Μ. Μεγαλοκονόμου, πρέσβη Ε.Τ., 1.7.2010, Στρατηγικό βάθος, θεωρία και πράξη.

Μ. Μεγαλοκονόμου, πρέσβη Ε.Τ., 1.7.2010, Στρατηγικό βάθος, θεωρία και πράξη.

του ΜΑΝΟΥ ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΕΣΒΗ Ε.Τ, Πέμπτη, 01 Ιουλίου 2010, ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΤΑΒΟΥΤΟΓΛΟΥ.ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ
http://ellinikoforum.blogspot.com/2010/07/blog-post_8561.html
Πιστεύω ότι ο χαρακτήρας ενός συγγραφέα, γιατί η αρχή είναι η συγγραφική δουλειά του Αχμετ Νταβούτογλου, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει σημαντικά το έργο του. Όχι τόσο βέβαια όταν πρόκειται για καθαρά επιστημονική εργασία.

του ΜΑΝΟΥ ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΥ
ΠΡΕΣΒΗ Ε.Τ

Όταν όμως, όπως στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για έργο που στόχο έχει να κατευθύνει, λίγα χρόνια μετά την συγγραφή του, την εξωτερική πολιτική μιας μεγάλης χώρας, τότε νομίζουμε ότι η προϊστορία και ο χαρακτήρας του συγγραφέα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Ο Νταβούτογλου λοιπόν σπούδασε στο γερμανικό Λύκειο και μετά στο Παν/μιο της Κωνσταντινούπολης , ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία διδάσκοντας πρώτα στο Διεθνές Ισλαμικό Πανεπιστήμιο της Κουάλα Λουμπούρ στη Μαλαισία και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη.

Από τον Μάιο του 2009 είναι εξωκοινοβουλευτικός Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας. Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του (ένα από τα πολλά που έχει γράψει) διακρίνει ορισμένα χαρακτηριστικά που τελικά δικαιολογούν και τις θεωρητικές του πεποιθήσεις ως προς την ενδεδειγμένη για την Τουρκία εξωτερική πολιτική. Το βιβλίο στο εννοιολογικό του μέρος περιέχει σύνθεση θρησκευτικών, ιστορικών και εθνικών στοιχείων αλλά φανερώνει και μια ισχυρή επήρεια από την βασική γερμανική του παιδεία. Αυτό άλλωστε καταφαίνεται και από αναφορές που δείχνουν τον θαυμασμό του για την γερμανική ψυχραιμία, οργανωτικότητα και πειθαρχία. Είναι φανερή ακόμη η φιλοδοξία του να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική της χώρας του καθώς κατηγορεί συχνά τους τότε (γύρω στο 2000) πολιτικούς για ψυχολογική ηττοπάθεια υπονοώντας βέβαια ότι αν εκείνος βρισκόταν στη θέση τους θα έκανε μεγάλα έργα. Η ιδέα της «μεγαλωσύνης» βρίσκεται σχεδόν σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου του, ξεκινώντας από τη σκέψη ότι η Τρίτη περίοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1355-1683 – Βιέννη), μετά δηλαδή το πέρασμα των Οθωμανών στην Ευρώπη είχε εγκαθιδρύσει την «σταθερότερη τάξη πραγμάτων» στην περιοχή. Μιλάει για το «Βιλαέτι της Βαγδάτης» σαν να είναι ακόμη το Ιράκ υπό Οθωμανική κατοχή. Μιλάει για τα νησιά που «κατά απερίσκεπτο τρόπο εγκατελείφθησαν στην Ελλάδα» και θέλει «να αυξηθεί η εξάρτηση των Δωδεκανήσων από την μικρασιατική ηπειρωτική πλάκα» (235). Γιατί όπως λέει επί λέξει: «Η Τουρκία πλέον είναι υποχρεωμένη να αναβαθμισθεί, ώστε, ανερχόμενη σε υψηλότερη κλίμακα, να θεωρήσει τις σχέσεις της με αυτές τις χώρες ως υποδεέστερα στοιχεία με την άσκηση έναντι αυτών πολιτικών αφ’ υψηλού». Οι χώρες στις οποίες αναφέρεται εδώ είναι η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Αρμενία και η Γεωργία. Η αλαζονεία, η μεγαλομανία και θα έλεγα ένα είδος γεωγραφικού παραλογισμού δεν έχουν τελειωμό. Γιατί είναι και οι επαναλήψεις που κάνουν εντύπωση. Επαναλήψεις που αφορούν λ.χ. στην προνομιακή γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας. Κανείς δεν έχει αντίρρηση σ’ αυτό και μάλιστα πρέπει να θυμηθούμε ότι όλοι οι πολιτισμοί λίγο πολύ θεώρησαν κατά καιρούς ότι αποτελούσαν το κέντρο της γης. (Μεσόγειος, Κίνα – Κεντρική Χώρα- , Αμερική κλπ.), Αλλά από κάποιο σημείο και μετά, απομακρύνεται τόσο από την αντικειμενική διαπίστωση που αρχίζει να χάνει τη σοβαρότητά του.

Σε κάποιο σημείο ξεπερνάει ακόμη και τον εαυτό του ο νυν Υπ. Εξωτερικών της Τ. : Περιγράφοντας τα όρια της Τουρκίας, λέει: «τόσο όταν εξετασθούν μεμονωμένα όσο και όταν εξετασθούν ως σύνολο, η εγγύς χερσαία περιοχή αποτελούμενη από τη ζώνη Βαλκάνια-Καύκασος-Μέση ανατολή, η εγγύς θαλάσσια περιοχή αποτελούμενη από τις κλειστές θάλασσες και τις υδάτινες διόδους του Ευξείνου Πόντου –Βοσπόρου-Προποντίδας-Αιγαίου-Ανατολικής Μεσογείου-Ερυθράς θάλασσας-Περσικού κόλπου-Κασπίας και , τέλος οι εγγύς προς την Τουρκία ηπειρωτικές περιοχές της Ευρώπης-Βόρειας Αφρικής-και Κεντρικής Ασίας που περιβάλλουν την Τουρκία καλύπτονται από γεωγραφική άποψη από πεδία που σχηματίζουν το κέντρο της παγκόσμιας κεντρικής γής (heartland) και από ιστορική άποψη την αορτή της ιστορίας της ανθρωπότητας» (821). Με τα προεκτεθέντα δεν έχω κατ’ ουδέν την πρόθεση να υποτιμήσω τις σκέψεις του Νταβούτογλου, αντιθέτως μάλιστα αυτές, όπως διατυπώνονται αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αλλά και γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνες για τις μελλοντικές προοπτικές της περιοχής μας. Επιχειρώ να αρχίσω την ανάλυση με ένα απόσπασμα που είναι πολύ εύστοχο και σημαντικό, μήπως και απαλύνω τις προηγούμενες εντυπώσεις. Λέει ο Ντ. «Οι δυναμικές διεθνείς συνθήκες καθιστούν αναπόφευκτη τη συνεχή επαφή με κάθε υποκείμενο. Η συμμετοχή ενός υποκειμένου που ανήκει στον αντίπαλο συνασπισμό είναι ικανή να καταστήσει τις επαφές ακόμη πιο σημαντικές από τη σκοπιά της κατανόησης των προθέσεων των υποκειμένων». (474) Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να επωφεληθούμε από το σωστό αυτό μάθημα του Ντ. για να καταλάβουμε τις προθέσεις του συγκεκριμένου «υποκειμένου».

Βασική θέση , όπως είπαμε και πριν, είναι η Γεωπολιτική θέση της Τουρκίας. Και μάλιστα η κεντρική θέση που κατέχει στους ανταγωνισμούς των κέντρων της χερσαίας και θαλάσσιας ισχύος που διεξάγονται προς κάθε κατεύθυνση (190). Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου η Τουρκία, όντας υποχρεωμένη να σταματήσει κάθε εκ του βορρά (ΕΣΣΔ) προερχόμενο κίνδυνο ενετάγη στο ΝΑΤΟ και ακολούθησε τις πολιτικές της Δύσης παρά το γεγονός ότι ορισμένες από αυτές δεν ήταν σύμφωνες με τα περιφερειακά της συμφέροντα και κατά συνέπεια περιόρισαν τον «ζωτικό της χώρο» (126) Αναφέρονται σε σχέση με αυτή την θυσία της Τ., το Ισραήλ, η στάση των αράβων απέναντί της, η μη συμμετοχή της στον ορυκτό πλούτο της Μέσης Ανατολής κλπ. Πέραν αυτού η «περιθωριοποίηση της Τ.» ακόμη και μετά το 1990, οφείλεται σε «αλλαγή στρατηγικής» της Ε.Ε. η οποία προτίμησε, κατά την εκτίμηση του Ντ., να έχει επαφή με την ορθόδοξη-σλαυική ζώνη, αντί με τις ισλαμικές χώρες. Μέσα στις αβεβαιότητες που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού πολέμου και στα κενά που δημιουργήθηκαν ο Ντ. κατατάσσει κυρίως την Ασία όπου υπάρχει, λέει, διαφοροποίηση των νομίμων διεθνών συνόρων και των de facto σχηματισμών ισχύος (Τσετσενία, Αρμενία-Αζερμπαιτζάν). Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι και τα Ιρακινά σύνορα έχασαν σε σημαντικό βαθμό την έννοια τους Καθώς « το Ιρακ , ενώ έχει διαμελισθεί σε τρία τμήματα, από την άποψη του εκ των πραγμάτων ελέγχου, διατηρεί ακόμη την ύπαρξή του ως μία οντότητα». Ήδη μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου παρατηρείται κινητικότητα τόσο έντονη και γρήγορη που οι συνθήκες επιβάλλουν κάποιες διορθωτικές κινήσεις από την Τουρκία σε ότι αφορά στην εξωτερική της πολιτική. Μια πολιτική λέει ο Ντ, «η οποία προτιμά αντί του εντατικού ρυθμού (που εισηγείται ο συγγραφέας), τον εφησυχασμό της διατήρησης του status quo , δεν θα μπορέσει όχι μόνο να μετατρέψει την γεωπολιτική σε παγκόσμια δραστηριότητα αλλά ούτε να διατηρήσει καν τα υφιστάμενα σύνορα». Και το γεγονός αυτό γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο αφού οι ίδιοι οι σύμμαχοι, στις μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες που διανύουμε μπορούν να θεωρήσουν την γεω-οικονομική δραστηριότητα της Τουρκίας σήμερα στη Μ. Ανατολή, που βασίζεται στην ισορροπία νερού-πετρελαίου, ως βλαπτική των εθνικών τους συμφερόντων. Και κατά συνέπεια να ζητήσουν την αλλαγή αυτών των συνόρων ή την δημιουργία νέων πεδίων επιρροής. Ξεκινάει λοιπόν ο Ντ. από τη σκέψη ότι σε περιόδους ρευστότητας όπως η σημερινή, αν δεν ενεργοποιηθεί κανείς ακόμη και πέραν των φυσιολογικών πολιτικών του προοπτικών, κινδυνεύει να χάσει και τα κεκτημένα που έχει από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο. Κατά συνέπεια χρειάζεται να κινηθεί γρήγορα η Τ. μέσα στα γεωστρατηγικά κενά που δημιούργησε το τέλος του ψυχρού πολέμου και να κινηθεί με κατάλληλη «στρατηγική προσδιοριστικότητα και τακτική ελαστικότητα».

Τρεις είναι οι περιοχές όπου κατά τον Ντ πρέπει να ασκηθεί η στρατηγική εξωτερική πολιτική την οποία η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει στο μέλλον, μέσα από τακτικές προτεραιότητες, για σταδιακό άνοιγμά της στο διεθνές περιβάλλον. Οι περιοχές αυτές είναι α> Η εγγύς χερσαία περιοχή:Βαλκάνια-Μέση Ανατολή-Καύκασος, β> Η εγγύτερη θαλάσσια περιοχή :Εύξεινος Πόντος-Αδριατική-Ανατολική Μεσόγειος-Ερυθρά θάλασσα-Περσικός Κόλπος-Κασπία Θάλασσα. γ> Η εγγύτερη προς την Τουρκία ηπειρωτική περιοχή :Ευρώπη-Βόρεια Αφρική-Νότια Ασία-Κεντρική και Ανατολική Ασία. (193) Ξεχωρίζοντας την άσκηση πολιτικής που βασίζεται στην διεθνή νομιμοποίηση από εκείνη της «ρεαλιστικής πολιτικής» και παίρνοντας παράδειγμα από τις πολιτικές των ΗΠΑ κατά τον ψυχρό πόλεμο» (350) ο Ντ. εξετάζει λεπτομερώς τις τακτικές παρεμβάσεις, τις στρατηγικές πυρηνικής ανωτερότητος και τις τακτικές διπλωματικής περικύκλωσης των αντιπάλων κρατών. Συνεχίζει λέγοντας ότι το τέλος του ψυχρού πολέμου είχε ως αποτέλεσμα να μετατρέψει το ΝΑΤΟ από αμυντικό οργανισμό σε ενεργή δύναμη διαθέτουσα παγκόσμιες αποστολές. Αυτές οι αποστολές και ο ρυθμιστικός και προστατευτικός ρόλος του νέου ΝΑΤΟ καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση του στρατηγικού βάθους του Οργανισμού «κυρίως επι των γεωπολιτικών αξόνων που περικυκλώνουν και τέμνουν την Ευρασία στην κατεύθυνση Ανατολής – Δύσης και Βορρά – Νότου». Και η Τουρκία κατέχει ιδιαίτερη θέση στον προσδιορισμό της νέας παγκόσμιας στρατηγικής αποστολής του ΝΑΤΟ εξ αιτίας της θέσης όπου βρίσκεται η χώρα. Ενισχυμένη λοιπόν η Τουρκία εκ των ανωτέρω αλλά και από τη νέα δομή του διεθνούς πολυπολικού συστήματος ισορροπίας δυνάμεων, αποκτά πρωτεύοντα πλέον ρόλο. Και στο τομέα αυτόν πρέπει να επιδιωχθεί αρμονία μεταξύ των περιφερειακών επιλογών της Τουρκίας και του προσδιορισμού της παγκόσμιας αποστολής και αναζήτησης του ΝΑΤΟ για την εγκαθίδρυση της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Όχι όπως κατά την ψυχροπολεμική περίοδο, όπου η Τουρκία είχε ενταχθεί εξ ανάγκης αποτροπής του εκ βορά κινδύνου, χωρίς δικές της πρωτοβουλίες – Ο Ντ. σημειώνει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην προσπάθεια της Τ. κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο να καταλάβει μια νέα θέση στο διεθνές πολιτικό σύστημα μέσα από ένα στρατηγικό άλμα βασιζόμενη στα εθνικιστικά ιδεώδη του παντουρκισμού – καθώς υπολόγιζε και στην στήριξη της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος που εθεωρείτο αήττητη – και στην παρούσα συγκυρία και προτάσεις του. Λέει ότι τα άλματα που υπολογίζεται να γίνουν μόνο βάσει της στρατιωτικής ισχύος ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπα με απειλές που θα προξενήσουν οι αντίθετες δυνάμεις. Οι απειλές αυτές μπορούν να εξισορροπηθούν μόνο αν υπάρχει στρατηγικός ορθολογισμός που υποστηρίζεται με διαβαθμισμένη τακτική. Όμως η τουρκική πολιτική, ιδίως μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία είχε περιέλθει λέει ο Ντ. σε καθεστώς υποδούλωσης. «Συνεπώς φαινόταν να έχουν απωλέσει τη σημασία τους ο ισλαμισμός και ο τουρκισμός, που συνιστούσαν δύο σημαντικά επίπεδα ενός φιλόδοξου σχεδίου δημιουργίας διεθνούς ενδοχώρας (Hinterland) στη οποία θα βασιζόταν το Οθωμανικό κράτος. (123). «Αντί δηλαδή της επιδίωξης να γίνει το νεοτουρκικό κράτος εναλλακτικός ή αντίπαλος άξονας (της δύσης) προτιμήθηκε η συμμετοχή του στον δυτικό άξονα».

Για τους παραπάνω λόγους η Τουρκία πρέπει να μπει τώρα «σε μια διαδικασία επανερμηνείας του παρελθόντος της». Και εξ αυτού επιβάλλεται για την Τ. να αναπτύξει μια διπλωματική στάση που να μπορεί να αξιοποιεί επαρκώς την «πολύπλευρη ιστορική συσσώρευση εμπειρίας της και να συμβαδίζει με διαφορετικά εναλλακτικά σχέδια.» (157)Για να επιτευχθεί λοιπόν ο βασικός στόχος για την τουρκική διπλωματία, δηλαδή η άσκηση συνεχούς, μεθοδευμένης και συστηματικής επιρροής στην διεθνή της ενδοχώρα πρέπει να εκτείνει τη δράση της σε πολλές περιοχές. Ας δούμε ποιές είναι οι εκτιμήσεις που κάνει για τις διάφορες αυτές περιοχές.Εκφράζοντας την γενική του φιλοσοφία λέγει ότι απαιτείται να αναπτυχθούν ορθολογικές πολιτικο-οικονομικές σχέσεις με τους γείτονες ενώ συγχρόνως να αναπτύσσεται περιφερειακή δραστηριότητα μέσω συμμαχιών. Σημειωτέον ότι πουθενά στη τόσο μακρά εργασία του ο Ντ. δεν κάνει λόγο για τις ανάγκες και τα δικαιώματα των γηγενών πληθυσμών, για τα ανθρώπινα δικαιώματα (πλην των μουσουλμάνων) ή για τις βασικές αρχές της Δημοκρατίας, αλλά μόνο για τις γεωστρατηγικές θεωρίες και τις ασκήσεις του επί χάρτου. Αυτό βέβαια εφόσον δεν πρόκειται για μουσουλμανικές μειονότητες που βρίσκονται εκτός των τουρκικών συνόρων καθώς από όλο το σύγγραμμα διαφαίνεται ότι είναι οι μόνοι πληθυσμοί που αξίζουν προστασίας, φυσικά από την Τουρκία. Και τούτο υπονοεί ότι θα γίνει με τη δημιουργία εγγυήσεων των οποίων θεματοφύλακας θα είναι πάλι η Τουρκία. Μετά από την διευκρίνιση αυτή, έρχεται η εξέταση του τρόπου που αντιμετωπίζει η Τ. , κατά τον Ντ. πάντα, την «άτυχη» γι’ αυτή θέση των νήσων του Αιγαίου. Αφού ισχυρίζεται ότι η χώρα του που όπως ειπώθηκε είναι χώρα όπου διασταυρώνονται θαλάσσιες αρτηρίες, κλειστές θάλασσες και κόλποι διατυπώνεται και η περίεργη θεωρία ότι η Τουρκία ως αρχιπελαγικό ( ! ) (242) κράτος χρειάζεται πλην των άλλων να εγκαθιδρύσει θαλάσσια κυριαρχία πάνω στις θαλάσσιες και υδάτινες αρτηρίες που περιβάλλουν αυτό τον άξονα (239). Το υπάρχον όμως σήμερα καθεστώς των νήσων στενεύει σε σημαντικό βαθμό τον ζωτικό της χώρο. (244). «Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θαλάσσιας περιοχής της Τουρκίας. Η βασική πηγή προβλήματος στο Αιγαίο είναι η αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος. Η εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους των ελληνικών νησιών στη μικρασιατική ακτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρησιακή βάση εναντίον της Μικράς Ασίας, και η περικύκλωση από αυτά τα νησιά, των υδάτινων διαδρόμων, που εξασφαλίζουν το πέρασμα από την Προποντίδα στη Μεσόγειο, αξιολογούνται από την Τουρκία ως ένα πολύ σοβαρό κενό ασφάλειας. Αντίθετα, η Ελλάδα, λέει ο Ντ., ακολουθεί μια στρατηγική χρησιμοποίησης του πλεονεκτήματος που της παρέχεται από την κατοχή των νησιών, για να το εφαρμόσει στο σύνολο του Αιγαίου και της υδάτινης περιοχής.

Το γεγονός ότι οι δίαυλοι (ανατολικά και δυτικά της Κρήτης) αφενός της Καρπάθου και της Κάσου και αφετέρου των Κυθήρων και του ακρωτηρίου της Σπάθης αλλά και της Καρπάθου και της Μαρμαρίδας, έχουν περικυκλωθεί από αυτά τα νησιά, επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη σύνδεση με Εύξεινο Πόντο – Προποντίδα – Μεσόγειο της Τουρκίας». Για όλους αυτούς τους λόγους ο Ντ. κρίνει ότι ήταν μεγάλο σφάλμα της Τουρκίας να εγκαταλείψει, όπως λέει, τα νησιά μετά τον Β’ Παγκόσμιιο πόλεμο με αποτέλεσμα η Ελλάδα να διατηρεί τον παλμό του στρατηγικού της υπογραστρίου. Καταλήγει το σχετικό εδάφιο λέγοντας ότι «Το σημείο με τις μεγαλύτερες πιθανότητες εμπλοκής σε σύρραξη της Τουρκίας είναι τα νησιά του Αιγαίου». (244). Το Αιγαίο , εξ’ άλλου και η Κύπρος «συναρμόζονται» όπως γράφει ο Ντ. από στρατηγική άποψη τώρα», (εννοεί) περισσότερο από ότι κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Συναρμόζονται λοιπόν μεταξύ τους και αλληλοεπηρεάζουν και άλλα περιφερειακά θέματα. Η αλληλεπίδραση αυτή αύξησε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου. Και ισχυρίζεται ο συγγραφέας ότι αυτή η ηυξημένη σπουδαιότητα της Κύπρου και του Αιγαίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία αφού, λέει, η Τουρκία δεν είναι απλώς μια χώρα του Αιγαίου αλλά και μια χώρα που εντάσσεται «σε ένα ευρύτερο πλαίσιο , σε μια περιοχή που ξεκινάει από την Αδριατική και εκτείνεται ως τον κόλπο της Αλεξανδρέττας και τη Διώρυγα του Σουέζ» Αυτές οι μεγαλοστομίες δεν πρέπει πια να μας κάνουν να απορούμε. Βρίθουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Με τις προοπτικές αυτές των ενδιαφερόντων του Ντ., είναι φυσικό να αισθάνεται η Τουρκία «αποκλεισμένη στο Αιγαίο» από τα ελληνικά νησιά και «περικυκλωμένη στο νότο από την «ρωμαίικη διοίκηση της Κύπρου», όπως τη χαρακτηρίζει. Και εδώ γίνονται οι αναγκαίοι συνειρμοί μεταξύ των «ρωμιών» της Πόλης και της Ίμβρου και Τενέδου και των Ρωμιών της Κύπρου και της τύχης που τους περιμένει με κάποια ανεπιτυχή εξέλιξη του Κυπριακού. Ο Νταβούτογλου αναφερόμενος στην Κύπρο λέει ακόμη ότι αποτελεί ιστορική ευθύνη της Τουρκίας να υποστηρίζει ανελλιπώς τα δικαιώματα της μουσουλμανικής τουρκικής κοινότητος στο νησί. Λέει ακόμη ότι μια ενδεχόμενη επίδειξη ανικανότητος της Τουρκίας να επιτύχει τον σκοπό αυτό μπορεί να εμπεριέχει τον κίνδυνο να εξαπλωθεί η αδυναμία αυτή κατά κύματα στη δυτική Θράκη και τη Βουλγαρία και ακόμη και στο Αζερμπαϊτζαν και στη Γεωργία. Γι’ αυτό η προστασία της τουρκικής κοινότητας στη Κύπρο έχει μεγάλη σημασία όχι μόνο από την άποψη της εν λόγω κοινότητος αλλά και από την άποψη του μέλλοντος των λοιπών κοινοτήτων που συνιστούν τα οθωμανικά κατάλοιπά. Αλλά και πέραν αυτών γράφει ότι «Το Κυπριακό δεν είναι ούτε ένα συνηθισμένο τουρκοελληνικό εθνοτικό ζήτημα ούτε απλώς μια χρονίζουσα τουρκοελληνική ένταση.

Η Τουρκία, που κατέχει μία θέση που επηρεάζεται άμεσα από όλες αυτές τις (νέες γεωστρατηγικές) ισορροπίες, είναι υποχρεωμένη να αξιολογήσει την επί του Κυπριακού πολιτική της έξω από το περιορισμένο πλαίσιο των τουρκοελληνικών σχέσεων. Το Κυπριακό μετατρέπεται με μία συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα σε ένα ζήτημα Ευρασίας και Μέσης Ανατολής-Βαλκανίων (Δυτικής Ασίας-Ανατολικής Ευρώπης). Και προσθέτει παρακάτω την φράση που είναι ίσως η πιο γνωστή από τα κείμενα του Ντ. »Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί, που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου. Όπως τα Δωδεκάνησα όπου δεν υπάρχει πλέον τουρκικός πληθυσμός, εξακολουθούν να διατηρούν τη σημασία τους για την Τουρκία και όπως οι ΗΠΑ παρ’ όλο που δεν έχουν καμμιά πληθυσμιακή προέκταση προς την Κούβα και τα υπόλοιπα νησιά της Καραϊβικής ενδιαφέρονται άμεσα γ’ αυτά, έτσι και η Τουρκία είναι υποχρεωμένη, από στρατηγική άποψη να ενδιαφέρεται για την Κύπρο πέραν του ανθρώπινου παράγοντα» «Η Τουρκία», συμπεραίνει ο Νταβούτογλου, «πρέπει να είναι προετοιμασμένη, ώστε να απαντήσει με την απαιτούμενη σκληρότητα σε κάθε γεγονός που απειλεί τους στρατηγικούς της υπολογισμούς». Η πολιτική της Τουρκίας στα Βαλκάνια έχει πολλές όψεις αναλόγως της κάθε μιας χώρας. Εκφράζει επιθυμία πλήρους υποστήριξης προς τους λαούς που έχουν μουσουλμανικές κοινότητες, πρόθεση προστασίας των μουσουλμανικών κοινοτήτων με την εξασφάλιση καταλλήλων «εγγυήσεων» που θυμίζουν τις εγγυήσεις που ίσχυσαν στην Κύπρο. Προβλέπει επίσης διπλωματική προσέγγιση με χώρες όπως η Αλβανία που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον ρόλο της επικυριαρχίας στα Βαλκάνια. Η πολιτική των εξαγγελθέντων «μηδενικών προβλημάτων» εξηγείται με τον τρόπο αυτό. Μόνο δηλαδή όπου και όταν επιθυμεί η Τουρκία θα δημιουργεί ή θα αναζωπυρώνει προβλήματα με σκοπό να κρατάει σε εφησυχασμό τα υπόλοιπα κράτη των Βαλκανίων για τα οποία δεν θεωρεί σκόπιμο να επιδιώξει άμεσες «λύσεις». Παράδειγμα της πολιτικής αυτής αναφέρει ο ίδιος ο Ντ. όταν εξηγεί ότι «η επιχείρηση της Κύπρου (η εισβολή δηλαδή) πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία η παγκόσμια διπολική ισορροπία ακολουθούσε μια εξαιρετικά ευαίσθητη πορεία και η προσοχή όλων είχε στραφεί στις συγκρούσεις που λάμβαναν χώρα στη Μέση Ανατολή. Και η επέμβαση αυτή εξασφάλισε «την δημιουργία του επιδιωκομένου καθεστώτος», λέει ο συγγραφέας. Και προσθέτει, «Αντιθέτως προκρίθηκε η λύση της διασποράς στον χρόνο (αναβολής δηλαδή) των ζητημάτων που αφορούσαν την τουρκική μειονότητα της Βουλγαρίας και τα οποία εμφανίσθηκαν κατά την περίοδο ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο πόλων. (Θα έχει δηλαδή και η Βουλγαρία την ευκαιρία, την κατάλληλη στιγμή να νιώσει ό,τι ένιωσε και η Κύπρος. Να μην απογοητεύεται ότι λησμονήθηκε…). Στο Μεσανατολικό, η Τ. είχε προσεγγίσει κατά την ψυχροπολεμική περίοδο το ζήτημα, που ταυτίσθηκε με την παλαιστινιακή και πετρελαϊκή διάσταση, με επιφυλακτικό και ισόρροπο τρόπο, όπως λέει ο συγγραφέας. Αυτό έγινε χωρίς άμεσες επεμβάσεις. Τώρα με τη νέα συγκυρία, είτε της αρέσει είτε όχι, (λέει ο Ντ.), η Τουρκία βρίσκεται στα πρόθυρα του 21ου αι. (τα έγραφε το 1999) στο επίκεντρο ενός νέου σχεδιασμού με άξονα το Ιράκ, το Κουρδικό, και τους υδάτινους πόρους. Επομένως η απόκτηση ασιατικού βάθους στα πλαίσια μιάς συνεπούς ευρασιατικής πολιτικής είναι για την Τουρκία αναπόφευκτη στρατηγική επιλογή.(676). Χρειάζεται λοιπόν, με έναν ευρύτερο γεωπολιτικό προσδιορισμό, να αποκτήσει τη θέση του μακροπρόσθεσμου κέντρου επίλυσης των εντάσεων της περιοχής.

Λέει ο Νταβούτογλου ότι η «ειρηνευτική διαδικασία της Μέσης Ανατολής δεν θα πρέπει να θεωρείται μόνο ως αραβο–ισραηλινή διένεξη , αλλά πρέπει να αποκτήσει μια νέα έννοια στα πλαίσια της περιφερειακής πολιτικής της Τουρκίας» και υποστηρίζει παρακάτω ότι ο ρόλος παρατηρητή που είχε μέχρι τώρα (δηλαδή μέχρι το τέλος περίπου του ψυχρού πολέμου) στο Μεσανατολικό δεν της προσιδιάζει πλέον και πρέπει να γίνει πιο δραστήριος γιατί, «στη νέα αυτή δυναμική συγκυρία θα αλλάξει και ο τρόπος αλληλεπίδρασης του Κυπριακού, Παλαιστινιακού και Κουρδικού ζητήματος. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ένα ενωτικό χαρακτήρα από πλευράς εσωτερικής της Τουρκίας (δηλαδή να απαλλαγεί από την επιρροή της κεμαλικής ιδεολογίας – επιρροής των στρατιωτιού κατεστημένου) και την ανάληψη ειρηνευτικού-περιφερειακού ρόλου. Η ανάγκη αυτή υπαγορεύεται από την διαπίστωση του Ντ. ότι «η δυναμική συγκυρία της μεταψυχροπολεμικής περιόδου θέτει τις χώρες που αναπτύσσουν στατική και παθητική στάση σε σύντομο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της διπλωματικής διαδικασίας». Το κουρδικό θέμα απασχολεί σε σημαντικό βαθμό τον Ντ. αφού ισχυρίζεται ότι αποτελεί καθαρά ενδοτουρκικό πρόβλημα και όχι διεθνές. Όμως ο προσανατολισμός των ΗΠΑ στην επίλυση του κουρδικού επί του ιρακινού άξονα όσο κι’ αν φαίνεται ότι σε πρώτη φάση δεν δημιουργεί άμεσο πρόβλημα, στην επόμενη όμως φάση, θα προκαλέσει αντιδράσεις στην Τουρκία η εμφάνιση πολιτειακού μορφώματος στο Β. Ιράκ. Αντιμετωπίζει λοιπόν με καχυποψία και τη στάση των ΗΠΑ. Η Τ. επομένως πρεπει στο εξής να ενισχύσει την αίσθηση του ανήκειν, όπως λέει ο συγγραφέας αλλά και ισοπολιτεία για τους κούρδους. Η λέξη ισοπολιτεία δεν διευκρινίζεται φυσικά στο βιβλίο.Στο μέρος που εξετάζει την πιθανότητα ένταξης της Τ. στη ΕΕ ο Ντ. , φοβούμενος την ανάμιξη της ΕΕ στο κουρδικό αναφέρει ότι « Οι πολιτικοί που θεωρούν ότι η Τουρκική Δημοκρατία… απέκτησε τις απαραίτητες εγγυήσεις κυριαρχίας και ασφάλειας στη Λωζάνη υιοθετούν μια εξαιρετικά ευαίσθητη στάση ενώπιον των κινδύνων που μπορεί να προκύψουν από την αλλαγή των ισορροπιών της Λωζάννης.

Αν δηλαδή η διαδικασία της ένταξης προκαλέσει επαναπροσδιορισμό της έννοιας των μειονοτήτων, οι οποίες έχουν καθορισθεί στη Λωζάννη με βάση το θρήσκευμα, και επανακαθορισθεί με βάση την εθνοτική (ομάδα) θα σημαίνει και την υιοθετηση εκ μέρους της ΕΕ μιάς κουρδικής πολιτικής. Κάτι δηλαδή το οποίο συνιστά το πιο εύθραυστο στοιχείο μεταξύ των ισορροπιών της Λωζάννης και των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ» (766) Αν, αδιαφορώντας κανείς για τις μεγαλοστομίες και την ακατάσχετη αλαζονεία του συγγραφέα οφείλει να του αναγνωρίσει μια πολύ επιτυχή ανάλυση σε ένα τομέα, αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο τομέας της κεντρικής Ασίας. Η περιγραφή του κατακερματισμού όπως αποκαλεί την κατάσταση εκεί και η πρόβλεψη ότι αποτελεί μια εν δυνάμει εστία μελλοντικών κρίσεων επιβεβαιώνεται συνεχώς μέχρι και σήμερα: Τόσο από τις συγκρούσεις που μεσολάβησαν στην περιοχή όσο και κυρίως από την παρούσα κρίση μεταξύ Κιργκιστάν και Ουζμπεκιστάν. Επίσης προέβλεψε μια νέα παράμετρο. Την πιθανή πληθυσμιακή πίεση της Κίνας προς το Καζακστάν, μιας από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές αλλά και πλούσιες σε κοιτάσματα περιοχές του πλανήτη. Ίσως στην επιτυχία αυτή να βοήθησε τον συγγραφέα και το γεγονός ότι πολλές προσπάθειες και ελπίδες της Τουρκίας είχαν τότε, την εποχή της συγγραφής του έργου, βρει απροσδόκητα εμπόδια. Πράγματι οι Τούρκοι (προερχόμενοι και αυτοί από την Κεντρική Ασία – όπως παραδέχεται ανέτως ο Ντ.) αισθανόμενοι πολιτιστική, γλωσσική και θρησκευτική συγγένεια με τους πληθυσμούς της κεντρικής Ασίας είχαν ξεκινήσει ένα ορμητικό άνοιγμα στις νέες χώρες που μόλις είχαν τότε αποκτήσει την ανεξαρτησία τους από τον προαιώνιο εχθρό της Τουρκίας , την Ρωσσία. Οι μεγάλες όμως αυτές προσδοκίες και παρεμβάσεις προκάλεσαν τις ανησυχίες των τρίτων. Οι τρίτοι αυτοί ήταν πολλοί, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, φυσικά η Ρωσσία η ίδια.

Ο μεγάλος αυτός ανταγωνισμός που συνεχίζεται και σήμερα αφορούσε κυρίως τις διελεύσεις προς τη θάλασσα του ενεργειακού πλούτου της περιοχής της Κασπίας. {Τέσσερεις είναι, ως γνωστόν, οι εναλλακτικές κατευθύνσεις: βόρεια της Κασπίας, μέσω Ρωσίας – νοτιοδυτικά της Κασπίας μέσω Ιράν και Τουρκίας, νότια της Κασπίας μέσω Αφγανιστά, Ινδίας και Πακιστάν και τέλος – κάτι που συχνά λησμονείται, ανατολικά μέσω Κίνας}. Η Τουρκία ακολούθησε στην περίπτωση αυτή μια στρατηγική η οποία στράφηκε προπάντων προς τη διείσδυση στην περιοχή, έχοντας εξασφαλίσει προηγουμένως την υποστήριξη των δυνάμεων του διεθνούς συστήματος και κυρίως των ΗΠΑ.Η υπερφίαλη όμως τακτική και η νεοθωμανική συμπεριφορά προς τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και νυν ανεξάρτητες χώρες της κεντρικής Ασίας απέδωσαν στην αρχή αρνητικά αποτελέσματα για την Τουρκία. Το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν, που είχε επωφεληθεί της υποστήριξης της Τουρκίας κατά τη σύγκρουση του με την Αρμενία, έφτασε συχνά σε σημείο διακοπής σχέσεων με την Τουρκία. Είναι απρόβλεπτα τα αποτελέσματα μιάς τέτοιας συμπεριφοράς ιδίως έναντι λαών που έχουν προηγουμένως υποφέρει από ξένη καταπίεση και που έχουν υψηλότερους του κανονικού βαθμούς εθνικής ή και προσωπικής ακόμη ευθιξίας. Στο Αζερμπαϊτζάν ένας λόγος ψύχρανσης ήταν και η αξίωση της Τουρκίας να συμμετέχει στο Αζέρικο Υπουργικό Συμβούλιο ο τούρκος Πρέσβυς στο Μπακού. Η τακτική αυτή προκάλεσε μιαν έκρηξη που εύκολα μπορεί κανείς να φαντασθεί, με αποτέλεσμα να διακοπούν οι επίσημες σχέσεις για κάποιο μικρό διάστημα. Ένα άλλο επεισόδιο σημειώθηκε όταν ο τότε γιός του προέδρου του Αζερμπαϊτζάν συνελήφθη στην Τουρκία και υπέστη όπως φαίνεται κακή μεταχείριση εκ μέρους της αστυνομίας. Ο Ντ. αποδίδει τις αποτυχίες αυτές, (με μια έκφραση που θα μπορούσε να κερδίσει άνετα διεθνές βραβείο κομψού ευφημισμού) , σε « αδυναμία συντονισμού μεταξύ των επισήμων φορέων που δραστηριοποιούνται στην εξωτερική πολιτική και κοινωνικών φορέων που επιταχύνουν την οριζόντια επικοινωνία». Άφησα τελευταίο το κεφάλαιο που αφορά στη ακολουθητέα πολιτική έναντι της Ευρώπης. Όχι μόνο γιατί το παραθέτει τελευταίο και ο συγγραφέας. Αλλά επειδή είναι αριστούργημα θεωρητικοφανούς αοριστίας και συγκεχυμένης επιχειρηματολογίας. Βασικές θέσεις αποτελούν οι ισχυρισμοί ότι η Τ. δεν πρέπει να κρίνεται όπως άλλα υποψήφια κράτη μέλη από την ΕΕ. Μεταξύ των λόγων που συντελούν στο είδος αυτό της αντίληψης του Ντ. είναι και ότι υπάρχει, κατά τον συγγραφέα διαφορά μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων. Αυτά που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εφαρμόσει η Τ. θεωρούνται υποκειμενικά και πρέπει επομένως να διασκευασθούν από την ΕΕ και να οδηγηθεί έτσι η οικεία διαπραγμάτευση σε μια «έντιμη» στάση που δεν θα παραβλέπει τις ευαισθησίες και την ψυχολογία του αντιπάλου». Αντιθέτως η υιοθέτηση μιάς «νέο-αποικιακής συμπεριφοράς» κατά την διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων θα αυξήσει τις ανησυχίες της Τουρκίας αναφορικά με τα κυριαρχικά της δικαιώματα και θα έχει αποτέλεσμα να συναντήσει αντίδραση στις αναδιαρθρώσεις στις οποίες θα χρειασθεί να προβεί εξ’ αιτίας της εσωτερικής της πολιτικής δομής.

Κάτι που μπορεί κάθε τρίτος εύκολα να ερμηνεύσει, είναι ότι η εσωτερική της δομή δεν πρόκειται να μεταβληθεί σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και ότι κανένα μέτρο εκδημοκρατισμού δεν πρέπει να περιμένει ο ευρωπαίος διαπραγματευτής. Με απλά λόγια δεν είναι δυνατόν ούτε στο θέμα της εσωτερικής διάρθρωσης της ΄χώρας ούτε στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής να αναμένει η ΕΕ μια προσαρμογή τέτοια που να ισοδυναμεί με τις προσαρμογές των λοιπών κρατών που πρόκειται να γίνουν – ή έγιναν ήδη – μέλη της ΕΕ. Ο Ντ στηρίζει την θεωρία αυτή της διαφορετικής αντιμετώπισης της Τουρκίας στο, κατ’ αυτόν, γεγονός ότι δεν υπάρχει στατικότητα αλλά δυναμική στις εξελίξεις τόσο της ΕΕ όσο και της Τ. Η γενική του πάντως αντιμετώπιση του θέματος δεν φαίνεται να λαμβάνει ούτε κατά ελάχιστο υπ’ όψιν ότι για την ΕΕ υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις ή προδιαγραφές που αποτελούν τον υπαρξιακό λόγο της Ένωσης και από τους οποίους δεν μπορεί να αποστεί με τρόπο θεμελιακό (Δημοκρατία, Ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός του υφισταμένου δικαίου αλλά και σεβασμός των υπογραφομένων ενδιαμέσως συμφωνιών). Και εδώ βεβαιώνεται ο αναγνώστης ότι ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται το πρόβλημα ως αμιγώς γεωστρατηγικό και όχι ως τήρηση βασικών και υπαρξιακών αρχών της ΕΕ. Αρχών που δεν μπορουν να ανατραπούν ολότελα για χατήρι της Τουρκίας. Χαρακτηριστικό της τουρκικής γενικότερα και όχι μόνο του Ντ. νοοτροπίας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: (765) : «Τα κριτήρια της Κοπεγχάγης θέτουν τις αμετάθετες αρχές της Ένωσης αναφορικά με τις γκρίζες ζώνες (εννοεί τις ζώνες μεταξύ της συμμετοχής στην Ένωση και της Εθνικής κυριαρχίας). Όταν μελετηθούν ως γενικές αρχές , κριτήρια όπως η δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα , μειονοτικά δικαιώματα δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα προβληματική. Ωστόσο, όταν κατευθυνθούμε προς την εφαρμογή τους εμφανίζονται από τη σκοπιά αμφοτέρων των μερών ως τα κρισιμότερα ζητήματα των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας». Λέει περίπου ότι καλές είναι οι γενικές αρχές ( δεν χρησιμοποιεί από σκοπού βέβαια τον σωστό όρο «αμετάθετες αρχές» ) αλλά μη μας πιέζετε και να τις εφαρμόσουμε…

Γενικά στο θέμα αυτό των σχέσεων με την ΕΕ οι διατυπώσεις για έναν αναγνώστη με ευρωπαική παιδεία αποπροσανατολίζουν τόσο πολύ και αναδεικνύουν τόσο έντονα την ειδική περίπτωση της Τ. έναντι των άλλων υποψηφίων χωρών ώστε τον κάνουν να απορεί γιατί δεν είναι λογικό μια χώρα τόσο μεγάλη σε πληθυσμό και με τόσες ιδιαιτερότητες να μη προσανατολίζεται, σαν ειδική περίπτωση όπως η ίδια το επικαλείται, προς μια ειδική σχέση που να της εξασφαλίζει όλα τα πλεονεκτήματα του μέλους με εξαιρέσεις στα σημεία που ενοχλούν είτε την Τουρκία είτε την Ε.Ε. (πληθυσμιακή μετανάστευση, αναλογική εκπροσώπηση στα όργανα αποφάσεων της ΕΕ). Τελικά (813) ο Ντ δείχνει και τα δόντια του στην ΕΕ λέγοντας ότι αν η Τ. δεν γίνει τελικά δεκτή θα έχει θέσει οριστικά στο περιθώριο την αρχή του πλουραλισμού που θα της επέτρεπε να αναδειχθεί σε παγκόσμια δύναμη αλλά και θα εμφάνιζε αργότερα σοβαρά κοινωνικο-εθνικά προβλήματα «σε μια μελλοντική κρίση της Ευρώπης η οποία υποβόσκει» Τελείως τηλεγραφικά θα απαριθμήσω παρακάτω τις ανησυχίες της Τουρκίας που εκφράζονται σαφώς ή εμμέσως στο βιβλίο . -Η εκδήλωση ρατσιστικών ρευμάτων στη δύση με την δημογραφική αλλαγή που παρατηρείται και την διαδικασία ριζικής μεταβολής του ισλαμικού κόσμου από γεωπολιτική άποψη. Επίσης ανησυχεί και για τις συνέπειες μιάς συνακόλουθης «πολιτισμικής» απόρριψης της Τουρκίας από τη δύση σαν αποτέλεσμα των θεωριών του Huntington.. -Η πολιτική απομόνωση της στους διεθνείς οργανισμούς όπως συνέβη κατά τον αντι-αποικιακό αγώνα και κατά την περίοδο της κυπριακής κρίσης . (1974) -Το κουρδικό που θεωρείται μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας.

Ενδεχόμενος διαμελισμός της Τουρκίας αναφέρεται εμμέσως μεν πλήν σαφώς, κυρίως λόγω των βλέψεων των ΗΠΑ να δημιουργήσουν στην περιοχή μικρές οντότητες μεταξύ των οποίων ενδέχεται να είναι και η ιρακινή περιοχή των κούρδων. Είναι χαρακτηριστικό της ανησυχίας αυτής ότι ενώ παντού αλλού οι δυνατότητες ύπαρξης ή διέλευσης των πηγών ενέργειας χαρακτηρίζονται στοιχεία θετικά, για την περιοχή των Κούρδων «ανακαλύπτει» ο συγγραφέας ότι δεν εκβάλλει στη θάλασσα και συνεπώς δεν είναι βιώσιμη μια τέτοια οντότητα. (πρβλ. Ελβετία, Αυστρία, Αρμενία ;;;). -Διατυπώνεται επίσης σαφής ανησυχία για το ενδεχόμενο συγκρότησης ελληνο-αρμενο-κουρδικού λόμπι στην Αμερική. Που θα επιδεινωνόταν μάλιστα σε περίπτωση συμμαχίας και με το ισραηλινό ( απίθανο προηγουμένως, αλλά πιθανό μετά τα τελευταία γεγονότα). Σημειωτέον ότι το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ έχει μέχρι τώρα υποστηρίξει συστηματικά τις τουρκικές θέσεις στις διαφορές της Τ. με την Ελλάδα. -Επίφοβος παραμένει ο προαιώνιος αντίπαλος, η Ρωσία και οι προσπάθειές της να αντιδράσει στις ενέργειες διείσδυσης της Τ. στην Κεντρική Ασία. Πρόσθετη ανησυχία αποτελεί επίσης το ενδεχόμενο σύμπηξης ρωσο-κινεζικού μετώπου στην περιοχή, καθώς είναι γνωστές και οι κινεζικές ανησυχίες για τις προσπάθειες της Τουρκίας προσεταιρισμού των τουρκοφώνων μειονοτήτων της Β/Δ Κίνας. -Διατυπώνεται συχνά τέλος η ανησυχία για την πιθανότητα συγκρότησης μετώπου ελληνο-βουλγαρο-σερβικού στα Βαλκάνια. Γι’ αυτό και υποδεικνύει την ανάγκη τουρκικής προσέγγισης της Βουλγαρίας (αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ώρα των κινήσεων προς αυτήν δεν έχει ακόμη σημάνει). Η ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ Η πιο πρόσφατη και πιο εντυπωσιακή εφαρμογή των θεωριών του Ντ. χωρίς αμφιβολία υπήρξε η επιχείρηση της Τουρκίας στα ανοικτά των ακτών του Ισραήλ.

Ήταν σαφώς μιά επιχείρηση που επιδίωκε να διορθώσει με μια μόνη κίνηση όλες τις αρνητικές συνέπειες που είχε στη σκέψη των αράβων – όχι όλων των αράβων βέβαια – ο στενός και μακρόχρονος πολιτικο-αμυντικός εναγκαλισμός με το Ισραήλ. Το Ισραήλ εξ’ άλλου αντέδρασε τόσο δυσανάλογα βίαια, θέλοντας να συνετίσει την Τουρκία και να την προειδοποίησει ανάλογα. Γιατί το Ισραήλ, πέρα από την στρατιωτική του υπεροχή απέναντι στην Τουρκία, έχει και τη δυνατότητα να της δημιουργήσει και άλλα προβλήματα. Όπως π.χ. αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας από την αμερικανική γερουσία και πρόκληση κινήσεων για πολιτική αυτονόμηση του Βόρειου Κουρδιστάν. Σημειωτέον ότι στο Νότιο Κουρδιστάν κατά τις υπάρχουσες πληροφορίες, οι ισραηλινοί είναι οι κύριοι εκπαιδευτές του κουρδικού στρατού και διαθέτουν εκεί επίλεκτες δυνάμεις των μυστικών υπηρεσιών.Το γεγονός ότι η θεωρία μπορεί να διαφέρει παρασάγγες από την εφαρμογή της αποδεικνύεται και από τα σχόλια μεγάλου μέρους του ίδιου του τουρκικού τύπου. («Χουριέτ», Τσενγκίζ Ακτάρ και στη «Χουριέτ» ) Τον ίδιο σκόπελο για την πραγμάτωση των θεωριών του («μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες») συνάντησε ο Ντ. στην περίπτωση της διαβόητης συμφωνίας με την Αρμενία για άνοιγμα των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών και άρση του αποκλεισμού.

Και τούτο παρ’ όλο που είχε σχεδόν επιβληθεί με φυσική παρουσία των αμερικανών η επεισοδιακή υπογραφή της συμφωνίας αυτής. Η πρώτη πράξη του Ντ. μετά την υπογραφή ήταν να διαβεβαιώσει τους Αζέρους ότι δεν πρόκειται να εφαρμόσει τους όρους της η Τ. (το ίδιο δεν κάναμε και με τη συμφωνία με την ΕΕ για την Κύπρο ; τους διαβεβαίωσε…). Είναι αδύνατον να αντιληφθούν οι ιθύνοντες στη Τ. ότι άλλο είναι να προσπαθείς αλλά για λόγους ανωτέρας βίας να μην ανταποκρίνεσαι στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνεις και άλλο να δείχνεις εξ υπαρχής και ανερυθρίαστα ότι υπογράφεις με προφανή σκοπό να μην σεβαστείς κατ’ ουδέν την υπογραφή σου. Προσπάθεια εφαρμογής των θεωριών Ντ. άρχισε και συνεχίζει να ασκείται σε σχέση με την επιδιωκόμενη «διπλωματική περικύκλωση» των χωρών της Βαλκανικής που δεν είναι φυσιολογικοί-θρησκευτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας. Κυριότερη απ’ αυτές είναι η Ελλάδα και στη συνέχεια η Βουλγαρία και η Σερβία. Αντίθετα, φυσιολογικοί σύμμαχοι είναι η Αλβανία, η Βοσνία και το Κόσοβο καθώς και η ΦΥΡΟΜ κατά το ισλαμοαλβανικό της συστατικό στοιχείο. ( Ο συγγραφέας υποστηρίζε μάλιστα ότι από τότε που το Οθωμανικό κράτος κυριάρχησε στα Βαλκάνια η παραδοσιακή οθωμανοτουρκική βαλκανική πολιτική είχε δύο βασικές ομάδες στήριξης. Τους Βόσνιους (μουσουλμάνους) και τους Αλβανούς).

Προσθέτει ότι «Τα μέλλον των Βοσνίων και των Αλβανών αποτελεί τόσο από γεωπολιτισμική όσο και από γεωπολιτική άποψη το κλειδί των Βαλκανίων» (477). Έγινε λοιπόν προσπάθεια και πέτυχε, (ίσως και με τη συμβολή κάποιας ελληνικής αβελτηρίας ή βοηθούσης και της κρίσης στην Ελλάδα) να ακυρωθεί η συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ Ελλάδος Αλβανίας για την οριοθέτηση των θαλασσίων περιοχών μεταξύ των δύο χωρών. Στη συνέχεια πέτυχε η Τουρκία συμφωνία με την Αλβανία για συνεργασία με το τουρκικό ναυτικό. Συγκεκριμένα το αλβανικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο περί εισόδου και προσωρινής παραμονής σε λιμάνια της Αλβανίας τουρκικής ναυτικής μονάδας όπως μετέδωσε το τουρκικό ειδησεογραφικό πρακτορείο «Ανατολή» . Σύμφωνα με αυτό :«ο νόμος αφορά την ανάληψη καθηκόντων εκ μέρους τουρκικής στρατιωτικής δύναμης 1.125 ατόμων στα αλβανικά χωρικά ύδατα και αποσκοπεί στην ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ του αλβανικού και του τουρκικού στόλου» Κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες εξ’ άλλου -Η Τουρκία έχει συμμετάσχει κατά 50% ,στο κόστος εκσυγχρονισμού , της βάσεως υποβρυχίων στο Δυρράχιο και του Ναυστάθμου στον Αυλώνα ,ενώ έχει δωρίσει στον αλβανικό στρατό ,μεγάλης αξίας στρατιωτικό υλικό . Πρόσθετο εν προκειμένω στοιχείο αποτελεί η προσεχής κοινή αλβανοτουρκική αεροναυτική άσκηση στο Ιόνιο μεχρι και δυτικά της Κρήτης. Κάτι που προσθέτει ένα ακόμη σκαλοπάτι στις κινήσεις για «περικύκλωση» της Ελλάδος.Φυσικά μέσα στις έμπρακτες εφαρμογές των θεωριών του στρατηγικού βάθους της Τ. περιλαμβάνονται και οι προσπάθειες του τουρκικού προξενείου της Κομοτινής για «πολιτιστική άμυνα» όπως αποκαλείται και την ενδυνάμωση της τουρκικής επιρροής στην ευαίσθητη αυτή περιοχή.

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται – όσο και αν είναι αναποτελεσματικές – και οι προσπάθειες για οικονομικά ανοίγματα προς τη χώρα μας.Σε αμεσότερη θεώρηση του θέματος, εκτός από τις συχνές παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου και τις στρατιωτικές επεμβάσεις στα σύνορα του Ιράκ, η Τ. δεν έχει ακόμη επιχειρήσει να μεταβάλει σε πράξη τις θεωρίες του Ντ. που αφορούν στην «ρευστότητα των μεταψυχροπολεμικών συνόρων των κρατών». Σύμφωνα με τον συγγραφέα οι ομάδες των G7 στην αρχή , των G8 αργότερα και των G20 στους οποίους συμμετέχει και η Τουρκία, ενδέχεται να αναλάβουν αργότερα ευρύτερους ρόλους. Μέσα σ’ αυτούς, κατά τον συγγραφέα, περιλαμβάνεται και η προσπάθεια εξάλειψης της διαφοράς μεταξύ της διεθνούς τάξης νομιμότητας (αφόρητος όρος για τον συγγραφέα) η οποία συστάθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και άσκησε την επιρροή της μέχρι το τέλος του ψυχρού πολέμου – και της τάξης της πραγματικής ισχύος. Ας μη ξεχνούμε ότι τα σύνορα στη Μέση Ανατολή χαρακτηρίζονται από τον Ντ. που παίζει με την γεωγραφία σαν να είναι επιτραπέζιο παιχνίδι, ως «κακοφτιαγμένος τοίχος» (488). Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει νομίζω μία βεβαιότητα και ένα ερώτημα. Η βεβαιότητα είναι ότι από την εφαρμογή τέτοιων θεωριών προμηνύονται για όλη την περιοχή μας δυσάρεστες περιπέτειες. Το ερώτημα είναι ποιόν «κακοφτιαγμένο τοίχο» θα επιχειρήσει να καταρρίψει πρώτο η Τουρκία και αν θα βρει τοίχο λιγότερο ή περισσότερο κακοφτιαγμένο από την ίδια.

*Η παραπάνω ομιλία έγινε και συζητήθηκε στις 23 Ιουνίου, 2010 στην Αίθουσα «Δαίδαλος» Ρεθύμνου 1α

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: