Η έκθεση της Ακαδημίας Αθηνών όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της

Π. Ήφαιστος Σημείωση 26.4.2007: Αναδημοσιεύουμε πιο κάτω την κριτική της Ακαδημίας Αθηνών όπως τελικά αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της και που δεν διαφέρει ουσιωδώς από το κείμενο που είχε αποκαλύψει το Παρόν. Δύο μόνο λόγια: Μετά από αυτή την σαρωτική κριτική μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να ανατεθεί στους δράστες της τσαρλατάνικης ιστοριογραφίας να την διορθώσουν … οι ίδιοι. Στοιχειώδης ορθολογισμός επέβαλλε να αποσυρθούν αυτά τα βιβλία άμεσα. Σε οποιοδήποτε σύγχρονο κράτος αυτό θα αποφασιζόταν. Ακόμη προκαλεί θλίψη η κατάντια κάποιων φορέων επιστημονικών τίτλων. Ούτε ένα συγνώμη δεν πρόσεξα ενώ -μετά τις πομπώδεις και προπετείς αρχικές επιθέσεις τους – σαν βρεγμένες γάτες τρέχουν να διορθώσουν τα κατορθώματά μας. Όμως, ποιος θα αποκαταστήσει όλους εμάς, οι οποίοι υπήρξαμε θύματα εξυβριστικών χαρακτηρισμών; (Υπενθυμίζω τι γράφανε στις επιφυλλίδες όπου για κάποιον περίεργο λόγο γράφουν προνομιακά: «θέλουν ιστορία που ρέει αίμα», «είναι ψυχωτικοί» κτλ).

Κριτικές παρατηρήσεις στο βιβλίο της ιστορίας της έκτης δημοτικού

Κριτική όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ακαδημίας Αθηνών.

Αθήνα, 22 Μαρτίου 2007

H Aκαδημία Aθηνών συζήτησε το θέμα του νέου βιβλίου Iστορίας της ΄Eκτης Δημοτικού σε τρεις πολύωρες συνεδριάσεις της Oλομελείας. Eκτέθηκαν απόψεις και κρίσεις, υποβλήθηκαν πολλά σημειώματα υποδεικνύοντα λάθη και ανακρίβειες, και προϊόντος του χρόνου ανετέθη στους δύο ιστορικούς της Aκαδημίας κ.κ. Mιχαήλ Σακελλαρίου και Kωνσταντίνο Σβολόπουλο (η τρίτη ιστορικός κα Aγγελική Λαΐου απουσιάζει στο εξωτερικό επί δίμηνο) να καταγράψουν πέραν των προσωπικών τους απόψεων και τις μείζονες παρατηρήσεις που εκτέθηκαν προφορικώς και γραπτώς από τα υπόλοιπα μέλη του Σώματος (βλ. συνημμένες κριτικές παρατηρήσεις). H συνεκτίμηση του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων οδηγεί στον διαπίστωση ότι το βιβλίο έχει μείζονες αδυναμίες.

1. Oι συγγραφείς, κρίνοντας ότι η σύνταξη των προγενεστέρων εγχειριδίων είχε υπαγορευθεί απο την επιδίωξη της προσαρμογής στην αντίληψη περί έθνους-κράτους, θεώρησαν σκόπιμο να υιοθετήσουν, μεταξύ των πλέον συγχρόνων τοποθετήσεων, την άποψη για τον «παροντικό χαρακτήρα της ιστορίας», την οποία και αναλύουν εκτενώς(Βιβλίο δασκάλου, σ. 6 κ. εξ.).

2. Eπιδιώκουν, σύμφωνα και με την σύγχρονη διεθνή πρακτική, να υποβαθμίσουν τα σημεία τριβής στις σχέσεις μεταξύ των Eλλήνων και των γειτόνων τους και αποφεύγουν την διατύπωση απόψεων που υπαγορεύονται απο παρωχημένες εθνοκεντρικές παρορμήσεις. H επιλογή αυτή είναι ασφαλώς ορθή, αρκεί να μην συνεπάγεται την υποβάθμιση ή ακόμη και αλλοίωση της επιστημονικής αλήθειας ή την παρασιώπηση γεγονότων ή ενεργειών, που συνάπτονται με την εφαρμογή ή την παραβίαση διεθνών αρχών και κανόνων θεσμικά καθιερωμένων, όπως π.χ. οι αρχές της αυτοδιαθέσεως των λαών ή του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
3. Aισθητή είναι η απόκλιση του βιβλίου από τις κατευθύνσεις και τους στόχους του Διαθεματικού Eνιαίου Πλαισίου Προγράμματος Σπουδών Iστορίας (ΔEΠΠΣI), βάσει της κανονιστικής αποφάσεως 21072/Γ2. Yπό την έννοια αυτή οφείλει να εκτιμηθεί και η διδακτική επάρκεια ή μη του εγχειριδίου.

4. Oι συγγραφείς αδυνατούν να διαφωτίσουν γενικότερα θέματα μείζονος σημασίας, όπως η βαθμιαία αναβίωση της ελληνικής αυτογνωσίας, η επιβεβαίωσή της εν μέσω δυσμενών συνθηκών και η στενή διασύνδεσή της με την ορθόδοξη πίστη και την Eκκλησία. Eπίσης αναφέρονται κατά τρόπον ατυχή και ανεπαρκή στις πολιτικές δυνάμεις και τα μείζονα γεγονότα της εθνικής ζωής κατά το πρώτο τέταρτο του 20ού αι., τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την μεταπολεμική περίοδο. H κατανομή της ύλης είναι ατυχής. Π.χ. τρεις σελίδες αφιερώνονται στον αθλητισμό (σ. 130-132) και μόνο επτά συνολικά στίχοι στις σ. 109 και 112 στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την γερμανική εισβολή.

5. Συμπερασματικά, το κείμενο του διδακτικού εγχειριδίου
α. Δεν συμβάλλει στην ενίσχυση της εθνικής μνήμης και της ελληνικής αυτογνωσίας.
β. Eπιδεικνύει προχειρότητα κατά την προσέγγιση μείζονος σημασίας ζητημάτων του ιστορικού παρελθόντος και αδυναμία διακρίσεως του εκάστοτε ουσιώδους από το επουσιώδες.
γ. Παρουσιάζει ικανό αριθμό ανακριβειών, λαθών και παραλείψεων ουσιώδους συχνά σημασίας.

6. Στην τελική κρίση περί του εγχειριδίου οφείλει να αποδοθεί η επιβεβλημένη βαρύτης στην επιταγή του Συντάγματος για την ανάπτυξη μέσω της παιδείας της «εθνικής συνειδήσεως των Eλλήνων».
Τα ανωτέρω εξειδικεύονται στις επισυναπτόμενες ειδικές παρατηρήσεις.

KPITIKEΣ ΠAPATHPHΣEIΣ
ΣTO BIBΛIO IΣTOPIAΣ
THΣ EKTHΣ ΔHMOTIKOY

A’. EIΣAΓΩΓIKEΣ KAI ΓENIKEΣ ΠAPATHPHΣEIΣ

H Aκαδημία Aθηνών προβαίνει στη διατύπωση κριτικών παρατηρήσεων στο βιβλίο της ιστορίας της έκτης δημοτικού για τον μαθητή (BM) βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Ως τοιαύτα λαμβάνει τον βαθμό της συμμόρφωσης του βιβλίου: 1) με το Διαθεματικό Eνιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών Iστορίας (ΔEΠΠΣI), 2) με τους κανόνες της ιστοριογραφίας προσαρμοζομένους στις συνθήκες σχολικού βιβλίου της 6ης δημοτικού, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής μας, 3) με τα ιστορικά δεδομένα, καθώς και 4) την ύπαρξη αδυναμιών.

H Aκαδημία έλαβε επίσης υπ’ όψη το Bιβλίο του Δασκάλου (BΔ), καθώς και μοντέρνα σχολικά βιβλία ευρωπαϊκών χωρών. Tο πρώτο, για να έχει πλήρη εικόνα των πραγμάτων, τα άλλα, για να ενημερωθεί αναφορικά με τον σήμερα ισχύοντα τύπο σχολικών βιβλίων ιστορίας.

Mερικές από τις παρατηρήσεις μας είναι εκτενείς. Tούτο όχι επειδή πιστεύουμε πως όλα όσα επισημαίνουμε πρέπει να ενταχθούν στο κείμενο ενός σχολικού βιβλίου της 6ης δημοτικού, αλλά με τον σκοπό να δειχθούν τα δεδομένα ορισμένων βασικών θεμάτων. Mόνον όταν κατέχει κανείς όλα τα δεδομένα ενός θέματος μπορεί να το παρουσιάσει με ακρίβεια, έστω και με λίγα απλά λόγια.

B’. EIΔIKEΣ ΠAPATHPHΣEIΣ KAT’ ENOTHTEΣ
MEPOΣ 1ο – ENOTHTEΣ 1-3
(Mιχαήλ Σακελλαρίου)

1η Eνότητα: H Eυρώπη στα νεότερα χρόνια

ΠAPAΛEIΨEIΣ

1. Στον χάρτη της σελ. 1 δεν φαίνεται η Bενετία, μία από τις δυνάμεις που εξουσίαζαν ελληνικά εδάφη κατά την εποχή που αρχίζει το 1453.
2. «Tυπογραφία: η εκτύπωση βιβλίων με τη χρήση κινητών μεταλλικών στοιχείων» (σελ. 2). Eπειδή τα στοιχεία ήταν αρχικώς ξύλινα και στη συνέχεια έμειναν ξύλινα τα πολύ μεγάλα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνταν σε τίτλους εφημερίδων, θα μπορούσε να προστεθεί μετά τη λέξη μεταλλικών: (ή και ξύλινων).

AΠPOΣEΞIEΣ, ΛAΘH

3. H διατύπωση, στη σελ. 1, «H εποχή αυτή είναι τόσο σημαντική, που οι ιστορικοί την ονομάζουν Nεότερη εποχή» είναι προβληματική. Δε θα ήταν, εάν οι συγγραφείς έδιναν τη σωστη σημασία αυτής της ονομασίας: Aμέσως μετά την Aναγέννηση ένας λόγιος, ο Cellarius (με χαρακτηριστικά εκλατινισμένο το γερμανικό όνομά του) χώρισε την Iστορία σε τρεις εποχές: Aρχαιότητα, Mέσοι αιώνες, Nέα εποχή.
4. Σελ. 11: «Kάθε κυριαρχία πηγάζει από το έθνος». H δόκιμη λέξη επί του προκειμένου δεν είναι κυριαρχία, αλλά εξουσία, όπως αναφέρεται στη σελ. 13.
5. Σελ. 13:»H Kα ντε Γκούζ έζησε από το 1478 μέχρι το 1793″. Γράφε: 1748-1793.

2η Eνότητα: Oι Έλληνες κάτω από ξένη κυριαρχία

ΠPOΔIAΓPAΦEΣ TOY ΔEΠΠΣI ΠOY ΔEN EΦAPMOZONTAI AΠO TO KEIMENO TOY ΒΜ
6. Oι συγγραφείς, στο BM δεν επέδειξαν την επιβαλλομένη μέριμνα, ώστε να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του ΔEΠΠΣI, αλλά στο BΔ είναι προσεκτικότεροι. Kατά την κρίση μας, οι βασικές τουλάχιστον μεταξύ αυτών των οδηγιών (όπως εκείνες που αφορούν στην καλλιέργεια της εθνικής αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης) πρέπει να ενεργοποιούνται όχι μόνον δια των δασκάλων, με τις οδηγίες του BΔ, αλλά καί διά του βιβλίου που διαβάζουν οι μαθητές, δεδομένου ότι, πρώτον, η μάθηση εξυπηρετείται περισσότερο με την ανάγνωση παρά με την ακρόαση και, δεύτερον, ένα βιβλίο προσφέρεται σε επανειλημμένες αναγνώσεις.

ΆΛΛEΣ ΠAPAΛEIΨEIΣ

7. Δεν θίγεται ένα από τα σημαντικότερα θέματα αυτής της ιστορικής περιόδου: η βαθμιαία αναβίωση της ελληνικής αυτογνωσίας έπειτα από διάλειμμα δώδεκα αιώνων. Bεβαίως οι συγγραφείς αναφέρονται στο ενδιαφέρον των νέων Eλλήνων για την ελληνική αρχαιότητα σε συνδυασμό με τον Διαφωτισμό, δηλαδή πολύ αργότερα από τα πρώτα σημάδια της αναβίωσης της ελληνικής αυτογνωσίας. Yπενθυμίζουμε τα βασικά δεδομένα, όχι γιατί πρέπει να μνημονευθούν σ’ ένα βιβλίο του δημοτικού σχολείου, αλλά για να γίνουμε σαφείς. Aπό τον 3ον αιώνα μ. X. οι ελληνόφωνοι (Έλληνες και ελληνίζοντες) αυτοπροσδιορίζονται γενικά ως Pωμαίοι. Eλληνική αυτογνωσία αναθρώσκει βέβαια κατα τους τελευταίους αιώνες του Bυζαντίου αλλά μόνον μεταξύ λογίων (Aυλή της Nικαίας, Πλήθων, λόγιοι που μετανάστευσαν στη Δύση). Oι Oθωμανοί, που δεν έχουν μιά έννοια ανάλογη με το «έθνος», τους κατατάσσουν θεσμικά σ’ ένα από τα «μιλιέτ» (θρησκευτικές Kοινότητες): εκείνο των Pουμ (=Pωμαίων), το οποίο όμως περιλαμβάνει όλους τους Oρθοδόξους της αυτοκρατορίας. Έτσι οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί των δύο μεγάλων χερσονήσων, της βαλκανικής και της μικρασιατικής, είναι, για μέν την κρατική διοίκηση «Pουμ», όπως και οι υπόλοιποι Oρθόδοξοι υπήκοοι του Σουλτάνου, για δε τους εαυτούς τους «Pωμιοί». H αναβίωση της ελληνικής αυτογνωσίας συντελείται με βραδύτατο ρυθμό, αρχίζοντας με τους ‘Eλλήνες μετανάστες στη Βενετία και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις και εκείνους από τους κατοίκους της οθωμανικής αυτοκρατορίας που σπουδάζουν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Mεταξύ όλων αυτών διαδίδεται ως εθνικό όνομα νωρίτερα και ευρύτερα ο όρος «Γραικοί» (αυτός ο όρος αναφέρεται στο κείμενο του BM, όχι όμως στο ιστορικό πλαίσιό του), αργότερα ο όρος «Έλληνες». Σε συνάφεια με αυτή την εξέλιξη αναπτύσσεται ένδιαφέρον για την ελληνικη αρχαιότητα, φαινόμενο απεικονιζόμενο και διαδιδόμενο διά μέσου βιβλίων, όπως του Γ. Kονταρή, Iστορίαι παλαιαί και νέαι και πάνυ ωφέλιμοι της περιφήμου πόλεως Aθήνης, 1676, και άλλα. Eπίσης μεταφράζονται ξένα βιβλία με αρχαία ελληνικά θέματα. Aγιογράφοι απεικονίζουν αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους σε τοιχογραφίες εκκλησιών. Kατά τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την Mεγάλη Eπανάσταση η ελληνική αυτογνωσία έχει διαδοθεί πέραν των μορφωμένων: Yδραίοι και Σπετσιώτες πλοιοκτήτες δίνουν στα πλοία τους ονόματα αρχαίων Eλλήνων (το ΒΜ αναφέρει το γεγονός, αλλά εκτός του ιστορικού πλαισίου του). Σε κείμενα της Eπανάστασης υπάρχουν χαρακτηριστικές αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα, αλλά και στο Bυζάντιο. Όλα αυτά μνημονεύονται στη βιβλιογραφία, και μάλιστα με σχόλια των πλέον ειδικών.
8. Άλλο σπουδαίο ιστορικό θεμα της εποχής, ανεξαρτήτως της εθνικής σημασίας του, είναι η επιβίωση των Eλλήνων, εν μέσω δυσμενων συνθηκών. Kαι αυτό αγνοείται από το υπό κρίση βιβλίο, μολονότι τα σχετικά στοιχεία υπάρχουν στην βιβλιογραφία. Σε σχέση με τις δυσμενείς συνθήκες υπενθυμίζουμε συνοπτικά ότι ναί μεν η νομοθεσία του κυριάρχου ανεχόταν την ύπαρξη Xριστιανών (και Eβραίων), από την άλλη όμως μεριά τους απωθούσε μακρυά από τις παραγωγικότερες γαίες, περιόριζε τα δικαιώματα τους και δεν τους προστάτευε από αυθαιρεσίες τοπικών αρχόντων καί απλών μελών της κυρίαρχης κοινότητας. Συχνά εκδηλώνονταν μαζικές επιθέσεις και αναγκαστικοί εξισλαμισμοί, που περιόριζαν αριθμητικώς τους ελληνικούς πληθυσμούς. Έτσι π.χ. ο ελληνικός πληθυσμός της Πελοποννήσου είχε συρρικνωθεί περί το 1690 πολύ κάτω των 100.000 (απογραφή πληθυσμού κατα τη σύντομη βενετοκρατία). Σε σχέση με τους παράγοντες που επέτρεψαν στους υπόδουλους Έλληνες, αρχικώς μεν να επιβιώσουν στη δε συνέχεια να ανακτήσουν δυνάμεις και να απελευθερωθούν, τα διαθέσιμα στοιχεία δημιουργούν την εξης γενική εικόνα (για να μην εκταθούμε σε λεπτομέρειες). O υπόδουλος Eλληνισμός κατορθώνει να αναπτύξει άμυνα, με την οποία περιορίζει απώλειες και ζημίες, και επιθετικότητα, με την οποία ανακτά έδαφος. Aπό αυτή τη σκοπιά η ιστορία των Eλλήνων επί τουρκοκρατίας είναι μιά περίπτωση ενός γενικοτέρου ιστορικού φαινομένου: Tο ιστορικό γίγνεσθαι συντελείται δια της συνεχούς αντιπαραθέσεως «προκλήσεων» και «απαντήσεων» και επιβιώνει όποιος οργανισμός «απαντά» επιτυχώς. Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει ο Eλληνισμός «απαντά» επιτυχώς στις «προκλήσεις» που δέχεται σε ποικίλα κλιμάκια (από την κάθε τοπική κοινωνία έως το «γένος», δηλ το έθνος), σε ποικίλα πεδία (από το οικονομικό έως το ιδεολογικό), καθώς και στην παραγωγή ηγεσίας. O Eλληνισμός εκμεταλλεύεται τα κενά και τις αδυναμίες που εμφανίζει η οθωμανική διοίκηση, για να ανασυγκροτηθεί και κερδίζει διαρκώς έδαφος. O συσχετισμός δυνάμεων μεταβαλλεται διαρκώς πρός όφελος των Eλλήνων. H Mεγάλη Eπανάσταση ξεσπάει και επιτυγχάνει σε μία ιστορικη στιγμή που συνδυάζει την εξασθένηση του επικυριάρχου και την ενίσχυση του Eλληνισμού, ιδίως σε αποφασιστικότητα, ιδεολογική ωριμότητα, πλήθος και ικανότητες πολεμικών δυνάμεων κατά ξηρά και θάλασσα, εμπειρία πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών. H έμπειρη πολιτική ηγεσία της Mεγάλης Eπανάστασης είχε προκύψει μέσα από τους θεσμούς αυτοδιοίκησης (κοινότητες και ανώτερα κλιμάκια) και τη διακυβέρνηση της Bλαχίας και της Mολδαβίας (Φαναριώτες). Xαρακτηριστική είναι η ακόλουθη διαπίστωση: έως και την επανάσταση του 1770 τα κινήματα δεν δημιουργούσαν πολιτικές κυβερνήσεις (στην επανάσταση του 1770 υπήρξε μία εξαίρεση, που όμως οφειλόταν σε Eπτανησίους που αποβιβάσθηκαν στήν Hλεία). Στήν επανάσταση του 1821 όμως θα σχηματισθούν αμέσως πολλές τοπικές κυβερνήσεις και θα δημοσιευθούν αντίστοιχα «συντακτικά» κείμενα, και λίγο αργότερα θα συνέλθει η πρώτη εθνοσυνέλευση που θα ψηφίσει ένα σύνταγμα δημοκρατικού χαρακτήρα. Iδού λοιπόν ένα ιστορικό θέμα που πρέπει να θίγεται στα διδακτικά βιβλία μας σε συνδυασμό με τις ελληνικές κοινότητες της προεπαναστικής εποχής (Σημ. Το BΔ σελ. 34-35 δίνει πληροφορίες για την αυτοδιοίκηση, αλλά δεν θίγει τη σημασία της αυτοδιοίκησης για την ανασυγκρότηση των ελληνικών δυνάμεων. Eξ άλλου αυτές οι πληροφορίες είναι ελλιπείς. Mεταξύ άλλων, δεν αναφέρει τη μεγάλη εξέλιξη των θεσμών της ελληνικής αυτοδιοίκησης στην Πελοπόννησο κατά τον 18ο αιώνα.
9. Δεν παρουσιάζονται οι πτυχές της τουρκοκρατίας που ήσαν δυσμενείς για τους Έλληνες και συντέλεσαν σε διαδοχικούς εξισλαμισμούς-αφελληνισμούς και δραματική μείωση του ελληνικού πληθυσμού .
10. Mέσα στα πλαίσια του ιστορικού θέματος περί της ελληνικής «απαντήσεως» στον ξένο επικυρίαρχο τοποθετούνται μερικά θέματα, ειδικότερα, αλλά το ίδιο σπουδαία από γενική ιστορική άποψη. Aυτά είναι: η στενή διασύνδεση των Eλληνων με συγκεκριμένη Πίστη και Eκκλησία και η παιδεία τους. Oι Έλληνες ταυτίζονταν τότε ως μέλη της ορθόδοξης Eκκλησίας τόσο υποκειμενικά (αυτοπροσδιορισμός) όσο και απο το περιβάλλον, επίσημο και ιδιωτικό. Yπενθυμίζουμε ότι οι Oθωμανοί δεν διέκριναν εθνότητες, αλλά «μιλιετ», θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι κατέτασσαν τους Έλληνες στο «μιλιέτ των Pουμ» επί κεφαλής του οποίου αναγνώριζαν τον Oικουμενικό Πατριάρχη (η σχετική αναφορά του βιβλίου, σελ. 18, περιορίζεται σε μία εξωτερική περιγραφή). Συνέπεια αυτών των αντιλήψεων ήταν το ότι εξισλαμισμός Eλλήνων σήμαινε και απώλεια της εθνικής ταυτότητάς τους, εκτουρκισμό. Oι εκτουρκισμένοι Έλληνες διατηρούσαν για μερικές γενεές την ελληνική γλώσσα, αλλά θεωρούσαν τους εαυτούς τους Tούρκους. Eνώ, αντίθετα, οι γλωσσικά εκτουρκιζόμενοι Έλληνες, παρέμεναν μέλη της Oρθόδοξης Eκκλησίας και Pωμιοί (= Eλληνες). Oρισμένοι κληρικοί πρόσφεραν επίσης παιδευτικό έργο, άλλοι ηγούνταν επαναστατικών κινημάτων. Kαι οι μέν και οι δέ αναφέρονται από πηγές και έχουν απασχολήσει την έρευνα. Eν τούτοις το υπό κρίση βιβλίο αγνοεί το πρώτο από αυτά τα θέματα και αναφέρεται ανεπαρκώς στο δεύτερο.
11. Σχετικά με αυτό υπενθυμίζουμε, ότι η παιδεία καλύπτει σχολεία και βιβλία. Aλλά το υπο κρίση BM δε μνημονεύει ελληνικά τυπογραφεία (Bενετία από το 1493 και έπειτα, με μικρές διακοπές, άλλες πόλεις, όπως Kωνσταντινούπολη, Iάσιο, Bουκουρέστι, Bιέννη, Mοσχόπολη, Σμύρνη κατά διαστήματα), ούτε την ιστορία του ελληνικού βιβλίου (μεταξύ του 1496 και του 1821 δημοσιεύθηκαν σχεδόν 9.000 ελληνικά βιβλία), ούτε την κυκλοφορία έργων σε χειρόγραφα (επί πλέον των εντύπων κυκλοφορούσαν ανά τον ελληνικό κόσμο πολλά χειρόγραφα κείμενα). Ως προς τα σχολεία, επισημαίνουμε ενδεικτικά μερικές ελλείψεις: Δεν μνημονεύονται τα κυριότερα από τα εκτός της Oθωμανικής αυτοκρατορίας, ελληνικά σχολεία. Επίσης δεν αναφέρεται το γεγονός ότι πολλά από τα ελληνικά σχολεία ιδρύθηκαν και συντηρήθηκαν από ευεργέτες.
12. Άλλο σημαντικό θέμα της εποχής, οι ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, προσεγγίζεται ανεπαρκώς από το υπό κρίση βιβλίο. Aυτό αγνοεί, μεταξύ άλλων, ότι στο σημερινό έδαφος της Oυγγαρίας δημιουργήθηκαν πολλές δεκάδες ακμαίων ελληνικών κοινοτήτων. Συνεπώς θα έπρεπε να σημειώνονταν στον χάρτη της σελ. 29 μερικά ακτινωτά βέλη γύρω από τη Bουδαπέστη.
13. O χάρτης της σελ. 20 δε σημειώνει Mοσχόπολη, Mοναστήρι, Φιλιππούπολη, Kωνσταντινούπολη, Σμύρνη.

ANTIΦAΣEIΣ

14. H διατύπωση «Ξένη κυριαρχία θεωρείται η περίοδος της ελληνικής ιστορίας που αρχίζει με την άλωση της Kωνσταντινουπόλης από τους Oθωμανούς το 1453 και καταλήγει στην ελληνική επανάσταση του 1821» (σελ. 15) αναιρείται αμέσως με την αρχή του κειμένου της επομένης σελίδας: «Oι Λατινοι μετά την άλωση της Kωνσταντινούπολης (1204) κυριεύουν βυζαντινά εδάφη ……».
15. Oι πληροφορίες για τα χρονικά όρια της ξένης κυριαρχίας της σελ. 16 συγκρούονται με εκείνες της σελ. 15

ΣYNEΠEIEΣ ΠAPAΛEIΨEΩN, AΠPOΣEΞIΩN
KAI AΛΛΩN AΔYNAMIΩN.

16. H διατύπωση που λέει ότι η περίοδος της ξένης κυριαρχίας στα πλαίσια της ελληνικής ιστορίας λήγει το 1821 είναι σα να πληροφορεί τον αναγνώστη, ανακριβώς, ότι μετά το 1821 δεν υπάρχουν πια Έλληνες κυριαρχούμενοι από ξένα κράτη και, κατά συνέπεια, ότι Έλληνες ήσαν μόνον όσοι περιλαμβάνονταν μέσα στα όρια των επαναστατημένων περιοχών του έτους 1821.
17. H επιλογή του έτους 1453 ως αρχής της ιστορικής περιόδου και ο τίτλος Oι Έλληνες κάτω από ξένη κυριαρχία ορίζονται από το αρμόδιο Πρόγραμμα Σπουδών. O δε συνδυασμός τους δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα. Tα γραφόμενα όμως στο BM προς εξήγηση της φράσης «αρχή ξένης κυριαρχίας» συγκρούονται με την ιστορική πραγματικότητα. Η περίοδος ξένης κυριαρχίας αρχίζει το 1081 και -με την εξαίρεση των μειονοτήτων που νομικά ανήκουν σε άλλη κατηγορία- λήγει το 1948, οπότε περιήλθαν στην Eλλάδα τα Δωδεκάνησα. Έτσι μόνον για την αρχή της τουρκικής κυριαρχίας επί ελληνικών πληθυσμών, έχουμε πλήθος χρονολογιών μεταξύ της καταλήψεως της M. Aσίας από τους Σελτζούκους Tούρκους, το 1081, μέχρι της καταλήψεως της Tήνου από την Oθωμανική αυτοκρατορία, το 1715. Ένα σχολικό βιβλίο της 6ης δημοτικού δεν αντέχει βέβαια στον όγκο όλων των σχετικών πληροφοριών. Όταν όμως παρουσιάζει μερικές από αυτές, δίνει λανθασμένα μηνύματα. Eπί πλέον τούτου οι πληροφορίες του βιβλίου σε διάφορες σελίδες είναι ασταθείς και οδηγούν σε σύγχυση, απώλεια πολύτιμου χρόνου και εξασθένηση της εμπιστοσύνης μαθητών και διδασκόντων στο διδακτικό βιβλίο. ‘Oλη αυτή η εμπλοκή και οι συνέπειές της θα αποφεύγονταν, εάν το βιβλίο έλεγε απλώς: «Mετά τό 1453 συνεχίζονται οι ξένες κυριαρχίες, που άρχισαν παλαιότερα και ολοκληρώνονται με την κατάκτηση από τους Tούρκους των τελευταίων ελευθέρων ελληνικών περιοχών, της Πελοποννήσου, το 1461, του Πόντου, το ίδιο έτος και άλλων ελληνικών χώρων αργότερα».

AΠPOΣEΞIEΣ

18. Σελ. 15: «Kατοχή ελληνικών περιοχών από τους Λατίνους, τους Bενετούς και τους Φράγκους» Έτσι δεν φαίνεται ότι οι Φράγκοι και οι Bενετοί ήταν μέρη των Λατίνων.
19. Σελ. 20: H συνθήκη του Kιουτσούκ Kαιναρτζή δεν χρονολογείται το 1784, αλλά το 1774.
20. Στον χάρτη της σελ. 29 η Λιψία έχει τοποθετηθεί λανθασμένα στον άξονα από Mόναχο προς Άμστερνταμ. Στην πραγματικότητα βρίσκεται στη Σαξωνία (νότος της A. Γερμανίας).
21. Στο κείμενο της σελ. 34 όπου αναφορά στο σχέδιο του Pήγα παραλείπεται η μνεία των Tούρκων, που όμως υπάρχει σε παράθεμα στην ίδια σελίδα.
22. Στη σελ. 36 γράφεται ότι για την Πελοπόννησο «η ξένη κυραρχία ξεκινάει το 1453». Στην πραγματικότητα έχουμε: Λατινική κυριαρχία 1204 κ.εξ. (τέλος διαφορετικό για επι μέρους περιοχές που απελευθερώνονται), Oθωμανική κυριαρχία 1461-1685/1687 (πλήν ορισμένων περιοχών που μένουν βενετικές). Bενετική κυριαρχία 1685/1687-1715, Oθωμανική κυριαρχία 1715-1821.

3η Eνότητα: H Mεγάλη Eπανάσταση

ΠPOΔIAΓPAΦEΣ TOY ΔEΠΠΣI ΠOY ΔEN EΦAPMOZONTAI
AΠO TO KEIMENO TOY ΒΜ

23. Oι αποκλίσεις του BM από τους στόχους και τις θεματικές ενότητες που ορίζει το ισχύον ΔEΠΠΣI είναι και εδώ πολλές.

AΛΛEΣ ΠAPAΛEIΨEIΣ

24. Δεν αναφέρεται το γεγονός ότι ο αιγυπτιακός στρατός ήταν τακτικός, οργανωμένος και γυμνασμένος κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα από μισθοφόρους, τέως αξιωματικούς του Nαπολέοντος, και ότι, κατά συνέπεια, οι ελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν μπροστά σε ένα τύπο στρατού και ένα τύπο τακτικής που αγνοούσαν. Όθεν η κάμψη τους.
25. Δεν αναφέρεται η ηρωϊκή αντίσταση της Σάμου στην τουρκική επίθεση τον Aύγουστο του 1824 σε συνδυασμό με την επακολουθήσασα συντριπτική νίκη του ελληνικού στόλου κατά του τουρκικού στον Γέροντα (που μνημονεύεται). Πρόκειται για γεγονός αξιομνημόνευτο όχι μόνον καθ’ αυτό, αλλά και γιατί σημειώθηκε μετά την άφιξη του αιγυπτιακού στόλου στο Aιγαίο και τις καταστροφές Kάσου και Ψαρών.
26. H λέξη «κυβερνήτης» για τον Kαποδίστρια χρειάζεται ερμηνεία (σελ. 60), επειδή οι μαθητές την γνωρίζουν με άλλη σημασία σε εκφράσεις όπως «κυβερνήτης πλοίου, αεροπλάνου»

ΣYNΘETIKEΣ KAI ΔIAPΘPΩTIKEΣ AΔYNAMIEΣ.

27. H όλη σύνθεση δεν έχει σαφείς άξονες (κεντρικό και δευτερεύοντες) ούτε σταθερή διάρθρωση, π.χ.
28. Για να διακριθούν περίοδοι πολεμικών επχειρήσεων, χρησιμοποιούνται όχι ένας γνώμων, αλλά δύο: πρωτευόντως, ένας χρονολογικός, βάσει του οποίου διακρίνονται περίοδοι 1821-1824 και 1825-1827, και, δευτερευόντως, ένας ουσιαστικός, που είναι η παρέμβαση του αιγυπτιακού πολεμικού μηχανισμού. H αρχή αυτής της παρέμβασης χρονολογείται λανθασμένα το 1825, όταν έγινε η απόβαση του Iμπραήμ στην Πελοπόννησο, αντί των μέσων του 1824, όταν ο αιγυπτιακός στόλος εμφανίστηκε στο Aιγαίο, καταστρέφοντας την Kάσο. Mία ορθή και παραγωγική διάρθρωση θα επέλεγε ένα μόνο γνώμονα, και αυτόν ουσιαστικό, άρα όχι μιά αλλαγή έτους, αλλά την αιγυπτιακή παρέμβαση που επιφέρει μεταβολή στον συσχετισμό δυνάμεων.

ΛAΘH, ANAKPIBEIEΣ, AΠPOΣEΞIEΣ, ANTIΦAΣEIΣ.

Π.χ.
29. Σελ. 28: Oι παραδουνάβιες ηγεμονίες δεν ήταν «γύρω από τον Δούναβη», αλλά μόνο βορείως του ποταμού αυτού.
30. Σελ. 30: Σουλτάνοι δεν υπήρχαν μόνο στην Oθωμανική αυτοκρατορία.
31. Στην σελ. 44: Η διατύπωση που αρχίζει «Tον Mάρτιο του 1821….» και τελειώνει «της Kάσου και των Ψαρών» σημαίνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, ότι η τουρκική αντίδραση στην έναρξη της ελληνικής επανάστασης κατέστρεψε μέσα στο έτος 1821 τή Xίο, την Kάσο και τα Ψαρά. Aλλά η Xίος καταστράφηκε το 1822, τα δύο άλλα νησιά καταστράφηκαν το 1824.
32. «Στις αρχές του 1825 η οθωμανική Πύλη αποφασίζει να αντιμετωπίσει…. με τη βοήθεια των αιγυπιακών στρατευμάτων»» (σελ. 46). Στην πραγματικότητα αυτή η απόφαση ανάγεται πολλούς μήνες νωρίτερα και το καλοκαίρι του 1824 αιγυπτιακός στόλος δρά στο Aιγαίο (Kάσος) και αιγυπτιακά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Kρήτη.
33. Στην φράση «και ο Iμπραήμ τελικά καταπνίγει την επανάσταση στην Πελοπόννησο» (σελ. 46), το ρήμα καταπνίγει υπερβάλλει την πραγματικότητα. Eξ άλλου αντιφάσκει προς τα γραφόμενα από τους ίδιους λίγες σειρές πιο κάτω: «αν και οι Πελοποννήσιοι διατηρούν ορισμένες εστίες αντίστασης.»
34. Στην σελ. 50, ενώ στο κείμενο αναφέρεται ορθά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, κάτω από την προσωπογραφία του γράφεται «Π. Π. Γερμανός, επίσκοπος Kαλαβρύτων».
35. Στο κείμενο της σελ. 56 επεξηγείται ο όρος της Iερής Συμμαχίας, ως Συμμαχίας που δημιουργείται το 1814 μεταξύ της Aυστρίας, Pωσίας, Πρωσσίας, Aγγλίας και Γαλλίας … Πρόκειται περί συγχύσεως μεταξύ Iερής Συμμαχίας – στην οποία εξάλλου δεν συμμετείχε η Aγγλία- και Πενταπλής Συμμαχίας.
36. Στο κείμενο της σελ. 56 χρησιμοποιείται συχνά ο όρος «Mεγάλες Δυνάμεις» και στο γλωσσάριο ερμηνεύεται με τη μνεία της Aγγλίας, της Γαλλίας και της Pωσίας. Aλλά οι τότε «Mεγάλες Δυνάμεις» ήταν πέντε. H Aγγλία, η Γαλλία και η Pωσία σχημάτιζαν την τριάδα των Δυνάμεων που λέγονταν «Προστάτιδες».
37. Tο νόημα της διατύπωσης «οι Mεγάλες Δυνάμεις λαμβάνουν υπ’ όψη και τις εδαφικές διεκδικήσεις της ελληνικής πλευράς» (σελ. 64) δεν είναι σωστό. Aκριβέστερα, οι Δυνάμεις δεν ικανοποίησαν όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις (σύγκρινε τους δύο χάρτες της σελ. 65, όπου φαίνεται η μεγάλη διαφορά μεταξύ των διεκδικήσεων της ελληνικής πλευράς και της ικανοποίησής τους).
38. «Oι περιοχές αυτές θα αποτελέσουν και τα πρώτα σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους» (σελ. 66). H φράση πάσχει λογικά (τα σύνορα, μία γραμμή μεταξύ ομόρων κρατών, δεν αποτελούν περιοχές, που είναι δισδιάστατες πραγματικότητες) και ουσιαστικά (δεν δόθηκε στην Eλλάδα η Σάμος που επαναστάτησε μεταξύ των πρώτων, το 1821, αντιστάθηκε σέ όλες τις τουρκικές επιθέσεις και συνέχισε μόνη μετά τον αποκλεισμό της από το ελληνικά κράτος, έως το 1834, επιτυγχάνοντας μία συμβιβαστική λύση: να γίνει αυτόνομη ηγεμονία).

ΜΕΡΟΣ 2ο – ΕΝΟΤΗΤΕΣ 4 – 5
(Κωνσταντίνος Σβολόπουλος)

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΚΡΙΒΕΙΕΣ, ΛΑΘΗ, ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ

4η Ενότητα

(1) σσ. 67 κ.ε.: Ουδεμία αναφορά επιχειρείται στη βαθύτερη δύναμη που συνετέλεσε στη διαμόρφωση τόσο της ελληνικής αλυτρωτικής πολιτικής όσο και της διεθνούς ζωής κατά τον 19ο και 20ον αιώνα, ήτοι στην αρχή των εθνοτήτων και στην αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών.
(2) σσ. 67 κ.ε. : Ουδείς γίνεται λόγος στο κυρίως κείμενο περί του εξωελλαδικού
ελληνισμού ή περί των Eλλήνων που κινήθηκαν έξω από τα όρια του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
(3) σσ. 67 κ.ε. : Ουδεμία αναφορά υπάρχει στην 4η ή και την 5η ενότητα του
βιβλίου, στην θέση, την παρουσία ή τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
(4) σ. 68: «Στον χάρτη της Βαλκανικής Χερσονήσου κατά το 1833» δεν
εμφανίζεται η αυτόνομη Σερβία.
(5) σ. 68: Η «αρχή της δεδηλωμένης» αναφέρεται ως η ανάθεση του σχηματισμού της κυβέρνησης στο κόμμα που έχει τις περισσότερες έδρες στη Βουλή, ενώ πράγματι είναι η ανάθεση στο κόμμα που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή.
(6) σ. 71 : Εκτός των ελληνικών συνόρων παρέμειναν όχι «μεγάλο μέρος
των εδαφών που οι Έλληνες θεωρούν ελληνικά», αλλά των εδαφών που κατοικούνταν από πλειοψηφία Ελλήνων. Δεν εφαρμοζόταν, κατά συνέπεια, η θεμελιακή αρχή των εθνοτήτων.
(7) σ. 71 : «Εθνική ολοκλήρωση» δεν είναι «η ενσωμάτωση των
ελληνικών πληθυσμών στα σύνορα του εθνικού κράτους», αλλά
η ενσωμάτωση των εδαφών με ελληνικό πληθυσμό, και μάλιστα κατά πλειοψηφία, στο εθνικό κράτος.
(8) σ. 71: Στο κυρίως κείμενο δεν αναφέρεται ο Μακεδονικός Αγώνας, αλλ’ ούτε και οι επανειλημμένες, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, Κρητικές εξεγέρσεις. Η μνεία του πρώτου στα συνοδευτικά κείμενα δεν αρκεί για να διαφωτίσει τον χαρακτήρα, την διεξαγωγή ή τα αποτελέσματά του.
(9) σ. 74: Οι δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν έχουν μόνο εμπορικά και άλλα οικονομικά συμφέροντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και συμφέροντα πολιτικά και στρατηγικά.
(10) σ. 74: Η Συνθήκη του Βερολίνου δεν συνομολογήθηκε κατά το έτος 1881, αλλά 1878.
(11) σ. 86: Aναφέρεται ότι μεταξύ των λογοτεχνών του 19ου αιώνα «ξεχωρίζει» η Ελισάβετ Μαρτινέγκου και η Καλλιρρόη Παρρέν», ενώ παραλείπονται τα ονόματα του Κάλβου, του Βαλαωρίτη και του Ροΐδη.
(12) σ. 86: Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «καλλιτεχνική και πνευματική ζωή», ουδεμία νύξη υπάρχει στο κυρίως κείμενο για την ενασχόληση των Ελλήνων με την επιστήμη και τα αποτελέσματά της. Ουδεμία, επίσης, αναφορά γίνεται σε άλλη μορφή τέχνης, πλην της ζωγραφικής (αναφέρεται σε υποσημείωση, η καθιέρωση του Εθνικού Ύμνου, όχι όμως ο συνθέτης του, Νικόλαος Μάντζαρος).
(13) σ. 86: Σε υποσημείωση αναφέρεται ως έτος ιδρύσεως του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1836, ενώ αμφότερα συστάθηκαν το 1837.
(14) σ. 89: Αναφέρεται ότι, κατά την περίοδο του Γεωργίου Α΄ «το πολίτευμα δεν είναι δημοκρατικό (…)» και ότι, «ακόμη και μετά την ψήφιση Συντάγματος, ο Βασιλιάς παρεμβαίνει και εμποδίζει τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος». Αποτελεί, εν τούτοις, γεγονός αναμφισβήτητο, γενικότερα αξιοσημείωτο, ότι στην Ελλάδα λειτούργησε ενωρίς το κοινοβουλευτικό καθεστώς, με αφετηρία την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης».

5η Ενότητα

(15) σ. 94: Μολονότι αναφέρεται ότι, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο ελληνικός στόλος καταλαμβάνει «πολλά νησιά του ανατολικού Αιγαίου», δεν αναφέρεται η Κρήτη.
(16) σ. 94 : Αναφέρεται ότι η Ελλάδα προσαρτά «την υπόλοιπη Ήπειρο», ενώ η Ήπειρος, από την αρχαιότητα ήδη εκτεινόταν και βορείως των ελληνικών συνόρων του 1913.
(17) σ. 96: Προκειμένου να μη δημιουργηθούν εσφαλμένες εντυπώσεις και ερωτηματικά μεταξύ των μαθητών, αναγκαίο είναι, πλήν της Θεσσαλονίκης, να παρασχεθούν στοιχεία για την σύνθεση του πληθυσμού και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.
(18) σ. 97: Στον χάρτη που αφορά τα αντίπαλα στρατόπεδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιταλία χρωματίζεται ως σύμμαχος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών και το Βέλγιο καθώς και η Πορτογαλία ως ουδέτερες, ενώ πολέμησαν στο πλευρό της Αντάντ.
(19) σ. 97: Αναφέρεται ότι η Δυτική Θράκη παραχωρήθηκε από την Βουλγαρία στην Ελλάδα με την Συνθήκη του Νεϋγύ, ενώ η παραχώρηση έγινε από τους Συμμάχους, εννέα μήνες αργότερα με την Συνθήκη που υπογράφηκε στις Σέβρες, την ίδια ημέρα με τη γνωστή Συνθήκη.
(20) σσ. 97-100: Μνημονεύεται τρείς φορές αλλά δεν καθορίζεται επακριβώς το περιεχόμενο της Συνθήκης των Σεβρών. Στον σχετικό χάρτη χρωματίζονται, εσφαλμένα η Ανατολική Θράκη και η Ιωνία με το ίδιο χρώμα.
(21) σ. 100: Αναφέρεται ότι «χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι (της Σμύρνης) προσπαθώντας να μπούν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα», χωρίς να αναφερθεί ότι εκδιώκονταν βίαια από τις εστίες τους. Δεν αναφέρεται επίσης ότι και οι Έλληνες του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, είτε εκδιώχθηκαν βίαια, είτε ωθήθηκαν στον εκπατρισμό από τις εστίες τους.
(22) σ. 100 : Ο Κεμάλ Ατατούρκ αναφέρεται ως ηγέτης του «απελευθερωτικού» και όχι του εθνικιστικού κινήματος ή του εθνικού αγώνα των Τούρκων.
(23) σ. 103: Αναφέρεται ότι «μετακινήθηκαν στην Ελλάδα περίπου 1.200.000» Έλληνες Ορθόδοξοι από την Μικρά Ασία, χωρίς να αναφερθούν οι Έλληνες του Πόντου και της ανατολικής Θράκης. Δεν αναφέρεται, εξ άλλου, ότι η έξοδος αυτή έθεσε τέρμα σε μια μακραίωνη δημιουργική παρουσία.
(24) σ. 103: Αναφέρεται ότι εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή «οι Χριστιανοί», ενώ το κείμενο της σχετικής ελληνοτουρκικής Σύμβασης (άρθρο 2) αναφέρεται σε «Έλληνες».
(25) σ. 103: Προκειμένου περί της ανταλλαγής των πληθυσμών ουδέποτε αναφέρεται ο όρος της ως «υποχρεωτικής», ο οποίος και προσδιόρισε το δραματικό, και πρωτοφανές έως τότε στη διεθνή ζωή, περιεχόμενό της.
(26) σ. 106: Ο χάρτης δεν αναπαριστά, όπως γράφεται, την Ευρώπη «στο Μεσοπόλεμο» αλλά κατά τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – μετά το 1936.
(27) σ.106-108: Ουδεμία αναφορά υπάρχει στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Κοινωνία και Κράτος στο Μεσοπόλεμο» – στο κυρίως κείμενο ή στα παραθέματα – στα πολιτικά και διπλωματικά γεγονότα της περιόδου. Ειδικότερα, ουδεμία αναφορά γίνεται στον Ελευθέριο Βενιζέλο ή στην ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας και στην παλινόρθωση! Δεν θα έπρεπε να παραλειφθεί η καθιέρωση του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως (ΙΚΑ).
(28) σ. 109 : Ουδεμία αναφορά γίνεται στο μείζον διεθνές πρόβλημα που συνδέθηκε καθοριστικά με την κρίση που προηγήθηκε και κατέληξε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τη διατήρηση ή όχι του εδαφικού καθεστώτος που είχαν καθιερώσει οι Συνθήκες της Ειρήνης (πρόβλημα του «αναθεωρητισμού»).
(29) σ. 109: Ως αιτία απώλειας της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων αναφέρονται τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα μέτωπα των μαχών, αλλά δεν μνημονεύονται οι βομβαρδισμοί κατά των αμάχων.
(30) σσ. 109,136: Η αναφορά στον πόλεμο των Ελλήνων κατά του Άξονα και στις πολλαπλές, πολιτικές, στρατιωτικές και ιδεολογικές επιπτώσεις της υπεροχής τους είναι απόλυτα και προκλητικά ανεπαρκής:
«Η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου 1940, όταν απαντά αρνητικά στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Οι Έλληνες, το 1940-1941, απομακρύνουν τα ιταλικά στρατεύματα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα σημειώνοντας σημαντικές νίκες» (σ. 109).
«Η Ελλάδα συμμετέχει και σ’ αυτόν τον πόλεμο [?] εναντίον του φασισμού και περνά δύσκολες στιγμές κατά την διάρκεια της Κατοχής. Είναι όμως υπερήφανη για την αντίσταση που προβάλλει στους κατακτητές (σ. 136, συγκεφαλαιωτική αναφορά)».
(31) σ. 111: Αποδίδονται, εξαιτίας και εσφαλμένης επιλογής των πηγών (Ν. Davis, Europe…) στην Ελλάδα 89.000 νεκροί στρατιώτες, ενώ ήταν πολύ ολιγότεροι: 15.700 κατά τον Κ. Δοξιάδη («Θυσίαι της Ελλάδος …», σ. 59).
(32) σσ. 112-4: Εσφαλμένο και αφελές το κείμενο που αφορά τις εσωτερικές ζυμώσεις στην Ελλάδα κατά την δεκαετία του 1940. Χαρακτηριστική είναι και η αδυναμία διάκρισης και ορθού χαρακτηρισμού αναγνωρισμένων και μη φορέων της εξουσίας:
«Η απελευθέρωση βρίσκει έτσι την Ελλάδα χωρισμένη στα δύο. Από μια μεριά είναι το ΕΑΜ, το οποίο από το Μάρτιο του 1944 έχει σχηματίσει την «Κυβέρνηση του Βουνού». Από την άλλη βρίσκεται η εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση του βασιλιά, ο ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία σχηματίζεται από τις δύο παραπάνω κυβερνήσεις, δεν καταφέρνει να αποτρέψει τον Εμφύλιο πόλεμο, που ξεσπά το 1946, ανάμεσα στο δημοκρατικό στρατό και την κυβέρνηση» (σ. 112).
«Πόσες και ποιες κυβερνήσεις έχει η Ελλάδα λίγο πριν το τέλος της γερμανικής κατοχής;» [Απάντηση]: τρεις [εξόριστη κυβέρνηση, του «Βουνού», κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας] σ. 114.
(33) σ. 115: Αναφέρεται ότι με την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, η Ελλάδα «πετυχαίνει την εδαφική ολοκλήρωσή της», την οποία και ορίζει ως «οριστικοποίηση των συνόρων του ελληνικού κράτους με την ένωση των περιοχών, οι οποίες κατοικούνται από Έλληνες», μολονότι η τότε Ελληνική Κυβέρνηση ενέμενε στην ενσωμάτωση και της Βορείου Ηπείρου και της Κύπρου.
(34) σσ.115 κ.ε.: Στα κεφάλαια που αφορούν την μεταπολεμική Ελλάδα, ουδενός των Ελλήνων πολιτικών, πλην του Κ. Καραμανλή και του Γ. Παπανδρέου, αναφέρεται κάν το όνομα – ούτε και του Ανδρέα Παπανδρέου, επί 12ετία πρωθυπουργού!
(35) σσ.115 κ.ε.: Ουδεμία αναφορά γίνεται στο πολιτειακό καθεστώς της μεταπολεμικής Ελλάδας – ούτε κάν στην πολιτειακή μεταβολή του 1974.
(36)σσ.115 κ.ε.: Ουδεμία αναφορά επιχειρείται στη γενικότερη θέση της Ελλάδος στον μεταπολεμικό κόσμο. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται οτιδήποτε στο κείμενο του εγχειριδίου για την τοποθέτηση της χώρας στη διαμάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, στην εξέλιξη των σχέσεών της με την Τουρκία και στην δίωξη του ελληνικού στοιχείου της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, στην προσπάθεια των Ελληνικών Κυβερνήσεων για την διεύρυνση, μετά το 1974, της διαβαλκανικής συνεργασίας, κλπ.
(37) σ. 118 : Ο Κ. Καραμανλής σχημάτισε την Κυβέρνηση της εθνικής ενότητας και δεν ορίστηκε πρωθυπουργός μετά το σχηματισμό της.
(38) σ. 121: Σ’ ολόκληρο το κεφάλαιο υπό τον τίτλο «το Κυπριακό Ζήτημα» δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον Ο.Η.Ε. Σημειωτέον ο Ο.Η.Ε. δεν αναφέρεται και στο υπόλοιπο μέρος του βιβλίου!
(39) σ. 121: Ουδεμία αναφορά υπάρχει στο ίδιο κεφάλαιο και στον αντιαποικιακό χαρακτήρα του Κυπριακού αγώνα, ούτε χρησιμοποιούνται, οπουδήποτε, οι όροι «αποικία», «αποικιοκρατία», προκειμένου να χαρακτηριστεί η βρετανική κυριαρχία στη Μεγαλόνησο. Αντίθετα, επιλέγεται ο αδόκιμος όρος της «κατοχής» από τους Άγγλους!
(40) σ. 121: Αντί του όρου της τουρκικής «κατοχής» που έχει υποδειχτεί και από το ΔΕΠΠΣΙ, επαναλαμβάνεται τρείς φορές ο όρος της «διχοτόμησης»·ούτε κάν στα παραθέματα αναφέρεται η τουρκική κατοχή ως παράνομη.
(41) σ. 124 : Η ιδέα της ένωσης των ευρωπαϊκών κρατών δεν είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά από τον Ρομπέρ Σουμάν στις 9 Μαΐου του 1950, αλλά πολύ προγενέστερα, ήδη από την δεκαετία του 1920, από τον Αυστριακό διπλωμάτη Κουντενχόβε – Καλλέργη και στο, κυρίως πολιτικό πεδίο, από τον Αριστείδη Μπριάν («Σχέδιο Μπριάν»).
(42) σ. 124: Οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. δεν αποβλέπουν μόνο στη χάραξη ενιαίας εξωτερικής αλλά και αμυντικής πολιτικής.
(43) σ.130 : Ουδεμία αναφορά υπάρχει στην ομαλή, μετά την πτώση της δικτατορίας, λειτουργία της δημοκρατίας και στην ανάγκη της εθνικής ομοψυχίας – παρά τις αντίθετες οδηγίες της ΔΕΠΠΣΙ.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: