη;

Π. Ήφαιστος http://www.ifestosedu.gr

Ακολουθούν μερικά σχόλια για το περιεχόμενο της ομιλίας του Βρετανού Πρωθυπουργού. Η ομιλία παρατίθεται στο τέλος.

Η ομιλία του Βρετανού πρωθυπουργού αποτυπώνει το γεγονός ότι στο επίπεδο χάραξης στρατηγικής η Βρετανία συνεχίζει να διαθέτει δεξιότητες των πιο υψηλών προδιαγραφών. Η πολιτική σκέψη πάνω στην οποία στηρίζεται, επίσης, υποδηλώνει το γεγονός πως τα πολιτικά ελίτ της Βρετανίας πλεονεκτούν έναντι των αντίστοιχων της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η τελευταία παρατήρηση ισχύει στον βαθμό που μέχρι στιγμής δεν διαπιστώνεται να έχει συγκροτήσει η Γερμανία αυτοτελείς δομές λήψης ανάλυσης, αποφάσεων και χάραξης στρατηγικής ανάλογων και αντίστοιχων προδιαγραφών με αυτές της Βρετανίας και της Γαλλίας.
«Αποκρυπτογραφώντας» τις βρετανικές θέσεις σε αναφορά με πάγια και διαχρονικά χαρακτηριστικά της στρατηγικής του Λονδίνου, παρατηρούμε πως αφού οι Βρετανοί κατέληξαν στο σημαντικό συμπέρασμα ότι ο δραστικός –αν όχι εκ βάθρων– μετασχηματισμός της ΕΕ είναι αναπόδραστος –αυτό είναι σαφές σε πολλά σημεία της ομιλίας και διατυπώνεται με πολύ αυτοπεποίθηση–, η ΜΒ, αφενός καταθέτει τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους σκοπούς της, και αφετέρου, προσδιορίζει τον ρόλο τους ως ένας από τους αρχιτέκτονες των νέων δομών: «We believe in a flexible union of free member states who share treaties and institutions and pursue together the ideal of co-operation. To represent and promote the values of European civilisation in the world. To advance our shared interests by using our collective power to open markets. And to build a strong economic base across the whole of Europe … This vision of flexibility and co-operation is not the same as those who want to build an ever closer political union — but it is just as valid »
Βασικά, σε συνάρτηση και με άλλα σημεία της τοποθέτησης του Βρετανού πρωθυπουργού, υποδηλώνεται μια απόφαση του Λονδίνου να επιχειρήσει συμμαχίες και συνεργασίες που θα φέρουν την Ευρώπη στην κλίνη του αγγλοσαξονικού Προκρούστη.

Πιο συγκεκριμένα σχόλια:

1. Η φράση «single market» αναφέρεται συνολικά 33 φορές. Υποδηλώνει την πάγια βρετανική θέση ότι η ΕΕ («πρέπει») είναι βασικά μια εμπορικοοικονομική υπόθεση και τίποτα περισσότερο (όσον αφορά την υπερεθνική διάσταση). Εκμεταλλεύεται την αποτυχία των μεγάλων εγχειρημάτων μετά το 1992 και προσδιορίζει την θέλησή της να επανέλθει σταδιακά η κοινότητα στα μέτρα και σταθμά της Μεγάλης Βρετανίας. Με απλά λόγια, αποσυναρμολόγηση της υπερεθνικότητας στο πεδίο των λειτουργικών κεκτημένων και δρομολόγηση ρυθμίσεων που θα την καταστήσουν κάποιου είδους εμπορική και καταναλωτική ελεύθερη ζώνη. Αυτή ήταν διαχρονικά η θέση του Λονδίνου στο βάθος όλων των θέσεών του από το 1945 και εντεύθεν. Η κρίση, ενδεχομένως να έπεισε το Λονδίνο ότι ήλθε η στιγμή να επιδιώξει δραστικές αλλαγές της Κοινότητας για να μεταλλάξει ριζικά το εγχείρημα [το εάν αυτό είναι εφικτό και κατά πόσο αξιολογικά μιλώντας αυτό είναι ή δεν είναι επιθυμητό, είναι μια συζήτηση διαφορετικής τάξης και πέραν της εμβέλειας των σχολίων που κάνω εδώ]
2. Το Λονδίνο ευνοεί ένα κατακερματισμό άνευ ορίων ή καλύτερα ευνοεί μια ρευστή και ευμετάβλητη δομή όπου θα έχει την ενιαία εμπορική αγορά και μια σειρά a la carte συνεργασιών κατ’ επιλογή και σύμφωνα με τις δυνατότητες ή τα εθνικά συμφέροντα του καθενός. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο εάν διατηρήσει την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ και με δεδομένη την πορεία στρατηγικών αποκλίσεων στην ηπειρωτική Ευρώπη η Βρετανία προσβλέπει στην διατήρηση ή καλύτερα στην επανάληψη του ρόλου του balancer. Σε κάποιο σημείο είναι σχεδόν ρητό («we have always been a European power, and we always will be»). Δική μας θέση βέβαια είναι ότι μια τέτοια δομή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια υψηλή ηγεμονική εποπτεία. Μια τέτοια εποπτεία υπήρχε υπό τις ειδικές συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου που απορροφούσε τις συχνές Αμερικανικές ηγεμονικές αξιώσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν υπάρχουν πλέον ενώ το Λονδίνο από μόνο του είναι αμφίβολο κατά πόσο θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα τέτοιο ρόλο αυτόνομο και μόνο του.
3. Με συγκεκριμένες στοχεύσεις ευνοεί την πρωτοκαθεδρία του κράτους, το ροκάνισμα των υπερεθνικών θεσμών, την αναβάθμιση των κρατών ως εντολέων του συστήματος («My third principle is that power must be able to flow back to Member States, not just away from them») και ως προς τούτο και την αναβάθμιση των εθνικών κοινοβουλίων (το μόνο που δεν κάνει είναι να πει ρητά ότι το ευρωκοινοβούλιο θα πρέπει να καταργηθεί). Η εξώθηση προς ένα διακυβερνητισμό δεν μπορεί να είναι μια γραμμική υπόθεση. Εκτός του γεγονότος ότι προϋποθέτει αποσυναρμολόγηση πολλών υπερεθνικών ρυθμίσεων που αναπτύχθηκαν και ρίζωσαν –το κατά πόσο αυτή η αποσυναρμολόγηση μπορεί να επέλθει ανεξέλεγκτα και καταστροφικά είναι μια άλλο αλλά συναφές ζήτημα– οι ισορροπίες ενός κρατοκεντρικού συστήματος δεν είναι ποτέ αυτονόητα εύκολες. Η μόνη φόρμουλα είναι η Γκολική όπως την διετύπωσε και εφάρμοσε ο Γάλλος πρόεδρος την δεκαετία του 1960 πλην έκτοτε το Κοινοτικό εγχείρημα παρά το γεγονός ότι επηρεάστηκε από αυτή την φόρμουλα δεν την τήρησε πιστά (δυστυχώς, υποστηρίζουν κάποιοι).
4. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, βασικά, υιοθετεί με κομψό τρόπο την «Ευρώπη των πατρίδων» του ντε Γκολ όταν λέει «There is not, in my view, a single European demos. It is national parliaments, which are, and will remain, the true source of real democratic legitimacy and accountability in the EU». Με δεδομένες τις επιφυλάξεις και τις επισημάνσεις που μόλις έγιναν, τέτοιες αναφορές επί θεμελιωδών υποθέσεων απαιτείται να θεωρούνται ως απαρχή μακροχρόνιων μεθοδεύσεων των σχεδιαστών της Βρετανικής στρατηγικής. Όπως είναι γνωστό, η δική μου θεώρηση (Κοσμοθεωρία των Εθνών, συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών, της Ευρώπης και του κόσμου – Εκδόσεις Ποιότητα κεφ. 6) είναι ότι δεν υπάρχουν οι ανθρωπολογικές προϋποθέσεις ύπαρξης ενός ενιαίου κοινωνικού χώρου. Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει βαθύτατα την συμβατότητα ή ασυμβατότητα των υπερεθνικών εποικοδομημάτων σε σχέση με το κοινωνικό σώμα στο οποίο απευθύνονται. Τα μέλη αυτών των εποικοδομημάτων παρά το ότι στερούνται ακόμη και της παραμικρής δημοκρατικής νομιμοποίησης ενίοτε υιοθετούν στάσεις απρόκλητων εντολέων. Οι τρόικες που αποστέλλονται στα κράτη δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτή την τεχνόσφαιρα που η κρίση υποχρέωσε να αφαιρέσει το ωραιοποιημένο προσωπείο. Εν κατακλείδι, η θέση του Βρετανού πρωθυπουργού ότι η Ευρώπη στερείται ενός πανευρωπαϊκού Δήμου εδρασμένου σε υπερεθνικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις είναι μια θέση βαθύτατων προεκτάσεων και προσδιοριστική για κάθε επερχόμενη μεταρρύθμιση. Όχι τόσο επειδή το Λονδίνο προτάσσει αυτή την θεμελιώδη θέση με επίσημο τρόπο όσο εκ του γεγονότος ότι οι Βρετανοί αναλυτές που συνέγραψαν τον λόγο του Κάμερον «έπιασαν τον σφυγμό» της πραγματικής φυσιογνωμίας και των θεμελιωδών χαρακτηριστικών του εγχειρήματος της διαδικασίας ενοποίησης. Έκαναν, δηλαδή, μια σωστή ανάλυση την οποία δεν μπορούν να κάνουν όσοι στηρίζονται σε ιδεολογήματα, ευσεβείς πόθους ή και σε παραισθήσεις για το ποια είναι η πραγματική δομή των κρατών, της Ευρώπης και του κόσμου. Το γεγονός, δηλαδή, ότι όλα εδράζονται πάνω στην υψηλή αρχή της Εθνικής Ανεξαρτησίας και ότι μετά την Βεστφαλία (1648) τα εθνοκράτη συγκρότησαν τα δικά τους συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης, τις δικές τους κοινωνικοιπολιτικές δομές και τις συμβατές με αυτές (όταν βέβαια είναι συμβατές) ανθρωπολογικές προϋποθέσεις.
5. Ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός θεωρεί ως δεδομένο ότι η ΜΒ θα έχει το περιθώριο για δράσεις όπως έκανε στην Λιβύη ή την Συρία, μόνη ή με άλλους (προφανώς στο όνομα της Ευρώπης που προσδίδει νομιμοποίηση), υποβαθμίζει ρητά την ιδέα μιας κοινής ευρωπαϊκής άμυνας στα υπερεθνικά πρότυπα που πολλοί καλούν εδώ και δεκαετίες. Αν μη τι άλλο, αυτή η θεώρηση του βρετανού πρωθυπουργού είναι συμβατή με την πραγματικότητα (και εδώ δηλαδή «πιάνει τον σφυγμό» των πραγμάτων. Κανείς θυμάται με θλίψη τις επιπολαιότητες και τους ανεδαφικούς ιδεολογικούς πανηγυρισμούς ελλήνων και άλλων αναλυτών μετά το 1992, κατιτί που μας υποχρέωσε να αντικρούσουμε με μεγάλο συμβατικό κόστος. Ο Κάμερον, αναβαθμίζει (εκτιμώ ότι αυτό είναι ένας ευσεβής πόθος και ένα μεγάλο πρόβλημα για την Βρετανική στρατηγική) την Ατλαντική Συμμαχία. Ο Βρετανός πρωθυπουργός με εξεζητημένο τρόπο μιλά σχεδόν σκωπτικά αναφέρεται για την στρατηγική διαίρεση της Ευρώπης. Να θυμίσω ότι στην δεύτερη σημαντικότερη μεταπολεμική τοποθέτηση (της Θάτσερ το 1979) για Ευρωπαϊκή στρατηγική (μετά τις τοποθετήσεις του Τσόρτσιλ το 1946 και 1948 για τους τρεις κύκλους της Βρετανικής στρατηγικής) η τότε βρετανίδα πρωθυπουργός είπε ότι «όριο ο ουρανός για να συνεργαζόμαστε στο πεδίο της άμυνας και της ασφάλειας αλλά αυτός ο ουρανός έχει οροφή, είναι η Ατλαντική Συμμαχία»). Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα των επιφυλάξεων που εκφράσαμε, ο σκοπός των Βρετανών δεν είναι να μην υπάρχει ευρωπαϊκή άμυνα αλλά να υπάρχει στα μέτρα και στα σταθμά της Βρετανίας ή αυτών με τους οποίους θα συνεργάζεται.
6. Η βρετανική «χαριστική βολή» κατά της υπερεθνικής Ευρώπης (το πόσο αποτελεσματική θα είναι απαιτεί ανάλυση που δεν είναι του παρόντος) είναι η ρητή υποστήριξη δρομολόγησης αλλαγών (με δυσκολία θα μπορούσε να τις θεωρήσει κανείς ως «μεταρρυθμίσεις») αποδυνάμωσης της συνοχής με ένταξη και «άλλων μεγάλων κρατών» (βλ. δικό μου case study 1991 για τους λόγους που το Λονδίνο ευνόησε την υποβολή αίτησης ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ). Ο Κάμερον λέει: «A choice between leaving or being part of a new settlement in which Britain is at the forefront of collective action on issues like foreign policy and trade and where we leave the door firmly open to new members»). Η διεύρυνση, ως γνωστό, είναι το «δηλητήριο» της εμβάθυνσης.
7. Μόνο ως αστείο θα πρέπει να ειπωθεί ότι η ΜΒ θέλει να φύγει από την ΕΕ. Εκτός του ότι οι λόγοι προσπαθειών ένταξης μετά το 1958 ήταν συγκεκριμένοι και συνεχίζουν να ισχύουν (βλ. ανάλυση στο βιβλίο μου Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία – Εκδόσεις Ποιότητα, κεφ. 4) η προβολή των σκοπών της Βρετανίας όπως περιγράφονται στο κείμενο είναι σαφείς: Επειδή προβλέπει ότι αυτό θα είναι το στρατηγικό σκηνικό τις επόμενες δεκαετίες, προβάλλει θέσεις που θα της επιτρέπουν κυρίαρχο ρόλο στο στρατηγικό παίγνιο της Ευρώπης. Αυτό το στρατηγικό παίγνιο όποιος έχει στοιχειώδη στρατηγική θέαση αντιλαμβάνεται ότι άρχισε ήδη. Βασικά μετά το 1992 αλλά ταχύρρυθμα τα τρία τελευταία χρόνια (Ο Κάμερον δηλώνει χαρακτηριστικά: «That Britain’s national interest is best served in a flexible, adaptable and open European Union and that such a European Union is best with Britain in it.»).
8. Παρά το γεγονός ότι στην βάση ευρύτερων στρατηγικών τάσεων η συνέχιση του ενδιαφέροντος για την Δυτική Ευρώπη εκ μέρους των ΗΠΑ είναι αμφίβολη, η ΜΒ, εν τούτοις, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να συνεχίσει να ευνοεί μεγαλύτερο αμερικανικό ρόλο. Αυτό σημαίνει, λογικά, εμβάθυνση της ειδικής σχέσης. Πως όμως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να στερεωθεί; Η μόνη προσέγγιση που μπορεί να δει κανείς είναι να αναπτύξει πελατειακό ρόλο με τις ΗΠΑ στο νομισματικό πεδίο. Πεδίο που είναι απρόβλεπτο μιας και εξαρτάται από πολλές αστάθμητες μεταβλητές συμπεριλαμβανομένου του ευρώ ή κάποιου ευρώ μικρότερης κλίμακας ή και μόνο της Γερμανίας και κάποιων εξαρτωμένων από αυτή κρατών («The European Union that emerges from the Eurozone crisis is going to be a very different body. It will be transformed perhaps beyond recognition by the measures needed to save the Eurozone»). Επιπλέον, λόγω ανάδυσης πολλών νέων οικονομικών δυνάμεων το χρηματοοικονομικό πεδίο σε πλανητικό επίπεδο είναι ακόμη πιο σύνθετο, αστάθμητο και απρόβλεπτο. Η ίδια η Βρετανία, στον οικονομικό στίβο από μόνης εξ αντικειμένου μειονεκτεί.

Η συνολική εκτίμησή μας είναι ότι οι σχεδιαστές της στρατηγικής της Μεγάλης Βρετανίας αποτύπωσαν με σαφήνεια τόσο το τι θέλει το Λονδίνο όσο και το πώς εκτιμούν ότι θα εξελιχθεί η ευρωπαϊκή θεσμική, οικονομική και διπλωματική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ανεξάρτητα του κατά πόσο η ΜΒ θα κατορθώσει να διαιωνίσει τα ερείσματά της και να εκπληρώσει τα συμφέροντα όπως τα προσδιορίζει, κανείς θα πρέπει να έχει υπόψη ότι οι βρετανοί αναλυτές και σχεδιαστές στρατηγικής σπάνια πέφτουν έξω στην εκτίμηση των τάσεων. Ακόμη κάτι σημαντικό: Η πείρα του παρελθόντος διδάσκει ότι όταν οι Βρετανοί διπλωμάτες λένε κάτι συνήθως δεν αφορά το αύριο αλλά τις επόμενες δεκαετίες.
Η διαιώνιση μιας υψηλής Βρετανικής θέσης στο παγκόσμιο στρατηγικό στερέωμα συναρτάται βασικά από δύο παράγοντες: Πρώτον, την πανίσχυρη βρετανική διπλωματία και δεύτερον, την ετερόφωτη ισχύ μέσα από την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ. Η δεύτερη θα εξαρτηθεί από τις ευρύτερες πλανητικές εξελίξεις και το κέντρο βάρους της Αμερικανικής στρατηγικής. Η πρώτη, η βρετανική ικανότητα/δεξιότητα ανάλυσης, χάραξης στρατηγικής και διπλωματικής δράσης φαίνεται να μην έχει χάσει τα κλασικά της χαρακτηριστικά. Αναφέρεται ενδεικτικά και χαρακτηριστικά ότι, οι αναλύσεις των βρετανών διπλωματών αρχές της δεκαετίας του 1930 αποτύπωναν σχεδόν με ακρίβεια τις εκτιμήσεις για τον επερχόμενο πόλεμο και τις μεταπολεμικές ρυθμίσεις.
Συμπερασματικά, παρά το γεγονός ότι η ΜΒ δεν έχει πλέον ικανότητα πλανητικής προβολής ισχύος συνεχίζει να διατηρεί ικανότητες ανάλυσης και εκτίμησης των στρατηγικών εξελίξεων. Στην βάση αυτή παγίως μετά το 1945 επιδιώκει –και μέχρι σήμερα λίγο πολύ το κατόρθωνε– θέση και ρόλο πέραν αυτού που θα τις επέτρεπαν οι δυνάμεις της. Μια συνέχιση αυτού του ρόλου ευνοείται από την κατηφορικά ελικοειδή τροχιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον πολιτικοστρατηγικό κατακερματισμό της ηπειρωτικής Ευρώπης που προσφέρει μεγάλα περιθώρια δράσης στην Βρετανική διπλωματία.
Οι εξελίξεις στην Ευρώπη είναι τόσο ραγδαίες που ακόμη και τυφλοί θα έβλεπαν ότι η ευρωπαϊκή πολιτική αλλάζει ραγδαία και ότι πολλά όπως εκτυλίσσονται αποτελούν προάγγελο πολύ δραστικότερων εξελίξεων.
Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι πέραν της βραχυχρόνιας διαχείρισης της κρίσης απαιτείται να σκεφτεί και με όρους αυτονομίας-αυτοτέλειας που θα της επέτρεπαν ελιγμούς και κατάκτηση θέσης και ρόλου ανάλογα με τις εξελίξεις. Καίριας σημασίας για μια τέτοια ευελιξία είναι η κοινωνική συνοχή, η οικονομική ευρωστία και η πολιτικοστρατιωτική ικανότητα. Περιττό να υπογραμμιστεί ότι όπως εξελίσσονται τα πράγματα και στα τρία αυτά πεδία οι δυνατότητες μιας τέτοιας ευελιξίας εξατμίζονται μέρα με την μέρα.
Για την κατάσταση αυτή μεγάλη ευθύνη δεν φέρουν μόνο τα μέλη του πολιτικού προσωπικού αλλά και η ελληνική διανόηση πολλά μέλη της οποίας άλλοτε αναλώνεται σε παρασιτικές πρακτικές και άλλοτε σε ιδεολογικές συζητήσεις οι οποίες εξ αντικειμένου ως εκ της φύσεώς τους στερούνται κάθε επιστημονικής υπόστασης. Το αποτέλεσμα είναι η αναπαραγωγή δεύτερης τάξης αναλύσεων ή ιδεολογικών σαπουνόφουσκων που ροκανίζουν τον πολιτικό ορθολογισμό και προσφέρουν μια στρεβλή εικόνα για την Ευρώπη και την διεθνή πολιτική. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η λανθασμένη εκτίμηση για την πορεία της Ευρώπης και για τους λόγους που έγινε η ΟΝΕ μας στοίχησε μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ και πολλά, δυστυχώς, έπονται.

This version of the speech given by David Cameron at Bloomberg’s London headquarters, is as written not as spoken.

This morning I want to talk about the future of Europe.
ANZEIGE
But first, let us remember the past.
Seventy years ago, Europe was being torn apart by its second catastrophic conflict in a generation. A war which saw the streets of European cities strewn with rubble. The skies of London lit by flames night after night. And millions dead across the world in the battle for peace and liberty.
As we remember their sacrifice, so we should also remember how the shift in Europe from war to sustained peace came about. It did not happen like a change in the weather. It happened because of determined work over generations. A commitment to friendship and a resolve never to revisit that dark past — a commitment epitomised by the Elyseé Treaty signed 50 years ago this week.
After the Berlin Wall came down I visited that city and I will never forget it.
The abandoned checkpoints. The sense of excitement about the future. The knowledge that a great continent was coming together. Healing those wounds of our history is the central story of the European Union.
What Churchill described as the twin marauders of war and tyranny have been almost entirely banished from our continent. Today, hundreds of millions dwell in freedom, from the Baltic to the Adriatic, from the Western Approaches to the Aegean. And while we must never take this for granted, the first purpose of the European Union — to secure peace — has been achieved and we should pay tribute to all those in the EU, alongside Nato, who made that happen. But today the main, overriding purpose of the European Union is different: not to win peace, but to secure prosperity. The challenges come not from within this continent but outside it. From the surging economies in the east and south. Of course a growing world economy benefits us all, but we should be in no doubt that a new global race of nations is under way today.
A race for the wealth and jobs of the future.
The map of global influence is changing before our eyes. And these changes are already being felt by the entrepreneur in the Netherlands, the worker in Germany, the family in Britain.
So I want to speak to you today with urgency and frankness about the European Union and how it must change — both to deliver prosperity and to retain the support of its peoples.
But first, I want to set out the spirit in which I approach these issues.
I know that the United Kingdom is sometimes seen as an argumentative and rather strong-minded member of the family of European nations. And it’s true that our geography has shaped our psychology. We have the character of an island nation: independent, forthright, passionate in defence of our sovereignty. We can no more change this British sensibility than we can drain the English Channel. And because of this sensibility, we come to the European Union with a frame of mind that is more practical than emotional.
For us, the European Union is a means to an end — prosperity, stability, the anchor of freedom and democracy both within Europe and beyond her shores — not an end in itself.
We insistently ask: how, why, to what end? But all this doesn’t make us somehow un-European. The fact is that ours is not just an island story — it is also a continental story. For all our connections to the rest of the world — of which we are rightly proud — we have always been a European power, and we always will be. From Caesar’s legions to the Napoleonic wars. From the Reformation, the Enlightenment and the industrial revolution to the defeat of nazism. We have helped to write European history, and Europe has helped write ours. Over the years, Britain has made her own, unique contribution to Europe. We have provided a haven to those fleeing tyranny and persecution. And in Europe’s darkest hour, we helped keep the flame of liberty alight. Across the continent, in silent cemeteries, lie the hundreds of thousands of British servicemen who gave their lives for Europe’s freedom.
In more recent decades, we have played our part in tearing down the iron curtain and championing the entry into the EU of those countries that lost so many years to Communism. And contained in this history is the crucial point about Britain, our national character, our attitude to Europe. Britain is characterised not just by its independence but, above all, by its openness.
We have always been a country that reaches out. That turns its face to the world. That leads the charge in the fight for global trade and against protectionism. This is Britain today, as it’s always been: independent, yes — but open, too. I never want us to pull up the drawbridge and retreat from the world. I am not a British isolationist. I don’t just want a better deal for Britain. I want a better deal for Europe too. So I speak as British prime minister with a positive vision for the future of the European Union. A future in which Britain wants, and should want, to play a committed and active part. Some might then ask: why raise fundamental questions about the future of Europe when Europe is already in the midst of a deep crisis? Why raise questions about Britain’s role when support in Britain is already so thin. There are always voices saying: «Don’t ask the difficult questions.» But it’s essential for Europe — and for Britain — that we do because there are three major challenges confronting us today.

First, the problems in the eurozone are driving fundamental change in Europe.
Second, there is a crisis of European competitiveness, as other nations across the world soar ahead.
And third, there is a gap between the EU and its citizens which has grown dramatically in recent years. And which represents a lack of democratic accountability and consent that is — yes — felt particularly acutely in Britain.
If we don’t address these challenges, the danger is that Europe will fail and the British people will drift towards the exit.
I do not want that to happen. I want the European Union to be a success. And I want a relationship between Britain and the EU that keeps us in it.
That is why I am here today: to acknowledge the nature of the challenges we face. To set out how I believe the European Union should respond to them. And to explain what I want to achieve for Britain and its place within the European Union. Let me start with the nature of the challenges we face.

First, the eurozone.
The future shape of Europe is being forged. There are some serious questions that will define the future of the European Union — and the future of every country within it. The union is changing to help fix the currency — and that has profound implications for all of us, whether we are in the single currency or not. Britain is not in the single currency, and we’re not going to be. But we all need the eurozone to have the right governance and structures to secure a successful currency for the long term. And those of us outside the eurozone also need certain safeguards to ensure, for example, that our access to the single market is not in any way compromised. And it’s right we begin to address these issues now. Second, while there are some countries within the EU which are doing pretty well. Taken as a whole, Europe’s share of world output is projected to fall by almost a third in the next two decades. This is the competitiveness challenge — and much of our weakness in meeting it is self-inflicted. Complex rules restricting our labour markets are not some naturally occurring phenomenon. Just as excessive regulation is not some external plague that’s been visited on our businesses. These problems have been around too long. And the progress in dealing with them, far too slow. As Chancellor Merkel has said, if Europe today accounts for just over 7% of the world’s population, produces around 25% of global GDP and has to finance 50% of global social spending, then it’s obvious that it will have to work very hard to maintain its prosperity and way of life.
Third, there is a growing frustration that the EU is seen as something that is done to people rather than acting on their behalf. And this is being intensified by the very solutions required to resolve the economic problems.
People are increasingly frustrated that decisions taken further and further away from them mean their living standards are slashed through enforced austerity or their taxes are used to bail out governments on the other side of the continent. We are starting to see this in the demonstrations on the streets of Athens, Madrid and Rome. We are seeing it in the parliaments of Berlin, Helsinki and the Hague. And yes, of course, we are seeing this frustration with the EU very dramatically in Britain. Europe’s leaders have a duty to hear these concerns. Indeed, we have a duty to act on them. And not just to fix the problems in the eurozone. For just as in any emergency you should plan for the aftermath as well as dealing with the present crisis, so too in the midst of the present challenges we should plan for the future, and what the world will look like when the difficulties in the eurozone have been overcome. The biggest danger to the European Union comes not from those who advocate change, but from those who denounce new thinking as heresy. In its long history Europe has experience of heretics who turned out to have a point. And my point is this. More of the same will not secure a long-term future for the eurozone. More of the same will not see the European Union keeping pace with the new powerhouse economies. More of the same will not bring the European Union any closer to its citizens. More of the same will just produce more of the same: less competitiveness, less growth, fewer jobs. And that will make our countries weaker not stronger. That is why we need fundamental, far-reaching change. So let me set out my vision for a new European Union, fit for the 21st century. It is built on five principles.

The first: competitiveness. At the core of the European Union must be, as it is now, the single market. Britain is at the heart of that single market, and must remain so. But when the single market remains incomplete in services, energy and digital — the very sectors that are the engines of a modern economy — it is only half the success it could be. It is nonsense that people shopping online in some parts of Europe are unable to access the best deals because of where they live. I want completing the single market to be our driving mission. I want us to be at the forefront of transformative trade deals with the US, Japan and India as part of the drive towards global free trade. And I want us to be pushing to exempt Europe’s smallest entrepreneurial companies from more EU directives. These should be the tasks that get European officials up in the morning — and keep them working late into the night. And so we urgently need to address the sclerotic, ineffective decision-making that is holding us back. That means creating a leaner, less bureaucratic union, relentlessly focused on helping its member countries to compete. In a global race, can we really justify the huge number of expensive peripheral European institutions? Can we justify a commission that gets ever larger? Can we carry on with an organisation that has a multibillion pound budget but not enough focus on controlling spending and shutting down programmes that haven’t worked? And I would ask: when the competitiveness of the single market is so important, why is there an environment council, a transport council, an education council but not a single market council?
The second principle should be flexibility. We need a structure that can accommodate the diversity of its members — north, south, east, west, large, small, old and new. Some of whom are contemplating much closer economic and political integration. And many others, including Britain, who would never embrace that goal. I accept, of course, that for the single market to function we need a common set of rules and a way of enforcing them. But we also need to be able to respond quickly to the latest developments and trends. Competitiveness demands flexibility, choice and openness — or Europe will fetch up in a no-man’s land between the rising economies of Asia and market-driven North America. The EU must be able to act with the speed and flexibility of a network, not the cumbersome rigidity of a bloc. We must not be weighed down by an insistence on a one size fits all approach which implies that all countries want the same level of integration. The fact is that they don’t and we shouldn’t assert that they do. Some will claim that this offends a central tenet of the EU’s founding philosophy. I say it merely reflects the reality of the European Union today. 17 members are part of the eurozone. 10 are not. 26 European countries are members of Schengen — including four outside the European Union — Switzerland, Norway, Liechtenstein and Iceland. 2 EU countries — Britain and Ireland — have retained their border controls. Some members, like Britain and France, are ready, willing and able to take action in Libya or Mali. Others are uncomfortable with the use of military force. Let’s welcome that diversity, instead of trying to snuff it out. Let’s stop all this talk of two-speed Europe, of fast lanes and slow lanes, of countries missing trains and buses, and consign the whole weary caravan of metaphors to a permanent siding. Instead, let’s start from this proposition: we are a family of democratic nations, all members of one European Union, whose essential foundation is the single market rather than the single currency. Those of us outside the euro recognise that those in it are likely to need to make some big institutional changes.
By the same token, the members of the Eurozone should accept that we, and indeed all Member States, will have changes that we need to safeguard our interests and strengthen democratic legitimacy. And we should be able to make these changes too. Some say this will unravel the principle of the EU — and that you can’t pick and choose on the basis of what your nation needs. But far from unravelling the EU, this will in fact bind its Members more closely because such flexible, willing cooperation is a much stronger glue than compulsion from the centre. Let me make a further heretical proposition. The European Treaty commits the Member States to «lay the foundations of an ever closer union among the peoples of Europe». This has been consistently interpreted as applying not to the peoples but rather to the states and institutions compounded by a European Court of Justice that has consistently supported greater centralisation. We understand and respect the right of others to maintain their commitment to this goal. But for Britain — and perhaps for others — it is not the objective. And we would be much more comfortable if the Treaty specifically said so freeing those who want to go further, faster, to do so, without being held back by the others. So to those who say we have no vision for Europe. I say we have.
We believe in a flexible union of free member states who share treaties and institutions and pursue together the ideal of co-operation. To represent and promote the values of European civilisation in the world. To advance our shared interests by using our collective power to open markets. And to build a strong economic base across the whole of Europe. And we believe in our nations working together to protect the security and diversity of our energy supplies. To tackle climate change and global poverty. To work together against terrorism and organised crime. And to continue to welcome new countries into the EU. This vision of flexibility and co-operation is not the same as those who want to build an ever closer political union — but it is just as valid. My third principle is that power must be able to flow back to Member States, not just away from them. This was promised by European Leaders at Laeken a decade ago. It was put in the Treaty. But the promise has never really been fulfilled. We need to implement this principle properly. So let us use this moment, as the Dutch Prime Minister has recently suggested, to examine thoroughly what the EU as a whole should do and should stop doing. In Britain we have already launched our balance of competences review — to give us an informed and objective analysis of where the EU helps and where it hampers. Let us not be misled by the fallacy that a deep and workable single market requires everything to be harmonised, to hanker after some unattainable and infinitely level playing field. Countries are different. They make different choices. We cannot harmonise everything. For example, it is neither right nor necessary to claim that the integrity of the single market, or full membership of the European Union requires the working hours of British hospital doctors to be set in Brussels irrespective of the views of British parliamentarians and practitioners. In the same way we need to examine whether the balance is right in so many areas where the European Union has legislated including on the environment, social affairs and crime.
Nothing should be off the table.

My fourth principle is democratic accountability: we need to have a bigger and more significant role for national parliaments. There is not, in my view, a single European demos. It is national parliaments, which are, and will remain, the true source of real democratic legitimacy and accountability in the EU. It is to the Bundestag that Angela Merkel has to answer. It is through the Greek Parliament that Antonis Samaras has to pass his Government’s austerity measures. It is to the British Parliament that I must account on the EU budget negotiations, or on the safeguarding of our place in the single market. Those are the Parliaments which instil proper respect — even fear — into national leaders. We need to recognise that in the way the EU does business.

My fifth principle is fairness: whatever new arrangements are enacted for the Eurozone, they must work fairly for those inside it and out. That will be of particular importance to Britain. As I have said, we will not join the single currency. But there is no overwhelming economic reason why the single currency and the single market should share the same boundary, any more than the single market and Schengen. Our participation in the single market, and our ability to help set its rules is the principal reason for our membership of the EU. So it is a vital interest for us to protect the integrity and fairness of the single market for all its members. And that is why Britain has been so concerned to promote and defend the single market as the Eurozone crisis rewrites the rules on fiscal coordination and banking union. These five principles provide what, I believe, is the right approach for the European Union.
So now let me turn to what this means for Britain. Today, public disillusionment with the EU is at an all time high. There are several reasons for this. People feel that the EU is heading in a direction that they never signed up to. They resent the interference in our national life by what they see as unnecessary rules and regulation. And they wonder what the point of it all is. Put simply, many ask «why can’t we just have what we voted to join — a common market?» They are angered by some legal judgements made in Europe that impact on life in Britain. Some of this antipathy about Europe in general really relates of course to the European Court of Human Rights, rather than the EU. And Britain is leading European efforts to address this. There is, indeed, much more that needs to be done on this front. But people also feel that the EU is now heading for a level of political integration that is far outside Britain’s comfort zone. They see Treaty after Treaty changing the balance between Member States and the EU. And note they were never given a say. They’ve had referendums promised — but not delivered. They see what has happened to the Euro. And they note that many of our political and business leaders urged Britain to join at the time. And they haven’t noticed many expressions of contrition. And they look at the steps the Eurozone is taking and wonder what deeper integration for the Eurozone will mean for a country which is not going to join the Euro. The result is that democratic consent for the EU in Britain is now wafer thin. Some people say that to point this out is irresponsible, creates uncertainty for business and puts a question mark over Britain’s place in the European Union. But the question mark is already there and ignoring it won’t make it go away. In fact, quite the reverse. Those who refuse to contemplate consulting the British people, would in my view make more likely our eventual exit.
Simply asking the British people to carry on accepting a European settlement over which they have had little choice is a path to ensuring that when the question is finally put — and at some stage it will have to be — it is much more likely that the British people will reject the EU. That is why I am in favour of a referendum. I believe in confronting this issue — shaping it, leading the debate. Not simply hoping a difficult situation will go away. Some argue that the solution is therefore to hold a straight in-out referendum now. I understand the impatience of wanting to make that choice immediately. But I don’t believe that to make a decision at this moment is the right way forward, either for Britain or for Europe as a whole. A vote today between the status quo and leaving would be an entirely false choice. Now — while the EU is in flux, and when we don’t know what the future holds and what sort of EU will emerge from this crisis is not the right time to make such a momentous decision about the future of our country. It is wrong to ask people whether to stay or go before we have had a chance to put the relationship right. How can we sensibly answer the question ‘in or out’ without being able to answer the most basic question: ‘what is it exactly that we are choosing to be in or out of?’ The European Union that emerges from the Eurozone crisis is going to be a very different body. It will be transformed perhaps beyond recognition by the measures needed to save the Eurozone. We need to allow some time for that to happen — and help to shape the future of the European Union, so that when the choice comes it will be a real one. A real choice between leaving or being part of a new settlement in which Britain shapes and respects the rules of the single market but is protected by fair safeguards, and free of the spurious regulation which damages Europe’s competitiveness. A choice between leaving or being part of a new settlement in which Britain is at the forefront of collective action on issues like foreign policy and trade and where we leave the door firmly open to new members.
A new settlement subject to the democratic legitimacy and accountability of national parliaments where Member States combine in flexible cooperation, respecting national differences not always trying to eliminate them and in which we have proved that some powers can in fact be returned to Member States.
In other words, a settlement which would be entirely in keeping with the mission for an updated European Union I have described today. More flexible, more adaptable, more open — fit for the challenges of the modern age. And to those who say a new settlement can’t be negotiated, I would say listen to the views of other parties in other European countries arguing for powers to flow back to European states. And look too at what we have achieved already. Ending Britain’s obligation to bail-out Eurozone members. Keeping Britain out of the fiscal compact. Launching a process to return some existing justice and home affairs powers. Securing protections on Banking Union. And reforming fisheries policy. So we are starting to shape the reforms we need now. Some will not require Treaty change. But I agree too with what President Barroso and others have said. At some stage in the next few years the EU will need to agree on Treaty change to make the changes needed for the long term future of the Euro and to entrench the diverse, competitive, democratically accountable Europe that we seek. I believe the best way to do this will be in a new Treaty so I add my voice to those who are already calling for this. My strong preference is to enact these changes for the entire EU, not just for Britain. But if there is no appetite for a new Treaty for us all then of course Britain should be ready to address the changes we need in a negotiation with our European partners. The next Conservative Manifesto in 2015 will ask for a mandate from the British people for a Conservative Government to negotiate a new settlement with our European partners in the next Parliament. It will be a relationship with the Single Market at its heart. And when we have negotiated that new settlement, we will give the British people a referendum with a very simple in or out choice. To stay in the EU on these new terms; or come out altogether. It will be an in-out referendum. Legislation will be drafted before the next election. And if a Conservative Government is elected we will introduce the enabling legislation immediately and pass it by the end of that year. And we will complete this negotiation and hold this referendum within the first half of the next parliament. It is time for the British people to have their say. It is time to settle this European question in British politics. I say to the British people: this will be your decision. And when that choice comes, you will have an important choice to make about our country’s destiny. I understand the appeal of going it alone, of charting our own course. But it will be a decision we will have to take with cool heads. Proponents of both sides of the argument will need to avoid exaggerating their claims. Of course Britain could make her own way in the world, outside the EU, if we chose to do so. So could any other Member State. But the question we will have to ask ourselves is this: is that the very best future for our country? We will have to weigh carefully where our true national interest lies. Alone, we would be free to take our own decisions, just as we would be freed of our solemn obligation to defend our allies if we left Nato. But we don’t leave Nato because it is in our national interest to stay and benefit from its collective defence guarantee. We have more power and influence — whether implementing sanctions against Iran or Syria, or promoting democracy in Burma — if we can act together. If we leave the EU, we cannot of course leave Europe. It will remain for many years our biggest market, and forever our geographical neighbourhood. We are tied by a complex web of legal commitments. Hundreds of thousands of British people now take for granted their right to work, live or retire in any other EU country. Even if we pulled out completely, decisions made in the EU would continue to have a profound effect on our country. But we would have lost all our remaining vetoes and our voice in those decisions. We would need to weigh up very carefully the consequences of no longer being inside the EU and its single market, as a full member. Continued access to the Single Market is vital for British businesses and British jobs. Since 2004, Britain has been the destination for one in five of all inward investments into Europe. And being part of the Single Market has been key to that success. There will be plenty of time to test all the arguments thoroughly, in favour and against the arrangement we negotiate. But let me just deal with one point we hear a lot about. There are some who suggest we could turn ourselves into Norway or Switzerland — with access to the single market but outside the EU. But would that really be in our best interests? I admire those countries and they are friends of ours — but they are very different from us. Norway sits on the biggest energy reserves in Europe, and has a sovereign wealth fund of over 500 billion euros. And while Norway is part of the single market — and pays for the principle — it has no say at all in setting its rules: it just has to implement its directives. The Swiss have to negotiate access to the Single Market sector by sector. Accepting EU rules — over which they have no say — or else not getting full access to the Single Market, including in key sectors like financial services. The fact is that if you join an organisation like the European Union, there are rules. You will not always get what you want. But that does not mean we should leave — not if the benefits of staying and working together are greater. We would have to think carefully too about the impact on our influence at the top table of international affairs. There is no doubt that we are more powerful in Washington, in Beijing, in Delhi because we are a powerful player in the European Union. That matters for British jobs and British security. It matters to our ability to get things done in the world. It matters to the United States and other friends around the world, which is why many tell us very clearly that they want Britain to remain in the EU. We should think very carefully before giving that position up. If we left the European Union, it would be a one-way ticket, not a return. So we will have time for a proper, reasoned debate. At the end of that debate you, the British people, will decide. And I say to our European partners, frustrated as some of them no doubt are by Britain’s attitude: work with us on this. Consider the extraordinary steps which the Eurozone members are taking to keep the Euro together, steps which a year ago would have seemed impossible. It does not seem to me that the steps which would be needed to make Britain — and others — more comfortable in their relationship in the European Union are inherently so outlandish or unreasonable. And just as I believe that Britain should want to remain in the EU so the EU should want us to stay. For an EU without Britain, without one of Europe’s strongest powers, a country which in many ways invented the single market, and which brings real heft to Europe’s influence on the world stage which plays by the rules and which is a force for liberal economic reform would be a very different kind of European Union. And it is hard to argue that the EU would not be greatly diminished by Britain’s departure. Let me finish today by saying this. I have no illusions about the scale of the task ahead. I know there will be those who say the vision I have outlined will be impossible to achieve. That there is no way our partners will co-operate. That the British people have set themselves on a path to inevitable exit. And that if we aren’t comfortable being in the EU after 40 years, we never will be. But I refuse to take such a defeatist attitude — either for Britain or for Europe. Because with courage and conviction I believe we can deliver a more flexible, adaptable and open European Union in which the interests and ambitions of all its members can be met. With courage and conviction I believe we can achieve a new settlement in which Britain can be comfortable and all our countries can thrive. And when the referendum comes let me say now that if we can negotiate such an arrangement, I will campaign for it with all my heart and soul. Because I believe something very deeply. That Britain’s national interest is best served in a flexible, adaptable and open European Union and that such a European Union is best with Britain in it.
Over the coming weeks, months and years, I will not rest until this debate is won. For the future of my country. For the success of the European Union. And for the prosperity of our peoples for generations to come.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: