Ιούλιος 2011. Αποδόμηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων: Η χαριστική βολή κατά του παραπαίοντος νεοελληνικού κράτους

Ιούλιος 2011. Αποδόμηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων: Η χαριστική βολή κατά του παραπαίοντος νεοελληνικού κράτους

Αποδόμηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων: Η χαριστική βολή κατά του παραπαίοντος νεοελληνικού κράτους

Παναγιώτης Ήφαιστος,
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, http://www.ifestosedu.gr
Το κείμενο βρίσκεται αναρτημένο στη διεύθυνση Νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ 2011, σελίδα η οποία θα συμπληρώνεται.

Περιεχόμενα: 
i. Εισαγωγή: Κανόνες, εξαιρέσεις αναγκαίες στάσεις, αποφάσεις και τήρηση των προϋποθέσεων της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας
ii. «Μνημονιακή λογική έκτακτης ανάγκης» εν μέσω καλοκαιριού
iii. Αποδόμηση των ελληνικών πανεπιστημίων με «αστυνομικά διατάγματα» και οι παρελθούσες πολιτικές παρεμβάσεις ως κύριο αίτιο των προβλημάτων
iv. Εξομοίωση και εξίσωση του ανομοιόμορφου ελληνικού πανεπιστημιακού χώρου
v. Το «ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ» και το ιθαγενές ελληνικό είδος
vi. Δημοκρατικός Δήμος ελλήνων ακαδημαϊκών και η απειλή εκμηδένισής του

Περίληψη κριτικης για το νομοσχέδιο: «Οργάνωση Ανώτατης Εκπαίδευσης»

  • Είναι μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση διολίσθησης στον πολιτικό αυταρχισμό. Κυριαρχεί μια περιρρέουσα θολή ατμόσφαιρα «μνημονιακής λογικής έκτακτης ανάγκης» που σαρώνει όλες τις πολιτικές και τώρα τις ακαδημαϊκές κατακτήσεις.
  • Καταμαρτυρεί μια ακατανόητη βιασύνη και μια αβάστακτη προχειρότητα (αν και δεν είναι το μόνο ή το πιο σπουδαίο ζήτημα, επισημαίνεται η απουσία μεταβατικών διατάξεων για χιλιάδες ενδιαφερόμενους).
  • Διακρίνεται από μια δογματική εξομοιωτική και εξισωτική ιδεολογική αντίληψη, η οποία, αν και παρωχημένη, συνεχίζει να επηρεάζει μερικά στελέχη όλου του πολιτικοπαραταξιακού φάσματος.
  • Αντί να ενθαρρυνθεί η εκπλήρωση των προνοιών του Συντάγματος για αυτοδιοίκηση, αυτορρύθμιση, αυτοσυγκρότηση και άσκηση επιστημονικών και δεοντολογικών ελέγχων μεταξύ των μελών των πανεπιστημίων, επιτείνονται τα κύρια αίτια των προβλημάτων, δηλαδή, οι κομματικοπαραταξιακές και ιδεολογικοπολιτικές παρεμβάσεις. Εάν ψηφιστεί το νομοσχέδιο οι παρεμβάσεις αυτές θα διαθέτουν και θεσμικό προκάλυμμα.
  • Αν και αναμφίβολα οι έλληνες ακαδημαϊκοί θα μπορούσαν να κάνουν πολύ περισσότερα στο πεδίο μιας διαρκούς βελτιωτικής μεταρρύθμισης, λησμονείται ότι μια ακόμη κύρια αιτία πολλών προβλημάτων των ΑΕΙ είναι η γραφειοκρατική παράλυση των αρμόδιων θεσμών του κράτους που παγώνει πολλές πρωτοβουλίες των ελλήνων πανεπιστημιακών.
  • Το νομοσχέδιο με κλασικά ξενομανή τρόπο στηρίζεται στη λανθασμένη υπόθεση ότι υπάρχει κάποιο αδιαφοροποίητο «ΓΕΝΟΣ ΞΕΝΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ» το οποίο, εξ ορισμού είναι, δήθεν, ανώτερο των ελληνικών. Αυτό βέβαια, εξηγούμε πως δεν ισχύει. Στο ακαδημαϊκό πεδίο όλου του πλανήτη έχουμε μια απροσμέτρητη ποιοτική διαφοροποίηση που αρχίζει από το μηδέν και φθάνει μέχρι το 100. Η ανάλυση που ακολουθεί τονίζει όλως ιδιαιτέρως αυτή τη σημαντική πτυχή.
  • Αφού αναφερθούν παραδείγματα για την σε γενικές γραμμές –και παρά τις πολλές αντιξοότητες– υπεροχή της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής στα πεδία της μόρφωσης και των ακαδημαϊκών παραδόσεων, πιο κάτω υποστηρίζεται η θέση ότι η επιστημονική πρόοδος και ο ιδεολογικοπαραταξιακός ή κρατικός παρεμβατισμός είναι ασύμβατα. Οι πανεπιστημιακοί επιδίδονται καθημερινά στη βάσανο τρόπων βελτίωσης της προσφερόμενης εκπαίδευσης, διασφάλισης αξιοκρατίας στις κρίσεις και ολοένα καλύτερης ανάδειξης της ελληνικής επιστημονικής παρουσίας στα διεθνή επιστημονικά δρώμενα. Αν δεν το γνωρίζει η πολιτική εξουσία είναι δικό της πρόβλημα και ούτε μπορεί κανείς να αναγάγει σε κανόνα τις εξαιρέσεις που πολλοί από εμάς συχνά στηλιτεύουμε. Οι προσπάθειες καλύτερης ακαδημαϊκής συγκρότησης αναμφίβολα μπορούν να ενταθούν, πλην ο σκοπός επιδίωξης ολοένα καλύτερων προδιαγραφών δεν εκπληρώνεται με την αναίτια εκμηδένιση της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας. Είναι ένα πράγμα η βελτίωση και άλλο η αποδόμηση και κατάργηση της ανεξαρτησίας των ΑΕΙ στο όνομα μιας νεφελώδους μεταρρυθμιστικής ρητορικής και με επίκληση εξαιρέσεων που παρατηρούνται σε όλο τον κόσμο και που οι ίδιοι οι έλληνες ακαδημαϊκοί συχνά πυκνά επικρίνουν.
  • Η ανεπηρέαστη εκπλήρωση των προνοιών του Συντάγματος με αυτορρύθμιση των ίδιων των πανεπιστημιακών επαρκεί απολύτως για να βελτιωθούν τα ελληνικά πανεπιστήμια. Αυτό σημαίνει να αφεθούν απερίσπαστοι οι πανεπιστημιακοί για να αυτοδιοικηθούν, για να συγκροτηθούν επιστημονικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και για να μπορέσουν να ασκήσουν επιστημονικούς, δεοντολογικούς και ακαδημαϊκούς ελέγχους σύμφωνα με τις πάγιες δημοκρατικές παραδόσεις του ελληνικού «Ακαδημαϊκού Δήμου». Θεμέλιο της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής είναι οι δημοκρατικές παραδόσεις και οι ισχύουσες Συνταγματικές προϋποθέσεις. Δεδομένου ότι οι πόροι που διατίθενται στα ελληνικά πανεπιστήμια σε σύγκριση με αυτά του εξωτερικού είναι λιγοστοί, αυτά αποτελούν το κύριο έρεισμα και το συγκριτικό πλεονέκτημα των ελλήνων ακαδημαϊκών: Μόνο στο πλαίσιο των προνοιών του Συντάγματος και με προσκόλληση στις ελληνικές ακαδημαϊκές παραδόσεις μπορούν να εξορθολογιστούν τα ελληνικά πανεπιστήμια. Οτιδήποτε άλλο επιχειρηθεί αποτελεί πολιτική παρέμβαση στην ακαδημαϊκή-επιστημονική ζωή που οδηγεί, ουσιαστικά, σε αποδόμηση, κατεδάφιση και εκμηδένιση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.
  • Όσον αφορά τις θέσεις που ασυμβίβαστα εκφράζονται πιο κάτω για την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία, μια αναγκαία και μη εξαιρετέα διευκρίνιση είναι η εξής: Στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης, αυτορρύθμισης, άσκησης επιστημονικών αυτοελέγχων και δεοντολογικής θεμελίωσης του ασύλου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, απαιτείται οι Έλληνες ακαδημαϊκοί να επιτυγχάνουν επιστημονική συγκρότηση κορυφαίων προδιαγραφών. Όταν αυτό δεν εκπληρώνεται, τα ίδια τα πανεπιστήμια απαιτείται να αποφασίζουν ακόμη και τη διάλυση ή τη ριζική ανασυγκρότηση ενός Τμήματος ή ακόμη και ενός Πανεπιστημίου. Πάντως, κανείς από αυτούς που βρίσκονται εκτός της ακαδημαϊκής ζωής δεν γνωρίζει καλύτερα από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς, εάν και πότε κάτι τέτοιο ισχύει.
  • Μερικές εύστοχες διατάξεις του νομοσχεδίου αδικούνται με το να μπηχτούν μέσα σε ένα τέτοιο κείμενο. Για παράδειγμα, η σταδιακή κατάργηση του αντί-ακαδημαϊκού «ενός συγγράμματος», την οποία πολλοί από εμάς ζητούσαμε επί δεκαετίες, αδικείται από το ευρύτερο και γενικότερο πνεύμα και γράμμα του επίμαχου νομοσχεδίου.
  • Διευκρινίζεται ότι η ανάλυση που ακολουθεί περισσότερο γενικεύει παρά εξειδικεύει. Επίσης, αναφέρεται λιγότερο στις ενδιάμεσες αποχρώσεις και περισσότερο στα άκρα των ταλαντώσεων του εκκρεμούς της ακαδημαϊκής και πολιτικής ζωής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

i. Εισαγωγή: Κανόνες, εξαιρέσεις, αναγκαίες στάσεις και αποφάσεις και τήρηση των προϋποθέσεων της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας.

Στο κείμενο που ακολουθεί, για να καταστεί εφικτή μια συντομογραφική αποτύπωση των κύριων επιχειρημάτων, το εκκρεμές των γενικεύσεων, θέσεων και εκτιμήσεων τονίζει πρωτίστως τα δύο άκρα των πόλων και λιγότερο τις αποχρώσεις. Τόσο στο πολιτικό πεδίο όσο και στο ακαδημαϊκό πεδίο (στην Ελλάδα και στο εξωτερικό) αναμφίβολα υπάρχουν πολλές περισσότερες αποχρώσεις απ’ ό,τι, για αναλυτικούς λόγους, αποτυπώνεται στη συνέχεια. Οπωσδήποτε, βέβαια, δεν αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, ακαδημαϊκούς θεσμούς, κράτη και πολιτικές παρατάξεις παρά μόνο όταν αναφέρονται ονομαστικά.
Μια αναγκαία και μη εξαιρετέα προγραμματική διευκρίνιση, πάντως, είναι η εξής: Ασκώντας κριτική στην πρόταση νόμου για μεταρρύθμιση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας όπως δημοσιοποιήθηκε το καλοκαίρι 2011, η θέση υπέρ της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας συνδέεται ευθέως με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τους πανεπιστημιακούς λόγω αυτού του αναγκαίου και μη εξαιρετέου ακαδημαϊκού προνομίου που προνοείται στο Ελληνικό Σύνταγμα. Πιο συγκεκριμένα, το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας συνεπάγεται άριστη αυτοδιοίκηση, αυτορρύθμιση, βέλτιστη επιστημονική συγκρότηση και εσωτερικούς αυτοελέγχους σε όλο το φάσμα των επιστημονικών και δεοντολογικών υποθέσεων της ακαδημαϊκής ζωής.
Αυτονόητος σκοπός της ακαδημαϊκής ελευθερίας που προσφέρει το Σύνταγμα είναι η βέλτιστη δυνατή συγκρότηση κάθε Τμήματος και κάθε Πανεπιστημίου με υπέρτατα κριτήρια τη διακεκριμένη επιστημονική προσφορά, τη βέλτιστη μόρφωση, τη βέλτιστη εκπαίδευση, τη βέλτιστη επαγγελματική κατάρτιση των φοιτητών και τη συγκρότηση άριστων προγραμμάτων σπουδών. Αυτά επιτυγχάνονται εάν στο εσωτερικό του ακαδημαϊκού ασύλου οι πανεπιστημιακοί επιδίδονται αδιαλείπτως στο άθλημα της επίτευξης των πιο υψηλών επιστημονικών προδιαγραφών, κάτι που απαιτεί αδιάλειπτη ασκητική επιδίωξη πρωτοπόρας επιστημονικής πρωτοτυπίας.
Πιο συγκεκριμένα, για την εκπλήρωση των σκοπών των πανεπιστημίων και επειδή η επιστημονική κρίση στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής ζωής απολαμβάνει άσυλο νομικών, πολιτικών και κοινωνικών ελέγχων (ελέγχονται μόνο διοικητικά και διαδικαστικά ζητήματα), υπέρτατη υποχρέωση των ακαδημαϊκών λειτουργών είναι η στερέωση δεοντολογικών κωδίκων στις μεταξύ τους σχέσεις. Χωρίς να φείδονται προσωπικού κόστους με το να γίνονται αν χρειαστεί δυσάρεστοι, είναι αναγκαίο ανά πάσα στιγμή να απαιτούν όλοι από όλους να τηρούνται οι επιστημονικές υποσχέσεις που συγκροτούν τις προϋποθέσεις των επιστημονικών κρίσεων για πρώτο διορισμό και εξέλιξη και που στη συνέχεια διέπουν όλο το φάσμα των προσωπικών-επιστημονικών και συλλογικών-ακαδημαϊκών αποφάσεων και λειτουργιών πάσης φύσεως που αφορούν τη βέλτιστη επιστημονική συγκρότηση ενός Τμήματος.
Ακαδημαϊκή ελευθερία προικισμένη με ακαδημαϊκό-επιστημονικό άσυλο σημαίνει ότι το βέλτιστο επιτυγχάνεται στη βάση πλήθους υπεύθυνων στάσεων και αποφάσεων ακαδημαϊκού-επιστημονικού χαρακτήρα. Στη βάση επίσης καλόπιστης αποδοχής πλήθους υποσχέσεων επιστημονικού χαρακτήρα χωρίς τις οποίες καμιά βασικά απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί. Ασφαλώς, οι αποδέκτες των υποσχέσεων αποδέχονται καλή τη πίστη να δοκιμαστεί ο υποσχόμενος (συνήθως ο υποψήφιος για πρώτη κρίση ή εξέλιξη) και ο τελευταίος τις εκπληρώνει με πίστη, τιμιότητα και συνέπεια. Το αντίθετο είναι ανάξιο του ακαδημαϊκού λειτουργήματος.
Κατ’ ουσία, στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας των προδιαγραφών που προσφέρει το Σύνταγμα στους Έλληνες ακαδημαϊκούς, οι επιστημονικές υποσχέσεις είναι οι κώδικες τιμής των ακαδημαϊκών σχέσεων και η αθέτησή τους είδος έσχατης επιστημονικής-ακαδημαϊκής κατάντιας που αν δεν ελεγχθεί ακαδημαϊκά, επιστημονικά και δεοντολογικά ροκανίζονται η αξιοκρατία και οι επιστημονικές επιδόσεις ενός πανεπιστημίου και ενός τμήματος. Υπό καθεστώς ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας η εκπλήρωση των σκοπών της ακαδημαϊκής ζωής με συμμόρφωση σε αυτές τις υποσχέσεις και τις συνεπακόλουθες αποφάσεις είναι συνάρτηση ελεύθερης βούλησης και εμπέδωσης δεοντολογικών κωδίκων μέσα από υπεύθυνες στάσεις, δεοντολογικούς ελέγχους και επιστημονικούς ελέγχους. Στους επιστημονικούς ελέγχους, βεβαίως, εμπίπτει και η αδιάλειπτη άσκηση επιστημονικής κριτικής μεταξύ όλων, ανεξαρτήτως βαθμίδας.
Χωρίς τα πιο πάνω περιθώρια και χωρίς υπευθυνότητα στην τήρηση των επιστημονικών υποσχέσεων σε όλες τις φάσεις και σε όλα τα επίπεδα της πανεπιστημιακής ζωής, τα πάντα αντιστρέφονται και μηδενίζονται. Τα πανεπιστήμια, σε αυτή την περίπτωση, διολισθαίνουν στο παρασιτικό επιστημονικό τέλμα. Το άπιαστο πελατειακό αλισβερίσι γίνεται ο άξονας των ακαδημαϊκών σχέσεων και αναρίθμητοι βλάπτονται χωρίς κανείς να μπορεί να αντιστρέψει την παρακμή.
Εάν σταθούμε για λίγο ακόμη στα ζητήματα των επιστημονικών κρίσεων, των επιστημονικών κριτικών και των επιστημονικών υποσχέσεων, αν και νομικά, διοικητικά και κοινωνικά ανεξέλεγκτα, συνιστούν, εν τούτοις, την πεμπτουσία της ακαδημαϊκής ζωής. Οι επιστημονικές υποσχέσεις, για παράδειγμα, όπως ήδη τονίστηκε, αποτελούν και κώδικες ακαδημαϊκής-επιστημονικής τιμής χωρίς τους οποίους καμιά απόφαση δεν θα ήταν εφικτή. Ο πανεπιστημιακός υποχρεωτικά αν θα παίρνει αποφάσεις θα πρέπει να εμπιστεύεται τους επιστήμονες συναδέλφους τους, όταν δίνουν υποσχέσεις για τους επιστημονικούς τους σκοπούς εάν διοριστούν ή εξελιχτούν. Το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος και των νόμων επιτάσσει ότι οι ακαδημαϊκοί λειτουργοί αδιαλείπτως μεριμνούν για την τήρηση των υποσχέσεων με ασυμβίβαστους επιστημονικούς και δεοντολογικούς ελέγχους και κριτικές. Δειλία και φυγοπονία για το κόστος τέτοιων στάσεων αναιρεί το ακαδημαϊκό λειτούργημα και το σύνολο των προϋποθέσεων της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, της ακαδημαϊκής ελευθερίας κα της ακαδημαϊκής-επιστημονικής συγκρότησης. Πως όμως θα υπάρχουν περιθώρια τέτοιων ελέγχων αν συρρικνωθεί ή κατ’ ουσία εκμηδενιστεί η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία όπως το επίμαχο νομοσχέδιο επιδιώκει;

Σύμφωνα με τις ακαδημαϊκές προϋποθέσεις που θέτει το ελληνικό Σύνταγμα και οι νόμοι, οι συμμετέχοντες στην ακαδημαϊκή ζωή παλεύουν αδιαλείπτως για βέλτιστη εκπλήρωση των επιστημονικών σκοπών και, αν δεν το επιτυγχάνουν, τίμιο και σωστό είναι, να προτείνουν οι ίδιοι αλλαγές, ακόμη και μεγάλες, κάτι το οποίο εξάλλου προβλέπεται. Στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης και αυτοθέσμισης των ελληνικών πανεπιστημίων επιτρέπονται ακόμη και οι πιο ρηξικέλευθες προτάσεις και αποφάσεις.
Ακριβώς, επιμένοντας σε αυτή την καίρια πτυχή, τονίζεται ότι επειδή εξ αντικειμένου έξω από την ακαδημαϊκή-επιστημονική ζωή κανείς δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει τις προδιαγραφές του έργου των πανεπιστημιακών, τα πανεπιστήμια εξαντλώντας όλα τα περιθώρια εσωτερικής αυτοδιοίκησης-αυτορρύθμισης και αυτοελέγχων, έχουν υποχρέωση να διαλύουν ή να ανασυντάσσουν ριζικά εκείνα τα Τμήματα τα οποία α) δεν συγκροτούνται επιστημονικά στο βέλτιστο δυνατό βαθμό και β) τα οποία παρακμάζουν δεοντολογικά επειδή δεν αξιώνεται από όλους η τήρηση των επιστημονικών υποσχέσεων και η εκπλήρωση του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος και των νόμων.
Για να το πούμε διαφορετικά, στο εξωτερικό τα πλείστα πανεπιστήμια λειτουργούν ιεραρχικά σύμφωνα με τις κανονιστικές διατάξεις αυτών που τα ελέγχουν και η επιστημονική-ακαδημαϊκή ανεξαρτησία ρητά ή υπονοούμενα ή καταναγκαστικά είναι ένα τυπικό προνόμιο οριοθετημένο από αυτές τις διατάξεις. Συγκριτικά, στην περίπτωση της ελληνικής ακαδημαϊκής-επιστημονικής ανεξαρτησίας η αυτορρύθμιση και η επιστημονική συγκρότηση είναι, όπως είπαμε, συνάρτηση ελεύθερης βούλησης και εμπέδωσης δεοντολογικών κωδίκων μέσα από υπεύθυνες στάσεις, δεοντολογικούς ελέγχους και επιστημονικούς ελέγχους.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι μεν πανεπιστημιακοί εκπληρώνοντας τους σκοπούς του Συντάγματος, τις επιταγές και τους κώδικες μακραίωνων ακαδημαϊκών παραδόσεων και τις προσδοκίες της κοινωνίας που δεσμεύει σπάνιους πόρους για την λειτουργία των δημοσίων πανεπιστημίων, οφείλουν να επιδίδονται ασκητικά και αδιαλείπτως στο άθλημα βέλτιστης μόρφωσης, βέλτιστης κατάρτισης των φοιτητών και βέλτιστων επιστημονικών επιδόσεων.
Σε αντίθεση με την περιρρέουσα καταναγκαστική ατμόσφαιρα πολλών πανεπιστημίων εκτός Ελλάδας εδώ «χωροφύλακας» δεν υπάρχει, για να εκπληρώσει τους ακαδημαϊκούς-επιστημονικούς σκοπούς. Ποιο κάτω ισχυριζόμαστε πως παρά τις αντιξοότητες (λίγοι πόροι, πάμπτωχες υποδομές, χιλιάδες φοιτητές, αμοιβές επιβίωσης) και τις πολιτικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών οι έλληνες πανεπιστημιακοί επιτυγχάνουν πολλά. Το επίμαχο νομοσχέδιο προγραμματικά θεωρεί πως αυτό δεν ισχύει. Πίσω από τις προχειρογραμμένες γραμμές του νομοσχεδίου υποβόσκουν ξενόφερτες λογικές «πολιτικού ή εξωακαδημαϊκού χωροφύλακα» οι οποίες είναι ασύμβατες με τις ελληνικές δημοκρατικές και ακαδημαϊκές παραδόσεις και γι’ αυτό μη εφαρμόσιμες.
Υποψιαζόμαστε πως εάν παρά τις εύλογες αντιδράσεις της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας η Βουλή ψηφίσει το επίμαχο νομοσχέδιο, θα εισέλθουμε σε ένα ακαδημαϊκό-επιστημονικό κατήφορο προς το τέλμα χωρίς επιστροφή. Το αποτέλεσμα θα είναι: Αφενός η μεταρρυθμιστική «επανάσταση» που προτείνει το νομοσχέδιο θα «επιτύχει» το απόλυτο μηδέν και αφετέρου θα συρρικνωθούν ή και εκμηδενιστούν τα κεκτημένα και τα ερείσματα που μας καθιστούν ανταγωνιστικούς, δηλαδή η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία και οι πλούσιες ακαδημαϊκές μας παραδόσεις. Επί αυτού τρεις καίριες επισημάνσεις:
Κατά πρώτον, με το φάσμα των οικονομικών προβλημάτων να πλανάται πάνω από την Ελλάδα τα χρόνια που έρχονται, ακόμη και αν υπάρξει συμβιβασμός σε ζητήματα ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και δημοκρατικής συγκρότησης –κάτι που νομίζω τεκμηριωμένα υποστηρίζουμε εδώ ότι αντενδείκνυται– δεν υπάρχει δυνατότητα να διατεθούν στην ελληνική δημόσια ανώτατη εκπαίδευση υποδομές, τεχνικά μέσα, επαρκείς πόροι και θεσμική ευταξία αντίστοιχα με μερικά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Πανεπιστήμια τα οποία δεν είναι όλα υψηλών επιστημονικών προδιαγραφών ή χωρίς προβλήματα, πλην είναι συμβατικά ανταγωνιστικά γιατί διαθέτουν άφθονους πόρους, συχνά απαράμιλλη υποδομή, λίγους φοιτητές, υψηλά αμειβόμενο προσωπικό και δεσποτικά επιβαλλόμενες «αποτελεσματικές» ιεραρχίες, εκπαιδευτικές πρακτικές και λειτουργίες.
Κάθε πανεπιστήμιο και κάθε Τμήμα ανάλογα με την αφετηρία του, τη διαδρομή του και τα επιτεύγματά του διαθέτει τη δική του ετερότητα στα πεδία της ακαδημαϊκής ανθρωπολογίας, των ακαδημαϊκών πρακτικών και λειτουργιών, των επιστημονικών επιδόσεων, των επιστημονικών και επιστημολογικών προσανατολισμών και των προγραμμάτων σπουδών που στηρίζουν τη μόρφωση, εκπαίδευση και επαγγελματική εξειδίκευση. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι όπως φαίνεται κάποιοι πιστεύουν ότι όλα αυτά και πολλά άλλα αφενός προσφέρονται προς αντιγραφή και αφετέρου ότι μπορούν να εξομοιωθούν και να επιβληθούν με νομοθετικά διατάγματα.
Πέραν του ουσιαστικού και βάσιμου επιχειρήματος ότι στα υπόλοιπα κράτη επικρατεί απέραντη ποικιλομορφία και ανομοιότητα ποιοτικών βαθμίδων και επιστημονικών επιδόσεων, η νομοθετική τοποθέτηση της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης σε μια κοινή μηδενική αφετηρία που θα συνοδευτεί από μια καταστροφική ανάμειξη Τμημάτων και Πανεπιστημίων, θα έχει ως μόνο αποτέλεσμα μια αναίτια και άσκοπη πρωτοφανή αναστάτωση που αναπόδραστα θα εκμηδενίσει την ελληνική ανώτατη παιδεία.
Κατά δεύτερον, αυτή η εκμηδένιση των ελληνικών πανεπιστημίων στο όνομα μιας αλλόκοτης και ανέφικτης μεταρρυθμιστικής λογικής, συνοδεύεται με κατιτί ακαδημαϊκά-επιστημονικά θανατηφόρο. Την εξεζητημένη συρρίκνωση της ακαδημαϊκής-επιστημονικής ανεξαρτησίας των ελλήνων πανεπιστημιακών που προβλέπει το Σύνταγμα. Παρά τις πολλές αντιξοότητες και την ανυπαρξία ανταγωνιστικών υποδομών η ακαδημαϊκή-επιστημονική ανεξαρτησία αποτελεί το κύριο μέσο επιστημονικής και ακαδημαϊκής συγκρότησης με υπεύθυνες όπως είπαμε στάσεις και αποφάσεις, με επιστημονικούς ελέγχους και με δεοντολογικούς ελέγχους. Αντί λοιπόν αυτό το έρεισμα να ενισχυθεί με προσφορά περισσότερων πόρων και με διαφύλαξη της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας επιδιώκεται ο μηδενισμός των πάντων και μια πορεία προς το άγνωστο χωρίς μέσα και χωρίς σκοπό.
Κατά τρίτον, καμιά ευρυθμία δεν θα υπάρξει καθότι η βιαστική μίμηση των λογικών «χωροφύλακα» που διασφαλίζει μια δεσποτική έστω «ευταξία» σε μερικά πανεπιστήμια του εξωτερικού δεν θα είναι δυνατό να επιβληθούν στο ελληνικό επιστημονικό περιβάλλον. Πέραν του γεγονότος ότι αυτές οι λογικές όπως προαναφέρθηκε αντιβαίνουν στις ακαδημαϊκές και πολιτικές παραδόσεις μας, θα προκαλέσουν θεσμικό και ακαδημαϊκό χάος, παθητική αντίσταση, αποστασιοποίηση, ακαδημαϊκά και επιστημονικά μπερδέματα, τυχοδιωκτικές συμπεριφορές τυχόν αλεξιπτωτιστών του ελληνικού πανεπιστημιακού χώρου και συνολικά μια αναστάτωση χωρίς τέλος.

Συντομογραφικά, τα ισχύοντα στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο πέραν του ότι είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα είναι επιπλέον σωστά και τα πρέποντα. Αυτό που χρειάζεται είναι υποδομές, εισροή πόρων, λιγότεροι φοιτητές, καλύτερες αποδοχές και απαλλαγή των πανεπιστημιακών από πολιτικές παρεμβάσεις, ούτως ώστε να αφεθούν απερίσπαστοι στην επιτέλεση του λειτουργήματός τους.
Η βελτίωση και μεταρρύθμιση της ακαδημαϊκής κα επιστημονικής ζωής είναι ένα καθημερινό άθλημα στη βάση αυτών που ισχύουν. Κάθε κρίση, κάθε αλλαγή στο πρόγραμμα σπουδών, κάθε επιστημονική δραστηριότητα και κάθε υψηλή επίδοση των πανεπιστημιακών είναι μια καθημερινή μεταρρύθμιση. Αυτό απαιτείται να ενθαρρυνθεί και όχι να καταργηθεί η δυνατότητα να επιτυγχάνεται, δηλαδή συρρικνωθεί εξεζητημένα η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία που επιτρέπει ελεύθερη επιστημονική συγκρότηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, τα ισχύοντα επιτρέπουν πολύ περισσότερα απ’ ό,τι συχνά αφήνεται να εννοηθεί. Τα πανεπιστήμια έχουν ακαδημαϊκούς και άλλους τρόπους να διαλύσουν ή να ανασυντάξουν ένα τμήμα, εάν και όταν τα στελέχη του δεν συγκροτούνται βέλτιστα στο επιστημονικό και δεοντολογικό πεδίο, εάν και όταν επιδεικτικά επιδίδονται στον παρασιτισμό και εάν και όταν ως εκ τούτου καταμαρτυρούμενα παρακμάζουν δεοντολογικά και επιστημονικά.
Αυτό που βασικά συμβαίνει στην παρούσα συγκυρία είναι ότι ενώ η σιωπηρή πλειονότητα των ελλήνων ακαδημαϊκών υπό άκρως αντίξοες συνθήκες εκπληρώνουν τους σκοπούς του λειτουργήματός τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κάποιες εξόφθαλμες και γνωστές εξαιρέσεις διογκώνονται και με επίκλησή τους επιχειρείται, ουσιαστικά, η κατάργηση της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και η εξεζητημένη έλευση «χωροφυλάκων», δηλαδή, με άλλα λόγια η εξουδετέρωση ή και η εκμηδένιση της ανεξάρτητης δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης χωρίς να προβλεφτεί κάποια εναλλακτική κατάσταση.
Οι πανεπιστημιακοί απαιτείται όχι μόνο να αντιδρούν στην προσπάθεια της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας να εισβάλει στην επιστημονική ζωή αλλά επιπλέον να πάρουν πρωτοβουλίες στα πεδία των επιστημονικών και δεοντολογικών ελέγχων και κυρίως της βέλτιστης επιστημονικής συγκρότησης που θα καθιστούν τέτοιες παρεμβάσεις περιττές.

Εν κατακλείδι, για τους προαναφερθέντες και άλλους συναφείς λόγους, η ασυμβίβαστη συνηγορία υπέρ της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας των ελλήνων πανεπιστημιακών πρέπει να συνοδεύεται και από μια αντίστοιχη ασυμβίβαστη θέση που υποστηρίζει ότι οι πανεπιστημιακοί απαιτείται να εκπληρώνουν με βέλτιστο τρόπο το πνεύμα του Συντάγματος και τις προσδοκίες της κοινωνίας που τους εμπιστεύεται και δεσμεύει σπάνιους πόρους.

ii. «Μνημονιακή λογική έκτακτης ανάγκης» εν μέσω καλοκαιριού

Υπό την αίρεση των προϋποθέσεων και επιφυλάξεων που αναφέρονται στις γραμμές που προηγήθηκαν, διαβάζοντας το νομοσχέδιο για την παιδεία μένουμε κατάπληκτοι. Εν μέσω καλοκαιριού ακολουθώντας πάγιες πλέον αντιδημοκρατικές πρακτικές προωθείται η αποδόμηση αν όχι κατεδάφιση των ελληνικών πανεπιστημίων. Τα προβλήματα της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής είναι όντως πολλά. Οφείλονται όμως σε συγκεκριμένα αίτια. Όπως θα τονιστεί πιο κάτω, η κύρια πηγή τους είναι οι πολιτικές παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών που ροκανίζουν την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία.
Ο σκοπός εξάλειψης των αιτίων αυτών δεν εκπληρώνεται με το να «πυροβολούνται» τα ανώτατα ιδρύματα και οι ακαδημαϊκοί λειτουργοί αλλά α) με σωστή διάγνωση των προβλημάτων και των πηγών τους και β) με πιστή προσκόλληση στις σοφές θεμελιώδεις αρχές που θέτει το Σύνταγμα.
Το επίμαχο νομοσχέδιο κάνει ακριβώς το αντίθετο: Επιτείνει τα προβλήματα και ως προς τις πολιτικές παρεμβάσεις τις θεσμοθετεί.

Διαβάζοντας το επίμαχο νομοσχέδιο για τη δήθεν μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων, για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η υποβόσκουσα ιδεολογικά εμπνευσμένη δογματική υποσυνείδητη επιθυμία μερικών ελίτ της μεταπολιτευτικής ζωής να πλήξουν την πνευματική αυτοτέλεια των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας.
Στην παρούσα συγκυρία, όμως, έχουμε και ένα νέο τρομακτικό στοιχείο: Στο όνομα της οικονομικής κρίσης για την οποία καταμαρτυρούμενα και ομολογούμενα ευθύνεται όλο το πολιτικό φάσμα της μεταπολιτευτικής ιστορικής συγκυρίας, καθιερώνεται μια «μνημονιακή λογική έκτακτης ανάγκης», στο όνομα της οποίας όλα επιτρέπονται, ίσως ακόμη και η καθολική πολιτική και πνευματική «θανάτωση» των νεοελλήνων με την υποταγή τους σε κάποια μυστηριώδη ξένα ακαδημαϊκά πρότυπα που είναι, δήθεν, καλύτερα των δικών μας.
Άφωνους και κατάπληκτους μας αφήνουν, επίσης, μερικές εκτιμήσεις ακαδημαϊκών για το νομοσχέδιο, κυρίως μερικών ελλήνων του εξωτερικού, καθώς επίσης και η κραυγαλέα απάθεια στο ευρύτερο πολιτικό φάσμα συμπεριλαμβανομένης της μείζονος αντιπολίτευσης. Εν τέλει, μπορεί κάποιος να έχει παράπονα, ατυχείς εμπειρίες, προκαταλήψεις, ατομικά συμφέροντα, επιθυμίες για επαναπατρισμό ή εφήμερο πόθο για συνοπτική εξέλιξη στην επόμενη βαθμίδα, και τα λοιπά, πλην στοιχειώδης σοβαρότητα των συζητήσεων εκατέρωθεν απαιτεί θέσεις και εκτιμήσεις που εδράζονται πάνω σε μια αντικειμενική στάθμιση και εκτίμηση των προβλημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων.
Η πολιτικοστοχαστική αποδόμηση, απονεύρωση και καθυπόταξη μιας κοινωνίας που προκαλεί η αποδόμηση της ανώτατης εκπαίδευσης είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να γίνεται αντικείμενο διατύπωσης επιπόλαιων γνωμών ή εκτόνωσης προσωπικών απωθημένων. Η αντικειμενικότητα όχι μόνο δεν βλάπτει αλλά είναι αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση συνεισφοράς στη συζήτηση.

Για το προσχέδιο νόμου μπορούν να γραφτούν πολλές διατριβές. Μέχρι στιγμής και εν πολλοίς, μας καλύπτουν οι εύλογες αντιδράσεις των πρυτάνεων και των αντιπροσώπων των πανεπιστημιακών. Διαβάζοντας το προσχέδιο νόμου και ακούοντας αυτές τις εύλογες αντιδράσεις εύκολα συνάγεται ότι πρόκειται για ακόμη μια νεοελληνική επιπολαιότητα αλλά και για μια χαρακτηριστική δογματική ιδεολογική επίδειξη ξενομανίας. Ο ξενομανής πιθηκισμός ως στάση ζωής επιχειρείται, πλέον, να επιβληθεί και θεσμικά στον ιερό χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.
Η ξενομανία στρέφεται κατά των ελλήνων ακαδημαϊκών στο πλαίσιο μιας ευρύτερης όπως είπαμε «μνημονιακής λογικής έκτακτης ανάγκης» στο όνομα της οποίας πλέον εκτιμούμε ότι αυτό που θα προκαλέσει –συνειδητά ή ανεπίγνωστα, αυτό είναι αδιάφορο– είναι η αποδόμηση και η υποταγή αν όχι και η διάλυση της νεοελληνικής κοινωνίας, των θεσμών της και της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας στο σύνολό της. Η πιθανότητα ακύρωσης της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας για την οποία μίλησε ο ίδιος ο νυν πρωθυπουργός της χώρας και για την οποία μιλούν απροκάλυπτα ξένα πολιτικά πρόσωπα, συντελείται, όπως φαίνεται, μέρα με τη μέρα. Η προσπάθεια αποδόμησης των ελληνικών πανεπιστημίων αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία αυτών των τάσεων. Εάν επιτύχει θα αποτελέσει ένα τραγικό αυτογκόλ και ένα άσκοπο και αναίτιο αυτοχειριασμό.

Από μια ευρύτερη οπτική γωνία των τάσεων και συμπεριφορών των δύο τελευταίων δεκαετιών, το νομοσχέδιο για την παιδεία ενώνει τα νήματα μιας εγγενούς πλέον και υποβόσκουσας αντιπάθειας κατά της ελληνικής πνευματικής και επιστημονικής αυτοτέλειας. Η ξενολαγνεία και ξενομανία του νομοσχεδίου, αν και ωραιοποιημένη με μεταρρυθμιστική ρητορική, είναι κραυγαλέα.
Υποχρεωτικά συντομογραφικά, υποστηρίζουμε ότι ενσαρκώνει με τον πιο εξεζητημένο τρόπο μια ώριμη πλέον υποβόσκουσα εδώ και δεκαετίες επιθυμία ιδεολογικοπολιτικής εκτόνωσης μερικών στελεχών του πολιτικοπαραταξιακού φάσματος, των οποίων η κόπωση και η σύγχυση είναι ολοφάνερη. Η διαμόρφωση πολλών αντιλήψεων που διέπουν τέτοιες στάσεις οφείλονται στην καλλιέργεια και σώρευση δογματισμών, ιδεολογημάτων και άλλων συνδρόμων τα οποία όπως φαίνεται στην παρούσα συγκυρία εν μέσω κρίσης και σύγχυσης αναζητούν να αναδειχθούν και να κυριαρχήσουν. Για ιδεολογικοπολιτική τάση πρόκειται και τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία.
Ιδεολογήματα, δογματισμοί και ξενομανή σύνδρομα είναι γέννημα θρέμμα μιας συγκεχυμένης και μπερδεμένης εποχής κατά τη διάρκεια της οποίας αβάσιμα θεωρήματα και ακραίοι δογματισμοί ευδοκίμησαν και αποτέλεσαν οχήματα κατάληψης της εξουσίας. Όπως καθημερινά ομολογείται (και καταμαρτυρείται), εξάλλου, αποτέλεσαν και το παραπέτασμα καπνού πίσω από το οποίο συντελέστηκε διασπάθιση του μόχθου και του πλούτου των Ελλήνων. Η γενίκευση αυτή είναι όντως σκληρή, πλην δυστυχώς εν πολλοίς τραγικά αληθής, καθότι την ομολογούν δημοσίως οι ίδιοι οι δράστες. Η σιωπηρή πλειοψηφία των ελλήνων που επί δεκαετίες βρέθηκε στις συμπληγάδες ξενόφερτων ιδεολογιών, εν τούτοις, είναι το τελικό θύμα.
Πασίδηλα τα πράγματα δυστυχώς εξωθούνται στο πεδίο μιας ακόμη εμφύλιας σύγκρουσης με όχημα ιδεολογήματα που τρέφουν και ανανεώνουν μια νέα εξάρτηση. Η έντασή της και η έκτασή της, δυστυχώς μάλλον θα είναι μεγάλη, καθότι θα εμπλακούν οι νέοι μας οι οποίοι για λόγους που όλοι αντιλαμβανόμαστε και εξ αντικειμένου είναι απογοητευμένοι και απελπισμένοι.

iii. Αποδόμηση των ελληνικών πανεπιστημίων με «αστυνομικά» διατάγματα και οι παρελθούσες πολιτικές παρεμβάσεις ως κύριο αίτιο των προβλημάτων

Η επιχείρηση, εν μέσω του καλοκαιριού, κατεπείγουσας αποδόμησης της ανεξαρτησίας των ελληνικών πνευματικών ιδρυμάτων, η επιδίωξη υποταγής σε κάποιο νεφελώδες «Υψηλό Γένος Ξένων Πανεπιστημιακών» ή θολών «ξένων ακαδημαϊκών πρακτικών» δήθεν δοκιμασμένων και δήθεν καθολικά επιτυχημένων (βλ. ενότητα v πιο κάτω), δεν οφείλεται σε κάποιου είδους «συνομωσία» αλλά στο γεγονός, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, ότι υπό καθεστώς βαθιάς κρίσης τα νήματα πολλών παρακμιακών πολιτικοστοχαστικών συνδρόμων που υπέβοσκαν εδώ και δεκαετίες ενώνονται. Υποβόσκουσες στάσεις, συμπεριφορές και δογματικά ιδεολογικά σύνδρομα απολήγουν ίσαμε τις λογικές τους συνέπειες με στόχο αυτή την φορά τα ανώτατα πνευματικά ιδρύματα.
Χαρακτηριστικά και ενδεικτικά, με δηλώσεις που φαντάζουν ως «αστυνομικά διατάγματα» νεφελωδώς και αόριστα ανακοινώνεται η εξομοίωση, η εξίσωση και ανακάτεμα παντελώς ετερογενών και ανομοιογενών Τμημάτων και πανεπιστημίων. Τα πανεπιστημιακά τμήματα, όμως, δεν είναι παιχνιδάκι στα χέρια επιστημονικά αναρμόδιων φορέων οι οποίοι εξ αντικειμένου δεν μπορούν να έχουν καθολική άποψη για τα επιστημονικά δρώμενα.
Εξ αντικειμένου δεν υπάρχει κάποιος εκτός της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής, για να σταθούμε σε ένα καίριο ζήτημα, ο οποίος να μπορεί επιστημονικά και ακαδημαϊκά αρμοδίως, να αξιολογήσει τη διαφορετική αφετηρία, τη διαφορετική ιστορική διαδρομή και διαμόρφωση, τις διαφορετικές επιστημονικές βαθμίδες, τον διαφορετικό επιστημονικό προσανατολισμό, τον βαθμό συγγένειας με άλλους ακαδημαϊκούς χώρους και τη διαφορετική, εν τέλει, θεσμική-επιστημονική οντολογία του καθενός πανεπιστημιακού τμήματος!
Μόνοι αρμόδιοι είναι οι ίδιοι οι ακαδημαϊκοί κάθε πανεπιστημίου και κανένας δεν εμποδίζει την εκάστοτε πολιτική ηγεσία να τους συμβουλευτεί. Να τους συμβουλευτεί όμως θεσμικά και επίσημα πριν αποφασίσει και όχι στη βάση ολοφάνερα προγραμματικά αποφασισμένων θέσεων που συνοδεύτηκαν πριν την κατάθεση του νομοσχεδίου με διάδοση φημών για «καταργήσεις», «συγχωνεύσεις» και άλλων απειλητικών υπονοουμένων, «σκέψεων» και υποτιμητικών σχολίων για την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων. Πανεπιστημίων τα οποία ως και να μην έχουν αφετηρία, διαδρομή και διαμόρφωση καλούνται να συμφωνήσουν για μια κοινή μηδενική περίπου αφετηρία που αφορά όλους και όλα.
Αντί μιας συμβιβαστικής λογικής που σέβεται τα ακαδημαϊκά και συνταγματικά κεκτημένα και που θεωρεί ότι για τις μεταρρυθμίσεις την πρώτη λέξη έχουν οι ίδιοι οι ακαδημαϊκοί που καλύτερα από όλους γνωρίζουν τα προβλήματα της ακαδημαϊκής ζωής, άφωνοι ακούμε πολιτικά πρόσωπα να ανακοινώνουν την επερχόμενη εκτέλεση ενός μεγάλου ανακατώματος. Κάποιοι εμπλέκονται στην προετοιμασία του, μάλιστα, με εξεζητημένες επικοινωνιακές μεθόδους σε πάνελ και επιφυλλίδες και με πασίδηλο πλέον σκοπό να ανατραπεί η συνταγματικά κατοχυρωμένη ιερή, αναγκαία και μη εξαιρετέα ακαδημαϊκή αυτοτέλεια.
Να ανατραπεί δηλαδή το πιο σημαντικό έρεισμα των ελληνικών πανεπιστημίων που είναι η δυνατότητά τους να αυτοδιοικηθούν, να συγκροτηθούν επιστημονικά αδέσμευτα, να ασκούν απερίσπαστα από κάθε έξωθεν επιρροή επιστημονικούς και δεοντολογικούς ελέγχους και να απολαμβάνουν επιστημονικό-ακαδημαϊκό άσυλο στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής και επιστημονικής τους ζωής. [Είναι αυτονόητο ότι μιλάμε για επιστημονικό άσυλο και όχι για κάποιο ανύπαρκτο δικαίωμα παραβίασής του με καταλήψεις των εγκαταστάσεων που είναι παράνομες και ενάντια στο πνεύμα της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και της ακαδημαϊκής αυτοτέλειας – βλ. εδώ]

Είναι ένα πράγμα εάν η ακαδημαϊκή-επιστημονική αυτορρύθμιση και συγκρότηση δεν εκπληρώνονται επαρκώς στο εσωτερικό των πανεπιστημίων –οπότε, αφού προηγουμένως αποκρυσταλλωθούν τα αίτια μέσα από δημόσια συζήτηση, το μέσο είναι, προσπάθειες εξορθολογισμού της ακαδημαϊκής ζωής από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς– και άλλο να πυροβολήσουμε τα κεκτημένα ερείσματα της ακαδημαϊκής-επιστημονικής ελευθερίας που κατοχυρώνει το Σύνταγμα και που επικυρώνει η μακραίωνη ακαδημαϊκή μας παράδοση. Ακυρώνεται, έτσι, ο μόνος εφικτός τρόπος βελτίωσης, εξορθολογισμού και επιστημονικής προόδου.

Ποια είναι όμως ακριβώς τα κύρια αίτια των προβλημάτων; Γιατί εάν χρειάζεται βελτίωση των πραγμάτων στα πανεπιστήμια, απαιτείται να αντιμετωπιστούν τα πραγματικά αίτια και όχι να σκιαμαχούμε με κάποια υποθετικά και ανύπαρκτα. Σίγουρα, το επίμαχο προταθέν νομοσχέδιο όχι μόνο δεν αγγίζει τα πραγματικά αίτια των προβλημάτων της ανώτατης εκπαίδευση αλλά τα θρέφει, τα μεγεθύνει, τα θεσμοθετεί και τα διαιωνίζει. Τα σημαντικότερα αίτια είναι τα εξής και όλοι το γνωρίζουν:
Το ίδιο πελατειακό σύστημα που ενδημεί μέσα στις κομματικοπαραταξιακές δομές και το οποίο ευθύνεται για την καταμαρτυρούμενη οικονομική, ηθική, θεσμική, πνευματική και διπλωματική χρεοκοπία της Ελλάδας, ροκανίζει επί δεκαετίες την ακαδημαϊκή ζωή.
Πάει κόντρα στη σιωπηρή πλειοψηφία των ελλήνων ακαδημαϊκών οι οποίοι αφενός, είναι εξ αντικειμένου όλοι προικισμένοι με επιστημονικά προσόντα της υψηλότερης κλίμακας (είναι απαράβατη προϋπόθεση διορισμού τους) και αφετέρου, για να εκπληρώσουν τους επιστημονικούς σκοπούς που με κόπο απέκτησαν, εργάζονται νυχθημερόν στα πεδία της έρευνας, της συγγραφής κειμένων, της διδασκαλίας και των υπόλοιπων ακαδημαϊκών επάλξεων που συνεπάγεται το λειτούργημά τους.
Επειδή αυτή είναι η μόνη αλήθεια, μόνο άμα τερματιστούν οι πολιτικές παρεμβάσεις θα μπορέσουν τα μέλη της κοινότητας των ελλήνων πανεπιστημιακών –τα οποία στη συντριπτική πλειονότητά τους επιθυμούν να αφεθούν απερίσπαστοι στην εκπλήρωση των σκοπών του λειτουργήματός τους– να επιτύχουν βέλτιστο εξορθολογισμό στο πλαίσιο των δεδομένων μέσων που διαθέτουν. Ενδεικτικά αναφέρουμε προβλήματα που όλοι γνωρίζουμε και που θα πρέπει να εξαλειφτούν:
α) Διαρκείς άπιαστες παρεμβάσεις ιδεολογικοπολιτικού και κομματικοπαραταξιακού χαρακτήρα οι οποίες, όποτε και όταν λαμβάνουν χώρα σκουριάζουν τους κρίκους της ακαδημαϊκής-επιστημονικής αξιοκρατίας και δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο αναπαραγωγής ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, ιδιοτελών στεγανών και απομάκρυνσης από την επιστημονικά και κοινωνικοπρακτικά ωφέλιμη γνώση. Γνώση μάλιστα η οποία πρέπει να καλλιεργείται πρωτότυπα και ρηξικέλευθα και όχι με αναμασήματα και πιθηκισμούς κάποιων νεφελωδώς προσδιορισμένων παρακμασμένων ξένων προτύπων.
β) Αναπαραγωγή στο εσωτερικό των πανεπιστημίων πρακτικών του κομματικοπαραταξιακού χώρου όπως η συγκρότηση πυρήνων ομοϊδεατών, φαινόμενα τα οποία εάν και όταν παρατηρούνται αντανακλούν «επιτυχή» διείσδυση του κομματικοπαραταξιακού συστήματος στο εσωτερικό της επιστημονικής ζωής. Υπάρχουν αναρίθμητοι έλληνες ακαδημαϊκοί που αποτελούν όπως προαναφέραμε τη σιωπηρή πλειονότητα, οι οποίοι δυσφορούν όταν εκδηλώνονται τέτοια φαινόμενα και που ασκητικά, ενίοτε μάλιστα με πολύ μεγάλο κόστος, υιοθετούν στάσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση!
γ) Πολιτικά υποκινούμενη κομματικοποίηση του φοιτητικού συνδικαλισμού (αντί ως είθισται τα αιτήματα των φοιτητών να αφορούν πρωτίστως ζητήματα αυτορρύθμισης της ακαδημαϊκής ζωής και τη βελτίωση των σπουδών τους).
δ) Πολιτικά υποκινούμενη βιαστική δημιουργία τμημάτων, κυρίως στις περιφέρειες, των οποίων η συγκρότηση όπως καταμαρτυρείται στα προγράμματα σπουδών είναι συχνά συγκόλληση γνωστικών αντικειμένων, συχνά χωρίς αξονική επιστημονική λογική και χωρίς πολύ σκέψη για τον επαγγελματικό προσανατολισμό των αποφοίτων. Η βελτίωσή τους και ο εξορθολογισμός τους, όμως, δεν επιτυγχάνεται με εξάλειψη των κεκτημένων και συνοπτική, περίπου κατάργησή τους αλλά και πάλι με προβληματισμό και αποφάσεις που διασφαλίζουν τα κεκτημένα.
ε) Ροκάνισμα της ακαδημαϊκής-επιστημονικής ιεραρχίας λόγω πολιτικών παρεμβάσεων με αποτέλεσμα πολλές κρίσεις και άλλοι επιστημονικοί έλεγχοι να διολισθαίνουν στη φυγόπονη ρήση: «εμείς θα αλλάξουμε την Ελλάδα;» Έτσι ενθαρρύνεται η ευθυνοφοβία μπροστά στην ανάληψη κόστους που απαιτούν στάσεις οι οποίες οδηγούν στην πρόοδο της επιστήμης και στην εκπλήρωση της καλύτερης δυνατής ακαδημαϊκής-επιστημονικής συγκρότησης στο εσωτερικό των πανεπιστημίων. Η κριτική ποτέ δεν είναι ευχάριστη, στην ακαδημαϊκή ζωή. Η κριτική και αυτοκριτική, όμως, είναι η πεμπτουσία της επιστημονικής προόδου και της ακαδημαϊκής συγκρότησης και όταν λείπει τα πάντα οπισθοδρομούν και μηδενίζονται.

Βασικά, το κομματικοπαραταξιακό σύστημα παρεμβαίνοντας επί δεκαετίες στην ακαδημαϊκή ζωή προκαλεί συχνά πυκνά παράλυση των επιστημονικών, ακαδημαϊκών και δεοντολογικών ελέγχων, με ενδεχόμενο πλέον πολλοί να είναι απρόθυμοι να ασκούν τους αναγκαίους και μη εξαιρετέους ρόλους που απαιτεί η ακαδημαϊκή-επιστημονική συγκρότηση στο εσωτερικό του ακαδημαϊκού ασύλου. [Άσυλο, τονίζουμε ξανά, μπορεί να αφορά μόνο τα επιστημονικά-ακαδημαϊκά ζητήματα].
Αυτό που απαιτείται να γίνει δια «εισαγγελικού», ρητορικά μιλώντας, «διατάγματος» είναι ο τερματισμός του κομματικοπαταξιακού ροκανίσματος και η απερίσπαστη από τα κόμματα εφαρμογή του Συντάγματος για ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση και επιστημονική αυτοσυγκρότηση.
Και επειδή ακριβώς σωστά προνοώντας το Σύνταγμα προνοεί ότι οι εισαγγελείς δεν έχουν θέση στο εσωτερικό των ακαδημαϊκών και επιστημονικών κρίσεων, αυτό που απαιτείται είναι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία να ενθαρρύνει και όχι να καταργήσει την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία και την αδέσμευτη επιστημονική συγκρότηση.
Όμως, αντί διασφάλισης των μεγάλων ερεισμάτων των ελλήνων ακαδημαϊκών που αποτελούν το πλεονέκτημα των ελληνικών πανεπιστημίων έναντι των πανεπιστημίων πολλών κρατών, επιδιώκεται η ουσιαστική κατάργηση της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και η υποταγή των ακαδημαϊκών σε μια υπέρτερη λογική που θέλει όλους τους πανεπιστημιακούς εκτός Ελλάδας καλύτερους και όλους τους εντός Ελλάδας μειονεκτικούς (βλ. πιο κάτω), τους δε πολιτικούς υπέρτατους κριτές, αν όχι υπέρτατους δεσπότες.
Η προσπάθεια καθυπόταξης της ακαδημαϊκής ζωής σε ιδεολογικοπολιτικές λογικές δεν ωφελεί και δεν θα εφαρμοστεί παρά μόνο δυναστικά, εφήμερα και με αυταρχικές διώξεις που θα επαναφέρουν στη μνήμη τις πρακτικές της επάρατης χουντικής επταετίας.

Εν τέλει, όσοι παροικούμε τις τελευταίες δεκαετίες την ελληνική πανεπιστημιακή Ιερουσαλήμ ξέρουμε ότι ναι μεν μπορεί –όπως ισχύει σε κάθε άλλη ανθρώπινη κατάσταση και σε κάθε χώρα, χρόνο και τόπο– να εισρέουν μερικά βαρίδια, πλην η συντριπτική πλειονότητα των ελλήνων ακαδημαϊκών
α) είναι λιτοί και ασκητικοί ακαδημαϊκοί λειτουργοί με υψηλό αίσθημα ευθύνης,
β) εξ αντικειμένου είναι προικισμένοι με μακρόχρονες σπουδές της υψηλότερης κλίμακας και συχνά καταμαρτυρούμενα είναι της πιο υψηλής επιστημονικής στάθμης και των καλύτερων επιδόσεων παγκοσμίως και
γ) αν και εξαιρετικά χαμηλόμισθοι συγκριτικά με ξένους συναδέλφους τους είναι ακούραστοι εργάτες της επιστήμης και δάσκαλοι με την κλασική έννοια του όρου.
Οτιδήποτε άλλο ειπωθεί, εκτός του ότι αναγάγει την εξαίρεση σε κανόνα, αποτελεί ύβρη κατά της λογικής. Τελευταία, πάντως, πολλοί υβρίζουν κατ’ αυτό τον τρόπο τους έλληνες πανεπιστημιακούς!

Εδώ στην Ελλάδα, αν εκπληρώσουμε σωστά την αποστολή μας ως ακαδημαϊκοί λειτουργοί σύμφωνα με τα προνόμια και τα ερείσματα που διαθέτουμε, η συμμόρφωση στα πάγια ακαδημαϊκά θέσφατα και η επίτευξη σπουδαίων επιστημονικών κατορθωμάτων δεν θα εκπληρωθούν με εξωακαδημαϊκά διατάγματα αλλά με τρόπο που είναι συμβατός με το Σύνταγμα. Όπως αναφέρθηκε στην πρώτη ενότητα, μεταξύ άλλων, με αδέσμευτες επιστημονικές κρίσεις, με επιστημονικούς και δεοντολογικούς ελέγχους, με αξίωση όλων να τηρούνται οι «κώδικες επιστημονικής τιμής», δηλαδή οι επιστημονικές υποσχέσεις που συναρτώνται με βέλτιστους επιστημονικούς σκοπούς και με βασανιστικά σμιλευμένες αποφάσεις στο ευρύ πεδίο της επιστημονικής συγκρότησης κάθε τμήματος και κάθε πανεπιστημίου.

iv. Εξομοίωση και εξίσωση του ανομοιόμορφου ελληνικού πανεπιστημιακού χώρου

Η εξομοιωτική και εξισωτική λογική που διέπει το επίμαχο νομοσχέδιο θίγει βαθύτατα την ετερότητα κάθε Τμήματος και κάθε Πανεπιστημίου. Μερικοί, παρασυρμένοι από εξομοιωτικούς και εξισωτικούς δογματισμούς που κυριαρχούσαν στην ελληνική πολιτικοστοχαστική ζωή των τελευταίων δεκαετιών, αδυνατούν να κατανοήσουν ότι όπως κάθε άλλη οργανωμένη ομάδα ανθρώπων, κάθε Πανεπιστήμιο και κάθε Πανεπιστημιακό Τμήμα έχει διαφορετική αφετηρία, διαφορετική διαδρομή, διαφορετική διαμόρφωση, διαφορετική «ακαδημαϊκή ανθρωπολογία» και γι’ αυτό διαφορετική επιστημονική και επιστημολογική ετερότητα.
Ένα πανεπιστήμιο και ένα ακαδημαϊκό Τμήμα σωστά οργανωμένο και διαμορφωμένο είναι μεν πλουραλιστικό επιστημονικά πλην δεν μπορεί να είναι ένας εσωτερικά διαφοροποιημένος πύργος της Βαβέλ ή ένα σκορποχώρι ατομιστών που μονολογούν. Πώς σε ένα τέτοιο πύργο της Βαβέλ, μπορεί να κτιστεί και συντηρηθεί επιστημονικά ένα υψηλών προδιαγραφών πρόγραμμα σπουδών! Καθότι εξ αντικειμένου ο πυρήνας κάθε Τμήματος είναι το πρόγραμμα σπουδών που απαιτείται να είναι περιεκτικό, επιστημονικά συνεκτικό και μορφωτικά-επαγγελματικά προσανατολισμένο. Πύργους της Βαβέλ θα δημιουργήσουν, ακριβώς, εξομοιωτικοί αφορισμοί και φήμες περί συγκολλήσεων Τμημάτων και πανεπιστημίων που θα αποφασιστούν πολιτικά.

Κάθε ένα πανεπιστημιακό τμήμα –ακόμη και στο εσωτερικό κάθε πανεπιστημίου– στη διαδρομή συγκροτείται επιστημονικά και επιστημολογικά και προσανατολίζεται στρατηγικά κάτω από διαφορετικές συνθήκες και προϋποθέσεις. Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει παρά μόνο διαφορετικές ποιοτικές προδιαγραφές και διαφορετικές δυνατότητες ανάλογα και αντίστοιχα με τις επιτυχίες, τις αποτυχίες, τις εμπειρίες και την ανά πάσα στιγμή ανάπτυξη κάθε τμήματος και κάθε πανεπιστημίου. Ευθύγραμμες κατασκευές καθολικά-οικουμενικά αναγώγιμες και εφαρμόσιμες ποτέ δεν υπήρξαν και ποτέ δεν θα υπάρξουν. Κάθε πανεπιστήμιο και κάθε τμήμα αναπτύσσεται ανομοιόμορφα σύμφωνα με τις διαφορετικές κατά περίπτωση δικές του προϋποθέσεις. Απίστευτο αλλά αληθινό, οι ιθύνοντες του ελληνικού υπουργείου παιδείας και οι σύμβουλοί τους φαίνεται να μην το γνωρίζουν.
Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι παραγνωρίζουν την ετερογένεια και την ανομοιογένεια κάθε Τμήματος και κάθε Πανεπιστημίου και με το επίμαχο νομοσχέδιο επιχειρείται, κατά βάση, να κατεδαφιστούν τα κεκτημένα και να εξομοιωθούν τα ανόμοια ελέω πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται στη βάση ενός μυστηριώδους και άγνωστου σκεπτικού.
Δεν λέμε ότι δεν υπάρχουν προβλήματα και πως δεν χωρεί μεταρρύθμιση (μεταρρύθμιση η οποία στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης των πανεπιστημίων, προσθέτουμε, θα πρέπει να είναι διαρκής και να γίνεται από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς). Πλην στο όνομα κάποιων αόριστων προβλημάτων –ενώ όπως είπαμε τα αίτια των προβλημάτων είναι επακριβώς γνωστά– προγραμματικά φαίνεται πως κάποιοι θέλουν να κάψουν τα χλωρά μαζί με τα ξερά. Τμήματα και Πανεπιστήμια διαφορετικής «οντολογίας» και εξ αντικειμένου διαφορετικής ακαδημαϊκής ανθρωπολογίας, αδιακρίτως και προγραμματικά, θεωρείται ότι μπορούν να επανέλθουν σε μια μηδενική αφετηρία και να αρχίσουν μια νέα διαδρομή πολιτικά αποφασισμένη.
Μπροστά σε αυτή την επαναστατική εξομοιωτική και εξισωτική λογική σαρώνονται τα πάντα και παρακάμπτονται οι ιδιομορφίες κάθε Τμήματος και κάθε Πανεπιστημίου ως ξεχωριστά διαμορφωμένου και διακριτά επιστημονικά συγκροτημένου ακαδημαϊκού θεσμού. Ο προοδευτικά σωρευτικός ρόλος των ακαδημαϊκών, πνευματικών και επιστημονικών κατακτήσεων παραβλέπεται και βασικά τερματίζεται ο ρόλος των ελληνικών πανεπιστημίων ως ανεξάρτητων πνευματικών θεσμών. Διαδρομές και επιτεύγματα δεκαετιών ή και αιώνων παραγνωρίζονται και η εξισωτική μανία εθελοτυφλεί προγραμματικά μπροστά στην διακριτή για ένα έκαστο ακαδημαϊκό θεσμό ακαδημαϊκή, επιστημονική και επιστημολογική ετερότητα. Ακριβολογούμε αν πούμε πως συνειδητά ή ανεπίγνωστα επιχειρείται να επιβληθεί η ισοπέδωση και η εξομοίωση της Ανώτατης παιδείας και η πρόκληση ενός χάους που κανείς δεν γνωρίζει που θα οδηγήσει.

Δεν είναι μικρότερης σημασίας το γεγονός, επίσης, ότι για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και παρά τις κρίσιμες περιστάσεις που περνά η χώρα, επαναλαμβάνεται το «πολιτικό γαϊτανάκι» των κατ’ ουσία «πραξικοπηματικών» καλοκαιριάτικων νομοσχεδίων, όταν κατά το ρηθέν «ο λαουτζίκος θα κάνει τα μπάνια του».
Παρά τις πάμπολλες αντιρρήσεις και παρά τα γιγαντιαία προβλήματα που θα δημιουργηθούν αναστατώνοντας την ανώτατη εκπαίδευση και ίσως την χώρα ευρύτερα, επιχειρείται σε μερικές μόνο εβδομάδες στο μέσο του καλοκαιριού να εκτελεστεί ένα καταστροφικό ανατρεπτικό ανακάτωμα των επιστημονικών δομών, η δημιουργία επιστημονικών ακταρμάδων και η πολιτική συγκόλληση ετερογενών και ανομοιογενών ακαδημαϊκών οντοτήτων που θα βρεθούν όπως είπαμε όλοι μαζί στο σημείο μηδέν.

v. Το «ΓΕΝΟΣ των ΞΕΝΩΝ» ακαδημαϊκών και το υποψήφιο για εξαφάνιση ιθαγενές ελληνικό είδος

Ερχόμαστε τώρα στο σημαντικότερο ίσως πρόβλημα που αναδεικνύει το επίμαχο νομοσχέδιο. Τα παρακμιακά φαινόμενα και ο ανορθολογισμός μιας ολόκληρης εποχής ωρίμασαν και ξεχειλίζουν: «Εξωτερικοί κριτές», «εξωτερικοί αξιολογητές», ένταξη με συνοπτικό τρόπο όποιου διδάσκει «έξω» στην ελληνική ακαδημαϊκή ζωή, κτλ, δημιουργούν μια πρωτόγνωρη, μοναδικά νεοελληνική ξενομανή κατασκευή: Το μέγα «ΓΕΝΟΣ των ΞΕΝΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ» και το μέγα «ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ» που στερούνται «ειδών». «Έξω» όλοι είναι πανομοιότυποι και ιδεατών επιδόσεων: Οτιδήποτε υπάρχει εκεί ΕΞΩ μυθοποιείται, εκθειάζεται, είναι δήθεν ανώτερο, βρίσκεται στο απυρόβλητο κριτικής και δια νόμου καλούμαστε να πιθηκίσουμε τόσο τα «καλά» όσο και τα πολλά, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, κακά.
Τα μέλη αυτού του αδιαφοροποίητου ΓΕΝΟΥΣ ΞΕΝΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΩΝ υπερτίθενται του δικού μας εγχώριου κατασυκοφαντημένου ιθαγενούς είδους, δήθεν μοναδικά κάκιστου και υποψήφιου προς συνοπτική εκτέλεση. Εδώ στην Ελλάδα, λοιπόν, σύμφωνα με κάποιους δογματικούς ιδεολογικούς εγκέφαλους, είμαστε, δήθεν, ακόμη σε πρωτόγονη επιστημονική-ακαδημαϊκή κατάσταση, αν όχι σε ημιάγρια φάση, και θα πρέπει αυτοί που σήμερα κατέχουν μια εφήμερη θεσμική θέση να μας υποβάλουν σε μια σαδιστικά βασανιστική πορεία και σε μια προγραμματικά αποφασισμένη διαδικασία εκμηδένισης πολλών κεκτημένων.
Σημαία όλων αυτών είναι γενικόλογες και νεφελώδεις επικλήσεις ξένων προτύπων ενός έξωθεν αδιαφοροποίητου παγκόσμιου «ακαδημαϊκού όλου». Πλην «καθολικά πρότυπα» για όλα τα κράτη, όλες τις κοινωνίες και όλα τα πανεπιστήμια δεν υπάρχουν. Τέτοιες στρεβλές και αυτιστικές αντιλήψεις είναι απόρροια των εξομοιωτικών και εξισωτικών δογματισμών που προαναφέραμε.
Ερωτώ: Μήπως, εν τέλει, η μανία στήριξης του «μνημονίου» εν μέσω κρίσης έχει δημιουργήσει, πλέον, μια «μνημονιακή ιδεολογία» η οποία κορυφώνει την αμφισβήτηση της ελληνικής πολιτείας και η οποία αναιρεί όχι μόνο την ελληνική ανεξαρτησία αλλά και τους θεσμούς της και μάλιστα τους πιο ιερούς και τους πιο μόνιμους, τους πνευματικούς;

«ΕΚΕΙ ΕΞΩ στον υπόλοιπο πλανήτη Γη», σίγουρα, δεν είναι όλα ιδεατά, θεϊκά, τέλεια και αδιαφοροποίητα. Υπάρχουν από ακαδημαϊκά ιδρύματα (πρωτίστως ιδιωτικά) μακραίωνης παράδοσης και υψηλού κύρους μέχρι δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, δέκατης ή και εκατοστής τάξης πανεπιστημιακά, δήθεν, εκπαιδευτήρια, του συρμού και διάσπαρτα, για να μην πούμε μερικά αγνώστου ταυτότητας πλην μιας ταχυδρομικής μόνο διεύθυνσης.
Επιπλέον, στο εσωτερικό ακόμη και των συμβατικά καλύτερων πανεπιστημίων της Εσπερίας, οι βαθμίδες μεταξύ τμημάτων είναι διαφορετικές. Στο εσωτερικό ενός τμήματος, εξάλλου, εξ αντικειμένου οι προδιαγραφές και οι επιδόσεις των μελών ΔΕΠ δεν μπορεί να είναι όλες οι ίδιες. ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΑ ΚΡΙΝΕΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΛΛΑ και γιατί εμείς «πρέπει» να λησμονήσουμε όλες τις κατακτήσεις και τα ερείσματά μας για να σπεύσουμε να πιθηκίσουμε; Για να είμαστε απολύτως ακριβείς, η μυθοποίηση του ΓΕΝΟΥΣ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ είναι τέτοια που ακόμη και να θέλουμε να πιθηκίσουμε δεν θα ξέρουμε ποιους ακριβώς θα πρέπει να μιμηθούμε.
Για παράδειγμα, πως και με ποια κριτήρια θα μπορούσαν να ενταχθούν στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο κάποιοι, ελληνικής ή αλλοδαπής καταγωγής, οι οποίοι ανήκουν στο ποιο πάνω ΓΕΝΟΣ ΞΕΝΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ, το οποίο δεν είναι ένα αδιαφοροποίητο όλο αλλά πάντοτε ένα απέραντο ετερόκλητο μωσαϊκό απροσμέτρητης εσωτερικής ανομοιομορφίας και ασφαλώς διαφορετικών ποιοτικών προδιαγραφών κάθε ενός κομματιού του στο εσωτερικό κάθε πανεπιστημίου και μεταξύ των πανεπιστημίων που μπορεί να ταλαντεύεται από το μηδέν μέχρι το 100.
Ποιος τους κρίνει όλους αυτούς και πως; Δεν διαθέτουν οι έλληνες ακαδημαϊκοί επιστημονική κρίση, ακαδημαϊκή αρμοδιότητα, ακαδημαϊκές διαδικασίες και επιστημονικές μεθόδους για να εκλέγουν σε ελληνικά πανεπιστήμια αντικειμενικά διακεκριμένους συναδέλφους τους οι οποίοι επιθυμούν να επαναπατριστούν; Δεν το κάνουν αυτό κάθε μέρα και καταμαρτυρούμενα σε σύγκριση με ξένα πρότυπα με την μεγαλύτερη δυνατή επιστημονική αυστηρότητα;
Δεν ισχύει το γεγονός ότι οι ακαδημαϊκές κρίσεις για διορισμό καθηγητών στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι οι πιο αυστηρές και οι πιο δύσκολες και οι πιο σκληρές όλου του πλανήτη!! Για όσους δεν το γνωρίζουν ας το μάθουν!! ότι είναι οι πιο αυστηρές και ότι αποτελεί ύβρη, εάν υποστηριχθεί το αντίθετο.
Γιατί, συναφώς, κάποιοι άκριτα αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια κατάσταση που θα προβλέπει μια σχεδόν συνοπτική προνομιακή ένταξη κάποιου στους ελληνικούς πανεπιστημιακούς θεσμούς απλά και μόνο επειδή βρίσκεται «ΕΞΩ». Ποιος τους έκρινε «έξω», ποιος τους αξιολόγησε «έξω», ποιος τους έθεσε στη βάσανο των επιστημονικών, δεοντολογικών και επιστημονικών ελέγχων «εκεί έξω» και από ποιους και πως όλα αυτά επαληθεύονται ή διαψεύδονται;
Δεν γνωρίζουν, επιπλέον, οι πολιτικοί ιθύνοντες των ελληνικών ΑΕΙ ότι τα περισσότερα ελληνικά τμήματα έχουν πυκνές και πολλές επαφές με ξένους συναδέλφους ή έλληνες ακαδημαϊκούς του εξωτερικού, ότι οι περισσότεροι έλληνες επιστήμονες είναι έντονα παρόντες στη διεθνή βιβλιογραφία με διακεκριμένο και επιστημονικά ουσιαστικό!!! τρόπο, ότι συχνά πυκνά και συμβατά με τις κείμενες διατάξεις υπάρχουν ανταλλαγές και διορισμοί μεταξύ ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων και ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε άμεση και καλή γνώση των προδιαγραφών και ποιοτικών βαθμίδων πολλών συναφών με το αντικείμενό μας πανεπιστημίων του εξωτερικού! Μήπως εν τέλει κάποιες εξαιρέσεις επιστημονικής και ακαδημαϊκής προχειρότητας στο ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο που όπως υποστηρίχθηκε πιο πάνω καταμαρτυρούμενα οφείλονται πρωτίστως στις κομματικοπαραταξιακές παρεμβολές θα πρέπει να αποτελέσουν αφορμή αποδόμησης και εκμηδένισης της ελληνικής ακαδημαϊκής ζωής!
Πόσο και πως, εν τέλει, ξέρει η κάθε βιαστική πολιτική εξουσία να κρίνει καίρια ζητήματα που αφορούν την ακαδημαϊκή και επιστημονική συγκρότηση εδώ ή στο εξωτερικό;
Ποιος τους είπε πως οι έλληνες ακαδημαϊκοί δεν υπόκεινται καθημερινά στην βάσανο προβληματισμών για τον επαγγελματικό προσανατολισμό των φοιτητών τους και της κοινωνικοπρακτικής ωφέλειας των σπουδών; Αυτό δεν κάνουν στο πλαίσιο της σφυρηλάτησης προγραμμάτων σπουδών; Ποιος τους είπε ότι δεν ενδιαφέρει τους έλληνες ακαδημαϊκούς η σύνδεση με την αγορά εργασίας, οι συνεργασίες με το εξωτερικό και άλλες δραστηριότητες που όποτε κατορθώσουμε να απαλλαγούμε από τη δική τους γραφειοκρατία τα επιτυγχάνουμε.
Αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Στο δικό μου πεδίο οι δραστηριότητές μας και οι επαφές μας με το εξωτερικό αλλά και εντός Ελλάδας έχουν σχεδόν κυριολεκτικά παγώσει εδώ και αρκετά χρόνια, επειδή η εκτελεστική εξουσία επικαλούμενη διάφορα ακατανόητα προσχήματα πάγωσε την ίδρυση πανεπιστημιακών ινστιτούτων τα οποία, όπως όλοι ξέρουμε, αποτελούν το όχημα όλων των δραστηριοτήτων της ακαδημαϊκής ζωής! Για να μη μιλήσουμε για τα μεταπτυχιακά προγράμματα των οποίων δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε καν και τον τίτλο ενός μαθήματος! Έτσι, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ακαδημαϊκών φορέων πολιτικού στοχασμού αποδυναμώνεται επειδή το κενό καταλαμβάνεται από παντελώς ανεξέλεγκτα μη ακαδημαϊκά «ιδρύματα προτάσεων πολιτικής» τα οποία χρηματοδοτούνται ποικιλοτρόπως και αμφιλεγόμενα ελκύοντας για τον λόγο αυτό ανθρώπινους πόρους και προσοχή που αδικεί τα δημόσια ακαδημαϊκά ιδρύματα στο πεδίο του πολιτικού στοχασμού.

Σωστό είναι, στο σημείο αυτό, να θιγούν μερικά ακόμη γνωστά μεν πλην καίριας σημασίας ζητήματα. Γνωρίζει η πολιτική εξουσία, αντίστοιχα με αυτό που πολλοί από εμάς γνωρίζουμε, ότι δηλαδή σε μερικά ή και πολλά πανεπιστήμια της Εσπερίας οι ιεραρχίες είναι συχνά και εξεζητημένα περίπου «δεσποτικά-στρατιωτικά» προσδιορισμένες και συχνά διαβρωμένες από εξωακαδημαϊκά ιδιοτελή συμφέροντα;
Γνωρίζει πως σύμφωνα με χυδαίες ωφελιμιστικές πρακτικές πολύ διαδεδομένες σε πολλά κράτη της Εσπερίας που είναι καλά εμπεδωμένες, συρρικνώνεται ο κύριος σκοπός των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δηλαδή η μόρφωση;
Γνωρίζει πως συχνά –και ενάντια σε ένα σωστά νοούμενο επαγγελματικό προσανατολισμό– μηχανοποιείται ιδιοτελώς η εξειδίκευση; Πως επίσης συχνά το πανεπιστήμιο συντείνει στην ανθρωπολογική εκμηδένιση των νεοεισερχόμενων για να είναι «κατάλληλοι», δήθεν, στις κυμάνσεις της «αγοράς εργασίας» και πως όλα αυτά εν τέλει αποδεικνύονται εφήμερα, επίπλαστα, κοινωνικά ελλειμματικά και εύθραυστα σε βαθμό κατάρρευσης με την πρώτη κρίση; Ή μήπως αυτό δεν ζούμε σήμερα σε πολλές χώρες!
Σε μια στιγμή καμπής, λοιπόν, αντί εδρασμένοι στα κεκτημένα μας να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας στο εσωτερικό των ανώτατων πνευματικών ιδρυμάτων για να επαναπροσδιορίσουμε ορθολογιστικά τρόπους βελτίωσής μας, έχουμε ξανά μια προσπάθεια άκριτης εισροής πολιτικών κριτηρίων και μια προσπάθεια άκριτου μιμητισμού προτύπων που είναι ασύμβατα και ακατάλληλα για τις δικές μας δημοκρατικές και ακαδημαϊκές παραδόσεις. Για να μην πούμε ότι είναι παρωχημένα και αποτυχημένα εκεί όπου εφαρμόζονται, ακόμη και στα πιο επιφανή ιδιωτικά ιδρύματα.
Γνωρίζει η πολιτική ηγεσία ότι κερδοσκοπικά κριτήρια κυριαρχούν στη δημιουργία προπτυχιακών και μεταπτυχιακών Τμημάτων της Εσπερίας; Γνωρίζει μήπως ότι συχνά ακούμε πως σε συμβατικά δεύτερης ή τρίτης τάξης «καλούτσικα» πανεπιστήμια ή ακόμη και σε πανεπιστήμια συμβατικά πολύ υψηλής περιωπής ισχύει η ακαδημαϊκά-επιστημονικά θλιβερή λογική: «Να κάνουμε μεταπτυχιακό στο οποίο θα έρχονται πλούσιοι μεσανατολίτες και ανατολίτες οι οποίοι αφού θα πληρώνουν μπορεί να είναι και ακαδημαϊκά-επιστημονικά χαλαρό»!
Για να πούμε μερικά ακόμη πιο προβληματικά και πολύ γνωστά πράγματα, γνωρίζει η ελληνική πολιτική εξουσία όπως εμείς γνωρίζουμε πως σε μερικά πανεπιστήμια, όπως μερικές φορές μας λένε συνάδελφοί μας, οι εξεζητημένα καταναγκαστικές ή και αυταρχικές αντιλήψεις αφθονούν; Γνωρίζει ότι συχνά ενδέχεται να παρακολουθούν ακόμη και τις προσωπικές επικοινωνίες μέσω του ηλεκτρονικού λογαριασμού του πανεπιστημίου;
Γνωρίζει η πολιτική εξουσία πως μάλλον ως κανόνας παρά ως εξαίρεση σε ακαδημαϊκές κρίσεις της Εσπερίας, ακόμη και των πιο καλών πανεπιστημίων συμμετέχουν και μη ακαδημαϊκοί;
Γνωρίζει πως αντίθετα με τις δικές μας επίπονες και συχνά «δυσάρεστες» κρίσεις στη βάση του περιεχομένου των επιστημονικών δημοσιεύσεων των υποψηφίων, αυτό που πραγματικά συμβαίνει εκεί «ΈΞΩ» στη «ΘΕΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΕΣΠΕΡΙΑ» είναι σύνηθες φαινόμενο να βλέπουν τον όγκο ή τους προλόγους και όχι την ποιότητα του έργου και το καθαυτό επιστημονικό περιεχόμενο;
Γνωρίζει η ελληνική πολιτική εξουσία, όπως εμείς γνωρίζουμε, ότι «ΕΚΕΙ ΕΞΩ» πρακτικές και μηχανισμοί άγνωστοι στην ελληνική ακαδημαϊκή ζωή, αποτελούν συνήθη πρακτική που καταμαρτυρούμενα οδηγεί στην παρακμή όχι μόνο της μόρφωσης αλλά και της επαγγελματικής κατάρτισης. Για παράδειγμα, εξαναγκαστικές ψυχολογικές δομές απόρροια ενός περιρρέοντος άπιαστου και εξεζητημένου καταναγκασμού που θέλει τους ακαδημαϊκούς πειθαρχημένους στην πολιτική ή ιδεολογική ορθότητα και στην περιρρέουσα συμβατική οικονομική ατμόσφαιρα, όταν μάλιστα αυτή άγεται και φέρεται στην βάση γραφειοκρατικών λογικών και ιδιοτελών λογικών διεθνικών δρώντων; «Γράφω αυτό που θέλουν οι τάδε ή κάποιοι άλλοι ιδεολόγοι», μου έγραφε πρόσφατα καλός συνάδελφος, «διαφορετικά εδώ ούτε θέση βρίσκεις, ούτε διορίζεσαι, ούτε εξελίσσεσαι»!!
Για να μην αναφερθούμε για κάποια «περιοδικά αξιολογητών» είδους ιδεολογικοπολιτικής ορθότητας στα οποία, μας πληροφορούν συνάδελφοι στο εξωτερικό, εάν δεν συμμορφώνεσαι ιδεολογικοπολιτικά: «Δεν δημοσιεύεις εκεί. Και αν δεν δημοσιεύεις εκεί δεν μπορείς να έχεις δουλειά». Παρομοίως, «η υψηλή επιστήμη», μου έλεγε πολύ πρόσφατα κορυφαίος αμερικανός συνάδελφός μου, «υποτάσσεται πλέον στις εφήμερες επεμβατικές ανάγκες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής»!
Γνωρίζει μήπως η ελληνική πολιτική εξουσία που θέλει τους έλληνες ακαδημαϊκούς εγκλωβισμένους μέσα σε αναμορφωτήριο πιθηκισμού των ξένων, πως οι λεγόμενες («ιερές») «ετεροαναφορές» είναι συχνά μια επιστημονική αθλιότητα αυτοαναφορικής ανακύκλωσης ομοϊδεατών και φίλων που ελέγχουν εφήμερης επιστημονικής σημασίας περιοδικά, δήθεν αξιολογητών, που στο δικό μου τουλάχιστον πεδίο δεν αποκλείεται συχνά να συγκροτούν μια ιδεολογικοπολιτική δομή συνειδητά ή ανεπίγνωστα επιστρατευμένη στους στρατηγικούς σκοπούς του ενός ή άλλου κράτους;
Γνωρίζει μήπως η ελληνική πολιτική ηγεσία ότι πολλοί έλληνες ακαδημαϊκοί εδώ και καιρό είναι αηδιασμένοι με αυτή την επιστημονική διολίσθηση στο τέλμα και με υπευθυνότητα αξιοκρατικά στέκονται αυστηρά στο περιεχόμενο των επιστημονικών κειμένων και όχι στις «ετικέτες» των «ξένων» περιοδικών που τα δημοσιεύουν ή στους προλόγους του ενός ή άλλου φίλου και ομοϊδεάτη;
Τέλος αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να γραφτεί: Εύλογο είναι να ερωτηθεί, γιατί συχνά παίρνουμε επιστολές φοιτητών μας οι οποίοι όταν πάνε ακόμη και στα καλύτερα πανεπιστήμια του εξωτερικού μιλάνε με θαυμασμό τόσο για τις επιστημονικές προδιαγραφές των δικών μας πανεπιστημίων όσο και για τους υψηλούς κώδικες δεοντολογίας και επιστημονικής αντικειμενικότητας; Επιδόσεις που οι φοιτητές μας διαπιστώνουν καθημερινά και που επιτυγχάνουμε με λίγα, αν όχι ανύπαρκτα μέσα και υποδομές και ενάντια στη γραφειοκρατία της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Υπό συνεχή επιπλέον θεσμική αβεβαιότητα λόγω αναστατώσεων που προκαλούν τα «ανεβάσματα – κατεβάσματα» των πολιτικών προϊσταμένων της ανώτατης παιδείας.

vi. Δημοκρατικής Δήμος ελλήνων ακαδημαϊκών και η απειλή εκμηδένισής του

Καλύτερα όμως να ολοκληρώσουμε το παρόν σύντομο δοκίμιο γιατί δεν αξίζει να επεκτεινόμαστε πέραν του δέοντος για πράγματα που είναι πασίγνωστα, πασίδηλα και καθημερνά επαληθεύσιμα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή να επεκταθούμε και να εξειδικεύσουμε.
Τελειώνουμε λοιπόν, τονίζοντας ακριβώς, ότι στο εξωτερικό υπάρχουν καλοί επιστήμονες, καλά τμήματα, καλά πανεπιστήμια αλλά και το αντίστροφο, σε μαζική μάλιστα κλίμακα που δεν ζηλεύουμε. Και όλα αυτά σε κάθε χώρα, κάθε πανεπιστήμιο και κάθε Τμήμα είναι ρευστά, αστάθμητα, μεταλλασσόμενα, ενώ μπορούν να αναλυθούν και εκτιμηθούν μόνο από τους ακαδημαϊκούς και όχι από τους πολιτικούς. Η ίδια ή παρόμοια διαφοροποίηση του ακαδημαϊκού χώρου όπως είναι φυσικό ισχύει και στην Ελλάδα πλην δεν μπορεί να αποτελεί αφορμή ακύρωσης των ακαδημαϊκών κεκτημένων και μηδενισμού πορείας δεκαετιών ή και αιώνων. Και πάλιν, επίσης, αρμόδιοι να αναλύσουν, να σταθμίσουν, να εκτιμήσουν και να προτείνουν μεταρρυθμίσεις είναι οι ίδιοι οι ακαδημαϊκοί και κανείς άλλος.
Η εκτίμηση αυτών των πραγμάτων δεν είναι πολιτικό και πολύ περισσότερο ιδεολογικοπολιτικό ζήτημα αλλά υπόθεση των επιστημόνων της Ελλάδας που αριθμούν μερικές χιλιάδες και οι οποίοι δεν είναι απατεώνες, παράσιτα ή περίπου εγκληματίες όπως μερικοί τελευταία συχνά πυκνά υπαινίσσονται. Όπως τονίσαμε πιο πάνω επανειλημμένα, κατά τεκμήριο οι έλληνες ακαδημαϊκοί είναι επιστήμονες στη υψηλότερη κλίμακα προσόντων και συχνά πολλοί εξ αυτών των υψηλότερων επιδόσεων παγκοσμίως.
Οι έλληνες ακαδημαϊκοί ήταν και συνεχίζουν να είναι ανοικτοί σε κάθε διάλογο και σε κάθε άποψη. Στα ζητήματα όμως επιστημονικής και δεοντολογικής συγκρότησης στο εσωτερικό της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας λογικό και σωστό είναι να έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο.
Με συνταγματικά κατοχυρωμένο τρόπο και για καταμαρτυρούμενους αντικειμενικούς λόγους οι έλληνες ακαδημαϊκοί πλεονεκτούν διεθνώς καθότι συγκροτούν ένα μοναδικό δημοκρατικό ακαδημαϊκό Δήμο. Κανένα έγκλημα δεν διαπράχθηκε ώστε να χρειάζονται τύραννοι και επειδή δεν είμαστε σε κάποια μηδενική αφετηρία δεν χρειαζόμαστε κάποιο αυτόκλητο Σόλωνα. Στο εσωτερικό αυτό του Δήμου αρκετά μπορούν να γίνουν που δεν έγιναν αλλά αυτό δεν αποτελεί λόγο κατάργησής του.
Σίγουρα, δεν υπάρχει κάποιο αδιαφοροποίητο ΓΕΝΟΣ ΞΕΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ νομοτελειακά καλύτερο από τα δικά μας. Εμείς επιπλέον υπερτερούμε στην ασυμβίβαστη ακαδημαϊκή ανεξαρτησία και στην πάμπλουτη ακαδημαϊκή παράδοση που αποτελούν και τα θεμέλιά μας. Σίγουρα, ακόμη και αν κάποιοι δεσποτικά εκθεμελιώσουν την ελληνική πανεπιστημιακή ζωή, αυτά τα κεκτημένα ερείσματα δεν θα εξαφανιστούν! Θα αποτελούν πάντοτε γνώμονά μας και όχημά μας μέχρι να έλθουν καλύτεροι καιροί. Με εμμονή, ψυχραιμία και υπεύθυνη ειρηνική αντίσταση, στάσεις και συμπεριφορές, δηλαδή, που βρίσκονται στον πυρήνα των πολιτικών και πνευματικών παραδόσεών μας. Αυτές τις παραδόσεις, βασικά, είναι που ροκανίζει το ξενολάγνο επίμαχο νομοσχέδιο. Η αντίστασή μας ανεξαρτήτως επιμέρους διαφορών θα πρέπει εντός και εκτός πανεπιστημίων να είναι καθολική και ασυμβίβαστη.
Η διόρθωση των πολλών προβλημάτων, μάλλον εύκολα γίνεται: Μεταξύ άλλων, να πεταχτούν από το παράθυρο οι προαναφερθείσες κομματικές επιρροές και σύμφωνα με το Σύνταγμα να συγκροτηθούν και να αυτοδιοικηθούν οι ακαδημαϊκοί θέτοντας με στόχο το βέλτιστο και καλύτερο. Αυτό ακριβώς κάνει καθημερινά η πλειονότητα των ακαδημαϊκών εν μέσω πολλών αντιξοοτήτων και με λίγους πόρους και αδιαφορούμε παγερά αν κάποιοι ιθύνοντες καθήμενοι μέσα σε ιδεολογικούς κήπους τους δεν το γνωρίζουν.
Αυτή η προσπάθεια, σίγουρα, όριο έχει τον ουρανό και μπορεί να ενταθεί και να πυκνώσει. Αυτό εξάλλου πολλοί από εμάς υποστηρίζουμε από καιρό. Οι πολιτικοί το μόνο που μπορούν να κάνουν για να συνεισφέρουν θετικά σε μια επίταση της επιστημονικής μας συγκρότησης είναι να αφήσουν τους πανεπιστημιακούς αδέσμευτους και απερίσπαστους.
Όσοι δε συνάδελφοί μας αυτοπυροβολούνται και όσοι γενικεύουν με αβάστακτες κατηγορίες, ας έχουν το θάρρος και τη γενναιότητα να παρέμβουν αρμοδίως και επακριβώς στα αρμόδια ακαδημαϊκά όργανα (ή στα διοικητικά όργανα για διαδικαστικά ζητήματα).
Αυτοδύναμη μεταρρύθμιση, βέβαια, σημαίνει ενδυνάμωση των επιστημονικών, ακαδημαϊκών και δεοντολογικών ελέγχων στις μεταξύ μας σχέσεις χωρίς την παραμικρή πολιτική, ιδεολογική και προσωπική ιδιοτέλεια. Η αυτοκριτική είναι και αυτή σημαντική στάση στην καθημερινή ακαδημαϊκή ζωή και πολλοί την κάνουμε κάθε φορά που ανθρωπίνως λειτουργώντας κάνουμε κάποιο λάθος. Η τήρηση των επιστημονικών υποσχέσεων και οι αναγκαίοι για αυτό επιστημονικοί και δεοντολογικοί έλεγχοι, επιπλέον, είναι αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση.

Κατά νου πάντως υπάρχει μια υπέρτατη επιταγή: Η επιβίωση της ανώτατης δημόσιας εκπαίδευσης είναι ζωτικής σημασίας για τους νεοέλληνες. Όταν όπως εξελίσσονται τα πράγματα ενδεχομένως καταλυθεί η χρεοκοπημένη και παραπαίουσα νεοελληνική πολιτεία, δεν θα ξανασηκωθούμε όρθιοι άν τώρα καταλυθούν οι επιστημονικές και πνευματικές δομές. Πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν και ας το αναλογιστούν αυτό οι εγχώριοι κράχτες των κάθε είδους ξενομανών μνημονίων, ακαδημαϊκών και μη.
Ένα είναι σίγουρο, στο ακαδημαϊκό-επιστημονικό πεδίο δεν βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν και ούτε θα βρεθούμε σε μηδενική αφετηρία ακόμη και αν θεσμικά μας επιβληθεί. Μια δομή πιθηκίζουσα και συγκολλητική έστω και αν μας επιβληθεί ποτέ δεν θα είναι δική μας και ευκαιρίας δοθείσης θα την αποτινάξουμε με ειρηνικές και δημοκρατικές μεθόδους. Εν τω μεταξύ θα εργαζόμαστε ασκητικά, ευσυνείδητα και υπεύθυνα για την εκπλήρωση των σκοπών του ακαδημαϊκού λειτουργήματος σύμφωνα με τις πάγιες ακαδημαϊκές μας παραδόσεις (για τις οποίες έχουμε πλήρη επίγνωση ότι είναι και οικουμενικές).
Η ελληνική κοινωνία, όπως κάθε άλλη κοινωνία που δεν βρίσκεται σε ημιάγρια κατάσταση, διαθέτει θεσμούς και μακραίωνη πολιτική παράδοση και ακαδημαϊκό πολιτισμό τον οποίο κανείς δεν θα μας τον πάρει ό,τι και να κάνει και πάνω σε αυτό συστηματικά πρέπει να κτίζουμε την πρόοδό μας.

Ιούλιος 2011

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: