Κρίσεις ακαδημαϊκών, εκλέκτορες, εισηγητές: Τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια

Κρίσεις ακαδημαϊκών, εκλέκτορες, εισηγητές: Τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια
Σημείωση: Το κείμενο που ακολουθεί είναι πρώτη κατάθεση θέσεων που επεκτείνεται και

εμπλουτίζεται διαρκώς 27.11.2007. Τυχόν εποικοδομητικά σχόλια είναι καλοδεχούμενα.
ΕΚΛΈΚΤΟΡΕΣ, ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΓΙΑ ΚΡΙΣΗ ΜΕΛΩΝ ΔΕΠ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, ΣΥΝΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΥΠΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

Α. Εισαγωγή

Με συντομία και επιφυλασσόμενος να επεκταθώ θα θίξω μερικές πτυχές που αφορούν την άσκηση βάσιμης επιστημονικής κρίσης για την επιστημονική αρμοδιότητα στα εκλεκτορικά σώματα και στις τριμελείς επιτροπές που γράφουν τις εισηγητικές εκθέσεις. Γνώμονας είναι η άσκηση του δικαιώματος της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας με χρηστό τρόπο που συνεκτιμά τόσο τα τυπικά όσο και τα επιστημονικά-ουσιαστικά κριτήρια και παράγοντες και που εκπληρώνει τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του νόμου. Με τρόπο επίσης που πληροί πάγιους κανόνες δεοντολογίας της επιστήμης και που δεν αφήνουν περιθώρια η τυπική πρόνοια του νόμου να οδηγεί σε διολίσθηση της ακαδημαϊκής κρίσης (που όπως ξέρουμε δεν ελέγχεται από τα διοικητικά ή άλλα όργανα). Η ανάγκη προβληματισμού προκύπτει από τα εξής: α) Ο νόμος μας καλεί να λειτουργούμε ως «επιστημονική κοινότητα» αλλά αυτό προέκυψε ως κανονιστική διάταξη εν αιθρία γιατί δεν πρόβλεψε ούτε την συνεκτίμηση στρεβλών καταστάσεων πριν την ψήφιση του νόμου ούτε στρεβλών καταστάσεων που μπορεί να οφείλονται σε προσωπικά ή ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια και που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστρατήγηση του πνεύματος του νόμου. β) Το πνεύμα του νόμου που το γράμμα του νόμου πρέπει να εκπληρώνει σκοπό έχει να γίνονται σωστοί ακαδημαϊκοί έλεγχοι, με τους πλέον αρμόδιους εκλέκτορες-εισηγητές. Αυτό θα ήταν εύκολη υπόθεση αν οι κοινωνικές επιστήμες στα τρία επίπεδα ανάλυσης (άνθρωπος, κράτος, διεθνές σύστημα) ήταν ενιαίο και επακριβώς οριοθετημένο πεδίο το οποίο επιπλέον περιφρουρείται εύκολα από προσωπικούς, ιδεολογικούς, ιδεολογικοπολιτικούς και άλλους παρόμοιους παραγόντες που προκαλούν διαφθορά των επιστημονικών ελέγχων όταν ένα άτομο που συμμετέχει στις διαδικασίες εκφράζει επιστημονικές κρίσεις. Για όποιον γνωρίζει την ιστορία και την διαδρομή του πολιτικού στοχασμού τους Νέους Χρόνους (και ιδιαίτερα της πολιτικής σκέψης και των διεθνών σχέσεων) θα αποτελούσε επιστημονική ατιμία να υποστηρίξει ότι το θολό βασίλειο των κοινωνικών επιστημών είναι απαλλαγμένο ιδεολογικών εισροών, ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, εθνικών σκοπιμοτήτων, στρατηγικών σκοπιμοτήτων και άλλον παραγόντων που αναιρούν εκ προοιμίου κάθε ενδεχόμενο αξιολογικής ελευθερίας κα αντικειμενικότητας. Ακόμη και κερδοσκόποι του διεθνικού παρασκηνίου επηρεάζουν σήμερα την επιστημονική κρίση εκτός και αν εξωγενείς διεθνικές χρηματοδοτήσεις επιστημονικών δραστηριοτήτων είναι άνευ σημασίας και αγαθοεργές. Στα ζητήματα αυτά ο υπογράφων θα επανέλθει με εκτενέστερο κείμενο. Είναι λοιπόν αναγκαίο σε ένα κράτος όπως η Ελλάδα που διαθέτει τεράστιους σπάνιους πόρους στις κοινωνικές επιστήμες να λαμβάνεται πρόνοια διαφύλαξης των επιστημονικών και ακαδημαϊκών ελέγχων με την συνεκτίμηση ενός ευρύτερου φάσματος κριτηρίων και παραγόντων που εξυπηρετούν καλύτερα το πνεύμα του νόμου.

Β. Συνήθη αναγκαία και μη εξαιρετέα κριτήρια

α) Γνωστικό αντικείμενο ΦΕΚ διορισμού του εκλέκτορα ή μέλους εισηγητικής επιτροπής και συνάφεια αυτού του γνωστικού αντικειμένου με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης που προκηρύχθηκε. β) Συνάφεια διδασκαλίας εκλέκτορα ή μέλους εισηγητικής επιτροπής με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης που προκηρύχθηκε. γ) Συνάφεια επιστημονικών δημοσιεύσεων εκλέκτορα ή μέλους εισηγητικής επιτροπής με το γνωστικό αντικείμενο της θέσης που προκηρύχθηκε. δ) Γνωστικά αντικείμενα και αποστολή Τμήματος και αντίστοιχα του Τομέα από τα οποία προέρχεται ένας εκλέκτορας η μέλος εισηγητικής επιτροπής. ε) Προγενέστερες κρίσεις και ο εκλέκτορες εισηγητές που έκριναν ένα μέλος ΔΕΠ στην φάση της δικής του εξέλιξης.
Το τελευταίο κριτήριο αν και ίσως το σημαντικότερο είναι και το πιο αόρατο που εξαφανίζεται πίσω από στενές νομότυπες λογικές που δεν εξυπηρετούν το πνεύμα του νόμου και που διαχέονται και εξαφανίζονται στο πλαίσιο της λογικής «μετρούν τα τετελεσμένα». Στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και του δικαιώματος έκφρασης επιστημονικής κρίσης-αιτιολόγησης των εκλεκτόρων και εισηγητών οι Γενικές Συνελεύσεις απαιτείται να μεριμνούν να μην γίνονται θύματα προγενέστερων ελλιπών επιστημονικών-ακαδημαϊκών ελέγχων που καταστρατηγούν (νομότυπα μεν αλλά όχι επιστημονικά βάσιμα) το πνεύμα του νόμου. Το πνεύμα του νόμου στο εσωτερικό του ακαδημαϊκού ασύλου υπηρετείται σωστά αν διαφυλάττεται ότι η επιστημονική κρίση είναι αδιάφθορη, αξιολογικά ελεύθερη και συμβατή με πάγιους δεοντολογικούς κώδικες της επιστήμης. Στο δικό μου στενό τομέα των διεθνών σχέσεων, έχω κατά νου συγκεκριμένη περίπτωση με τεράστιες προεκτάσεις, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω με περιπτωσιολογική μελέτη για να την θέσω ενώπιον του νομοθέτη και της κοινωνίας που χρηματοδοτεί τις κοινωνικές επιστήμες: Έτσι, μπορεί κανείς μετά από περιπετειώδεις μετακινήσεις μεταξύ τμημάτων εν μέσω διασπάσεών τους να κριθεί πρωτοβάθμιος χωρίς να κληθούν στην εισηγητική του οι μόνοι δύο πρωτοβάθμιοι διεθνολόγοι. Αντίθετα, να προσκληθεί ένας ομότιμος και δύο άλλοι εισηγητές από αλλότρια επιστημονικά πεδία. Οι δύο αρμόδιο να μην προσφύγουν στο Συμβούλιο Επικρατείας (το οποίο δεν υπάρχει περίπτωση να μην γίνει ανάκληση μιας τέτοιας κρίσης για ένα αριθμό λόγων που δεν αφορούν ούτε τον ακαδημαϊκό χώρο, ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα του νόμου. Σημασία είναι ότι σε απανωτές κρίσεις σε άλλα πανεπιστήμια ο κριθείς που θα έχει διέφυγε τον επιστημονικό έλεγχο των μόνων δύο εν ενεργεία πρωτοβάθμιων μπορεί διακινείται σε πανεπιστήμια προτείνοντας άλλους. Αυτή η διαδικασία διαρκούς αποδυνάμωσης των επιστημονικών ελέγχων δυνατό να διαφθείρει επιστημονικές κρίσεις πρώτων διορισμών ή εξέλιξης μελών ΔΕΠ επειδή ο νόμος προβλέπει ένα αριθμό εξωτερικών. Πρόβλεψη όμως που δεν μπορούσε να συνεκτιμήσει τέτοιους παράγοντες, γεγονός που απαιτεί εγρήγορση διαφύλαξης του πνεύματος του νόμου που απαιτεί σωστή επιστημονική αρμοδιότητα. Κοντολογίς, η επιστημονική κρίση υπό το φως το δικαιώματος της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας σωστά νοούμενης απαιτείται να συνεκτιμά ένα ευρύτερο φάσμα κριτηρίων ούτως ώστε να διαφυλάττονται αδιάφθοροι ακαδημαϊκοί-επιστημονικοί έλεγχοι.

Γ). Κριτήρια που εξειδικεύουν και επιχειρούν να επιτύχουν υψηλές βαθμίδες επιστημονικής αρμοδιότητας

-Ιδιαιτερότητες του γνωστικού αντικειμένου που προκηρύχθηκε και των έργων του υποψηφίου ή των υποψηφίων, καθώς αντίστοιχα και ιδιαιτερότητες δημοσιεύσεων και διδασκαλίας εκλέκτορα ή μέλους εισηγητικής επιτροπής.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
1) Διεθνείς σχέσεις: είναι ένα πράγμα να ειδικεύεται κάποιος στις αποσχίσεις ή στις περιφερειακές σπουδές και άλλο να ερευνά, διδάσκει και δημοσιεύει επί θεμάτων στρατηγικής ή αντίστοιχα επί θεμάτων που αφορούν τις διεθνείς πτυχές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αν και όλοι όσοι έχουν την λέξη «διεθνείς σχέσεις» στο ΦΕΚ διορισμού τους είναι τυπικά διεθνολόγοι, υπάρχουν διαφορές επιστημονικής αρμοδιότητας ανάλογα με την θέση που προκηρύσσεται και την εποπτεία που έχουν για το σύνολο του γνωστικού πεδίου ή εμβαθύνσεων επιμέρους θεμάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) «Διεθνής Πολιτική Οικονομία», είναι ένα πράγμα η ανάλυση υπό το πρίσμα της θεωρίας διεθνών σχέσεων και άλλο η εξέταση υπό το πρίσμα τομεακών πτυχών όπως το διεθνές εμπόριο ή οι ξένες επενδύσεις. β) «Διεθνής Ασφάλεια», είναι ένα πράγμα η εξέταση περιβαλλοντολογικών πτυχών ή ζητημάτων λαθρομετανάστευσης ή ακόμη και τρομοκρατίας και άλλο οι σπουδές και αναλύσεις που εμπίπτουν στον σκληρό πυρήνα της θεωρίας διεθνών σχέσεων και στις στρατηγικές σπουδές. γ) «Διεθνείς σχέσεις και αποσχίσεις», είναι ένα πράγμα η εξέταση αυτού του ζητήματος από την σκοπιά του διεθνούς δικαίου και της εσωτερικής-εξωτερικής ασφάλειας του κράτους και άλλο η εξέτασή του με ιδεολογικούς όρους που υποστηρίζει επιστημονικά ασυνάρτητες θέσεις εδρασμένες πάνω σε συγκεχυμένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις. δ) Πολιτικοί φιλόσοφοι: Είναι ένα πράγμα να ειδικεύεται κάποιος στην κλασική πραγματεία με ολιστική εποπτεία μέχρι τις μέρες μας και άλλο σε μερικές πτυχές της νεοτερικότητας ή ακόμη και στις απόψεις ενός μόνο φιλοσόφου. Νομικοί διεθνολόγοι: Είναι ένα πράγμα να ειδικεύεται κάποιος επί ζητημάτων φιλοσοφίας του δικαίου και άλλο για το δίκαιο των συνθηκών ή το δίκαιο της θάλασσας ή το δίκαιο του περιβάλλοντος. Αν και όλοι είναι νομικοί διεθνολόγοι υπάρχουν διαφορές επιστημονικής αρμοδιότητας ανάλογα με την θέση που προκηρύσσεται και την εποπτεία που έχουν για το σύνολο του γνωστικού πεδίου ή εμβαθύνσεων επιμέρους θεμάτων. Κανείς θα μπορούσε να γεμίσει εκατοντάδες σελίδες για να εξηγήσει προσανατολισμούς, αποχρώσεις, διαφορές μεταξύ ολιστικής και αποσπασματικής μελέτης και κυρίως για να εξηγήσει ότι τα γνωστικά πεδία προσαρμόστηκαν σε προσωπικές προτιμήσεις κατακερματίζοντας ένα πεδίο που λογικά πρέπει να είναι ολιστικό και σφαιρικό, να εξετάζει δηλαδή τα τρία επίπεδα ανάλυσης (τον άνθρωπο, το κράτος, το διεθνές σύστημα) συνδέοντάς τα επιστημολογικά σωστά και βάσιμα. Ένας χρυσός κανόνας διασφάλισης σωστών ακαδημαϊκών-επιστημονικών ελέγχων είναι ότι ποτέ το μερικό δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει (και να κρίνει) το γενικό ενώ το αντίστροφο είναι νοητό. Για παράδειγμα, ο γνωρίζων θεωρία διεθνών σχέσεων μπορεί να κρίνει κάποιο που αναλύει τα Βαλκάνια σε αυτό που επικράτησε να λέγεται περιφερειακές σπουδές ενώ το αντίστροφο θα ήταν αλλόκοτο και επιστημονικά αντικανονικό.
2) Ευρωπαϊκές σπουδές: είναι ένα πράγμα να ειδικεύεσαι σε μια Κοινή πολιτική της ΕΕ και άλλο να διδάσκεις, γράφεις και ερευνάς το ζήτημα της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης υπό το πρίσμα της θεωρίας ολοκλήρωσης ή αντίστοιχα τα ευρωστρατηγικά ζητήματα και τις ευρωατλαντικές σχέσεις υπό το πρίσμα των στρατηγικών δομών και των εθνικών στρατηγικών μικρών και μεγάλων δυνάμεων. Αν και όλοι ασχολούνται με την Ευρώπη υπάρχουν διαφορές επιστημονικής αρμοδιότητας ανάλογα με την θέση που προκηρύσσεται και την εποπτεία που έχουν για το σύνολο του γνωστικού πεδίου ή εμβαθύνσεων επιμέρους θεμάτων.
Στο χώρο των κοινωνικών επιστημών για τον οποίο και μόνο μπορώ να αναφερθώ, θα μπορούσα να προσθέσω αναρίθμητα παραδείγματα όπου φαίνεται ότι το πολύ σημαντικό ζήτημα της επιλογής εκλεκτόρων και εισηγητών απαιτεί υψηλό αίσθημα ακαδημαϊκής ευθύνης, αυστηρή προσκόλληση σε πάγια δεοντολογικά κριτήρια που θέλουν την επιστημονική κρίση αδιάφθορη και ανιδιοτελή και βάσιμες επιστημονικές αιτιολογήσεις. Ιδιαίτερα όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα, δηλαδή της βασιμότητας των επιστημονικών αιτιολογήσεων (ως προς τις οποίες ο νόμος προικίζει τους ακαδημαϊκούς με το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας που θέλει την επιστημονική κρίση μη ελεγχόμενη διοικητικά), δημιουργούνται πολύ σοβαρά προβλήματα όταν παρεισφρέουν, μεταξύ άλλων, διαπροσωπικές έριδες, ιδεολογικές σκοπιμότητες, σεκταριστικές επιστημολογικές προτιμήσεις, φιλοσοφική προκατάληψη υπέρ ομοϊδεατών, αντιμεταφυσικές ή αντίστροφα θεολογικές ερμηνείες για την θέση ή την ιεραρχία των πνευματικών και αισθητών στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και αντίθετες ιδεολογίες ή κοσμοθεωρίες που οδηγούν σε αντιθετικές επιστημονικές παραδοχές (π.χ. διεθνισμός versus κρατοκεντρισμός και διαφορετικές ερμηνείες ή παραδοχές κοινωνικοοντολογικών γεγονότων).

Δ. Ανάγκη επιστημονικών αιτιολογήσεων ακόμη μεγαλύτερης βαθμίδας αρμοδιότητας

Βαθμίδες ακόμη υψηλότερης αρμοδιότητας επιτυγχάνονται όταν συνεκτιμώνται αντικειμενικά επιστημονικά κριτήρια και παράγοντες που αφορούν τα ευρύτερα μορφικά χαρακτηριστικά και τα εξελισσόμενα περιεχόμενα ενός επιστημονικού κλάδου.

Για παράδειγμα: Οι λέξεις «διεθνές», «διεθνής», «πολιτική», «ιστορία» κτλ συνεκτιμώνται υπό το πρίσμα του κατά πόσο, λαμβάνοντας υπόψη το διδακτορικό, την έρευνα, την διδασκαλία και τις δημοσιεύσεις του εκλέκτορα, ο τελευταίος έχει την ευρύτερη δυνατή γνωστική εποπτεία του επιστημονικού πεδίου. Δηλαδή, του θεωρητικού κεκτημένου, των γνωσιολογικών ζητημάτων, των επιστημολογικών συζητήσεων, των περιπτώσεων και των διεπιστημονικών πτυχών που συζητήθηκαν στο παρελθόν ή εξετάζονται των επιστημονικών συζητήσεων. π.χ.: Ο Robert Gilpin είναι ονομαστικά «διεθνολόγος». Η διαδρομή του, όμως, δείχνει επαρκή εποπτεία της οικονομικής θεωρίας, της θεωρίας διεθνών σχέσεων, των ιστορικών περιπτώσεων και των φιλοσοφικών ζητημάτων που τίθενται στην ανάλυση των διεθνών σχέσεων και ασφαλώς την διεθνή πολιτική οικονομία την οποία αυτός και 2-3 άλλοι διεθνολόγοι θεωρούνται ταγοί και ιδρυτές. Ως εκλέκτορας είναι διαφορετικής βαθμίδας από ένα άλλο διεθνολόγο που είναι οικονομολόγος και στην διαδρομή του εξειδικεύτηκε σχεδόν αποκλειστικά στις διεθνείς χρηματοοικονομικές ροές
Δεν αναφερόμαστε στην «επιστημονική ή κοινωνική σημασία» αυτών ή άλλων επιστημονικών τομέων αλλά, ανάλογα με την διαδρομή ενός εκλέκτορα και την έκταση και βαθμίδα των ειδικεύσεων και δεξιοτήτων που τον καθιστούν λιγότερο ή περισσότερο αρμόδιο. Η ανεξαρτησία της ακαδημαϊκής κρίσης προσφέρει την δυνατότητα αιτιολογήσεων πολύ υψηλής στάθμης αλλά ταυτόχρονα, επίσης, δημιουργεί δυνατότητα στρεβλών αιτιολογήσεων και ή μεγάλων λαθών.

Ε. Άλλα επιστημονικά κριτήρια που θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν

Διαδρομή, έρευνα, διδασκαλία και δημοσιεύσεις εκλέκτορα ή μέλους εισηγητικής επιτροπής σε αναφορά με την φυσιογνωμία και την αποστολή ενός Τμήματος όπως προσδιορίζονται από τον νόμο.
Γενική αρχή. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν είναι ακριβής επιστήμη ούτε μπορεί να προσδιοριστεί με ποσοτικές μεθόδους ή με την μονοσήμαντη συμβατική χρήση μιας λέξεως. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να γίνονται επιστημονικά βάσιμες και αδιάφθορες επιστημονικές κρίσεις και εκτιμήσεις. Η αιτιολόγηση των εκλεκτόρων και των εισηγητών απαιτεί συνδυασμό τόσο των αυστηρά τυπικών κριτηρίων όσο και των επιστημονικών κριτηρίων που αφορούν το περιεχόμενο, τα πεδία και την εξέλιξη ενός επιστημονικού τομέα.
Τα μέλη μιας ΓΣ ή ενός εκλεκτορικού σώματος είναι προικισμένα με ακαδημαϊκή ανεξαρτησία για να μπορούν να εκφράζουν βάσιμες και αιτιολογημένες επιστημονικές κρίσεις και εκτιμήσεις. Εξ αντικειμένου, υψηλά στην κλίμακα στέκονται οι βάσιμες και αδιάφθορες επιστημονικές κρίσεις και εκτιμήσεις. Όπως σε κάθε άλλη έκφανση της ανθρώπινης ζωής, ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος ιδεολογικών, διαπροσωπικών και άλλων ιδιοτελών κριτηρίων που διαφθείρουν την επιστημονική κρίση. Στην πρώτη περίπτωση η επιστημονική δραστηριότητα αναβαθμίζεται στην δεύτερη διαφθείρεται και οδηγείται στο τέλμα. Με διαφορετικά λόγια, η ποιότητα των επιστημονικών θεσμών και της επιστημονικής προόδου είναι αντιστρόφως ανάλογα της σκόπιμης ή ανεπίγνωστης διαφθοράς της επιστημονικής κρίσης και vice versa.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: