Ελλάδα 2030 Κόσμος Εθνών

Περιεχόμενα
Η Νέα Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Παλιά Προβλήματα και Νέα Θέματα
Σημειώσεις προφορικής ομιλίας
σχηματική παρουσίσαση μακροϊστορικών τάσεων και σταθμών

—————————————–

Η Νέα Ελληνική Εξωτερική Πολιτική: Παλιά Προβλήματα και Νέα Θέματα
ΔΙΣ Παντείου Πανεπιστημίου – Μέγαρο Μουσικής 19.5.2010

Αναλύσεις 10 λεπτών χωρούν μόνο μέσα σε ένα τηλεγράφημα και υποχρεωτικά στερούνται εξειδικευμένων επιχειρημάτων. Τηλεγραφικά και συμπερασματικά, λοιπόν, θα επισημάνω τα εξής:
  Πρώτον, προϋπόθεση για μια Ελληνική εξωτερική πολιτική το 2030 είναι να υπάρχει η Ελλάδα, κάτι διόλου αυτονόητο όχι μόνο για το νεοελληνικό κράτος αλλά και για πολλά άλλα αδύναμα κράτη της περιμέτρου της Ευρασίας που αρχίζει στα Βαλκάνια και καταλήγει στην Άπω Ανατολή. Βασικά, η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1990 συμβολίζει την αρχή του τέλους της Βεστφαλίας και την αναβίωση του κόσμου των ιστορικών Εθνών, η εξέλιξη του οποίου ανακόπηκε από την πτώση της Βυζαντινής Οικουμένης και από το αποικιοκρατικό φαινόμενο που συνεχίστηκε με την κοσμοϊστορική ηγεμονομαχία του 20ου αιώνα. Μετά τον 16ο αιώνα, η αποικιοκρατία, οι ηγεμονισμοί και τα εσχατολογικά ιδεολογικά δόγματα δημιούργησαν ένα επίπλαστο διακρατικό σύστημα του οποίου η αποδόμηση και η επαναδιάταξη μόλις τώρα αρχίζει. Αφενός ασθενείς και επίπλαστες οντότητες δεν θα επιβιώσουν ακέραιες και αφετέρου γιγαντιαίες πολιτισμικές και θρησκευτικές οντότητες που επί αιώνες κρατήθηκαν στο περιθώριο επανέρχονται στο διεθνοπολιτικό προσκήνιο.
Δεύτερον, η Ελλάδα θα επιβιώσει όχι μόνο αν αντεπεξέλθει της παρούσης κρίσης αλλά κυρίως αν αποκτήσει εθνική στρατηγική πνευματικά θεμελιωμένη και συμβατή με τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Όμως, σε ένα οποιοδήποτε κράτος αυτό είναι απολύτως αδύνατο εάν κυριαρχήσουν μεταμοντέρνα θεωρήματα ιδεολογήματα τα οποία ροκανίζουν το ανθρωπολογικό υπόβαθρο και καταπολεμούν τις κοσμοθεωρητικές παραδοχές που στηρίζουν την εθνική ανεξαρτησία. Στον ακαδημαϊκό, πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο ο μεταμοντερνισμός έχει διεισδύσει όσο σε κανένα άλλο κράτος. Έτσι, μακρόπνοη εθνική στρατηγική δεν μπορεί να υπάρξει. Πάντως, σε αντίθεση με άλλες ανταγωνιστικές κοινωνίες της ευρύτερης περιφέρειας, η κοσμοθεωρητική συγκρότηση, η ισχύς, η πνευματική ευρωστία, και η ανθρωπολογική συνοχή είναι αγαθά που στο νεοελληνικό κράτος καθίστανται ολοένα και σπανιότερα.
  Τρίτον, υπό το πρίσμα τέτοιων αντιθετικών τάσεων και μιλώντας για την προβολή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τις δύο επόμενες δεκαετίες απαιτείται να διακρίνουμε μεταξύ παθητικών «διεθνών σχέσεων» που κάθε χώρα έχει από την στιγμή της ίδρυσής της και εξωτερικής πολιτικής που προϋποθέτει επαρκή ισχύ, σκοπούς και στρατηγική εκπλήρωσής της. Μια εξωτερική πολιτική προϋποθέτει μονιμότερους στρατηγικούς προσανατολισμούς, τακτικό και στρατηγικό σχεδιασμό και ασυμβίβαστη θέληση να εκπληρώσει εκείνα τα εθνικά συμφέροντά τα οποία είναι συμβατά με την διεθνή νομιμότητα. Λογικά, οι προβλέψεις πρέπει να είναι δυσοίωνες σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου εδώ και πολύ καιρό στο επίπεδο των πολιτικοστοχαστικών ελίτ η έννοια εθνικό συμφέρον καταπολεμείται και μάλιστα με ένα ιδιάζοντα αν όχι ανερμήνευτο ζήλο.
 Τέταρτον, το κύριο ζήτημα για όλα τα κράτη της ευρύτερης περιφέρειας στην οποία ανήκει η Ελλάδα είναι παλιό και αναβιώνει μετά το τέλος της αποικιοκρατίας και της εκατονταετούς ηγεμονικής διαπάλης του 20ου αιώνα που την διαδέχθηκε. Η σταδιακή αποδέσμευση των εθνών από τον ηγεμονικό ζυγό προκαλεί μια δραστική αναδιάταξη που επαναπροσδιορίζει τα πάντα στον μετά-Βυζαντινό κόσμο. Εκείνο δηλαδή τον κόσμο που εκτείνεται από τα Βαλκάνια μέχρι βαθιά στην Μικρασία, την Μείζονα Μέση Ανατολή, την Άπω Ανατολή και τα μετά-Σοβιετικά έθνη. Κύριοι παίχτες είναι αναμφίβολα η Ρωσία, οι δυνάμεις της Ινδικής Χερσονήσου, η Κίνα και η Τουρκία, αν βεβαίως εκπληρωθεί η εξαιρετικά ριψοκίνδυνη αλλά διόλου αμελητέα Νταβουτόγλεια κοσμοθεωρία.
Αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα το γεγονός ότι στην περίμετρο της Ευρασίας το τουρκικό εθνοκράτος επιχειρεί να αναβαθμιστεί δραστικά στα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής σκέψης, των πολιτικών σχέσεων και των διπλωματικών συμφωνιών. Η θέση του τουρκικού εθνοκράτους θα καθίσταται ολοένα και πιο ισχυρή στον βαθμό και στην έκταση που η Νταβουτόγλεια κοσμοθεωρία θα προσελκύει το ενδιαφέρον όχι των μεγάλων δυνάμεων όπως ήδη συμβαίνει αλλά και του ενάμιση δισεκατομμυρίου μουσουλμάνων οι κοινωνίες και τα κράτη των οποίων στην μετά-αποικιακή ιστορική φάση αναζητούν στρατηγικό προσανατολισμό, στρατηγικό σχέδιο και αντί-ηγεμονική κοσμοθεωρία. Τα δισεκατομμύρια μουσουλμάνων στην μετά-νεοτερική εποχή, εκτιμώ, αξιώνουν υπεράσπιση του πνευματικού τους κόσμου και τρόπους θεμελίωσης των προϋποθέσεων που θα διασφαλίζουν την ανθρωπολογική ετερότητά τους και τα ιστορικά πνευματικά ερείσματά τους. Η στρατηγική της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας της τελευταίας δεκαετίας σε αυτά αποσκοπεί και όποιος έχει αμφιβολία καλά κάνει θα διαβάσει το Στρατηγικός Βάθος του αρχιτέκτονα της νέας τουρκικής διπλωματίας Αχμέτ Νταβούτογλου που μετά από δική μου πρωτοβουλία μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα ελληνικά.
Μέσα στους μετασχηματισμούς που ήδη συντελούνται στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο που αρχίζει από τα Βαλκάνια και φθάνει στην Κίνα, η Ελλάδα κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί αν όχι σταδιακά εκμηδενιστεί. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία καταμαρτυρούνται ιδεολογικές στάσεις και συμπεριφορές που δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ και που οδηγούν σε κατήφορο αδυναμίας του οποίου η οικονομική κρίση δεν είναι παρά μόνο η κορυφή του παγόβουνου της πνευματικής και ανθρωπολογικής αποδόμησης. Όμως, οι αντίστροφες προϋποθέσεις είναι που απαιτούνται για να κατέχει η Ελλάδα ισχυρή θέση και ρόλο στις ήδη προδιαγεγραμμένες τάσεις που ανασυντάσσουν τον μετά-αποικιακό και μετά-Σοβιετικό κόσμο της Ευρασιατικής περιμέτρου. Τον χώρο δηλαδή Ανατολικά της Ελλάδας με τον οποίο οι έλληνες συνδέονται ιστορικά, στον οποίο το 1922 υπέστη πανωλεθρία και στον οποίο αντί να αναπτυχθεί αναπτύσσοντας κάθε είδους δεσμούς, λανθασμένα και αυτιστικά πίστεψε ότι κάτι τέτοιο θα βρισκόταν σε αντίθεση με τους δεσμούς της με τον δυτικό κόσμο. Διαβάζοντας τον Νταβούτογλου βλέπουμε ότι και η Τουρκία κάτι αντίστοιχο έκανε, αλλά την τελευταία δεκαετία το αντιστρέφει υπό το πρίσμα της νέο-Οθωμανικής κοσμοθεωρίας και των Νταβουτόγλειων διπλωματικών δογμάτων.
Πέμπτον, ο κόσμος αλλάζει και μικρά και μεσαία κράτη θα επιβιώνουν και θα ευημερούν αν καταλάβουν σωστά τα επερχόμενα γεγονότα. Δεν πρόκειται για ξαφνική κοσμογονία αλλά για διεθνείς αναδιατάξεις που ήδη δρομολογήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν εδώ προς άλλα τυρβάζαμε αφού προηγουμένως αριστερά και νεοφιλελεύθερα πολιτικοστοχαστικά ελίτ υιοθέτησαν πλήρως τα δονκιχοτικά και αδιέξοδα επεμβατικά δόγματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Πιο συγκεκριμένα, ο πύργος στην άμμο των μετά-Βυζαντινών δυτικών ηγεμονιών με τον οποίο Ελλάδα προσκολλήθηκε με μια αβάστακτα εξαρτημένη σχέση, μετασχηματίζεται ραγδαία. Βασικά, καταρρέει. Καταρρέει α) λόγω του σωρευμένου βάρους αντιφάσεων και ατασθαλιών τεσσάρων περίπου αιώνων αποικιοκρατίας και ηγεμονισμού, β) λόγω αντικειμενικών δυσκολιών για απεριόριστη και απρόσκοπτη εκμετάλλευση του παγκόσμιου πλούτου στις περιφέρειες, γ) λόγω αυτοχειριασμού που προκλήθηκε από την ενθάρρυνση των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων στα δυτικά πανεπιστήμια, κάτι που τους αποδυναμώνει ανθρωπολογικά και πολιτικά και δ) λόγω ανορθολογισμού στην ΕΕ όπου τα υπερεθνικά ελίτ τα οποία είναι φορείς άτοπων και ανεδαφικών κοσμοπλαστικών δογμάτων προτάσσουν θεσμούς που είναι ξένοι με τις οντολογικές κα ανθρωπολογικές προϋποθέσεις των ευρωπαϊκών εθνών. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που καταμαρτυρεί τα πάντα, αναμφίβολα, είναι η ΟΝΕ και η πρόσφατη κρίση είναι διδακτική. Τελειώνω λοιπόν περιγράφοντας τις δύο απορρέουσες τάσεις. Αυτή είναι η ουσία και θα σταθούμε για λίγο σε αυτή.

Τις δύο επόμενες δεκαετίες και καθ’ όλη την διάρκεια του επερχόμενου αιώνα θα συμβιώνουν και αλληλοεπηρεάζονται δύο ήδη διαγεγραμμένες κυρίαρχες τάσεις που θα συμπλέκονται στο εσωτερικό ενός δυαρχικού και διφυούς διεθνούς συστήματος οι ιδιότητες του οποίου ήδη καταμαρτυρούνται καθημερινά και ολοένα και πιο έντονα.
Αφενός είναι ο κόσμος των εθνών που τους τελευταίους αιώνες βρισκόταν υπό αποικιοκρατικό και ηγεμονικό ζυγό και οι κοινωνίες του οποίου τώρα μόλις αναβιώνουν, αναγεννιούνται και χειραφετούνται πολιτικά.. Συμπεριλαμβάνει τόσο κράτη πανίσχυρων ανθρωπολογικών διαμορφώσεων όσο και κράτη κοινωνικά ασθενών και κατακερματισμένων κοινωνιών.
Αφετέρου, είναι ο κόσμος των ηγεμονικών συγκρούσεων που περιέγραψε άψογα, αξιολογικά ουδέτερα και σχεδόν επακριβώς ο John Mearsheimer στο έργο του Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Το τελευταίο μάλλον κείμενο, εκτιμώ, της μεγάλης περιγραφικής σχολής σπουδαίων αναλύσεων του Βεστφαλιανού διεθνούς συστήματος που άρχισαν με τον Carr και συνεχίστηκαν από αναλυτές όπως οι Morgenthau, Waltz, Aron, Gilpin, Bull, Kondylis και μερικών ακόμη. Προβάλλει στον 21ό αιώνα κάτι υπαρκτό και αληθινό: την αναπόδραστη συνέχιση της ηγεμονικής διαπάλης στον φαύλο κύκλο της οποίας οι παρακμάζουσες δυνάμεις υποβαθμίζονται στην ιεραρχία ισχύος και οι ανερχόμενες δυνάμεις τις εκτοπίζουν από την θέση ηγεμονίας.

Εν τούτοις, ακόμη και τα καλύτερα περιγραφικά κείμενα της δυτικής βιβλιογραφίας πάσχουν εκ του γεγονότος ότι υποβαθμίζουν ή παρακάμπτουν τελείως τον δυναμισμό και την κοινωνική διαφοροποίηση του μακραίωνα διαμορφωμένου ανθρωπολογικού υποστρώματος πάνω στο οποίο διεξάγεται η ηγεμονική διαπάλη στις περιφέρειες του πλανήτη. Το πλέγμα των πολιτικών και πολιτισμικών σχέσεων στις περιφέρεις του πλανήτη είναι απείρως πιο σύνθετο και πολύπλοκο από οι ευθύγραμμες, κατά την εκτίμησή μου, θεωρήσεις του Χάντικγτον αλλά και αυτών οι οποίοι τον αντικρούουν.
Το κύριο έλλειμμα τους είναι το εξής: αντί να αναλύσουν τις κάθε είδους ηγεμονικές και άλλες δομές διακυβέρνησης σε αναφορά με την υποκείμενη ανθρωπολογία μιας έκαστης κοινωνίας ή περιφέρειας είναι παγιδευμένοι σε μια αδιέξοδη συζήτηση με άξονα αντίθετες θεωρήσεις για την σημασία ιδεολογικά εμπνευσμένων καθεστωτικών προτύπων οικουμενικής δήθεν εφαρμογής τα οποία στερούνται οντολογικών θεμελίων. Μια αδιαφοροποίητη παγκόσμια ανθρωπολογία, όμως, ποτέ δεν υπήρξε και μάλλον ποτέ δεν θα υπάρξει.
Το κατά πόσο η ανθρωποκεντρική ανάπτυξη των εθνών και του πολιτικού τους πολιτισμού οδηγεί σε κοσμοσυστημικές παραδοχές μιας κοινά αποδεκτής διεθνούς διακυβέρνησης εδρασμένης στην παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας είναι ίσως το μεγαλύτερο ζήτημα για την πορεία του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος που ενώ στην Ελλάδα υπάρχει ένα διόλου αμελητέο γνωστικό κεκτημένο στην διεθνή βιβλιογραφία δεν έχει καν αγγιχτεί.
Όταν μιλάμε για τον κόσμο των εθνών σε μια μετά-Βεστφαλιανή δομή δεν υπονοούμε κάποιο επερχόμενο διεθνές σύστημα αγγελικά πλασμένο όπου η Ελλάδα και τα υπόλοιπα κράτη θα περιπατούν αμέριμνα. Το ακριβώς αντίθετο εννοούμε και πολλοί το λέγαμε συνεχώς τις δεκαετίες του 1990 και 2000. Ο John Mearseimer το τόλμησε ήδη από το 1989 με το θαρραλέο άρθρο του Why we shall miss the Cold War. Βασικά, η πολύ μεγάλη αξία της ανάλυσης του Mearsheimer τότε και τώρα έγκειται στην ακόμη καλύτερη κατανόηση του γεγονότος ότι έστω και αν πολλά έθνη κατορθώσουν να στερεώσουν την εθνική τους ανεξαρτησία τα αίτια πολέμου και κυρίως η ηγεμονική διαπάλη δεν θα εκλείψουν εύκολα γιατί είναι ριζωμένα στα ένστικτα αυτοσυντήρησης γιγαντιαίων κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών.

Οι τάσεις που οφείλονται στην συνεχιζόμενη ηγεμονική διαπάλη συμπλέκονται δυναμικά με τις ολοένα και πιο ισχυρές τάσεις απόρροια της ανθρωπολογικής αναγέννησης του κόσμου των ιστορικών εθνών που ροκανίζει το σύστημα της Βεστφαλίας, εν πολλοίς, όμως, για άλλους λόγους από αυτούς που περιγράφει ο Krasner στα πολυσυζητημένα κείμενά του. Ακόμη πιο σημαντικό, η αξίωση για ηγεμονική διακυβέρνηση που συχνά ευνοείται στην δυτική βιβλιογραφία –σε περιγραφικό πλαίσιο όπως στις αξιολογικά ουδέτερες θεωρήσεις του Gilpin ή στις αξιολογικά φορτισμένες θεωρήσεις πολλών νεοφιλελεύθερων αναλυτών– δυσχεραίνεται από την ολοένα και έκδηλη αξίωση λιγότερο ισχυρών κρατών για εθνική ανεξαρτησία και ισόρροπες εθνοκρατοκεντρικές σχέσεις. Δεν έχετε παρά να ρίξετε μια μόνο ματιά μέσα στην αυλή των Ηνωμένων Πολιτειών, την Λατινική Αμερική.
Πρόκειται για μια ασυγκράτητη και αήττητη δύναμη: η ανθρωπολογική και πολιτική ενδυνάμωση αναπόδραστα ενισχύει τα αντί-διεθνιστικά και αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά και βαθαίνει την αξίωση υπεράσπισης της ανθρωπολογικής ετερότητάς κατά κράτος και κατά περιφέρεια.
.
Παραδόξως μάλιστα, με τα όπλα του ίδιου του μοντερνισμού, δηλαδή την κυριαρχία, τα έθνη αξιώνουν εθνική ανεξαρτησία, ενώ ταυτόχρονα αναζητούν τρόπους παλαιούς και δοκιμασμένους μη κυριαρχικής κοσμοσυστημικής σύνδεσης των ανθρωπολογικά συγκροτημένων εθνών ανάλογα με την συγγένεια των πολιτισμικών, θρησκευτικών και πολιτικών τους ιδιοτήτων.

Καταμαρτυρούμενα εισήλθαμε σε μια μετάβαση κατά την διάρκεια της οποίας θα συνυπάρξουν οι μοντερνιστικές υλιστικές προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι ηγεμονίες των τεσσάρων τελευταίων αιώνων με τις αναδυόμενες προϋποθέσεις των ιστορικών εθνών του αχανούς και ανθρωπολογικά άγνωστου στα δυτικά πολιτικοστοχαστικά ελίτ κόσμου που όπως είπαμε αρχίζει από τα Βαλκάνια και φθάνει στην Κίνα συμπεριλαμβανομένων και όλων των κοινωνιών της πρώην ΕΣΣΔ.
Αυτές τις μεγάλες ιστορικές ανθρωπολογικές ενότητες οι δυτικοί τις γνώριζαν πρωτίστως ως υποκείμενα επικυριαρχίας στο αδυσώπητο ηγεμονικό συγκρουσιακό πλέγμα των Νέων Χρόνων.
Επειδή ακριβώς χειραφετούνται ολοένα και περισσότερο και επειδή αναζητούν σταθεροποίηση των εθνικών τους κοσμοθεωριών και των πολιτειακών τους δομών, αναζητούν ταυτόχρονα τα νήματα των κοσμοσυστημικών πνευματικών και πολιτικών συγκλίσεων. Πρωτίστως ανατινάζουν την μοντερνιστική αντίληψη περί μιας αμιγώς υλιστικής δημόσιας σφαίρας και περί ενός διεθνούς συστήματος καταδικασμένου να ζει ένα κυριαρχικά άκαμπτο διεθνές σύστημα.
Για τον αναγεννημένο και ολοένα πιο χειραφετημένο κόσμο των ανατολικών εθνών που παίρνουν το νήμα εκεί που κόπηκε όταν τερματίστηκε το μεγάλο κοσμοσύστημα της πνευματικά γεμάτης Βυζαντινής Οικουμένης, και που αποτελεί ίσως και τα 9/10 του πληθυσμού του πλανήτη, είναι αδιανόητο να μην εισρέει μέσα στην δημόσια σφαίρα τους ο πνευματικός κόσμος των πολιτών τους. Όπως γνωρίζουμε, όμως, αυτό συνιστά επαναστατική αλλαγή παραδείγματος από την μοντερνιστική παρένθεση σε κάτι ιστορικά πολύ γνωστό και κυρίαρχο χαρακτηριστικό του συνόλου της ιστορικής διαδρομής.
Αυτά μπορώ να τα πω και διαφορετικά: Ο περιφερισμός όντως έχει μέλλον. Όχι όμως με το διεθνιστικό πρίσμα των υλιστών φιλελεύθερων και λειτουργιστικών προδιαγραφών αλλά υπό το πρίσμα πνευματικά γεμάτων πολιτειακών συστημάτων, όπως εξάλλου τελικά συντελέστηκε ακόμη και στη Μέκκα του μεταπολεμικού λειτουργισμού, την διαδικασία Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία ενάντια στις μεταμοντέρνες φιλελεύθερες ιδεολογίες έκτισε ένα σύστημα εθνών ανθρωπολογικά μεστό.

Οι διεθνολογικές προεκτάσεις αυτής της αλλαγής παραδείγματος είναι ανατρεπτικές και ως προς ένα καίριο ζήτημα του φιλοσοφικού μονολόγου των δυτικών κοινωνιών. Η αδιέξοδη φιλελεύθερη και μαρξιστική διαμάχη για το ένα ή άλλο «είδος του καθεστώτος» που θα τερματίσει δήθεν τον πόλεμο, δεν έχει κανένα νόημα (ούτως ή άλλως, για τους Ρεαλιστές ποτέ δεν είχε πολύ νόημα).
Εδώ λοιπόν επανερχόμαστε στα ουσιώδη: Μιλάμε για την ανθρωπολογική ετερότητα μιας κοινωνίας, τα στάδια ωρίμανσης του πολιτικού πολιτισμού της δημοκρατίας και την συμβατότητα μεταξύ των ανθρωπολογικών δομών και κανονιστικών δομών που η ίδια η κοινωνία ορίζει και κανείς άλλος. Ήδη έλληνες στοχαστές όπως οι Κοντογιώργης και Κονδύλης από καιρό βρίσκονται στην πρωτοπορία αυτών των συζητήσεων και προηγούνται σημαντικά με όρους διεθνούς βιβλιογραφίας.
Μιλάμε ακόμη για βαθύτατες κοσμοσυστημικές προεκτάσεις εκ του γεγονότος ύπαρξης χειραφετημένων ανθρωπολογικών ενοτήτων με ιστορικά διαμορφωμένες πολιτισμικές και πολιτικές συνάφειες και συγγένειες που ανοίγουν τον δρόμο για κοσμοσυστημικές πνευματικές, υλικές και πολιτικές συγκλίσεις που όσο θα εντείνονται μπορούν να αλλάξουν τον πολιτικό χάρτη του πλανήτη και της διεθνούς διακυβέρνησης μακριά από απλουστευτικές νοηματοδοτήσεις της πολιτικής με όρους ισχύος και ωμής επικυριαρχίας.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται και η δική μου έννοια της Κοσμοθεωρίας των Εθνών. Η ανάδυση ενός κόσμου των εθνών όπου θα συνυπάρχουν τα πνευματικά και τα αισθητά και που θα θεμελιώνεται ανθρωποκεντρικά. Θα προκαλεί έτσι πολιτική ωρίμανση η οποία θα αναιρεί ολοένα και περισσότερο τις μοντερνιστικές προϋποθέσεις που νοηματοδοτούν εγγενώς την πολιτική με όρους ισχύος και που ταυτόχρονα θα καθιστά ολοένα και πιο εδραία ως κοινή κοσμοσυστημική κοσμοθεωρία την εθνική ανεξαρτησία και ως ενδοκρατική θεωρία την δημοκρατία νοούμενη όμως όχι ως έμμεση αντιπροσώπευση με φορά δεσποτική αλλά ως τρόπο ζωής με φορά προς την Ιθάκη της άμεσης δημοκρατίας.
Βρισκόμαστε όντως σε κομβική ιστορική στιγμή και η καλός Πολιτικός Στοχασμός που θα ολοκληρώσεις τα τρία επίπεδα ανάλυσης έχει τρις άξονες:
1. Το ανθρωπολογικό ζήτημα που με πολύ μεγάλη ευκολία παρακάμπτουν οι υλιστικές ιδεολογίες,
2. την ανθρωποκεντρική πολιτική συγκρότηση που θα είναι συμβατή με την ανθρωπολογική ετερότητα μιας έκαστης κοινωνικής οντότητας και
3. τις κοσμοσυστημικές παραδοχές που θα διασφαλίζουν μια ισορροπημένη διαλεκτική σχέση μεταξύ της ασυμβίβαστης αξίωσης εθνικής ανεξαρτησίας και των ισόρροπων συναλλαγών.
Ιστορικά παραδείγματα άντλησης συμπερασμάτων για το τελευταίο είναι η Αλεξανδρινή εποχή, κάποιες φάσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η Βυζαντινή Οικουμένη που αποκορύφωσε τον πνευματικά γεμάτο κοσμοσυστημικό πολιτικό πολιτισμό. Στον αντίποδα βρίσκονται οι ηγεμονίες των Νέων Χρόνων.

Αν και αυτή η συζήτηση ακόμη δεν έχει αρχίσει στον δυτικό κόσμο είναι θεμελιώδες να κατανοηθεί ότι ο κόσμος των εθνών του οποίου όπως είπαμε η εξέλιξη επιβραδύνθηκε μετά την πτώση του Βυζαντίου και την έλευση των υλιστικών ιδεολογιών, διαρκώς αποτινάσσει τα δεσμά υλιστικών υπερκρατικών ηγεμονικών αξιώσεων.

Πρόκειται για ένα κόσμο σχεδόν άγνωστο, προαναφέρθηκε, στους δυτικούς αναλυτές, ακόμη και στους κορυφαίους Πολιτικούς Ρεαλιστές, οι οποίοι αγνοούν την έννοια έθνος όπως την νοηματοδοτούν ιστορικά τα ανατολικά έθνη. Προσωπικά, δηλώνοντας άγνοια για μεγάλους στοχαστές άλλων Ανατολικών εθνών, θα έλεγα ότι οι δυτικοί πολλά θα μάθουν αν μεταφράσουν στην Αγγλική τα έργα στοχαστών της σύγχρονης ελληνικής πραγματείας που με το δικό τους πρωτότυπο επιστομολογικό συνδυάζουν τα τρία επίπεδα ανάλυσης, όπως ο Κονδύλης, ο Κοντογιώργης, ο Ζιάκας και μερικοί ακόμη.

Ο ήδη αναδυόμενος εθνοκρατοκεντρικός κόσμος θα χαρακτηρίζεται ακριβώς από το γεγονός ότι ενώ στην φάση της μετάβασης πολλών δεκαετιών στα Ανατολικά έθνη θα συνυπάρχει η έννοια της πολιτικής κυριαρχίας με την ήδη πολύ ισχυρή και οντολογικά συναφή πολιτική τάση που δυναμώνει τις εθνικές ιδιότητες και τα ανθρωπολογικά τους θεμέλια, θα συμπλέκεται δυναμικά με τα Βεστφαλιανά αίτια πολέμου.
Όπως υποστήριξα στο τελευταίο μου βιβλίο Κοσμοθεωρία των Εθνών, η πορεία του διεθνούς συστήματος μπορεί να περιγραφεί με τους όρους του ιδιοφυούς Κωνσταντίνου Καβάφη.
Πρώτον, ο εθνοκρατοκεντρικός κόσμος λογικά θα καθίσταται ολοένα και πιο εδραίος και η διεθνής διακυβέρνηση θα τείνει να προσαρμοστεί στις οντολογικές προϋποθέσεις ενός εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος.
Δεύτερον, η ανθρωπολογική και ανθρωποκεντρική πολιτική ωρίμανση των εθνών θα έχει ως συνέπεια την ολοένα και μεγαλύτερη προσκόλληση της εθνικής ανεξαρτησίας ως κοσμοθεωρίας των σχέσεών τους.
Τρίτον, η θαλασσοπορία προς την Ιθάκη, προς ένα δηλαδή ιδεατό κοσμοσυστημικό τόπο όπου θα πρυτανεύει η κοσμοθεωρία των εθνών σε αντίθεση με τις ιδεολογίες δεν ορίζεται εσχατολογικά. Ο σωστός προσανατολισμός προς την Ιθάκη ενέχει μεγαλύτερη σημασία από τον εσχατολογικό ορισμό της Ιθάκης.
Όσο η θαλασσοπορία θα συνεχίζεται και όσο θα προσχωρούν σε αυτή την κοσμοθεωρία μεγάλα έθνη όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία τόσο περισσότερο σταθερό θα καθίσταται το εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα και αντίστροφα. Τόσο περισσότερο ενδεχομένως θα χαλαρώνουν, επίσης, οι άκαμπτες κυριαρχικές οριοθετήσεις, ιδιαίτερα μεταξύ συγγενικών εθνών στις περιφέρειες.
Τέταρτον, θαλασσοπορώντας, το εθνοκρατοκεντρικό σύστημα θα συναντά Κύκλωπες, θυμωμένους Ποσειδώνες, Λαιστρυγόνες και Σειρήνες. Τον νου μας λοιπόν να τον έχουμε τόσο στην Ιθάκη όσο και στο πως θαλασσοπορώντας θα επιβιώσουμε κατά την διάρκεια του ταξιδιού εν μέσω θυελλών, κυκλώνων και απατηλής νηνεμίας. Βιβλία όπως του John Mearsheimer που περιγράφουν και προβάλλουν τα αίτια πολέμου και η γνώση των ανθρωπολογικών δομών του κόσμου των εθνών είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δηλαδή, μιας περιεκτικής θεωρίας διεθνών σχέσεων που ολοκληρώνει τα τρία επίπεδα ανάλυσης.
1. Τα αίτια πολέμου και κυρίως την άνιση ανάπτυξη και τα διανεμητικά προβλήματα της διεθνούς διακυβέρνησης
2. Τις πνευματικές και υλικές προϋποθέσεις που συγκροτούν και συγκρατούν το «μετά-νεοτερικό έθνος» (post-Westphalian nation).
3. Τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που καθιστούν τις πολιτείες σταθερές και του συναρτημένου με αυτή εθνικού και κοσμοσυστημικού πολιτικού πολιτισμού που εμπεδώνει την κοσμοθεωρητική παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας ή ακόμη και μιας υπερκείμενης μη ηγεμονικής εξουσίας που θα διαφυλάττει την εθνική ανεξαρτησία και την διαπολιτειακή ισοτιμία

Ο όρος κοσμοσύστημα σχετίζεται με δύο κάθετα διαφορετικές παραδοχές και δύο κάθετα αντιθετικές καταστάσεις. Το «κοσμοσυστημικά» είναι μια αμφίπλευρη διατύπωση:
α) Εάν πλανητικά έχουμε κοινωνική ολοκλήρωση και εξίσωση λογικό είναι να επιζητείται μια διεθνιστική ανθρωπολογία βαθμίδων ικανών να συγκροτήσουν και να συγκρατήσουν ένα σύστημα πλανητικής διακυβέρνησης. Όποιος βλέπει κάτι τέτοιο παρακαλώ να μας το πει και κυρίως να μας το αποδείξει.
β) Εάν έχουμε μόνο μια πολιτικά άξια ανθρωπολογία σε εθνικό επίπεδο, λογικό είναι να επιζητείται ένα εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα του οποίου η σταθερότητα συναρτάται με την οικουμενική παραδοχή και τις βαθμίδες εφαρμογής της κοσμοθεωρητικής παραδοχής της εθνικής ανεξαρτησίας. Αυτή η παραδοχή βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα κάθε έννοιας διεθνισμού.

Υπάρχει ακόμη το κοσμοσύστημα της Βυζαντινής Οικουμένης το οποίο επί μακρόν συνδύαζε τον τοπικό και κοσμοσυστημικό πολιτισμό της δημοκρατίας με ανθρωποκεντρικά φιλοσοφικοπολιτικά δόγματα που αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο.
Το φαινόμενο αυτό δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Πιστεύω όμως ότι σε πολλές ανατολικές περιφέρειες του μη μοντερνιστικού ανατολικού κόσμου των ιστορικών εθνών, η Βυζαντινή περίπτωση προσφέρει ένα πολύτιμο ιστορικό παράδειγμα άντλησης διδαγμάτων για μια κοσμοσυστημική συνύπαρξη και για μια κοινά αποδεκτή ρυθμιστική εξουσία.

Με την δική μου θουκυδίδεια και συνάμα Αριστοτελική ματιά το διεθνές σύστημα εισήλθε σε μια μακρά ιστορική μεταβατική φάση κατά την διάρκεια της οποίας θα βιώσουμε μια ανελέητη σύγκρουση δύο παντελώς διαφορετικών κόσμων: Από την μια πλευρά είναι ο ανερχόμενος κόσμος των εθνών και από την άλλη ο κατηφορίζων μοντερνιστικός κόσμος των υλιστικών νοηματοδοτήσεων της πολιτικής με όρους ωμής ισχύος. Όχι μόνο στο εσωτερικό αμφοτέρων παρεισφρέουν αναρίθμητοι ανταγωνισμοί και διεξάγονται ανελέητες συγκρούσεις, αλλά επιπλέον, συμπλέκονται άναρχα και αστάθμητα σε όλα τα νοητά επίπεδα, δυάδες, τριάδες ή σε ακόμη πιο σύνθετους και ρευστούς συνδυασμούς.

Αποτελεί αυτοκτονία αν κανείς επιχειρήσει από διεθνολόγος να γίνει μελλοντολόγος. Όμως γνωρίζοντας ότι η θαλασσοπορία θα είναι δύσκολη, κανείς μπορεί να είναι προσεκτικός. Και οι έλληνες βρίσκονται στην κορυφή των απρόσεκτων κρατών.

——————————

Σημειώσεις προφορικής παρέμβασης

Πρώτον, προϋπόθεση για μια Ελληνική εξωτερική πολιτική το 2030 είναι να υπάρχει η Ελλάδα, κάτι διόλου αυτονόητο όχι μόνο για το νεοελληνικό κράτος αλλά και για πολλά άλλα αδύναμα κράτη της περιμέτρου της Ευρασίας που αρχίζει στα Βαλκάνια και καταλήγει στην Άπω Ανατολή.
Μετά τον 16ο αιώνα, η αποικιοκρατία, οι ηγεμονισμοί και τα εσχατολογικά ιδεολογικά δόγματα δημιούργησαν ένα επίπλαστο διακρατικό σύστημα του οποίου η αποδόμηση και η επαναδιάταξη μόλις τώρα αρχίζει. Αφενός ασθενείς και επίπλαστες οντότητες δεν θα επιβιώσουν ακέραιες και αφετέρου γιγαντιαίες πολιτισμικές και θρησκευτικές οντότητες που επί αιώνες κρατήθηκαν στο περιθώριο επανέρχονται στο διεθνοπολιτικό προσκήνιο.
Δεύτερον, η Ελλάδα θα επιβιώσει όχι μόνο αν αντεπεξέλθει της παρούσης κρίσης αλλά κυρίως αν αποκτήσει εθνική στρατηγική πνευματικά θεμελιωμένη και συμβατή με τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο κατώφλι του 21ου αιώνα.
Τρίτον, μιλώντας για την προβολή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τις δύο επόμενες δεκαετίες απαιτείται να διακρίνουμε μεταξύ παθητικών «διεθνών σχέσεων» που κάθε χώρα έχει από την στιγμή της ίδρυσής της και εξωτερικής πολιτικής που προϋποθέτει επαρκή ισχύ, σκοπούς και στρατηγική εκπλήρωσής της.
Τέταρτον, αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα το γεγονός ότι στην περίμετρο της Ευρασίας το τουρκικό εθνοκράτος επιχειρεί να αναβαθμιστεί δραστικά στα πεδία της οικονομίας, της πολιτικής σκέψης, των πολιτικών σχέσεων και των διπλωματικών συμφωνιών. Η στρατηγική της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας της τελευταίας δεκαετίας σε αυτά αποσκοπεί.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί αν όχι σταδιακά εκμηδενιστεί. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία καταμαρτυρούνται ιδεολογικές στάσεις και συμπεριφορές που δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ και που οδηγούν σε κατήφορο αδυναμίας του οποίου η οικονομική κρίση δεν είναι παρά μόνο η κορυφή του παγόβουνου της πνευματικής και ανθρωπολογικής αποδόμησης.
Πέμπτον, ο κόσμος αλλάζει και μικρά και μεσαία κράτη θα επιβιώνουν και θα ευημερούν αν καταλάβουν σωστά τα επερχόμενα γεγονότα. Δεν πρόκειται για ξαφνική κοσμογονία αλλά για διεθνείς αναδιατάξεις που ήδη δρομολογήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν εδώ προς άλλα τυρβάζαμε αφού προηγουμένως αριστερά και νεοφιλελεύθερα πολιτικοστοχαστικά ελίτ υιοθέτησαν πλήρως τα δονκιχοτικά και αδιέξοδα επεμβατικά δόγματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή είναι η ουσία και θα σταθούμε για λίγο σε αυτή:

Τις δύο επόμενες δεκαετίες και καθ’ όλη την διάρκεια του επερχόμενου αιώνα θα συμβιώνουν και αλληλοεπηρεάζονται δύο ήδη διαγεγραμμένες κυρίαρχες τάσεις που θα συμπλέκονται στο εσωτερικό ενός δυαρχικού και διφυούς διεθνούς συστήματος οι ιδιότητες του οποίου ήδη καταμαρτυρούνται καθημερινά και ολοένα και πιο έντονα.
Αφενός είναι ο κόσμος των εθνών που τους τελευταίους αιώνες βρισκόταν υπό αποικιοκρατικό και ηγεμονικό ζυγό και οι κοινωνίες του οποίου τώρα μόλις αναβιώνουν, αναγεννιούνται και χειραφετούνται πολιτικά. Συμπεριλαμβάνει τόσο κράτη πανίσχυρων ανθρωπολογικών διαμορφώσεων όσο και κράτη κοινωνικά ασθενών και κατακερματισμένων κοινωνιών.
Αφετέρου, είναι ο κόσμος των ηγεμονικών συγκρούσεων που περιέγραψε άψογα, αξιολογικά ουδέτερα και σχεδόν επακριβώς ο John Mearsheimer έργο του Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Το τελευταίο μάλλον κείμενο, εκτιμώ, της μεγάλης περιγραφικής σχολής σπουδαίων αναλύσεων του Βεστφαλιανού διεθνούς συστήματος που άρχισαν με τον Carr και συνεχίστηκαν από αναλυτές όπως οι Morgenthau, Waltz, Aron, Gilpin, Bull, Kondylis και μερικών ακόμη. Προβάλλει στον 21ό αιώνα κάτι υπαρκτό και αληθινό: την αναπόδραστη συνέχιση της ηγεμονικής διαπάλης στον φαύλο κύκλο της οποίας οι παρακμάζουσες δυνάμεις υποβαθμίζονται στην ιεραρχία ισχύος και οι ανερχόμενες δυνάμεις τις εκτοπίζουν από την θέση ηγεμονίας.

Εν τούτοις, ακόμη και τα καλύτερα περιγραφικά κείμενα της δυτικής βιβλιογραφίας πάσχουν εκ του γεγονότος ότι υποβαθμίζουν ή παρακάμπτουν τελείως τον δυναμισμό και την κοινωνική διαφοροποίηση του μακραίωνα διαμορφωμένου ανθρωπολογικού υποστρώματος πάνω στο οποίο διεξάγεται η ηγεμονική διαπάλη στις περιφέρειες του πλανήτη. Το πλέγμα των πολιτικών και πολιτισμικών σχέσεων στις περιφέρεις του πλανήτη είναι απείρως πιο σύνθετο και πολύπλοκο από οι ευθύγραμμες, κατά την εκτίμησή μου, θεωρήσεις του Χάντικγτον αλλά και αυτών οι οποίοι τον αντικρούουν.
Το κύριο έλλειμμα τους είναι το εξής: αντί να αναλύσουν τις κάθε είδους ηγεμονικές και άλλες δομές διακυβέρνησης σε αναφορά με την υποκείμενη ανθρωπολογία μιας έκαστης κοινωνίας ή περιφέρειας είναι παγιδευμένοι σε μια αδιέξοδη συζήτηση με άξονα αντίθετες θεωρήσεις για την σημασία ιδεολογικά εμπνευσμένων καθεστωτικών προτύπων οικουμενικής δήθεν εφαρμογής τα οποία στερούνται οντολογικών θεμελίων. Μια αδιαφοροποίητη παγκόσμια ανθρωπολογία, όμως, ποτέ δεν υπήρξε και μάλλον ποτέ δεν θα υπάρξει.
Το κατά πόσο η ανθρωποκεντρική ανάπτυξη των εθνών και του πολιτικού τους πολιτισμού οδηγεί σε κοσμοσυστημικές παραδοχές μιας κοινά αποδεκτής διεθνούς διακυβέρνησης εδρασμένης πάνω στην παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας όπου θα πρυτανεύει μια μη κυριαρχική διαπολιτειακή τάξη πραγμάτων είναι ίσως το μεγαλύτερο ζήτημα για την πορεία του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος που ενώ στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί ένα διόλου αμελητέο γνωστικό κεκτημένο στην διεθνή βιβλιογραφία δεν έχει καν αγγιχτεί.
Όταν μιλάμε για τον κόσμο των εθνών σε μια μετά-Βεστφαλιανή δομή δεν υπονοούμε κάποιο επερχόμενο διεθνές σύστημα αγγελικά πλασμένο όπου η Ελλάδα και τα υπόλοιπα κράτη θα περιπατούν αμέριμνα. Το ακριβώς αντίθετο εννοούμε και πολλοί το λέγαμε συνεχώς τις δεκαετίες του 1990 και 2000. Ο John Mearseimer το τόλμησε ήδη από το 1989 με το θαρραλέο άρθρο του Why we shall miss the Cold War. Βασικά, η πολύ μεγάλη αξία της ανάλυσης του Mearsheimer τότε και τώρα έγκειται στην ακόμη καλύτερη κατανόηση του γεγονότος ότι έστω και αν πολλά έθνη κατορθώσουν να στερεώσουν την εθνική τους ανεξαρτησία τα αίτια πολέμου και κυρίως η ηγεμονική διαπάλη δεν θα εκλείψουν εύκολα γιατί είναι ριζωμένα στα ένστικτα αυτοσυντήρησης γιγαντιαίων κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών.

Οι τάσεις που οφείλονται στην συνεχιζόμενη ηγεμονική διαπάλη συμπλέκονται δυναμικά με τις ολοένα και πιο ισχυρές τάσεις απόρροια της ανθρωπολογικής αναγέννησης του κόσμου των ιστορικών εθνών που ροκανίζει το σύστημα της Βεστφαλίας, εν πολλοίς, όμως, για άλλους λόγους από αυτούς που περιγράφει ο Krasner στα πολυσυζητημένα κείμενά του. Ακόμη πιο σημαντικό, η αξίωση για ηγεμονική διακυβέρνηση που συχνά ευνοείται στην δυτική βιβλιογραφία –σε περιγραφικό πλαίσιο όπως στις αξιολογικά ουδέτερες θεωρήσεις του Gilpin ή στις αξιολογικά φορτισμένες θεωρήσεις πολλών νεοφιλελεύθερων αναλυτών– δυσχεραίνεται από την ολοένα και έκδηλη αξίωση λιγότερο ισχυρών κρατών για εθνική ανεξαρτησία και ισόρροπες εθνοκρατοκεντρικές σχέσεις. Δεν έχετε παρά να ρίξετε μια μόνο ματιά μέσα στην αυλή των Ηνωμένων Πολιτειών, την Λατινική Αμερική.
Πρόκειται για μια ασυγκράτητη και αήττητη δύναμη: η ανθρωπολογική και πολιτική ενδυνάμωση αναπόδραστα ενισχύει τα αντί-διεθνιστικά και αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά και βαθαίνει την αξίωση υπεράσπισης της ανθρωπολογικής ετερότητάς κατά κράτος και κατά περιφέρεια.
Παραδόξως μάλιστα, με τα όπλα του ίδιου του μοντερνισμού, δηλαδή την κυριαρχία, τα έθνη αξιώνουν εθνική ανεξαρτησία, ενώ ταυτόχρονα αναζητούν τρόπους παλαιούς και δοκιμασμένους μη κυριαρχικής κοσμοσυστημικής σύνδεσης των ανθρωπολογικά συγκροτημένων εθνών ανάλογα με την συγγένεια των πολιτισμικών, θρησκευτικών και πολιτικών τους ιδιοτήτων.

Ο ήδη αναδυόμενος εθνοκρατοκεντρικός κόσμος θα χαρακτηρίζεται ακριβώς από το γεγονός ότι ενώ στην φάση της μετάβασης πολλών δεκαετιών στα Ανατολικά έθνη θα συνυπάρχει η έννοια της πολιτικής κυριαρχίας με την ήδη πολύ ισχυρή και οντολογικά συναφή πολιτική τάση που δυναμώνει τις εθνικές ιδιότητες και τα ανθρωπολογικά τους θεμέλια, θα συμπλέκεται δυναμικά με τα Βεστφαλιανά αίτια πολέμου.
Όπως υποστήριξα στο τελευταίο μου βιβλίο Κοσμοθεωρία των Εθνών, η πορεία του διεθνούς συστήματος μπορεί να περιγραφεί με τους όρους του ιδιοφυούς Κωνσταντίνου Καβάφη.
Πρώτον, ο εθνοκρατοκεντρικός κόσμος λογικά θα καθίσταται ολοένα και πιο εδραίος και η διεθνής διακυβέρνηση θα τείνει να προσαρμοστεί στις οντολογικές προϋποθέσεις ενός εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος.
Δεύτερον, η ανθρωπολογική και αθρωποκεντρική πολιτική ωρίμανση των εθνών θα έχει ως συνέπεια την ολοένα και μεγαλύτερη προσκόλληση της εθνικής ανεξαρτησίας ως κοσμοθεωρίας των σχέσεών τους.
Τρίτον, η θαλασσοπορία προς την Ιθάκη, προς ένα δηλαδή ιδεατό κοσμοσυστημικό τόπο όπου θα πρυτανεύει η κοσμοθεωρία των εθνών σε αντίθεση με τις ιδεολογίες δεν ορίζεται εσχατολογικά. Ο σωστός προσανατολισμός προς την Ιθάκη ενέχει μεγαλύτερη σημασία από τον εσχατολογικό ορισμό της Ιθάκης.
Όσο η θαλασσοπορία θα συνεχίζεται και όσο θα προσχωρούν σε αυτή την κοσμοθεωρία μεγάλα έθνη όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία τόσο περισσότερο σταθερό θα καθίσταται το εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα και αντίστροφα. Τόσο περισσότερο ενδεχομένως θα χαλαρώνουν, επίσης, οι άκαμπτες κυριαρχικές οριοθετήσεις, ιδιαίτερα μεταξύ συγγενικών εθνών στις περιφέρειες.
Τέταρτον, θαλασσοπορώντας, το εθνοκρατοκεντρικό σύστημα θα συναντά Κύκλωπες, θυμωμένους Ποσειδώνες, Λαιστρυγόνες και Σειρήνες. Τον νου μας λοιπόν να τον έχουμε τόσο στην Ιθάκη όσο και στο πως θαλασσοπορώντας θα επιβιώσουμε κατά την διάρκεια του ταξιδιού εν μέσω θυελλών, κυκλώνων και απατηλής νηνεμίας. Βιβλία όπως του John Mearsheimer που περιγράφουν και προβάλλουν τα αίτια πολέμου και η γνώση των ανθρωπολογικών δομών του κόσμου των εθνών είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δηλαδή, μιας περιεκτικής θεωρίας διεθνών σχέσεων που ολοκληρώνει τα τρία επίπεδα ανάλυσης.
1. Τα αίτια πολέμου και κυρίως την άνιση ανάπτυξη και τα διανεμητικά προβλήματα της διεθνούς διακυβέρνησης
2. Τις πνευματικές και υλικές προϋποθέσεις που συγκροτούν και συγκρατούν το «μετά-νεοτερικό έθνος» (post-Westphalian nation).
3. Τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που καθιστούν τις πολιτείες σταθερές και του συναρτημένου με αυτή εθνικού και κοσμοσυστημικού πολιτικού πολιτισμού που εμπεδώνει την κοσμοθεωρητική παραδοχή της εθνικής ανεξαρτησίας ή ακόμη και μιας υπερκείμενης μη ηγεμονικής εξουσίας που θα διαφυλάττει την εθνική ανεξαρτησία και την διαπολιτειακή ισοτιμία

Με την δική μου θουκυδίδεια και συνάμα Αριστοτελική ματιά το διεθνές σύστημα εισήλθε σε μια μακρά ιστορική μεταβατική φάση κατά την διάρκεια της οποίας θα βιώσουμε μια ανελέητη σύγκρουση δύο παντελώς διαφορετικών κόσμων: Από την μια πλευρά είναι ο ανερχόμενος μετά-Βεστφαλιανός κόσμος των εθνών και από την άλλη ο κατηφορίζων μοντερνιστικός κόσμος των υλιστικών νοηματοδοτήσεων της πολιτικής με όρους ωμής ισχύος.
Όχι μόνο στο εσωτερικό αμφοτέρων παρεισφρέουν αναρίθμητοι ανταγωνισμοί και διεξάγονται ανελέητες συγκρούσεις, αλλά επιπλέον, συμπλέκονται άναρχα και αστάθμητα σε όλα τα νοητά επίπεδα, δυάδες, τριάδες ή σε ακόμη πιο σύνθετους και ρευστούς συνδυασμούς.

Αποτελεί αυτοκτονία αν κανείς επιχειρήσει από διεθνολόγος να γίνει μελλοντολόγος. Όμως γνωρίζοντας ότι η θαλασσοπορία θα είναι δύσκολη, κανείς μπορεί να είναι προσεκτικός. Και οι έλληνες βρίσκονται στην κορυφή των απρόσεκτων κρατών.

Σχηματική απεικόνιση των μακροϊστορικών σταθμών και καμπών

38idis6

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: