Η ΕΕ σε μετάβαση και η Ελληνική Προεδρία.
Π. Ήφαιστος
Περιεχόμενα
- 31.12.2013. Η Ελλάδα και η ΕΕ στην κόψη του ξυραφιού
- 30.12.2013. Η ΕΕ σε μετάβαση και η Ελληνική προεδρία – γελοιοποιημένος καβαλάρης
- 8.1.2014. European Union’s strategic transition
- 28.1.2014. Ο ανθόσπαρτος μετά-Ψυχροπολεμικός βίος και οι ανελέητες πραγματικότητες της διεθνούς πολιτικής και της οικονομικής κρίσης.
________________________________
Η Ελλάδα και η ΕΕ στην κόψη του ξυραφιού περιοδικό Επίκαιρα 31.12.2013
Π. Ήφαιστος http://www.ifestosedu.gr
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Ήδη από την δεκαετία του 1960 έγινε σαφές ότι η ελεύθερη διακίνηση ατόμων, αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου, οι κοινές πολιτικές και η λειτουργική διαχείρισή τους, δεν ενοποιεί έθνη.
Το 1966 ο Πρόεδρος ντε Γκολ το 1966 επέβαλε τον διακυβερνητισμό. Έκτοτε, κατά βάση, τα κράτη και τα διακυβερνητικά όργανα είναι ή πρέπει να είναι εντολείς του συστήματος.
Η κοσμοθεωρία της ολοκλήρωσης και η δικαιολογητική της βάση ήταν η εμπέδωση της ισότητας-ισοτιμίας των εθνοκρατών με συναινετικές αποφάσεις. Αυτή η κρατοκεντρική κοσμοθεωρία ροκανίστηκε καίρια από τα νομισματικά δεσμά, την αυτόνομη από κοινωνικούς ελέγχους γιγάντωση των εντολοδόχων υπερεθνικών θεσμών, το συνεπαγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα και την κρίση των τελευταίων ετών.
Βασικά, το 1992 αντί το εγχείρημα της ολοκλήρωσης να εξορθολογιστεί σύμφωνα με την εθνοκρατοκεντρική του φύση, πάρθηκε μια θανατηφόρα απόφαση:
Πάνω από ένα κοινωνικά-εθνοκρατικά διαφοροποιημένο τοπίο διορίστηκε μια τεχνόσφαιρα διαχείρισης μακροοικονομικών αποφάσεων βαθύτατων διανεμητικών προεκτάσεων. Χωρίς την παραμικρή δημοκρατική νομιμοποίηση επηρεάζει δραστικά τις πολιτικοοικονομικές αποφάσεις των εθνοκρατών μελών, τα εθνικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης και τις κοινωνικές ισορροπίες. Η ανισορροπία συναλλαγών, η άνιση ανάπτυξη και ο άνισος ανταγωνισμός κατέστησαν την συντρέχουσα κρίση αναπόδραστη.
Η θεραπεία των παθολογιών στην ΕΕ περνά μέσα από μια συντεταγμένη –διαφορετικά θα είναι άναρχη και καταστροφική– αποσυναρμολόγηση του τερατώδους νομισματικού συστήματος που δημιουργήθηκε το 1992. Το πολιτικό σκεπτικό είναι το εξής:
α) Εξουσία μπορεί να ασκείται μόνο όταν επικυρώνεται από την λαϊκή κυριαρχία.
β) Στο πανευρωπαϊκό επίπεδο:
i) η υπερεθνική πολιτική ανθρωπολογία είναι μηδέν,
ii) η άσκηση λαϊκής κυριαρχίας είναι ανέφικτη και ανύπαρκτη,
iii) κατά συνέπεια οι ανεξάρτητες δικαιοδοσίες των υπερεθνικών θεσμών επιβάλλεται να είναι μηδέν (όριο ο ουρανός εάν λειτουργούν αυστηρά ως εντολοδόχοι των κρατών που αποφασίζουν ομόφωνα). Οτιδήποτε άλλο είναι πολιτικοοικονομικά φρικτά ανορθολογικό και μη βιώσιμο.
γ) Κοινή νομιμοποιητική κοσμοθεωρία των Εθνοκρατών-μελών όπως είπαμε μπορεί να είναι μόνο η εμπέδωση της διακρατικής ισοτιμίας-ισότητας. Όλα θα πρέπει να συντείνουν και υπακούουν σ’ αυτή την κοσμοθεωρία.
Τα πάθη της Ελλάδας έχουν αίτια και η αντιμετώπισή τους είναι μονόδρομος.
α) Άγνοια, απροσεξία, επιπολαιότητα και ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό οδήγησαν στο γιγαντιαίο πολιτικό έγκλημα της απροετοίμαστης, άσκοπης και θανατηφόρας ένταξης στην ΟΝΕ. Πέραν της κυριαρχίας κλεφτών και αεριτζήδων και της τριακονταετούς απουσίας ορθολογιστικών αναπτυξιακών πολιτικών, απωλέσαμε το προνόμιο νομισματικής-δημοσιονομικής ευελιξίας. Η οικονομική συντριβή ήταν βεβαία.
β) Εάν οικονομικά αδύναμα κράτη-μέλη καταστραφούν αναιρούνται οι λόγοι ύπαρξής της ΕΕ και υπερισχύουν γνωστές λογικές όπως «ας πρόσεχες», «η αρχή της αυτοβοήθειας» και «ο θάνατός σου η ζωή μου».
γ) Μετά το 1992 δεν υπήρξαν καν στοιχειώδεις διορθωτικές αποφάσεις. Τα κράτη του Νότου πλήγηκαν από τον άνισο ανταγωνισμό, το έλλειμμα πανευρωπαϊκών ορθολογιστικών οικονομικών αποφάσεων και το έλλειμμα αποτελεσματικής διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης. Η ευθύνη για όλα αυτά είναι συλλογική. Όχι μόνο των κρατών που πλήγηκαν.
δ) Όσον αφορά την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι κυρίως πολιτικό. Μετά το 2009, αντί μιας ορθολογιστικής οικονομικής πολιτικής και επιδίωξη επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της ΟΝΕ, υποκύψαμε σε θηριώδεις και ανορθολογικές τεχνοκρατικές λογικές. «Δολοφονήθηκε» ή «δολοφονούνται» το τραπεζικό σύστημα και η οικονομία και εκποιούνται ο ιδιωτικός και δημόσιος πλούτος. Πλούτος τον οποίο αποκτήσαμε τους 2 τελευταίους αιώνες με μόχθο και κόπο.
ε) Μετά το 2009 αλλά και σήμερα ως Προεδρία, θα μπορούσαμε να γίνουμε σημαιοφόροι μιας μεγάλης διαπραγμάτευσης για θεμελιακή μεταρρύθμιση της ΕΕ. Αντί αυτού, δεχόμαστε να συνεχίσουμε να είμαστε παθητικοί δέκτες μιας σαδιστικής και θηριώδους επιβολής τεχνοκρατικών αποφάσεων.
Εάν αυτό δεν τερματιστεί η Ελλάδα θα συντριβεί αλλά και η ΕΕ χάνει τον λόγο ύπαρξής της. Λογικά κανείς δεν θέλει μια δυναστική υπερκρατική τεχνόσφαιρα.
______________________
30.12.2013. Η ΕΕ σε μετάβαση και η Ελληνική προεδρία – Γελοιοποιημένος καβαλάρης ή σημαιοφόρος ριζικών μεταρρυθμίσεων
Περιεχόμενα: 1. Η κρίση της Ελλάδας και της Ευρώπης και τα αίτιά της 2. Ο γελοιοδέστερος προεδρικός αχθοφόρος στην ιστορία της ΕΕ. 3. Αίτια και θεραπείες: Αυτοσυντήρηση-επιβίωση της Ελλάδας και της ΕΕ 4. Το βασικό σκεπτικό μιας ριζικής μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας 5. Υστερόγραφο
1. Η κρίση της Ελλάδας και της Ευρώπης και τα αίτιά της
Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) είναι εγγενής εάν όχι, πλέον, υπαρξιακή. Είναι κρίση πολιτική, οικονομική, στρατηγική και θεσμική. Η κρίση στην Ελλάδα και σε πολλά κράτη του Ευρωπαϊκού νότου οφείλεται, πρωτίστως, στις παθολογίες του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ιδιαίτερα αυτές που δημιουργήθηκαν μετά το 1992.
Στις γραμμές που ακολουθούν, ελληνική και ευρωπαϊκή κρίση θα συνδεθούν. Θα υπογραμμίσουμε τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ελλάδα ως προεδρεύουσα χώρα το πρώτο εξάμηνο του 2014 αλλά που δυστυχώς, ολοφάνερα μέχρι αυτή την στιγμή, δεν φαίνεται να μπορεί να σηκώσει την σημαία είτε της υποστήριξης των δικών της εθνικών συμφερόντων είτε της ανάληψης πρωτοβουλιών για μια ριζική μεταρρύθμιση της ΕΕ. Όπως ελλείπει εθνική στρατηγική σε όλα τα άλλα ζητήματα, το ίδιο ισχύει και για την ευρωπαϊκή πολιτική.
Συντομογραφικά, θα τονιστούν κάποια φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της ΕΕ και θα υποστηριχθεί η θέση ότι η καταβαράθρωση του νεοελληνικού κράτους έχει ως αίτιο το αξιοθρήνητο έλλειμμα στοιχειωδών γνώσεων όσων κυβερνούσαν τις τελευταίες δεκαετίες. Δυστυχώς, όμως, το έλλειμμα δεν υπάρχει μόνο στο επίπεδο του πολιτικού προσωπικού. Πολλοί από αυτούς που μελετούσαν την ΕΕ αναλώνοντας γιγαντιαίους σπάνιους κοινωνικούς πόρους στα πανεπιστήμια δεν εκπλήρωσαν επαρκώς την αποστολή τους στα πεδία της παραγωγής βάσιμης και ορθολογιστικής γνώσης.
Τόσο φρικτά λανθασμένες και ανορθολογικές αποφάσεις των τριών τελευταίων δεκαετιών δεν μπορεί παρά να έχουν πολλά αίτια. Οφείλονται στην παρακμή της πολιτικής και της επιστήμης και στο γεγονός ότι εδώ και καιρό μέσα η δημόσια σφαίρα διαφθείρεται πνευματικά και πολιτικά από ένα μεγάλο χείμαρρο ελλειμματικών αναλύσεων και κοντόφθαλμων εκτιμήσεων για την διεθνή και ευρωπαϊκή πολιτική. Προκαλεί πολιτικό ανορθολογισμό και οδηγεί σε φρικτά λανθασμένες αποφάσεις. Πρωτίστως, σε όλο το φάσμα των «πνευματικών» και «πολιτικών» ελίτ
i) δεν είναι ορατές οι κρατοκεντρικές προϋποθέσεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς συστήματος,
ii) δεν είναι κατανοητός ο ρόλος της κρατικής ισχύος στην διεθνή και ευρωπαϊκή πολιτική και
iii) ένας μεγάλος αριθμός μελών του πολιτικού προσωπικού και των «διανοητών» κυριολεκτικά αλληθωρίζουν πνευματικά, γνωστικά και κοσμοθεωρητικά.
Στον «επιστημονικό χώρο» ενώ δεν λείπουν και κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις κατά κανόνα κυριαρχούν παρωχημένα θεωρήματα και ιδεολογήματα της πρώτης μετά-Μεσαιωνικής εποχής των δουλοπαροίκων. Επιζητείται η κατασκευή πολιτικής ανθρωπολογίας στην βάση παρωχημένων ιδεολογικών δογμάτων και με οικονομικίστικες λογικές που παραγνωρίζουν τον πνευματικό κόσμο των πολιτών και την ιστορικά διαμορφωμένη ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνικής οντότητας.
Στην «πολιτική» και στην «επιστήμη» πρυτανεύουν γραφειοκρατικές σκοπιμότητες και τεχνοκρατικές λογικές, ενώ, εάν κρίνουμε από την προπέτεια με την οποία μιλούν και ενεργούν πλήθος ανελέητων κερδοσκόπων όπως ο George Soros, μεγάλες αποφάσεις βαθύτατων διανεμητικών προεκτάσεων ουσιαστικά λαμβάνονται πλέον εξ ολοκλήρου εκτός πολιτικής μέσα στα άδυτα του αχανούς και εν δυνάμει θηριώδους διεθνικού κόσμου.
Είναι και τα «ιδρύματα προτάσεων πολιτικής». Ποιος τα χρηματοδοτεί, ποιος τα ελέγχει, τι «επιστήμη» παράγουν και πόσο έγκυρες είναι οι κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτες εκτιμήσεις που παράγουν εργολαβικά; Τι σχέση έχουν με στρατηγικές «soft power» και ποιου κράτους, του δικού τους ή άλλου; Μερικές φορές υπάρχει η εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις πλέον δεν στρατολογούν ινστιτούτα και ιδρύματα: Με τον ένα ή άλλο τρόπο οι ίδιες «στρατολογούνται» από αυτά. Αμέριμνα τα καλούν να συμβουλεύσει το κράτος –ως και να μην διαθέτει χιλιάδες λαμπρούς πλην παροπλισμένους κρατικούς λειτουργούς– την στιγμή που «αυτά» επηρεάζονται ή και χρηματοδοτούνται από θηριώδεις κερδοσκόπους όπως ο Σόρος, τράπεζες, διεθνικά «ινστιτούτα» και «πρώην» αξιωματούχους ξένων κρατών.
Όσον δε αφορά την πολιτική και στρατηγική σκέψη, ποτέ στην Ευρώπη δεν ήταν τόσο ελλειμματική όσο στην μετά-ψυχροπολεμική εποχή. Παρομοίως, στην Ελλάδα. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ποιος δημόσιος θεσμός ή ποια πολιτική εξουσία χαράσσει στρατηγικούς σκοπούς και ποιος σχεδιάζει και εφαρμόζει εθνική στρατηγική; Μήπως κανείς και ποτέ! Ή μήπως ήταν «στρατηγική» το ψευτό-«όραμα της ΟΝΕ», για το οποίο μερικοί έγκαιρα προειδοποιήσαμε ότι θα μετατραπεί σε «φυλακή χωρίς δυνατότητα απόδρασης» (βλ. http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4112419).
2. Ο γελοιοδέστερος προεδρικός αχθοφόρος στην ιστορία της ΕΕ
Ως πολιτικό σύστημα, ως επιστημονική κοινότητα και ως κυβερνητικοί αντιπρόσωποι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς των οποίων η Ελλάδα είναι προεδρεύουσα χώρα το πρώτο εξάμηνο του 2014, ήδη από τις πρώτες δηλώσεις καταδείχθηκε ότι είμαστε ανεπαρκείς. Δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της δικής μας ή της ευρωπαϊκής κρίσης και δεν μπορούμε να πάρουμε πρωτοπόρες πρωτοβουλίες δημιουργίας μιας μεταρρυθμιστικής αφετηρίας.
Τι μας λείπει για να λειτουργήσουμε έτσι; Που είναι οι κρατικοί λειτουργοί και τα εκατοντάδες μέλη των «επιστημονικών κοινοτήτων» της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών. Γιατί η κοινωνία δεσμεύει σπάνιους πόρους για όλους αυτούς όταν αποδεδειγμένα είμαστε παθητικοί δέκτες εξοντωτικών μέτρων χωρίς πολλοί από όλους αυτούς να έχουν αναλύσει, εκτιμήσει και προτείνει τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων. Έχουμε κάθε συμφέρον –και τίποτα δεν έχουμε να χάσουμε– για παράδειγμα, εάν επιχειρήσουμε μια εκστρατεία πειθούς και διαπραγμάτευσης για τον τερματισμό της κρίσης που δεν πλήττει μόνο την Ελλάδα αλλά εν δυνάμει και όλα τα άλλα κράτη της Ευρώπης αν όχι ευρύτερα.
Εάν οι καλοπληρωμένοι φορείς επιστημονικών τίτλων και το πολιτικό προσωπικό εκπλήρωναν την αποστολή τους, η Ελλάδα κάλλιστα αντί να είναι ένας αδιάφορος προεδρικός καβαλάρης θα μπορούσε να γίνει σημαιοφόρος εξορθολογισμού και έναρξης μιας σωτήριας αφετηρίας για ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της ΕΕ. Αντί αυτού γινόμαστε οι γελοιοδέστεροι προεδρικοί αχθοφόροι στην ιστορία της ΕΕ. Την ίδια στιγμή που η Ελλάδα προεδρεύει, μια έντρομη κυβέρνηση κατάντησε εντολοδόχος εξοντωτικών αποφάσεων που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο, τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, το Ελληνικό Σύνταγμα και κάθε κριτήριο πολιτικού πολιτισμού. Η Ελληνική κοινωνία πλήττεται και εξοντώνεται από τους υπεύθυνους της κρίσης. Οι τελευταίοι να λογοδοτήσουν συνεχίζουν να αποφασίζουν και να κατεξουσιάζουν.
Πιο συγκεκριμένα, οι τελευταίες πράξεις του δράματος είναι η αναιτιολόγητη δρομολόγηση εκποίησης εάν όχι πλειστηριασμού του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου των Ελλήνων. Το σύνταγμα, οι νόμοι, το διεθνές δίκαιο, ο πολιτικός πολιτισμός και όλα τα κοινωνικά κεκτημένα πλήττονται θανάσιμα στο όνομα μιας έκτακτης ανάγκης για την οποία ευθύνονται αποκλειστικά οι κυβερνώντες, οι τράπεζες και οι τεχνοκράτες των θυτών και οι κερδοσκόποι της Ευρώπης και των διεθνών ή διεθνικών παρασκηνίων. Όλο αυτός ο κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτος όχλος διαμέσου της ελληνικής κυβέρνησης συνεχίζει, εν τούτοις, να ασκεί εξουσία και να πλήττει την Ελληνική κοινωνία αλλά και τις υπόλοιπες κοινωνίες της Ευρώπης
Τόσο σκληρές θέσεις κόντρα στο ρέμα της σιωπής απαιτείται να τεκμηριώνονται. Στο παρόν θα αναφέρω κύρια επιχειρήματα και θα παραπέμψω εμβόλιμα σε μερικές συναφείς πρόσφατες παρεμβάσεις και σε δημοσιευμένα κείμενα. Θα υπογραμμιστούν οι προσανατολισμοί μιας ορθολογιστικής μεταρρύθμισης της ΕΕ και θα καταδειχθεί τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ως προεδρεύουσα χώρα εάν στην Ελλάδα κυριαρχούσε πολιτικός, επιστημονικός και κοινωνικός ορθολογισμός. Επιμέρους τεκμηριώσεις βρίσκονται σε χιλιάδες σελίδες δημοσιεύσεων και δεν επαρκεί ο χώρος για εκτενείς αναφορές. Για δέκα περίπου δικές μου μονογραφίες περί την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και κυρίως τα ευρωστρατηγικά ζητήματα, βλ. εδώ. Ο καθείς μπορεί, επιπλέον, να διαβάσει αι κάποιες καίριες και έγκαιρες προειδοποιήσεις για την συμφορά που μας περίμενε όταν απροετοίμαστοι, αχρείαστα και άσκοπα και διακατεχόμενοι από ιδεολογικό οίστρο και αυτοκτονικά σύνδρομα σπεύσαμε να πηδήξουμε μέσα στην θηριώδη ανταγωνιστική αρένα της ΟΝΕ.
3. Αίτια και θεραπείες: Αυτοσυντήρηση-επιβίωση της Ελλάδας και της ΕΕ
Πρώτιστο, μέγιστο και υπέρτατο συμφέρον όλων είναι όχι μόνο να μην πλήττονται οι κοινωνίες των κρατών-μελών του ευρωπαϊκού νότου αλλά επιπλέον να διασφαλιστούν (υπό τις περιστάσεις κατ’ ακρίβεια να διασωθούν) τα κεκτημένα έξη δεκαετιών συνεργασίας στην Ευρώπη και να αποφευχθούν νέοι ανταγωνισμοί και συρράξεις. Για το τελευταίο και σε αναφορά με την σχέση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο πόλεμος δεν είναι αδιανόητος. Τα διλήμματα ασφαλείας είναι υπαρκτά και ζωντανά ενώ μια ανεξέλεγκτη τροχιά πολύ πιθανή επεκταθούν και βαθύνουν (βλ. Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, ιδ. κεφ. 5 και 6).
Πιο πρακτικά αυτό σημαίνει στρατηγικές αυτοσυντήρησης του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης. Πρωτίστως, αποσυμφόρηση των αντιθέσεων και λελογισμένη διαχείριση του οικονομικού προβλήματος. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι διασώζονται άμεσα οι λιγότερο ισχυροί. Λογικό είναι να πληρώσουν τα σπασμένα όχι οι αδύναμοι αλλά όσα κράτη –Γαλλία και Γερμανία– το 1992 λόγω δικών τους χρόνιων στρατηγικών αντιθέσεων αποφάσισαν μια τερατώδη νομισματική δομή. Την επέβαλαν στα άλλα μέλη. (βλ. Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, κεφ. 6).
Η νομισματική δομή που καταχρηστικά ονομάστηκε «οικονομική και νομισματική ένωση» είναι «τερατώδης»: Πάνω σ’ ένα διαφοροποιημένο εθνοκρατοκεντρικό χώρο επικάθησε μια κοινωνικά ανεξέλεγκτη νομισματική τεχνόσφαιρα γραφειοκρατικής διαχείρισης μακροοικονομικών αποφάσεων βαθύτατου διανεμητικού χαρακτήρα. Δημιουργήθηκε ένα ελάχιστα ή καθόλου κοινωνικά νομιμοποιημένο τερατώδες μίγμα από τεχνοκράτες, πολιτικούς σπιθαμιαίου πνευματικού αναστήματος, τρωκτικών των κονδυλίων του παρασιτικού πανεπιστημιακού χώρου, διεθνικών κερδοσκόπων, «ανθρώπων» των ηγεμονικών κρατών και εξωπολιτικών «ιδρυμάτων» κάθε είδους τα οποία όπως ήδη υπαινιχθήκαμε επηρέαζαν και συνεχίζουν να επηρεάζουν τις αποφάσεις.
Αυτό το θεσμικό τέρας ασκεί εξουσία πάνω στις κοινωνίες. Αποστέλλει τρόικες τεχνοκρατών που αυθαίρετα προσδιορίζουν τον εθνικό τρόπο ζωή και εκδίδουν ντιρεκτίβες για κοινωνικοπολιτικές δομές που είναι ασύμβατες με την ανθρωπολογική ετερότητα των κοινωνιών και διατάζουν –κυριολεκτικά διατάζουν– την εκποίηση του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου προς όφελος ισχυρότερων κρατών και κερδοσκόπων. Ως και εάν όταν τις τελευταίες δεκαετίες κάποιος δημιούργησε μια επιχείρηση, αγόρασε ένα κτήμα ή έκτισε ένα σπίτι να ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει ότι τα αφεντικά της τρόικα –τις κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων, την διεφθαρμένη «Ziemens», τους αδιαφανείς τραπεζίτες και τους διεθνικούς κερδοσκόπους και οι στρατηγικά διαρκώς συγκρουόμενες μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ– θα εκτόξευαν τεχνητά το χρέος της Ελλάδας σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια. Εκτόξευση τεχνητή, επίπλαστη και εξ αντικειμένου αδιαφανώς στημένη!
Τα βαθύτερα αίτια, όμως, σχετίζονται με τον κοινωνικοπολιτικό βιασμό της Ευρώπης από τεχνοκράτες, ελλειμματικούς πολιτικούς και τσαρλατάνους «πολιτικούς θεολόγους» που καλλιεργούσαν εργολαβικά επικίνδυνα θεωρήματα και ιδεολογήματα περί μιας Ευρώπης πολιτικά και θεσμικά ενιαίας. Τερατώδης σύλληψη που θεωρούσε αυτονόητο πως η πρόταξη θεσμών και η υλικές ανταλλαγές θα ισοπέδωναν ή θα παρέκαμπταν την εθνοκρατική οντολογία.
Για πολύ συγκεκριμένους λόγους μια ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, μια δημοσιονομική ένωση, μια τραπεζική ένωση, μια ενοποίηση των μακροοικονομικών πολιτικών και μια πολιτική ένωση είναι ανέφικτα εγχειρήματα. Αυτό γιατί το ευρωπαϊκό κοινωνικοπολιτικό πεδίο είναι εθνικά διαφοροποιημένο ως προς τα πάντα. Τα εθνοκράτη-μέλη της ΕΕ είναι διαφορετικών οικονομικών μεγεθών και δυνατοτήτων, διαφορετικών τεχνολογικών επιδόσεων, διαφορετικών θεσμικών δυνατοτήτων, διαφορετικών εμπορικών επιδόσεων, διαφορετικής κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης, διαφορετικών τρόπων ζωής, διαφορετικών πολιτικών παραδόσεων, διαφορετικής πολιτικής ανθρωπολογίας και διαφορετικών κοσμοθεωριών και κοσμοαντιλήψεων.
Πως είναι δυνατό πάνω σε ένα τόσο εξ αντικειμένου βαθύτατα διαφοροποιημένο εθνοκρατοκεντρικό πεδίο να λειτουργήσει ομαλά ένα κοινό σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης, κοινές αντιλήψεις κοινωνικών ιεραρχιών και παραγωγικών σχέσεων, κοινός τρόπος ζωής και ενοποιημένο κοινό σύστημα πολιτικοοικονομικής διακυβέρνησης! Μόνο πολιτική και πνευματική παράνοια θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια τέτοια θέση.
Επιπλέον, για το τι αναμενόμενα θα προκαλούσε αυτός ο νομισματικός ελέφαντας μέσα στο ευρωπαϊκό κοινωνικοπολιτικό υαλοπωλείο κανείς και τίποτα δεν σκέφτηκε. Καμιά πρόβλεψη μέτρων αλληλεγγύης, καμιά πρόβλεψη διάσωσης στην περίπτωση που ένα κράτος δεν θα άντεχε τον ανταγωνισμό και καμιά πρόβλεψη, συντεταγμένης, τουλάχιστον, εξόδου από το ευρώ. Αναμενόμενα τάχιστα προκλήθηκε εμπορικό έλλειμμα στους αδύναμους και εμπορικό πλεόνασμα στους ισχυρούς, ανισορροπίες κάθε είδους εντός της ΕΕ, κυριαρχία αντιλήψεων ιεραρχιών ισχύος που αναιρούσαν τα κοσμοθεωρητικά θέσφατα του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης (Αναζητώντας μια ευρωπαϊκή κοσμοθεωρία ….) και ραγδαία ανάπτυξη των διλημμάτων ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης τα οποία δημιούργησαν συμπληγάδες σύνθλιψης των λιγότερο ισχυρών κρατών.
Για όποιον γνωρίζει το Αλφαβητάριο των ευρωπαϊκών στρατηγικών σχέσεων έπονται πολλά και τρισχειρότερα. Αναφέρομαι στις στρατηγικές σχέσεις των τριών μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης και κυρίως τις στρατηγικές των Βρετανών και των Γάλλων για το «Γερμανικό ζήτημα» (βλ. «Γερμανικό ζήτημα»). Συναφώς, να θυμίσουμε ότι η εκβιαστική επιβολή του νομισματικού μηχανισμού που ονομάστηκε ΟΝΕ το 1992, στόχο είχε τον οικονομικό έλεγχο της Γερμανίας με το να θέσει την κεντρική γερμανική τράπεζα και τις γερμανικές νομισματικές-μακροοικονομικές αποφάσεις υπό «ευρωπαϊκό έλεγχο». Έδεσαν ένα γίγαντα με νομισματικές κλωστές, είπε χαρακτηριστικά και προφητικά το 1992 ένας Γάλλος ηγέτης.
Τάχιστα, η γερμανική οικονομική δύναμη αποτίναξε τις κλωστές αυτές και ανέτρεψε τα πάντα. Ήδη από το 1994-5 οι ερασιτέχνες πρωτεργάτες όπως ο Delor ομολογούσαν –που να φτάσουν τέτοια λόγια στα αυτιά Ελλήνων, όμως– ότι αναιρέθηκαν όλες οι προσδοκίες για οικονομική ένωση, πολιτική ένωση ή «έλεγχο της Γερμανίας». Αποδείχθηκε πόσο δίκαιο είχαν οι Βρετανοί όταν χλεύαζαν τους υπολοίπους επειδή μετονόμασαν την ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή «Ένωση» και τον ακταρμά των νομισματικών δεσμών «Οικονομική και Νομισματική Ένωση».
Παρενθετικά, σημειώνεται ότι αυτή την στιγμή κυριαρχεί ακόμη μεγαλύτερη παράκρουση όταν ένας φοβισμένος πολιτικός και «επιστημονικός» όχλος και η υψηλά αμειβόμενη τεχνοκρατική κουστωδία τους, κινούνται για … τραπεζική ένωση. Καταμαρτυρεί τη σύγχυση, το συνεχιζόμενο έλλειμμα ορθολογιστικής πολιτικοοικονομικής σκέψης και την απουσία στοιχειωδών γνώσεων για το τι συγκροτεί και συγκρατεί μια πολιτικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική δομή. Τίποτα δεν έμαθαν από τα παθήματα. Η Ελλάδα και η ΕΕ βρίσκονται στο χείλος της αβύσσου και οι έλληνες που αποτελούν πλέον τον πιο αδύναμο κρίκο δεν έχουν την πολυτέλεια να είναι απαθείς και αδρανείς. Διττά και αμφίπλευρα, για την Ελλάδα διακυβεύεται το συμφέρον επιβίωσης: Είτε η Ελλάδα θα πάρει πρωτοβουλίες που θα γίνουν καταλύτης ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, συνάμα αρνούμενη να πληρώνει τα λάθη της ΕΕ στο σύνολό της, είτε θα συνεχίσει τον κατήφορο της ύφεσης, της ανεργίας, των εκποιήσεων, των πλειστηριασμών και της πλήρους κατάρρευσης.
Ευρύτερα στην Ευρώπη, πάντως, φαίνεται ότι συνεχίζει να είναι ακόμη πολύ διαδεδομένη η διαστρεμμένη «φιλοσοφική» παραδοχή-ιδεολόγημα ότι η ελευθέρα διακίνηση υλικών αγαθών θα μπορούσε να ενώσει τα ευρωπαϊκά έθνη «δημιουργώντας» μια υπερεθνική υλιστική ανθρωπολογία και ένα ευρωπαϊκό υλιστικά κινούμενο υπερκράτος. Ακόμη, ανοίχθηκαν κερκόπορτες σε φορείς παρωχημένων ιδεολογημάτων, τεχνοκράτες και γραφειοκράτες που καλλιέργησαν ιδέες και πήραν αποφάσεις που σκοπό είχαν την «ανακύκλωση» και εκμηδένιση του πνευματικού κόσμου και των πολιτικών παραδόσεων των ευρωπαϊκών εθνών.
Εξήντα χρόνια γραφειοκρατικές λογικές και χείμαρροι παρωχημένων ιδεολογημάτων και θεωρημάτων ροκάνισαν όπως προείπαμε τον πολιτικό ορθολογισμό στην Ευρώπη. Μεγάλοι πνευματικοί και πολιτικοί οραματιστές και ηγέτες ελλείπουν και η αλληλεξάρτηση προκαλεί αμηχανία και δέος αντί πρωτοβουλίες εξορθολογισμού και μεταρρύθμισης. Τα ίδια όπως περίπου και στον Μεσοπόλεμο. Για τον ενδιαφερόμενο υπάρχει το εμβληματικό έργο του E.H.Carr, «Η εικοσαετής κρίση 1919-1939» (Εκδόσεις Ποιότητα) όπου τεκμηριώνει το πώς και τόσοι πολλοί σε στιγμές παρακμής παρασύρονται μέσα σε χείμαρρους ουτοπίας.
Δεκάδες χιλιάδες «γραφειοκράτες επιστήμονες» καλοπληρωμένων «Εδρών» και παρασιτικά διαβιούντων στον αχανή τεχνοκρατικά εξαρτημένο πανεπιστημιακό χώρο, εκκένωσαν την ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη από κάθε οντολογικά συναρτημένο πολιτικό ορθολογισμό. Δημιούργησαν στρατιές πολιτικοοικονομικά απαίδευτων αποφοίτων και ακύρωσαν προγραμματικά την δυνατότητα να συνεκτιμηθεί επαρκώς ακόμη και αυτό που κάθε βράδυ βλέπουμε στους δέκτες της τηλεόρασή μας: Τον ανελέητο δηλαδή ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών της ΕΕ με όρους ισχύος.
Αυτός ο πολιτικοοικονομικός ανορθολογισμός, αποδέσμευσε ένα εξοντωτικό Δαρβινιστικό ανταγωνισμό που ακύρωσε όσα ερήμην των γραφειοκρατών και τεχνοκρατών κυριάρχησαν στην διαδικασία ολοκλήρωσης, συγκεκριμένα, την λήψη συναινετικών ή και ομόφωνων αποφάσεων. Μετά το 1990 σταδιακά παραμερίζοντας ή παραμερίζοντας την πρακτική των συναινετικών αποφάσεων ροκάνισαν την κοινή υποβόσκουσα κοσμοθεωρία των κοινωνιών των κρατών μελών, δηλαδή την ισοτιμία και την ισότητα. Το κοινοτικό σύστημα διολίσθησε σε πρακτικές που ισχύουν στο υπόλοιπο διακρατικό σύστημα. Με αμιγείς όρους κρατικής ισχύος ισχύει «ο θάνατός σου η ζωή μου» «η φτώχια σου ο πλούτος μου» και «ας πρόσεχες και ας φρόντιζες να είσαι ισχυρός».
Αυτά βέβαια ήταν ορατά ήδη από το 1989-91. Κανένας λόγος δεν υπήρχε η Ελλάδα να εισέλθει στις συμπληγάδες των ηγεμονικών ανταγωνισμών Γαλλίας-Γερμανίας που μπερδεύτηκαν μέσα στον γόρδιο δεσμό των νομισματικών μηχανισμών. Η Ελλάδα τη δεκαετία του 1990 μια χαρά ήταν μέλος της ΕΕ. Μια χαρά διάθετε το νόμισμά της που επέτρεπε δημοσιονομική και νομισματική ευελιξία και τίποτα δεν την εμπόδιζε να πάρει πολιτικοοικονομικά ορθολογιστικές αποφάσεις που θα ανάπτυσσαν την οικονομία της, θα την καθιστούσαν ανταγωνιστική και θα βελτίωναν τους κρατικούς θεσμούς.
Όμως, η συμβατική σκέψη, οι ημιμαθείς γυρολόγοι φορείς επιστημονικών τίτλων και τα ιδεολογικοπολιτικά παράσιτα επισκίασαν κάθε λογική πολιτική σκέψη. Να μην ξεχνάμε επίσης και την «παγκοσμιοποίηση». Δηλαδή, την εξόχως ελληνική ιδεολογική απόδοση της λέξης πλανητικοποίηση που υπονοεί την ύπαρξη, δήθεν, μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Παγκόσμιας κοινωνίας που θα γεννούσαν οι … ΜΚΟ, οι κερδοσκόποι και οι κάθε άλλης λογής κοινωνικά ανεξέλεγκτοι διεθνικοί δρώντες. Συνεπακόλουθα, συνέχιζε η ίδια ανορθολογική σκέψη, «αφού θα ενωθεί ο πλανήτης, είναι δυνατό να μην ενωθεί η Ευρώπη»; Λησμονούσαν ή δεν ήξεραν βέβαια ότι η Ευρώπη ποτέ δεν υπήρξε ένα ανθόσπαρτο τοπίο. Μόλις πριν μερικές δεκαετίες σε αυτό το τοπίο εκτελέστηκαν οι μεγαλύτερες εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες της ιστορίας και θάφτηκαν δεκάδες εκατομμυρίων.
Λογικό είναι όταν κυριαρχούσαν τέτοιες αβάσιμες σκέψεις οι φορείς επιστημονικών τίτλων στα πεδία της διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής να μην είχαν αντιληφτεί τον ακραία ανορθολογικό χαρακτήρα της ένταξης της Ελλάδας μέσα σε ένα αθέσμιστο χώρο της ΟΝΕ! Όσοι περιφέρονταν ημιμαθώς μεταξύ ιδρυμάτων βεβαρημένων με φρικτά λάθη ανάλυσης, παραδόξως εκ των υστέρων αντί να βγάλουν «επιστημονικό σκασμό!!» (ναι σκασμό με θαυμαστικά γιατί κατά κάποιο τρόπο είναι ηθικοί αυτουργοί οικονομικής γενοκτονίας και βλέπουμε) συνάμα και να ζητήσουν γονυπετείς συγνώμη, προπετώς συνεχίζουν να «ομιλούν», να φλυαρούν και να βλάπτουν. Γέλιο και κλάματα προκαλεί το γεγονός ότι σε κωμικές συνάξεις προσκαλούνται γραφειοκράτες και «πολιτικοί» που ευθύνονται για την κρίση.
Αντίστοιχα, γυρολόγοι των διαδρόμων των τραπεζών «κάθε είδους» εν μέσω ερειπίων κλήθηκαν, μολαταύτα, να «διαχειριστούν» την οικονομία (δηλαδή την οικονομική γενοκτονία και βάλε). Τους θέλουν οι τράπεζες ήταν το ακατανίκητο «επιχείρημα» που μου εκστόμισε άτομο εγγύθεν της εξουσίας. Δεν είναι να απορεί κανείς για τους λόγους που μια κυβέρνηση καταντά εργαλείο εξουθένωσης και εξόντωσης μιας κοινωνίας.
Πρωτοβουλίες για μια βαθειά και ορθολογιστική μεταρρύθμιση φαίνεται πως κανείς δεν παίρνει. Η ΕΕ να κινείται ταχύρρυθμα προς κατευθύνσεις που αναιρούν τους αφετηριακούς σκοπούς, που ροκανίζουν τον θεμελιώδη αντί-ηγεμονικό της χαρακτήρα και που θρέφουν τα διλήμματα ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, ιδιαίτερα μεταξύ της Γερμανίας και των υπολοίπων. Τίποτα δεν δικαιολογεί την απάθεια και αδράνεια του ελληνικού πολιτικού προσωπικού: Τίποτα δεν λείπει της Ελλάδας πριν και τώρα ως προεδρεύουσα χώρα να επιδοθεί σε μια διαπραγματευτική εκστρατεία υπεράσπισης των συμφερόντων της και μεταρρύθμισης της ΕΕ. Το μόνο που λείπει είναι η πολιτική βούληση (βλ. εκτενέστερη ανάλυση στο «διαπραγματευτική στρατηγική της Ελλάδας στην ΕΕ»).
Εάν η Ελλάδα με σοβαρό και αξιόπιστο τρόπο έπαιρνε τέτοιες πρωτοβουλίες όχι μόνο δεν θα ζημιωνόταν αλλά επιπλέον θα κέρδιζε τον σεβασμό και σίγουρα την επιδοκιμασία εκ μέρους πολλών που πρόθυμα λόγω ίδιου συμφέροντος θα συμπράξουν. Θα καλλιεργούσε, σε τελευταία ανάλυση, τις ελληνικές θέσεις στην Ευρώπη. Εάν μη τι άλλο θα καλλιεργούσε την ορθολογιστική θέση ότι η αντιμετώπιση του χρέους της Ελλάδας και άλλων κρατών που έχουν πληγεί από την κρίση (και που λογικά θα είναι σύμμαχοί εάν κινούμασταν ορθολογιστικά) προϋποθέτει ριζικές αλλαγές των θεσμών και των πολιτικών προσεγγίσεων. Τι σημαίνει αυτό πιο συγκεκριμένα; Σημαίνει ότι κάθε πρωτοβουλία θα πρέπει να λάβει υπόψη τον εθνοκρατοκεντρικό χαρακτήρα της ΕΕ και το γεγονός ότι οι δομικές προϋποθέσεις της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έξη δεκαετίες μετά την έναρξη του εγχειρήματος όπως και στο υπόλοιπο διεθνές σύστημα είναι κρατοκεντρικές. Το πολιτικοοικονομικό και θεσμικό πλαίσιο και ο τρόπος λήψης αποφάσεων πρέπει να είναι συμβατό με αυτές τις προϋποθέσεις.
4. Το βασικό σκεπτικό μιας ριζικής μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας
Έχοντας κατά νου ότι μπορεί να είναι ήδη πολύ αργά για να διασωθεί το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, θα μπορούσαμε εν τούτοις να περιγράψουμε συντομογραφικά ένα πολιτικό, θεσμικό και στρατηγικό σκεπτικό το οποίο απορρέει από μια οντολογικά συναφή θεώρηση των πραγμάτων. Το σκεπτικό αυτό θα μπορούσε, ενδεχομένως, μεταξύ άλλων, να είναι αφετηριακός άξονας μιας θεμελιακής μεταρρύθμισης (βλ. εκτενέστερη ανάλυση στο Κοσμοθεωρία των Εθνών, κεφ. 6).
1. Η υπερεθνική πολιτική ανθρωπολογία στην Ευρώπη είναι μηδέν! Γι’ αυτό μηδέν θα πρέπει να είναι οι ανεξάρτητες υπερεθνικές αρμοδιότητες των «υπερεθνικών» θεσμών. Για εξαρτημένες (από τα κράτη) αρμοδιότητες, όριο είναι ο ουρανός. Για να το θέσουμε με πολιτικά ορθολογιστικούς όρους η λαϊκή κυριαρχία ασκείται στο επίπεδο των κρατών, εκεί δηλαδή όπου υπάρχει (εθνική) πολιτική ανθρωπολογία και όπου οι αποφάσεις είναι κοινωνικοπολιτικά επικυρωμένες. Εκεί σμιλεύονται κοσμοθεωρητικά, ηθικά και πολιτικά-κανονιστικά κριτήρια της συλλογικής ζωής. Στο επίπεδο της ΕΕ συναλλάσσονται και συμφωνούν κράτη, όχι κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτοι ιδιώτες επιρρεπείς στην ιδιωτεία.
2. Έξη δεκαετίες μετά την έναρξη του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης καταμαρτυρείται η ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών οντοτήτων οργανωμένων σε εθνοκρατική βάση. Τα οικονομικά και πολιτικά κεκτημένα της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι κατάκτηση αυτών των κοινωνιών και δεν μπορούν να συνεχίσουν να αποτελούν αντικείμενο ουτοπικών και ανεδαφικών πειραμάτων ανθρωπολογικής εξομοίωσης και πολιτικής εξίσωσης ή να βρίσκονται στα χέρια κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτων γραφειοκρατών, τεχνοκρατών και κερδοσκόπων.
3. Συνεκτιμάται δεόντως και επαρκώς η ύπαρξη αιτιών πολέμου και διλημμάτων ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης. Όχι μόνο θα πρέπει να συζητηθεί αυτό το θέμα αλλά και να υποδειχθεί εμφατικά από τα υπόλοιπα κράτη ότι αποτελεί ακραία στρατηγική ανευθυνότητα εάν οι μεγάλες δυνάμεις δρομολογήσουν ξανά ένα δρόμο σπαρμένο με στρατηγικές αντιθέσεις και θανατηφόρα διλήμματα ασφαλείας. Στοιχειώδης στρατηγικός ορθολογισμός που αφορά την κατανομή ισχύος πλανητικά και περιφερειακά σημαίνει ότι η νέα αρχιτεκτονική απαιτείται να δημιουργεί σταθερή ισορροπία σε τρία αλληλένδετα επίπεδα: i) Μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, ii) μεταξύ αυτών των μεγάλων δυνάμεων και των λιγότερο ισχυρών κρατών της Ευρώπης και iii) μεταξύ της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Μια τέτοια ισορροπία απαιτεί πολιτική και στρατηγική σκέψη βάθους. Χωρίς τέτοια σκέψη τίποτα δεν μπορεί να γίνει και η Ευρώπη θα διολισθήσει ξανά στους ανταγωνισμούς και στα διλήμματα ασφαλείας.
4. Η υπερκρατική τεχνόσφαιρα που δημιουργήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες επιτάσσεται να ελεγχθεί ολοκληρωτικά. Ακόμη και η παραμικρή σκέψη ότι οι εντολοδόχοι «υπερεθνικοί» θεσμοί μπορούν να συνεχίσουν να έχουν εξουσίες ανεξάρτητες των κρατών και των διακυβερνητικών οργάνων είναι ένας ακραία επικίνδυνος πολιτικός παραλογισμός. Τα κράτη και τα διακυβερνητικά όργανα είναι οι φυσικοί εντολείς κάθε είδους υπερεθνικής θέσμισης της Ευρώπη. Τα υπερεθνικά όργανα είναι εντολοδόχοι των εντολέων κρατών τα οποία (κράτη), θα πρέπει να αποφασίζουν τα πάντα συναινετικά-ομόφωνα. Ο έλεγχος των κρατών και των διακυβερνητικών θεσμών πάνω στα τεχνοκρατικά και γραφειοκρατικά όργανα θα πρέπει να είναι ασφυκτικός, αδιάκοπος και εξαιρετικά αυστηρός. Κάθε ανεξάρτητη αρμοδιότητα των υπερεθνικών θεσμών οι οποίοι στερούνται κοινωνικοπολιτικής νομιμοποίησης είναι φασισμός έσχατου είδους. Είναι πολιτική διαστροφή! Εάν υπήρχε κάποια αμφιβολία η συντρέχουσα κρίση το επιβεβαίωσε πλήρως.
5. Θεμέλιο κάθε σκέψης για το πώς πρέπει να είναι η Ευρώπη πλέον απαιτεί να θεωρήσει την εθνοκρατική οντολογία και τις συναρτημένες με αυτή ανθρωπολογικές προϋποθέσεις δεδομένες και πολιτικά ιερές. Παίζει με την φωτιά όποιος σκέφτεται επιπόλαια γύρω από τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις των εθνοκρατικών οντοτήτων. Εύστοχα ο Ντε Γκολ είχε υπογραμμίσει ότι τα ευρωπαϊκά εθνοκράτη συγκροτούνται γύρω από τις εθνικές πολιτικές παραδόσεις και ότι καμιά πολιτική απόφαση δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι στο τέλος «το έθνος επισκιάζει όλες τις άλλες πραγματικότητες» (αναφερόταν τόσο στην πρώην ΕΣΣΔ όσο και στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, βλ. «Διπλωματία και στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία», κεφ. 3).
6. Η εποχή της δουλοπαροικίας όταν γεννήθηκαν τα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα με σκοπό να κατασκευάσουν πολίτες είναι πλέον ένα μακρινό παρελθόν. Μέσα στην δημόσια σφαίρα κάθε κράτους αλλά και πανευρωπαϊκά μπορεί να πυροδοτηθεί μια μεγάλη συζήτηση για τους κοσμοθεωρητικούς και πνευματικούς προσανατολισμούς οι οποίοι είναι εξ αντικειμένου συμβατοί με τις οντολογικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της Ευρώπης. Τα ιδεολογικά δόγματα της εποχής των δουλοπαροίκων είναι ακατάλληλα για τα συγκροτημένα ευρωπαϊκά έθνη. Χρειαζόμαστε Πολιτική με «Π» κεφαλαίο: Άθλημα κατ’ αλήθειαν βίου εντός των κρατών και άθλημα σύγκλισης των οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων μεταξύ των εθνοκρατών.
Καμιά ανάλυση και καμιά «φιλοσοφία» (διάβαζε: φιλοσόφημα-ιδεολόγημα) δεν μπορεί να βαίνει αντίρροπα στην οντολογία. Συναφώς, στην Ευρώπη, πλέον, υφίστανται εδραίες εθνοκρατικές υποστάσεις. Τα ευρέως διαδεδομένα ύστερα μεταμοντέρνα θεωρήματα και ιδεολογήματα που τόσο πολύ επηρέασαν την θεσμική συγκρότηση της μεταπολεμικής Ευρώπης, επίσης, αντιβαίνουν στις εθνοκρατικές υποστάσεις. Παρά το γεγονός ότι η μόδια και οι ανάγκες της προπαγάνδας του Ψυχρού Πολέμου δημιούργησαν μια ωραιοποιημένη περιρρέουσα συμβατική αντίληψη για τους φορείς ποικίλων επιστημονικών τίτλων, οι ιδεολογίες και τα συναρτημένα ιδεολογήματα και φιλοσοφήματα δεν είναι επιστήμη! Αποτελεί επικίνδυνη πολιτική παράκρουση –και ασφαλώς όχι επιστημονική άποψη– κάθε θέση που υποστηρίζει πως οι «θεσμοί κατασκευάζουν ανθρώπους» του ενός ή άλλου είδους και της μιας ή άλλης «έμπνευσης» του ενός ή άλλου ιδιώτη.
Πολιτική σκέψη οντολογικά συναφής και συμβατή με τις ατομικές και συλλογικές ανθρώπινες οντότητες μπορεί να παραχθεί μόνο από την Πολιτική. Ότι παράγεται εκτός πολιτικής και δεν είναι αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή και ερμηνεία των κοινωνικοοντολογικών γεγονότων είναι εξ αντικειμένου προϊόν φαντασίας και σχεδόν αναπόδραστα αντί-ανθρώπινη πολιτική διαστροφή. Οι ανθρωπολογικά διαμορφωμένες κοινωνικές οντότητες δεν χρειάζονται «ανθρωπολογική ανακατασκευή τους» παρά μόνο Δημοκρατία και Εθνική ανεξαρτησία για να επιδίδονται αδιάκοπα στο δημοκρατικό άθλημα της πολιτικής ελευθερίας, της αναζήτησης κατ’ αλήθειαν συλλογικού βίου, του προσδιορισμού συλλογικού τρόπου ζωής και του προσδιορισμού θεσμών που προσιδιάζουν στην ανθρωπολογική ετερότητα κάθε διακριτής εθνοκρατικής οντότητας. Το εθνοκράτος ως πολιτικός φορέας υποστασιοποιεί τις μακραίωνες πολιτικές παραδόσεις κάθε έθνους. Το εθνοκράτος είναι ο θεσμός ελευθερίας των κοινωνιών και όχι παιχνίδι στα χέρια του ενός ή άλλου φορέα ιδεολογικών δογμάτων κατασκευασμένων εκτός πολιτικής και κατάλληλων, δήθεν, για πολιτική εξίσωση και ανθρωπολογική εξομοίωση του πλανήτη ή περιφερειών.
Κανένα κράτος δεν είναι βιώσιμο εάν δεν διαθέτει μια εύρωστη πολιτική ανθρωπολογία, συνειδητοποιημένους φιλοπάτριδες πολίτες και δημοκρατικούς θεσμούς με ροπή την άμεση δημοκρατία και την πολιτική ελευθερία. Ροκανίζοντας την υπόσταση των εθνικών πολιτικών παραδόσεων –και αυτό επιτελούν τα εθνομηδενιστικά ιδεολογήματα και θεωρήματα– ροκανίζεται ο πολιτικός ορθολογισμός, αποσταθεροποιούνται τα κράτη και δημιουργείται ένας διακρατικός ακταρμάς που ρέπει προς αστάθεια και σύγκρουση. Αυτό είναι ένα μεγάλο πολιτικό ζήτημα και σχετίζεται με το γεγονός ότι πέραν των εξουσιών κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτων τεχνοκρατών υπάρχει και ένας μεγάλος επιστημονικά μεταμφιεσμένος κόσμος που αναμασά ανθρωπολογικά ανυπόστατες ιδεολογίες και ιδεολογήματα. Εύλογα και λογικά διερωτάται κανείς, ακριβώς, κατά πόσο αυτό είναι επιστημονικό ζήτημα ή κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα όταν η δέσμευση σπάνιων πόρων οδηγεί όχι στην καλλιέργεια της γνώσης αλλά στην εργολαβική αναπαραγωγή ανυπόστατων ιδεολογιών και ιδεολογημάτων ασεβών προς την ετερότητα του ανθρώπου, τον πολιτικό του πολιτισμό, την οντολογία του και την πολιτική και συλλογική ελευθερία των κοινωνικών οντοτήτων. Προεξάρχουν διεστραμμένα εξισωτικά και εξομοιωτικά ιδεολογικό δόγματα που παραβλέπουν ή παρακάμπτουν την οντολογία και τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις.
Γιατί λοιπόν να δεσμεύονται εθνικοί και Κοινοτικοί πόροι για ιδεολογήματα τα οποία είναι οντολογικά αδιάφορα και κατάλληλα μόνο για την προ-πολιτική εποχή η οποία παρήλθε εδώ και χιλιετίες. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αναμφίβολα, τα ιδεολογικά δόγματα ενείχαν κάποια χρησιμότητα ως μεταμφιεσμένη προπαγάνδα. Το μόνο που μπορεί πλέον να προκαλέσει το αναμάσημα ιδεολογημάτων οντολογικά αδιάφορων είναι η παραγωγή πολιτικού ανορθολογισμού και η αποδυνάμωση της ανθρωπολογικής υπόστασης των εθνοκρατών και των πολιτών τους. Τα εθνοκράτη υπενθυμίζεται, δεν προσφέρονται για θυσία στον βωμό ασυνάρτητων ιδεολόγων. Εκτός του ότι διαθέτουν ιερή και απαραβίαστη οντολογία, τα εθνοκράτη κατοχυρώνονται από τις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου. Επιπλέον, οι κοινωνίες τους καθημερινά αξιώνουν εθνική ανεξαρτησία. Μακροχρόνια, η πολιτικοανθρωπολογική ευρωστία τους είναι προϋπόθεση πιθανών περιφερειακών μετά-κρατικών κοσμοσυστημάτων των οποίων η συγκρότηση ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν μπορεί να είναι προϊόν εξισωτικών και εξομοιωτικών ιδεολογικών δογμάτων.
Κανείς πλέον δεν έχει την πολυτέλεια να πιστεύει ότι η ανθρωπολογική εξομοίωση και η πολιτική εξίσωση του πλανήτη αποτελεί κατιτί συμβατό με την διττή πνευματική και αισθητή ετερότητα της ατομικής και συλλογικής ανθρώπινης υπόστασης. Στον βωμό μιας τέτοιας παράκρουσης τους τελευταίους αιώνες είχαμε εκατοντάδες εκατομμύρια νεκρούς ιστορικό γεγονός που καταμαρτυρεί τον αντί-ανθρώπινο και φασιστικό χαρακτήρα των εξισωτικών και εξομοιωτικών φιλοσοφημάτων και ιδεολογημάτων. Συμπερασματικά, κανένα δεν συμφέρει η ανθρωπολογική εκμηδένιση των πολιτών, η υπονόμευση των πατροπαράδοτων τρόπων ζωής, η συνεπαγόμενη πνευματική αποδόμηση των κοινωνιών και η στόχευση των εθνικών πολιτικών παραδόσεων τις οποίες υποστασιοποιούν τα ανεξάρτητα εθνοκράτη.
Υπάρχει δραστηριότητα που να προκαλεί τέτοιες συμφορές και να θεωρείται «επιστήμη»! Μια ριζική μεταρρύθμιση στην Ευρώπη συνεπάγεται μεταξύ άλλων και επανεξέταση των πόρων που διατίθενται για επιστημονικά μεταμφιεσμένες ιδεολογικές δραστηριότητες. Δύσκολα σίγουρο έργο πλην οι εντολείς των σπάνιων δημόσιων πόρων είναι οι πολίτες και κανείς άλλος. Με ποιος πολιτικούς τρόπους θα γίνει αυτό είναι ένα καλό ερώτημα. Επειδή Ηρακλής δεν υπάρχει για να καθαρίσει τους παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς «επιστημονικούς στάβλους», μόνο η δημοκρατική συγκρότηση σε όλα τα επίπεδα μπορεί να παράγει πολιτικό ορθολογισμό γι’ αυτό και πολλά άλλα ζητήματα. Ο καθείς βέβαια είναι ελεύθερος να νομίζει ότι έχει φτερά και μπορεί να πετάξει ή να θέλει να ρίξει τις κοινωνίες στα τάρταρα επειδή κάτι τέτοιο ηδονίζει ιδεολογικά σύνδρομα και ατομικές ψυχολογικές αστάθειες. Μπορεί να επιδίδεται σε αυτές τις αποκρουστικές δράσεις σπίτι του και με ίδιους πόρους και όχι εις βάρος πολύτιμων σπάνιων κοινωνικών πόρων.
7. Υπό το πιο πάνω πρίσμα εάν θέλουμε οι θεσμοί στο εθνοκράτος και μεταξύ των εθνοκρατών στην Ευρώπη να είναι συμβατοί με το οντολογικά διαφοροποιημένο εθνοκρατοκεντρικό ανθρωπολογικό υπόβαθρο, απαιτείται η λαϊκή κυριαρχία να ασκείται μόνο εκεί όπου υπάρχουν ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, δηλαδή στο εθνοκρατικό επίπεδο. Πιο πάνω τονίσαμε επανειλημμένα ότι προϋπόθεση δημοκρατικών προόδων στην Ευρώπη σημαίνει αφενός εξορθολογισμό της εθνοκρατικής δημοκρατίας –εκεί δηλαδή όπου διαμορφώνονται τα εθνικά συμφέροντα– και αφετέρου διακρατικό εξορθολογισμό στην ΕΕ με την εμπέδωση του διακυβερνητισμού και των αυστηρά ομόφωνων-συναινετικών αποφάσεων. Δημοκρατία μεταξύ κυρίαρχων κρατών, εν τέλει, σημαίνει ισοτιμία-ισότητα και ομόφωνες αποφάσεις. Οι κυβερνήσεις λογοδοτούν και αντλούν νομιμοποίηση από τις κοινωνίες και όχι από γραφειοκράτες και τεχνοκράτες.
Τέλος, στο πλαίσιο μιας δημοκρατικά νοούμενης πολιτικής αντίληψης δεν υπάρχει δίλημμα μεταξύ «αποτελεσματικότητας» και δημοκρατίας. Η αποτελεσματικότητα υποτάσσεται στη δημοκρατία και με βάσανο μεγιστοποιούνται αμφότερα. Ακριβώς, δεσποτισμός εάν όχι φασισμός είναι κάθε επίκληση «αναγκαιότητας» για υπερεθνικότητα στο όνομα της «αποτελεσματικότητας» παραβλέποντας τον άνθρωπο και την θεμελιωδώς διαφοροποιημένη εθνοκρατοκεντρική υπόσταση της Ευρώπης. Οι θηριώδεις τρόικες που οργιάζουν δεσποτικά σε πολλά κράτη του ευρωπαϊκού νότου είναι αποτέλεσμα τέτοιων φασιστικών ιδεολογημάτων.
Οι θεωρήσεις που συνοψίσαμε πιο πάνω αφορούν στρατηγικούς προσανατολισμούς. Το προνόμιο της εξειδίκευσης και της απόφασης ανήκει στα μέλη των κοινωνιών και όχι στους φορείς επιστημονικών τίτλων οι οποίοι και κρίνονται από τα γραφόμενά τους. Στην περίπτωση της ΕΕ είτε αποφασίζεται η συνέχιση της ακάθεκτης διολίσθησης προς τον κρημνό είτε θα υπάρξει αλλαγή προσανατολισμού και θεμελιακές μεταρρυθμίσεις. Εάν η μεταρρύθμιση αποδειχθεί ανέφικτη, η διέξοδος βρίσκεται στην συντεταγμένη αποσυναρμολόγηση του τερατώδους υπεκράτους που δημιούργησαν αβάστακτα λανθασμένες αποφάσεις. Ως προεδρεύουσα χώρα η Ελλάδα μπορεί κάλλιστα να υποδαυλίσει ένα προβληματισμό στο ευρωπαϊκό πολιτικό, στρατηγικό και θεσμικό πεδίο. Έχει το προνόμιο των πρωτοβουλιών ως προεδρεύουσα χώρα, συμφέρει την ίδια και συμφέρει όλους τους άλλους. Για την Ελλάδα ίσως να είναι και ζήτημα επιβίωσης.
Καλό νέο έτος και ελεύθερη Ελλάδα το 2014
30.12.2014
Υστερόγραφο. Στις παρεμβάσεις μου των τριών τελευταίων ετών που αναρτώνται ευρέως και που αφορούν την συντρέχουσα κρίση, τα σχόλια όσων συμμετέχουν στον «Δήμο του διαδικτύου», όπως είναι λογικό, ποικίλουν. Εκτιμώ ότι χρήζουν οι εξής διευκρινίσεις. 1. Έκταση κειμένων: Ένα δίκοπο μαχαίρι αιωρείται: Ο κίνδυνος ανεπαρκούς τεκμηρίωσης λόγω περιορισμένου χώρου και η επέκταση που δυνατό να αποθαρρύνει όσους συνηθίζουν να διαβάζουν μικρά κείμενα. Η χρυσή τομή δεν είναι εύκολη και πάντα κάποιοι καλόπιστα ή κακόπιστα θα παραπονιούνται. Ο καθείς είναι ελεύθερος να διαβάσει ή να μην διαβάσει ένα εκτενέστερο κείμενο. 2. Οι δικές μου παρεμβάσεις για την συντρέχουσα κρίση συνειδητά αλλά και εξ αντικειμένου δεν είναι πολιτικοπαραταξιακού ή ιδεολογικού χαρακτήρα. Λογικό είναι οι απόψεις να διχάζονται. Όποιος διαβάζει κάτι περιεκτικό που δεν συμβαδίζει με την άποψή του δυσφορεί ή και αντιδρά κακόπιστα, και το αντίστροφο. Αντιδράσεις αυτού του είδους δεν πρέπει να ενδιαφέρουν ένα αναλυτή εάν θέλει να γράφει ουσιαστικά και αξιολογικά ελεύθερα. 3. Ακριβώς, οι αναλύσεις κρίνονται από το εάν είναι αξιολογικά ελεύθερες και γι’ αυτό αντικειμενικές και περιγραφικές/ερμηνευτικές της πραγματικότητας. Ιδανικά, αυτό επιτυγχάνεται, εάν αναλύσεις πληροφορούν και ερμηνεύουν αντικειμενικά χωρίς να διαστρέφουν την αλήθεια. 4. Αναλύσεις όπως η πιο πάνω διαφέρουν από τις δημοσιογραφικές ή προπαγανδιστικές αναλύσεις. Η αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή και ερμηνεία αφορά δομικά ζητήματα και στρατηγικούς προσανατολισμούς και όχι συνταγές πρακτικής δράσης. Ο καθείς συνάγει τα συμπεράσματά του και αποφασίζει τι θέλει και πως θα δράσει σύμφωνα με τα συμφέροντά του. Αυτό μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: Γνωρίζοντας την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως θέλουμε να είναι οι άνθρωποι και τα κράτη κάνουν ότι θέλουν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, ανάλογα με τις δυνατότητες και ικανότητες τους και σε συνάρτηση με τις ανάγκες της ενδοκρατικής και διακρατικής διαπάλης. 5. Μπορεί λόγω κεκτημένης ταχύτητας οι στρεβλώσεις των παρωχημένων εσχατολογικών δογματικών ιδεολογιών του 18ου και 19ου αι. να μπερδεύουν ακόμη πολλούς, πλην υπάρχουν έσχατα, θέσφατα και δεοντολογίες που αφορούν την συλλογική ελευθερία (εθνική ανεξαρτησία), την πολιτική ελευθερία (κορύφωση της Δημοκρατίας) και την οντολογική ετερότητα των ατόμων και των ομάδων. Αυτά είναι Υπαρκτικού χαρακτήρα σύμφυτα με την οντολογική ετερότητα κάθε ανθρώπου και κάθε έθνους. Είναι έσχατες λογικές δεοντολογικά δεσμευτικές. Το πρόβλημα δεν το έχει όχι όποιος έτσι δεσμεύεται αλλά όποιος διαφωνεί με την οντολογικά συναρτημένη και επικυρωμένη συλλογική ελευθερία (εθνική ανεξαρτησία) και με την πολιτική ελευθερία (δημοκρατική ροπή προς άμεση ελευθερία και κατίσχυση των πολιτών ως εντολέων της Πολιτικής).
________________________
8.1.2014. European Union’s strategic transition
European Union’s strategic transition
A viewpoint from Athens regarding the discredited if not ridiculed Greek presidency and the requirement for a salutary drastic reform
Panayiotis Ifestos
Professor of International Relations – Strategic Studies,
University of Piraeus http://www.ifestosedu.gr
The causes of the present problems of the EU relate to the post-Cold War strategic context and concern structures not procedures. During the transition from 1989 to 1992 EMU was adopted and NATO evolved in order to cover “out of area operations”. By 1996 the defense and security system was “stabilized” when the Atlantic Alliance once more confirmed its supreme position in Alliance politics and in intra-European strategic relations.
The “German question” (for some coined “German problem”) was appeased twofold: i) By repeating the post-World War decisions regarding Germany’s accommodation in Transatlantic institutional and strategic structures and ii) by “binding” the German Central Bank with monetary arrangements finally called economic and monetary “union”. By all means, in both strategic and political terms this was a structurally weak, fragile and potentially unstable setting. It is a mystery few saw it.
The two main variables already known in the early 1990s was a) the potential shift of the center of gravity of American strategy and b) the evolution of German economic power. Given that the approaches adopted were inadequate, expectably during the last two decades everything developed in accordance to the “state of nature”. By the end of the 1990s and despite the fact that pathologies were evident to all, no therapies were applied to potential imbalances and instabilities. As a result the present problems in Europe are already deeply rooted and existential. To reverse a structurally unstable situation drastic reforms are needed and no one around seems to be in position to initiate a starting point.
In order to understand better the present structures, a comparison is needed with the Cold War period.
First, America’s global strategy made it possible for Europeans to minimize defense expenditures and provided adequate deterrence against external threads. In fact America created in Europe a “strategic greenhouse” whose limits and boundaries were defined by Kissinger’s “Atlantic Chapter” in the early 1970s. Inside this greenhouse the member-states developed economic cooperation and established common policies. Externally provided security was in fact a precondition of the integration endeavor.
Second, as Josef Joffe put it in 1984 in his celebrated article “Europe’ s American pacifier”, the strategic presence of USA in Europe “saved the Europeans from themselves”, mainly with regard to the security dilemmas owing to German. Intra-European security dilemmas did not disappear. When in 1989-92 major strategic decisions were taken, they were swept under the strategic carpet. No one thought adequately about the character and the dynamics generated during the political and strategic transition from the Cold War in the post-Cold War period.
Two decades later the gradual shift of the center of gravity of American strategy changes the intra-European strategic calculus and possibly already gave rise to new security dilemmas similar to the ones that marked 19th century and early 20th century European politics. I support that these and other strategic issues are underestimated by contemporary European leadership.
Let us be straight and clear: Six decades during which “functional politics” prevailed in European politics, a gigantic deficit in strategic thinking is a reality that no one should underestimate. Since 2008-9 and despite the crisis, for example, instead of initiating a strategic reform, the big European powers functioned in a spasmodic way, they exhibit a worrying apathy and they deal with procedures rather than substance.
The most ridiculous posture it the sadistic postures and measures against Greece and other Southern members of the EU. This indeed is by all means politically and economically irrelevant, plus suicidal. Time passes and the disease inevitably is transmitted from the periphery to the center. The real sources of the disease are not policies or mistakes of the unfortunate southern member states.
The real source of pathology is the economic, political and strategic monster called EMU. It gives growth to imbalances of all kinds which inevitably lead to a total collapse. In the meantime it reduces democracy to a virtual zero and destroys the southern societies to a point beyond return. At this very moment owing to apathy and immobility in the face of grossly irrational economic decisions imposed on southern members, an actual economic genocide takes place. Tenths of thousands of citizens in desperation were already lead to suicide.
Who said that the only cause of deaths is actual war! History teaches that irrational political thinking and deficit in strategic thinking is the main cause. Once more we witness the same mistakes and the political blindness of the interwar period.
We should never forget –and for those who do not know it should take care to be informed about facts– that the idea “to bind Germany” with monetary trammels originated in Paris during the last two decades before the end of the Cold War. Let us stress at this point that Paris for almost two decades was calling for the establishment of central monetary controls that would had supervised German Central Bank’ s policies.
Bonn was reluctant until 1991 when in fact was blackmailed in order to retreat in the background of negative postures of other member states against German re-unification. The agreement reached in 1991 in conditions of state of emergency and in the background of strong negative reactions to German re-unification was arbitrarily called Economic “Union”.
That is, over a differentiated state-centric environment it was established a cruel and by and large politically uncontrolled monetary mechanism which was at the outset in contradiction to the underlying need for differentiated macroeconomic policies. In addition to the aforementioned democratic deficit, we reached the pitiful political position whereby technocrats decide on matters which normally would have been the exclusive privilege of domestic politics where popular sovereignty is exercised.
To put it otherwise in the absence of pan-European political anthropology and in the absence of a pan-European distributive justice system the financial tutelage expectably accumulated imbalances and tensions that two decades later became uncontrollable.
One may reasonably wonder whether the damage caused by strategic and politico-economic irrationality could be repaired. The damage is already structural and existential. If the institutional and political structures of the EU are not urgently reformed and if they are not adapted to the political, institutional, anthropological and strategic reality, the integration may not survive. At least it may not survive in its present form.
Any reform, however, requires diagnosis of the real causes. Primarily, the fact that in politics ontology matters: Six decades since integration the system in Europe is by all is means state-centric and not supranational. There is no supranational anthropology. Therefore, a technostructure over and above democratic societies could not possibly endure. In fact what we witness proves that the system reached its limits. The despotic super-state functioning as a depended variable of the strongest lacks completely democratic legitimization and the political-strategic irrationality of decisions are deadly dangerous.
The state-centric character of the European integration should be taken seriously. Since the 1960s it became clear that the free movement of persons, goods , services , capital , common policies and the mix up of state-centric and demi-supranational institutions which were dealing with “functional” matters, do not suffice to “unite nations and people” thus leading to one polity.
It was confirmed, moreover, that progress in integration in the materialistic domains did not transfer, as the distinguished intellectual Ernst Haas wrongly anticipated, faith, loyalties and powers to a solid supranational and democratic community. After six decades, despite materialistic integration, loyalties, identities, distributive justice and national weltanschauungs are national, not supranational. Passing from low politics to high politics was not confirmed.
Those who are familiar with European integration approaches as they were debated in the 1950s and 1960s, they do know that already by 1966-7 President de Gaulle “imposed” through the “Luxembourg compromise” a lasting intergovernmental structure.
More specifically, it was at that time agreed, and subsequently all functioned accordingly, that on all vital issues negotiations would continue until consensual agreements are reached. Ever since and for all practical purposes until 1992, the member-states and the intergovernmental institutions –that is, the Council of the Head of States, the councils of ministers and coreper (the committee of ambassadors)– were the ultimate assignors. The supranational bodies were in fact the assignees.
As it was only natural, among sovereign states consensual politics became the common practice in decision making. The intergovernmental bodies became the ultimate commanders of the process of integration and the intergovernmental conferences the ultimate transformers. This was in reality the community method. Not the one original community method conceived as a self-supplied system which could give growth to supranationality through majority voting.
Importantly so, the common understanding of all member-states resulting from consensual decision making was an embedded premise. In a way it became an unspoken common “anti-hegemonic weltanschauung”. More specifically, from 1966 to 1992 the members cultivated the idea of respect regarding national sovereignty and followed approaches which effective intestate parity also meant interstate equality irrespective size or power hierarchies. As regards the “ever closing union” mentioned in the original treaties, what we witnessed in actual practice were small integration steps in safety rather than big and dangerous steps which could cause tensions. Last but not least, the supranational institutions tended to be coordinators rather than arbitrators.
The dialectics of these sensitive and by all means unique interstate balancing from 1966 to 1992 –taking effect, I repeat, in a “strategic greenhouse” provided by USA’s extended deterrence– were drastically effected by the leap into the void when EMU was established. A state of nature already predominates. Solidarity regressed, self-help becomes a cruel reality, trade imbalances crashed smaller economies and deficits increased.
The moment of truth came in 2009. Instead of initiatives to change a sick system, the weaker economic actor, Greece, was victimized. Its citizens accused unfairly reminding us the days of “collective responsibility” practices during the 1930s and its society is already crashed. Social cohesion is in grave danger. Other states of the South are on the same unfortunate and dangerous track.
The decisions of December 1991 caused “integration spill back” and the danger of an uncontrollable reversal of European integration seems to many inevitable. In fact the British ironic comments were correct, when in 1991 many other states insisted to proceed with a premature renaming of the European Economic Community into a European “Union”.
It is both tragic and ridiculous to see a sovereign member-state, Greece, to preside over the institutions of the EU at a moment when its societal system collapses. It exemplifies the pitiful state of affairs of the European Union. The official procedural declarations are politically shameful and make abundantly evident the aforementioned lack of political thinking, strategic thinking and political leadership.
The representatives of Greece preside, moreover, at the same time when back home Greek ministers are pitifully and miserably submissive to the technocrats. Technocrats that no one really knows and no one has a clear idea as to who controls them and who commands them. Shamefully, near Parthenon, the Greek parliament is an assignee of troika “voting” at midnight ordainments which in next day’ s daylight are exterminating economically the Greek citizens.
Societal checks and balances are certainly totally absent. Indirect representation is no more indirect democracy but simply indirect tyranny. Economic rationality is nil and societal participation in decision making inexistent. As regards the so called “European Parliament” for years since 2008 proves impotent and incapable of initiatives to reform the system. The supranational institutions, moreover, either acting as dependent variables of big states and speculators or as “unguided missiles” against humanity, the fact is that the citizens of southern member-states consider troikas stances and postures as crimes against democracy and political civilization.
Correct diagnosis is thus a precondition of decisions for appropriate therapies. Therapies which should include, inter alia, drastic and fundamental transformation of the existing structures and methods in order to adapt to the predominantly state-centric features of the Community system. A wise posture of the presiding Greek government would have been to generate a starting point for a drastic reformation. Inter alia, a controlled demolition of EMU and initiatives are needed towards this rational orientation. Other strategic initiatives may run in parallel. The system should not collapse it should be reformed.
Deficits of weaker states should be accepted by all that, by and large, were created due to tragic mistakes back in 1992 and in the background of security dilemmas between Germany and the others. It should be also understood and agreed that, in the context of approaches acceptable to the citizens of the member states, the governments should urgently acquire freedom of their monetary and fiscal decisions. Reading about deliberations for steps towards central banking arrangements, for example, one may legitimately wonder as to whether politicians eclipsed and technocrats and speculators have the complete upper hand in the Community system.
Power of socially sensitive decisions should urgently return to the governments of the members. In fact de Gaulle was absolutely right. As he often proclaimed decision making is national: Popular sovereignty can be exercised only at the state level where decisions could be ratified socially. In this respect, basic and fundamental democratic principles require that power should remain in the hands of national governments. In addition, given that the member states are sovereign, intergovernmental decisions at the Community level could only be consensual and ultimately unanimous.
In fact, one may argue that in the context of such a realistic! approach, sky is the limit for the role of the supranational institutions, as long as they are assignees of the intergovernmental institutions and as long as the latter decide consensually. Anything else is undemocratic, irrational, as we all can see totally ineffective and utterly dangerous.
If economically weak member states are likely to be destroyed or if it is attempted to make them vassals of the big states or of a superstate of technocates, the EU’s raison d’être finishes. Reasonably and logically many would prefer to demolish this institution completely in order to return to unconditional national sovereignty and to traditional inter-state relations.
It is only natural to presume that no one thinking in rational terms could possibly support the perpetuation of a dynastic superstate run by technocrats. We are very near to such an unacceptable situation, a good reason for a starting point to bring about a salutary drastic reform or a controlled complete abandonment of integration in order, afterwards, to initiate more realistic and politically-strategically more rational intestate settings.
Athens 8/1/2012
_____________________
28.1.2014. Ο ανθόσπαρτος μετά-Ψυχροπολεμικός βίος και οι ανελέητες πραγματικότητες της διεθνούς πολιτικής και της οικονομικής κρίσης.
Δεν συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε κείμενα γνώμης. Το κείμενο που παραθέτω πιο κάτω των New York Times από σχολιαστή της Die Welt, όμως, αξίζει τον κόπο γιατί αναδεικνύει τρία κύρια ζητήματα.
Πρώτον, την αμηχανία και σπασμωδικότητα στις Ευρωατλαντικές σχέσεις με την πλευρά της Ευρώπης να είναι περίπου «μπάχαλο». Δεύτερον, την στρατηγική ρευστότητα που όσο πάει αποκτά σεισμικά χαρακτηριστικά. Τρίτον, την ελαφρότητα των πλείστων αναλύσεων του προπαγανδιστικού ή ουτοπικού όχλου της μεταψυχροπολεμικής πολιτικής ανάλυσης.
Για το τελευταίο, βέβαια, δεν συμπεριλαμβάνουμε την Θουκυδίδεια παράδοση οι αναλύσεις της οποίας επειδή είναι αξιολογικά ελεύθερες και περιγραφικές-ερμηνευτικές σπάνια πέφτουν έξω. Οι τελευταίες, όρθιες εν μέσω του όχλου την δεκαετία του 1990 ανέλυαν την αλλαγή κατανομής ισχύος και στην βάση στέρεων θεωριών ταγών της Θουκυδίδειας παράδοσης όπως οι Gilpin, Waltz, Carr, Mearsheimer et al περιέγραφαν την ασταθή μεταβατική φάση μέχρι να εγκαθιδρυθούν νέες πλανητικές ισορροπίες βαθιά στον 21 αιώνα.
Ταυτόχρονα, επισήμαναν την ανάγκη για μέριμνα όσον αφορά την κρατική ισχύ και για ισορροπία δυνάμεων ως προϋπόθεση σταθερότητας και διαφύλαξης της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας λιγότερο ισχυρών κρατών (για παράδειγμα με την ανάπτυξη μιας Ελληνικής Αποτρεπτικής Στρατηγικής). Χαρακτηριστικά είναι τα κείμενα των Πλατιά, Το Διεθνές σύστημα στο νέο διεθνές περιβάλλον 1995, του Κονδύλη Από τον 20 στον 21 αιώνα και το ημέτερο Διπλωματία και στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Χαρακτηριστικά, όσον αφορά το τελευταίο βιβλίο, μια δεκαετία μετά την πρώτη κυκλοφορία, προσπάθησα να γράψω μια «νέα έκδοση» (με παρέσυραν κάποιοι χαζοχαρούμενοι φίλοι μου οι οποίοι για να ενημερωθούν καταφεύγουν στα δελτία των 8 και οι οποίοι κοιτάζουν όχι την διαχρονική αξία μιας ανάλυσης αλλά την ημερομηνία έκδοσης ενός βιβλίου). Προσπαθώντας να γράψω εισαγωγή και επίμετρο, καθηλώθηκα. Δεν βρίσκω κατιτί να προσθέσω ή να αλλάξω. Απλά στην ανάλυση και στα πορίσματα βρίσκω την περιγραφή και την προβολή των τάσεων όπως εξελίσσεται σήμερα με συγκλονιστικό τρόπο μπροστά στα μάτια μας. Για ταπεινούς και ασκητικούς αναλυτές αυτό, βέβαια, είναι μια απλή ηθική ικανοποίηση. Μια ελπίδα επίσης ότι οι οξυδερκείς αναγνώστες και οι φοιτητές θα εκτιμήσουν τον μόχθο και κόπο των θεμελιώσεων και των τεκμηριώσεων που αποβλέπουν σε αναλύσεις μονιμότερης σημασίας. Μια αμυδρή ελπίδα, βέβαια, γιατί μέσα στον κυκεώνα των γνωμών και της ιδιωτείας ότι και να γράψει και ότι και να πει κάποιος επισκιάζεται ή και χάνεται. Αυτό βέβαια θέτει ένα ζήτημα που αναλύω αλλού, δηλαδή την χρησιμότητα του πολιτικού στοχασμού.
Μήπως δηλαδή τελικά τίποτα από ότι γραφτεί και ότι ειπωθεί δεν μετράει ή έχει σημασία γιατί η πολιτική απορρέει ή πρέπει να απορρέει μέσα από τα σπλάχνα μιας κοινωνικής οντότητας. Για το διεθνές σύστημα, εξάλλου, δεν λέμε και πολλά, όπως αποφάνθηκε στο «πόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική» ο Gilpin, παρά μόνο να επαναλάβουμε μερικές διατυπώσεις του Θουκυδίδειου Υποδείγματος. Είτε λοιπόν μια κοινωνία είναι βιώσιμη και παράγει την πολιτική που της επιτρέπει να επιβιώσει είτε γίνεται, για να μιλήσουμε γλαφυρά, «βορά των σκυλιών».
Διερωτώμαι συχνά, όμως, τι πρέπει να αισθάνονται όσοι αφήνιασαν και κυριολεκτικά παραπλάνησαν πνευματικά και στοχαστικά την κοινή γνώμη και τα πολιτικά ελίτ με ασυναρτησίες, προπαγάνδες και αφέλειες. Όσον αφορά το κείμενο των New York Times που παραθέτω πιο κάτω, κάνω τρεις ακόμη συντομογραφικές επισημάνσεις.
Πρώτον, ακόμη και τα πολιτικά ελίτ της πολιτικοστρατηγικά μπερδεμένης Ευρώπης και οι αναλυτές τους στα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να κατανοούν ότι η απάντηση σε πολλά ερωτήματα –όπως εξόχως το ανέλυσε ο John Mearsheimer στο Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων – η απάντηση βρίσκεται, μεταξύ πολλών άλλων, στην αναζήτηση της μετακίνησης του κέντρου βάρους της αμερικανικής στρατηγικής σύμφωνα με την πλανητική κατανομή ισχύος, τους νέους πόλους ισχύος, τα νέα δίπολα αντιπαράθεσης και τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων.
Δεύτερον, καθήλωση της ευρωπαϊκής ανάλυσης στα λειτουργιστικά ζητήματα εις βάρος της στρατηγικής σκέψης και του οντολογικά συναφούς πολιτικού στοχασμού. Αυτή η πολιτιοστρατηγικά οδυνηρή πραγματικότητα δημιουργεί ένα κενό πολιτικού στοχασμού που καθηλώνει στρατηγικά σημαίνουσες αποφάσεις. Το άρθρο που παραθέτω είναι πολλαπλά ενδιαφέρον τόσο επειδή περιγράφει αυτό το «πολιτικοπνευματικό μπάχαλο» αλλά και την πολιτικοστρατηγική μυωπία όταν γράφει «The American delegation might say: “The Middle East needs a strong outside stabilizer in order not to explode or become a large ungoverned space. But we don’t want to own this region anymore, and strategically, it is much more important to you than to us, given our increasing energy independence. So prepare yourself to take over in five years or so. Because we will reduce our role to what is absolutely necessary. We will keep the Russians out, we will keep the Iranians down by preventing the bomb. But for the rest we want Europe to get in.”». Δεν ξέρω βέβαια, μπορεί να είναι και κάποιου είδους ειρωνεία.
Για να το θέσουμε παραστατικά, ενώ οι στρατηγικές τεκτονικές πλάκες κινούνται παρατηρούνται μεταξύ άλλων τα εξής: 1. Στην Ευρώπη απουσιάζει στρατηγικός σταθεροποιητής ενώ οι ΗΠΑ όπως πολύ πιθανόν άλλες μεγάλες δυνάμεις στήνουν τα στρατηγικά τους σενάρια βαθιά μέσα στον 21 αιώνα. Όπως θα το έθεσε γλαφυρά ο Κονδύλης (Εισαγωγή του Από τον 20 στον 21 αιώνα) «όταν οι Αμερικανοί χαράσσουν την στρατηγική τους βαθειά στον 21 αιώνα δεν ρωτούν τον Χάμπερμανς ή τον Ρωλς» και πιο κάτω «ότι συμφέρει τους ιδιοτελείς το κηρύττουν οι αφελείς». 2. Η Γερμανία είναι ένα μυστήριο. Ενώ γιγαντώθηκε είτε είναι πολιτκοστρατηγικός νάνος γεγονός που δημιουργεί μεγάλο στρατηγικό κενό είτε κάτι πολύ μεγάλο επεξεργάζεται (μάλλον απίθανο). Όσον με αφορά έχω αναλύσει το «Γερμανικό ζήτημα» σε κοντά δέκα βιβλία και πολλά δοκίμια. Δεν έχω να προσθέσω κάτι νέο παρά μόνο να επισημάνω ότι εκεί βρίσκεται όλος ο βασικός προβληματισμός. 3. Ενώ οι στρατηγικές εξελίξεις είναι ραγδαίες εάν όχι καταιγιστικές οι πολιτικοστοχαστικές τσαρλατανιές των δεκαετιών του 1990 και 2000 που οδήγησαν σε φρικτά λανθασμένες αποφάσεις και σε αμέλεια ανάπτυξης της κρατικής ισχύος της Ελλάδας το ίδιο ή παρόμοιο παρακμιακό πολιτικοστοχασδτικό σύστημα συνεχίζει να κρατά το τιμόνι ενός ελληνικού σκάφους που γίνεται πλέον έρμαιο μεγάλων κυματισμών ενώ μια μεγάλη δίνη πλησιάζει με κίνδυνο να καταβροχθίσει το διάτρητο πλέον κρατικό σκάφος. Την ίδια στιγμή, οι πνευματικές αντιστάσεις των Ελλήνων είναι αποδυναμωμένες τόσο λόγω του μακρόχρονου ροκανισμού τους από την μεταμοντέρνα λαίλαπα όσο και λόγω μεγάλων κακουχιών που προκαλεί η οικονομική κρίση.
Για το τελευταίο είναι χρήσιμο να αναφερθεί μια ειδοποιός διαφορά αυτής της κρίσης: Δεν κτυπά πλέον το κράτος γενικώς και αορίστως. Οι μηχανισμοί που έπλεξε η θηριώδης τεχνόσφαιρα η οποία δεν μπορεί παρά να είναι εντολοδόχος των κερδοσκόπων και των ηγεμονικών υπηρεσιών πλήττουν καθημερινά τους Έλληνες μέσα στην ιδιωτική τους σφαίρα. Ο Έλληνας πολίτης απειλείται να χάσει τον δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο που απόκτησαν με μόχθο και κόπο τους δύο τελευταίους αιώνες, ακόμη και οι πιο υγιείς επιχειρήσεις έσβησαν ή σιγοσβήνουν, το κράτος αντί υπηρέτης των πολιτών μετατράπηκε σε δυνάστη εάν όχι σε βρικόλακα που πίνει το αίμα τους και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δεν το επενδύουν παραγωγικά αλλά για να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά πλήγματα της τρόικας και των εγχώριων υπηρετών της.
Το άρθρο που ακολουθεί δεν λέει κάτι που δεν ξέραμε. Μας έδωσε όμως αφορμή να σχολιάσουμε για ακόμη μια φορά την συντρέχουσα κρίση. Σχολιασμοί οι οποίοι όμως που μοιάζουν με μια τρύπα στο νερό γιατί τον λόγο πλέον έχει το συλλογικό ένστικτο επιβίωσης της ελληνικής κοινωνίας και όχι κάποιος αναλυτής.
International New York Times http://www.nytimes.com/2014/01/28/opinion/wergin-the-security-leadership-void.html?_r=0
The Security Leadership Void
JAN. 27, 2014
Clemens Wergin
BERLIN — This year the Munich Security Conference turns 50. For decades the gathering has been one of the most important places for the trans-Atlantic community to exchange ideas, find common ground and devise foreign and security policy.
But when politicians, military and business leaders, think tank experts and journalists gather this Friday in southern Germany, they won’t be in the mood for much celebration.
That’s because, over the last year, the Western security community has seen a series of setbacks unprecedented since the end of the Cold War. It finds itself in a period of strategic drift, with an increasingly isolationist superpower that seems to have lost the spirit to lead and a self-centered Europe unready to step up to the plate.
Of course, things haven’t been always rosy in Munich. Just take the run-up to the Iraq war in 2003, when an emotional German foreign minister, Joschka Fischer, uttered his now famous line — “Excuse me, I am not convinced” — in the face of an uneasy American defense secretary, Donald H. Rumsfeld, exposing the deep rift that American war plans had created in the West.
Not long after, the German chancellor, Gerhard Schröder, and the French president, Jacques Chirac, took things a step further, calling for a multilateral world to replace the unilateral order imposed by the United States.
Now we have a classic case of “beware what you wish for.” Eleven years and one global financial crisis later, we can see in Syria what such a world might look like, with rogue states, regional wannabes and nonstate actors filling the vacuum that America’s absence has created.
To be sure, the United States remains an unrivaled power, with military resources and economic prowess that no other nation can match. The risk is not so much that another country might take its place; in a way, it is that no one will.
Syria is a cautionary tale. It shows that the leadership vacuum is not going to be filled by benign actors, as Mr. Schröder and Mr. Chirac hoped, but by rogue actors like Al Qaeda, Hezbollah and Iran — and not only in Syria.
Libya is becoming a hotbed of extremism; Al Qaeda and other groups are using the town of Derna, near Benghazi, as a new logistics hub in the region. The borders of northern Africa are becoming increasingly porous, and global jihadis are using that erosion to their advantage. The order established by the colonial powers in the Middle East after the end of World War I is in danger of dissolving.
The situation would be less dire if Europe showed more ambition to take over some of America’s balancing functions. But so far that seems to be a vain hope, both in practical and political terms.
Practically, Europe is steadily losing its capacity to project force over long distances for a prolonged time. Every year, in a usually cold and snowy Munich, the NATO secretary general, Anders Fogh Rasmussen, urges his organization’s European members not to cut their defense budgets to the bone, or at least to do more pooling of resources to spend their money more efficiently. To no avail.
That’s partly for political reasons. In recent decades, many European states have largely outsourced their security to the United States, which provided a defensive umbrella and protected global trade routes vital for European commerce and energy supplies.
This enabled most Western European states to invest their money in lavish welfare systems instead of powerful armies.
As a result, many European countries have grown out of the habit of thinking in hard, strategic terms.
But Russia’s recent efforts to force Ukraine and Armenia into abandoning Europe should be a reminder that we are not living in a world ruled by accepted international norms, as many Europeans believe.
The savage killing in Syria is proof, too, that there is no such thing as an “international community” that would intervene when the going got rough.
In recent years the Obama administration has used the Munich conference to assure Europeans that America’s pivot to Asia doesn’t mean abandoning Europe and the Middle East.
And for a time, Europe chose to believe this. Enhancing its foreign and security posture didn’t score high on the agenda while the Continent was fending off a financial meltdown. This year though, with the euro crisis seemingly contained, it might be the right time for the United States to change script.
To be clear, further American disentanglement from the Middle East is not good for the region, or for the West as a whole.
But if this is where the United States is heading — as many experts fear — it would be better to challenge the Europeans with some frank talk in Munich.
The American delegation might say: “The Middle East needs a strong outside stabilizer in order not to explode or become a large ungoverned space. But we don’t want to own this region anymore, and strategically, it is much more important to you than to us, given our increasing energy independence. So prepare yourself to take over in five years or so. Because we will reduce our role to what is absolutely necessary. We will keep the Russians out, we will keep the Iranians down by preventing the bomb. But for the rest we want Europe to get in.”
That would at least generate a real debate in Munich about what Europe can and should do to help stop the current trajectory of Western decline and to help shore up a liberal world order, which benefits an overwhelming majority of people worldwide.
Clemens Wergin is the foreign editor of the German newspaper group Die Welt .