«Κριτικοί Κονστρουκτιβιστές» και διεθνικά φαινόμενα: Ζενίθ διεθνοαναρχικών δραστηριοτήτων

«Κριτικοί Κονστρουκτιβιστές» και διεθνικά φαινόμενα. Ζενίθ διεθνοαναρχικών δραστηριοτήτων: Το νέο –κυρίαρχο– διεθνοαναρχικό ιδεολόγημα. Σόρος, η «νέα ιστορία» και το κοσμοπολίτικο «όραμα» «αποσυναρμολόγησης» των εθνών-κρατών

Περιεχόμενα

  1. Κριτικοί κονστρουκτιβιστές: διεθνοαναρχικά ΜΚΟ ως η ύστερη εκδοχή αναρχισμού.
  2. Περιγραφή των κριτικών «κονστρουκτιβιστών» και η εθνική συνείδηση, η ιστορία και η άμυνα, ασφάλεια, διπλωματία ως «κύριοι στόχοι».
  3. Ο κριτικός κονστρουκτιβισμός ως δούρειος ίππος ηγεμονικών και αναθεωρητικών αξιώσεων.
  4. Ο διεθνοαρχισμός προ των πυλών

________________________

1. Κριτικοί κονστρουκτιβιστές: διεθνοαναρχικά ΜΚΟ ως η ύστερη εκδοχή αναρχισμού.

Το παρόν κείμενο αντλεί από προηγούμενες εισαγωγικές μονογραφίες στις οποίες υπό το πρίσμα της θεωρίας διεθνών σχέσεων εξέτασα τις λεγόμενες «κριτικές κονστρουκτιβιστικές» αναλύσεις, μια δηλαδή συνονθυλευματική ομαδοποίηση στοχαστικών δραστηριοτήτων περισσότερο ιδεολογικού και λιγότερο επιστημονικού χαρακτήρα (για την τελευταία εκδοχή αυτών των κειμένων βλ. Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαδρομή, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2005). Για εκτενέστερη και λεπτομερέστερη ανάλυση των πτυχών που ακολουθούν ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να ανατρέξει σ’ αυτές τις προγενέστερες δημοσιεύσεις.

Αν και όπως συμβαίνει σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις συνονθυλευματικών επιστημονικοφανών ιδεολογικών ρευμάτων, μερικοί «κονστρουκτιβιστές», ο αριθμός των οποίων δεν ξεπερνά τα δάκτυλα των δύο χεριών, ενδέχεται να συνεισφέρουν θετικά στην επιστημονική ανάλυση συγκεκριμένων πτυχών του κοινωνικού επιστητού. Όμως, κατά την εκτίμησή μου, η συντριπτική πλειονότητα ενσαρκώνει την ύστερη εκδοχή αυτοκαταστροφικών αναρχικών τάσεων στον χώρο των διανοουμένων στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και ευρύτερα. Στην σύγχρονη διεθνική εκδοχή τους, αποτελούν και την πλέον επικίνδυνη τάση «διεθνοαναρχισμού» των Νέων Χρόνων. Δεν πρόκειται περί ατόμων που εμπίπτουν στην σφαίρα εισαγγελικών και αστυνομικών αρμοδιοτήτων, αν και αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί (όπως δεν μπορεί να αποκλειστεί για κανένα άλλο). Αυτή η νέα εκδοχή αναρχιστών, ή καλύτερα «διεθνοαναρχιστών», δραστηριοποιούνται διεθνικά και ενίοτε οργανώνονται θεσμικά από ελάχιστα διαφανείς ή αόρατους και κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτους πυρήνες απίθανων ομαδοποιήσεων που συμπεριλαμβάνουν διανοούμενους, πολιτικούς, αξιωματούχους και άλλους περιπατητές του αχανούς διεθνούς χώρου.

Αποτελούν επικίνδυνη τάση για την διεθνή και ενδοκρατική ζωή για ένα πολύ απλό λόγο: Στην πλάστιγγα της πολυσχιδούς διεθνούς πολιτικής, ενώ στον ένα δίσκο οι περισσότεροι πολίτες όλων των κρατών αγωνίζονται για ειρήνη, σταθερότητα, κοινωνική πρόοδο, δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία και ισόρροπες διακρατικές σχέσεις στην βάση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών ή συμβάσεων, στον άλλο δίσκο ρέουν ποταμοί πολιτικού ανορθολογισμού απόρροια τόσο συγκεχυμένων και ανόητων ή αφελών ισοπεδωτικών και απλουστικών ιδεών για παγκόσμια ενότητα όσο και ύπουλων ηγεμονικών εκλογικεύσεων ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων που τις εκμεταλλεύονται.

Η ύστερη εκδοχή των απροσάρμοστων –με την κοινωνικοπολιτική οντολογία– ιδεών αν και μορφικά πιο πολύχρωμη και ρευστή, δεν διαφέρει από ανάλογες προγενέστερες τάσεις. Διαφέρει μόνο το επιστημονικοφανές περιτύλιγμα, η απίστευτης ποικιλομορφίας σύνθεση των ομαδοποιήσεων και οι εξεζητημένες προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν μερικές κυβερνήσεις για να τους εντάξουν στην στρατηγική εκπλήρωσης άνομων και καταχρηστικών συμφερόντων. Ακόμη, σε σύγκριση με το παρελθόν η (διεθνο)αναρχική διεθνική τους δράση αυτή την φορά δεν βλάπτει όλους ισομερώς αλλά σχεδόν αποκλειστικά τα λιγότερο ισχυρά κράτη και ασθενείς κοινωνίες. Από επιστημονική και επιστημολογική άποψη, επίσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις του παρελθόντος, αυτές οι επιστημονικοφανείς ομαδοποιήσεις έρχονται και παρέρχονται χωρίς στο τέλος να τις θυμάται κανείς. Πριν αυτό συμβεί, όμως, λαμβάνουν χώρα πάμπολλες ανθρώπινες καταστροφές και άνομες ανακατανομές. Αναμφίβολα, κάτι που δείχνει και το βαθμό παρακμής των κοινωνικών επιστημών, η εξαφάνισή τους δεν σημαίνει ότι ο επιστημονικός ανορθολογισμός εξαφανίζεται. Νέοι επιστημονικοφανείς παραλογισμοί θα έρχονται και θα παρέρχονται μέχρι την στιγμή που οι κοινωνικές επιστήμες θα εκτοπίσουν τις μεταφυσικά προσδιορισμένες κατασκευές και θα αποδεχθούν ως επιστημονική δεοντολογική βάση την κοινωνικοπολιτική οντολογία του διεθνούς συστήματος. Το άμεσο κρίσιμο ερώτημα, είναι αφενός, το κατά πόσο θα περιοριστούν οι συνέπειες της νέας στοχαστικής επιδημίας των κριτικών κονστρουκτιβιστικών επελάσεων και αφετέρου, κατά πόσο κράτη-στόχοι των διεθνικών επιστρατεύσεων θα υποστούν ζημιές και μάλιστα ανεπίστροφες. Το ζήτημα που τίθεται όσον αφορά την Ελλάδα πιο συγκεκριμένα, εξάλλου, είναι σε πιο νέο πεδίο θα οργιάσουν πολιτικά μετά την καταστροφική τους επίδραση στην υπόθεση του σχεδίου Αναν για το κυπριακό.

Ο κριτικός κονστρουκτιβισμός είναι η νέα εκδοχή αναρχικών ιδεών που δεν προσαρμόζεται στην κοινωνικοπολιτική οντολογία των Νέων Χρόνων. Αυτή η θέση ίσως χρήζει σύντομης έστω διασαφήνισης. Συντομογραφικά, παρατηρείται ότι τα Νέα Χρόνια –κατά την διάρκεια δηλαδή των τεσσάρων τελευταίων αιώνων– οι αγώνες ελευθερίας κατά των δυναστικών πολυεθνικών αυτοκρατοριών δημιούργησαν και θεμελίωσαν οντολογικά το εθνικό-κρατικό σύστημα. Αυτό σημαίνει κυρίαρχα-ανεξάρτητα, δηλαδή συλλογικά ελεύθερα πολιτειακά συστήματα συμβατά με τις κοσμοθεωρητικές και ηθικοκανονιστικές παραδοχές των υποκείμενων κοινωνιών. Οι κοινωνίες που κατάκτησαν την ανεξαρτησία τους προικίστηκαν με πολύτιμη για την κυριαρχία τους πολιτική κυριαρχία αναγνωρισμένη από τα υπόλοιπα κράτη. Το διεθνές σύστημα, επίσης, προικίστηκε με το διεθνές δίκαιο και τους διεθνείς θεσμούς που θεμελιώνονται στο δόγμα της κυριαρχίας, δηλαδή, την αρχή που η ιστορική της αποστολή συνίσταται στην αντίκρουση κάθε είδους ηγεμονικής και/ή εξομοιωτικής διεθνιστικής-κοσμοπολίτικης οργάνωσης της διεθνούς ζωής. Τα ίδια τα μέλη –ομάδες και πολίτες– όλων ανεξαιρέτως των κοινωνιών, εξάλλου, ενστικτωδώς επιδεικνύον πίστη και νομιμοφροσύνη στην πολιτική κυριαρχία του έθνους-κράτους στο οποίο η ιστορία τους ενέταξε ή στο οποίο οι ίδιοι επέλεξαν να διεξάγουν τον κοινωνικοπολιτικό τους βίο.

Παρά αυτή την πασίδηλη κοσμογονία πνευματικών και αισθητών εξελίξεων των Νέων Χρόνων, την ύστερη εποχή παρατηρείται το πλέον ανεξήγητο φαινόμενο της ανθρώπινης ιστορίας: Στον στοχαστικό κυρίως χώρο αλλά συχνά με προεκτάσεις στην ενδοκρατική και διακρατική ζωή, υπάρχει πλήθος διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων και θεωρημάτων που αμφισβητούσαν –και συνεχίζουν να αμφισβητούν– την οντολογικά θεμελιωμένη διεθνή κοινωνία εθνών-κρατών. Ανεξαρτήτως απόχρωσης, καταβολών, κινήτρων και προθέσεων, αυτές οι αμφισβητήσεις βρίσκονται στον πυρήνα των αιτιών πολέμου και της δυστυχίας πολλών κοινωνιών. Κάποιος δεν έχει παρά να σκεφτεί τους ύστερους παραλογισμούς –διεθνιστικούς κομμουνισμούς, διεθνιστικούς ή κοσμοπολίτικους φιλελευθερισμούς, ναζισμούς, φασισμούς, παγκοσμιοποιήσεις, νεοφιλελευθερισμούς, αναρχισμούς, διεθνοαναρχισμούς, «Σορισμούς– που σε μεγάλο βαθμό ευθύνονται για την αστάθεια των διακρατικών σχέσεων την ύστερη εποχή, επειδή τις περιπλέκουν σε ηγεμονικούς ανταγωνισμούς, που προκαλούν περιφερειακές διενέξεις και που γεννούν διεθνικά φαινόμενα όπως οι τρομοκράτες ή ο κερδοσκόπος Σόρος.

Έστω και αν αυτό θίγει όσους συνειδητά ή ασυνείδητα παγιδεύονται σε διεθνιστικούς και κοσμοπολίτικους παραλογισμούς, πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι οι διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες ιδεολογίες που σχεδόν πάντοτε αποτελούν μεταμφιέσεις ηγεμονικών αξιώσεων αποτελούν την μεγαλύτερη πνευματική και πολιτική ασθένεια της σύγχρονης εποχής. Αρχίζοντας από τα αναρίθμητα ρεύματα μαρξιστικών καταβολών μέχρι και τους φιλελεύθερους διεθνιστές, που στην ύστερη εκδοχή τους ακούνε στο όνομα «νεοφιλελευθερισμός», πλήθος διανοουμένων, για λόγους που ποικίλουν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία, αμφισβητούσαν και συνεχίζουν να αμφισβητούν το έθνος-κράτος ως θεσμό συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας και ως την οντολογικά πλέον θεμελιωμένη Πολιτειακή μονάδα οργάνωσης των ανθρωπίνων σχέσεων ενδοκρατικά και διακρατικά.

Δεν είναι του παρόντος να εξηγηθεί το αμείλικτα αληθές –και θλιβερό για τα εκατομμύρια διεθνιστών-κοσμοπολιτών όλων των αποχρώσεων– γεγονός ότι πάντοτε είτε ακούσια ως αφελή παρακολουθήματα είτε εκούσια ως συνειδητοί δράστες όλα αυτά τα ρεύματα λειτουργούσαν και συνεχίζουν να λειτουργούν εξυπηρετικά των ηγεμονικών αξιώσεων. Θρέφουν τα κυριότερα αίτια πολέμου, προκαλούν αστάθεια και ευθύνονται για εκατόμβες. Τα νήματα που ενώνουν τα ποικιλόχρωμα ηγεμονικά, διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα νήματα κάθε ιστορικής συγκυρίας δημιουργούν πάντοτε εκρηκτικά μείγματα θεωρημάτων και ιδεολογημάτων που επιστρατευμένα ενέχουν βαθύτατες πολιτικές προεκτάσεις για την διεθνή και ενδοκρατική ζωή. Αν και αναπόδραστα είναι πλήρη λογικών και επιστημονικών σφαλμάτων η ακαδημαϊκή μεταμφίεση –αυτή η μεγάλη πνευματική ανωμαλία της ιστορίας των ιδεών που ονομάζονται «κοινωνικές επιστήμες» και που κατά κύριο λόγο θρέφουν αντικοινωνικά και ανελεύθερα ζιζάνια, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω– τους προσδίδει πολιτικά σημαντική αλλά επιστημονικά κίβδηλη εγκυρότητα. Επίσης, κυρίως λόγω ατελειών στο επίπεδο της αφετηριακής ανθρωπολογικής βάσης και κοσμοθεωρητικής θεμελίωσης πολλών σημερινών κυρίαρχων κοινωνιών –δημιουργία τεχνητών κρατών, ευθύγραμμες χαράξεις συνόρων στην φάση της αποαποικιοποίησης, στρατηγικές διαίρει και βασίλευε, προβληματικές συνταγματικές ρυθμίσεις– και των συνεχών εξωγενών υπονομεύσεων, τα ρεύματα αυτά βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε ασθενείς και ασταθείς πολιτείες. Απελπισμένες και διηρημένες κοινωνίες βρίσκουν καταφύγιο σε κοσμοπολίτικες και διεθνιστικές ψευδαισθήσεις και εκκολάπτουν φανατικές ομάδες οπαδών της μιας –όλως περιέργως πάντοτε μιας, μοναδικής και για τους οπαδούς αλάνθαστης– εξομοιωτικής οικουμενικής αλήθειας, η οποία όλως περιέργως πάντοτε είναι εξωκοινωνικά, εξωπολιτικά και μεταφυσικά προσδιορισμένη. Αυθόρμητοι αλλά και στρατευμένοι κήρυκες μορφικά ίδιων αλλά κατά περίπτωση διαφορετικού περιεχομένου δογμάτων πολιτικής θεολογίας, περιφρονούν αδίστακτα τις ιστορικές κοσμοθεωρητικές και συνειδησιακές διαμορφώσεις των υποκείμενων κοινωνιών διαταράσσοντας έτσι διαρκώς την ενδοκρατική και διακρατική ζωή.

Επιλέγοντας αυθαίρετα πηγές και θέματα με κριτήριο αντικοινωνικές και βαθύτατα υποκειμενικά βεβαρημένες γνώμες για το πώς «πρέπει να είναι ο κόσμος», κτίζουν ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες ιστορικές ανεκδοτολογίες με προγραμματικά δεδηλωμένο σκοπό την αποσυναρμολόγηση της οντολογικά θεμελιωμένης εθνοκεντρικής ιστορικής διαμόρφωσης των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων. Ασφαλώς αυτοί οι «αποσυναρμολογητές» (deconstructionists) των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων ούτε επιστήμονες είναι ούτε μπορούν να επιτύχουν πολλά πράγματα παρά μόνο εφήμερη σύγχυση, αποπροσανατολισμό, αναταραχή, αναδιανομές συμφερόντων και ζημιές εις βάρος ασθενών και απρόσεκτων κοινωνιών. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αντί οι κοινωνικές επιστήμες να προσηλωθούν στην ουσία, δηλαδή στην εξέταση και ανάλυση των διλημμάτων και προβλημάτων του κοινωνιοκεντρικά θεμελιωμένου διεθνούς συστήματος, πολλοί ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένοι αναρχικοί –και η ύστερη εκδοχή τους οι διεθνοαναρχικοί «κριτικοί κονστρουκτιβιστές»– αντιμάχονται την ανθρώπινη οντολογία και κατ’ επέκταση την συλλογική ανθρώπινη ελευθερία. Το μονότονα επαναλαμβανόμενο γεγονός, είναι ότι πάντοτε στο τελικό στάδιο εξυπηρετούν τις αποσταθεροποιητικές ηγεμονικές αξιώσεις.

Οι τελευταίες, παρά τις κατακτήσεις πολιτικού πολιτισμού των διεθνών σχέσεων στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών, θρέφουν και αναπαράγουν τα αίτια πολέμου υπονομεύοντας τις ειρηνικές και ισόρροπες διεθνείς συναλλαγές. Στον κόμβο που ενώνει τα νήματα του προαναφερθέντος συνονθυλεύματος ηγεμονικών, διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεολημάτων και θεωρημάτων αναμενόμενα υπάρχει μεγάλη ποικιλομορφία ατόμων, ομάδων, κινήτρων, προθέσεων και μεθοδεύσεων: «ιδεαλιστικά απεγνωσμένοι» ιεραπόστολοι της διεθνούς εξομοίωσης, τρικυμισμένοι διεθνολογικοί εγκέφαλοι ακαδημαϊκά καλοβολεμένοι, αναρχικοί όπως η 17 Νοέμβρη ή οι ομάδες όπως οι Μπάντερ Μάϊχοφ, αργόσχολοι αναρριχητές του πολιτικού περιθωρίου, καλόπιστοι διεθνικοί ακτιβιστές οργανωμένοι σε διεθνικά ΜΚΟ, νυν, πρώην και ενδεχομένως αυτονομημένοι αξιωματούχοι ηγεμονικών κρατών, επιχειρήσεις, τράπεζες, εφοπλιστές, αμέριμνοι αντιπρόσωποι διεθνών θεσμών και παντελώς κοινωνικά ανέντακτοι μεγαλομανείς κερδοσκόποι της «παγκοσμιοποίησης» που εξυπηρετούν τις παρασιτικές δραστηριότητές τους.

Ποταμοί ανορθολογισμού που εισρέουν ορμητικά στον ένα δίσκο της πλάστιγγας της διεθνούς πολιτικής επενεργούν βλαπτικά και αποσταθεροποιητικά κυρίως προς την κατεύθυνση των ασθενέστερων και πιο ασταθών κρατών σε περιφέρειες όπως τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή. Στο τέλος, φυσικά, όλοι βλάπτονται, ακόμη και οι δράστες ηγεμονικών κρατών που βλέπουν τα πρόσκαιρα κέρδη τους να εξανεμίζονται μπροστά στις θύελλες που προκαλούν οι άνομες και καταχρηστικές δραστηριότητές τους.

2. Περιγραφή των «κριτικών κονστρουκτιβιστών». Ιστορία, διεθνολογία, άμυνα, ασφάλεια και διπλωματία ως οι κύριοι «στόχοι».

Εάν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τους «κριτικούς κονστρουκτιβιστές», των οποίων οι απόψεις, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, υιοθετούνται από την πλειονότητα του ακαδημαϊκού και πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα –και οι οποίες βρίσκονται στον πυρήνα της μεθοδολογίας της «νέας ιστορίας» που χρηματοδοτείται ακόμη και από οργανώσεις ενός κερδοσκόπου όπως ο George Soros–, θα μπορούσαμε να πούμε πως αποσκοπούν στη διάβρωση των ιδεολογικών και άλλων δομών των εθνών-κρατών, στον εκφυλισμό της κρατικής κυριαρχίας ως έννοιας, στην απονομιμοποίηση των κανονιστικών συστημάτων και των εξουσιαστικών δομών και στην ανάδειξη μιας «παγκόσμιας κοινωνίας» εντός ενός κατακερματισμένου παγκόσμιου χώρου στο εσωτερικό του οποίου η εξουσία θα διαχέεται στο «μικροεπίπεδο».

Συνήθεις όροι και έννοιες οι οποίες αναφέρονται στην κονστρουκτιβιστική βιβλιογραφία είναι «αποσυναρμολόγηση» «αποολοκλήρωση», «αποκέντρωση», «κατακερματισμός» κτλ. Έτσι, πιστεύουν οι ιδεολογικοί ακτιβιστές του κονστρουκτιβισμού –γιατί, έστω και αν μεταμφιέζονται ακαδημαϊκά με την ευκολία που αυτό γίνεται σήμερα στον πανεπιστημιακό χώρο, κατά το πλείστον περί πολιτικών ακτιβιστών και προπαγανδιστών πρόκειται, και όχι περί επιστημόνων–, αλλάζει ο τρόπος σκέψης, επέρχεται ιδεολογικός μετασχηματισμός των συλλογικών οντοτήτων προς μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της ταυτότητας των ατόμων ως «πολιτών του κόσμου» και μεταλλάσσεται ο τρόπος με τον οποίο άτομα και συλλογικές οντότητες «βλέπουν» αλλήλους [Δεν είναι τυχαίο ότι κύριος στόχος των κριτικών κονστρουκτιβιστών είναι η συγγραφή ιστορικών βιβλίων που εξωθούν τις κοινωνίες προς αυτούς τους ανορθολογικούς διεθνοαναρχικούς «πολιτικούς» σκοπούς].

Όσοι τουλάχιστον αναμιγνύονται καλόπιστα σ’ αυτές τις ιδεολογικοπολιτικές δραστηριότητες, πιστεύουν ότι κύρια εμπόδια για την παγκόσμια ειρήνη δεν είναι τα αίτια πολέμου που αναφέρουν οι πολιτικοί ρεαλιστές αλλά τα έθνη-κράτη αυτά καθαυτά, τα οποία και για τον λόγο αυτό «θα πρέπει» να αποσυναρμολογηθούν και κατακερματιστούν. Στο ίδιο πλαίσιο, οι «εθνοκεντρικές» κοσμοθεωρίες, ταυτότητες, ιστορικές μνήμες και ιστορικές συνειδήσεις «θα πρέπει» να υπονομευτούν, αποδυναμωθούν και εξανεμιστούν. Κύριος στόχος αυτών των διεθνοαναρχικών ακτιβιστών, είναι οι εθνικές κοσμοθεωρητικές παραδοχές, οι εθνικές κοσμοεικόνες, οι επικές αναμνήσεις των αγώνων ελευθερίας, οι εθνικές ταυτότητες, οι εθνικές ιδιαιτερότητες, οι ιστορικές μνήμες και γενικότερα οτιδήποτε χαρακτηρίζει την εθνική-κρατική ετερότητα, την οποία με ιδιάζουσα πολιτική προκατάληψη και χυδαιότητα ονομάζουν «εθνοκεντρισμό», όρο τον οποίο στην συνέχεια φορτίζουν με αυθαίρετα προσδιορισμένα περιεχόμενα δημιουργώντας σκιάχτρα με τα οποία στην συνέχεια αναλώνονται σκιαμαχώντας.

Στην Ελλάδα, αλλά απ’ ότι γνωρίζουμε και αλλού στα Βαλκάνια, οι «κριτικοί κονστρουκτιβιστές», οι οποίοι είναι πολύ καλά οργανωμένοι στα πανεπιστήμια, στα μέσα ενημέρωσης και σε ποικιλότροπα χρηματοδοτούμενους διεθνικούς ΜΚΟ, εκτελούν αδίστακτες επιθέσεις κατά του «εθνοκεντρισμού», δηλαδή, κατά της αξίωσης για ελευθερία, εσωτερική αυτοδιάθεση, εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική ετερότητα στην βάση των ιστορικών διαμορφώσεων. Η έννοια του εθνοκεντρισμού η οποία σε κάθε βιώσιμο κράτος παραπέμπει σε τιμητική φιλοπατρία στην Ελλάδα πολλοί πλέον την αναφέρουν ως περίπου υβριστικό χαρακτηρισμό. Αυθαίρετα και αυτοαναφορικά αλληλοενισχυόμενες ομάδες ακτιβιστών των πιο ακραίων τάσεων του διεθνοαναρχικού κονστρουκτιβισμού βυσσοδομούν στα πανεπιστήμια, στις επιφυλλίδες και στις τηλεοράσεις αυθαίρετα εξισώνοντας την φιλοπατρία με τον εθνικισμό, την προάσπιση της ελληνικής πολιτικής κυριαρχίας με ακραία συμπεριφορά, την αξίωση απόλαυσης της ιστορικής πολιτισμικής ετερότητας με ρατσισμό και την αντίσταση κατά του αναθεωρητισμού ως περίπου αναχρονιστικό φανατισμό.

Αν και πιο προσεκτικά και εξεζητημένα κρυμμένοι πίσω από αυτοαναφορικά αυτοονομαζόμενες «ήπιες αναλύσεις» και «ψύχραιμες εκτιμήσεις», αδιάφορο αν αυτό γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα, ο σκοπός αυτών των αναλύσεων είναι να αποδυναμωθούν και αποσυναρμολογηθούν οι κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες εθνικές-κρατικές δομές. Αν και όχι πάντοτε πρόδηλο για όσους δεν είναι ενημερωμένοι για την επικίνδυνη διεθνοαναρχική ιδεολογία που υποκρύπτουν τα κριτικά κονστρουκτιβιστικά θεωρήματα, τονίζεται ότι συνειδητά κύριος στόχος τους είναι να πλήξουν θανάσιμα την πίστη και την νομιμοφροσύνη στις εθνικές πολιτικές άμυνας, ασφάλειας και διπλωματίας. Οι επιτυχημένοι «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» είναι όσοι θα κατόρθωναν να διεισδύσουν ως δούρειοι ίπποι στους θεσμούς άμυνας, ασφάλειας, διπλωματίας και στον χώρο των επιφυλλίδων και άλλων μέσων που μετατρέπουν σε μέσο μαζικής κονστρουκτιβιστικής (από)πληροφόρησης.

Σε κάθε περίπτωση ένα από τα κύρια γνωρίσματα του κριτικού κονστρουκτιβιστικού λόγου είναι ο ρητός οραματισμός υπέρ της κατάργησής των υπουργείων Άμυνας, των υπουργείων εξωτερικών, των συμμαχιών και οποιουδήποτε θεσμού σχετίζεται με την άμυνα και την ασφάλεια των κρατών (κυρίως των κρατών στα οποία ένας έκαστος εξ αυτών ανήκει). Εξυπακούεται, στο ίδιο πλαίσιο, ότι η συγγραφή «νέας ιστορίας» που θα αποσυναρμολογεί την κοσμοθεωρητική και ηθική ετερότητα μιας κοινωνίας αποτελεί υπέρτατη προτεραιότητα του κριτικού κονστρουκτιβιστικού λόγου. Αυτονόητα, ο στόχος αυτός εκπληρώνεται –και σίγουρα οι κριτικοί κονστρουκτιβιστές σαρκάζουν σαρδόνια– αν κατορθώσουν μαζί με χρηματοδοτήσεις του ενός ή του άλλου «συστήματος Σόρος» να (συν)χρηματοδοτούνται και από τους ίδιους τους κρατικούς θεσμούς που θέλουν να διαλύσουν και εξανεμίσουν.

Τέτοια φοβερά παράδοξα, όπως είναι φυσικό, είναι δυνατό να συμβούν σε παραπαίουσες ασθενείς κοινωνίες-στόχους εάν και όταν κάποιο «σύστημα Σόρος» μαζί με ποικίλες υπηρεσίες, επιχειρηματίες και άλλους άσχετους με αυτά τα θέματα φορείς, τους χρηματοδοτούν στις συγγραφή αυτών των κατά βάση διεθνοαναρχικών προπαγανδιστικών βιβλίων που στην συνέχεια προωθούνται σ’ όλα τα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος.

3. Ο κριτικός κονστρουκτιβισμός ως δούρειος ίππος ηγεμονικών και αναθεωρητικών αξιώσεων

Ανεξαρτήτως του πόσο είναι εφικτοί τέτοιοι στόχοι της ύστερης (διεθνο)αναρχικής μόδας, ή ανεξαρτήτως του ποιες είναι οι επιπτώσεις επί της άμυνας-ασφάλειας ενός κράτους, οι θεσμοί του οποίου είναι αφύλακτοι και έρμαιο μακάβριων δραστηριοτήτων, με «κονστρουκτιβιστικούς» όρους ο πόλεμος και ο ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων, ομάδων ή κρατών είναι αξιολογικά και εκ προοιμίου αποκλειόμενοι ακόμη και αν εξυπηρετούν αμυντικούς σκοπούς. Αυτό το γεγονός καθιστά, για τους κριτικούς κονστρουκτιβιστές τη στρατιωτική δύναμη και τα συναφή ζητήματα άμυνας και ασφάλειας αχρείαστα. Σε κάθε περίπτωση, αν και δεν προτείνεται τελικός πολιτικός προορισμός, η διαδικασία ορίζεται μάλλον επαρκώς. Όπως εξηγεί ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς κονστρουκτιβιστές, ο Cox R. (στο «Labor and Hegemony: a Reply», International Organization, Winter 1980, βλ. επίσης Cox Robert, «Hegemony and International Relations: An Essay in Method», Millennium: Journal of International Studies, vol. 12, 1983), «η κριτική αντίληψη εστιάζεται στη διαδικασία της αλλαγής ανεξάρτητα από τον τελικό σκοπό. Εστιάζεται περισσότερο στις δυνατότητες συγκρότησης κοινωνικών κινημάτων [συλλογικής δράσης] παρά στο τι θα μπορούσαν να επιτύχουν αυτά τα κινήματα. Ουτοπικές προσδοκίες-προσμονές πιθανών να είναι ένα στοιχείο κινητοποίησης των πολιτών, αλλά τέτοιες προσδοκίες σχεδόν ποτέ δεν εκπληρώνονται. Οι συνέπειες της δράσης που αποσκοπούν στην αλλαγή είναι απρόβλεπτες».

Είναι σαφές ότι αυτά τα διεθνοαναρχικά ρεύματα ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων πολιτικών ακτιβιστών που με ενάργεια περιγράφει ο Cox –ένας κατά τα άλλα αξιοπρόσεκτος στοχαστής–, επιζητούν την ανάπτυξη μιας διαδικασίας συνεχούς αποδυνάμωσης των διεθνών δομών κυρίως το κράτους και των κοσμοθεωρητικών θεμελίων του, με σκοπό να οδηγήσουν τον κόσμο στον μαγικό παράδεισο των φαντασιώσεών τους. Με πραγματικούς όρους και όπως αναφέρεται στην κονστρουκτιβιστική βιβλιογραφία, αυτό σημαίνει δημιουργία χιλιάδων μικρών αυτόνομων κοινοτήτων εσωτερικά ανομοιογενών (αυτό ακριβώς εννοούν με τις έννοιες «διαφορετικότητα» και «πολυπολιτισμικότητα», οι οποίες στον συνήθη πρακτικό πολιτικό λόγο που δεν σχετίζεται με τον κριτικό κοστρουκτιβισμό έχουν άλλη έννοια, δηλαδή την κατοχύρωση της πολιτισμικής ετερότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτήτων κατά πιθανών διακρίσεων εκ μέρους της κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας). Ολίγον ενδιαφέρει τους «κριτικούς κονστρουκτιβιστές –μπροστά στον ιδεολογικό φανατισμό των οποίων παρελθόντα εξομοιωτικά δόγματα ωχριούν– για το γεγονός ότι ο κόσμος πιθανότατα ποτέ δεν θα φτάσει στον κατά τα άλλα ελάχιστα προσδιορισμένο ποθητό παράδεισο των ψευδαισθήσεών τους ή για το γεγονός ότι στην πορεία το δικό τους κράτος θα αποσυναρμολογηθεί, διαλυθεί και γίνει βορά ισχυρότερων δρώντων του διεθνούς συστήματος, οι οποίοι αναμενόμενα παραμονεύουν για να εξυπηρετήσουν και επεκτείνουν τα συμφέροντά τους.

Αν και εξόχως ουτοπικές και φαντασιόπληκτες, οι προσδοκίες των «κριτικών κονστρουκτιβιστών» είναι εν τούτοις άκρως επικίνδυνες για την ενδοκρατική ζωή και τις εξωτερικές σχέσεις, κυρίως των φιλειρηνικών κρατών. Έτσι, προσδοκούν πως, ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αποκέντρωσης και ανάπτυξης του «κοινοτισμού», η παραδοσιακή πίστη-νομιμοφροσύνη προς το έθνος-κράτος θα αντικαθίσταται σταδιακά από την «κοινοτική ηθική», ενώ το «αίσθημα ευθύνης» απέναντι στα άτομα της υπόλοιπης οικουμένης και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν θα εκτοπίζει την εθνική συνείδηση των λαών. Οι προαναφερθείσες μεθοδεύσεις για την εκπλήρωση συγκεκριμένων σκοπών γίνονται πιο ευκρινείς αν αναφερθούμε σε μια ακόμη ανάλυση που τις περιγράφει επακριβώς. Σύμφωνα με τους «κριτικούς κονστρουκτιβιστές», σημειώνει ο Ronnie Lipschutz, μετά τον ψυχρό πόλεμο και την κατάρρευση της κομουνιστικής ιδεολογίας «οι εναλλακτικές επιλογές φαίνεται ότι εκλείπουν (…) Στο επίπεδο των διεθνών δομών η κυριαρχία-αναρχία ως η κανονιστική αρχή οργάνωσης του διεθνούς συστήματος [δηλαδή το σύστημα που στηρίζεται στην εθνική-κρατική κυριαρχία] εξανεμίζεται (…) και γίνεται ολοένα πιο αποδεκτός ο φιλελευθερισμός ως το παγκόσμιο “λειτουργικό σύστημα”. (…) Το “λειτουργικό σύστημα” στην παγκόσμια πολιτική –ο φιλελευθερισμός με το άτομο στον πυρήνα του– έρχεται να εκπληρώσει ρόλο παρόμοιο με το σύστημα κανόνων της Καθολικής Εκκλησίας πριν τη Βεστφαλία. (…) Η φροντίδα για ασφάλεια εκ μέρους των κρατών έγινε προβληματική όχι μόνον λόγω της καταστροφικού χαρακτήρα των όπλων νέας τεχνολογίας αλλά επίσης λόγω της “πυκνότητας” του παγκόσμιου συστήματος. Αυτό, παραδόξως, προσφέρει τον πολιτικό χώρο σε μη κρατικούς δρώντες να αναπτύξουν συμμαχίες και διασυνδέσεις διαμέσου των συνόρων και σε όλη την υδρόγειο, οι οποίες, μακροπρόθεσμα, θα υπηρετήσουν τον σκοπό υπονόμευσης των “ιστορικών δομών” [δηλαδή των εθνών-κρατών] και θα επιφέρουν ορατές αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική» [Lipschutz Ronnie, «Reconstructing World Politics: The Emergence of Global Civil Society», ό.π., σελ. 405,406,407,418,419] [έμφαση δική μου].

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των ΗΠΑ, κράτος το οποίο έχει ήδη από καιρό και διακηρυγμένα ενσωματώσει πλήρως στην στρατηγική του την κονστρουκτιβιστική ανάλυση που ιδιαίτερα μετά τον ψυχρό πόλεμο αποτελεί το κύριο εργαλείο της στρατηγικής της «μαλακής ισχύος». Για τις ανάγκες της παρούσης ανάλυσης αρκεί ίσως να παρατεθεί εδάφιο των διακεκριμένων αμερικανών συναδέλφων Katzenstein/Keohane/Krasner, οι οποίοι αποτιμώντας την ανάλυση διεθνών σχέσεων των τελευταίων δεκαετιών περιγράφουν επακριβώς την θέση των κριτικών κονστρουκτιβιστών στην διεθνή σκακιέρα στρατηγικών ανταγωνισμών, ανακατανομών συμφερόντων και ηγεμονικού πλιάτσικου: «Iσχυρότερα κράτη είναι δυνατό να κατορθώσουν να αλλάξουν τις παραστάσεις με βάση τις οποίες οριοθετούνται οι ιδεολογικές πεποιθήσεις σε λιγότερο ισχυρά κράτη ή ηττημένες πολιτείες. Oι Hνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, πίεσαν συστηματικά και επίμονα για τη διάδοση συγκεκριμένων πεποιθήσεων ως προς το πώς πρέπει να είναι το όραμα της διεθνούς κοινωνίας [που τις συνέφερε] μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανανέωσαν και το αναζωογόνησαν την μεταψυχροπολεμική εποχή. O σκοπός δεν ήταν απλώς να προωθήσουν συγκεκριμένους στόχους, αλλά να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι συγκεκριμένες κοινωνίες βλέπουν τα οικεία συμφέροντα. H έμφαση αυτού που ο Nye ονομάζει “μαλακή ισχύς” σχετίζεται τόσο με ρεαλιστικούς φόβους [κατανομής ισχύος] για τη σχετική ισχύ όσο και με την [“κριτική”] κονστρουκτιβιστική ανάλυση για συλλογικά πιστεύω, πεποιθήσεις και ταυτότητες» (International Organization, vol. 52. 4 1998 p. 673).

Εκτιμώντας επακριβώς τον ρόλο της επιστράτευσης ιδεολογημάτων και θεωρημάτων για την εκπλήρωση των σκοπών της εθνικής στρατηγικής των σύγχρονων ηγεμονικών δυνάμεων, με τον ένα ή άλλο τρόπο οι κριτικές κονστρουκτιβιστικές δραστηριότητες βρίσκονται στην αιχμή της διακρατικής διαμάχης. Ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένοι ιστοριογραφούντες και διεθνολογούντες, δυνατό να είναι στις μέρες μας το κυριότερο εργαλείο εκπλήρωσης των πιο ακραίων διεθνοφασιστικών αξιώσεων. Πλήθος εξαιρετικά σοβαρών αναλύσεων που καμιά σχέση δεν έχουν με οποιαδήποτε συνωμοσιολογική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής, θεμελιωμένα εξηγούν αυτή την αμείλικτη πραγματικότητα για την οποία οι έντιμοι ακαδημαϊκοί –ιδιαίτερα στον χώρο των ιστορικών αναλύσεων και της ανάλυσης των διεθνών σχέσεων– που είναι προσηλωμένοι σε πάγια κριτήρια επιστημονικής δεοντολογίας, ασφαλώς δεν θα αισθάνονται ευτυχισμένοι γι’ αυτή την διολίσθηση του κλάδου τους στο τέλμα του παρασιτισμού και των αντικοινωνικών δραστηριοτήτων.

Για ένα τουλάχιστο σημαντικό λόγο, κανένας ορθολογιστής ακαδημαϊκός δεν θα ήθελε να ταυτιστεί με κακόφημους κερδοσκόπους περιπλεγμένος σε χρηματοδοτήσεις που κάλλιστα εμπίπτουν στην προαναφερθείσα παρακμιακή σφαίρα των κριτικών κονστρουκτιβιστικών δραστηριοτήτων. Όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα στον χώρο των κοινωνικών επιστημών, ίσως ένας απρόσεκτος ακαδημαϊκός να μπορεί να καταστεί εργαλείο εκπλήρωσης διεθνοαναρχικών ή μεγαλομανών σκοπών κερδοσκόπων όπως ο George Soros του οποίου τα «ιδρύματα ανοικτής κοινωνίας» σε συνεργασία με υπηρεσίες των ΗΠΑ και ενδεχομένως άλλων κρατών «όλως περιέργως» στηρίζουν με ιδιάζοντα ζήλο θεωρήματα, ιστοριογραφήματα κι ιδεολογήματα όπως τα πιο πάνω.

Για τον σκληρό πυρήνα των ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων και ιδεολογικά φανατισμένων κριτικών κονστρουκτιβιστών, πάντως, οι διεθνοαναρχικοί σκοποί που βρίσκονται στον πυρήνα των στοχαστικών τους δραστηριοτήτων δεν επιτρέπουν αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις: «Ο “σκοπός” αποσυναρμολόγησης των εθνών-κρατών αγιάζει τα μέσα». Ακόμη και η διάλυση του δικού τους κράτους, επαναλαμβάνουμε, δεν μετρά γιατί σκοπός της ζωής τους είναι όχι όπως θα όφειλαν η κατανόηση του κόσμου αλλά η πάση θυσία αποσυναρμολόγηση των οντολογικών θεμελίων των εθνών-κρατών τα οποία με περισσή προπέτεια ονομάζουν «μεταφυσικές κατασκευές».

4. Ο διεθνοαρχισμός προ των πυλών

Για τους «κριτικούς κονστρουκτιβιστές» το μέσο δεν είναι μόνο οι ιδέες αλλά και συγκεκριμένες ενέργειες ιεραποστολικού χαρακτήρα οι οποίες σε συνδυασμό με άλλες εξελίξεις εξωθούν προς μια ακραίας μορφής ιδεολογική τάξη πραγμάτων εις βάρος του έθνους-κράτους (ή εκείνων των εθνών-κρατών που θα δεχθούν να συρθούν σε τέτοιες περιπέτειες). Το «έθνος-κράτος» ως ο κυριότερος ιδεολογικός αντίπαλος πρέπει να καταπολεμηθεί και να υπονομευθεί με κάθε μέσο, χωρίς αναστολές και χωρίς έγνοιες για το ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες. Τα υπουργεία Άμυνας και οι θεσμοί ασφαλείας, ανεξάρτητα αν εξυπηρετούν αμυντικούς ή επιθετικούς σκοπούς, αποτελούν έναν από τους βασικούς στόχους έναντι των οποίων οι «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» τρέφουν αισθήματα που κυμαίνονται από αντιπάθεια μέχρι έκδηλη εχθρότητα που συνοδεύεται από συγκεκριμένες δράσεις υπονόμευσής τους ή και κατακερματισμού τους. Ακόμη πιο σημαντικό, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί προνομιακό και προτιμητέο πεδίο δράσης που θα έφερναν αυτές τις υπονομεύσεις επειδή, ακριβώς, εκεί επαναδιαμορφώνεται και μετεξελίσσεται η συλλογική ετερότητα κάθε κοινωνίας.

Βέβαια, ας μη νομίσει κανείς ότι ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένα πλάσματα που φέρονται ως «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» είναι κάποια ισχυρά και αήττητα τέρατα. «Επιστημονικά τέρατα» σίγουρα είναι, στον βαθμό δηλαδή που στοχαστικά συμβολίζουν μια μακρά παράδοση πολλών που ονομάζονται κοινωνικοί επιστήμονες, μερικοί εκ των οποίων εν τούτοις δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να εξάπτουν την φαντασία αφελών και ανυπεράσπιστων φοιτητών ή αναγνωστών που εντυπωσιάζονται από κενούς περιεχομένου ακαδημαϊκούς τίτλους. Αν και όπως υποστηρίχθηκε πιο πάνω οι κοντστρουκτιβιστικές ιδεολογικοπολιτικές δραστηριότητες αν κυριαρχήσουν σ’ ένα κράτος ή μια περιφέρεια δυνατό να προκαλέσουν μεγάλες ανακατανομές συμφερόντων εις βάρος λιγότερο ισχυρών και/ή απρόσεκτων κρατών, οι κριτικοί κονστρουκτιβιστές είναι εξ ορισμού –μια και προγραμματικά δηλώνουν υποκειμενικά, αξιολογικά και ιδεολογικά φορτισμένοι και προκατειλημμένοι– επιστημονικά μηδενικά. Και επιστημονικά μηδενικά μόνο ασθενείς ψυχές θα μπορούσαν να έχουν, διαφορετικά θα επέλεγαν όχι να ανοητολογούν μεταφυσικά αλλά να καταπιαστούν με τα δύσκολα ζητήματα που περιγράφουν και ερμηνεύουν τα αίτια πολέμου. Μια τέτοια σκληρή στοχαστική αναμέτρηση με την πραγματικά, όμως, είναι δύσκολη υπόθεση και δεν μπορεί να την κάνεις αν προγραμματικά δηλώνεις ότι σκοπός δεν είναι να ερμηνεύσεις αλλά να ανατρέψεις το διακρατικό σύστημα. Το γεγονός ότι συχνά μεταμφιέζονται ακαδημαϊκά μπορεί να εντυπωσιάσει μόνο όσους είναι απληροφόρητοι για τον λανθασμένο δρόμο στον οποίο οδηγούνται οι κοινωνικές επιστήμες. Στα ισχυρά κράτη κανείς δεν τους λαμβάνει υπόψη ενώ στις λιγότερο ισχυρές κοινωνίες, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, είναι εργαλεία «μαλακής ισχύος» της στρατηγικής άλλων κρατών (βλ. Kazenstein et al ό.π.).

Όσον οι κοινωνικές επιστήμες παραπαίουν και ταλαντεύονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας θα υπάρχουν παρασιτικές επιστημονικές δραστηριότητες που είτε ενδύονται το όνομα «κριτικός κονστρουκτιβισμός» ή κάποια άλλη ονομασία θα έχουν ως κοινό γνώρισμα συγκεκριμένες και ευδιάκριτες ιδιότητες. Θα είναι πάντοτε μεταμφιέσεις ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, θα αναπτύσσουν αντικοινωνικές και ανελεύθερες ιδέες και αν και εξεζητημένα διατυπωμένες θα είναι επιστημονικά αβάσιμες. Όπως σημειώνει εύστοχα ο John Mearsheimer σε μια σημαντική συγκριτική ανάλυσή του, οι κριτικοί κονστρουκτιβιστές «αν και προτείνουν θεμελιακές αλλαγές … τίποτα δεν μαρτυρεί ότι οι υποθέσεις τους είναι βάσιμες» («International Security vol. 19, σ. 46-7). Όπως ήδη τονίστηκε, λογικά μιλώντας, πρόκειται για συνήθεις ασθενείς στοχαστικές ψυχές μιας και αντί να καταπιαστούν με τα κεντρικά ζητήματα της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων –δηλαδή τα αίτια πολέμου που είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού και που μας περιβάλλουν απειλώντας μας ζωτικά και καθημερινά– μετατρέπονται σε αξιοθρήνητα παρακολουθήματα, συχνά με το αζημίωτο, διεθνοφασιστικών αξιώσεων. Όντως, είναι εύκολο να στοχεύει κάποιος ασθενείς και παραπαίουσες κοινωνίες με χρήματα κερδοσκόπων όπως του Σόρος ή άλλων εξίσου αμφιλεγόμενων πηγών, αλλά δύσκολο να αφοσιωθεί στην μελέτη της θεωρίας που αναλύει τα αίτια πολέμου που κείνται μεταξύ του διεθνούς δικαίου και της ειρήνης και σταθερότητας. Είναι πιο ανταποδοτικό αντί μιας τέτοιας σκληρής δουλειάς είτε να προσποιείται ότι δεν υπάρχουν αίτια πολέμου αλλά ένα ανθόσπαρτο διεθνές σύστημα είτε ότι φταίνε για τα προβλήματα τα θύματα των αιτιών πολέμου. Είναι εύκολο να οργιάζει κάποιος ιδεολογικοπολιτικά εις βάρος «ώριμων θυμάτων» – που κάποια στιγμή αφού δεχτούν μύρια διεθνοφασιστικά πλήγματα παραπαίουν πλήττοντας τις κοσμοθεωρίες τους και τις εθνικές ταυτότητές τους– αλλά δύσκολο να αμφισβητήσει τα ορατά αίτια που αποσταθεροποιούν τους διεθνείς θεσμούς και τις διακρατικές σχέσεις. Είναι εύκολο να καταπολεμά κάποιος την εθνική κρατική ύπαρξη των λιγότερο ισχυρών κρατών, την κοινωνική ετερότητά τους, τα κοσμοθεωρητικά τους θεμέλια, τις ιστορικές τους διαμορφώσεις και την πολιτική τους κυριαρχία στο σύνολό της και δύσκολο να αμφισβητήσει τις ηγεμονικές αξιώσεις που προκαλεί διεθνοπολιτικά εγκλήματα.

Καταληκτικά, πλήθος εμπειριών των τελευταίων ετών και θεμελιωμένων πλέον στοιχείων μαρτυρούν για την ύπαρξη και δράση εξαιρετικά οργανωμένων διεθνικών ομάδων με κακόφημες συναναστροφές όπως το «σύστημα Σόρος» και τα σχετιζόμενα με αυτό ιδρύματα. Στο εσωτερικό αυτών των διεθνικών ομάδων που βρίσκονται πλέον προ των πυλών πολλών ανυποψίαστων κοινωνιών που παραπαίουν σε ασταθείς περιφέρειες, οι κριτικοί κονστρουκτιβιστές αναμενόμενα κατέχουν προνομιακή θέση. Πανεπιστήμια, κρατικοί θεσμοί, τα μέσα ενημέρωσης, όλως ιδιαιτέρως οι θεσμοί άμυνας, ασφάλειας και διπλωματίας και το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούν προνομιακούς στόχους δραστηριοτήτων απερίγραπτων ομάδων και συσπειρώνουν ιδεολογικά ή χρησιμοθηρικά διεθνοαναρχιστές, κερδοσκόπους, ειδικούς της ιστορικής ανεκδοτολογίας, νοσταλγούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διψασμένους για διεισδύσεις επιχειρηματίες, αδιάφορους και ανήξερους τραπεζίτες, περιφερόμενους απάτριδες υπαλλήλους διεθνών θεσμών που αυτονομούνται λόγω δημοκρατικού ελλείμματος των οργανισμών στους οποίους ανήκουν και πρώην αξιωματούχους των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ.

Στην αιχμή των δραστηριοτήτων –όπως περίτρανα απέδειξαν τα διαμειφθέντα περί το διεθνοφασιστικό σχέδιο Αναν– βρίσκονται «εκστρατευτικά σώματα στοχαστών» που συμβατικά θεωρούνται πέραν πάσης υποψίας και που ειδικεύονται σε «προτάσεις πολιτικής», καθώς και σε άλλες επιστημονικά μεταμφιεσμένες αναλυτικές δραστηριότητες βαθύτατων διανεμητικών συνεπειών. Δεν πρέπει να ξενίζει αν το Πανεπιστήμιο μετατραπεί σε πάρεργο τέτοιων δραστηριοτήτων, αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα γαλουχηθεί στις μεγάλες ιδέες της αγαθής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αν ήρωες της ελευθερίας όπως ο Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα και ο Αυξεντίου διασύρονται από κονδυλοφόρους ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένους και αν «κριτικοί κονστρουκτιβιστές» ντυμένοι προβιές προβάτου (ή καλύτερα ινστιτούτων «προτάσεων πολιτικής») διεισδύσουν σε στρατηγικούς κρατικούς θεσμούς όπως οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα Υπουργεία εξωτερικών. Δεν πρέπει να ξενίζει, τέλος, αν η επιστημονική ανάλυση των διεθνών σχέσεων που με τόσους σπάνιους πόρους συντηρεί ο φορολογούμενος πολίτης εκτοπιστεί πλήρως για να αντικατασταθεί από απροσδιόριστου επιστημονικού αντικειμένου και πανταχόθεν περιφερόμενους ακαδημαϊκούς που μιλούν επί παντός επιστητού και που αφ’ υψηλού προτάσσουν υπέρτατες επιταγές για διχοτόμηση της Κύπρου, παντοτινή υποδούλωση της κυπριακής κοινωνίας, ανεπίστροφη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, τάισμα μέχρι κορεσμού του τουρκικού αναθεωρητικού θηρίου, αναγνώριση του αναθεωρητισμού των Σκοπίων, διάσπαση της Σερβίας και καλλοπισμού αυτής της διάσπασης με … προστασία των μοναστηριών της τελευταίας. Τον λόγο έχουν οι φύλακες, δηλαδή, η ακαδημαϊκή κοινότητα, η πνευματική ηγεσία και η πολιτική ηγεσία και ευρύτερα το κοινωνικό σύνολο.

[Όπως ανέφερα αφετηριακά, στο πλαίσιο της θεωρίας διεθνών σχέσεων οι κριτικοί κονστρουκτιβιστές εξετάζονται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση και σε όλες σχεδόν τις τελευταίες μου μονογραφίες. Βλ. ιδ. το Θεωρία διεθνούς και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, παράρτημα, πληροφορίες στις διευθύνσεις Περιεχόμενα βιβλίων Π.Ήφ. και Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Για ανάλυση που εξηγεί πλήρως, αξιόπιστα και θεμελιωμένα την στρατηγική μαλακής ισχύος των ΗΠΑ, πέραν των πηγών που ήδη παραθέσαμε.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: