Η Βία Στις Διεθνείς Σχέσεις

                                                           Η ΒΙΑ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Ημερίδα, 62η επέτειος του ΟΗΕ, Πανεπιστήμιο Ινδιανάπολης, Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Το ζήτημα της άσκησης βίας στην διεθνή πολιτική συναρτάται άμεσα με την κοινωνικοπολιτική δομή του διεθνούς συστήματος, τον απορρέοντα εγγενή χαρακτήρα των διεθνών θεσμών και την συνεπακόλουθη φύση της κρατικής κυριαρχίας. Το ζήτημα της άσκησης βίας, επίσης, συναρτάται με πάγιες αρχές δικαίου και δικαιοσύνης που κατά κοινή παραδοχή θεμελιώνουν διαχρονικά τον πολιτικό πολιτισμό τόσο των ενδοκρατικών όσο και των διακρατικών σχέσεων.
Στις οργανωμένες πολιτικές σχέσεις η άσκηση βίας συναρτάται με την τήρηση μιας συγκεκριμένης τάξης πραγμάτων. Αυτή η τάξη μπορεί να είναι αυθαίρετη, δεσποτική και κατεξουσιαστική ή αντίστροφα κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη και δικαιακά θεμελιωμένη.
Το Πολιτικό γεγονός στο πλαίσιο μιας Πολιτείας αυτό επιτυγχάνει. Συνολικά, δικαιοσύνη, τάξη και δικαίωμα άσκησης νομιμοποιημένης βίας για την τήρησή της είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και οργανικά ενταγμένα στο πλαίσιο του Πολιτικού γεγονότος των ανεξαρτήτων κρατών.
Στην ενδοκρατική τάξη το δικαίωμα άσκησης νομιμοποιημένης βίας αφορά την εύρυθμη και εύτακτη οργάνωση των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων, που είναι, ακριβώς, δικαιακά θεμελιωμένες.

Αντίστροφα, στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχει μια κοινωνία αλλά πολλές, δεν υπάρχει ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα αλλά πολλά και δεν υπάρχει ένα σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης αλλά τόσο όσα και τα ανεξάρτητα κράτη. Γι’ αυτό, όπως ορθά έγραψε ο Raymond Aron, στις διεθνείς σχέσεις “κανείς δεν έχει το δικαίωμα άσκησης νομιμοποιημένης βίας”.
Στη διεθνή πολιτική οι κυριαρχικές οριοθετήσεις δεν διέπονται από κάποιες αρχές δικαιοσύνης αλλά με την έννοια της διεθνούς τάξης. Γι’ αυτό όταν έχουμε βία στην διεθνή πολιτική –των κρατικών τουλάχιστον δρώντων και των διεθνών θεσμών– ασκείται είτε για να διατηρηθεί η ισχύουσα τάξη είτε για να υπάρξει αλλαγή επειδή τα κράτη δεν συμφωνούν για τις κυριαρχικές οριοθετήσεις που τα ίδια έκαναν στο παρελθόν.
Παράνομη άσκηση βίας έχουμε όταν παραβιάζεται η διεθνής νομιμότητα και οι Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου. Νόμιμη άσκηση βίας έχουμε όταν ένα κράτος ή ένας διεθνής θεσμός υπερασπίζεται αυτή την νομιμότητα.
Στο σημείο αυτό, ακριβώς, οι λογικές συζητήσεις απαιτείται να οριοθετούν τα φιλειρηνικά από τα αναθεωρητικά κράτη. Φιλειρηνικά κράτη είναι όσα αποδέχονται την προσφυγή στους αρμόδιους διεθνείς θεσμούς για την ειρηνική επίλυση των διαφορών, δηλαδή, για την ερμηνεία μεμονωμένων διατάξεων των Συνθηκών για τις κυριαρχικές οριοθετήσεις. Αναθεωρητικά κράτη, αντίστροφα, είναι όσα αξιώνουν αλλαγές, όσα αρνούνται την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο και προσφεύγουν στην άσκηση βίας για να επιτύχουν τους σκοπούς τους.

Στην ενδοκρατική τάξη, όπου και η άσκηση βίας είναι νόμιμη και για τα περισσότερα μέλη μιας κοινωνίας νομιμοποιημένη (εάν δεν είναι νομιμοποιημένη έχουμε επανάσταση ή ειρηνική αλλαγή καθεστώτος για να δημιουργηθεί μια άλλη κοινωνικοπολιτική τάξη πραγμάτων), ασκείται για να εφαρμόζονται οι συμπεφωνημένες κανονιστικές ρυθμίσεις της ενδοκρατικής δικαιοταξίας. Συντομογραφικά, στην ενδοκρατική τάξη πραγμάτων η άσκηση βίας είναι νόμιμη και νομιμοποιημένη
1) επειδή υπάρχει μια συνεκτική κοινωνία προικισμένη με σταθεροποιημένες συλλογικές κοσμοθεωρίες και ηθικές επιταγές που σταθεροποιούν ειρηνικές κοινωνικοπολιτικές σχέσεις,
2) επειδή υπάρχει ένα σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης που προσαρμόζει σε ένα κοινό παρανομαστή τα περί δικαίου αισθήματα και που καθιστά εφικτή την παραγωγική διαδικασία και την διανομή πλούτου με συμπεφωνημένο τρόπο,
3) επειδή υπάρχουν συμπεφωνημένες και νομιμοποιημένες διαδικασίες αλλαγής της ιδιοκτησίας και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών ή τιμωρίας των δραστών άσκησης ατομικής βίας,
4) επειδή οι δικαιακές διατάξεις δεν είναι μόνο συμβατές με ένα κοινό αίσθημα δικαιοσύνης αλλά επιπλέον αφορούν όλο το φάσμα των ανθρωπίνων σχέσεων και εξειδικεύουν κανόνες δικαιοσύνης για όλα τα ζητήματα που αφορούν τις πνευματικές και υλικές συναλλαγές μεταξύ των μελών του κοινωνικοπολιτικού συστήματος.
Για να φωτίσω καλύτερα αυτό το σημείο συγκρίνοντάς με τα ισχύοντα στην διεθνή πολιτική, σημειώνω, για παράδειγμα, ότι μετά από αιώνες συζητήσεων για την οριοθέτηση του δίκαιου από τον άδικο πόλεμο ή την νομικοπολιτική οριοθέτηση της νόμιμης άμυνας και της επίθεσης, τα κράτη δεν κατόρθωσαν να σταθεροποιήσουν μια κοινή πλατφόρμα αρχών και πολύ λιγότερο να ορίσουν ακριβείς κανόνες και να τους εφαρμόσουν καθολικά και οικουμενικά.
Οι λόγοι γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίοι: Αφορούν τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της σχέσης πολιτικής δύναμης, διανεμητικής εξουσίας και κοινωνικοπολιτικών δομών στην διεθνή πολιτική.
Πρώτον, ο αριθμός των κρατών-μελών του διεθνούς συστήματος είναι μερικές μόνο δεκάδες.
Δεύτερον, το διεθνές δίκαιο αφορά πρωτίστως αν όχι αποκλειστικά όχι ζητήματα κάποιας υπερεθνικής ή υπερκρατικής δικαιοσύνης αλλά μόνο ζητήματα διεθνούς τάξης και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που αφορούν αυτή την τάξη.
Τρίτον, κάθε προσπάθεια εξειδίκευσης του διεθνούς δικαίου επί ενός μεγαλύτερου και πιο εξειδικευμένου φάσματος ζητημάτων διανεμητικών προεκτάσεων προσκρούει στα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης των κυρίαρχων κοινωνικοπολιτικών συστημάτων.
Αυτό γιατί, ανεξαρτήτως επιπέδου για το οποίο μιλούμε, η εξειδίκευση δικαιακά θεμελιωμένων κανόνων που αφορούν την πολιτική δύναμη αφορά τόσο ένα εδραιωμένο και νομιμοποιημένο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης όσο και νομική κάλυψη σε ένα ευρύτερο φάσμα ζητημάτων πολιτικής αρμοδιότητας.

Η εθελούσια δέσμευση των κρατών στις διεθνείς σχέσεις στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων έχει κάποια φυσικά όριά. Τέτοιες δεσμεύσεις είναι εφικτές και βιώσιμες όταν εξυπηρετείται το γενικότερο συμφέρον όλων της εθνικής ανεξαρτησίας, όταν ενισχύεται ο πολιτικός τους πολιτισμός και όταν διασφαλίζονται κατά κοινών απειλών όπως τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα ή διεθνικά φαινόμενα όπως η τρομοκρατία και οι διεθνικοί εγκληματίες.
Η φύση και ο χαρακτήρας τέτοιων δεσμεύσεων καθώς και γενικότερα όλων των διεθνών θεσμών δεν είναι και δεν μπορεί να είναι υπερεθνικού ή υπερκρατικού χαρακτήρα αλλά μόνο θεσμοί διεθνούς διακυβέρνησης υπό συνθήκες διακρατικής ισοτιμίας και εκατέρωθεν σεβασμού της κυριαρχίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, το μόνο που θα μπορούσε να οριστεί ως διακρατικό Πολιτικό γεγονός είναι αυτά που τα κράτη τα συμφωνούν κυρίαρχα και χωρίς άσκηση ηγεμονικής βίας ή ηγεμονικού καταναγκασμού.
Γι’ αυτό δεν είναι κατανοητό όταν ακόμη και νομικοί υποστηρίζουν κανονιστικά και ενίοτε διατακτικά την επιβολή εξωπολιτικών κατεξουσιαστικών διεθνών ρυθμίσεων ηγεμονικής έμπνευσης που παραβιάζουν τόσο τις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου, την διεθνή νομιμότητα και πάγιους αρχές δικαίου.
Δεν είναι μόνο ο άδικος χαρακτήρας τους αλλά και το γεγονός ότι, αφενός, ο κατεξουσιασμός, επειδή παραβιάζει την ανθρώπινη ελευθερία, δεν μπορεί να δημιουργήσει εθιμικά και να συντηρήσει μια δυναστική κανονιστική τάξη πραγμάτων και αφετέρου, γιατί αυξάνει δεν εξαλείφει τα αίτια πολέμου.
Εμβόλιμα αναφέρω μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις που καταμαρτυρούν την θέληση των κρατών, οπότε και θα μπορούσαμε ενδεχομένως να αναφέρουμε και την φράση «διεθνή κοινότητα κρατών»: 1) Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο περιορίστηκε σε δεσμεύσεις που αποτελούν τον χαμηλότερο κοινό παρανομαστή ούτως ώστε να μην θιγεί η κυριαρχία πέραν της εθελούσιων δεσμεύσεων. 2) Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το Διεθνές Δικαστήριο, οι Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλες συναφείς διακρατικές ρυθμίσεις αφενός δεσμεύουν μόνο τα κράτη-μέλη που τις υπέγραψαν και αφετέρου η δικαιοδοσία τους εκτείνεται μόνο στον βαθμό και στην έκταση που τα κράτη συναίνεσαν με το να υπογράψουν αυτές τις Συμβάσεις.

Όλα αυτά δεν είναι τυχαία: Οφείλονται στην περίπλοκη και ιδιόμορφη σχέση της πολιτικής δύναμης, στις διανεμητικές της προεκτάσεις και κυρίως στην σχέση της με το αγαθό της ελευθερίας, δηλαδή, την εθνική ανεξαρτησία ή το ιδεώδες της ανεξαρτησίας, όπως την ονόμαζαν στην κλασική εποχή. Κοντολογίς:
Πρώτον, η πολιτική δύναμη στις ενδοκρατικές σχέσεις συναρτάται ευθέως με δικαιακές αρχές και γι’ αυτό νομιμοποιημένους κανόνες διανεμητικών προεκτάσεων σ’ όλο το φάσμα των ανθρωπίνων σχέσεων.
Δεύτερον, η πολιτική δύναμη και εξαναγκαστικές αρμοδιότητες στους διεθνείς θεσμούς αφορούν πρωτίστως αν όχι αποκλειστικά την συλλογική ελευθερία των ανθρώπων, δηλαδή την εθνική τους ανεξαρτησία ή το ιδεώδες της ανεξαρτησίας όπως το ονόμαζαν την κλασική περίοδο. Αυτό το γεγονός κατοπτρίζεται επακριβώς στις θεμελιώδεις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου περί διακρατικής ισοτιμίας, μη επέμβασης και εσωτερικής αυτοδιάθεσης.
Τρίτον, οι διεθνείς θεσμοί και το διεθνές δίκαιο ως εκ της φύσεώς τους είναι θεμελιωδώς αντι-ηγεμονικού χαρακτήρα. Δηλαδή, κύριο σκοπό έχουν να διαφυλάξουν τις φιλειρηνικές κοινωνίες από διεθνείς κατεξουσιαστικές αξιώσεις.
Στις ενδοκρατικές σχέσεις η πολιτική εξουσία και το δικαίωμα άσκησης βίας είναι εξ αντικειμένου δικαιακά θεμελιωμένη. Στην διεθνή πολιτική, αντίστοιχα, είναι χωροταξιακού χαρακτήρα με την έννοια ότι κύριο σκοπό έχει όχι την παγκόσμια πολιτική ή δικαιακή ενοποίηση αλλά την διαφύλαξη της παγκόσμιας διαίρεσης σε ξεχωριστά κυρίαρχα πολιτειακά συστήματα το περιεχόμενο των οποίων κατοπτρίζει την κοσμοθεωρητική και ηθικοκανονιστική ετερότητα μιας έκαστης κοινωνίας, και τα οποία είναι προικισμένα με ανεξάρτητα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης.
Γι’ αυτό και οι Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου που σ’ αυτό ακριβώς αναφέρονται είναι τόσο αντι-ηγεμονικού χαρακτήρα όσο και συμβατές με την συλλογική ανθρώπινη ελευθερία.

Μεταξύ του διεθνούς δικαίου και της ειρήνης, όμως, παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για κάποιους σοβαρούς λόγους που αφορούν αυτά τα αίτια πολέμου δεν απαντήθηκε επαρκώς το «πότε κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια», η άσκηση νόμιμης και νομιμοποιημένης διεθνούς βίας με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορούν να αφορούν μόνο την διακρατική τάξη και αντίστροφα δεν μπορούν να αφορούν διαφορετικές φιλοσοφικές πεποιθήσεις για κάποια ιδεολογία αλλά μόνο αμιγώς ζητήματα διεθνούς τάξης.
Σ’ αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε κάποια υψηλή διεθνής αρχή ή το Συμβούλιο Ασφαλείας να έχει δικαίωμα να αποφανθεί για το τι είναι δικαιακά σωστό ως προς το που πρέπει να ανήκει η Κωνσταντινούπολη, ή του κατά πόσον οι Κούρδοι πρέπει να έχουν ανεξάρτητο κράτος που προκύψει μέσα από την διάσπαση του Τουρκικού.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είναι όργανο παραγωγής φιλοσοφικών αρχών αλλά υπηρέτης της κυριαρχίας των μελών που εξυπηρετεί ζητήματα διεθνούς διακυβέρνησης που αφορούν την ασφάλεια των μελών του ΟΗΕ.
Λόγω του αντι-ηγεμονικού χαρακτήρα αυτού του οργανισμού, εξάλλου, αιτιάσεις πέραν αυτού του ρόλου είναι καταχρηστικές και οδηγούν νομοτελειακά σε κατεξουσιασμό από τους κύριους παραγωγούς αιτιών πολέμου, δηλαδή ηγεμονικά κράτη που είναι και τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Κοντολογίς, η άσκηση βίας πέραν της διαφύλαξης της διεθνούς τάξης είναι είτε μεταμφίεση κατεξουσιαστικών ηγεμονικών συμφερόντων είτε προφάσεις εν αμαρτίαις.  Όταν στηρίζεται ή γίνεται αποδεκτή από υποψήφια θύματα, εξάλλου, συνιστά απέραντη αφροσύνη που θρέφει τα αίτια πολέμου. Νοητές είναι μόνο δύο περιπτώσεις άσκησης διεθνούς βίας:
Πρώτον, η διαφύλαξη της κυριαρχίας των κρατών-μελών του ΟΗΕ.
Δεύτερον, προστασία των κρατών και των κοινωνιών τους από κάποια συντελούμενη ή επικείμενη μεγάλη καταστροφή.
Στην τελευταία περίπτωση, είναι γνωστό ότι δεν προσδιορίστηκε τι είναι «έκτακτη ανάγκη» που αιτιολογεί και νομιμοποιεί άσκηση διεθνούς βίας συμβατή με τις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου ενώ οι αοριστολογίες και οι δίνες θεμελιωδών διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων συγχύσεων δεν λείπουν.

Οι θεσμοί της διεθνούς κοινωνίας, έγραψε ένας βαθυστόχαστος διεθνολόγος, ο Martin Wight, είναι σύμφωνοι με την φύση της: «Η διπλωματία είναι ένας θεσμός διαπραγμάτευσης. Οι Συμμαχίες είναι ένας θεσμός επίτευξης κοινού συμφέροντος. Η Διαιτησία είναι ένας θεσμός διευθέτησης μικρότερων διαφορών ανάμεσα στα κράτη. Ο Πόλεμος είναι ένας θεσμός οριστικής λύσης των διαφορών». Σ’ αυτά προσθέτω δύο ακόμη στοιχεία: Τους Διεθνείς Θεσμούς ή Συμβάσεις που αφορούν ζητήματα πέραν της αμιγούς διεθνούς τάξης, όπως το Δίκαιο του Πολέμου, οι Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Κύρια αποστολή έχουν όχι κάποια υπερεθνική ή κοσμοπολίτικη παγκόσμια δικαιοσύνη αλλά την εμπέδωση του πολιτικού πολιτισμού των διακρατικών σχέσεων με την από κοινού ενσωμάτωση και την από κοινού αποδοχή των αποφάσεων των θεσμών που επιτηρούν την εφαρμογή τους στο πλαίσιο της κυριαρχίας ενός έκαστου μέλους και με τρόπο συμβατό με τις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου. Για το ζήτημα αυτό δεν χρειάζεται να θίξω γνωστά προβλήματα όπως το γεγονός της μη προσχώρησης κρατών όπως οι ΗΠΑ την ίδια στιγμή που στήνουν δήθεν διεθνή ad hoc πολιτικά δικαστήρια ηγεμονικής υφής ή όπως τα δύο μέτρα και δύο σταθμά της πολιτικής τους.

Ολοκληρώνοντας, ίσως είναι σκόπιμο να αναφερθώ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία εγκαθιδρύει κοινούς δικαιακούς κανόνες σε κράτη που συμβατικά θεωρούνται τα πιο αναπτυγμένα στον στίβο του πολιτικού πολιτισμού των ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων και οι οποίοι, κανόνες, είναι πλήρως ενσωματωμένοι στην ενδοκρατική δικαιοταξία. Ερωτώ λοιπόν γιατί δεν εφαρμόζεται πλήρως, ιδιαίτερα στους τομείς εκείνους που αφορά τις διακρατικές σχέσεις!
Γιατί, για παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στο κυπριακό ζήτημα έχουν υιοθετήσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεκάδες χιλιάδες πολίτες της ΚΔ δεν μπορούν να εγκατασταθούν στον τόπο που γεννήθηκαν!
Γιατί εγκληματικές πράξεις όπως ο εποικισμός συνεχίζουν να εμποδίζουν πολίτες να απολαύσουν τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής τους στον τόπο που γεννήθηκαν!
Κανείς θα μπορούσε να προσθέσει ερωτήματα για την μη εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας για την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων που αφορούν την διεθνή τάξη!
Το σημαντικότερο ερώτημα, όμως, είναι γιατί υπάλληλοι των Ηνωμένων Εθνών μετατράπηκαν σε εξαρτημένη μεταβλητή της ηγεμονικής ισχύος προωθώντας βάναυσα ένα σχέδιο που κατέστελλε την δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την λαϊκή κυριαρχία, την εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία και κάθε άλλη νοητή κατάκτηση των διακρατικών και ενδοκρατικών σχέσεων.
Ερωτώ, ακόμη, κατά πόσον η άσκηση νόμιμης και νομιμοποιημένης βίας για την αποκατάσταση αυτών των κατακτήσεων είναι οικουμενικά αποδεκτή.
Η απάντηση βεβαίως είναι σχεδόν αυτονόητη και μας την δίνει ο Θουκυδίδης στο υπέρτατο διεθνολογικό κείμενό του, όταν αμείλικτα και αξιολογικά ουδέτερα προειδοποίησε τους πάντες για κάποιες διαχρονικές αλήθειες: Σε ένα σύστημα όπου οι κοινωνίες θέλουν να είναι ελεύθερες, δηλαδή, να απολαμβάνουν το αγαθό της εθνικής ανεξαρτησίας, και όπου ως εκ της φύσεως των ανισοτήτων ισχύος και των συνεπακόλουθων αιτιών πολέμου
α) όσοι είναι ελεύθεροι το χρωστούν στην δύναμή τους,
β) δίκαιο υπάρχει όταν υπάρχει ίση δύναμη,
γ) όταν δεν υπάρχει ίση δύναμη οι ισχυροί επιβάλλουν ότι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και προσαρμόζονται.

Πέραν αυτών, δεν πρέπει να έχουμε αμφιβολίες ή απορίες για την αποστολή, τα όρια και τους περιορισμούς των διεθνών θεσμών, αλλά και για τους κινδύνους καταχρηστικής ηγεμονικής βίας με δράστες τα ηγεμονικά κράτη όταν καθιστούν τους διεθνούς θεσμούς εξαρτημένη μεταβλητή της ισχύος τους και των συμφερόντων τους.
Αιτιάσεις πέραν αυτών δεν συνιστούν βάση σοβαρής συζήτησης αλλά φιλοσοφικές θέσεις, συχνά υπέρ κατεξουσιαστικών ηγεμονικών ρυθμίσεων και διαφορετικές θέσεις στην κλίμακα των περί ελευθερίας φιλοσοφικών διαβαθμίσεων.
Τα πρακτικά ζητήματα για το αν μπορεί ή δεν μπορεί να ασκηθεί νόμιμη και νομιμοποιημένη διεθνής βία, έπονται.

Τέλος, σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν κάποιες μη δικαιακού χαρακτήρα αιτιολογήσεις άσκησης βίας στην διεθνή πολιτική που αποτελούν θανατηφόρο δηλητήριο τόσο για τους διεθνείς θεσμούς όσο και για τις εν γένει πολιτικές κατακτήσεις πολιτικού πολιτισμού των διεθνών σχέσεων που αφορούν την συλλογική ελευθερία των κοινωνιών, δηλαδή την εθνική ανεξαρτησία και το συμπαρομαρτούν καθεστώς της κυριαρχίας:
i) «Αιτιολόγηση λόγω επιτυχίας και δημιουργίας τετελεσμένων»
ii) «Ο ισχυρός πρέπει να επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του»
iii) «Οι ισχυροί στις διεθνείς σχέσεις έχουν περισσότερα δικαιώματα».
iv) «Αιτιολόγηση λόγω αναγκαιότητας».
v) «Επιλογή του μικρότερου κακού» ή «κάνε κακό προκειμένου να επέλθει το καλό»
vi) «Η δικαιοσύνη (όπως ο καθείς την αντιλαμβάνεται αυθαίρετα) προηγείται της τάξης».

Τέτοιες ή παρόμοιες αιτιολογήσεις δεν είναι βάσιμες στην διεθνή ζωή και υπονομεύουν και εκ βάθρων όλες συλλήβδην τις υπέρτερες κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων όπως ενσαρκώνονται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Είναι ως εκ της φύσεώς τους κατεξουσιαστικές.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: