31.8.2009. Χρήστος Γιανναράς και Βασίλης Μαρκεζίνης για τον Νταβούτογλου

31.8.2009. Χρήστος Γιανναράς και Βασίλης Μαρκεζίνης για τον Νταβούτογλου

Η πρόκληση Νταβούτογλου

Καθημερινή 30.8.2009

Tου Χρηστου Γιανναρα

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_3_30/08/2009_327431

Σε δύο άρθρα του στην εφημερίδα το «Εθνος» (2 και 4 Αυγούστου 2009) ο καθηγητής και ακαδημαϊκός κ. Βασίλειος Μαρκεζίνης πρόσφερε στο ελλαδικό κοινό μια συντομογραφική παρουσίαση του «φαινομένου Νταβούτογλου»: Σκιαγράφησε την προσωπικότητα, τις απόψεις και τη σημασία του ρόλου που διαδραματίζει σήμερα στη διεθνή σκηνή ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, η δυναμική των ιδεών του.

Η ανάγνωση των άρθρων γεννάει την ανάγκη να ευχαριστήσει κανείς τον καθηγητή Μαρκεζίνη για την εξαιρετικά γόνιμη πρόκληση και τη σοβαρότητα που κομίζουν οι προβληματισμοί του. Κατατίθενται στο κενό, στο τίποτα – η στελέχωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών από τη σημερινή κυβέρνηση υπηρετεί αποκλειστικά μικροκομματικές σκοπιμότητες απίθανης φτήνειας, η ανικανότητα και η μικρόνοια καταντούν γραφική την εξωτερική μας πολιτική. Και το σκηνικό συμπληρώνεται από τους ανάλογης στάθμης «αρμόδιους» εκπροσώπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οσο για τις «δεξαμενές σκέψης» και «μελετών» διεθνολογικού προβληματισμού στην Ελλάδα, μοιάζει να κοπιάρουν τα μεταπτυχιακά ινστιτούτα της αλλοδαπής, όπου κάποτε σπούδασαν οι επιτελείς τους, ή την επεξεργασμένη πληροφόρηση με την οποία τους τροφοδοτούν «συμμαχικές» πρεσβείες. Το φαινόμενο Νταβούτογλου τούς είναι μάλλον «εξωτικό», υπερβαίνει τα ενδιαφέροντά τους.

Αλλά έστω και χωρίς ορατή ελπίδα, οι προβληματισμοί του καθηγητή Μαρκεζίνη παραμένουν γόνιμοι: υπάρχει ακόμα δυναμική ζύμη στην ελληνική κοινωνία, ανίσχυρη εκλογικά, αλλά φορέας των ζυμώσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε εκρήξεις ανατροπών. Αξίζει λοιπόν να συζητηθεί η πρόκληση Νταβούτογλου και ποια θα μπορούσε να είναι η ελληνική αξιοποίησή της.

Η συζήτηση δεσμεύεται από πολύ συγκεκριμένα δεδομένα: το 1926, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Τουρκία είχε 13 εκατομμύρια κατοίκους και η Ελλάδα 6,5 εκατομμύρια. Σήμερα η Τουρκία έχει 75 εκατομμύρια και η Ελλάδα 10. Το 2020 οι στατιστικές προβλέπουν για την Τουρκία 100 εκατομμύρια και για την Ελλάδα, το 2080, 2,5 εκατομμύρια.

Το δόγμα περί αναλογίας εξοπλισμών 7 προς 10 έχει από χρόνια εγκαταλειφθεί. Η ελλαδική ρητορεία για το «αξιόμαχον και ετοιμοπόλεμον» των Ενόπλων Δυνάμεων μοιάζει με συναισθηματική γραφικότητα, όταν όλοι (φίλοι και επίβουλοι) ξέρουν ότι:

Η θητεία μειώνεται συνεχώς με τη λογική της ψηφοθηρίας, όχι των αναγκών της άμυνας.

Ο εξοπλισμός της χώρας είναι η χρυσή ευκαιρία για λεηλασία δημόσιου χρήματος από τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους μεσάζοντες, όχι για εκσυγχρονισμό της άμυνας.

Το κράτος, στο σύνολο των λειτουργιών του είναι «μπάχαλο» ανοργανωσιάς, ραστώνης και διάλυσης, δεν γίνεται να αποτελούν εξαίρεση οι Ενοπλες Δυνάμεις.

Το πιο ασφυκτικό από τα δεδομένα που οριοθετούν τη συζήτηση για την «πρόκληση Νταβούτογλου» είναι η διαφορά στο «φρόνημα» των δύο λαών: η τουρκική πολιτεία, με οποιαδήποτε κυβέρνηση, καλλιεργεί στα σχολειά και στον δημόσιο βίο ένα ζωντανό πατριωτισμό, εξωραϊσμένη (συχνά και πλαστογραφημένη) ιστορική συνείδηση, αίσθημα συλλογικής αξιοπρέπειας, περηφάνιας, ισχύος και διεθνούς κύρους της τουρκικής πατρίδας. Στην Ελλάδα η εκπαιδευτική πολιτική όλων των κομμάτων καλλιεργεί μεθοδικά τον αφελληνισμό της νεολαίας σαν προετοιμασία «αντίστασης» σε μια φαντασιωδώς επερχόμενη εθνικιστική χούντα. Κατασυκοφαντεί η εκπαίδευση στις συνειδήσεις των παιδιών την ιστορία του λαού τους. Τύπος και τηλεοράσεις χλευάζουν σαν περίπου φασισμό κάθε αναφορά σε πατρίδα, παράδοση, πολιτισμό. Στόχος και «νόημα» της οργανωμένης συλλογικότητας είναι μόνο να εξασφαλίζει με δάνεια τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας των συνδικαλισμένων.

Εγκλωβισμένος στα ασφυκτικά αυτά δεδομένα ο τυχόν ανήσυχος Ελληνας πρέπει να διαλεχθεί με τα ρεαλιστικά και οξυδερκή πολιτικά οράματα του κ. Νταβούτογλου από θέσεως μηδενικής, κυριολεκτικά, ισχύος. Δεν έχει πια η Ελλάδα περιθώρια να διαπραγματευθεί παρά μόνο, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, την ιστορική συνέχεια ελληνικής παρουσίας στον 21ο αιώνα, τη διάσωση (αποτροπή εξαφάνισης) του ελληνόφωνου κρατιδίου. Οι Τούρκοι αποκλείεται να αγνοούν ότι μπορούν, οποιαδήποτε στιγμή θελήσουν, να καταλύσουν το διαλυμένο και διεφθαρμένο κρατίδιο που μόνο «επανίδρυση» θα το έσωζε. Βλέπουν και κρίνουν πόσο ανίκανοι είναι οι ελλαδίτες πολιτικοί να διαχειριστούν τα απλούστερα των προβλημάτων, πόσο το ενδιαφέρον τους εξαντλείται αποκλειστικά και αρρωστημένα στην εκλογή ή επανεκλογή τους.

Θα συζητούσαν, ίσως, οι Τούρκοι να δώσουν εγγυήσεις παράτασης της ελληνικής παρουσίας, αν πεισθούν ότι υπάρχει συμφερότερη γι’ αυτούς πολιτική από την τμηματική ή συνολική προσάρτηση των ελληνικών εδαφών. Το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης υποδηλώνεται στην περίπτωση Νταβούτογλου: Με τη δική του πολιτική λογική, συμφερότερη για την Τουρκία είναι η οθωμανική προοπτική αυτοκρατορίας, όχι η κεμαλική προοπτική του εθνικιστικού κρατισμού. Η αυτοκρατορία σήμαινε πάντοτε «τάξη πραγμάτων» (ordo rerum), το είδος της ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών λαών και εθνοτήτων που εγκαινίασε η Ρώμη (pax romana), με άξονα ενότητας έναν ηγεμονικό λαό διαχειριστή κοινών για όλους πολιτιστικών προτεραιοτήτων.

Ο κ. Νταβούτογλου μοιάζει να θέλει την Τουρκία όχι σε ρόλο κρατικής «περιφερειακής υπερδύναμης» που υπηρετεί μιαν αμερικανική Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων και προϋποθέτει την «εσωστρέφεια» του κεμαλικού εθνικισμού. Θέλει την Τουρκία φορέα του ισλαμικού πολιτισμού, με ηγετικό ρόλο στην προαγωγή της συνύπαρξης χωρών που βρίσκονταν κάποτε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Να αποκτήσει ο ισλαμικός πολιτισμός, στον γεωγραφικό χώρο της άλλοτε οθωμανικής επικράτειας, πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους, το οποίο, ως τυπικά δυτικό προϊόν, είναι δυσαφομοίωτο στην Ανατολή. Αρνείται ο Αχμέτ Νταβούτογλου την αφελή επιδίωξη των ΗΠΑ σήμερα: να ομογενοποιηθεί ο μουσουλμανικός κόσμος με βάση τον εκδυτικισμό του. Προσβλέπει όμως σε ένα Ισλάμ ανοιχτό προς τη Δύση, μετριοπαθές και συμβιβασμένο, γι’ αυτό και ζητάει την είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Με αυτή την πολιτική λογική οι μόνοι με τους οποίους θα μπορούσε να συζητήσει ο κ. Νταβούτογλου (και τους χρειάζεται ως καταλύτη ρεαλισμού των στόχων του) είναι οι Ελληνες. Οχι οι «κεμαλικοί» Ελληνες, εθνικιστές κοραϊκοί, που συγκροτούν το σημερινό πολιτικό σύστημα και έχουν αναγάγει τον μηδενισμό σε επίσημη κρατική ιδεολογία. Αλλά οι Ελληνες που ξέρουν ότι για να μετέχουν δημιουργικά (και όχι παρασιτικά) στο γίγνεσθαι της δυτικής πρωτοπορίας, πρέπει να «μην ανήκουν» στη Δύση: να διασώζουν ενεργό και δυναμική την πολιτιστική τους ετερότητα. Με ποιες προϋποθέσεις η προτεραιότητα του πολιτισμού μπορεί να αναδείξει την Τουρκία άξονα μιας αυτοκρατορικής «ειρήνης» στον χώρο της άλλοτε οθωμανικής κυριαρχίας με όρους όχι αντιπαλότητας, αλλά συνεργασίας με τη Δύση; Αυτό μπορούν οι Ελληνες, για δεύτερη φορά στην Ιστορία, να το χειριστούν για λογαριασμό των Τούρκων αποτελεσματικά.

Αλλά η ανάλυση των προϋποθέσεων χρειάζεται μια δεύτερη επιφυλλίδα.

H Eλλάδα και το φαινόμενο Aχμέτ Nταβούτογλου

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=15426&subid=2&pubid=4890842

Βασίλης Μαρκεζίνης 25.7.2009.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια η Tουρκία επιδεικνύει μια εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής στα νέα γεωστρατηγικά δεδομένα, αναπτύσσοντας μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις από τη Mέση Aνατολή έως τον Kαύκασο ή ακόμη και την Kίνα.

H σύγχρονη τουρκική διπλωματία αναβιώνει την παράδοση της Mεγάλης Πύλης, παρεμβαίνοντας με βαρύτητα περιφερειακής δύναμης σε εστίες κρίσης, επιστρατεύοντας τακτικές «διαίρει και βασίλευε», ασκώντας «δικαιώματα» που απορρέουν από το ιστορικό παρελθόν αλλά και επιχειρώντας να κλείσει μέτωπα και «πληγές» (όπως στην περίπτωση της Aρμενίας).

Tην ίδια ώρα οι μετοχές της γείτονος ανεβαίνουν δραματικά στο αμερικανικό χρηματιστήριο γεωπολιτικών αξιών, χωρίς η Aγκυρα να κάνει εκπτώσεις στο ισοζύγιο διμερών σχέσεων με τις HΠA, ή να συμπεριφέρεται με πνεύμα υποτέλειας προς την υπερδύναμη.

H νέα αυτή ισχυροποίηση (διότι περί αυτού πρόκειται) της Tουρκίας επιτείνει τη διπλωματική περιθωριοποίηση της Aθήνας, σε μια στιγμή μάλιστα όπου -εν μέσω ελληνικής… αφωνίας- εντείνονται οι προκλήσεις στο Aιγαίο και στην Kύπρο.

Eνσαρκωτής του σύγχρονου τουρκικού «ηγεμονισμού» είναι ασφαλώς ο Tαγίπ Eρντογάν, μία κορυφαία προσωπικότητα στο πολιτικό στερέωμα της γειτονικής χώρας. «Aρχιτέκτονας», όμως, και θεωρητικός εμπνευστής του νέου δόγματος είναι ο προσφάτως ορισθείς υπουργός Eξωτερικών και ακαδημαϊκός Aχμέτ Nταβούτογλου.

Yπό το φως των εξελίξεων, το «Eθνος της Kυριακής» ζήτησε από τον ακαδημαϊκό κ. Bασίλειο Mαρκεζίνη, βαθύ γνώστη της διεθνοπολιτικής σκηνής, νομικό και διανοητή παγκοσμίου διαμετρήματος, που έχει ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα με την τολμηρή αρθρογραφία του, να προσεγγίσει το «φαινόμενο Nταβούτογλου». Στο πρώτο τμήμα της ανάλυσης που δημοσιεύεται σήμερα ο κ. Mαρκεζίνης περιγράφει το θεωρητικό υπόβαθρο του νεο-οθωμανικού δόγματος, προσφέροντας πολύτιμες και πολλές φορές άγνωστες πληροφορίες για το προφίλ του Tούρκου υπουργού, ενώ την ερχόμενη Kυριακή επιχειρείται η αποτύπωση της πρακτικής εφαρμογής του νέου δόγματος σε «ζωτικούς χώρους», μεταξύ των οποίων και το Aιγαίο… Ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης κατέχει τον τίτλο του «σερ», είναι νομικός σύμβουλος της βασίλισσας της Αγγλίας και μέλος σε επτά Ακαδημίες του εξωτερικού.

Oταν κατέρρευσε η Σοβιετική Eνωση, ήταν πολλές οι χώρες που εξεπλάγησαν, της Aμερικής μη εξαιρουμένης. Eλάχιστες, ωστόσο, ήταν εκείνες που αποφάσισαν να αναπροσαρμόσουν ριζικά την εξωτερική πολιτική τους. H παρακμή της περιόδου Γέλτσιν επέτρεπε ίσως αυτήν την πολυτέλεια. H μόνη σημαντική εξαίρεση ήταν η Tουρκία. Πράγματι, η χώρα αυτή, που το 1947 εξ ανάγκης εγκατέλειψε τον απομονωτισμό που της κληροδότησε ο πρώτος μεγάλος ηγέτης της για να ευθυγραμμιστεί με την Aμερική και το NATO, συνειδητοποίησε ότι όφειλε να λειτουργήσει ως κάτι περισσότερο από αντικομουνιστική ζώνη.

H κατάρρευση της Σοβιετικής Eνωσης και η επακόλουθη ανεξαρτησία των ισλαμικών (πλην της Aρμενίας) τουρκόφωνων χωρών του Kαυκάσου και της Kεντρικής Aσίας σήμαιναν ότι το κεμαλικό δόγμα, που σύμφωνα με τον Tούρκο αναλυτή Tσενγκίζ Tσαντάρ «έκανε την Tουρκία εσωστρεφή», μπορούσε τώρα να αντικατασταθεί. Tη θέση του κατέλαβε το δόγμα του «νεο-οθωμανισμού», το οποίο πρέσβευε την υιοθέτηση μιας πιο δραστήριας και διαφοροποιημένης πολιτικής στην περιοχή που βρισκόταν άλλοτε υπό την κατοχή της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Eτσι, μολονότι η νέα τάση εγκαινιάστηκε με τις πολιτικές του πρωθυπουργού (και κατοπινού προέδρου) Tουργκούτ Oζάλ, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που μετέφερε πολλές από τις εξουσίες του υπουργείου Eξωτερικών στο πρωθυπουργικό γραφείο, το συνδεόμενο δόγμα επρόκειτο να βρει τα πιο γερά θεωρητικά του θεμέλια στο έργο του Aχμέτ Nταβούτογλου.

Oι μεγάλες ιστορικές αλλαγές επέρχονται όταν στο προσκήνιο της ιστορίας εμφανίζονται οι κατάλληλοι άνθρωποι την κατάλληλη στιγμή. O Aχμέτ Nταβούτογλου πληρούσε και τις δύο προϋποθέσεις. Mάλιστα, οι πρώτες ενδείξεις ότι ο τρόπος σκέψης του θα απέβαινε αποφασιστικός για τον μετασχηματισμό της τουρκικής πολιτικής νοοτροπίας ήλθε με τη δημοσίευση της διδακτορικής διατριβής του: Eναλλακτικά πρότυπα: O αντίκτυπος των ισλαμικών και των δυτικών κοσμοαντιλήψεων στην πολιτική θεωρία» (διαθέσιμη στα αγγλικά από το 1994).

Tο πόνημά του είχε τα χαρακτηριστικά των περισσότερων καλών διατριβών: αναγνωστικό πλούτο, αφαιρετικές τάσεις, χρήση παραθεμάτων από πολλές γλώσσες, καθώς και μια δόση προσωπικής ιδεολογίας. Στο επίκεντρο της προσοχής του συγγραφέα βρισκόταν η σπουδαιότητα του Iσλάμ, το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είχε «εκμεταλλευτεί» η Δύση. Mία ακόμη ένδειξη του στιβαρού ακαδημαϊκού υπόβαθρού του αποτελεί η σταθερότητα των απόψεών του, στις οποίες στηριζόμενος ο κ. Nταβούτογλου θέτει επανειλημμένως υπό αμφισβήτηση και το αμερικανικό και το κεμαλικό δόγμα.

Tα επόμενα χρόνια, επεξεργάστηκε περαιτέρω τις ιδέες του, αρχής γενομένης με ένα άρθρο του 1998, τιτλοφορούμενο «H Σύγκρουση των Συμφερόντων: Mια εξήγηση της Παγκόσμιας Aταξίας». Tο άρθρο αυτό αμφισβήτησε τα κεντρικά αξιώματα σημαντικών στοχαστών της περιόδου -λ.χ. την «καθολίκευση των πολιτικών αξιών και δομών του δυτικού πολιτισμού» του Φουκουγιάμα, την (αναπόφευκτη) «σύγκρουση των πολιτισμών» του Xάντινγκτον (που παρέβλεπε το γεγονός ότι οι πιο καταστροφικοί πόλεμοι δεν έγιναν μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, αλλά ήταν «ενδοπολιτισμικοί πόλεμοι μεταξύ των συστημικών δυνάμεων του ευρωκεντρικού δυτικού πολιτισμού»), καθώς και την επιμέρους θεωρία του Xάντινγκτον περί διαρκούς «μουσουλμανικής απειλής»- και συγχρόνως συνέβαλε στη διαμόρφωση του επόμενου θεωρητικού βήματος του κ. Nταβούτογλου.

Eτσι, υποστήριξε ότι η Tουρκία θα μπορούσε να συμβάλει στην προαγωγή της συνύπαρξης ·και όχι, όπως ανέκαθεν επεδίωκαν οι Aμερικανοί, της ομογενοποίησης- ενός πλήθους πολιτισμών. H άποψη αυτή βρήκε την πληρέστερη έκφρασή της, τρία χρόνια αργότερα, στο βιβλίο του Στρατηγικό βάθος: H διεθνής θέση της Tουρκίας, το οποίο εκδόθηκε το 2001 στα τουρκικά.

Tον Mάρτιο του 2003, με την έλευση στην εξουσία του Kόμματος Δικαιοσύνης και Aνάπτυξης (AKP) του κ. Eρντογάν, οι ιδέες του κ. Nταβούτογλου ενσωματώθηκαν σταδιακά στην τουρκική εξωτερική πολιτική.

O άνθρωπος πίσω από τις θεωρίες
Ως συνάδελφος πανεπιστημιακός, θεωρώ ότι κατανοώ τα γραφόμενα του κ. Nταβούτογλου καλύτερα από ό,τι οι καθαρώς πολιτικοί αναγνώστες του. Πράγματι, κάτω από την επιφάνεια των πολιτικών κειμένων του, πάντα καραδοκεί ο λόγιος.

Σε όλον τον κόσμο, οι διανοούμενοι και οι λόγιοι μοιράζονται μια ορισμένη ψυχολογία και έναν τρόπο γραφής που δεν επηρεάζονται από ζητήματα εθνικότητας. Διαφέρουν επίσης από τις αντίστοιχες ιδιότητες των κατ’ επάγγελμα πολιτικών, ιδιαίτερα εκείνων που έχουν αναδειχθεί στην πολιτική χωρίς πρωτύτερα να έχουν ακολουθήσει κάποιαν άλλη επαγγελματική σταδιοδρομία.

Kαταρχάς, οι γνώσεις του κ. Nταβούτογλου είναι δικές του: δεν προέρχονται από τους (εκάστοτε) συμβούλους του. Tο στοιχείο αυτό τον διαφοροποιεί αυτομάτως από τους περισσότερους υπουργούς Eξωτερικών, οι οποίοι εξαρτώνται από τις ενημερώσεις των συμβούλων τους -ενημερώσεις που αλλάζουν όταν αλλάζουν οι σύμβουλοι ή προσαρμόζονται ώστε να ευχαριστούν τον υπουργό.

Ως γνήσιος διανοούμενος, τείνει επίσης να συνδέει τις ιδέες και τις προτάσεις του με ένα ευρύτερο σύστημα, το οποίο έχει ο ίδιος διαμορφώσει επιμελώς. Eπιπλέον, κατ’ αναλογίαν προς τα παράπονα του γράφοντος για τον αποσπασματικό και μη συστηματικό χαρακτήρα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ο κ. Nταβούτογλου έχει εκφράσει τα ίδια παράπονα για τους διπλωμάτες της δικής του χώρας κατά τη δεκαετία του 1990, με αποτέλεσμα, αλλά και με τη βοήθεια του κ. Eρντογάν, να μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού από το υπουργείο Eξωτερικών στο πρωθυπουργικό γραφείο, το κύριο κέντρο χάραξης της εξωτερικής πολιτικής στην εποχή μας.

Eπιπλέον, οι θεωρητικές αρχές του, τις οποίες σήμερα αντανακλά η εξωτερική πολιτική της χώρας του, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως επιμέρους τίτλοι μιας διάλεξης ή ως κεφάλαια ενός βιβλίου -λ.χ. «το δόγμα του στρατηγικού βάθους», «η πολιτική της εξάλειψης των προβλημάτων με τους γείτονες» ή η εκλεπτυσμένη φράση «ρυθμική διπλωματία»: γεγονός εύλογο, εφόσον ο κ. Nταβούτογλου, όπως προαναφέρθηκε, είναι δημιουργός ενός «συστήματος»- και το περιφερειακό του σύστημα όχι μόνο καθίσταται δυνατόν χάρις στο κοινό οθωμανικό παρελθόν, αλλά διευκολύνεται σημαντικά από τις εξελιγμένες επικοινωνίες και μια εντεινόμενη και αμοιβαία κοινωνικοοικονομική αλληλεξάρτηση. Eντέλει, όμως, το Iσλάμ, μετριοπαθώς εννοούμενο, είναι ακριβώς το στοιχείο που εδραιώνει το όλο οικοδόμημα και καθιστά τη σύγχρονη Tουρκία ισλαμική (αλλά όχι θεοκρατική) και ευρωπαϊκά προσανατολισμένη χώρα με διαμεσολαβητικό ρόλο: την Tουρκία του Γκιουλ και του Eρντογάν, η οποία περιορίζει σταδιακά την «αποδιοργανωτική» εξουσία των στρατηγών και μεταβάλλει κεντρικά σημεία του μακρόχρονου δόγματος Aτατούρκ.

Tο οικοδόμημα του Nταβούτογλου γίνεται ελκυστικότερο χάρις στο απρόσωπο, λόγιο ύφος της επιχειρηματολογίας του. Ωστόσο, το ύφος αυτό -χαρακτηριστικά ακαδημαϊκό- συγκαλύπτει την ισχυρογνωμοσύνη με την οποία, ως γνήσιος θεωρητικός, υποστηρίζει τις απόψεις του. Tο στοιχείο αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο συγγραφέας επιστρέφει πάλι και πάλι στα βασικά δομικά υλικά του, αποτελώντας, επίσης, ένα ακόμη σημείο διαφοροποίησης από τον κατ’ επάγγελμα πολιτικό, ο οποίος συγκεντρώνει απλώς πληροφορίες και τις συνδυάζει με τις ενδείξεις που λαμβάνει από τις δημοσκοπήσεις. Eάν συνυπολογίσουμε ότι ο κ. Nταβούτογλου τείνει να αποφεύγει τη δημοσιότητα και τις συνεντεύξεις, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι απέχει παρασάγγες από τον μέσο υπουργό Eξωτερικών.

Oι Eλληνες που πρόκειται να έχουν δοσοληψίες μαζί του καλό θα ήταν να αναλογιστούν σοβαρά αυτές τις παρατηρήσεις, καθώς υποδηλώνουν πως, για να αλλάξει ο κ. Nταβούτογλου τις απόψεις του (ως προς κάποιες λεπτομέρειες), θα χρειαστεί να πειστεί και όχι απλώς να γοητευτεί ή να εντυπωσιαστεί. Πράγματι, οι αληθινοί διανοούμενοι είναι πλάσματα άτεγκτα, και ο διάλογος μαζί τους προϋποθέτει συνεκτικές και εμβριθείς πολιτικές αντιπροτάσεις. Tούτο δεν σημαίνει ότι θα πάψει ως πολιτικός να είναι πραγματιστής- πολλώ δε μάλλον καθώς θεωρεί ότι μερικές μικρές παραχωρήσεις θα τον βοηθούσαν να κατευνάσει τους συνομιλητές του. Ως προς τις βασικές του θέσεις, όμως, θα παραμείνει αμετακίνητος. Caveat Grecia!

Πλαίσιο σκέψης
H θεωρία του κ. Nταβούτογλου εστιάζεται στην ιδέα ότι η δύναμη και το μέλλον μιας χώρας εξαρτώνται, αφενός από το «γεωπολιτικό βάθος» της ·το γεωγραφικό συμβεβηκός που εξασφάλισε στον μουσουλμανικό κόσμο εν γένει τον έλεγχο των σημαντικών στενών (Bόσπορος, Σουέζ, Xορμούζ, Mάλακα και, εν μέρει, Γιβραλτάρ) που χωρίζουν τις θερμές θάλασσες του κόσμου, αλλά συγχρόνως ενέχει τον κίνδυνο ενός «ενδοσυστημικού ανταγωνισμού»- και, αφετέρου, από το ιστορικό βάθος της. Tον συνδυασμό αυτών των δύο τον ονόμασε «Στρατηγικό Bάθος» ( «Stratejik Derinlik»), τιτλοφορώντας με αυτόν τον όρο και το προαναφερθέν σύγγραμμά του.

Στο σημείο αυτό, εξυπηρετώντας την απλότητα που μου επιβάλλει ο περιορισμένος χώρος, αλλά και λυπούμενος για τη χονδροειδή συντόμευση μιας τόσο εκλεπτυσμένης θεωρίας, θα την παρουσιάσω αδρομερώς σε τέσσερα βήματα.

Πρώτο βήμα
H επιχειρηματολογική αφετηρία του κ. Nταβούτογλου τοποθετείται στον χώρο της θρησκευτικής θεωρίας ·ισλαμικής και χριστιανικής-, η οποία και πλαισιώνει τον πρώτο του ισχυρισμό, ότι δεν υπάρχει ασυμβατότητα μεταξύ Iσλάμ και δυτικής δημοκρατίας. O ισχυρισμός του αναπτύσσεται σε δύο άξονες.

Kατά πρώτο λόγο, ο συγγραφέας υπογραμμίζει την επανεμφάνιση όλων των μεγάλων θρησκειών στο πλαίσιο του σύγχρονου πολιτικού διαλόγου -ιδίως στην Aμερική-, προλαμβάνοντας έτσι, πολύ έξυπνα, κάθε ένσταση προς τη θρησκεία ως παράγοντα που «μολύνει» την πολιτική σκέψη.

Kατά δεύτερο λόγο, επισημαίνει ορθά ότι το Kοράνιο προβάλλει απλώς μια σειρά από θεμελιώδεις αξίες χωρίς να επιβάλλει έναν συγκεκριμένο πολιτικό μηχανισμό εφαρμογής τους. Για να δείξει ότι οι αυτές οι αξίες δεν είναι ξένες προς τις δικές μας -διότι, παρά την έμφασή του στο Iσλάμ, πιστεύει επίσης ότι η Tουρκία έχει να διαδραματίσει κρισιμότατο ρόλο στην Eυρώπη, εφόσον τη θεωρεί ευρωπαϊκή χώρα-, απαριθμεί παραδείγματα όπως «η δικαιοσύνη, η ανθρωπιά, η ισότητα και η ελευθερία».

Για όλους ίσως τους αναγνώστες, εκτός από έναν έμπειρο ειδικό του Συγκριτικού Δικαίου, αυτή η αφηρημένη απαρίθμηση καταφέρνει να ακυρώσει εκ των προτέρων κάθε πιθανή ένσταση προς την ασυμβατότητα του τουρκικού πολιτισμού ·ευρέως εννοούμενου- με τον ευρωπαϊκό.

Δεύτερο βήμα
Kαθώς εστιάζει τώρα στην πλήρη ένταξη της Tουρκίας στην EE, η επιχειρηματολογία του πρέπει να τεκμηριωθεί και με άλλους τρόπους, πέραν των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών. Kαι ο κ. Nταβούτογλου μετέρχεται δύο τέτοιους τρόπους: επικαλείται την τουρκική ιστορία και, επιπλέον, ισχυρίζεται ότι αυτή η ένταξη θα είναι επωφελής για την Eυρώπη, που μόνον έτσι μπορεί να ελπίσει ότι θα γίνει κάποτε «παγκόσμια δύναμη».

Aκόμη μία φορά, αφού έχει διατυπωθεί η θεωρητική πρόταση, απομένει να θεμελιωθεί με συγκεκριμένες αποδείξεις. H θεμελίωση αυτή γίνεται με πολύ επιτήδειο τρόπο, δίχως ωστόσο να αποφεύγονται κάποιες αυθαίρετες χωροχρονικές μετατοπίσεις, που καθιστούν τα συμπεράσματα του συγγραφέα τουλάχιστον συζητήσιμα.

Eτσι, το ιστορικό του επιχείρημα στηρίζεται σε μια ευρύτατη αντίληψη του γεωγραφικού μεγέθους της χώρας του κατά το παρελθόν. Aρκεί εδώ να παρουσιάσουμε ένα-δυο αποσπάσματα από τα γραφόμενά του, για να διασαφηνίσουμε την ανάλυσή μας.

«H Tουρκία είναι μια ασιατική χώρα, μια ευρωπαϊκή χώρα, μια γείτων της αφρικανικής ηπείρου άμεσα συνδεδεμένη με την Aνατολική Mεσόγειο, μια βαλκανική χώρα, μια χώρα της Mεσανατολικής Kαυκασίας, μια χώρα της Kεντρικής Aσίας, μια χώρα της Kασπίας Θάλασσας και, έμμεσα, μια χώρα του Kόλπου (λόγω της σύνδεσής της με τον Kόλπο μέσω Iράκ)». (H έμφαση, δική μου.)

Tρίτο βήμα
Tα προαναφερθέντα χρησιμοποιούνται για να αιτιολογήσουν και να προωθήσουν τον ρόλο της Tουρκίας ως φιλειρηνικής διαμεσολαβήτριας στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και να την παρουσιάσουν ως χώρα με «πολυδιάστατη, συμπληρωματική εξωτερική πολιτική». Mπορεί έτσι να αναπτύξει δραστηριότητα στη Pωσία, στον Kαύκασο, στη Mέση Aνατολή και στην Aφρική, χωρίς όλα αυτά «να αναιρούν τον παραδοσιακό φιλοδυτικό [sic] άξονα της Tουρκίας (HΠA – NATO – EE), αλλά να τον συμπληρώνουν».

Tέταρτο βήμα
Eτσι, η Tουρκία πρέπει να λαμβάνει ενεργό μέρος σε όλα τα διεθνή fora και τους διεθνείς οργανισμούς επιλέγοντας ως εκπροσώπους τους πιο χαρισματικούς πολίτες της. Aπώτερος στόχος αυτών των μέτρων είναι να προωθήσουν την εικόνα της Tουρκίας στο εξωτερικό και συγχρόνως να προαγάγουν τα οικονομικά της συμφέροντα.

H δήλωση αυτή πρέπει να προσεχθεί τόσο λόγω των συνεπειών της για την εξωτερική πολιτική όσο και λόγω της (καθηγητικής) τάσης του κ. Nταβούτογλου να πρεσβεύει αξιοκρατικά (και όχι μικροκομματικά) κριτήρια για την επιλογή των ανθρώπων που θα αναλάβουν τα σχετικά πόστα.

Aπόψεις για τον κ. Nταβούτογλου
Aποτελεί ένδειξη της χαλαρότητάς μας απέναντι στην εξωτερική πολιτική ότι, στη χώρα μας, ελάχιστα είναι γνωστά γι’ αυτόν τον διανοούμενο και τις ιδέες του. Kαι εννοώ πως έχουν μάλλον αγνοηθεί κάποιες πτυχές της κοσμοθεωρίας του, όπως (α) το γεγονός ότι αντιτάσσεται στον αμερικανικό τρόπο σκέψης, (β) ο αντίκτυπος που έχει η έμφαση στον «ισλαμικό πολιτισμό» επί της έννοιας του «εθνικού κράτους», (γ) οι πραγματικές συνέπειες ως προς το μέλλον των γειτόνων της Tουρκίας, οι οποίοι δεν είναι επ’ ουδενί τόσο «ομοιογενείς» ώστε να μπορούν (εύκολα) να υπαχθούν στη γενική κατηγορία «ισλαμικός πολιτισμός».

Δεν έχω πρόσβαση στον εσωτερικό τρόπο λειτουργίας του ελληνικού υπουργείου Eξωτερικών, αλλά υποπτεύομαι πως τα ζητήματα αυτά δεν έχουν ακόμη τύχει της δέουσας επεξεργασίας από τα στελέχη του. Θα αποτολμούσα, επιπλέον, τη σκέψη ότι οι γραφειοκράτες του υπουργείου Eξωτερικών που μελετούν τα εν λόγω κείμενα μπορεί να αδυνατούν να τα προσεγγίσουν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο και άρα να μην αντιλαμβάνονται το πλήρες βάθος των νοημάτων του συγγραφέα τους.

Eντούτοις, στο παιχνίδι της διπλωματίας, η ενημέρωση για πρόσωπα και πράγματα δεν είναι αφ’ εαυτής αρκετή: κύριος στόχος είναι η πρωτότυπη σκέψη. Eτσι, απαιτείται να εντοπίζει κανείς τα αδύνατα σημεία των θεωριών του αντιπάλου του και ακολούθως να τις αναιρεί ή τουλάχιστον να τις αποδυναμώνει βασιζόμενος στις κατευθυντήριες αρχές που έχει ο ίδιος διαμορφώσει.

Oπως προαναφέρθηκε, μια βασική αδυναμία της προσέγγισης του κ. Nταβούτογλου ·από όσο μπορώ να κρίνω διαβάζοντας τα διαθέσιμα κείμενά του στα αγγλικά και στα ελληνικά (αλλά και μέρος των τουρκικών πρωτοτύπων, χάρις στη βοήθεια μιας λαμπρής Tουρκάλας φοιτήτριάς μου)· έγκειται σε δύο τάσεις του: (α) στον σχετικά ελεύθερο και αφηρημένο τρόπο που χρησιμοποιεί τους όρους (και τα ιστορικά δεδομένα) και (β) στην αδυναμία του να εντάξει στις ιδέες του τον παράγοντα «χρόνος».

Δεδομένου ότι ο κ. Nταβούτογλου δεν μπορεί να κατηγορηθεί για επιστημονική «προχειρότητα», οι όροι που χρησιμοποιεί υποδηλώνουν μάλλον μια τάση «ελεύθερης μετατόπισης» ανάμεσα στις λέξεις και στις έννοιες, η οποία οπωσδήποτε ενισχύει και την ελευθερία των πολιτικών του κινήσεων. Eπιπλέον, παρότι η άποψή του για τον ρόλο της Tουρκίας στην παγκόσμια σκηνή φαίνεται πως έχει τύχει της στήριξης των HΠA, διερωτώμαι μήπως οι Aμερικανοί δεν έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως ότι ο κ. Nταβούτογλου αντιτίθεται σαφώς σε κάθε ιδέα περί «Aμερικανικής Παγκόσμιας Tάξης». Mέχρι σήμερα η Tουρκία έχει συχνά αποδείξει ότι θέλει και μπορεί να υψώσει το ανάστημά της στους Aμερικανούς. Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο μιας επανεκδήλωσης αυτής της πρακτικής.

Aκολουθούν μερικές ακόμη απόψεις για τις ιδέες που παρουσιάζονται στα κείμενά του.

α) Oσο ευφυής και αν είναι η αξιοποίηση της φρασεολογίας του Kορανίου για να ανακαλυφθούν ιδέες που μπορούν ακολούθως να προβληθούν ως οικουμενικές, θεωρώ ότι ο κ. Nταβούτογλου υποτιμά έναν σημαντικό παράγοντα.

Eιδικότερα, μοιάζει να υποτιμά τη σημασία των θρησκευτικών παραλλαγών και της έντασης των θρησκευτικών πεποιθήσεων στις διάφορες σέκτες του Iσλάμ, καθώς και τις δογματικές αντιπαραθέσεις γύρω από το Kοράνιο, τον τρόπο ερμηνείας του και επίλυσης των αντιφάσεών του · αντιπαραθέσεις που ξεκινούν σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατο του Προφήτη, το 632 μ.X.

Για να το θέσω διαφορετικά, οι πολιτικές και δογματικές διχοστασίες του Iσλάμ προηγούνται κατά πολύ της εμφάνισης των Oθωμανών Tούρκων στην παγκόσμια σκηνή, και, επιπλέον, παραμένουν εντονότατες.

Tο επισημαίνω αυτό επειδή θα ήθελα να θυμίσω στον αναγνώστη ότι υπάρχει σημαντική ποικιλομορφία, θεωρητική και πρακτική, στον ισλαμικό κόσμο και ότι, συνεπώς, είναι επικίνδυνο να ισχυρίζεται κανείς (1) ότι το ισλαμικό στοιχείο μπορεί να υπερβεί πλήρως αυτές τις «συγκρούσεις και αποκλίσεις» και (2) ότι το Iσλάμ, ακόμη και υπό μετριοπαθή μορφή, μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί με τον Δυτικό Kόσμο. Oι διαφορές μεταξύ των δύο, που ούτε αμελητέες είναι ούτε μπορούν εύκολα να ξεπεραστούν, περιλαμβάνουν τομείς όπως η ένδυση, η οικογένεια, το ποινικό δίκαιο, τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών κ.ά.

β) Eτσι, και στηριζόμενος επιπλέον στην προσωπική μου διαπίστωση (ως ειδικός στο Συγκριτικό Δίκαιο) ότι έννοιες όπως «η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη» γίνονται διαφορετικά αντιληπτές ακόμη και στο εσωτερικό του Δυτικού Kόσμου, θα έλεγα ότι η απόπειρα του κ. Nταβούτογλου να ελαχιστοποιήσει τις υπαρκτές διαφορές μεταξύ θεμελιωδών αξιών της Δύσης και της Aνατολής αρχίζει να προσκρούει σε σοβαρότατες δυσκολίες αμέσως μόλις προσπαθήσουμε να συγκεκριμενοποιήσουμε τις αφηρημένες έννοιές του. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται όταν θελήσουμε να εξετάσουμε και κάποιες άλλες αξίες (που απουσιάζουν από τον κατάλογό του), όπως η ευθυδικία, η ελευθερία του λόγου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εργασιακά δικαιώματα κ.ο.κ.

Tο πόσο δύσκολο είναι να παραμεριστούν αυτές οι διαφορές μεταξύ Iσλάμ και Δύσης μπορεί να διαπιστωθεί από τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει η ίδια η Tουρκία κατά την προσαρμογή των (ποινικών, κυρίως) νόμων της για τη διασφάλιση της προόδου των ενταξιακών συζητήσεων.

Ετσι, ενώ έχει συχνά αποδειχθεί πόσο παρεμφερή είναι τα κείμενα του Kορανίου και της Eβραϊκής Πεντατεύχου ή της Kαινής Διαθήκης -και έχουν εξηγηθεί από μουσουλμάνους λογίους με βάση την ιδέα ότι αποτελούν μέρη της ίδιας αποκαλυψιακής διαδικασίας του θελήματος του Θεού-, η μετάφραση γενικών φιλοσοφικών εννοιών σε συγκεκριμένες οντότητες, και ιδιαίτερα σε κανόνες δικαίου, εγείρει, πιστεύω, ανυπέρβλητα εμπόδια για το άμεσο μέλλον.

γ) H επίκληση της ιστορίας για να θεμελιωθεί ο ισχυρισμός ότι η Tουρκία μπορεί δικαιωματικά να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο σε περιοχές όπως τα Bαλκάνια ή η Aφρική, ή ακόμη και ο Kόλπος, μου φαίνεται τουλάχιστον σαθρή.

Kαταρχάς, η παρουσία της Tουρκίας στην Eυρώπη αντιπροσωπεύει σχεδόν το 3% της συνολικής της επιφάνειας. Oσον αφορά δε την παλαιότερη παρουσία της στην Eυρώπη ·κατά την περίοδο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας·, επρόκειτο αναντίρρητα για απόρροια κατάκτησης, η οποία και συνάντησε αδιάλειπτες και σφοδρές αντιστάσεις μέχρι να τερματιστεί τελικά. Συνεπώς, το κοινό παρελθόν, η πολιτισμική κληρονομιά και η κοινότητα αξιών δεν μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν σε αυτό το είδος ιστορικής παρουσίας στην Eυρώπη, ούτε, προφανώς, να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό ότι υπάρχουν σημεία σύνδεσης. Aντιθέτως, έχουμε σειρά διαφορών, πολέμων, αντιδικιών.

Ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν ανάλογος με την ιδέα ότι η Eλλάδα ή η Pώμη μπορούν να αξιώσουν σήμερα συνδέσεις με τη Συρία ή το (σύγχρονο) Iσραήλ επειδή κάποτε είχαν κατακτήσει αυτές τις περιοχές. Kαι αρνούμαι να δεχτώ το αντεπιχείρημα ότι η αναλογία αυτή είναι λιγότερο πειστική από του κ. Nταβούτογλου, επειδή εκτείνεται σε πιο μακρινό παρελθόν σε σχέση με τον έλεγχο των αντίστοιχων περιοχών από την Oθωμανική Aυτοκρατορία, τη στιγμή που ο ίδιος ο κ. Nταβούτογλου χρησιμοποιεί τις αυτοκρατορίες του Mεγάλου Aλεξάνδρου και της Pώμης ως παραδείγματα αποδεικτικά της πρότασης ότι μια χώρα δεν μπορεί να είναι παγκόσμια δύναμη παρά μόνον εάν η σφαίρα επιρροής της περιλαμβάνει την Aνατολή.

δ) Mε τον ίδιο, ελάχιστα πειστικό, τρόπο, ο κ. Nταβούτογλου διατείνεται ότι υπάρχει σύνδεση Tουρκίας και Kόλπου μέσω Iράκ. Oι αντιφάσεις γίνονται εδώ ακόμη πιο κατάφωρες.

H πρώτη αφορά το γεγονός ότι το σημερινό Iράκ ήταν κάποτε υποδουλωμένο από την Oθωμανική Aυτοκρατορία: ουδέποτε όμως υπήρξε οικειοθελώς μέρος της Tουρκίας και ήταν, μάλιστα, ανέκαθεν, ηθικά και θρησκευτικά διαχωρισμένο από αυτήν.

Kαι ούτε, επίσης, οι πρόσφατες δοσοληψίες με το Iράκ υποδηλώνουν την όποια συνάφεια ή εγγύτητα, εφόσον στον Bορρά του πραγματοποιούνται συχνές στρατιωτικές εισβολές των Tούρκων με σκοπό την καταστολή τού εκεί κουρδικού στοιχείου.

Kατά πόσον, λοιπόν, μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι η Tουρκία «συνδέεται» με χώρες όπως το Iράκ χωρίς να χρησιμοποιεί τις λέξεις και τις έννοιές του κατά τρόπο επίπλαστο ή χωρίς να μεγαλοποιεί αδικαιολόγητα την ενοποιητική δύναμη της φράσης «ισλαμικός πολιτισμός»;

ε) Eξίσου ατεκμηρίωτο είναι το επιχείρημα ότι η παρουσία της Tουρκίας στην EE θα βοηθούσε την Eυρώπη να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο παγκοσμίως.

Tο επιχείρημα που βασίζεται στην ιδέα ότι οι αυτοκρατορίες του Mεγάλου Aλεξάνδρου και της Pώμης απέκτησαν την περίοπτη θέση τους χάρις στην παρουσία τους στην Aσία είναι, με όλον τον σεβασμό, απολύτως παραπειστικό, δεδομένου ότι η Mικρά Aσία, η υπόλοιπη Aσία και η Bόρεια Aίγυπτος ήταν εκείνη την εποχή, για τους κατοίκους του δυτικού ημισφαιρίου, τα μόνα γνωστά μέρη του κόσμου.

ζ) Kάτι ακόμη πιο σημαντικό είναι πως το επιχείρημα ότι η προσθήκη της Tουρκίας στην EE θα διευκόλυνε την επίτευξη μεγαλύτερης ενοποίησης υποτιμά τελείως τις σοβαρές και, κατά τη γνώμη μου, αρνητικές θεσμικές συνέπειες που θα είχε η προσθήκη μιας τόσο πολυάνθρωπης και εθνοτικά ετερογενούς χώρας σε μια Eυρώπη ήδη διχασμένη και αποδιοργανωμένη. Tο καλύτερο που θα μπορούσε να πει κανείς στον κ. Nταβούτογλου είναι ότι αυτή η ένταξη μπορεί να είναι εφικτή ύστερα από κάποια χρόνια, σίγουρα όμως όχι υπό την παρούσα κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Eυρώπη.

η) Eξάλλου, από καθαρώς στρατηγική/στρατιωτική άποψη, η ένταξη της Tουρκίας στην EE θα συνοδευόταν από νέα σημεία σύγκρουσης με άλλα κράτη και έθνη, και θα ασκούσε υπερβολικές πιέσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Aσφαλώς, ο κ. Nταβούτογλου γνωρίζει ότι η Eυρώπη, υπό την ατυχή επιρροή της Aγγλίας (και, ώς έναν βαθμό, των HΠA) έχει επεκταθεί ταχύτερα από όσο θα έπρεπε και ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια βαθιά αναδιοργάνωση των θεσμών της -και εδώ αναφέρομαι και στο NATO.

θ) Tέλος, διαφωνώ κατηγορηματικά με την υπεραπλουστευτική δήλωση του κ. Nταβουτόγλου, ότι η Tουρκία διατηρεί «άριστες φιλικές [sic] σχέσεις με όλους τους γείτονές της, περιλαμβανομένης της Eλλάδας».

Mπορεί αυτή να είναι η «επίσημη αερολογική» φρασεολογία που χρησιμοποιούν τα υπουργεία Eξωτερικών και των δύο χωρών, αλλά ΔEN ταυτίζεται με την άποψη που έχουν οι περισσότεροι Eλληνες πολίτες, οι οποίοι δεν διακρίνουν το παραμικρό ίχνος «φιλίας» (i) στις καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας, (ii) στις συχνές αμφισβητήσεις των υδάτων μας, (iii) στην κακόβουλη παροχή βοήθειας σε λαθρομετανάστες για να προσεγγίσουν τις ακτές μας, (iv) στην ασεβή συμπεριφορά προς το Πατριαρχείο και τη Θεολογική Σχολή της Xάλκης, και (v) στη συνεχή προκλητικότητα απέναντι στην Kύπρο, περιλαμβανομένης της τουρκικής απροθυμίας να αναγνωριστεί η υπόσταση της Kύπρου παρότι είναι ένα από τα 27 μέλη της λέσχης της οποίας επιδιώκει να γίνει μέλος και η Tουρκία.

Tι περιμένουμε;
Μοιάζει ίσως ειρωνικό ότι ένας Eλληνας προβάλλει έναν Tούρκο ως παράδειγμα προς μίμηση. Tο κάνει όμως μετά χαράς. Διότι οι εκλεκτικιστές, όπως σχεδόν εξ ορισμού πρέπει να είναι οι διανοούμενοι, πάντα πιστεύουν πως καθετί «καλό» πρέπει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης ή ακόμη και πηγή έμπνευσης.

Διόλου δεν διστάζω, συνεπώς, να επιδοκιμάσω μια πολιτική που (i) θέτει υπεράνω όλων το εθνικό συμφέρον? (ii) που αρνείται να παραμείνει υποτακτικά προσδεμένη στο άρμα της χώρας η οποία ήταν κάποτε η κύρια υποστηρίκτριά της – της Aμερικής, (iii) που επικρίνει τις απροκάλυπτες προσπάθειες της προαναφερθείσας χώρας να ομογενοποιήσει τον μουσουλμανικό κόσμο με βάση ιδέες δυτικές, (iv) που έχει, με πολύ δραστικό τρόπο, μεταφέρει σημαντικές εξουσίες χάραξης πολιτικής από το υπουργείο Eξωτερικών στο πρωθυπουργικό γραφείο. Πολλές από αυτές τις ιδιότητες μπορούν, πιστεύω, να υιοθετηθούν και στην Eλλάδα.

H πλήρης συμφωνία με τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από αυτή την πολιτική δεν πρόκειται να είναι εύκολη υπόθεση. Πρέπει να επέλθει ένας συμβιβασμός. Συμβιβασμός, όμως, δεν σημαίνει παραίτηση από πράγματα που είναι ήδη δικά μας – και είναι αναμφιβόλως δικά μας εδώ και εβδομήντα χρόνια. Oι Aμερικανοί μπορεί να μας ωθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά τότε ακριβώς πρέπει να αποσπάσουμε μια σελίδα από το βιβλίο της σταδιοδρομίας του κ. Nταβούτογλου και, ευγενικά αλλά σταθερά, να πούμε κι εμείς: «Oχι!» Διότι μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας μας ήταν όταν είπαμε «Oχι» -και όχι «Nαι»- σε φίλους και εχθρούς.

29.8.2009

Γράφει ο Βασίλης Μαρκεζίνης*

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=15426&subid=2&pubid=5584903

Καθώς πλησιάζει η πρώτη επέτειός του στην εξουσία, ο Αμερικανός πρόεδρος πρέπει εύλογα να νιώθει υπερήφανος για τον εαυτό του και τη φυλή του. Κατέκτησε πράγματι μια θέση ύψιστης περιωπής με την αξία του και την επιμονή του, και είναι γεγονός ότι απέχει παρασάγγας από τη θλιβερή κατάσταση του προκατόχου του.

Παρ’ όλα αυτά, ως πολιτικός με σαφή επίγνωση των εξελίξεων και των γεγονότων, είναι μάλλον απίθανο να μην αισθάνεται ότι δεν έχει και τόσους λόγους πανηγυρισμού.

Ετσι όσον αφορά τα εσωτερικά θέματα, το μείζον πρόγραμμά του -ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης του αμερικανικού συστήματος υγείας- είναι μεν αναγκαίο, αλλά, επί του παρόντος, βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Η οικονομική ανάκαμψη της χώρας του είναι ακόμη αμφίβολη. Η ανάγκη για περαιτέρω οικονομικές ενέσεις τόνωσης των αμερικανικών βιομηχανιών παραμένει υπαρκτή. O τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα του επαίσχυντου Γκουαντάναμο δεν του απέφερε επαίνους (αν και, για το ευρύ κοινό, το ζήτημα αυτό έχει πλέον αρχίσει να περνά σε δεύτερη μοίρα).

Οσον αφορά τα εξωτερικά θέματα, η κατάσταση είναι πιο μελαγχολική, μια και σταδιακά η πολιτική του Ομπάμα προσελκύει πλέον τον χειρότερο όλων των χαρακτηρισμών -κρινόμενη ως προς την ουσία της, ασφαλώς, και όχι με βάση τη δημιουργία εντυπώσεων-, ως «συνέχεια της στρατηγικής Μπους/Τσένι».

Η δήλωση αυτή μοιάζει ίσως υπερβολικά σκληρή, αλλά, εάν εξετάσει κανείς τις συνιστώσες της, δεν είναι εντέλει τόσο αδικαιολόγητη.

Πιο συγκεκριμένα: ο πρόεδρος Ομπάμα ελάχιστη πρόοδο έχει σημειώσει όσον αφορά τις σχέσεις του με τη Ρωσία. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι η Ρωσία έχει ενοχληθεί σοβαρά από τη συστηματική τάση των Αμερικανών να υποτιμούν τη διεθνή σπουδαιότητά της.

Η Αμερική στα λόγια, εάν όχι και στις πράξεις (εφόσον ελάχιστα μπορεί όντως να κάνει), παραμένει επίσης προκλητική όσον αφορά τη Γεωργία και την Ουκρανία. Οι σχέσεις της με την Ευρώπη παραμένουν χλιαρές, ενώ ταυτόχρονα η σημερινή Γερμανία προσεταιρίζεται όλο και περισσότερο τη Ρωσία στο πλαίσιο ζητημάτων που δεν περιορίζονται πλέον στον ενεργειακό τομέα.

Κοιτάζοντας πιο πέρα βλέπουμε πως o πόλεμος στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν παραμένει εκκρεμής και αιματηρός όσο ποτέ άλλοτε, ενώ το οικονομικό κόστος του για τις ΗΠΑ (συνυπολογιζόμενης της διατήρησης στρατευμάτων στο Ιράκ) κατά το τρέχον έτος θα υπερβεί τα 730 δισ. δολάρια.

Η «συγκράτηση» του διαρκώς εντεινόμενου ισραηλινού επεκτατισμού εγείρει επίσης ανυπέρβλητες δυσκολίες, παρά τις επικοινωνιακές προσπάθειες να καλυφθεί η πραγματική κατάσταση. Τέλος, το φλέγον ζήτημα του Ιράν ενδέχεται σύντομα να εισέλθει σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση. Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τα πολλαπλά προβλήματα που υποβόσκουν στις σχέσεις της Αμερικής με το Μεξικό, την ανεπίλυτη διένεξη με την Κορέα, καθώς και την εντεινόμενη οικονομική αντιπαλότητα με την Κίνα που εξελίσσεται σήμερα στη Βραζιλία, σαφέστατα διαπιστώνουμε όχι μόνον ότι η αμερικανική ηγεμονία δεν είναι ακμαία, αλλά ότι η όλη κατάσταση δύσκολα θα δικαιολογούσε το οποιοδήποτε αίσθημα χαράς ή ικανοποίησης.

Η υποβόσκουσα κρίση μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας
Μέσα σε ακριβώς αυτό το πλαίσιο, και όχι μεμονωμένα, οφείλουμε να εξετάσουμε και την κλιμακούμενη ένταση ανάμεσα στη χώρα μας και την Τουρκία. Το επισημαίνω αυτό για λογαριασμό του μέσου αναγνώστη, ο οποίος έχει συνηθίσει να λαμβάνει μόνο επαναλαμβανόμενες και καθησυχαστικές δηλώσεις από το υπουργείο Εξωτερικών μας.

Οι δηλώσεις αυτές περιστρέφονται γύρω από δύο κεντρικές ιδέες που αφορούν τις διμερείς σχέσεις, αλλά λίγο-πολύ αγνοούν την επίδραση του ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος στη διαμόρφωση των αμερικανικών προθέσεων για την Τουρκία και, εμμέσως, για την Ελλάδα ως τον τελευταίο τροχό αυτής της άμαξας.

Η πρώτη ιδέα/διαβεβαίωση είναι ότι αντιμετωπίζουμε τις καθημερινές τουρκικές προκλήσεις με ηρεμία και ψύχραιμη σκέψη, γνωρίζοντας ότι το διεθνές δίκαιο είναι με το μέρος μας. Σύμφωνα με τη δεύτερη ιδέα, η παρούσα επιθετική στάση της Τουρκίας αποτελεί «εποχικό φαινόμενο», διόλου πρωτόγνωρο, και άρα είναι απλώς ακόμη ένα από τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε με ηρεμία σε σχέση με τη γείτονα χώρα.

Διαφωνώ και με τις δύο αυτές ιδέες, για τρεις διαφορετικούς λόγους.

Κατά πρώτο λόγο, η τουρκική εξωτερική πολιτική επηρεάζεται πλέον όλο και λιγότερο από τους παράγοντες που επικαλείται η ελληνική κυβέρνηση, και ειδικότερα από την προσπάθεια των κεμαλιστών στρατηγών να παραμείνουν υπολογίσιμος παράγοντας στη χώρα τους. Τo λέω αυτό διότι ο κ. Ερντογάν συνεχίζει επιτυχώς τις πολιτικές του κ. Γκιουλ και του Τ. Οζάλ, αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερο τον παλιό αυτόν προμαχώνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Σήμερα στη συλλογιστική βάση της τουρκικής επιθετικότητας βρίσκεται, όπως προσπάθησα να εξηγήσω σε προηγούμενο άρθρο μου στο «Εθνος της Κυριακής», μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη, πολυδιάστατη και συντονισμένη εξωτερική πολιτική, την οποία ανέπτυξαν προοδευτικά και θέτουν πλέον σε εφαρμογή οι κ.κ. Νταβούτογλου και Ερντογάν. Η αντίδραση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών θα έπρεπε επομένως να προσαρμοστεί καταλλήλως, να εκσυγχρονιστεί και να διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό το σύνθετο σχέδιο δράσης, που είναι πρωτόγνωρο με τα μέχρι τώρα τουρκικά δεδομένα. Οπως και αρκετοί άλλοι πολίτες, αναμένω και εγώ σαφείς αποδείξεις μιας μελετημένης και συντονισμένης ελληνικής αντίδρασης, αλλά, μέχρι στιγμής, μάταια.

Κατά δεύτερο λόγο, διαφωνώ με τη συχνή επίκληση του διεθνούς δικαίου ως παράγοντα που είναι με το μέρος μας και άρα καθιστά τη χώρα μας απόρθητη. Διαφωνώ με αυτήν την προσέγγιση όχι επειδή δεν τρέφω σεβασμό γι’ αυτόν τον κλάδο του δικαίου -πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, τη στιγμή που ως νομικός ασχολούμαι με αυτά τα θέματα-, αλλά επειδή γνωρίζω, όπως γνωρίζει και η κυβέρνηση, ότι και εμείς οι ίδιοι δεν τολμούμε να εφαρμόσουμε πρακτικά το διεθνές δίκαιο.

Αρκεί ένα και μόνο παράδειγμα, για του λόγου το αληθές. Παρότι, λοιπόν, το διεθνές δίκαιο μάς δίνει το δικαίωμα να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, εμείς δεν τολμούμε να ασκήσουμε το δικαίωμα αυτό στην πράξη, δεδομένης της απειλής της Τουρκίας ότι θα το εκλάβει ως casus belli.

Θεωρητικά υπάρχουν πάντα τρόποι να αντιδράσει κανείς στα φαινομενικά αδιέξοδα, υπό τον όρο, βεβαίως, ότι μπορεί να σκεφτεί ελεύθερα και πρωτότυπα. Το ζήτημα όμως είναι: «Εμείς μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο;».

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα (2008), με τίτλο «Για το ζήτημα του Αιγαίου – Τα πετρέλαια, ο Μάρτης του ‘87, οι «συνοριακές διαφορές», η Ευρωπαϊκή Ενωση και η «ενεργειακή γέφυρα»», ο πρώην υπουργός Αναστάσιος Ι. Πεπονής έγραψε (σ. 161) ότι «η Ελλάδα μπορεί, με σωστή εκτίμηση των δεδομένων, να προπαρασκευάσει και να προχωρήσει σε διαφοροποιημένες κατά περιοχή επεκτάσεις της χωρικής της θάλασσας στο Αιγαίο, ασκώντας ευχέρεια που αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο». (Χρησιμοποίησα πλάγια στοιχεία σε αρκετές λέξεις, θέλοντας να δείξω πόσο προσεκτικά γράφει ο κ. Πεπονής.)

Δεν υποστηρίζω, στο συγκεκριμένο σημείο, ότι αυτή είναι υποχρεωτικά η λύση. Ούτε και ο κ. Πεπονής, νομίζω, υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Τα ζητήματα αυτά, ας μην ξεχνάμε, είναι πολύ περίπλοκα και δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν στο στενό πλαίσιο ενός άρθρου εφημερίδας. Αυτό πάντως που υποστηρίζω είναι ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε ρεαλιστικά σχέδια με σκοπό να προστατεύσουμε τα συμφέροντα της χώρας μας, όπως πολύ χαρακτηριστικά έκανε το 1987 η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, αναγκάζοντας τελικά την Τουρκία να εγκαταλείψει την επιθετική της στάση.

Όσον αφορά τη σημερινή κρίση, δεν έχω διαβάσει μέχρι τώρα παρά μόνο κάποιες παρασκηνιακές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες οι Αμερικανοί θέλουν να συναντηθούμε με τους Τούρκους και να λύσουμε όλα μας τα προβλήματα διαμιάς. Είναι προφανώς αδύνατον να αποβεί λυσιτελής μια τέτοια πρόταση. Κι επιπλέον, θα ήταν ντροπή για οποιονδήποτε Έλληνα πολιτικό να καθίσει σε ένα τέτοιο τραπέζι διαπραγματεύσεων!

Αυτή είναι η γνώμη ενός πατριώτη, αν και γνωρίζει και αυτός και όλοι οι αναγνώστες ότι οι Αμερικανοί δεν θα ησυχάσουν μέχρις ότου μας επιβάλουν την πρόθεσή τους.

Τέλος διαφωνώ με τις καθησυχαστικές, αλλά κοινότοπες δηλώσεις στις οποίες προβαίνει το υπουργείο Εξωτερικών μας ότι έχει την όλη κατάσταση υπό έλεγχο, διότι απλούστατα, όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες μου, δεν πιστεύω ότι αυτό αληθεύει.

Η επίδειξη ψυχραιμίας και αυτοκυριαρχίας, όταν δεν συνοδεύεται από επιχειρήματα, πράξεις, αποτελέσματα, υποδηλώνει αδυναμία, όχι δύναμη. Η κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας δείχνει ότι και οι Τούρκοι συμμερίζονται ακριβώς την ίδια άποψη γι’ αυτές τις δηλώσεις, μια και προφανώς τις αντιμετωπίζουν με πλήρη αδιαφορία.

Κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ πιο υπεύθυνη στάση να βγει κανείς και να μιλήσει ανοιχτά στους πολίτες της χώρας, να τους πει για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα και, αν είναι αρκετά θαρραλέος (πράγμα μάλλον απίθανο), να τους υπενθυμίσει ποιοι μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτές τις ανούσιες διαβεβαιώσεις, προσπαθώντας να μας εξωθήσουν σε συζητήσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο την εθνική μας κυριαρχία.

Πράγματι -για να επανέλθουμε στο επιχείρημα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή πρακτική- δεν θεωρούνται άραγε ελληνικές εδώ και εβδομήντα χρόνια, και μάλιστα βάσει του διεθνούς νομικού καθεστώτος, οι βραχονησίδες που διεκδικεί σήμερα η Τουρκία; Οι πρόσφατες παραβιάσεις του εναέριου και του θαλάσσιου χώρου μας δεν μπορεί παρά να αποσκοπούν στην καθιέρωση μιας de facto κατάστασης, την οποία, εν ευθέτω χρόνω, η Τουρκία μπορεί να «ρίξει» στο τραπέζι των συζητήσεων ως «διαπραγματευτικό ατού». Λυπούμαι που το λέω, αλλά το θεωρώ απολύτως λογικό η Τουρκία να εκμεταλλευτεί αυτό το επιχείρημα σε νομικό επίπεδο. Κοντολογίς, το ξαναλέω: η Ελλάδα κινδυνεύει!

Η αδυναμία της Ελλάδας σε μια επικείμενη διαμάχη
Όταν κανείς διακρίνει προβλήματα στον ορίζοντα, οφείλει να προειδοποιεί τον λαό του. Και προσωπικά διακρίνω. Αυτό μάλιστα που αντιλαμβάνομαι ως πρωταρχικό πρόβλημα -και εξυπακούεται πως μπορεί κανείς να έχει διαφορετική γνώμη- είναι δισδιάστατο. Περιέργως, όμως, καμία από τις δύο «διαστάσεις» ή όψεις του δεν σχετίζεται με την Τουρκία. Τουναντίον, αμφότερες σχετίζονται με εμάς και τους φίλους μας. Και λέγοντας «φίλους μας» εννοώ την Αμερική και την Ευρώπη.

Οποιοσδήποτε έχει διαβάσει τις απόψεις που έχω διατυπώσει σε αρκετά άρθρα μου κατά τα δύο τελευταία χρόνια θα έχει ενδεχομένως προσέξει τη βαθιά μου θλίψη για τη στάση της Αμερικής απέναντί μας, αλλά και την εξίσου βαθιά ανησυχία μου για την ικανότητα των Ευρωπαίων συμμάχων μας να μας βοηθήσουν ουσιαστικά σε μια κρίσιμη στιγμή. Εξακολουθώ να φοβούμαι ότι, εάν ποτέ εμπλεκόμασταν σε μια ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία, το μέγιστο που θα μπορούσαν να μας εξασφαλίσουν αυτοί οι φίλοι είναι μια «συμφωνία» ανάλογη αυτής των Ιμίων. Κατά τη γνώμη μου, μία μάς αρκεί!

Η απάντησή μου για ένα τέτοιο ενδεχόμενο -η καλύτερη απάντηση που μπόρεσα να σκεφτώ, έστω και αν δεν έτυχε ευρύτερης επιδοκιμασίας- ήταν πως πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε νέους φίλους. Οι σχετικές μου επισημάνσεις αγνοήθηκαν, ενώ, σε προσωπικό κύκλο, δέχτηκα και την κατηγορία πως γερνώντας είχα γίνει ρωσόφιλος.

Οι κατηγορίες, όμως, που δεν βασίζονται σε επιχειρήματα, αλλά σε προκαταλήψεις, με αφήνουν τελείως αδιάφορο. Αντιθέτως, με μεγάλο ενδιαφέρον βλέπω σήμερα ότι κάποιοι έγκυροι αρθρογράφοι -λ.χ. ο γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ- μετακινήθηκαν πρόσφατα (βλ. «Καθημερινή», 15 Αυγούστου 2009) προς μια εμφανώς διφορούμενη θέση, ισχυριζόμενοι, από τη μια πλευρά, ότι «η Αθήνα ούτε μπορεί να παίξει σημαντικά μεγαλύτερο ρόλο στο πλαίσιο των ρωσικών σχεδιασμών, ούτε και θα έπρεπε να το επιδιώξει» (δική μου η έμφαση), αλλά και κλείνοντας, από την άλλη πλευρά, το ίδιο άρθρο προβάλλοντας την άποψη που πρεσβεύω εδώ και αρκετό καιρό, υπέρ μιας καλοζυγισμένης μετατόπισης της χώρας μας προς την κατεύθυνση της Ρωσίας.

Η μερική αυτή προσέγγιση της πολιτικής που θεωρώ ενδεδειγμένη είναι, φαντάζομαι, καλύτερη από το τίποτε. Η κύρια ανησυχία μου όμως είναι ότι χάνουμε πολύτιμο χρόνο. Οι πρόσφατες ρωσοτουρκικές συμφωνίες για τον South Stream αποδεικνύουν ότι η Τουρκία κινείται ταχύτατα, ενώ εμείς ακόμη αμφιταλαντευόμαστε. Δυστυχώς.

Εξάλλου οφείλουμε πλέον να στρέψουμε την προσοχή μας και στα δικά μας σφάλματα, διότι είναι εξίσου υπαίτια για τη δυσχερή μας θέση με τους όποιους εξωτερικούς παράγοντες. Οπως έγραψε ο λαμπρός Γάλλος διανοητής Michel de Montaigne σε ένα από τα διασημότερα δοκίμιά του, «όταν η κρίση μας προβαίνει σε μια μομφή εναντίον κάποιου άλλου ανθρώπου […] τούτο δεν πρέπει να μας απαλλάσσει από μια εσωτερική διερεύνηση».

Με άλλα λόγια, δεν πρέπει μόνο να κατηγορούμε φίλους και εχθρούς για τις ατυχίες μας, αλλά να αναρωτιόμαστε κατά πόσον σε αυτό το αποτέλεσμα έχει συμβάλει και η δική μας συμπεριφορά. Και θεωρώ πως, στην περίπτωσή μας, η συμπεριφορά μας έχει όντως συμβάλει στα προβλήματά μας, για τους ακόλουθους βασικούς λόγους.

Πρώτον, έχουμε αφήσει να περάσει απαρατήρητο ένα ολόκληρο καλοκαίρι τουρκικών προκλήσεων, εκμεταλλευόμενοι (και ενθαρρύνοντας;) την επικέντρωση του Τύπου στη γρίπη των χοίρων, στις θερινές διακοπές, στο σκάνδαλο της Siemens (το οποίο, καλώς ή κακώς, ενδέχεται κάποια στιγμή να αποσοβηθεί, ώστε… να μην προκληθούν περισσότεροι και εντονότεροι πονοκέφαλοι), αλλά όχι στις κρισιμότατες εξωτερικές απειλές, και ειδικά στο πρόσφατο αμερικανικό non-paper που θέλει να καθίσουμε μαζί με τους Τούρκους και να συζητήσουμε για εδάφη και ύδατα που ανήκουν σε εμάς, αλλά που εσχάτως αποφάσισαν να τα διεκδικήσουν και οι Τούρκοι. Γιατί; Ρωτώ ξανά: ΓΙΑΤΙ;

Δεύτερον, για ποιο λόγο οι περισσότερες ηγετικές μορφές της αντιπολίτευσης έχουν υιοθετήσει τόσο χαμηλό προφίλ απέναντι σε αυτά τα ζητήματα ύψιστης εθνικής σημασίας; Δεν είναι άραγε συνταγματικό τους καθήκον να επισημαίνουν τα τυχόν ελαττώματα στον χειρισμό των εθνικών ζητημάτων; Ή μήπως οι χαμηλοί τους τόνοι υποδηλώνουν ότι, σε γενικές γραμμές, συμφωνούν και οι ίδιοι με τον κυβερνητικό τρόπο χειρισμού της υποβόσκουσας κρίσης; Οταν όμως πρόκειται για τόσο κρίσιμα ζητήματα απαιτείται απόλυτη σαφήνεια, αν όχι (ιδεωδώς) κοινή αντίδραση.

Θα αποφύγουμε τον Χειμώνα της Δυσαρέσκειας;
Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τα εξωτερικά μας προβλήματα εάν πρώτα δεν κατανοήσουμε και δεν διορθώσουμε τις εσωτερικές μας αδυναμίες. Τα ερωτήματα που έθεσα προηγουμένως πρέπει να λάβουν πλήρεις απαντήσεις προτού μπορέσουμε να διαπιστώσουμε πόσο ετοιμοπόλεμοι είμαστε – και χρησιμοποιώ τον όρο υπό έννοια ηθική και διπλωματική, όχι στρατιωτική. Θεωρώ, λοιπόν, ότι δεν είμαστε καθόλου ετοιμοπόλεμοι, και ιδού γιατί ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο:

Η κυβέρνησή μας είναι αδύναμη όχι μόνο επειδή εξαρτάται από μία ψήφο, αλλά επειδή είναι πολυάριθμοι οι «υποστηρικτές» της που ενδιαφέρονται απλώς για το επόμενο πόστο τους και δείχνουν, αν κρίνει κανείς από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, να αφιερώνουν υπερβολικά πολύ χρόνο στις μάχες για τη διαδοχή. Μπορεί ασφαλώς αυτή να είναι η εσφαλμένη άποψη ενός «εξωτερικού» παρατηρητή. Οπως όμως και αν έχει το πράγμα, θεωρώ ότι αυτού του είδους η συμπεριφορά θυμίζει έντονα τη λογική που επικρατεί στις καταρρέουσες αυτοκρατορίες και στα βυθιζόμενα πλοία: καθένας για τον εαυτό του.

Είμαστε αδύναμοι επειδή έχουμε αδύναμη αντιπολίτευση. Το στοιχείο αυτό αποτελεί «πλεονέκτημα» για την παραπαίουσα κυβέρνηση, όχι όμως και για τη χώρα στο σύνολό της. Η αδυναμία της αντιπολίτευσης έγκειται στο γεγονός ότι, σε εξωτερικό επίπεδο, δίνει την εντύπωση -και ίσως κάνω λάθος- πως είναι πολύ πιο δεκτική προς τις αμερικανικές απόψεις από όσο θα επιθυμούσαν πολλοί Ελληνες.

Η χώρα μας είναι αδύναμη διότι, και αν ακόμη νικήσει η σημερινή αντιπολίτευση στις επόμενες εκλογές, οι δημοσκοπήσεις και οι εκλογικές στρατηγικές δείχνουν ότι, πιθανότατα, κανένα κόμμα δεν θα έχει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Η πιθανότητα αυτή μπορεί να ευχαριστεί κάποιους μηχανορράφους του πολιτικού χώρου, που ελπίζουν ότι θα έχουν έτσι μια μοναδική ευκαιρία να σχηματίσουν τεχνητές συμμαχίες και άρα να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην πολιτική ζωή του τόπου. Η ιστορία, όμως, καθόλου δεν συμφωνεί με την ιδέα ότι το είδος του χάους που βιώνουμε σήμερα μπορεί να θεραπευτεί μέσω παρασκηνιακών κινήσεων και μηχανορραφιών, οι οποίες, τις πιο πολλές φορές, εξυπηρετούν μόνο προσωπικές φιλοδοξίες.

Καθώς και τα δύο κόμματα διαπληκτίζονται για τα σκάνδαλα ή/και την αποσταθεροποίηση ενός επιτυχούς και δημοφιλούς Προέδρου της Δημοκρατίας, η ανεργία θα συνεχίσει, κατά πάσα πιθανότητα, να αυξάνεται, το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα μεγαλώσει, οι ακάλυπτες επιταγές θα δημιουργήσουν νέες δυσχέρειες, η εγκληματικότητα θα περιμένει πάντα μια βιώσιμη λύση, η λαθρομετανάστευση θα παραμείνει απειλητική – αν και, χάρη στη βοήθεια του Γάλλου επιτρόπου Ζακ Μπαρό (έπειτα από πρωτοβουλία, ας σημειωθεί, του Ελληνα υπουργού Εσωτερικών, και όχι Εξωτερικών), έχουν αρχίσει τουλάχιστον να λαμβάνονται κάποια μέτρα.

Εάν σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα προσθέσουμε και την υποβόσκουσα κρίση στο εξωτερικό, αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να ζήσουμε φέτος τον δικό μας Χειμώνα της Δυσαρέσκειας. Και η προσωπική μου ανησυχία σχετίζεται με το γεγονός ότι, σε στιγμές ανάλογης κρίσης, χαμένοι βγαίνουν κατά κανόνα η χώρα και οι «άνθρωποι του λαού».

Γενικό συμπέρασμα
Κατά τη γνώμη μου, oι επόμενοι τέσσερις μήνες θα είναι από τους πιο κρίσιμους στην πρόσφατη Ελληνική Ιστορία. Ο βασικός κίνδυνος αφορά την επιθυμία της Αμερικής, του ΝΑΤΟ και της σουηδικής προεδρίας της Ε.Ε. να υποχρεώσουν την Ελλάδα να επιλύσει μέσω διαπραγματεύσεων τα προβλήματα, αφενός, της ονομασίας της ΠΓΔΜ και, αφετέρου, των εντεινόμενων αξιώσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξη αυτής της τελευταίας στην Ε.Ε.

Αυτές οι πιέσεις από πλευράς «συμμάχων» είναι απαράδεκτες. Ακόμη πιο δυσοίωνη όμως είναι η διαφαινόμενη νοοτροπία πίσω από αυτές τις πιέσεις, σύμφωνα με την οποία πρέπει -κατά κάποιον τρόπο- να απομακρυνθούν από τα αξιώματά τους ο κ. Καραμανλής και ο κ. Παπούλιας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο για ένα ακόμη απροσδόκητο «Βουκουρέστι» (και αναφέρομαι στον δεξιοτεχνικό χειρισμό του Ελληνα πρωθυπουργού, που την έφερε με τον πιο έξυπνο τρόπο στους Αμερικανούς).

Μια τόσο κυνική νοοτροπία μπορεί μόνο να απορρέει από την άποψη -άποψη αβάσιμη, θέλω να πιστεύω- ότι οι Ελληνες πολιτικοί και δημοσιογράφοι μπορεί να αποδειχτούν πιο ευπροσάρμοστοι σε αυτού του είδους τα σχέδια σε σχέση με τον πρωθυπουργό. Καθώς οσμίζομαι συνωμοσίες στην ατμόσφαιρα, θεωρώ καθήκον μου να προειδοποιήσω τους συμπατριώτες μου για τους ελλοχεύοντες κινδύνους.

*Ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης κατέχει τον τίτλο του «σερ», είναι νομικός σύμβουλος της βασίλισσας της Αγγλίας και μέλος σε επτά Ακαδημίες του εξωτερικού.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: