Εθνικός Διάλογος για την Εξωτερική Πολιτική

ΕΘΝΙΚΌΣ ΔΙΆΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΉ ΠΟΛΙΤΙΚΉ
με αφορμή επιφυλλίδα του κυρίου Λουκά Τσούκαλη προέδρου του ΕΛΙΑΜΕΠ, πρόταση για ενδο-ακαδημαϊκούς ελέγχους για την περίοδο 1990-2006

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
———-Εισαγωγική περίληψη——-
1. Εισαγωγή: Απόλυτη διαφάνεια και απολογισμός δράσεων των ελλήνων ακαδημαϊκών διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών.
2. Πρόταση για ερευνητικό πρόγραμμα αναφορικά με τις θέσεις των ελλήνων ακαδημαϊκών: Σκεπτικό, σκοποί και θεματικές.
3. Το γράμμα και το πνεύμα το νόμου για την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία-ελευθερία.
4. Η επιφυλλίδα του κυρίου Λουκά Τσούκαλη, προέδρου του ΕΛΙΑΜΕΠ.
5. Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα
______________________
———Εισαγωγική περίληψη———-

Ακολουθεί πρόταση για έρευνα στον χώρο των ακαδημαϊκού χαρακτήρα διεθνών σπουδών στην Ελλάδα. Οι «διεθνείς σπουδές» είναι ιδιόμορφος επιστημονικός κλάδος και η πρόταση που ακολουθεί ασυνήθης. Γι’ αυτό, θα συνοδευτεί από στοιχειώδεις έστω επιστημολογικές επισημάνσεις και μερικά συναφή σχόλια για την επιφυλλίδα του κυρίου Τσούκαλη, προέδρου του ΕΛΙΑΜΕΠ, που αποτέλεσε το έναυσμα για την πρόταση που ακολουθεί. Όσοι το κρίνουν σκόπιμο καλούνται να υποστηρίξουν την πρόταση αποστέλλοντας μηνύματα στην Υπουργό Παιδείας, στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο Υπουργείο Παιδείας και στα Πανεπιστήμια που αναπτύσσουν τις διεθνείς σπουδές (βλ. εντός κειμένου).

ΠΡΟΚΛΉΣΕΙΣ ΜΕ ΧΡΟΝΙΚΌ ΒΆΘΟΣ: Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε μετά από μια σειρά πρόσφατες προκλήσεις, κυρίως σε επιφυλλίδες, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσβολές κατά της νοημοσύνης και του επιστημονικού χαρακτήρα οποιουδήποτε διαφωνεί με τον συμβατικό αυτοαναφορικό λόγο της εκάστοτε ιδεολογικοπολιτικής συγκυρίας. Οι «δράστες» είτε είναι οι ίδιοι είτε ανανεώνονται υπό την σκέπη ιδρυμάτων παραγωγής «προτάσεων πολιτικής», ακολουθούν πανομοιότυπες μεθόδους: Ξεκαθαρίζουν το «εχθρικό τοπίο» με το να επιτίθενται γενικόλογα κατά όποιων έχουν αντίθετη άποψη με τις εκάστοτε αντιφατικές ιδεολογικοπολιτικού χαρακτήρα και ελάχιστα ή διόλου επιστημονικές αυτοαναφορικές εκλογικεύσεις τους την δημοσιοποίηση των οποίων διασφαλίζουν με επιφυλλίδες ή βιβλιαράκια «προτάσεων πολιτικής». Η επικοινωνιακή ισχύς και η μυστήρια εδραία παρουσία στον εκάστοτε κυβερνητικό χώρο εξυπηρετείται πατώντας μ’ ένα σιδερένιο πόδι στον χώρο των εθνικών και διεθνικών ιδεολογικοπολιτικών δραστηριοτήτων. Το άλλο πόδι πατάει στον ακαδημαϊκό χώρο και διασφαλίζεται συμβατική εγκυρότητα και αξιοπιστία των «προτάσεων πολιτικής» που χρηματοδοτούν διεθνικοί δρώντες και όλως περιέργως κρατικοί φορείς και η ΕΕ.
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΈΣ ΔΙΑΙΡΈΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΈΠΕΙΕΣ: Εκτιμώ ότι αυτά τα φαινόμενα σχετίζονται με μια εξαιρετικά προβληματική αφετηριακή –πριν ενάμιση περίπου δεκαετία– διαίρεση των ελλήνων ακαδημαϊκών των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών. Το αποτέλεσμα αυτής της διαίρεσης είναι ότι αντί μιας αμιγώς ακαδημαϊκής πορείας όπως επιβάλλει το πνεύμα και το γράμμα των κανονιστικών διατάξεων και οι κώδικες ακαδημαϊκής δεοντολογίας, οι διεθνείς σπουδές φαίνεται πως εκτρέπονται ανεπίστροφα προς κατευθύνσεις που η υποκείμενη κοινωνία ούτε καν υποψιάζεται. Η χοάνη που δημιουργήθηκε, εξάλλου, καταπίνει κάθε νεοεισερχόμενο επιστήμονα που τον ρίχνει στο βάραθρο των «προτάσεων πολιτικής» που εκπληρώνουν σκοπιμότητες εξωπανεπιστημιακών χρηματοδοτήσεων.
ΟΙ ΎΣΤΕΡΕΣ ΠΡΟΚΛΉΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΥΓΉ ΓΕΝΝΑΊΩΝ ΠΑΡΑΔΟΧΏΝ: Οι τελευταίες προκλήσεις αφορούν πρόσφατες επιφυλλίδες συναδέλφων που αντί παραδοχών για εξαιρετικά σοβαρά επιστημονικά σφάλματα που αφορούν την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα (και τον ρόλο της ισχύος στην διεθνή πολιτική, των διεθνών θεσμών, της ΕΕ και των κρατικών συμπεριφορών στην περιφέρειά μας) επαναλαμβάνουν το επιστημονικό παράπτωμα φωνασκιών στην βάση απαράδεκτων γενικόλογων χαρακτηρισμών ή θυμωμένων παραπόνων. Στην παρούσα συγκυρία, επειδή εξ αντικειμένου εξαντλήθηκαν τα περιθώρια αυτοαναφορικών εκλογικεύσεων και επειδή στριμώχθηκαν επιστημονικά λόγω εισροής βάσιμων και επιστημονικού χαρακτήρα αναλύσεων όπως η έκθεση του «διεθνούς συμβουλίου εμπειρογνωμόνων» για μια ευρωπαϊκή λύση του κυπριακού –αλλά και στριμωγμένοι επίσης, εκτιμώ, λόγω αλλαγών των θέσεων πολιτικών προσώπων για τις οποίες φαίνεται ότι έχουν πολύ ευαίσθητες κεραίες– μερικοί προχωρούν σε έμμεση αποδοχή των λαθών τους. «Μπορεί και να έκαναν λάθος για το σχέδιο Αναν» γιατί «εκτίμησαν διαφορετικά» τα διεθνοπολιγικά δεδομένα, γράφουν τώρα, παραδεχόμενοι έτσι, κατά την εκτίμησή μου, ένα σοβαρό έλλειμμα επιστημονικών δεξιοτήτων. Μάλιστα, το επιστημονικό έλλειμμα, ομολογούν, δεν απέρρεε από κάποια επιστημονικά θεμελιωμένη θεώρηση, αλλά όπως οι ίδιοι ομολογούν από προσωπικές πολιτικές γνώμες για το τι αποτελεί κακό ή καλό για τους άλλους. Σε κάθε περίπτωση, το επιστημονικό έλλειμμα επιβεβαιώνεται, γιατί πρώτον, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν την κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας, γνώση που συνήθως στα πανεπιστήμια ζητούμε από τους πρωτοετείς φοιτητές, και δεύτερον, επειδή δεν αντιλήφθηκαν –ή για κάποιον περίεργο λόγο δεν μπόρεσαν να αντιληφτούν– τον εξόφθαλμα αντιδημοκρατικό και ανελεύθερο χαρακτήρα του σχεδίου αυτού. Δεν αντιλήφθηκαν επίσης ή δεν θέλησαν να αντιληφθούν ότι οι αυτοαναφορικές προφητείες τους για τις επερχόμενες καταστροφές αν υπερασπιστούμε την ανθρώπινη ελευθερία δεν ήταν βάσιμες.
Αποφεύγουν εν τούτοις να παραδεχτούν ευθέως, δημόσια και ευθαρσώς ότι ΔΙΈΠΡΑΞΑΝ ΌΧΙ ΛΑΘΆΚΙΑ ΑΛΛΆ ΟΓΚΩΔΈΣΤΑΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΆ ΛΆΘΗ. Σε όλες τις σοβαρές ακαδημαϊκές κοινότητες, υποστηρίζω πιο κάτω, η παραδοχή επιστημονικών σφαλμάτων δεν είναι υποτιμητική αλλά αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση ορθολογιστικής λειτουργίας μιας ακαδημαϊκής κοινότητας. Οίκοι, φαίνεται ότι θεωρείται πλέον αποδεκτό πως αντί παραδοχής μπορούν να γίνονται θυμωμένες αντεπιθέσεις μέσω επιφυλλίδων και στο πλαίσιο ενός στερούμενου θεμελιωμένων επιχειρημάτων αυτοαναφορικού πολιτικού λόγου. Εκτιμώ ότι σε μια επιστημονική κοινότητα τέτοιες στάσεις είναι χείριστου είδους πνευματική βία γιατί ο διάλογος μεταξύ ακαδημαϊκών πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο επιστημονικών συζητήσεων σε συνέδρια και βιβλία και όχι στον πολιτικοποιημένο χώρο των επιφυλλίδων και των προτάσεων πολιτικής. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει όταν για κάποιους περίεργους λόγους φαίνεται πως η πρόσβαση στις επιφυλλίδες ακόμη και για απάντηση είναι πλέον προνομιακή και αποκλειστική.
ΚΎΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΆ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΉΣ ΔΙΑΊΡΕΣΗΣ: Κύρια χαρακτηριστικά της προαναφερθείσης παρακμιακής διαίρεσης των πανεπιστημιακών των διεθνών σπουδών ακαδημαϊκού χαρακτήρα στο θεσμικό επίπεδο και στον δημόσιο λόγο ήταν και συνεχίζουν να είναι οι διαπροσωπικές έριδες, οι διαθεσμικές συγκρούσεις, οι εμπαθείς και αβάσιμες εκατέρωθεν κατηγορίες, η παρεμπόδιση, λόγω αυτών των φαινομένων, της επιστημονικής ανάπτυξης, οι αναρριχήσεις με μόνο προσόν μεταπρατικά αναμασήματα χιλιοειπωμένων και τετριμμένων θεωρημάτων, ιδεολογημάτων ή και πολιτικών γνωμών, οι διαπληκτισμοί με υπονοούμενα διαμέσου των επιφυλλίδων, η ωμή πολιτική στράτευση των ακαδημαϊκών στον παραταξιακό περίγυρο και η καθήλωση της ακαδημαϊκής γραφίδας κατά κύριο λόγο στις ελάχιστα ακαδημαϊκού χαρακτήρα ιδεολογικοποιημένες «προτάσεις πολιτικής». Ακόμη, μη ακαδημαϊκοί θεσμοί μη κυβερνητικού και ταυτόχρονα διεθνικού χαρακτήρα –μεταμφιεσμένοι εν τούτοις ακαδημαϊκά και οργανωμένοι με τρόπο που διαφεύγει των ελέγχων της λαϊκής κυριαρχίας και των εν γένει κοινωνικών ελέγχων που υπόκεινται άλλοι θεσμοί διανεμητικών δυνατοτήτων–, διασυνδέονται με τον διεθνή πολιτικό, συμμαχικό και ακόμη χειρότερα με τον αδιαφανέστατο χρηματοοικονομικό περίγυρο δημιουργώντας ένα φάσμα εξαρτήσεων, διασυνδέσεων και σχέσεων που είναι εξαιρετικά δυσχερές να εξακριβωθούν.
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΈΣ ΣΥΝΈΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΊΡΕΣΗΣ: Πολύ πιο δυσχερές να προσδιοριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζονται λόγω αυτής της διαίρεσης τα ακαδημαϊκά δρώμενα. Αν πρόκειται για απλούς διεθνικούς ιδιώτες-δρώντες ο έλεγχος των δραστηριοτήτων αυτονόητα είναι υπόθεση κάθε ενδιαφερόμενης ή θιγόμενης κοινωνίας. Το θέμα που τίθεται εδώ, όμως, είναι ότι κατά το πλείστον πρόκειται για στρατιά ακαδημαϊκών για τους οποίους το πνεύμα και το γράμμα των κανονιστικών διατάξεων αλλά και πάγιων κωδίκων δεοντολογίας προβλέπει ασκητική αφοσίωση στην επιστήμη και όχι πολυθεσία, προτεραιότητα των εξωπανεπιστημιακών δραστηριοτήτων και εξωτερικές θεσμικές ή άλλες διασυνδέσεις με κοινωνικοπολιτικά ανέντακτους διεθνικούς δρώντες. Οι πασιφανείς πολυσχιδείς διεθνικές και ενδοκρατικές πολιτικές δραστηριότητές είναι λογικά αδύνατο να επιτρέπουν σε κάποιο να ασκεί τα καθήκοντά του με πληρότητα και επάρκεια. Η διολίσθηση των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών σε τέτοιες καταστάσεις, επιπλέον, ενδέχεται να δημιουργήσει και να οριστικοποιήσει ένα ιδεολογικοπολιτικό βάραθρο μέσα στο οποίο αναπόδραστα πέφτει, πλέον, κάθε ανυποψίαστος νεοεισερχόμενος στον χώρο των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών. Έτσι, έχουμε γενικό εθισμό στην αντίληψη ότι αντί συστηματικής καλλιέργειας επιστημονικών εννοιών και ανάπτυξής τους στον πανεπιστημιακό χώρο, όλοι, συμπεριλαμβανομένων των νεοεισερχομένων διεθνολόγων δύνανται να έχουν ως κύρια ενασχόληση «προτάσεις πολιτικής» ενίοτε μάλιστα πρόχειρα περιτυλιγμένες με αποσπασματικές αναφορές σε κάποια ξενόγλωσσα επιστημονικοφανή θεωρήματα και ιδεολογήματα.
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΉ ΑΥΤΟΤΈΛΕΙΑ ΚΑΙ ΚΌΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΈΣ: Ενδέχεται να έχουμε, ανεπίστροφα πλέον, διασχίσει μια νοερή κόκκινη γραμμή πέραν της οποίας η περαιτέρω εκτροπή των πανεπιστημιακού επιπέδου διεθνών σπουδών σε εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες ενδέχεται να ενέχει μια ακόμη ακαδημαϊκά θανατηφόρα συνέπεια. Ως γνωστό, στον ακαδημαϊκό χώρο, τα διοικητικά όργανα του κράτους ελέγχουν μόνο τον σύννομο χαρακτήρα των πανεπιστημιακών διαδικασιών και όχι το περιεχόμενο των επιστημονικών κρίσεων και εκτιμήσεων. Ορθότατα, η αυτοτέλεια των ακαδημαϊκών διαδικασιών δεν μπορεί και ούτε πρέπει να θίγεται. Οι νομοθέτες και η κοινωνία, εν τούτοις, οι οποίοι και προικίζουν τους πανεπιστημιακούς με το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, υποθέτουν και αναμένουν πως εντός του ασύλου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας οι πανεπιστημιακοί επιδίδονται ασκητικά στην επιστημονική πρόοδο. Υποθέτουν επίσης ότι, ως λειτουργοί του κράτους που είναι, λαμβάνουν αποφάσεις οι οποίες επειδή βρίσκονται στο απυρόβλητο των κοινωνικών ελέγχων απαιτείται να διακρίνονται από ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, σοβαρότητα, συνέπεια θέσεων και χωρίς επηρεασμούς από προσωπικές ιδεολογίες, φιλοσοφικές προτιμήσεις, χρηματοδοτικές εξαρτήσεις και άλλα κριτήρια ή παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν την αναγκαία και μη εξαιρετέα –όσο και το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας– αξιολογική ελευθερία. Ακόμη, είναι ευρέως διαδεδομένο και αποδεκτό ότι εντός αυτού τα ασύλου αναπτύσσονται έγκυρες και αξιόπιστες επιστημονικές εκτιμήσεις ηθικοπρακτικά χρήσιμες από τις οποίες η κοινωνία μπορεί να τροφοδοτείται ωφέλιμα. Συναφώς, δεν νομίζω να υπάρχει ορθολογιστικό άτομο που να μην παραδεχθεί πως αν εντός του ασύλου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας υπάρξει επιστημονική παρακμή η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία θα μπορούσε να καταστεί όχι προνόμιο που βοηθά την αποστολή των ακαδημαϊκών για προαγωγή της επιστημονικής προόδου αλλά προνόμιο δράσεων και αποφάσεων ανακύκλωσης της κοινωνικής παρακμής.
Με διαφορετικά λόγια, εάν λόγω παρακμιακών φαινομένων κυριαρχηθούν ένα ή περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα με επιστημονικά ελλειμματικά άτομα, επιστημονικούς μάγους και επιστημονικούς αλχημιστές, το αποτέλεσμα θα είναι η ανεπίστροφη επέκταση και κυριαρχία μιας ελάχιστα καθαυτό ακαδημαϊκής παρασιτικής κοινότητας. Στο ολισθηρό –λόγω του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος– πεδίο των διεθνών σπουδών, θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα πλήθος κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτων ατόμων με διανεμητικές εντούτοις δυνατότητες, τα οποία θα πηγαινοέρχονται άναρχα μεταξύ πανεπιστημίων, μη κυβερνητικών οργανισμών και διεθνικών οργανώσεων. Μια τέτοια ομάδα μόνο ονομαστική σχέση θα μπορούσε να έχει με την επιστήμη, δεν θα εκπληρώνει το πνεύμα και το γράμμα του νόμου για την αποστολή των ακαδημαϊκών, θα καταχράται το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας επειδή πολιτικοποιεί την επιστήμη και αναπόδραστα θα καταντήσει παρασιτική (ή ακόμη χειρότερα εργαλείο διεθνικών εκδουλεύσεων χρηματοοικονομικών παραγόντων, ποικίλων ελάχιστα διαφανών πολιτικών σκοπιμοτήτων και γενικότερα δραστηριοτήτων πολιτικού χαρακτήρα και αναδιανεμητικών συνεπειών).
ΔΙΑΣΠΟΡΆ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΉΜΑΤΟΣ: Ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένα άτομα ελάχιστα όμως επιστημονικά καταρτισμένα, θα μπορούσαν να πλημμυρίσουν τους κυβερνητικούς θεσμούς και τα μέσα ενημέρωσης ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΏΝΤΑΣ ΈΤΣΙ ΤΗΝ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΉ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΉ ΔΡΆΣΗ, ΑΚΥΡΏΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΎΣ ΕΛΈΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΎΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΉΣ ΚΥΡΙΑΡΧΊΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΕΊΡΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΗΜΌΣΙΟ ΔΙΆΛΟΓΟ ΚΑΘΙΣΤΏΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΚΌ. Πως είναι δυνατό να μην συμβεί αυτό αν εξωθεσμικοί δρώντες που εκλαμβάνονται ως έγκυροι επιστήμονες με κύριο κριτήριο τον ακαδημαϊκό τίτλο μπαινοβγαίνουν στους κυβερνητικούς θεσμούς ανεξαρτήτως κυβερνήσεως; Πως είναι δυνατό να μην συμβεί αυτό αν αφορά πλέον ένα άναρχο και ανεξέλεγκτο σύνολο ατόμων που αν και θα έπρεπε να είναι ακούραστοι-ασκητικοί εργάτες εντός του αυτοτελούς ακαδημαϊκού ασύλου στην πραγματικότητα θα είναι αεικίνητοι δρώντες ενός τεράστιου εξωπανεπιστημιακού δικτύου που θα διαθέτει τεράστιες χρηματοδοτικές προσβάσεις (οι οποίες από μόνες τους είναι εξαιρετικά προβληματικές και των οποίων οι αναρίθμητες εξωγενείς διασυνδέσεις-εξαρτήσεις είναι δύσκολο ή αδύνατο να εξακριβωθούν ή να ενταχθούν κοινωνικοπολιτικά). Είναι τέτοια φαινόμενα ορθολογιστικά και συμβατά με ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς κώδικες και δεοντολογίες παγίως αποδεκτές και παραδεκτές; Πως προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον και το συμφέρον όσων νέων επιστημόνων θα μπορούσαν και θα ήθελαν να αφοσιωθούν ασκητικά στα επιστημονικά και πανεπιστημιακά τους καθήκοντα;
ΠΡΌΤΑΣΗ ΈΡΕΥΝΑΣ: Υπό το πρίσμα των πιο πάνω επισημάνσεων και με αίσθημα ευθύνης για το λειτούργημά μου, προχωρώ σε πρόταση διεξαγωγής έρευνας για την κατάσταση στον χώρο των διεθνών σπουδών. Δοκιμαστικά και προκαταρτικά, η ιδέα είναι για μια εικοσάδα νέους πολιτικούς επιστήμονες κατόχων διδακτορικών τίτλων που στην βάση συγκεκριμένων ερευνητικών προσανατολισμών θα εξετάσουν, μεταξύ άλλων, τα κείμενα των ακαδημαϊκών διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών από το 1988 μέχρι το 2006, θα καταγράψουν τα πάντα, θα καταγράψουν προφητείες που διαψεύστηκαν εξόφθαλμα, θα καταγράψουν επιστημονικά σφάλματα που δεν δικαιούνται να κάνουν ούτε πρωτοετείς φοιτητές, θα επισημάνουν υπερβολές ή ανοίκειους χαρακτηρισμούς στον λόγο των πανεπιστημιακών, θα καταγράψουν διαστρεβλωτικές παραπομπές εκατέρωθεν, θα καταγράψουν το ενδεχόμενο πολυθεσίας και θα καταγράψουν επίσης όλα τα κείμενα κατά είδος και κατά προορισμό (επιστημονικά κείμενα, προπαγανδιστικά κείμενα, προτάσεις πολιτικής, επιφυλλίδες κτλ). Αυτή την ερευνητική ομάδα προτείνω να επιβλέπει συντονιστικός πυρήνας πρωτοβάθμιων καθηγητών και αντιπροσώπων ενδιαφερομένων φορέων του δημοσίου όπως το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Εξωτερικών, οι Ένοπλες Δυνάμεις και ενδεχομένως άλλοι ενδιαφερόμενοι κοινωνικοί φορείς. Αν και κάθε δυνάμενος να το πράξει μπορεί να συνεισφέρει οικονομικά για την κάλυψη του κόστους της έρευνας (μισθός ερευνητών και λειτουργικά έξοδα), για εύλογους αυτονόητους λόγους προτείνω όπως η έρευνα χρηματοδοτηθεί από το ΕΛΙΑΜΕΠ. «Ιδού η Ρόδος λοιπόν ιδού και το πήδημα», εάν θέλουμε να μιλούμε τεκμηριωμένα, χωρίς υπονοούμενα ή δολοφονικές γενικεύσεις, χωρίς παράπονα και χωρίς αυθαίρετες αυτοαναφορές. Πρόκειται για μια πρόταση που νομίζω αφορά όλους, πρωτίστως βεβαίως τους ακαδημαϊκούς αλλά και όσους άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς διαθέτουν σπάνιους πόρους στην τεράστια πλέον χοάνη των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών.
Προκαταρτικά δηλώνεται ότι, όσον με αφορά, αν αυτή η πρόταση που ακολουθεί δεν γίνει αποδεκτή, δεν χάθηκε ο κόσμος. Ο υποφαινόμενος ερευνά το θέμα ούτως ή άλλως και θα επανέλθει στο πλαίσιο σχετικής ακαδημαϊκού χαρακτήρα δημοσίευσης.

1. Απόλυτη διαφάνεια και απολογισμός δράσεων των ελλήνων ακαδημαϊκών διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών

Έναυσμα για τον παρόν υπήρξε επιφυλλίδα του Λουκά Τσούκαλη, Προέδρου του ΕΛΙΑΜΕΠ, στην Καθημερινή ημ. 12.3.2006. Αυτή η επιφυλλίδα θα σχολιαστεί πιο κάτω (κλικ για μετάβαση) σε σχέση με την πρόταση που ακολουθεί (κλικ για μετάβαση) για την διεξαγωγή έρευνας για την κατάσταση που επικρατεί στον χώρο των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών. Θα αιτιολογηθούν τόσο η φιλοσοφία και τα ακαδημαϊκά-επιστημονικά κίνητρα της πρότασης όσο και συναφή στοιχειώδη επιστημολογικά ζητήματα.

Φιλοσοφία της πρότασης: Η φιλοσοφία της πρότασης για διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με τις διεθνείς σπουδές στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια έχει ως αφετηρία την θέση ότι λόγω της φύσης του διεθνούς συστήματος οι διεθνείς σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου διαφέρουν από τις αντίστοιχες σπουδές των άλλων τομέων των κοινωνικών επιστημών. Οι διεθνείς σπουδές ακαδημαϊκού χαρακτήρα είναι πρωτίστως μια στοχαστική-πνευματική δραστηριότητα και οπωσδήποτε όχι μια πρακτική ή προπαγανδιστική δραστηριότητα (βλ. Hedley Bull πιο κάτω κλικ για μετάβαση). Στους τομείς του κοινωνικού επιστητού που εξετάζουν την ενδοκρατική ζωή η αμεσότητα της κοινωνικής συνάφειας των επιστημονικών δραστηριοτήτων και οι κώδικες επιστημονικής δεοντολογίας που διέπουν τους ακαδημαϊκούς θεσμούς είναι ενσωματωμένοι στον συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο που είναι, εξάλλου, προικισμένος με ένα συγκροτημένο, ομοιογενές και ηθικοκανονιστικά σταθερό κοινωνικοπολιτικό σύστημα.
Ιδιομορφίες διεθνών σπουδών: Σ’ αντίθεση με τις υπόλοιπες θεωρίες των κοινωνικών επιστημών, οι διεθνείς σπουδές –και σε κάποιο ανάλογο βαθμό οι ευρωπαϊκές σπουδές–, αποτελούν ένα παντελώς διαφορετικό πεδίο που αφορά τις σχέσεις των κρατών, τους διεθνείς θεσμούς και τα συμπαρομαρτούντα διεθνικά φαινόμενα. Ενώ λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε τον χαρακτήρα, την δομή και τις λειτουργίες της δικής μας Πολιτείας, για τον μέσο πολίτη, και όχι μόνο, το διεθνές σύστημα είναι «απόμακρο», δυσδιάκριτο και ηθικοπρακτικά απρόσιτο. Ακόμη πιο σημαντικό, συχνά ο λόγος πολλών που διεθνολογούν i) χαρακτηρίζεται από έλλειμμα στοιχειωδών πληροφοριών, ii) διαφθείρεται από επαναστατικές παραδοχές εξομοιωτικού χαρακτήρα που συνήθως υπηρετούν συγκυριακές ηγεμονικές αξιώσεις εις βάρος φιλειρηνικών κρατών, iii) είναι διαποτισμένος από αντιπάθεια κατά του οντολογικά θεμελιωμένου θεσμού του κράτους και iv) είναι μονομερώς ιδεολογικοπολιτικά στρατευμένος στην διακρατική διαμάχη στην υπηρεσία είτε του δικού του κράτους είτε άλλων κρατών και συμμαχιών (ή ακόμη και διεθνικών δρώντων χωρίς κοινωνικοπολιτική αναφορά όπως χρηματοοικονομικοί παράγοντες, ΜΚΟ, τρομοκράτες κτλ). Αν και η στράτευση και οι ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις εμπεριέχονται σε κάθε περιεκτική πολιτική διαμάχη στο ενδοκρατικό και διακρατικό επίπεδο, αποστολή του ακαδημαϊκού δεν είναι η διεξαγωγή πολιτικών μαχών και η εκπλήρωση συμφερόντων. Υπάρχει επίσης εν τέλει μια τεράστια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του κοινωνικοπολιτικά ενταγμένου ενδοκρατικού βίου και της διακρατικής διαμάχης: Η ενδοκρατική διαμάχη εντάσσεται σ’ ένα συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο που διέπεται ανάλογα με τον χαρακτήρα του πολιτεύματος σ’ ένα ευρύ πλέγμα κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων. Η διεθνής πολιτική, αντίθετα, εκτός του άγεται και φέρεται λόγω αιτιών πολέμου, στερείται επαρκών κοινωνικοπολιτικών ελέγχων, ενώ διακρατικές συναλλαγές (ή ακόμη και στέρεες συμφωνίες, συνθήκες και συμβάσεις) επηρεάζονται δραστικά από τις παλινδρομήσεις των συχνά συγκρουόμενων συμφερόντων, πολλών κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτων διεθνικών δρώντων, τις αναθεωρητικές-ηγεμονικές αξιώσεις και άλλων αποσταθεροποιητικών παραγόντων που συνθέτουν τα αίτια πολέμου στον αχανή –και στερούμενο στέρεας μη ηγεμονικής διεθνούς διακυβέρνησης– χώρο των διεθνών σχέσεων. Αν λοιπόν για άλλους τομείς του κοινωνικού επιστητού συνιστάται να γίνονται σεβαστοί πάγιοι κώδικες ακαδημαϊκής ουδετερότητας και αξιολογικής ελευθερίας, για τις διεθνείς σπουδές είναι απόλυτη προϋπόθεση.
Καλός στοχασμός περί τα διεθνή, για να παραφράσω τον Παναγιώτη Κονδύλη, είναι όχι εκείνος που στρατεύεται υπέρ της μιας ή άλλης πλευράς στην διακρατική διαμάχη θεμιτών, λιγότερο θεμιτών και αθέμιτων συμφερόντων. Καλός και περιεκτικός στοχασμός ηθικοπρακτικά χρήσιμος για ορθολογιστικές πολιτικές συμπεριφορές είναι εκείνος που αναλύει αξιολογικά ελεύθερα τις δομές, τις λειτουργίες, τα προβλήματα και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν όλοι οι δρώντες της διεθνούς ζωής. Η πολιτική στράτευση και οι χρηματικές εισροές με «όρους εντολής» παραγωγής «προτάσεων πολιτικής» αντιβαίνουν με αυτή την θεμελιώδη αποστολή του ακαδημαϊκού λειτουργήματος. Το διαφθείρουν και το διαποτίζουν με μονομέρεια και το καθιστούν άχρηστο, παρασιτικό, αδιαφανές και ενδεχομένως κοινωνικά επικίνδυνο. Βασικά, οι «ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ» είναι το αντίθετο του ηθικοπρακτικά χρήσιμου επιστημονικού στοχασμού και συνιστούν επικίνδυνη δραστηριότητα στην οποία συχνά και αναρμόδια επιδίδονται οι ακαδημαϊκοί. Ιδιαίτερα όταν ενασχολούνται μ’ αυτές εργολαβικά, εξ αντικειμένου παρακάμπτοντας έτσι τους κοινωνικολιτικούς ελέγχους και δημιουργώντας έλλειμμα άσκησης λαϊκής κυριαρχίας στον κρίσιμο τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Προτάσεις πολιτικής και διακριτοί ρόλοι: Οι «προτάσεις πολιτικής» αποτελούν αρμοδιότητα των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων θεσμικών φορέων. Ασφαλώς, οι τελευταίοι δεν αποκλείεται να επιστρατεύσουν εκλεκτικά και για σύντομο χρονικό διάστημα ώριμους ακαδημαϊκούς με αδιάσειστες περγαμηνές εγκυρότητας και αξιοπιστίας στο πεδίο της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων. Αποτελεί, ακριβώς, παραδοξότητα αν όχι και σοβαρή κοινωνική και ακαδημαϊκή ανωμαλία, αφενός εάν οι ακαδημαϊκοί συχνάζουν περισσότερο σε κρατικούς και μη κυβερνητικούς θεσμούς και εξ αντικειμένου πλέον λιγότερο στο πανεπιστήμιο και αφετέρου εάν άτομα που βρίσκονται στην αφετηρία της επιστημονικής τους πορείας πλημμυρίζουν τους θεσμούς της πολιτείας, παραμερίζοντας έτσι τους μόνιμους λειτουργούς και αποστερώντας τον εαυτό τους του αναγκαίου χρόνου για εμβάθυνση της θεωρίας. Επιπλέον, αποτελεί αναρχία, ανορθολογισμό και εκχυδαϊσμό του ακαδημαϊκού λειτουργήματος εάν και όταν πανεπιστημιακή ιδιότητα και θεσμικά-πολιτικά αξιώματα αναμειγνύονται άναρχα και αν τελικά κανένα από τα δύο δεν εκπληρώνει πλήρως τον κοινωνικό του ρόλο.
Πιο υγιές θα ήταν σε κάθε περίπτωση οι διακριτοί ρόλοι να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση: Από την μια πλευρά οι ακαδημαϊκοί να εκπληρώνουν τον πνευματικό τους ρόλο στον στίβο του αξιολογικά ελεύθερου στοχασμού για την φύση, τον χαρακτήρα, τις λειτουργίες και τα προβλήματα του διεθνούς συστήματος και από την άλλη πλευρά οι κρατικοί θεσμοί να εκπληρώνουν τον δικό τους πρακτικό ρόλο, που συνίσταται βασικά στην λήψη και αποτελεσματική εφαρμογή περιεκτικών αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής υπό το πρίσμα κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και υπό την αίρεση της λαϊκής κυριαρχίας. Άτομα ή ομάδες των οποίων οι δραστηριότητες βρίσκονται εκτός αυτών των ελέγχων και των οποίων οι ιδεολογικοπολιτικοί σκοποί δεν εγκρίνονται από την λαϊκή ετυμηγορία, δεν έχουν νομιμοποιημένο δικαίωμα διανεμητικών δραστηριοτήτων.
Οι διακριτοί ρόλοι επιβάλλονται για μερικούς ακόμη συναφείς σημαντικούς λόγους και κυρίως για να διαφυλάξουν τον ακαδημαϊκό στοχασμό από πλήθος εισροών που θα μπορούσαν να τον αχρηστεύσουν ή και να τον καταστήσουν επικίνδυνο για τα νομιμοποιημένα συμφέροντα μιας κοινωνίας και για την διεθνή ζωή. Η εξωτερική πολιτική που αποτελεί το γνωστικό πεδίο των νεόκοπων ακαδημαϊκών σπουδών στερείται αμεσότητας με τα καθημερινά κοινωνικά δρώμενα, ενώ οι κοινωνικοί και πολιτικοί έλεγχοι των διπλωματικών δρώμενων είναι παραδοσιακά ελλειμματικοί. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι θεωρήσεις ενός ακαδημαϊκού-διεθνολόγου δύσκολα διαψεύδονται ή επαληθεύονται –και σε κανένα δεν λογοδοτεί για λάθη–, ιδιαίτερα εάν και όταν για να διαφύγει την υποχρέωση πραγματολογικών επαληθεύσεων τις μεταμφιέζει με ωραιοποιημένες επαναστατικές ιδεολογίες, με οικουμενικό ιεραποστολικό λόγο και με συνθήματα για φανταστικούς-ονειρικούς κόσμους που θαμπώνουν τους αδαείς και προκαλούν εισροές ποταμών ανορθολογισμού τόσο στην διεθνή πολιτική όσο και στο υποκείμενο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Γι’ αυτό τον ανορθολογισμό –που δεν είναι ακίνδυνος γιατί δεν περιορίζεται στο ακαδημαϊκό εργαστήρι αλλά αναρμόδια πολιτική παρέμβαση βαθύτατων προεκτάσεων διανεμητικού χαρακτήρα, κατά κύριο λόγο διαμέσου επιφυλλίδων και τηλεοπτικών πάνελ– ο διεθνολόγος πουθενά δεν λογοδοτεί.
Συγκριτικά, όταν ένας πολιτικός επιστήμονας της θεωρίας του κράτους στρατεύεται στην ενδοκρατική διαμάχη υπάρχει σχετική διαφάνεια των ενεργειών, ταυτίσεων, εξαρτήσεων, σκοπών και ενδεχομένως πλήθος άλλων ελέγχων. Αν αντιθέτως ο κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτος «διεθνολόγος» στρατευτεί στην διακρατική διαμάχη (του δικού του κράτους ή και άλλων συχνά παντελώς άγνωστων δρώντων – ποιος για παράδειγμα γνωρίζει τους σκοπούς και το ποιόν του χρηματιστή Σόρος;) θα υπάρχει εν πολλοίς αδιαφάνεια σκοπών, εξαρτήσεων, σκοπών και συμφερόντων που εξυπηρετούν οι πολιτικές (και όχι πνευματικές) δραστηριότητές τους. Ενώ, για παράδειγμα, οι διπλωμάτες μιας χώρας αντισταθμίζουν αυτές τις ιδιομορφίες επειδή λειτουργούν ή πρέπει να λειτουργούν με το σταθερό κριτήριο του κοινωνικοπολιτικά ενταγμένου δημοσίου συμφέροντος-εθνικού συμφέροντος, ο αναλυτής των διεθνών σχέσεων που εγκαταλείπει το ακαδημαϊκό κριτήριο της αξιολογικής ελευθερίας και που ενδέχεται να διασυνδέεται με μυστήριους διεθνικούς δρώντες όπως για παράδειγμα ο κ Σόρος –σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι οι άλλοι επιστήμονες των κοινωνικών επιστημών–, ασκεί επαξίως το λειτούργημά του μόνο αν πληρούνται κάποιες αναγκαίες και μη εξαιρετέες προϋποθέσεις και κυρίως μόνο αν γίνονται σεβαστοί πάγιοι κώδικες και δεοντολογίες του ακαδημαϊκού λειτουργήματος. Αν και ομολογουμένως συμβαίνει συχνά το αντίθετο, γεγονός που στην διεθνή πολιτική αποτελεί ήδη μεγάλη ανωμαλία, η επιστημονική ανάλυση των διεθνών σχέσεων απαιτείται να είναι μόνο αυστηρά και ασκητικά ακαδημαϊκή. Οτιδήποτε άλλο εξ αντικειμένου διαφθείρει τον επιστημονικό στοχασμό.
Με δεδομένες τις ιδιομορφίες του διεθνούς συστήματος, ο διεθνολόγος απαιτείται να είναι πολύ προσεκτικός όσο αφορά την υιοθέτηση ασαφών ηθικών επιταγών των πολλών και ποικιλόχρωμων εξομοιωτικών επαναστατικών δογμάτων που παρακάμπτουν την κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη ηθική των κρατών όπως αποτυπώνεται στις κανονιστικές τους δομές ή την διακρατικά προσδιορισμένη και οροθετημένη ηθική των διεθνών θεσμών. Εδώ, το ζήτημα που τίθεται για τον διεθνολόγο, σ’ αντίθεση με τους επιστήμονες άλλων τομέων του κοινωνικού επιστητού, είναι εξόχως ιδιάζων: Απουσιάζει τόσο παγκόσμια κοινωνία όσο και παγκόσμια ρυθμιστική εξουσία. Πως λοιπόν και στην βάση ποιας ηθικής βάσης και ποιου επιστημονικού κώδικα μπορεί να υιοθετεί εξομοιωτικά δόγματα αναφορικά με το διεθνές σύστημα; Αναμφίβολα, υπάρχουν κατακτήσεις που πολιτικού πολιτισμού των διεθνών σχέσεων που αποτελούν πλέον οικουμενική ηθική, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, η Σύμβαση της Γενεύης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών. Όλα αυτά όμως είναι διακρατικά συμπεφωνημένα και δεν περιέχουν την παραμικρή εξομοιωτική λογική ή αξίωση παγκόσμιας ηθικοπρακτικής αρμοδιότητας που θα αντικαθιστά τις κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες κανονιστικές δομές των κρατών-μελών. [Το ίδιο επαληθεύεται και στην ΕΕ!] [Καίρια επισήμανση: Επισημαίνω ότι –αν και επιστημονικά έχω σοβαρότατες επιφυλάξεις όσον αφορά τον αδιέξοδο χαρακτήρα τέτοιων προσεγγίσεων–, υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ της προαναφερθείσης άκριτης υιοθέτησης εξομοιωτικών λογικών και της προσεκτικής αναζήτησης του γεγονότος ή των δυνατοτήτων ανάδυσης ενός ευρωπαϊκού ή και διεθνούς δημόσιου χώρου «εταιρικού» ή άλλου χαρακτήρα που συνοδεύεται από φιλότιμες προσπάθειες στην βάση πρωτογενών θεμελιώσεων και αξιόλογων δευτερογενών πηγών]
Εξ αντικειμένου, έργο του διεθνολόγου είναι, κατά κύριο λόγο, η διασταλτική και διλημματική ανάλυση του γεγονότος του κοινωνικοπολιτικού κατακερματισμού, η ακριβής εξέταση των διακρατικών ρυθμίσεων, η προσεκτική ανάλυση των διεθνικών φαινομένων υπό το πρίσμα των οντολογικά θεμελιωμένων χαρακτηριστικών του διακρατικού συστήματος (και όχι υπό το πρίσμα αξιολογικά φορτισμένων και ηθικά αυθαίρετων επαναστατικών δογμάτων-ιδεολογημάτων) και η αυστηρή περιγραφική παράθεση του περιεχομένου των εκατέρωθεν αξιώσεων και συμπεριφορών στο πολυσχιδές διεθνές σύστημα. Πρωτίστως, το έργο του διεθνολόγου, βεβαίως, συνίσταται στην διερεύνηση των πραγματολογικά επαληθεύσιμων αιτιών πολέμου που εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων των διεθνών κανονιστικών δομών που οι κοινωνίες εγκαθίδρυσαν ως διεθνές καθεστώς ρύθμισης των διεθνών συναλλαγών. Τονίζεται ότι διεθνιστικές ιδεολογίες και δράσεις, εξομοιωτικές αξιώσεις ισχύος, φαινόμενα περιφερειακής ολοκλήρωσης, κτλ, ασφαλώς και εξετάζονται. Υπό το πρίσμα όμως αξιολογικά ελεύθερων διατυπώσεων και με γνώμονα το οντολογικό γεγονός ύπαρξης δύο εκατοντάδων πολιτικά κυρίαρχων κοινωνιών, γεγονός από το οποίο απορρέουν, εξάλλου, οι διεθνείς θεσμοί και το διεθνές δίκαιο. Μόνο γενοκτόνοι και επίδοξοι παγκόσμιοι δικτάτορες παραγνωρίζουν ή περιφρονούν αυτόν τον οντολογικά θεμελιωμένο χαρακτήρα του συγχρόνου διακρατικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, καμιά στοχαστική, επιστημονική ή επιστημολογική προσέγγιση ανάλυσης του διεθνούς συστήματος δεν μπορεί να είναι βάσιμη αν δεν εκτιμώνται δεόντως τα οντολογικά θεμέλια του διεθνούς συστήματος.
Ο διεθνολόγος, επιστημολογικά και στοχαστικά, καθώς επίσης και από άποψη επιστημονικής ηθικής, είναι δεοντολογικά υποχρεωμένος να στέκεται με «δέος» μπροστά στην ανομοιομορφία του διεθνούς χώρου που οφείλεται στον προαναφερθέντα οντολογικά θεμελιωμένο Πολιτειακό κατακερματισμό του διεθνούς χώρου σε εκατοντάδες κράτη προικισμένα με κοινωνίες απροσμέτρητης κοσμοθεωρητικής, ανθρωπολογικής, ηθικοκανονιστικής και ιδεολογικής ετερότητας. Αυτό το «δέος» που σίγουρα αισθάνεται κάθε έγκυρος διεθνολόγος αποκλείεται να τον αφήσει να υιοθετήσει ελαφρά τη καρδία εξομοιωτικά δόγματα και ιδεολογήματα. Μπορεί ο ίδιος να διακατέχεται από τέτοια εξομοιωτικά ιδεολογικά σύνδρομα αλλά από άποψη επιστημονικής ηθικής δεν επιτρέπεται να τον επηρεάζουν ως επιστήμονα (εκτός και αν είναι έτοιμος να προτείνει μια αξιόπιστη μη γενοκτονική παγκόσμια κοινωνική και πολιτειακή εξομοίωση). Σίγουρα, επίσης, ένα τέτοιο «δέος» απέναντι στην οντολογία θα τον κάνει εξαιρετικά προσεκτικό όσον αφορά θεωρήματα τα οποία, αν και κεκαλυμμένα, επιχειρούν εν τούτοις συχνά να σχετικοποιήσουν τον ρόλο της κυριαρχίας ως θεσμού διανεμητικής δικαιοσύνης και τον ρόλο των διεθνών θεσμών ως θεσμών τάξης (κύρια αποστολή των οποίων είναι η διαφύλαξη της κυριαρχικής ακεραιότητας των φιλειρηνικών κρατών-μελών).
Υπό το πιο πάνω πρίσμα, δηλαδή της οντολογικά θεμελιωμένης διακρατικής πραγματικότητας, είναι ένα πράγμα η διαλεκτική ανάλυση αυτής της πραγματικότητας σ’ όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις της και άλλο η έμμεση ή άμεση ιδεολογικοπολιτική και πολιτική στράτευση στην υπηρεσία κρατικών και μη κρατικών δρώντων. Η πιο προβληματική περίπτωση, βεβαίως, είναι η στράτευση στην υπηρεσία ελάχιστα διαφανών δρώντων του διεθνούς περίγυρου όπως χρηματιστές, μυστικές υπηρεσίες και άλλοι πρόθυμοι χρηματοδότες διεθνολογικών ερευνών των οποίων αναπόδραστα σκοπός μπορεί να είναι μόνο η εκπλήρωση καταχρηστικών συμφερόντων κρατικών και μη κρατικών δρώντων του αχανούς και εν πολλοίς αδιαφανούς χώρου της διεθνούς πολιτικής.

Πιθανές συνέπειες για τα Ακαδημαϊκά δρώμενα: Για ένα ευσυνείδητο εκλέκτορα ενός ακαδημαϊκού σώματος, βεβαίως, δεν έχει παρά να διαβάσει το βιογραφικό και τα κείμενα ενός υποψηφίου για να κατανοήσει περί τίνος πρόκειται καθώς και για την έκταση κάποιου προβλήματος. Γι’ αυτό, είναι εκτιμώ ιερό καθήκον των εκλεκτόρων σε σώματα ακαδημαϊκών κρίσεων να αποφεύγουν την ένταξη στην ακαδημαϊκή κοινότητα ατόμων χωρίς ουσιαστικό επιστημονικό έργο και πασίδηλα στρατευμένων στις προπαγανδιστικές διαμάχες αδιαφανών δυνάμεων του διεθνούς παρασκηνίου. Αν τα εκλεκτορικά σώματα των ακαδημαϊκών οργάνων δεν επιτελούν σωστά το έργο τους, ζητήματα ακαδημαϊκής τιμιότητας, δεοντολογίας, καταχρηστικών έμμεσων ή άμεσων χρηματοδοτήσεων, ανέντιμων ή αντιδεοντολογικών στάσεων ή ακόμη και τυχόν εγκληματικών σκοπιμοτήτων που ενδέχεται να επηρεάζουν τις αναλύσεις ενός διεθνολόγου, ελέγχονται, ουσιαστικά, μόνο από την συνείδησή του. Για ένα ακαδημαϊκό που εισήλθε στο απυρόβλητο του ακαδημαϊκού ασύλου, λοιπόν, ουσιαστικά μόνο η συνείδησή του και οι συνάδελφοί του υπάρχουν. Εξ ου και η αναγκαιότητα να διαφυλαχθεί ο αυστηρά ακαδημαϊκός χαρακτήρας αυτού του ασύλου.

Στρατευμένες διεθνείς σπουδές και διαφορετικά κράτη: Υπάρχει εν τέλει διαφορά μεταξύ μιας μικρής ακαδημαϊκής κοινότητας ενός λιγότερο ισχυρού μη ηγεμονικού κράτους και ενός μεγάλου κράτους οι υπηρεσίες του οποίου όχι σπάνια (και μάλλον αναμενόμενα) αντιλήφθηκαν έγκαιρα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ότι χωρίς δισταγμό θα μπορούσαν να εκτρέψουν και στρατεύσουν ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένους αναλυτές στην μάχη εκπλήρωσης στρατηγικών συμφερόντων στην διεθνή πολιτική (για μια εξαιρετική, σύντομη και θεμελιωμένη ανάλυση βλ. το κείμενο του Jonathan Mowat που εξετάζει την στρατηγική «μαλακής ισχύος» των ΗΠΑ). Όποιος ασχολείται με την επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων δεν μπορεί παρά να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη την συναφή παρατήρηση του Edward H. Carr, ταγού της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων τα μεταπολεμικά χρόνια. Στηλιτεύοντας την πολιτική στράτευση των διεθνών σπουδών στις ηγεμονικές αξιώσεις σ’ ένα εξαιρετικά σημαντικό γράμμα του προς τον Stanley Hoffmann το 1977, ο Carr γράφει: «Δεν υπάρχει επιστήμη των διεθνών Σχέσεων. Η μελέτη των διεθνών σχέσεων στον αγγλόφωνο κόσμο είναι απλά ο καλύτερος τρόπος για να κυβερνούν τον κόσμο από θέσεως ισχύος»[ (κανείς δεν έχει παρά να σκεφτεί το σχέδιο Αναν και μερικούς «αγγλοφωνίζοντες» επιστήμονες των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών που … δεν πρόσεξαν ότι παραβιάζεται η διεθνής και ευρωπαϊκή νομιμότητα και ότι αυτό που πασίδηλα εξυπηρετούσε ήταν άνομα και καταχρηστικά γεωπολιτικά συμφέροντα δύο τουλάχιστον δυνάμεων βλ. πιο κάτω).
Για ένα λιγότερο ισχυρό κράτος με περιορισμένα μέσα η διάθεση των σπάνιων πόρων στον τομέα των διεθνών σπουδών απαιτείται να γίνεται με περισυλλογή και με διασφάλιση του ακαδημαϊκού χαρακτήρα των επιστημονικών δραστηριοτήτων. Ακόμη και ο παραμικρός πόρος που διαθέτει πέραν αυτού θα πρέπει να διοχετεύεται στην απόκτηση δεξιοτήτων και δυνατοτήτων αυτοδύναμης εκτίμησης, ανάλυσης και απόφασης των κρατικών λειτουργών και πρωτίστως των αρμόδιων θεσμών του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Άμυνας. Όταν ένα λιγότερο ισχυρό κράτος με ελάχιστους σπάνιους πόρους εμπιστεύεται το ακαδημαϊκό λειτούργημα σε μερικά άτομα είναι ορθολογιστικό να προσδοκά απερίσπαστη από εξωπανεπιστημιακές σκοπιμότητες αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση αποστασιοποιημένη από ιδιοτελείς σκοπιμότητες και μάλιστα αδιαφανών εξωγενών δρώντων. Μοναδική αποστολή των συγκριτικά με άλλους δημόσιους φορείς καλοπληρωμένων ακαδημαϊκών διεθνών σπουδών είναι να καλλιεργούν την αξιολογικά ελεύθερη και απαλλαγμένη προπαγανδιστικών εισροών επιστημονική σκέψη στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και να εκπαιδεύει μελλοντικά επιτελικά στελέχη της κοινωνίας με κοινωνικά χρήσιμες και ηθικοπρακτικά συναφείς θεωρίες που θα τους επιτρέψει να συμμετέχουν παραγωγικά και ορθολογιστικά στον δημόσιο βίο. Αυτό σημαίνει τόσο καλή θεωρία όσο και μόρφωση των φοιτητών με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, με τρόπο μάλιστα που θα οξύνει η κριτική τους σκέψη και θα τους προικίζει με δυνατότητες αυτοδύναμης ανάλυσης, οξυδερκούς εκτίμησης και ικανότητας λήψεως ορθολογιστικών αποφάσεων. Όμως, μια τέτοια αποστολή του ακαδημαϊκού λειτουργήματος στον ευαίσθητο τομέα των διεθνών σπουδών μπορεί να εκπληρωθεί μόνο με ασκητική και απερίσπαστη από εξωπανεπιστημιακές σκοπιμότητες επιστημονικό έργο.
Σκοπός της δέσμευσης πόρων για το ακαδημαϊκό λειτούργημα στις διεθνείς σπουδές, εν τέλει, δεν μπορεί να είναι να εξοπλίζονται με παρωπίδες στρεβλών θεωρημάτων και ιδεολογημάτων (ή ακόμη χειρότερα με στρεβλών προπαγανδιστικών γνωμών που εξυπηρετούν άνομα εξωγενή συμφέροντα του πολυσχιδούς και πλήρους αιτιών πολέμου διεθνούς συστήματος). Αν συμβεί το τελευταίο, χιλιάδες φοιτητές που εισερχόμενοι στην δημόσια ζωή θα διαφθείρουν την εξωτερική πολιτική του κράτους και θα υπονομεύσουν τον ορθολογισμό της διεθνούς ζωής.
Ορθολογιστικά μιλώντας, αν σε ένα μικρό κράτος τα μέλη μιας μικρής ομάδας καλοπληρωμένων και ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων ατόμων αξιώνουν εγκυρότητα και αξιοπιστία χωρίς στην πραγματικότητα να είναι σοβαροί ακαδημαϊκοί και στην συνέχεια εμπλέκονται άναρχα σε ένα σύστημα ποικιλότροπων ενδογενώς και εξωγενώς χρηματοδοτήσεων για να παράγουν αναρμόδια «προτάσεις πολιτικής», το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι, συνειδητά ή χωρίς να το αντιλαμβάνονται, να εξυπηρετούν συμφέροντα κοινωνικοπολιτικά ανέντακτα (τουλάχιστον ανέντακτα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα της δικής τους χώρας). Η διανόηση που ακολουθεί την μόδα και επηρεάζεται από εφήμερα σεκταριστικά συμφέροντα λειτουργεί εις βάρος της επιστημονικής αλήθειας και του δημόσιου συμφέροντος. Σ’ αυτή την έσχατη και καταστροφική περίπτωση, παρά το ότι η κοινωνία θα δεσμεύει πολύτιμους πόρους, σοβαροί ακαδημαϊκοί δεν θα υπάρχουν, ενώ το κράτος θα επαναπαύεται μακάρια χωρίς να αναπτύσσει δικές του αυτοδύναμες δυνατότητες περιεκτικών προτάσεων πολιτικής συμβατών με το δημόσιο συμφέρον και κοινωνικοπολιτικά ενταγμένων.

Η προτεινόμενη έρευνα για την κατάσταση που επικρατεί στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών ενάμιση δεκαετία μετά τα πρώτα αφετηριακά τμήματα, έχει ως κύριο σκοπό, ακριβώς, να διερευνήσει το κατά πόσο η διάθεση ελληνικών δημόσιων πόρων οδήγησε σε διακριτούς και ορθολογικούς ρόλους ή κατά πόσον οι ακαδημαϊκού χαρακτήρα διεθνείς σπουδές έχουν εκτροχιαστεί με τρόπο που αφενός δεν εκπληρώνεται την κοινωνική τους αποστολή και αφετέρου προκαλεί θεσμικές αδυναμίες και ποταμούς ανορθολογισμού στον δημόσιο βίο.
Η έρευνα δεν είναι ανάγκη να είναι αμιγώς ακαδημαϊκού χαρακτήρα, δηλαδή, δεν θα έχει ως στόχο την καθαυτό επιστημονική αξιολόγηση των στελεχών των Τμημάτων Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών. Αν μια κοινότητα επιστημόνων είναι υγιής και αν λειτουργεί σύννομα αξιολογήσεις αυτού του είδους αποτελούν εσωτερική υπόθεση της ακαδημαϊκής κοινότητας ενός Τμήματος (από τα συμφραζόμενα της παρούσης μελέτης και άλλων αναλύσεών μου η θέση μου είναι πως αν σ’ ένα πανεπιστημιακό τμήμα δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις η παράταση της ύπαρξής του είναι κοινωνικά επιζήμια). Η προτεινόμενη έρευνα σκοπό έχει να περιοριστεί αποκλειστικά στην αποτύπωση της πραγματικότητας στην βάση καταγεγραμμένων δεδομένων και αντικειμενικών κριτηρίων που αφορούν τον δημόσιο λόγο και την δομή των δραστηριοτήτων των ακαδημαϊκών στελεχών των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών. Κυρίως, να εξετάσει πόσο επαληθεύονται και πόσο διαψεύδονται θεωρήσεις και θέσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας (καθώς επίσης και να εξετάσει το κατά πόσον φορείς ακαδημαϊκών τίτλων των οποίων κάνουν επίκληση ως τεκμήριο αξιοπιστίας και εγκυρότητας είναι καταγεγραμμένοι να κάνουν χονδροειδή λάθη που αφορούν την διεθνή και ευρωπαϊκή νομική και πολιτική τάξη).
Το ενδιαφέρον για επιστημολογικά ζητήματα και για την φύση των διεθνών σπουδών ως αντικείμενο ακαδημαϊκής-επιστημονικής μελέτης ούτε νέο είναι ούτε είναι αποκλειστικό προνόμιο του γράφοντος. Παγίως θεωρείται χρέος των ακαδημαϊκών, να προβληματίζονται και να ασκούν κριτική σ’ εκείνα τα φαινόμενα που οδηγούν τον κλάδο στην παρακμή. Όσον με αφορά, πάντως, πέραν των στάσεων που υιοθετώ στα ακαδημαϊκά όργανα που συμμετέχω, η τελευταία καταγραφή των επιχειρημάτων μου βρίσκεται σε πόνημα που επιχειρεί ένα συνολικό απολογισμό των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών, την οριοθέτηση του επιστημονικού τους περιεχομένου και της εκτίμησης της ηθικοπρακτικής χρησιμότητάς τους. Ακόμη, σε αναφορά με ένα τόσο ολισθηρό γνωστικό πεδίο, στο πόνημα αυτό εξετάστηκαν οι κίνδυνοι να καταστεί η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία ακαδημαϊκή ασυδοσία ή και οι διεθνολόγοι στρατιά μισθοφόρων στις πιο ανεξέλεγκτες δυνάμεις του διεθνούς χώρου. Οι κίνδυνοι επίσης εκτροχιασμού τους είτε στα απόκρημνα βράχια της προπαγάνδας είτε στα μονοπάτια της ασημαντότητας και οι συνέπειες τέτοιων ανωμαλιών για φοιτητές, ακροατές, αναγνώστες, πολιτικά πρόσωπα και διακρατικές σχέσεις [βλ. Π. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο).

Η έρευνα που προτείνεται εδώ, θα μπορούσε να φωτίσει μεταξύ άλλων, τις δραστηριότητες των ακαδημαϊκών των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών, να τεκμηριώσει τον παρασιτικό-επιβλαβή ή αντίστροφα τον χρήσιμο-ωφέλιμο ρόλο τους, να τονίσει τις ηθικοπρακτικές προεκτάσεις των δημόσιων (ή και όχι τόσο δημόσιων) εκδηλώσεών τους και να εξετάσει στην βάση συγκεκριμένων περιπτωσιολογικών αναφορών όπως για παράδειγμα το κυπριακό, το Κόσοβο, η ελληνική βαλκανική πολιτική και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και γενικότερα τον διανεμητικό και αναδιανεμητικό χαρακτήρα των δραστηριοτήτων τους. [Για παράδειγμα: Τι θα σήμαινε για την ανακατανομή συμφερόντων, την ανθρώπινη ελευθερία, την εθνική κυριαρχία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και την διεθνή ειρήνη, η εργολαβική στήριξη εκ μέρους πολλών ακαδημαϊκών του αντιδημοκρατικού και ανελεύθερου σχεδίου Αναν]. Κυρίως, με δεδομένο αυτό τον αναδιανεμητικό ρόλο μιας (μεγάλης πλέον) ομάδας ακαδημαϊκών που αξιώνουν η τήβεννός τους να είναι τεκμήριο επιστημονικής αξιοπιστίας και εγκυρότητας ενός δημόσιου λόγου που συχνά υπερκαλύπτει ή και υπερβαίνει τις δημόσιες πολιτικές συζητήσεις, να εξεταστεί, 1) το κατά πόσο λειτουργούν με διαφάνεια, 2) το κατά πόσο λειτουργούν σεβόμενοι πάγια ακαδημαϊκά κριτήρια και κώδικες επαγγελματικής ηθικής που οριοθετούν το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, 3) το κατά πόσον η ενίοτε βαθύτατη ενασχόλησή τους με πρακτικά ζητήματα και πρακτικές αποφάσεις βρίσκεται υπό την αίρεση της λαϊκής κυριαρχίας και των εν γένει κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και 4) το κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία να δημιουργήσει μη κυβερνητικούς οργανισμούς κοινωνικοπολιτικά ανέντακτους και στελεχωμένους από καλοπληρωμένους πολυθεσίτες ακαδημαϊκούς που εξαρτώμενοι ακόμη και από αδιαφανείς εξωγενείς δρώντες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εστίες δραστηριοτήτων που ροκανίζουν και διαβρώνουν τον κοινωνικοπολιτικό ορθολογισμό λόγω δράσεων που ελάχιστα σχετίζονται με το ακαδημαϊκό λειτούργημα.
Ιδιαίτερα στην τελευταία περίπτωση, διατρέχουμε τον κίνδυνο μιας αλλόκοτης, παράδοξης και κυριολεκτικά κοινωνικοπολιτικά ανώμαλης κατάστασης: Μια μεγάλη ομάδα ατόμων που υπερβαίνει το σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης και τους κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους, θα μπορούσε, οχυρωμένη στο άσυλο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, αφενός να διαφεύγει τους ελέγχους της λαϊκής κυριαρχίας οποιουδήποτε κράτους (καθώς επίσης και τους κανονιστικούς ελέγχους της κρατικής κυριαρχίας) και αφετέρου να στρατεύεται σε ενδεχομένως υποχθόνιες δυνάμεις της διακρατικής διαμάχης (πολυεθνικές εταιρίες διασυνδεδεμένες με φορείς ηγεμονικών αξιώσεων, ξένα ινστιτούτα στην υπηρεσία μυστικών υπηρεσιών, διεθνικούς χρηματοοικονομικούς δρώντες εν μέρει στρατευμένες σε ξένα στρατηγικά συμφέροντα ή ακόμη, γιατί όχι, και σε πιο ανεξέλεγκτες καταστάσεις του άναρχου διεθνούς χώρου). Τέτοιες πιθανές ανώμαλες εκτροπές από το ακαδημαϊκό λειτούργημα ασφαλώς και δεν εκπληρώνουν την αποστολή της πανεπιστημιακής κοινότητας που αναλώνει τεράστιους σπάνιους κοινωνικούς πόρους με αποκλειστική αποστολή, κατά το πνεύμα και το γράμμα του νόμου, να υπηρετεί ανιδιοτελώς και ασκητικά –και από μια μόνο θέση, την πανεπιστημιακή–, την αξιολογικά ελεύθερη έρευνα και διδασκαλία. Απαιτείται λοιπόν διαφάνεια και πλήρης επίγνωση του τρόπου που γίνεται χρήση του προνομίου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας με το οποίο η κοινωνία προικίζει τους ακαδημαϊκούς λειτουργούς. Ασφαλώς, στην βάση πάγιων κριτηρίων οι κανονιστικοί έλεγχοι δεν πρέπει να εισέρχονται στο εσωτερικό του ασύλου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας αλλά και η κοινωνία που διαθέτει τους σπάνιους πόρους της δεν είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει να δεσμεύει αυτούς τους πόρους αν υπάρχει πασίδηλη εκτροπή από τους σκοπούς που προορίζεται να εκπληρώνει η αποστολή των ακαδημαϊκών λειτουργών στον χώρο των διεθνών σπουδών.
Τα πορίσματα μιας τέτοιας έρευνας, όπως γίνεται φανερό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν μπούσουλα για τον φορολογούμενο πολίτη όσον αφορά την διάθεση του υστερήματός του, για τα μέσα ενημέρωσης που εκλαμβάνοντας την ακαδημαϊκή τήβεννο ως τεκμήριο αξιοπιστίας φιλοξενούν ακαδημαϊκούς συχνά και πέραν του δέοντος και για τον πολιτικό ηγέτη που αποφασίζει την διάθεση σπάνιων πόρων για την καλλιέργεια των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών στην Ελλάδα. Θα μπορούσε ακόμη να αποτελέσει μπούσουλα για την ΕΕ στην οποία αν κοινοποιηθεί μια τέτοια έρευνα θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να αξιολογήσει την διοχέτευση πόρων σε επίσημους και μη κυβερνητικούς οργανισμούς σε όλη την Ευρώπη [Όσον αφορά την διάθεση κονδυλίων της ΕΕ για την χρηματοδότηση διεθνικών δρώντων, τίθεται πλέον σοβαρότατο πρόβλημα ορθολογισμού και ελλείμματος άσκησης λαϊκής κυριαρχίας. Τα κονδύλια των Βρυξελλών δεν είναι ουρανοκατέβατα αλλά εισφορές των πολιτών των κρατών-μελών]. Μεταξύ άλλων, όπως γίνεται αντιληπτό, θα μπορούσαν πιο συγκεκριμένα να φωτιστούν τα εξής: Ποιος είναι τελικά ο κοινωνικός ρόλος των ακαδημαϊκών τμημάτων διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών που όλοι ακριβοπληρώνουμε με δημόσιο χρήμα; Ποιος είναι ο ρόλος των «ιδρυμάτων» που είναι μη κυβερνητικοί οργανισμοί αλλά στους οποίους ρέουν ποταμοί δημόσιου (και όχι μόνον!!) χρήματος; Ποια η σχέση των μελών των θεσμών των ακαδημαϊκών διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών με αυτούς τους μη Κυβερνητικούς οργανισμούς; Πως τέτοιες δραστηριότητες θέτουν σε κίνδυνο ή πως ωφελούν την αναγκαία και μη εξαιρετέα ακαδημαϊκή ανεξαρτησία; Κατά πόσον και πως δημιουργούνται πελατειακές σχέσεις, εξαρτήσεις, παρέες και σφικτές ιδεολογικοπολιτικά στρατευμένες ομάδες ομοϊδεατών που ενδέχεται να επηρεάζουν τα ενδο-ακαδημαϊκά δρώμενα; Είναι εν τέλει κοινωνικά ωφέλιμο ή επιζήμιο, εάν και όταν άτομα ή ομάδες που αναπτύσσουν διανεμητικές και αναδιανεμητικές δυνατότητες βαθύτατων προεκτάσεων σ’ ένα κρίσιμο τομέα όπως η εξωτερική πολιτική, να βρίσκονται στο απυρόβλητο της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής βούλησης; Είναι εν τέλει ωφέλιμο ή επιζήμιο να διατίθενται σπάνιοι πόροι σ’ αυτά τα άτομα ή σ’ αυτές τις ομάδες που βρίσκονται στο απυρόβλητο των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων εάν και όταν δεν εκπληρώνονται οι σκοποί του προνομίου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας με το οποίο τους προίκισε η κοινωνία;

Στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων, σε τελευταία ανάλυση δεν έχει σημασία να φλυαρείς αυτάρεσκα και ελιτίστικα –και συχνά μάλιστα με απύθμενη σοβαροφάνεια-ελαφρότητα, δυσδιάκριτη όμως για τον μέσο πολίτη επειδή είναι μεταμφιεσμένη με ακαδημαϊκούς τίτλους– προμηνύοντας προφητείες που αυτοεκπληρώνονται λόγω δικής σου δράσης και της επικοινωνιακής ισχύος της ακαδημαϊκής σου παρέας. Εξ αντικειμένου, μόνο σπουδαιοφάνεια αποκτά κάποιος από ακαδημαϊκά αδιάφορες συναναστροφές όπως χρηματιστές, επιχειρηματίες και άλλους παράγοντες του διεθνούς περίγυρου τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετεί με τις εξωπανεπιστημιακές του δράσεις. Είναι επιστημονικά αδιάφορο αν εσύ ο ίδιος αυτάρεσκα ανακοινώνεις ή υπονοείς ότι είσαι αλάνθαστος και στο απυρόβλητο τόσο των κοινωνικών ελέγχων ή επιστημονικών ελέγχων όσο και της λογικής. Σημασία έχει, και αυτό είναι το προνόμιο που πρέπει να απολαμβάνει ένας ακαδημαϊκός (προνόμιο που δεοντολογικά είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί δημόσια με φειδώ, εκλεκτικά και προσεκτικά), τα γεγονότα να επαληθεύουν ότι οι θεωρήσεις σου είναι βάσιμες και ορθές. Μάλιστα να επαληθεύονται όχι λόγω τυχαίων γεγονότων ή λόγω οργιώδους ίδιας δράσης που αυτοεκπληρώνει καταστροφολογικές προβλέψεις (όπως για παράδειγμα, προφητείες πως «θα είναι καταστροφή ή πως θα γίνει διχοτόμηση εάν δεν δεχθούμε το σχέδιο Αναν» την στιγμή που ο ίδιος και η παρέα κάποιου χέρι-χέρι με αναρίθμητους υποχθόνιους υπαλλήλους αδιαφανών διακρατικών συμφερόντων καλλιεργεί τέτοιες καταστροφές). Να επαληθεύονται επειδή βασίζονται και απορρέουν σε διαχρονικής αξίας και βάσιμες θεωρήσεις για τις διεθνείς σχέσεις.

2. Πρόταση για ερευνητικό πρόγραμμα αναφορικά με τις θέσεις των ελλήνων ακαδημαϊκών: Σκεπτικό, σκοποί και θεματικές.

Τα προαναφερθέντα επαρκούν για να γίνει κατανοητό πως κύριος ΣΚΟΠΟΣ της προτεινόμενης έρευνας είναι
Πρώτον, να εκτιμηθεί ορθολογιστικά και αντικειμενικά η σκοπιμότητα διάθεσης σπάνιων δημόσιων πόρων για την ύπαρξη και ανάπτυξη των Πανεπιστημιακού επιπέδου Τμημάτων Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και
δεύτερον, να εκτιμηθεί κατά πόσον υπάρχει επιστημονική ή κοινωνική σκοπιμότητα να διατίθενται πόροι σε μη κυβερνητικούς θεσμούς ανάλυσης της εξωτερικής πολιτικής, σε διάφορα ιδρύματα και σε ποικίλα ινστιτούτα.
Μιας και η επιφυλλίδα του κ Τσούκαλη που αποτέλεσε αφορμή για το παρόν δεν είναι η μόνη που αναδεικνύει σφοδρές διαμάχες και μεγάλα προβλήματα στον χώρο των ακαδημαϊκών, καλά θα κάνουμε λοιπόν να αναζητήσουμε τα αίτια αυτών των διενέξεων, τις συνέπειές τους και τις προεκτάσεις τους. Ήλθε ή ώρα, εκτιμώ, να τελειώσει το «γαϊτανάκι» των μουρμουρητών, των δολοφονικών γενικεύσεων και των απαράδεκτων χαρακτηρισμών που χαρακτηρίζει πλέον ευρέως την κοινότητα των ακαδημαϊκών στον κρίσιμο τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Βασικά, μετά από πολλή σκέψη και αίσθημα ευθύνης εκτιμώ ότι μια τέτοια έρευνα θα στοιχειοθετήσει τα πραγματικά γεγονότα μιας άγονης διαμάχης μεταξύ των ελλήνων διεθνολόγων και εν γένει πολιτικών επιστημόνων που δεν είναι χωρίς συνέπειες για φοιτητές, ακροατές, αναγνώστες επιφυλλίδων και την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η προτεινόμενη έρευνα θα έχει ως σκοπό να διερευνήσει τα αίτια της διχόνοιας, της πιθανής παρακμής και των διανεμητικών-αναδιανεμητικών συνεπειών των δραστηριοτήτων της κοινότητας των διεθνολόγων και πολιτικών επιστημόνων στην Ελλάδα.

Πιστεύω ότι για την υλοποίηση της προτεινόμενης έρευνας οι καταλληλότεροι φορείς είναι η Υπουργός Παιδείας και οι διοικήσεις των Πανεπιστημίων που συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους διεθνείς και ευρωπαϊκές σπουδές. Όσοι συμφωνούν με την παρούσα έρευνα καλά θα κάνουν να αποστείλουν επιστολές ή ηλεκτρονικά μηνύματα σ’ αυτούς τους δημόσιους φορείς για να τους ενθαρρύνουν για την κοινωνική και επιστημονική αναγκαιότητα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας [Υπουργείο Παιδείας, Υπουργείο Άμυνας, Υπουργείο Εξωτερικών, Πρωθυπουργό, Αρχές των Πανεπιστημίων που αναπτύσσουν διεθνείς σπουδές]

Η πρώτη σκέψη είναι να ζητηθεί από δέκα πρωτοβάθμιους καθηγητές διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών που θα πλαισιώνεται από 6 αντιπροσώπους του Υπουργείου Άμυνας, του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Παιδείας να τεθούν επικεφαλής της έρευνας ως συντονιστικό όργανο. Οι ερευνητές θα είναι 20 έλληνες διδάκτορες του ίδιου γνωστικού πεδίου. Οι πρώτοι θα ορίσουν τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν και τους ερευνητικούς προσανατολισμούς (βλ. πιο κάτω δέκα ενδεικτικές θεματικές). Η έρευνα θα κατανεμηθεί στους ερευνητές ανάλογα με την ειδικότητα και τα ενδιαφέροντα του καθενός εξ αυτών.
Τα έξοδα -1000 ευρώ μηνιαίως για κάθε ερευνητή συν όλα τα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα της έρευνας– προτείνω να καλυφτούν από το ΕΛΙΑΜΕΠ, ινστιτούτο το οποίο συγκριτικά με άλλους αντίστοιχους οργανισμούς που συνομαδώνουν ακαδημαϊκούς λειτουργούς, εξ αντικειμένου πρέπει λογικά να διαθέτει τεράστιους πόρους πολλοί από τους οποίους πέραν των γνωστών εξωγενών χρηματοδοτήσεων, προέρχονται από τους έλληνες και άλλους ευρωπαίους φορολογουμένους.
Ένας από τους σκοπούς της έρευνας, εξάλλου, θα είναι να υπάρξει πλήρης διερεύνηση, καταγραφή και δημοσιοποίηση ΌΛΩΝ ΑΝΕΞΑΙΡΈΤΩΣ ΤΩΝ ΠΗΓΏΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΌΤΗΣΗΣ, του τρόπου διάθεσής τους και των πορισμάτων λόγω δραστηριοτήτων των εμπλεκομένων «μη κυβερνητικών θεσμών» που στελεχώνονται από έλληνες ακαδημαϊκούς. Πότε, πόσα και σε ποιους, για παράδειγμα, δόθηκαν για δράσεις γύρω από το σχέδιο Αναν ή το Κόσσοβο? Η λίστα ποσών και δεκτών να συμπεριλαμβάνει σωρευτικά όλα τα ποσά όλων των δρώντων και όλων των αμοιβών (και των έμμεσων αμοιβών όπως έξοδα μετακίνησης, διαμονής και αμοιβές ερευνών).

Το κατά πόσον αυτή η έρευνα θα είναι δημοσιοποιήσιμη ευρέως είναι ένα ζήτημα που μπορεί να συζητηθεί. Αν και προσωπικά τάσσομαι υπέρ της ευρείας δημοσιοποίησης των συμπερασμάτων, θα μπορούσα –για να διευκολύνω κάποιους που για ευνόητους λόγους νομίζουν ότι θα εκτεθούν–, να περιοριστεί η κοινοποίηση των πορισμάτων σε επιλεγμένους αποδέκτες, όπως βουλευτές, πολιτική και κομματική ηγεσία και τα πανεπιστήμια.

ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΦΆΣΗ και ενδεικτικά, προτείνονται οι πιο κάτω κύριοι θεματικοί προσανατολισμοί:
1. Κατά πόσον διαψεύστηκαν ή επαληθεύτηκαν οι αναλύσεις για την δομή του διεθνούς συστήματος και την μετεξέλιξή του. Η έρευνα να εστιαστεί σε κεντρικά θέματα όπως τον ρόλο της ισχύος, των ανακατανομών ισχύος, τον εξαρτημένο ή ανεξάρτητο ρόλο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών, τις σχέσεις μεταξύ των ηγεμονικών δυνάμεων, την επίλυση των περιφερειακών διενέξεων και τις ευρωατλαντικές σχέσεις.
2. Κατά πόσον διαψεύστηκαν ή επαληθεύτηκαν οι θέσεις ενός έκαστου θεσμού ή προσώπου για i) την στρατηγική ευρωπαϊκής λύσης του Κυπριακού, ii) την δομή και μετεξέλιξη των βαλκανικών διενέξεων και iii) την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Κυρίως, ποιες αναλύσεις ήταν «προτάσεις πολιτικής» και ποιες ακαδημαϊκού χαρακτήρα συμβατές με το ακαδημαϊκό λειτούργημα.
3. Κατά πόσον πιο συγκεκριμένα επαληθεύτηκαν ή διαψεύστηκαν οι αναλύσεις για την εξέλιξη και τον ρόλο και της ΕΕ και της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.
5. Κατά πόσον διαψεύστηκαν ή επαληθεύτηκαν οι περί «δημοκρατίας και πολέμου» αναλύσεις στην περιφέρειά μας (το κατά πόσον αυτές οι θεωρήσεις είναι επιστημονικά βάσιμες αποτελεί, στην Ελλάδα, ένα άλλο μεγάλο θέμα που για ποικίλους λόγους ίσως ελάχιστοι, εκτιμώ, επιθυμούν να εξεταστεί – για μια πρόσφατη ακαδημαϊκή μελέτη για το ζήτημα «δημοκρατία και πόλεμος»).
6. Κατά πόσον διαψεύστηκαν ή επαληθεύτηκαν οι περί Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στάσεις και συμπεριφορές.
7. Κατά πόσον διαχρονικά υπάρχουν συνέπειες, ασυνέπειες, αντιφάσεις και αντιθέσεις στα κείμενα ενός εκάστου θεσμού ή μεμονωμένου αναλυτή που υπογράφει με ακαδημαϊκό τίτλο.
8. Κατά πόσον και από ποιους εκτοξεύτηκαν γενικόλογοι δολοφονικοί του επιστημονικού χαρακτήρα άλλων χαρακτηρισμοί, «υβριστικές» φράσεις και γενικότερα να εξεταστούν ζητήματα ύφους, ακαδημαϊκού ήθους, εκφραστικές υπερβολές, χρήση αδόκιμων-αθεμελίωτων επιστημονικών όρων και ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις αντί επιχειρημάτων απόρροια θεμελιωμένων αναλύσεων.
9. Κατά πόσον κάποιες αναλύσεις ήταν όχι επιστημονικές επιχειρηματολογικά θεμελιωμένες αλλά είδος καταστροφολογίας για να προκληθούν άνομα και καταχρηστικά πολιτικά αποτελέσματα.
10. Τέλος και το κυριότερο να γίνει περιπτωσιολογική μελέτη για το καλύτερο ίσως περιπτωσιολογικό πλαίσιο μελέτης του διεθνούς συστήματος που εξ αντικειμένου ήταν και ένα ναρκοπέδιο που σχεδόν όλοι οι διεθνολόγοι και «ειδικοί» της Ευρωπαϊκή Ένωσης έπρεπε να διασχίσουν. Δηλαδή το σχέδιο Αναν πριν και μετά την εκδήλωσή του. Αναμφίβολα αποτελεί την καλύτερη περίπτωση επειδή από την μια πλευρά πρόκειται περί ζητήματος που προσφέρεται για ακριβείς τοποθετήσεις για τους διεθνείς θεσμούς, την ΕΕ και τις διεθνείς συμβάσεις ενώ οι θέσεις των ακαδημαϊκών που δημοσιοποιήθηκαν ήταν πολλές, ρητές και απερίφραστες. Γι’ αυτό προσφέρεται για εξονυχιστική έρευνα για τις θέσεις ενός εκάστου από το 2001 μέχρι το 2006, την εκτίμηση της συμβατότητάς τους με το διεθνές δίκαιο, την συμβατότητά τους με την κοινοτική έννομη τάξη, την συμβατότητά τους με την Σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την συμβατότητά τους με τις Υψηλές Αρχές του Διεθνούς Δικαίου, τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το σχέδιο Αναν αποτελεί αναμφίβολα φοβερή ποντικοπαγίδα για όσους «επιστημονικούς ποντικούς» μεταμφιέζονται ακαδημαϊκά στην Ευρώπη και αλλού για να κάνουν πολιτική προπαγάνδα.

Ποιος πληρώνει τι και πόσα: Εξετάζοντας διαδοχικά τις πιο πάνω θεματικές, προτείνεται επίσης, να γίνει ταυτόχρονα έρευνα για το ποιος, από ποιους!!!! και πόσα!!! κονδύλια πήρε σωρευτικά και μεμονωμένα κάθε μη κυβερνητικός θεσμός (που πλαισιώνεται από ακαδημαϊκούς) και τι σημαίνει αυτό για τον κάθε συμμετέχοντα πανεπιστημιακό ξεχωριστά. Χωρίς αυτό να προκαταλαμβάνει για οποιαδήποτε αθέμιτη πράξη ή ενοχή, να συμπεριληφθούν δραστηριότητες που προσφέρουν έμμεσα ωφελήματα όπως εξω-πανεπιστημιακές συναντήσεις, «συνέδρια», «κλειστές συζητήσεις» σε εξωτικά νησιά ή κοσμικές μητροπόλεις, να εξεταστεί ποιοι έλληνες ακαδημαϊκοί πήραν μέρος, ποιος πλήρωνε τα έξοδα, ποιοι συμμετείχαν, τι πορίσματα βγήκαν και ΠΩΣ ΣΧΕΤΊΖΟΝΤΑΙ ΑΥΤΆ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΌΣΙΟ ΛΌΓΟ –και δη επιφυλλιδιακό– των πανεπιστημιακών.
Μια έμμεση αλλά πολύ χρήσιμη ταξινόμηση του έργου των πανεπιστημιακών θα μετρήσει σελίδες: 1) επιφυλλίδων, 2) αμιγώς ακαδημαϊκών βιβλίων (θεωρητικών αξιώσεων όχι προτάσεις πολιτικής ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες), 3) (επι)στρατευμένων μπροσούρων είδος βιβλίων πολιτικής σκοπιμότητας (δηλαδή, που στερούνται θεωρητικών αξιώσεων), 4) προτάσεων πολιτικής προς κρατικούς ή άλλους θεσμούς, 4) Εκθέσεις με συνεταίρους του εξωτερικού και χρηματοδότες ενός εκάστου (συνεταίρου).
Άποψή μου είναι ότι αν υπάρχει μια κοινωνική ομάδα που πρέπει να ισχύει ετήσιο πόθεν έσχες συνοδευόμενο από άνοιγμα των λογαριασμών εσωτερικού και εξωτερικού είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα. Αυτό επειδή ακριβώς δεν υπόκειται κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις και κάτι τέτοιο θα ήταν ένας ελάχιστος νόμιμος-θεμιτός έλεγχος κατά πόσον κάποιος είναι αφιερωμένος στην ασκητική άσκηση των επιστημονικών καθηκόντων του ή κατά πόσο επηρεάζεται από μη νόμιμες και/ή θεμιτές ή αθέμιτες χρηματικές εισροές που ενδέχεται να διαφθείρουν τον στοχασμό του ή να τον εκτρέψουν από την αποστολή που η κοινωνία τον εμπιστεύεται ως ακαδημαϊκός λειτουργός).

Είναι λοιπόν έτοιμη η ακαδημαϊκή κοινότητα για μια τέτοια τίμια, διαφανή και επακριβή εκτίμηση των πραγμάτων στην βάση μιας ανάλυσης περιεχομένου και αντικειμενικών δεδομένων από μια εικοσάδα νέων ελλήνων ερευνητών; Εάν όχι, πάντως, θέλω να κάνω σαφές ότι όπως έχω δεοντολογικό χρέος να κάνω λόγω θέσεως και λειτουργήματος που υπηρετώ, θα φέρω την έρευνα εις πέρας μόνος μου (ήδη έχω προχωρήσει αρκετά και ενδέχεται να απευθυνθώ για στήριξη σε ποικίλους δημόσιους φορείς). Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δείχνουν ότι μια πιθανή άρνηση ενδέχεται να οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι δεν θέλουν διαφάνεια και επιστημονικό διάλογο. Σ’ αυτή την περίπτωση νομιμοποιείται κάποιος να σκεφτεί ότι οι κοινωνικές επιστήμες οδηγούνται σε εκτροχιασμό που θα τις θέσεις διαπαντός στο τέλμα και με τρόπο μάλιστα που δεν ωφελεί, κατ’ ανάγκη, την στοχαστική υγεία φοιτητών, αναγνωστών και ακροατών. Δεν είναι νομίζω λογικό και ορθολογιστικό από την μια πλευρά να εκτοξεύονται σφοδρά παράπονα σ’ ένα μονόλογο διαμέσου επιφυλλίδων και από την άλλη να αρνούμαστε να διερευνηθούν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα τα δρώμενα των διεθνών σπουδών ακαδημαϊκού χαρακτήρα.

Οι ακαδημαϊκού χαρακτήρα διεθνείς σπουδές: Ασφαλώς, δεν υπάρχουν ιδέες που «απαγορεύονται». Είναι δυνατό όμως μια ακαδημαϊκή ομάδα να εξελιχθεί με τρόπο ούτως ώστε στο εσωτερικό της αναγκαίας και μη εξαιρετέας ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας να υπάρχουν πλέον νομότυπες διαδικασίες που νομιμοποιούν την ανάπτυξη μιας ελάχιστα επιστημονικής κοινότητας και με τρόπο που θα ευνοεί όχι την θεωρία-επιστήμη αλλά τις προτάσεις πολιτικής, την ιδεολογικοπολιτική προπαγάνδα και την επιστράτευση των πανεπιστημιακών σε ενδοκρατικές και διακρατικές πολιτικές διαμάχες. Όχι μόνο είναι δεντολογικά βάσιμο αλλά και επιστημονικά και κοινωνικά αναγκαίο να γίνει γνωστό αν η διάθεση σπάνιων πόρων δεν διατίθεται για ασκητικές στοχαστικές δραστηριότητες αλλά για αλλότριες και ενδεχομένως κοινωνικά ζημιογόνες δράσεις. Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε πλήρως το κατά πόσον άτομα ή ομάδες που βρίσκονται εκτός κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων επειδή προικίζονται με το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας ασκεί εν τούτοις δράσεις τεράστιων διανεμητικών συνεπειών στον ενδοκρατικό και διακρατικό βίο. Η αλήθεια και η διαφάνεια ποτέ δεν βλάπτει.
[Όταν σ’ ένα ακαδημαϊκό χώρο δεν εκπληρώνονται πλήρως πάγια ακαδημαϊκά κριτήρια και κώδικες δεοντολογίας, δυνατό να συμβούν πολλές ανωμαλίες, πολλά ευτράπελα και πολλά παράδοξα: Ας αναλογιστούμε ένα πιθανό άτομο που μελλοντικά θα έχει στενές σχέσεις με παράγοντα του διεθνολογικού χώρου. Που θα πάρει το διδακτορικό επειδή το τελευταίο πίεζε και παρά το ότι επτά στους επτά κριτές θα έχουν σοβαρές επιστημονικές επιφυλάξεις. Που θα του το απονείμουν με υπόσχεση να το φέρει πίσω διορθωμένο (κάτι που ποτέ δεν θα κάνει). Που θα το επιστρατεύσουν πολιτικά πρόσωπα με σκοπό να το στείλουν στο … Χάρβαρτ για να εκπαιδευτεί στα ιδεολογήματά τους που θα εξυπηρετήσουν πολιτικούς σκοπούς. Που θα κινηθεί ευέλικτα στα περιθώρια των εξω-πανεπιστημιακών ινστιτούτων. Που θα γράψει και καμιά βιβλιοκριτική για βιβλία μελλοντικών εκλεκτόρων του. Που κύρια ενασχόληση θα είναι ξεπεσμένα, ξεχασμένα και παρωχημένα θεωρήματα αλλά που κανείς δεν θα διαβάσει ή που κάποιοι θα πουν πως «είναι καλά μιας και μερικά είναι ξενόγλωσσα). Που θα εκλεγεί σε περιφερειακό πανεπιστήμιο παρισταμένων περιφερόμενων εκλεκτόρων μερικοί εξ αυτών πολιτικά πρόσωπα και μερικοί άλλοι στατιστικολόγοι, μαθηματικοί, ιστορικοί και νομικοί. Που θα τοποθετηθεί μελλοντικά σε κεντρικό πανεπιστήμιο μετά από μάχη μη διεθνολόγων και με κύρια σκοπιμότητα που δεν θα ακουστεί στην κρίση αλλά σίγουρα στα παρασκήνια πως είναι επιταγή να έλθει στην Αθήνα για στελεχώσει μη κυβερνητικό ίδρυμα λόγω συνταξιοδότησης κάποιων άλλων. Κτλ. Αν δεν υπάρξει διαφάνεια και ορθολογισμός στον πανεπιστημιακό χώρο δεν αποκλείεται να εκδηλωθούν τέτοια επιστημονικά και κοινωνικά επιζήμια φαινόμενα. Τέτοια φαινόμενα, πάντως, δεν θα έχουν ως αίτια κάποιες γενετικές ανωμαλίες των εμπλεκομένων αλλά μια προϊούσα θεσμική παρακμή εντός του ασύλου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας που θα διαφθείρεται διαρκώς από μη ακαδημαϊκά κριτήρια που εισρέουν από τον αχανή χώρο της διεθνούς πολιτικής, των διεθνών διενέξεων, των διεθνικών δρώντων και ποικίλων άλλων ελάχιστα διαφανών παραγόντων. Η κατάσταση θα καταστεί ανεπίστροφη όταν πλέον θα υπάρξει υπερχείλιση (spillover, για να χρησιμοποιήσω ένα εύστοχο όρο της θεωρίας ολοκλήρωσης) που θα προκαλέσει συμφόρηση στα ανώτατα ακαδημαϊκά κλιμάκια. Το άτομο το οποίο θα βάλει για πρώτη φορά το πόδι του στο σκαλοπάτι της σκάλας που οδηγεί στο τέλμα θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε καλής πρόθεσης καλοπροαίρετο πρόσωπο με ευγενείς και θεμιτές επιδιώξεις, απροστάτευτο όμως λόγω παρακμής των ακαδημαϊκών θεσμών. Οι θεμιτές ακαδημαϊκές του φιλοδοξίες θα μπορούσαν να είχαν εκπληρωθεί χωρίς προβλήματα σ’ ένα υγιές ακαδημαϊκό περιβάλλον προικισμένο με επιστημονικούς ελέγχους, στερούμενου πελατειακών σχέσεων και προστατευμένου από διαβρωτικές εισροές χρηματοδοτήσεων, πολιτικών σκοπιμοτήτων ή ακόμη και άνομων εξωγενών συμφερόντων].

3. Το γράμμα και το πνεύμα του νόμου για την ακαδημαϊκή ζωή

Στο σημείο αυτό, ακριβώς, είναι αναγκαίο να γίνουν δύο ακόμη διευκρινήσεις που αφορούν την λειτουργία μιας ακαδημαϊκής κοινότητας, το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, τους ακαδημαϊκούς ελέγχους, τις πιθανές εισροών που τον διαφθείρουν και τον πιθανό κίνδυνο να καταστεί ένα ακαδημαϊκό τμήμα κοινωνικά επικίνδυνο ή ασήμαντο και παρασιτικό:
Πρώτον, εκτός του ασύλου που προσφέρει το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας είναι εφικτός μόνο έλεγχος του γράμματος του νόμου και μόνο επί ζητημάτων διοικητικής-διαδικαστικής υφής και όχι επί επιστημονικής ουσίας. Η επιστημονική κρίση δεν ελέγχεται από τα διοικητικά όργανα, τα ποινικά δικαστήρια ή ευρύτερα την κοινωνία και τους θεσμούς της. Έτσι, για παράδειγμα, είναι δυνατό τα διοικητικά όργανα –το υπουργείο Παιδείας ή το Συμβούλιο Επικρατείας, εάν και όταν ο ενδιαφερόμενος καταφύγει σε πολυδάπανες και μακρόχρονες προσφυγές– να ελεγχθεί, για παράδειγμα, κατά πόσο νομότυπα βάσει του ΦΕΚ διορισμού η ειδικότητα των μελών ενός εκλεκτορικού σώματος για την κρίση μιας καθηγητικής θέσης είναι του ίδιου ή του εγγύτερου γνωστικού αντικειμένου. Δεν είναι δυνατό, όμως, να ελεγχθεί η έκφραση εκτίμησης στο εσωτερικό ενός σώματος καθηγητών για την ουσιαστική επιστημονική αρμοδιότητα εκλεκτόρων και εισηγητών. Γι’ αυτό, είτε στην περίπτωση επικράτησης κριτηρίων ιδεολογικής συνάφειας, πελατειακών σχέσεων ή άλλου είδους συγγένειας ή εξωπανεπιστημιακών συμφερόντων, να παρεισφρέει ο κίνδυνος να υπάρχει παράκαμψη του πνεύματος του νόμου, να περιφρονούνται πάγιοι ακαδημαϊκοί δεοντολογικοί κώδικες και να παρακάμπτονται αντικειμενικά αξιοκρατικά κριτήρια. Αν τέτοια φαινόμενα επεκταθούν και εάν επικρατήσουν, δυνατό τελικά να δημιουργηθούν επιστημονικές ομάδες ακαδημαϊκά ανεξάρτητες που θα κατηφορίζουν στο τέλμα συμπαρασύροντας φοιτητές, αναγνώστες και ακροατές χωρίς ποτέ κανείς να μπορεί να τους ελέγξει. Ενδέχεται να αναπτύσσονται πλέον ανεξέλεγκτα φαινόμενα όποτε το ανυποψίαστο κράτος προσφέρει μια νέα θέση ΔΕΠ, να επωάζονται αυγά αντιεπιστημονικών-αντικοινωνικών θεωρημάτων και ιδεολογημάτων που ενδεχομένως θα στηρίζουν δημόσια με λίστες υπογραφών ενδεδυμένες κίβδηλους μανδύες ακαδημαϊκής εγκυρότητας. Έτσι, ενώ θα λειτουργούν στο εσωτερικό ενός κοινωνικού και πνευματικού ασύλου κριτές της αξιοπιστίας και εγκυρότητάς τους θα είναι μόνο οι ίδιοι, οι ομοϊδεάτες τους, οι φίλοι τους και οι θεσμικά υποτελείς τους. Θα φορούν δηλαδή ακαδημαϊκή μεταμφίεση ανύπαρκτης επιστημονικής αξιοπιστίας, θα στελεχώνουν τους θεσμούς, θα γράφουν σε επιφυλλίδες, θα εκδίδουν βιβλία που θα τυγχάνουν φιλικών βιβλιοκριτικών από ιδεολογικούς ομοϊδεάτες, θα προκηρύσσουν τα πιο περίεργα γνωστικά αντικείμενα και θα αυτό-εκλέγονται. Θα μπορούσαν έτσι να φτάσουν ακόμη και στις πιο υψηλές ακαδημαϊκές βαθμίδες (οπότε στην συνέχεια ως δήθεν επιστημονικά αρμόδιοι θα γίνουν μηχανές νέων διορισμών ομοϊδεατών) ακόμη και αν θα έγραφαν ότι για το κυπριακό δεν ευθύνεται η αποικιακή δύναμη για διαίρει και βασίλευε ή ότι οι αξιώσεις ελευθερίας (όπως αυτές του Αυξεντίου, του Μάτση ή ακόμη και του Κολοκοτρώνη είναι … εθνικισμός). Σε μια τέτοια περίπτωση η κοινωνία είτε θα υπόκειται τις συνέπειες καταστάσεων που δεν μπορεί να ελέγξει είτε ανήμπορη θα παρακολουθεί τον κατήφορο της πνευματικής ζωής στο τέλμα και στην αποσάθρωση. Σε κάποια κράτη της Μεσογείου ίσως αυτό ήδη να συμβαίνει.
Δεύτερον, επειδή κάποιος κακόπιστα δυνατό να ισχυριστεί πως η πιο πάνω ανησυχίες δυνατό να εκφράζονται από άτομα που ασχολούνται με «θεωρίες» χωρίς πρακτική σημασία κάποιες διευκρινήσεις είναι αναγκαίες και μη εξαιρετές:
i) Στις καλές επιστημονικές κοινότητες γνώση σημαίνει καλή θεωρία και καλή θεωρία σημαίνει ακριβή και αξιόπιστη περιγραφή της πραγματικότητας, των διλημμάτων, των προβλημάτων και των διλημμάτων των μαχόμενων υπάρξεων στην ενδοκρατική και διακρατική ζωή. Ο φορολογούμενος, υποθέτω, δεν επιθυμεί τα πανεπιστήμια να είναι εστία κοινωνικά ανέντακτης προπαγάνδας αλλά χώρος προαγωγής επιστημονικών θεωρήσεων υψηλών προδιαγραφών.
ii) Είναι όντως αερολογίες, γνώμες και όχι γνώση και οπωσδήποτε παρασιτικές όσες εκτιμήσεις δεν στηρίζονται σε καλή θεωρία. Αναπόδραστα και αναμφίβολα, τέτοιες είναι οι λεγόμενες «προτάσεις πολιτικής». Στις αναπτυγμένες χώρες συνήθως οι πολιτικοί είναι άριστοι θεωρητικοί και δη της πολιτικής φιλοσοφίας διεθνών σχέσεων που στηρίζει τα συμφέροντα της χώρας τους και οι διπλωματικές σχολές και οι σχολές πολέμου άριστα διεθνολογικά τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου.
iii) Ο ακαδημαϊκός δεν είναι νομιμοποιημένος να μιλά για επιμέρους πρακτικά ζητήματα –οι γνωστές «προτάσεις πολιτικής»– που αφορούν τους κοινωνικούς φορείς. Ο ακαδημαϊκός μπορεί μόνο να αναλύει εναλλακτικούς ορθολογιστικούς προσανατολισμούς εντός των οποίων οι κοινωνικοί φορείς παίρνουν καθημερινά αποφάσεις πρακτικής υφής ανάλογα με τις ανάγκες τους, τα συμφέροντά τους και την εξέλιξη των προβλημάτων. Το πολύ να γίνονται μετά από μια ανάλυση δοκιμαστικές και συγκρατημένες προεκτάσεις των συλλογισμών τους για πιθανά εναλλακτικά σενάρια. Δεν νομιμοποιείται ο ακαδημαϊκός να γίνεται «μαϊντανός των παραθύρων και των επιφυλλίδων», να μιλά με προπετές ελιτίστικο ύφος ως και η υποκείμενη κοινωνία είναι σκουπίδι, να αφορίζει όποιον δεν συμφωνεί με υποκειμενικές-στρατευμένες γνώμες για πρακτικά ζητήματα και να αραδιάζει ένα γενικό τίτλο «καθηγητής» για να μιλά ακατάσχετα επί παντός επιστητού και ανεξαρτήτως ειδικότητας. Τι φταίει ο ακροατής, ο αναγνώστης και ο φοιτητής να καταπίνει μια τέτοια αυθαιρεσία ανήμπορος εν τούτοις να την κρίνει ή να την αντιμετωπίσει; Πως μπορώ, με ρώτησε κάποτε πρώην Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Μεσογειακής χώρας, να εκτιμήσω ορθά εσένα ή τον άλλο όταν μου αραδιάζεται δέκα τίτλους που ούτε καν γνωρίζω αν υπάρχουν ή τι αντιπροσωπεύουν; [Η απάντησή μου είναι ότι τίποτα δεν μπορεί να κάνει και θα υποστεί ζημιές αν η επιστημονική κοινότητα της χώρας του που απολαμβάνει τα προνόμια του ακαδημαϊκού ασύλου διαφθαρεί από ιδεολογήματα, θεωρήματα και κοινωνικά ελάχιστα διαφανείς χρηματοδοτήσεις του παγκοσμιοποιημένου δικτύου διακρατικών υπονομεύσεων. Γι’ αυτό, του είπα, σε αναπτυγμένα κράτη οι κρατικοί θεσμοί έχουν δυνατότητα αυτοδύναμης ανάλυσης και εκτίμησης και δεν εμπιστεύονται τους ακαδημαϊκούς που προπετώς μιλούν για πρακτικά ζητήματα που δεν είναι της επιστημονικής ή άλλης αρμοδιότητάς τους]
iv) Ο ακαδημαϊκός, ακριβώς επιτελεί ή πρέπει να επιτελεί αυτόν τον υψηλό ρόλο: Κατέχοντας καλή θεωρία και έχοντας ευρύτερη και βαθύτερη εποπτεία των τάσεων και συμπεριφορών –που μπορεί να αποκτήσει και να συντηρήσει μόνο αν ασκεί ασκητικά τα καθήκοντά του μακράν της καθημερινής προπαγάνδας και των σεκταριστικών συμφερόντων, των ιδεολογικών σκοπιμοτήτων και των αναγκών της καθημερινής πολιτικής διαμάχης– να προεκτείνει τα επιστημονικά του πορίσματα σε αποκρυσταλλωμένα συμπεράσματα για ηθικοπρακτικά χρήσιμους προσανατολισμούς. Δεν είναι υπόθεση του ακαδημαϊκού, για παράδειγμα, να αποφασίσει για το αν θα αναγνωριστούν τα Σκόπια ως «Μακεδονία» αλλά μόνο να αναλύσει βάσιμα και αξιόπιστα το ζήτημα του αναθεωρητισμού, του αλυτρωτισμού, του κατευνασμού, της κατανομής ισχύος, του ρόλου των δυνάμεων και της εξέλιξης της στρατηγικής τους, του ρόλου των διεθνών θεσμών και των πορισμάτων από ανάλογα ή αντίστοιχα ιστορικά παραδείγματα. Στην βάση τέτοιων ακριβώς πληροφοριών οι κοινωνικοί φορείς και η ίδια η κοινωνία δια των αντιπροσώπων της αποφασίζει πρακτικά και ορθολογιστικά. Παρομοίως, ο ακαδημαϊκός δεν απογειώνεται στην καθισμένος πάνω σε τετριμμένα προπαγανδιστικά θεωρήματα και ιδεολογήματα για τα «αισθήματα του Άλλου» ή την αποτελεσματικότητα διαφόρων χορευτικών στιλ στην επίλυση διαφορών αλλά στον ρόλο της ισχύος, των αποτρεπτικών μηχανισμών, των εναλλακτικών στρατηγικών διλημμάτων, τον χαρακτήρα μιας διακρατικής απειλής, τον ρόλο του κατευνασμού, την βασιμότητα της θέσης «οι δημοκρατίες δεν πολεμούν», και τα λοιπά. Τον ηθικοπρακτικό πήχη θα τον θέσουν οι κοινωνίες και οι αντιπρόσωποί της και θα το πράξουν αυτό ορθολογιστικά εάν δεν είναι παγιδευμένες είτε σε λαϊκίστικα συνθήματα είτε σε αναληθείς γνώμες ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες και ευρέως διαδεδομένες. Η επιστημονική θεώρηση του διεθνούς συστήματος δεν είναι ζήτημα προσωπικού γούστου αλλά καλής θεωρίας που δυστυχώς είναι σπάνιο είδος, ιδιαίτερα στα κράτη των οποίων οι διεθνείς σπουδές ακαδημαϊκού επιπέδου παρακμάζουν και διολισθαίνουν στις προτάσεις πολιτικής.

Οι πιο πάνω προσεκτικά διατυπωμένες απόψεις για την θέση και τον ρόλο των ακαδημαϊκών που νομιμοποιημένα και θεμιτά διατυπώνω, ίσως χρήζουν ακόμη μερικών χαρακτηριστικών αναφορών. Είναι για παράδειγμα ένα πράγμα ο Κίζινγκερ μετά από μεγάλες κατακτήσεις στον θεωρητικό, στοχαστικό και ύψιστο πολιτικοστρατηγικό επίπεδο να μιλά για πρακτικά ζητήματα και άλλο νεοεισερχόμενοι πριν καλά-καλά βγουν από το επιστημονικό τους αβγό να μιλούν με προπέτεια για πρακτικά ζητήματα ως και να είναι μικροί Κίζιγκερ και στην συνέχεια με κριτήριο τέτοιες ανοησίες να αναρριχώνται με τις πλάτες εξωπανεπιστημιακών ιδρυματικών συνεταίρων τους στα ανώτατα ακαδημαϊκά αξιώματα. Βασικά, κρίνοντας από την πείρα του εξωτερικού, μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο των προτάσεων πολιτικής (στις ΗΠΑ υπάρχουν μερικές χιλιάδες, φαινόμενο που διαδίδεται ραγδαία στην Ευρώπη) όταν λειτουργούν ως μεταβατικό κέντρο νεοεισερχόμενων αναλυτών μετατρέπονται σε είδος στοχαστικού διαφθορείου που θα μπορούσε να μολύνει τις ακαδημαϊκές διαδικασίες απομακρύνοντας ανυποψίαστους νέους από βάσιμες-επιστημονικές πνευματικές δραστηριότητες.
Χαρακτηριστικά, όπως πολύ εύστοχα σημείωσε ο Hedley Bull στην ακροτελεύτια παράγραφο του αριστουργήματός του Η άναρχη κοινωνία, η τάση πολλών διεθνολόγων σε ακαδημαϊκά κείμενα να προτείνουν «λύσεις» ή «πρακτικές συμβουλές» είναι προσέγγιση που διαφθείρει την μελέτη των διεθνών σχέσεων. Η ανάλυση των διεθνών σχέσεων, προσθέτει ο Hedley Bull, «είναι μια στοχαστική και όχι πρακτική άσκηση. Τέτοιες “λύσεις” προτείνονται λιγότερο επειδή είναι θεμελιωμένες και περισσότερο επειδή υπάρχει ζήτηση γι’ αυτές και επειδή είναι επικερδές εάν ικανοποιηθούν» (έμφαση δική μου).
Είναι ένα πράγμα λοιπόν οι επιστημονικά βάσιμες και ηθικοπρακτικά χρήσιμες ορθολογιστικές αναλύσεις για τους εναλλακτικούς στρατηγικούς προσανατολισμούς και τα πραγματικά διλήμματα και προβλήματα ενός εκάστου και άλλο η προπετής και αυθαίρετη αξίωση να αποφασίζει αναρμόδια ο ακαδημαϊκός για επιμέρους πρακτικά ζητήματα και με τρόπο που εξυπηρετεί εφήμερες προπαγανδιστικές σκοπιμότητες συχνά μάλιστα σκοτεινών δυνάμεων της αχανούς διεθνούς χρηματοοικονομικής-στρατηγικής διαπλοκής. Αν ο ακαδημαϊκός θέλει να κάνει το τελευταίο να εγκαταλείψει το ακαδημαϊκό άσυλο και τις ελάχιστα διαφανείς ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις που υπερίπτανται των κοινωνιών και χωρίς επιστημονικές μεταμφιέσεις να θέσει τις θέσεις του υπό την αίρεση των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων, εξισορροπήσεων και εκλογικών μαχών.

4. Η επιφυλλίδα του κυρίου Λουκά Τσούκαλη.

Έναυσμα για να προχωρήσω στην πιο πάνω πρόταση, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτέλεσε η επιφυλλίδα του κυρίου Λουκά Τσούκαλη στην Καθημερινή ημ.12.3.2006 (βλ. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/warticlescolumns10589612/03/2006176943). Ο κ Λουκάς Τσούκαλης, μεταξύ άλλων είναι Πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ. Ενός δηλαδή μη κυβερνητικού οργανισμού ο οποίος αν και δεν υπόκεινται σε κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις (απ’ ότι γνωρίζω δεν κατέβηκαν στις εκλογές για να θέσουν τις μεγάλων προεκτάσεων ιδεολογικοπολιτικές τους επιλογές και τις προτάσεις πολιτικής που παράγουν υπό την αίρεση της λαϊκής κυριαρχίας) επηρεάζει πλέον τα μέγιστα την ελληνική εξωτερική πολιτική. Οι διασυνδέσεις τους με εξωγενείς δρώντες, εξάλλου, είναι πλέον πολύ δύσκολο για κάποιο να τις παρακολουθήσει, μιας και συμπεριλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα που εκτείνεται από διεθνικούς χρηματιστές όπως ο διεθνικός χρηματιστής Σόρος μέχρι μη κυβερνητικούς οργανισμούς στην Τουρκία, τα Βαλκάνια, τις ΗΠΑ και κυβερνητικά όργανα στην Ελλάδα. Πρόκειται για εντυπωσιακές δραστηριότητες που κανένα άτομο της κοινωνίας, κρατικό θεσμό ή πολίτη δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο. Μπορεί η Ελλάδα και η διεθνής ειρήνη να ωφελούνται απέραντα ή αντίστροφα να βλάπτονται απέραντα (για το τελευταίο δεν υπάρχει αμφιβολία όσον αφορά το σχέδιο Αναν). Ο μόνος όμως τρόπος για να το διαπιστώσουμε είναι όταν ένας οποιοσδήποτε οργανισμός αυτών των αναδιανεμητικών συνεπειών τίθεται υπό την αίρεση της λαϊκής κυριαρχίας και των εν γένει κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων.
Με δεδομένη την σημασία του οργανισμού που προεδρεύει ο κ Τσούκαλης πρέπει λοιπόν να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη ο «παραπονιάρικος» χαρακτήρας της επιφυλλίδας του αλλά και οι ακραίες φράσεις (ύβρεις, κατάρες, προδοσίες, πουλημένος, πράκτορας κτλ) που όπως ισχυρίζεται είναι συνήθης μέθοδος κάποιων ακατονόμαστων (υποθέτω ελλήνων). Εμένα πάντως με άφησαν άφωνο επειδή αν και ενήμερος των βαθύτατων και παρακμιακών διενέξεων δεν γνώριζα το πρόβλημα να είναι τόσο βαθύ. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που με ώθησε να πάρω την πρωτοβουλία και να προχωρήσω στην διατύπωση της πρότασης που έγινε πιο πάνω. Θα ήθελα, πριν κλείσω το παρόν σημείωμα, να κάνω μερικά σύντομα σχόλια που είτε πυροδοτήθηκαν από την ανάγνωση της επιφυλλίδας του κ Τσούκαλη είτε από τις πολυπληθείς πλέον προτάσεις πολιτικής των ακαδημαϊκών λειτουργών.

Πρώτον, η διεξαγωγή της προτεινόμενης έρευνας είναι επιβεβλημένη επειδή και μόνο η ανάγνωση της επίμαχης επιφυλλίδας δείχνει ότι η ακαδημαϊκή ζωή που εκτείνεται πλέον πολύ πέραν των ορίων του πανεπιστημίου ενέχει βαθύτατες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Πλήθος φαινομένων καταμαρτυρούν ότι διαπροσωπικές σχέσεις, διαθεσμικές έριδες, ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες, καριέρες, αναρριχητικές σκοπιμότητες, ιδεολογικές σκοπιμότητες, φιλοσοφικές παραδοχές, ακαδημαϊκές κρίσεις, θεμιτές προσδοκίες, ατομικές μωροφιλοδοξίες, διακρατικά συμφέροντα, δραστηριότητες υπηρεσιών κυβερνήσεων, διακρατικά και συμμαχικά συμφέροντα, ανθρώπινα δικαιώματα, κυριαρχικά συμφέροντα, ηγεμονικές αξιώσεις, η ανθρώπινη ελευθερία και η κρατική κυριαρχία είναι μερικά μόνο ζητήματα στην δίνη των οποίων στροβιλίζονται οι έλληνες πανεπιστημιακοί διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών.
Δεύτερον, η έρευνα και η συναγωγή αντικειμενικών συμπερασμάτων θα διασφαλίσει, τουλάχιστον, από την πλέον θανατηφόρο πρακτική σ’ ένα επιστημονικό αλλά και σε ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, δηλαδή τον αυτοαναφορικό λόγο, και μάλιστα τον πολιτικά και αξιολογικά φορτισμένο. Εκτιμώ ότι ο κ Τσούκαλης όπως και πολλοί άλλοι, επικαλείται αυτοαναφορικά επιχειρήματα, δικά του και ομοϊδεατών του, τα οποία δεν έχουν υποστεί την βάσανο βάσιμων, επαρκών και έγκυρων επιστημονικών ελέγχων. Απορώ και εξίσταμαι, πως μπορεί ένας πρωτοβάθμιος πανεπιστημιακός, αναφερόμενος σε μια διακρατική διένεξη με οροθετημένες νομικές και διεθνοπολιτικές παράμετρους, να γράφει ανενδοίαστα, δημόσια και διαπασών πως ο δημόσιος λόγος που υπογράφει με την ακαδημαϊκή ιδιότητα –μάλιστα κατ’ εξακολούθηση και επί πολλά χρόνια– μπορεί να είναι υπόθεση πολιτικής εκτίμησης για το τι είναι καλό ή κακό για τον ένα ή άλλο λαό και λιγότερο υπόθεση θεμελιωμένης επιστημονικής εκτίμησης σε συνάρτηση με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα: Γράφει ο κύριος Τσούκαλης: «Όσοι υποστήριξαν το περιβόητο σχέδιο Αναν το έκαναν προφανώς γιατί το θεωρούσαν καλύτερο … για την ελληνοκυπριακή πλευρά… Μπορεί να έκαναν λάθος. Μακάρι να έκαναν λάθος … και αν το εκμεταλλευτούμε σωστά μπορεί να γίνει και έτσι». Μπορούμε λοιπόν στην βάση κάποιων «διαφορετικών» «απόψεων» να υπογράφουμε με ακαδημαϊκούς τίτλους και να παραμερίζουμε με ευκολία και χωρίς κόστος την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα συλλήβδην. Εν ολίγους όλες τις κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων που αφορούν όλους τους λαούς στον στίβο της ανθρώπινης ελευθερίας, της δημοκρατίας, του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όλων των υπολοίπων διεθνών συμβάσεων. Και όλα αυτά στην βάση μιας πρωτόγνωρης αντίληψης πως μπορούμε να υπογράφουμε με τον ακαδημαϊκό μας τίτλο κάνοντας πολιτικές εκτιμήσεις και όχι βάσιμη επιστημονική ανάλυση. Συντομογραφικά επισημαίνω και τονίζω: Εκτίμησή μου είναι ότι όταν ένας ακαδημαϊκός μιλά υπογράφοντας με τον τίτλο του απαιτείται ο λόγος του να διέπεται όχι από περιοριστικές «πολιτικές εκτιμήσεις» αλλά από πάγιους οικουμενικούς κώδικες επιστημονικής ηθικής και από την υποχρέωση επιστημονικής τεκμηρίωσης. Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΉ ΚΡΊΣΗ ΕΝΌΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΎ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΣΤΕΝΆ ΠΡΟΣΩΠΙΚΉ, ΕΘΝΙΚΉ Ή ΣΥΜΜΑΧΙΚΉ ΑΛΛΆ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΉ. Εθνικοί, προσωπικοί, ιδεολογικοί, θεσμικοί, χρηματοδοτικοί ή άλλοι περιορισμοί στην επιστημονική κρίση κάνουν κάθε σοβαρό ακαδημαϊκό να ασφυκτιά. Δεν μαθαίνουμε, τουλάχιστον, από τα παθήματά μας! Αντί λοιπόν κάποιοι να επιστρέφουν στο σημείο του επιστημονικού λάθους και να επιδίδονται σε μονολόγους παραπόνων στις επιφυλλίδες όπου κατέχουν προνομιακή μονοπωλιακή θέση, καλύτερα να διαβάσουν σοβαρά επιστημονικά κείμενα που την περίοδο 2000-2004 δεν ευνοήθηκαν από τους μηχανισμούς των ηγεμονικών αξιώσεων (για να μπορέσουν έτσι να κυκλοφορήσουν ευρύτερα) και τα οποία όμως σήμερα μπορεί κάποιος να τα επιδείξει χωρίς ενοχές (επειδή ακριβώς οροθετήθηκαν από πάγιους, διαχρονικούς και οικουμενικούς κώδικες ακαδημαϊκής δεοντολογίας και επιστημονικής ηθικής). Κοντολογίς, μοναδικό κριτήριο του δημόσιου ακαδημαϊκού λόγου δεν πρέπει να είναι πολιτικές εκτιμήσεις αλλά επιστημονικά κριτήρια.
Διαρκώς επαναλαμβανόμενες αλληλοαναφορές στις εκατέρωθεν πανομοιότυπες γνώμες μιας ολοένα και περισσότερο διογκούμενης ακαδημαϊκής ομάδας, εξάλλου, τείνει να καθιερώσει την άποψη πως λογικά, ορθολογικά, επιστημονικά και κυρίως θεμελιωμένα επιχειρήματα μπορούν εύκολα να παρακάμπτονται. Ισχύει το «anything goes» και η συχνή επανάληψη αληθοφανών απλουστεύσεων που αδικούν την διεθνή ζωή αλλά και κάθε εμπλεκόμενο σε μια διακρατική διένεξη. Αν μια τέτοια νοοτροπία επικρατήσει, ρυθμιστής θα είναι πλέον η ωμή πνευματική βία: Φοράω την ακαδημαϊκή μου τήβεννο, αξιώνω εγκυρότητα και αξιοπιστία ακόμη και αν εκπέμπω απλές γνώμες ή επιπόλαιες πολιτικές εκτιμήσεις σκοπιμότητας, στηρίζω τέτοιες γνώμες σε άλλες γνώμες φίλων και αποτυχημένων πρέσβεων που γράφουν τα απομνημονεύματά τους («χαμένες ευκαιρίες …»), κατακτώ προσβάσεις σε επιφυλλίδες όπου και επιδίδομαι σε θαυμαστούς μονολόγους, αφορίζω όποια ιδέα ή θέση δεν μου αρέσει, παραπέμπω στην αθεμελίωτη γνώμη των ομοϊδεατών μου και των ιδρυματικών μου συνεταίρων, αξιώνω εγκυρότητα, διασφαλίζω χρηματοδοτήσεις και προσβάσεις ή φιλίες στο εξωτερικό (που διασφαλίζουν με την σειρά τους μεγάλη συμβατική προσωπικότητα αλλά όχι κατ’ ανάγκη μεγάλη επιστημονική προσωπικότητα με την ιδιότητα της οποίας εν τούτοις υπογράφω), διεισδύω στο εξουσιαστικό σύστημα και χωρίς τον παραμικρό έλεγχο της λαϊκής κυριαρχίας επηρεάζω την εξωτερική πολιτική ή ακόμη και τα ζωτικά συμφέροντα του δικού μου και άλλων κρατών [για τα τελευταία έχω στο μυαλό πολυεθνικές συνάξεις χρηματοδοτούμενες από μυστήριους διεθνείς-διεθνικούς κύκλους που ενδεχομένως επηρέασαν δραστικά εξελίξεις διεθνών προβλημάτων όπως η Κύπρος και τα θεμιτά συμφέροντα της Σερβίας στο Κόσσοβο (εκτός και αν τα μόνα ζητήματα διεθνούς νομιμότητας στο Κόσσοβο είναι … τα μοναστήρια… έλεος…) ή αύριο του ελληνικού λαού και μεθαύριο του τουρκικού λαού]. Στον βαθμό και στην έκταση που αυτά ενδέχεται να είναι υπαρκτά φαινόμενα, το πρόβλημα είναι βαθύτατο και κάποιοι που ενδιαφέρονται για τον κοινωνικοπολιτικό ορθολογισμό του δικού μας κράτους και των διακρατικών σχέσεων, θα πρέπει να αφυπνιστούν.
Τρίτον, εκτιμώ ότι στον ελληνικό δημόσιο διάλογο και με δράστες τους πανεπιστημιακούς εκδηλώνονται ελιτίστικες νοοτροπίες ανεπίτρεπτες σε ένα οποιοδήποτε επιστημονικό χώρο. Μπορώ να προσκομίσω αναρίθμητες περιπτώσεις επιστημονικών συζητήσεων –με πρώτη και καλύτερη την θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την συζήτηση μεταξύ ρεαλιστών και νεοφιλελεύθερων– που δείχνει ότι κύριο χαρακτηριστικό μιας ορθολογιστικής ακαδημαϊκής κοινότητας είναι το γεγονός ότι γίνονται τίμιες παραδοχές επιστημονικών σφαλμάτων και υπόκλιση μπροστά το βάσιμο, επαληθεύσιμο και λογικό επιχείρημα που και τελικά (πρέπει να) επικρατεί. Δεν θα αναφερθώ στα πολλά και κτυπητά παραδείγματα που αφορούν ακόμη και διανοητές τεράστιου επιστημονικού διαμετρήματος αλλά σε μια πολύ τελευταία περίπτωση του πολυσυζητημένου Φράνσις Φουκουγιάμα (Βήμα 26.3.2006). Έχοντας όπως και πολλοί άλλοι διανοητές των κοινωνικών επιστημών κινηθεί αλόγιστα στο ναρκοπέδιο των διεθνών σπουδών είχε την επιστημονική γενναιότητα να δηλώσει για την στήριξη των ηγεμονικών αξιώσεων των ΗΠΑ ότι ήταν λάθος. «Είμαι, δήλωσε ένας αποστάτης». Στην Ελλάδα φαίνεται πως τέτοιοι επιστημονικοί κώδικες δεν είναι στην ημερησία διάταξη των ελλήνων ακαδημαϊκών: Πολλοί «μπορεί και να έκαναν λάθος» ομολογεί έμμεσα ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, επειδή η υποστήριξή τους στο σχέδιο Αναν ήταν μια διαφορετική (όχι λάθος παρακαλώ: Διαφορετική!!!) εκτίμηση της διεθνούς πολιτικής. Δηλαδή, όσοι –και πρωτίστως προερχόμενοι από το ινστιτούτο προτάσεων πολιτικής το οποίο διευθύνει– κυριολεκτικά μανιωδώς υποστήριξαν το ανελεύθερο τερατούργημα των Χάνευ και Ντε Σότο που υποβλήθηκε δια χειρός Αναν το έκαναν εκ … παραδρομής. Μια αθώα, δηλαδή, «διαφορετική» εκτίμηση. Μια στιγμιαία «διαφορετική» εκτίμηση, που θα μπορούσε εν τούτοις, προσθέτω, να σκλαβώσει εκατοντάδες χιλιάδες άτομα. Σ’ αυτό το σημείο, θα πρέπει νομίζω να επιμείνω λίγο περισσότερο επειδή με πολύ συγκεκριμένο τρόπο αφορά τις προαναφερθείσες αναδιανεμητικές συνέπειες εξωπανεπιστημιακών δραστηριοτήτων ακαδημαϊκών που δεν υπόκεινται τους ελέγχους και τις εξισορροπήσεις της λαϊκής κυριαρχίας.

Πιο συγκεκριμένα, θυμάμαι ότι οι μεγάλοι ένοχοι επιστημονικών και λογικών σφαλμάτων που εμμέσως πλην σαφώς με ευφυολογήματα σήμερα ομολογεί ο κύριος Τσούκαλης δεν είναι κάποιοι μυστήριοι εξωγήινοι. Είναι συγκεκριμένοι αναλυτές βαρυφορτωμένοι με τίτλους. Ακριβώς, το ζήτημα που τίθεται είναι εξαιρετικά σοβαρό και αληθινό: Στην περίπτωση του σχεδίου Αναν, με τον πιο ξεκάθαρο, φανερό και καταγεγραμμένο τρόπο, κάποιοι υπογράφουν με τον καθηγητικό τους τίτλο και διαπράττουν ΤΕΡΆΣΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΆ ΣΦΆΛΜΑΤΑ που λόγω της επικοινωνιακής τους ισχύος (μέρα παρά μέρα «μαϊντανοί των παραθύρων», όπως λέει ο λαός) δυνατό, όπως μόλις αναφέρθηκε, να προκαλούσαν, αν οι κύπριοι δεν έλεγαν ΟΧΙ, παντοτινή υποδούλωση εκατοντάδων χιλιάδων ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, αβάστακτο-επικίνδυνο μπέρδεμα τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, προνομιακά ερείσματα για την παρανομούσα (με βάση το διεθνές δίκαιο) Βρετανία στην ευρύτερη περιφέρεια και ίσως συγκρούσεις με εκατόμβες αν ξεσπούσε ένας πόλεμος λόγω ερασιτεχνικών και/ή ύπουλων ηγεμονικών διευθετήσεων που προνοούσε αυτό το μακάβριο!! αυτό σχέδιο. Το «μπορεί να έκαναν λάθος» λόγω «διαφορετικών» εκτιμήσεων που έγραψε ο κ Τσούκαλης είναι επιστημονικά και λογικά ξανατονίζω επιστημονικά ανεπίτρεπτο. Το σχέδιο Αναν, δεν ήταν κάποιο δυσκολονόητο θεωρητικό κείμενο που θα άφηνε περιθώρια αιτιάσεων για «διαφορετικές» επιστημονικές οπτικές υψηλόβαθμων μάλιστα ακαδημαϊκών. Ακόμη και μερικές μόνο γραμμές να διάβαζε κάποιος με στοιχειώδεις επιστημονικές γνώσεις και με στοιχειώδη ορθολογισμό, θα κατανοούσε αμέσως τα πάντα. Απαιτούνταν γνώσεις μόνο επιπέδου αλφαβηταρίου. Ακόμη και πρωτοετής φοιτητής διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών πρέπει να μένει ανεξεταστέος αν δεν γνωρίζει το αλφαβητάριο της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας!!
Όσοι φέρουν βαρύγδουπους τίτλους και κυριάρχησαν στα γελοία τηλεοπτικά παράθυρα της εποχής, στις επιφυλλίδες και στις βιβλιοκριτικές, δεν γνωρίζουν αυτές τις στοιχειώδεις πτυχές του διεθνούς συστήματος που πρέπει να γνωρίζουν και οι φοιτητές; Δεν άκουσαν ποτέ για Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Δεν άκουσαν για Σύμβαση της Γενεύης; Δεν άκουσαν για Ευρωπαϊκή έννομη τάξη; Δεν άκουσαν για Υψηλές Αρχές του Διεθνούς Δικαίου; Δεν άκουσαν για αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας; Αν δεν άκουσαν θλίβομαι βαθύτατα ως ακαδημαϊκός και ειλικρινά τους οικτίρω. Θλιμμένος απορρίπτω τον ισχυρισμό ότι αν και υψηλόβαθμοι ακαδημαϊκοί «μπορούμε και να κάνουμε λάθος» που θα στηρίζονται σε «διαφορετικές» πολιτικές απόψεις. Περιθώρια για τέτοιους εθνικούς διάλογους δεν υπάρχουν. Θα ήταν θέατρο του παραλόγου και επιστημονικά τουλάχιστον ανορθολογικό και παράλογο. Αν δεν θέλουν ή δεν μπορούν να επανέλθουν στα φοιτητικά θρανία για να μάθουν το προαναφερθέν αλφαβητάριο, τους συμβουλεύω να διαβάσουν, τουλάχιστον, την έκθεση εμπειρογνωμόνων που συντάχθηκε από ακαδημαϊκούς απ’ όλο τον κόσμο (οι οποίοι δεν πήραν μέρος στην πολυεθνική ομάδα μελέτης λόγω παχυλών χρηματοδοτήσεων του Σ ή Α διεθνικού δρώντα αλλά ως ανεξάρτητοι και αξιολογικά ελεύθεροι επιστήμονες προθυμοποιήθηκαν να εκφράσουν αυστηρά επιστημονικά οροθετημένες αναλύσεις για τα ιερά και τα όσια της πολιτικής επιστήμης).
Μιας λοιπόν και μια πολυεθνική ακαδημαϊκή ομάδα (στην οποία συμμετείχε και ο υποφαινόμενος) δημοσιοποίησαν μια τέτοια μελέτη –που δεν πρέπει να ξενίζει το γεγονός πως σήμερα σχεδόν όλοι οι εμπλεκόμενοι πλην Άγκυρας είτε την υιοθετούν είτε εμμέσως πλην σαφώς αποδέχονται τους βασικούς προσανατολισμούς– είτε θα πρέπει να αντικρουστεί με βάσιμα επιστημονικά επιχειρήματα είτε θα πρέπει να γίνει απολύτως αποδεκτή. Να ακούσουμε όχι ελιτίστικες υπεκφυγές –που αν και πολιτικά άκρως ενδιαφέρουσες για όσους χρησιμοποιούν πανεπιστημιακούς στους δημόσιους θεσμούς είναι εν τούτοις επιστημονικά παντελώς αδιάφορες– πως «μπορεί να κάναμε λάθος» ή πως μπορεί να είχαμε «διαφορετική» (πολιτική) εκτίμηση. Να ακούσουμε όπως αρμόζει σε ακαδημαϊκούς ΓΕΝΝΑΊΕΣ ΠΑΡΑΔΟΧΈΣ ΛΆΘΟΥΣ. Το «παραπονιάρικο» και διόλου επιστημονικά γενναίο, «μπορεί και να έκαναν λάθος», δεν ικανοποιεί, και επειδή δεν πρόκειται για «στιγμιαίο επιστημονικό λάθος» αλλά για βαρύτατο επιστημονικό σφάλμα, η μάχη των επιχειρημάτων τώρα αρχίζει. Για εμάς τους ακαδημαϊκούς, επειδή scripta manent, αυτό είναι επιτακτικό να συμβαίνει. Επιβάλλεται πρωτίστως οι δράστες τόσο μεγάλου επιστημονικού λάθους που μπορεί να στοίχιζε την ελευθερία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων (αν η πλάστιγγα έγερνε και λύγιζε ο ορθολογιστής κυπριακός λαός λόγω έντονης πολιτικής δράσης διαμέσου επιφυλλίδων και τηλεοπτικών παραθύρων) να προχωρήσουν σ’ ένα γενναίο πολιτικό συγνώμη (μιας και όπως ομολογούν πολιτικές εκτιμήσεις έκαναν). Στην συνέχεια θα είναι γι’ αυτούς ωφέλιμο αν προχωρήσουν σε ανάλυση περιεχομένου των δικών τους κειμένων και όταν διαπιστώσουν τα μεγάλα τους επιστημονικά σφάλματα ταπεινά να λένε στους φοιτητές τους ότι μελλοντικά τόσο χονδροειδή επιστημονικά λάθη δεν πρέπει να γίνονται. Αυτό είναι εξάλλου και δεοντολογικό καθήκον ενός ακαδημαϊκού!.
Συναφώς, συγκρατώ την εμφανή απόγνωση ενός από τους αρχαιότερους έλληνες ακαδημαϊκούς, του Ομότιμου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργου Κασιμάτη, ο οποίος συμμετείχε στην επεξεργασία της προαναφερθείσης έκθεσης εμπειρογνωμόνων, ο οποίος και έγραψε χαρακτηριστικά: «Διερωτάται κανείς: αυτό που μαθαίνουν όλοι οι πρωτοετείς φοιτητές Νομικής, ότι βασικό στοιχείο της έννοιας του κράτους είναι η αυτοδύναμη εξουσία – αλλιώς δεν υπάρχει κράτος, ισχύει; Αυτοί που το έφτιαξαν, πέρα από την αδιαφορία τους για τη δημοκρατική αρχή και τις πολιτικές ελευθερίες, ήταν επιστήμονες και ιδίως επιστήμονες του δικαίου; Αλλά και οι νομικοί που το αποδέχονται σήμερα είναι επιστήμονες του δικαίου; Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να δεχτεί στους κόλπους της ένα τέτοιο τερατώδες κατασκεύασμα;».
Συνοψίζω λοιπόν και ερωτώ: Μήπως υπάρχει πλέον απερίφραστη αξίωση όλως περιέργως δημόσια διατυπωμένης i) χωρίς συνέπειες να έχουμε δικαίωμα να υπογράφουμε με καθηγητικό τίτλο για οτιδήποτε θέλουμε; ii) Είναι δυνατό χωρίς συνέπειες να διαπράττουμε βαρύτατα επιστημονικά σφάλματα μεγάλων αναδιανεμητικών συνεπειών και ενδεχομένως θανατηφόρων για την ανθρώπινη ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κατακτήσεις του πολιτικού μας πολιτισμού και ούτε καν να ομολογούμε το λάθος μας; iii) Είναι δυνατό χωρίς συνέπειες να θεωρούνται τέτοια τεράστια σφάλματα ασήμαντα «επειδή έτσι θέλουμε» και επειδή μπορούμε να το επιβάλουμε σε ακαδημαϊκά άσχετους ή ανυποψίαστους μέσω επιφυλλίδων; Είναι δυνατό, επίσης ανενδοίαστα μέσω επιφυλλίδων να παραδεχόμαστε ότι εκφραζόμαστε υπογράφοντας με τον ακαδημαϊκό μας τίτλο κάνοντας προσωπικές(;) πολιτικές εκτιμήσεις για το τι είναι καλύτερο ή χειρότερο; iv) Είναι δυνατό παρά τα επιστημονικά (και πολιτικά) σφάλματα του παρελθόντος να συνεχίζουμε απερίσπαστοι να διαδραματίζουμε σφάλματα; v) Είναι δυνατό χωρίς συνέπειες και παρά τα λάθη μας που επηρέασαν δραστικά την εξωτερική πολιτική πολλών κρατών να συνεχίσουμε να περιφερόμαστε στους ελληνικούς κρατικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς και να αντλούμε πόρους από αυτούς; Δεν αντιλαμβάνονται κάποιοι ότι τέτοιες στάσεις είναι ελιτίστικες και δεν συνάδουν με την ταπεινότητα και την μετριοπάθεια που απαιτείται να χαρακτηρίζει τις δημόσιες εκδηλώσεις των ακαδημαϊκών όταν υπογράφουν με τον πανεπιστημιακό τους τίτλο; Δεν αντιλαμβάνονται οι δράστες των σφαλμάτων ότι αφού δικαιώθηκαν αυτοί κατά των οποίων επί μακρόν στράφηκαν –και οι οποίοι υπέστησαν έτσι ένα τεράστιο και άδικο κόστος– ΕΊΝΑΙ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΆ ΑΝΑΓΚΑΊΟ ΣΉΜΕΡΑ ΝΑ ΑΠΕΥΘΎΝΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟΥΣ ΌΧΙ ΘΥΜΩΜΈΝΕΣ ΕΠΙΦΥΛΛΊΔΕΣ ΑΛΛΆ ΈΝΑ ΤΊΜΙΟ ΚΑΙ ΓΕΝΝΑΊΟ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΌ MEA CULPA ΚΑΙ ΈΝΑ ΕΞΊΣΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΆ ΤΊΜΙΟ “CHAPEAU MONSIEUR”;

5. Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα

Τελειώνω λοιπόν υποστηρίζοντας την πρόταση για μια έρευνα και σε μια ακόμη σειρά σημαντικών λόγων.
Πρώτον, ένας ακαδημαϊκός χώρος είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος αν περιορίζεται σε μονολόγους ή αυτοαναφορικές αυτοεκπληρώσεις μεταξύ της μιας ή άλλης «ακαδημαϊκής παρέας» και εάν δεν γίνονται σεβαστοί πάγιοι επιστημονικοί και ακαδημαϊκοί κώδικες.
Δεύτερον, οι ακαδημαϊκοί δεν μπορούν να γράφουν και ομιλούν επί παντός επιστητού αλλά μόνο εντός των ορίων της ειδικότητά τους και σε συναφείς τομείς που καλλιέργησαν με συστηματικό τρόπο και βάσιμες επιστημολογικές προσεγγίσεις.
Τρίτον, ανεξαρτήτως χώρας στην οποία αναφερόμαστε, χωρίς αναλυτική μνήμη οι ακαδημαϊκοί δεν αξίζουν τον τίτλο τους ή τους παχυλούς μισθούς που εισπράττουν από το υστέρημα των σπάνιων πόρων μιας κοινωνίας. Η προτεινόμενη έρευνα, λοιπόν, θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τράπεζα δεδομένων και πορισμάτων επέτρεπε ανά πάσα στιγμή ελέγχους για επιστημονικά και λογικά σφάλματα.
Τέταρτον, η έρευνα θα βοηθούσε και μια άλλη ομάδα της κοινωνίας, τους διευθυντές των μέσων μαζικής επικοινωνίας που θα τους πληροφορούσε για τις επιστημονικές προδιαγραφές ενός εκάστου, την ορθότητα των θέσεών του, το εκφραστικό του ήθος και το επιστημονικό διαμέτρημα των ακαδημαϊκών των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών.
Πέμπτον, τα πορίσματα μιας τέτοιας έρευνας θα αποτελούσε μπούσουλα αξιολόγησης και εκτίμησης της διάθεσης των σπάνιων δημόσιων πόρων τόσο στην ανάπτυξη των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών όσο και στην χρηματοδότηση μη κυβερνητικών οργανισμών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξωθεσμικά και εξωκοινωνικά.
Έκτον, τα πορίσματα μιας τέτοιας έρευνας θα βοηθούσαν κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη και πρωτίστως τα μέλη των πολιτικών ελίτ να κατανοήσουν αυτό που όλοι πλέον γνωρίζουν στο εξωτερικό, ότι δηλαδή η ακαδημαϊκή μεταμφίεση δεν είναι πάντοτε αμάχητο τεκμήριο εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Ούτε βεβαίως είναι τεκμήριο εγκυρότητας, αξιοπιστίας και σοβαρότητας εξεζητημένες παρέες στον διεθνή περίγυρο ελάχιστα διαφανών διεθνικών δρώντων, λεσχών, δεξιώσεων και κοινωνικοπολιτικών συνεδρίων.
Έβδομον και εξίσου σημαντικό, θα βοηθούσε μια τέτοια έρευνα να γίνει κατανοητό ότι είναι ένα πράγμα η ασκητική ακαδημαϊκή ενασχόληση με την θεωρία και άλλο πράγμα οι προτάσεις πολιτικής. Θα διαχωρίσει δηλαδή τα «άγρια» από τα «ήμερα» στον ακαδημαϊκό χώρο. Στα πανεπιστήμια, ας μη το ξεχνάμε, εμπιστεύονται τα παιδιά τους χιλιάδες γονείς στα πολλά πλέον τμήματα διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών.

Ιδού λοιπόν η Ρόδος ιδού και το πήδημα, χρηματοδοτημένο μάλιστα, όπως πρότεινα πιο πάνω, από όσους φαίνεται να κάνουν ένα μετέωρο μόνο βήμα προς την κατεύθυνση παραδοχής των επιστημονικών τους λαθών. Όπως ήδη αναφέρθηκε, έρευνα ούτως ή άλλως γίνεται από τον υποφαινόμενο (και νομίζω από πολλούς άλλους). Αυτό που προτείνω είναι η έρευνα να γίνει πιο επίσημη, να απασχολήσει μια εικοσάδα νέους, να χρηματοδοτηθεί από αυτούς των οποίων τα ταμεία λογικά είναι γεμάτα από διεθνή και ελληνικά λεφτά και να τεθεί υπό την εποπτεία ενός διευρυμένου αντιπροσωπευτικού οργάνου ακαδημαϊκών και κρατικών λειτουργών, που θα διεξάγει με αντικειμενικότητα και διαφάνεια μια έρευνα της κατάστασης που επικρατεί στον χώρο των διεθνών σπουδών ακαδημαϊκού χαρακτήρα.

3. Προφητείες που στην Ελλάδα αμείβονται και καταξιώνουν
Συγγράφοντας κείμενο για το περίφημο Ίδρυμα και τους ηγέτες του ξαναδιαβάζω βιβλιαράκι του 1994 δύο επιφανών αναλυτών της συμβατικής ελληνικής πραγματικότητας. Προς το παρόν δεν το σχολιάζω περαιτέρω. Οι χειρόγραφες επισημάνσεις δεν είναι δικές μου αλλά λαμπρού διεθνολόγου που προφανώς κατάπληκτος σημείωνε στα περιθώρια ενώ το διάβαζε το 1974. Τις προσυπογράφω και θα τις πολλαπλασιάσω στο κείμενο που γράφω στο οποίο θα ισχύσει η ρήση ότι «η επιστημονική εκδίκηση σερβίρεται κρύα». Προσθέτω ότι εφεξής θα αφαιρέσω όλες τις παραπομπές και θα το δίνω στους πρωτοετείς φοιτητές μου για να το βαθμολογούν. Ίσως και στο δίνω και στην γειτόνισσα που επαγγέλλεται τον τιμημένο τίτλο της νοικοκυράς και επειδή ξέρω ότι βλέπει τα διεθνή γεγονότα στην τηλεόραση ίσως μπορεί και αυτή να βαθμολογήσει προφητείες που στην Ελλάδα σημαίνουν αμείβονται με τίτλους, κοινωνικοπολιτικά αξιώματα και συμβατικές αναγνωρίσεις που δημιουργούν μια παρακμιακή πνευματική ατμόσφαιρα. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για αυτοαναφορικούς μονολόγους που κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης και σε πολλά πλέον βιβλία ….

image002

Αρέσει σε %d bloggers: