Ξένες χρηματοδοτήσεις, Ινστιτούτα, ΜΚΟ. Μια ακαδημαϊκή άποψη

2ον σχόλιο Παναγιώτη Ήφαιστου: «Ξένες Χρηματοδοτήσεις, Ινστιτούτα, ΜΚΟ. Μια ακαδημαϊκή Άποψη.

Περιεχόμενα

  1. Διεθνείς σπουδές, η παθολογία τους και η παρακμή των ακαδημαϊκών ελέγχων
  2. Οι αποκαλύψεις στην εβδομαδιαία το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 1.5.2005 και τα ζητήματα που τίθενται: Πίσω ήταν οι αμερικανικές υπηρεσίες …
  3.  αναδιανεμητικός ρόλος των δραστηριοτήτων
  4. Το σχέδιο Αναν ως ιστορική ευκαιρία μελέτης των διεθνών σχέσεων και συναγωγής συμπερασμάτων για τα κριτήρια ηθικής κρίσης περί τα διεθνή
  5. Ακαδημαϊκός ή πολιτικός ρόλος: Δύο διακριτές σφαίρες και τα προβλήματα της άναρχης ανάμειξής τους
  6. Οι προτάσεις πολιτικής, η θέση των ακαδημαϊκών και το δημόσιο συμφέρον
  7. Άναρχο μπέρδεμα ακαδημαϊκών-πολιτικών δραστηριοτήτων και η περίπτωση του ανελεύθερου σχεδίου Αναν
  8. Το ευρύτερο ζήτημα των αναδιανεμητικών συνεπειών και των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων
  9. Περί νομικισμού, διεθνούς νομιμότητας, ισχύος, εθνικής στρατηγικής, διεθνολογικής τσαρλατανιάς άνευ ορίων και νοοτροπίας «anything goes»

_____________________________

1. Διεθνείς σπουδές, η παθολογία τους και η παρακμή των ακαδημαϊκών ελέγχων

Θλίβει, κατά κάποιο τρόπο, το γεγονός ότι η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα στους τομείς της πολιτικής επιστήμης και ιδιαίτερα των διεθνών σχέσεων απέτυχε να οροθετήσει-οριοθετήσει τον ρόλο της επί ζητημάτων επιστημονικής δεοντολογίας και ακαδημαϊκής τάξης. Αυτό κατοπτρίζει, εν μέρει, ανάλογες τάσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη και ευρύτερα. Στον κρίσιμο τομέα των διεθνών σχέσεων, εξάλλου, ίσως το πιο ολισθηρό γνωστικό πεδίο των κοινωνικών επιστημών, η ανάλυση διολισθαίνει ολοένα και περισσότερο από τον στίβο της επιστημονικής μελέτης του διεθνούς συστήματος στο τέλμα των στρατευμένων ιδεολογικοπολιτικών, εκλογικεύσεων εξ ορισμού προπαγανδιστικών. Η διολίσθηση αυτή καθίσταται κοινωνικά επιζήμια όταν όπως συμβαίνει τελευταία η ακαδημαϊκή κοινότητα της πολιτικής επιστήμης και των διεθνών σχέσεων, αν και αξιώνει να διατυπώνει ηθικές κρίσεις, αποτυγχάνει παντελώς!! να καθιερώσει κριτήρια ηθικής κρίσης περί τα διεθνή και να οροθετήσει την αποστολή όσον αφορά τις ηθικοπρακτικές προεκτάσεις που αφορούν την ανθρώπινη ελευθερία και την διεθνή νομιμότητα στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις. Αυτά τα επιστημολογικά και επιστημονικά ελλείμματα επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο από την εν γένει παρακμή των πανεπιστημίων και των επιστημονικών ελέγχων χωρίς τους οποίους μια επιστημονική κοινότητα αναπόφευκτα εξαθλιώνεται. Η εξαθλίωση αυτή θα μπορούσε να πάρει πολλές διαστάσεις. Μια διάσταση είναι να καθίσταται το πανεπιστήμιο πάρεργο πολιτικών, ιδεολογικών ή ακόμη και προσωπικών δραστηριοτήτων χωρίς την παραμικρή ουσιαστική επιστημονική πρόοδο. Μια άλλη διάσταση είναι η εμπλοκή της ακαδημαϊκής κοινότητας στον άγνωστο και κοινωνικά ανεξέλεγκτο κόσμο των χρηματοδοτήσεων, των προπαγανδιστικών εκλογικεύσεων και των εξυπηρετικών εκδουλεύσεων στον σκοτεινό κόσμο των διεθνοπολιτικών παρασκηνίων.
Υπό κανονικές συνθήκες, ο έλεγχος τέτοιων ή παρόμοιων παρακμιακών φαινομένων γίνεται στο επίπεδο των πανεπιστημιακών-θεσμικών διαδικασιών και των ακαδημαϊκών ελέγχων, των κριτικών, των βιβλιοκριτικών, των κρίσεων διορισμών καθηγητών και των κρίσεων εξέλιξης μελών των μελών του διδακτικού προσωπικού των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον όπου για κάθε λέξη που γράφεται ή λέγεται δημοσίως υπόκειται στην βάσανο των ελέγχων και των κριτικών οι επιστημονικές παρεμβάσεις λογικά περιορίζονται στην περιγραφή των πραγματικών γεγονότων, στην ανάδειξη των διλημμάτων και των προβλημάτων και στην οριοθέτησή τους από τις υποχρεωτικές κανονιστικές διατάξεις (στην συγκεκριμένη περίπτωση την διεθνή νομιμότητα). Επιστημονική ανάλυση ακόμη πιο υψηλών προδιαγραφών ενδέχεται να διακινδυνεύσει συναγωγή πορισμάτων στο ναρκοπέδιο των οντολογικών θεμελιώσεων και των ηθικών προεκτάσεών τους στην διεθνή πολιτική.
Όταν λοιπόν όλα αυτά δεν υπάρχουν ή είναι ελλειμματικά, το προβλήματα φανερώνονται μόνο εάν και όταν κατά τύχη τα αντιληφθούν κάποιοι δραστήριοι και τίμιοι δημοσιογράφοι. Σχετικά είναι τα σχόλια του κυπριακού και ελληνικού τύπου για τα διαμειφθέντα την κρίσιμη περίοδο πριν και μετά το δημοψήφισμα για το σχέδιο Αναν με το οποίο επιχειρήθηκε να καταργηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και να επιβληθεί ένα ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό καθεστώς. Στις γραμμές που ακολουθούν θα σχολιαστούν αυτά τα ζητήματα από την σκοπιά ενός ακαδημαϊκού.

2. Οι αποκαλύψεις στην εβδομαδιαία το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 1.5.2005 και τα ζητήματα που τίθενται: Πίσω ήταν οι αμερικανικές υπηρεσίες …

Από καιρό ο υπογράφων υποστηρίζει ότι ο εκτροχιασμός των επιστημόνων μακριά από τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα στο χώρο των προτάσεων πολιτικής, οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους είναι πρακτικού και/ή προπαγανδιστικού και όχι επιστημονικού χαρακτήρα, διαφθείρει τον επιστημονικό στοχασμό και αποπροσανατολίζει τους ακαδημαϊκούς από την επιστημονική τους αποστολή (βλ. Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα 2004 3η έκδοση). Τους θέτει επίσης σε κίνδυνο να εμπλακούν σε υπονομευτικές του λειτουργήματός τους δραστηριότητες που εντάσσονται στην ενδοκρατική και διακρατική διαμάχη και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να αποτελέσουν ενασχόληση ενός αφοσιωμένου στην επιστημονική του αποστολή ακαδημαϊκού λειτουργού. Θλίβει το γεγονός ότι μόνο με την παρέμβαση των μέσων ενημέρωσης μάθαμε αυτό που πολλοί υποψιαζόμαστε αλλά δεν μπορούσαμε να το διατυπώσουμε δημόσια χωρίς να καταφύγουμε σε συνωμοτικές ερμηνείες των γεγονότων. Ότι δηλαδή πολλές απίστευτα επιστημονικά απαράδεκτες τοποθετήσεις για το σχέδιο Αναν κάποια σχέση πρέπει να είχαν με επέκεινα πολιτικές σκοπιμότητες επιβολής αυτού του σχεδίου. Πράγματι, δεν υπάρχει εξήγηση για το γεγονός ότι πολλοί χωρίς αναστολές ή φόβο ότι θα ελεγχθούν επιστημονικά επικαλούνταν «αναγκαιότητες», «φόβους», «κινδύνους» για να στηρίξουν κάτι το οποίο επιστημονικά είναι παντελώς αβάσιμο και ηθικά παντελώς απαράδεκτο (επειδή θίγει την ανθρώπινη ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την δημοκρατία).
Αυτό λοιπόν που γνωρίζουμε μέχρι στιγμής επαρκεί για ασφαλή συμπεράσματα. Βασικά για τις ανάγκες εξέτασης του ζητήματος στην δική μου ακαδημαϊκή σφαίρα δεν χρειάζονται περαιτέρω πληροφορίες, αν και ενδέχεται επιπρόσθετες αποκαλύψεις ή διαλεύκανση άγνωστων μέχρι στιγμής πτυχών ή συναρτήσεις να ενισχύσουν κάποια επιχειρήματα:
1) Κυπριακοί και ελλαδικοί θεσμοί έσπευσαν να υποβάλουν αιτήματα χρηματοδότησής τους από εξαιρετικά αμφιλεγόμενες πηγές με σκοπό την προώθηση των σκοπών αυτού του ασύμβατου με τον ανθρώπινο πολιτισμό σχεδίου. Η υποβολή αίτησης για μια τέτοια χρηματοδότηση θέτει αυτομάτως μεγάλα ζητήματα ηθικής, δεοντολογικής-επιστημονικής, δεοντολογικής-ακαδημαϊκής και πολιτικής τάξης. Κάποιοι ασφαλώς «τα πήραν» και κάποιοι ίσως όχι. Αυτό όμως δεν μας αφορά εδώ. Το δικό μας ενδιαφέρον εστιάζεται στα προβλήματα που δημιουργούνται για την ακαδημαϊκή κοινότητα όταν πανεπιστημιακοί εμπλέκονται μ’ οποιονδήποτε τρόπο σε τέτοιες υποθέσεις.
2) Στις «δραστηριότητες» αυτές συμμετείχαν και άλλοι οργανισμοί από την Τουρκία μέχρι και την Νορβηγία, εν πολλοίς άγνωστων πολιτικών κινήτρων που δραστηριοποιούνται στον κόσμο των «εκδημοκρατισμών» κτλ [που ως γνωστό στο πλαίσιο που αναφερόμαστε εξυπηρετούν τα εφήμερα και αμφιλεγόμενα στρατηγικά συμφέροντα των κυβερνώντων της κυρίαρχης υπερδύναμης της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Οι Νορβηγοί «συνεργάτες», για παράδειγμα, πήραν μεταξύ 5.6. 2003 και 30.11.2003 63.805 δολάρια και 49 σεντς από τα αμφιλεγόμενα κονδύλια. Είναι οι ίδιοι που παρουσίασαν το σχέδιο Αναν με την εξής αστεία για νοήμονες αιτιολόγηση στο πλαίσιο του προγράμματος «Cyprus initiative»-«Cyprus decides»: «an independent site for impartial accessible and comprehensible information about the Anan plan”. Προστίθεται ότι πέραν του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα των πηγών η ωραιοποιούσα ορολογία «impartial» κτλ είναι χαρακτηριστική προπαγανδιστικών μεθοδεύσεων. Ειλικρινά: Τι δουλειά έχουν ακαδημαϊκοί να υποβάλλουν αιτήσεις και συναθροίζονται σε τέτοια αμφιλεγόμενα περιβάλλοντα; Είναι ιδεολογικά ή άλλως πως στρατευμένοι στην εξυπηρέτηση κάποιων διεθνοπολιτικών συμφερόντων ή κάποιου διεθνούς σχεδίου ή είναι παρασύρθηκαν επειδή είναι απρόσεκτοι, επιπόλαιοι ή αφελείς; Αν ισχύει το δεύτερο δεν πρέπει κάποιοι να διαχωρίσουν την θέση τους; Πως εξάλλου, εμπλεκόμενοι σε τέτοιες αμφιλεγόμενες υποθέσεις θεωρούνται κατάλληλοι για ex officcio κρατικά αξιώματα;]
3) Στην συγκεκριμένη περίπτωση, γνωρίζουμε σήμερα ότι οι δραστηριότητες, οι όροι εντολής, οι σκοποί, τα μέσα, η ορολογία, οι μεθοδεύσεις –τα οποία ορθά οι κύπριοι πολιτικοί ηγέτες χαρακτήρισαν παράνομη-απαράδεκτη επέμβαση στο εσωτερικό ενός κυρίαρχου κράτους– οργανώνονταν από τις υπηρεσίες της αμερικανικής πρεσβείας της Λευκωσίας. [Είναι πράγματι συγκλονιστική η έκθεση των αξιολογητών Nathan Associates Inc. που εντελώς τυχαία δημοσιοποιήθηκε για μερικές ώρες και της οποίας το περιεχόμενο έχουμε σήμερα την δυνατότητα να «απολαύσουμε»-αξιολογήσουμε. Αυτή η έκθεση ενέχει και μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον για τον άγνωστο κόσμο στον οποίο κινούνται πολλοί ΜΚΟ και την δράση γύρω από αυτούς των υπηρεσιών των ισχυρών κρατών].
4) Γνωρίζουμε επίσης, ότι τα πλείστα στελέχη οργανισμών που υπέβαλαν αιτήματα υπήρξαν δραστήριοι-ενεργητικοί στην εκστρατεία να πειστούν οι κύπριοι να διαλύσουν το κυρίαρχο κράτος τους και να επιβληθεί το προαναφερθέν ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό κρατικό τερατούργημα που εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα όπως οι ενδιαφερόμενες δυνάμεις διακηρύσσουν απροκάλυπτα και ανενδοίαστα.
5) Μερικά από αυτά τα στελέχη ενός συγκεκριμένου οργανισμού που εμπλέκεται με αίτηση αμφιλεγόμενων χρηματοδοτήσεων όλως περιέργως συμμετέχουν σε κρατικούς θεσμούς στρατηγικής σημασίας για την εξωτερική πολιτική ενός κράτους. Εκτιμούμε ότι ενδεχομένως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά στελέχη του ελλαδικού, κυπριακού και ευρύτερα ευρωπαϊκού συστήματος οδηγήθηκαν σε λανθασμένες αναλύσεις, λανθασμένες εκτιμήσεις και ανορθολογικές πολιτικές αποφάσεις. Με διαφορετικά λόγια, εκτιμάται ότι το εν πολλοίς χρηματοδοτούμενο με δημόσιους πόρους κυρίαρχο πλέον σύστημα παραγωγής «προτάσεων πολιτικής» –εξ ορισμού προπαγανδιστικού χαρακτήρα, όπως θα υποστηριχθεί πιο κάτω– ευθύνεται για το γεγονός ότι πολλά μέλη των πολιτικών συστημάτων παρασύρονται σε ιλαροτραγικά λάθη.

3. Ο αναδιανεμητικός ρόλος των δραστηριοτήτων

Ο ρόλος των χρηματοδοτήσεων της αμερικανικής πρεσβείας των ΗΠΑ μέσω του τοπικού γραφείου της UNDP/UNPOS στην εκστρατεία υπέρ του ΝΑΙ για το σχέδιο Αναν πριν και μετά το δημοψήφισμα-ράπισμα της 24ης Απριλίου 2004 και η αποκάλυψη για εμπλοκή ελληνικών ινστιτούτων που υπέβαλαν αίτηση χρηματοδότησής τους σ’ αυτό το πλαίσιο από την εβδομαδιαία εφημερίδα «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» στο φύλο της 1ης Μαίου είναι μια εξέλιξη άκρως ενδιαφέρουσα για τα ελληνικά ακαδημαϊκά και πολιτικά δρώμενα. Το ΕΛΙΑΜΕΠ και κάθε άλλο ινστιτούτο, ΜΚΟ ή άλλος παρόμοιος οργανισμός, αναπτύσσει δραστηριότητες οι οποίες έχουν διανεμητικές συνέπειες για τα εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων κρατών, την δημοκρατία, την λαϊκή κυριαρχία, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη και την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Ένα εύλογο ερώτημα αιωρείται τα τελευταία χρόνια: Γιατί σ’ ένα ινστιτούτο έρευνας στο οποίο συνευρίσκονται πλήθος ακαδημαϊκών με πολύχρονη συγγραφική και ερευνητική πείρα υπήρξε μια τόσο έντονη υποστήριξη στο σχέδιο Αναν; Γιατί αφού λογικά ξέρουν (ή πρέπει να ξέρουν) ότι παραβιάζονται συλλήβδην όλες οι αρχές και οι υποχρεωτικοί κανόνες του πολιτικού και νομικού πολιτισμού των ανθρώπων στις διακρατικές σχέσεις –θεμελιώδεις αρχές διεθνούς δικαίου, Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ, Συνθήκη της Γενεύης, Διακηρύξεις και Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, θεμελιώδη δικαιώματα, δημοκρατικές αρχές και πάγιες αρχές συνταγματικού δικαίου– πρωτοστάτησαν στην στήριξη ενός τέτοιου πολιτικού τερατουργήματος; Χωρίς να μας ενδιαφέρουν οι πολιτικές ή άλλες προθέσεις ατόμων ή συλλογικών οργάνων που εμπλέκονται, οφείλουμε να σχολιάσουμε αυτά τα ερωτήματα, εν πολλοίς επιστημονικού ενδιαφέροντος, αλλά εν πολλοίς, επίσης, ερωτήματα που, όπως αναφέρθηκε μόλις, αφορούν θεμελιώδη ζητήματα δεοντολογίας, ηθικής τάξης, ακαδημαϊκής τάξης και πολιτικής τάξης.
Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνουμε ότι ενίοτε ερευνητικά ινστιτούτα και ΜΚΟ κατορθώνουν να αποκτήσουν τεράστια υποδομή και πόρους που θα ζήλευαν ακόμη και κρατικοί φορείς. Αρκετοί από αυτούς τους πόρους προέρχονται από τον φορολογούμενο πολίτη. Ακόμη πιο αμφιλεγόμενο είναι ότι μερικοί άλλοι πόροι, ακόμη και αν είναι διαφανείς προέρχονται από φορείς του εξωτερικού των οποίων οι σκοποί δεν είναι κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι από το κοινωνικό σύστημα που επηρεάζεται (δηλαδή το ελληνικό, το κυπριακό, το τουρκικό, το σερβικό στο οποίο ανήκει το Κόσοβο, κτλ) όταν οι χρηματοδότες όπως συνηθίζεται ορίζουν τους θεματικούς και αναλυτικούς προσανατολισμούς [Στις ΗΠΑ από την οποία μεταφυτεύτηκε σε άλλα κράτη η ιδέα των «ινστιτούτων προτάσεων πολιτικής» χιλιάδες ιδιωτικά ή χρηματοδοτούμενα από αδιαφανείς κρατικές υπηρεσίες ιδρύματα αυτό ακριβώς κάνουν. Στις ΗΠΑ, επίσης, θεωρείται αυτονόητο ότι τα συμπεράσματα τέτοιων αναλύσεων είναι επηρεασμένα από τους χρηματοδότες. Γιατί κάποιος, εξάλλου, να χρηματοδοτήσει ένα αναλυτή αν δεν εξυπηρετούνται οι σκοποί του; Στον αποκλεισμό τέτοιων επιρροών ακριβώς, οφείλεται και η θέσπιση της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας και της δεοντολογικής (αλλά και επιστημολογικής) αρχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας; Σ’ αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι σε υγιή ακαδημαϊκά περιβάλλοντα απαιτούν από τους ακαδημαϊκούς επιστήμονες να είναι αποκλειστικά και ασκητικά αφοσιωμένοι στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα.]
Οι δραστηριότητες τέτοιων οργανισμών δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορους τους ακαδημαϊκούς και ευρύτερα την κοινωνία. Το ζήτημα που τίθεται, επαναλαμβάνεται, δεν είναι οι προθέσεις των μελών τέτοιων οργανισμών αλλά η θέση τους και ο αναδιανεμητικός τους ρόλος στα ενδοκρατικά και διακρατικά δρώμενα και στην ακαδημαϊκή ζωή. Όπως θα υποστηριχθεί πιο κάτω, κάθε πολιτικός θεσμός διανεμητικών συνεπειών πρέπει αφενός να λειτουργεί υπό καθεστώς πλήρους και απόλυτης διαφάνειας και αφετέρου πρέπει να ελέγχονται όλες οι δραστηριότητές του από το κοινωνικοπολιτικό σύστημα που επηρεάζεται.
Συγκριτικά με άλλους φορείς, η ιδιομορφία τέτοιων οργανισμών είναι ότι έστω και αν η νομοθεσία τηρείται σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα που όρισε ο νομοθέτης, τίθενται δύο σημαντικά ζητήματα: Πρώτον, επειδή οι δραστηριότητες αφορούν πρωτίστως την εξωτερική πολιτική οι συνέπειες δεν είναι εύκολα ορατές στο επίπεδο του κοινωνικοπολιτικού συστήματος στο οποίο είναι εγγεγραμμένη η έδρα του [Πολύ περισσότερο δεν ορατές σε κράτη που καμιά εποπτεία ή γνώση δεν έχουν των σκοπών, των δραστηριοτήτων και των χρηματοδοτήσεών τους. Όπως θα αναφερθεί ακροθιγώς πιο κάτω, για παράδειγμα, νορβηγικό ινστιτούτο χρηματοδοτούμενο από έμμεσες αμερικανικές πηγές διακήρυσσε ότι προωθούσε την «αμερόληπτη» ανάλυση του σχεδίου Ανα]. Δεύτερον, επειδή τα ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και διπλωματίας είναι ιδιόμορφοι τομείς της κρατικής πολιτικής η ανάμειξη ιδιωτικών ή ακαδημαϊκών φορέων ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα για πολλούς.
Δεν είναι τυχαίο ότι για όλα τα κράτη συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ, οι τομείς αυτοί παραμένουν για τα εμπλεκόμενα κράτη «θεσμικά κουτιά ερμητικά κλεισμένα» και υπό την πλήρη και αυστηρή δικαιοδοσία κρατικών φορέων συγκεκριμένης δομής, λειτουργίας, ειδικών προϋποθέσεων πρόσληψης κρατικών λειτουργών και συγκεκριμένων αυστηρών ελέγχων της πολιτικής εξουσίας και της νομοθετικής εξουσίας για τον τρόπο που ασκούνται αυτά τα καθήκοντα.
Με διαφορετικά λόγια, εξ αντικειμένου, η ανάμειξη ιδιωτικών ή ακαδημαϊκών θεσμών στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής δεν είναι απλή ή ευθύγραμμη υπόθεση. Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε ινστιτούτο, ίδρυμα ή άλλος οργανισμός του οποίου τα μέλη ασκούν μεγάλο ρόλο στην διπλωματία της χώρας, είναι ευρύτερου δημοσίου ενδιαφέροντος. Οι ενδιαφερόμενοι ή θιγόμενοι και ευρύτερα το κοινωνικό σύνολο και η ακαδημαϊκή κοινότητα είναι νομιμοποιημένοι να απαιτήσουν πλήρη διαφάνεια, πλήρη πληροφόρηση και πλήρη-άμεσο κοινωνικοπολιτικό έλεγχο των δραστηριοτήτων τους. Στην συνέχεια θα επεκταθούμε σε μερικά ακόμη συναφή ζητήματα, ακαδημαϊκού κυρίως ενδιαφέροντος.

4. Το σχέδιο Αναν ως ιστορική ευκαιρία μελέτης των διεθνών σχέσεων και συναγωγής συμπερασμάτων για τα κριτήρια ηθικής κρίσης περί τα διεθνή

Η θέση του υπογράφοντος που διατυπώθηκε επανειλημμένα στο παρελθόν, είναι ότι το ιστορικό επεισόδιο του σχεδίου Αναν αποτελεί την σημαντικότερη ίσως ευκαιρία «περιπτωσιολογικής μελέτης» του διεθνούς συστήματος και των διλημμάτων πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων. Για την ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα, το ελληνικό πολιτικό σύστημα και το πολιτικό σύστημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, επίσης, αποτελεί μοναδική ευκαιρία συναγωγής σημαντικών συμπερασμάτων επιστημονικού και πολιτικού ενδιαφέροντος. Βασικά, τόσο στο επίπεδο της επιστήμης όσο και στο επίπεδο της πολιτικής ζωής, με το σχέδιο Αναν δοκιμάστηκαν όλοι και όλα. Εκδηλώθηκαν συμπεριφορές που καλύπτουν όλο το φάσμα της ενδοκρατικής και διακρατικής ζωής και που προσφέρονται τώρα για περιπτωσιολογική μελέτη και κατανόηση του κοινωνικοπολιτικού μας περιβάλλοντος, των διεθνών σχέσεων, επιστημολογικών ζητημάτων, καθαυτό επιστημονικών ζητημάτων και συναφών ηθικών, δεοντολογικών και πολιτικών ζητημάτων. Στον βαθμό λοιπόν που ενδιαφέρει κάτι τέτοιο –και ηθικοπρακτικά οι απαντήσεις είναι τεράστιας σημασίας αν ένα κράτος και οι ηγέτες του θέλουν να λειτουργούν ορθολογιστικά–, αφορούν, κυρίως, τα εξής:
1) Τον εξαρτημένο ή ανεξάρτητο ρόλο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών.
2) Την ισχύ στις διεθνείς σχέσεις και το ρόλο της τόσο στην λειτουργία των διεθνών θεσμών και στην συμπεριφορά των κρατών (δηλαδή τις αποχρώσεις στάσεων των κυβερνήσεων σε αναφορά με το διεθνές δίκαιο, την συλλογική ασφάλεια, την διεθνή ποινική δικαιοσύνη, τις συμβάσεις των ανθρωπίνων δικαωμάτων, την συνθήκη της Γενεύης, την εφαρμογή των συνθηκών, την ειρηνική επίλυση των διαφορών).
3) Τον ρόλο των γραφειοκρατών-εντολοδόχων των διεθνών θεσμών (ΟΗΕ, ΕΕ, et al) και την δυνατότητα των κρατών-εντολέων να οριοθετούν τoν ρόλο τους σε αυστηρά κανονιστικά πλαίσια όπως αυτά ορίζονται στις κατά περίπτωση καταστατικές διατάξεις.
4) Τον ρόλο της κρατικής κυριαρχίας στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις και την ιδιότητα της συνεπακόλουθης διεθνούς αναρχίας.
5) Τους διεθνικούς δρώντες [ΜΚΟ, ιδέες, διανοούμενοι, αυτονομημένοι γραφειοκράτες (Ντε Σότο; Σολάνα; Φερχόϋτεν;) που δεν σέβονται τις καταστατικές αρχές των διεθνών θεσμών στους οποίους ανήκουν, επιστήμονες που χρηματοδοτούνται εκτός ακαδημαϊκού πλαισίου, λαθρομετανάστες, τρομοκράτες κτλ], οι δράσεις τους ως (ανορθολογικοί;) δρώντες ή ως εξαρτημένες μεταβλητές των ισχυρών κρατών και οι συνέπειες τέτοιων φαινομένων για τους λιγότερο ισχυρούς κρατικούς συντελεστές.
6) Το δημοκρατικό έλλειμμα όταν αποφάσεις ή ενέργειες διανεμητικών συνεπειών στις διεθνείς σχέσεις διαφεύγουν των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων: Πόσο γνώριζε η αμερικανική ή αγγλική κοινή γνώμη ή ακόμη και τα μέλη της επιστημονικής τους κοινότητας το αληθές περιεχόμενο του σχεδίου Αναν ή και πόσο τους ενδιέφερε; Ποιες οι ηθικοπρακτικές συνέπειες ενός βάσιμου πορίσματος γι’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα που αφορά την σχέση σκοπών, κοινωνίας και αναδιανεμητικών λειτουργιών της πολιτικής;
7) Διεθνής δικαιοσύνη, διεθνής τάξη, διεθνές δίκαιο: Είναι εφικτή η διεθνής δικαιοσύνη και πως οριοθετούνται οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου Ασφαλείας σε αναφορά με το άρθρο 2 του Κεφαλαίου Ι και του Κεφαλαίου VII του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και κυρίως κατά πόσο αναφερόμαστε σε τάξη, δικαιοσύνη ή μερικές έκτακτες περιπτώσεις τις οποίες κανείς ακόμη δεν όρισε;
8) Ο ρόλος των ισχυρών κρατών (ηγεμονικών;) στο διακρατικό σύστημα της ύστερης εποχής, ο διαμορφωτικός τους ρόλος στις περιπτώσεις που τα εθνικά τους συμφέροντα συγκλίνουν και στις περιπτώσεις που τα εθνικά τους συμφέροντα συγκρούονται. Οι πελατειακές σχέσεις με τα μικρότερα κράτη στην αέναη αξίωση των τελευταίων για ισόρροπες σχέσεις. Τα όρια της διπλωματικής ρητορικής των ηγετών των ισχυρών κρατών όταν οι διακηρύξεις τους σχοινοβατούν μεταξύ ηγεμονικών αξιώσεων και οικουμενικών διακηρύξεων για να εξυπηρετηθούν οι πρώτες. Ο έννοια του «επαναστατισμού» στο διεθνές σύστημα της ύστερης εποχής. Κτλ.
9) Ηθικά κριτήρια, πολιτικά κριτήρια και διεθνής πολιτική: Αν η ηθική είναι εξαρτημένη μεταβλητή της πολιτικής, ποιος είναι τότε ο κοινωνικοπολιτικός χώρος διαμόρφωσης της πρώτης; Τα κράτη, οι διεθνείς θεσμοί, οι «πολίτες του κόσμου»; Πως εξετάζεται το «πολιτικό» σ’ ένα τέτοιο (διεθνές) περιβάλλον και πως εκτιμώνται τα προαναφερθέντα συναφή φαινόμενα (διεθνικοί δρώντες, παγκοσμιοποίηση και ο διανεμητικός ρόλος του διεθνοπολιτικά επικυρίαρχου και/ή της κρατικής κυριαρχίας).
10) Αν υποστηριχθεί ότι το διεθνές δίκαιο και οι συμπαρομαρτούντες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού στις διεθνείς σχέσεις είναι οντολογικά θεμελιωμένα και γι’ αυτό ηθικά αμάχητα κριτήρια ή παράγοντες που κατοχυρώνουν εθνική ανεξαρτησία των κυρίαρχων κοινωνιών –κάτι που πολλοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν περιπίπτοντας έτσι σε τεράστια λογικά και επιστημονικά σφάλματα–, ποια είναι τα όρια υπέρβασης της κρατικής κυριαρχίας από τους διεθνείς θεσμούς; Εν κατακλείδι οι διεθνείς θεσμοί είναι θεσμοί τάξης ή θεσμοί δικαιοσύνης; (Δικαιοσύνης διακρατικά προσδιορισμένης; Μεταφυσικά προσδιορισμένης; Κοινωνικά-οικουμενικά προσδιορισμένης;). Τι είναι εκείνο που κατατάσσει μια χώρα στο κατηγόρημα των φιλειρηνικών κρατών και τι είναι εκείνο που το καθιστά αναθεωρητικό και επεκτατικό;
11) Ποια είναι τα αίτια πολέμου και πως παρεμβάλλονται μεταξύ της ειρήνης, της σταθερότητας, της τάξης και του διεθνούς δικαίου καθώς και των αποφάσεων των διεθνών θεσμών; [Τι ακριβώς παρεμβλήθηκε μεταξύ των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και του γεγονότος ότι ο Κόφι Αναν υπέβαλε προτάσεις που παραβίαζαν τόσο αυτές τις αποφάσεις όσο και τον Καταστατικό Χάρτη και το διεθνές δίκαιο συλλήβδην;] Πως τα κράτη αντιμετωπίζουν τα αίτια πολέμου στην καθημερινή διεθνή πρακτική;
12) Ποιος ο ρόλος των διεθνολόγων, των ειδικών της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κοινωνικών επιστημόνων; Υπάρχει ορθολογική σχέση μεταξύ των επιδόσεών τους στο ζήτημα του σχεδίου Αναν και των τεράστιων πόρων που διαθέτουν οι κοινωνίες για την ανάπτυξη επιστημονικού έργου; Τι θα σήμαινε για τα εμπλεκόμενα κράτη η διολίσθηση της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων στο τέλμα των προπαγανδιστικών ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων;
13) Πόσο κατανόησαν όλες αυτές οι χιλιάδες καλοπληρωμένοι «ειδικοί» ότι το σχέδιο Αναν εξ αντικειμένου παραβίασε όλες ανεξαιρέτως τις αρχές, όλους ανεξαιρέτως τους κανόνες και όλα ανεξαιρέτως τα κριτήρια πάνω στα οποία εδράζεται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση; Γιατί πολλοί –παρασύροντας σ’ αυτό τον ανορθολογισμό την πολιτική ηγεσία– πρότασσαν το αποβλακωτικό για νοήμονες (πολύ περισσότερο για επιστήμονες) «επιχείρημα» ότι θα βελτιωθεί η «λύση» επειδή η Κύπρος θα ενταχθεί στην ΕΕ όταν το ίδιο το σχέδιο Αναν ουσιαστικά πρόβλεπε παντοτινή εξαίρεση; Μήπως κάτι τους «σπρώχνει» να λένε άλλα από αυτά που διαβάζουν ή για κάποιους περίεργους λόγους δεν τα διαβάζουν τα κείμενα που σχολιάζουν πριν πουν κάτι που αφορά την ειδικότητά τους;
14) Ποιος ο ρόλος οργανισμών, ινστιτούτων, ΜΚΟ, ιδρυμάτων έρευνας, κτλ, στην ακαδημαϊκή ζωή; Είναι ηθικά και δεοντολογικά αποδεκτή η άναρχη ανάμειξη αυτών των –εξ ορισμού– πολιτικών οργανισμών στην ακαδημαϊκή ζωή; Δεν υπάρχει διακριτός ρόλος μεταξύ αυτών των οργανισμών και των ακαδημαϊκών θεσμών; Πόσο οι τελευταίοι επηρεάζονται και ποια η κοινωνική σκοπιμότητα χρηματοδότησής τους με κοινωνικά σπάνιους πόρους; Είναι δεοντολογικά και ηθικά αποδεκτή η συνύπαρξη επιστημόνων σε τέτοιους θεσμούς ιδιωτικού ουσιαστικά ενδιαφέροντος με ακαδημαϊκούς διορισμούς και ακαδημαϊκές κρίσεις;
15) Υπάρχει δημοκρατικό έλλειμμα στην ΕΕ και πως ακριβώς οριοθετείται από τις εκδηλώσεις, θέσεις, στάσεις και συμπεριφορές και αποφάσεις αναφορικά με το σχέδιο Αναν; [Υποστηρίζω ότι το σχέδιο Αναν προσφέρει ιστορική ευκαιρία προσδιορισμού, με μαθητική μάλιστα ακρίβεια, αυτού του ελλείμματος, γεγονός που ενδεχομένως θα οδηγήσεις σε αναθεώρηση πολλών θέσεων για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ίσως σε αποφάσεις να απολύονται εντολοδόχοι όταν όπως οι Σολάνα και Φερχόϋτεν εξόφθαλμα αυτονομήθηκαν από το κανονιστικό πλαίσιο που ορίζει ο Κοινοτικός νόμος, δηλαδή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η Πράξη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ].
16) Υπάρχει περιθώριο συνεισφοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην εκδημοκρατικοποίηση της διαδικασίας υπερεθνικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ή μήπως εξελίσσεται σε χώρο δραστηριοποίησης απάτριδων και πολιτικά ανεύθυνων γραφικών ακτιβιστών που ψηφίζουν χωρίς να διαβάζουν τα κείμενα που κάποιοι τους προσκομίζουν προς ψήφιση; Διάβασαν το σχέδιο Αναν πριν βάλουν το πετραδάκι τους στην άνομη, υπερβολική πίεση που ασκούσαν πάνω στην Κυπριακή κοινωνία δυνάμεις με άνομα συμφέροντα και αξιώσεις για παράνομες ρυθμίσεις που παραβιάζουν συλλήβδην την διεθνή νομιμότητα και που κυρίως παραβιάζουν συλλήβδην τα νομικά, πολιτικά και δικαιακά κεκτημένα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;
17) Ποια είναι τα πολιτικά χαρακτηριστικά των θεσμών της ΕΕ και ποια τα όρια ανάπτυξής τους πριν την ανάδειξη ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου προικισμένου με κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένους σκοπούς, συλλογικές κοσμοθεωρητικές παραδοχές και πίστη-νομιμοφροσύνη στους υπερεθνικούς θεσμούς; Μελετώντας το σχέδιο Αναν πόσο, βάζοντας «το (θεσμικό) κάρο μπροστά από το (κοινωνικοπολιτικό) άλογο», τίθενται σε κίνδυνο κατακτήσεις όπως η δημοκρατία, ο πολιτικός ορθολογισμός κανονιστικών ρυθμίσεων που ήδη υφίστανται και όλα τα νομικοπολιτικά κεκτημένα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;
18) Επανερχόμενοι στους διεθνείς θεσμούς (οι οποίοι με την έννοια αυτή συμπεριλαμβάνουν και την ΕΕ), ποια τα αίτια των προβλημάτων εφαρμογής των καταστατικών διατάξεων με σκοπό την εκπλήρωση της αποστολής τους για διεθνή συνεργασία, για εφαρμογή των Συνθηκών και για ειρηνική επίλυση των διαφορών με ακριβοδίκαιη ερμηνεία των διατάξεων των διακρατικών Συνθηκών;
19) Είναι τα κράτη οι κυρίαρχοι δρώντες του διεθνούς συστήματος; (και γιατί πρέπει ή δεν πρέπει να είναι;). Εάν τα κράτη εξ αντικειμένου είναι οι κυρίαρχοι δρώντες επειδή είναι προικισμένα με συνεκτικές κοινωνίες και κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένους σκοπούς (τα εθνικά συμφέροντα), πως διαμορφώνονται οι σχέσεις λιγότερο ισχυρών και περισσότερο ισχυρών κρατών στους διεθνείς θεσμούς ούτως ώστε να μην μετατρέπονται οι τελευταίοι σε εξαρτημένη μεταβλητή καταχρηστικής εκμετάλλευσής τους; Ποια είναι τα ηθικά, νομικά, πολιτικά σύνορα μεταξύ διεθνών κανονιστικών διατάξεων τάξης και των διανεμητικών λειτουργιών της κυριαρχίας, ιδιαίτερα όταν αυτό αφορά τις εσωτερικές ηθικοκανονιστικές ρυθμίσεις των κοινωνιών;
20) Όταν διακυβεύεται η συλλογική ελευθερία μιας φιλειρηνικής κυρίαρχης κοινωνίας (η εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία ενός ανεξάρτητου κράτους) πόσο πρέπει να στηρίζεται στην ισχύ-συμμαχίες και πόσο στους διεθνείς θεσμούς; Είναι η επιδίωξη ισορροπίας δυνάμεων απέναντι σε αναθεωρητικές απειλές «εθνικιστική» και «πολεμοκάπηλη» ή αντίθετα είναι αναγκαία προϋπόθεση ειρήνης-σταθερότητας, ορθολογικών διαπραγματεύσεων και νόμιμη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο; Αυτοί που απαντούν καταφατικά στο πρώτο σκέλος της ερώτησης είναι επιστήμονες ή επικίνδυνοι τσαρλατάνοι βυθισμένοι σε μυστήριες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις που εξυπηρετούν αναθεωρητικά συμφέροντα και επαναστατικά ιδεολογήματα; Πως και πόσο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα διεθνής αναρχία η διπλωματία ενός λιγότερο ισχυρού κράτους του οποίου η εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία κινδυνεύει από αναθεωρητικές συμπεριφορές περιπλεγμένες με επαναστατικές-ηγεμονικές αξιώσεις; [Αν και αυτονόητα δεν υπάρχουν ευθύγραμμες απαντήσεις που να προσαρμόζονται σ’ όλες τις περιπτώσεις, το σχέδιο Αναν προσφέρει, εν τούτοις, την ευκαιρία μελέτης των αποχρώσεων αυτών των προβλημάτων και διλημμάτων. Συγκεκριμένα, ποια θα έπρεπε να είναι η στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή ενός μικρού κράτους, όταν συμφώνησε στην προσφορά «καλών υπηρεσιών» εκ μέρους του ΓΓ του ΟΗΕ; Μπορούσε ή δεν μπορούσε να οριοθετήσει τον ρόλο του στα αυστηρά πλαίσια που ορίζουν υποχρεωτικές συνθήκες, οι συμβάσεις ή οι αποφάσεις; (Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ, αποφάσεις Συμβουλίου Ασφαλείας, Συνθήκη Γενεύης, Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκό νομικό κεκτημένο). Μπορούσε το Συμβούλιο Ασφαλείας λίγο πριν το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, όπως επιχείρησαν να επιτύχουν οι άγγλοι-αμερικανοί, να αποφασίσει την υιοθέτηση ενός σχεδίου που να καταργεί ένα κυρίαρχο κράτος; Ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί μια τέτοια –εξόφθαλμα παράνομη– απόφαση η Κυπριακή Δημοκρατία;]
21) Πώς και πόσο τα φιλειρηνικά κράτη στο άναρχο διεθνές σύστημα μπορούν ή πρέπει να ιεραρχούν την ισχύ / ασφάλεια στην κλίμακα των διπλωματικών τους ιεραρχήσεων; Πόση δόση αληθείας είχαν οι διακηρύξεις περί οικουμενικών κριτηρίων διεθνούς τάξης-δικαιοσύνης της δεκαετίας του 1990 και πως αυτές μεταφράστηκαν σε αναδιανομές συμφερόντων στην δεκαετία του 2000; (σε αναφορά με το επίμαχο σχέδιο Αναν αλλά και συνολικότερα). Πόσο ορθές ήταν οι αναλύσεις των ειδικών της δεκαετίας του 1990 για τα επίμαχα ζητήματα και πόσο επικίνδυνες για την ελευθερία των ανθρώπων ήταν οι τολμηρές προτάσεις πολιτικής που εργολαβικά πρότειναν; Είχαν αυτές οι θέσεις επιστημονικό ορθολογισμό ή ήταν εξόφθαλμα και πασίδηλα βαθύτατα πολιτικές θέσεις! (και μάλιστα βαθύτατα ανορθολογικές πολιτικές θέσεις!).
22) Ποια είναι εκείνα τα συγκεκριμένα κριτήρια ηθικής κρίσης περί τα διεθνή τα οποία θα μπορούσαν να σέβονται και να τηρούν όλα ανεξαιρέτως τα κράτη και για τα οποία θα μπορούσαν να καθιερωθούν διαδικασίες υποχρεωτικής συμμόρφωσης; Μεταφυσικά προσδιορισμένοι σκοποί; Διακρατικά προσδιορισμένοι σκοποί; Διαχρονικά προσδιορισμένα κριτήρια οικουμενικά αποδεκτά όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, το ΔΠΔ και διατάξεις όπως η Συνθήκη της Γενεύης; Πως αυτά τα γενικά, οικουμενικά και ταυτόχρονα υποχρεωτικά για όλα τα κράτη ηθικά και νομικά κριτήρια μεταφράζονται σε πρακτική πολιτική στην διεθνή πολιτική όταν υπεισέρχονται ζητήματα ευρύτερου διεθνούς ενδιαφέροντος πέραν της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας; Είναι ο πόλεμος που παραβιάζει την κρατική κυριαρχία νόμιμος (όπως με εκπληκτική επιπολαιότητα δήλωσε πρόσφατα σε τηλεοπτικό πάνελ γνωστός κάτοχος τίτλου διεθνολόγου και πρώην υπάλληλος θεσμών ασφαλείας μεγάλης δύναμης) ή παράνομος; Πόσο το σχέδιο Αναν δείχνει τα όρια μεταξύ εύλογου διεθνούς ενδιαφέροντος για την ειρήνη και καταχρηστικής-ιδιοτελούς δράσης που παραβιάζει τις υποχρεωτικές καταστατικές διατάξεις; [περί της ύστερης διεθνολογικής τσαρλατανιάς και τις κραυγές για «νομικισμό» βλ. τελευταία ενότητα]
23) Πως μια δύναμη όπως οι ΗΠΑ που εκστράτευσε παράνομα, καταχρηστικά και υπερβολικά –η ανάγνωση της έκθεσης Nathan Associates Inc. για τους σκοπούς, τις μεθοδεύσεις και το σκεπτικό είναι τεράστιας όχι μόνο πολιτικής αλλά και επιστημονικής σημασίας–, δύναται να ορίζει κατά βούληση (και να συναλλάσσεται κατά βούληση με άλλες ισχυρές δυνάμεις σε πελατειακή βάση) τον τρόπο που θα ενεργοποιούνται οι διατάξεις του Κεφαλαίου 7 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ; Για να επανέλθουμε στους διεθνικούς δρώντες, πόσο επικίνδυνα αίτια πολέμου και εχθροί της ανθρώπινης ελευθερίας είναι όλοι οι ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένοι «δραχμοφονιάδες» που κυκλοφορούν με «δίσκους»-αιτήσεις χρηματοδότησής τους από πόρους κρατικών υπηρεσιών ηγεμονικών κρατών και/ή παρανομούντων υπαλλήλων διεθνών οργανισμών; Πόσο λοιπόν, η τεχνολογία, η αλληλεξάρτηση, η παγκοσμιοποίηση, οι ΜΚΟ, κτλ, επηρεάζουν διανεμητικά τα διεθνή δρώμενα και την ανθρώπινη ελευθερία; Τι σε τελευταία ανάλυση είναι στην ύστερη φάση ανάπτυξης του διεθνούς συστήματος αυτό που ο Hans Morgenthau όρισε ως «διεθνοφασισμό-διεθνοσοβινισμό-διεθνοεθνικισμό»; Ποια κράτη είναι φιλειρηνικά και ποια διεθνοεθνικιστικά, αναθεωρητικά και παρανομούνται; Ποιες οι ηθικοπρακτικές συνέπειες για τα πρώτα αν θίγονται από τα δεύτερα;
24) Οι δημοκρατίες πολεμούν ή δεν πολεμούν; [Στην προσπάθεια να εκπληρώσουν καταχρηστικά-παράνομα συμφέροντα πολεμούν μόνο με όπλα ή και με «μαλακή ισχύ»; [η οποία ενδεχομένως είναι ποιο θανατηφόρα (ακόμη και σε ανθρώπινες ζωές) από τους πυραύλους; Πόσο ένας επιστήμονας μπορεί να διαδραματίζει ρόλο «μαλακής ισχύος» δολοφονώντας την επιστημονική αλήθεια και τους «πιανίστες» που την υπηρετούν; Πόση νεοφιλελεύθερη «μαλακή ισχύ» ενσάρκωνε το σχέδιο Αναν και ποια τα διδάγματα για την διεθνή νομιμότητα, τα θεμιτά εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων και την ελευθερία των ενδιαφερομένων κοινωνιών; Πόσο μια εξωτερική πολιτική μπορεί να στηρίξει μακρόχρονη στρατηγική επιβίωσης στην υπόθεση ότι «δημοκρατίες δεν πολεμούν»;] [Δεν αποκλείω, ακόμη μια φορά, ότι «δολοφόνοι επιστημονικών χαρακτήρων» και περιφρονητές της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων να παρακάμψουν ή να απλουστεύσουν απαντήσεις των σημαντικών αυτών ερωτημάτων τα οποία όσοι υπηρετούν την διεθνολογική επιστήμη και όχι τα πολιτικά παρασκήνια γνωρίζουν ότι είναι από τα σημαντικότερα ζητήματα της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων] [Με εντυπωσίασε πράγματι η εκπληκτική δήλωση κατόχου τίτλου διεθνολόγου ο οποίος σε μια από τις συνήθεις συναντήσεις περίεργων ινστιτούτων πολιτικής ανάλυσης δήλωσε με αφοπλιστικά απλουστευτικό τρόπο: «I completely buy the democratic theory assumption of a number of scholars that say liberal economies and consolidated democracies do not fight wars against each other». Πόσο «πριν αγοράσει εξολοκλήρου» αυτό το επιστημονικά εξαιρετικά προβληματικό νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα μελέτησε και κατάληξε στα δικά του πρωτότυπα επιστημονικά επιχειρήματα; Ή, τουλάχιστον, πριν το «αγοράσει εξολοκλήρου» και πωλήσει σε αθώους ακροατές, φρόντισε να διαβάσει 1-2 καλά κείμενα γύρω από αυτό το μεγάλο επιστημονικό ζήτημα; Έχει ή δεν έχει να επιδείξει τις δικές του πρωτότυπες-πρωτογενείς μονογραφίες ή γνώμη του είναι ο ακαδημαϊκός ρόλος συνίσταται σε κατά βούληση αποσπασματικές και μεταπρατικές «αγορές» ιδεολογημάτων και θεωρημάτων που αν ήταν πιο μελετηρός θα γνώριζε ότι έχουν ξετιναχθεί στον αέρα από επιστημονικά έγκυρες και αξιόπιστες αναλύσεις!].

Τα πιο πάνω είναι μερικά από τα κύρια ερωτήματα πάνω στα οποία οι ακριβοπληρωμένοι επιστήμονες της Ελλάδας και της υπόλοιπης Ευρώπης έπρεπε να ενσκήψουν για να φέρουν επαξίως τίτλους, διακρίσεις και αξιώματα (και για να εισπράττουν νομιμοποιημένα (και νόμιμα;) διόλου ευκαταφρόνητους παχυλούς μισθούς). Με καθαρά αντικειμενικά κριτήρια αυτή είναι ασφαλώς η αποστολή τους και όχι να μετατρέπονται σε θλιβερούς εκλογικευτές ηγεμονικών αναγκαιοτήτων ή να περιφέρουν δίσκους επαιτώντας χρήματα για να βοηθήσουν στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου, της ανθρώπινης ελευθερίας και των όλων των συμπαρομαρτούντων κριτηρίων ή παραγόντων της διεθνούς νομιμότητας. Αυτή είναι η αποστολή τους, επίσης, και όχι να προσθέτουν τα ονόματά τους σε λίστες που υποστήριζαν την παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας; Αυτά τα ερωτήματα, τονίζω, δεν αναφέρονται σε αξιολογικά κριτήρια αλλά πάγια δεοντολογικά χωρίς τα οποία μια ακαδημαϊκή κοινότητα είναι κοινωνικά άχρηστη και ίσως κοινωνικά επιζήμια.

Όπως είναι φανερό από τις τελευταίες επισημάνσεις, το σχέδιο Αναν πέραν του καθαρά επιστημονικού ενδιαφέροντος για τα αίτια πολέμου και τον χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, προσφέρει επίσης ευκαιρία συζήτησης επιστημολογικών πτυχών της πολιτικής επιστήμης, ζητημάτων που αφορούν το δεοντολογικό και ηθικό πλαίσιο άσκησης του προνομίου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, τα κριτήρια που την οριοθετούν (κυρίως όσον αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα), τα καθήκοντα των ακαδημαϊκών και την κοινωνική σκοπιμότητα διάθεσης τεράστιων πόρων για την ανάπτυξη τμημάτων διεθνών σχέσεων και πολιτικής επιστήμης στα οποία μορφώνονται (;) χιλιάδες φοιτητές. Έχει δικαίωμα ένας ακαδημαϊκός να προτάσσει αιτιολογήσεις καταστολής της ανθρώπινης ατομικής ή συλλογικής ελευθερίας και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο όνομα κάποιας αναγκαιότητας;
Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνεται ότι το σχέδιο Αναν, τρόπος (τερατο)γένεσής του, η εξέλιξή του, η απόρριψή του και οι μετέπειτα συνεχιζόμενες προσπάθειες επιβολής του προσφέρει το σημαντικότερο ίσως πλαίσιο «περιπτωσιολογικής μελέτης» για τα επιστημονικά-επιστημολογικά δρώμενα στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και ευρύτερα, τις πολιτικές τους προεκτάσεις και την μορφή και τον χαρακτήρα του συγχρόνου διεθνούς συστήματος. Οι μέχρι στιγμής επιδόσεις της επιστημονικής κοινότητας στην ανάλυση και εκτίμηση αυτής της σημαντικής περίπτωσης, πάντως, ήταν απελπιστικά απογοητευτικές: Οι διεθνείς σπουδές φαίνεται να εξελίσσονται σε πλουσιοπάροχα χρηματοδοτούμενες δραστηριότητες στην υπηρεσία μη κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών ή σε δούρειο ίππο ηγεμονικών αξιώσεων που θέτουν σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα των φιλειρηνικών κρατών, που υπονομεύουν τον ενδοκρατικό και διακρατικό ορθολογισμό και που διασαλεύουν την διεθνή ειρήνη και σταθερότητα.

5. Ακαδημαϊκός ή πολιτικός ρόλος: Δύο διακριτές σφαίρες και τα προβλήματα της άναρχης ανάμειξής τους

Καταρχάς, όσον αφορά την αμιγή ακαδημαϊκή σφαίρα, επισημαίνω το γεγονός ότι ερευνητικά κέντρα, ινστιτούτα και άλλες οργανώσεις διαθέτουν τεράστια μέσα που ενίοτε αποκτώνται εν πολλοίς τόσο από σπάνιους ελληνικούς δημόσιους πόρους όσο και από εξωτερικές χρηματοδοτήσεις. Αυτό το γεγονός επιτρέπει αφενός να αναπτύσσουν πολυεπίπεδες δραστηριότητες που επηρεάζουν τα πολιτικά δρώμενα και αφετέρου να εντάσσουν στο σύστημα προτάσεων πολιτικής (με το οποίο πρωτίστως ασχολούνται) πολλούς νέους επιστήμονες μερικοί από τους οποίους φυσιολογικά βλέπουν μια τέτοια διασύνδεση ως το πρώτο βήμα ένταξης στον ακαδημαϊκό χώρο.
Οι νεοσειρχόμενοι διεθνολόγοι, συνήθως κάτοχοι διδακτορικών διπλωμάτων ή υποψήφιοι διδάκτορες και φορείς θεμιτών προσδοκιών ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, εμπλέκονται έτσι σε δραστηριότητες οι οποίες δεν εμπίπτουν κατ’ ανάγκη στην σφαίρα της επιστημονικής δραστηριότητας, και πολύ περισσότερο δεν εμπίπτουν στην σφαίρα της ακαδημαϊκής ανάλυσης. Ασφαλώς, αν ο νέος επιστήμονας σκοπεύει να παραμείνει εκτός ακαδημαϊκού χώρου και κυρίως να ακολουθήσει πολιτική σταδιοδρομία αυτό που ουσιαστικά έχουμε είναι αντικατάσταση του ρόλου των κομμάτων στην πολιτική εκπαίδευση μελλοντικών στελεχών του πολιτικού συστήματος από ιδιωτικούς φορείς που χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους (και από ελάχιστα διαφανείς για την ενδιαφερόμενη κοινωνία ξένες πηγές), σε μια διαδικασία παραγωγής ex officio κρατικών λειτουργών που υπονομεύει τον κρατικό ορθολογισμό. Αν επιπλέον μια τέτοια εμπειρία σ’ ένα ινστιτούτο προτάσεων πολιτικής αποτελεί τον προθάλαμο ένταξης στον ακαδημαϊκό χώρο οι συνέπειες δυνατό να είναι μοιραίες για την επιστημονική πρόοδο, εάν και όταν ανεξάρτητοι-ανεξέλεγκτοι θεσμοί που λειτουργούν παράλληλα με την ακαδημαϊκή διαδικασία επηρεάζουν την τελευταία.
Ασφαλώς, στις δημοκρατίες ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει οτιδήποτε επιθυμεί εάν δεν παραβιάζει τις κείμενες κανονιστικές διατάξεις. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε κατ’ ανάγκη σε παραβιάσεις του γράμματος των νόμων αλλά σε ζητήματα επιστημονικής, ακαδημαϊκής και δεοντολογική φύσης με προεκτάσεις σε ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής τάξης. Συζητούμε επίσης και τις κοινωνικοπολιτικές τους προεκτάσεις. Είναι διαφορετικό πράγμα να αναπτύσσει διανεμητικού χαρακτήρα δραστηριότητες ένας οργανισμός που λειτουργεί ως ιδιωτικός θεσμός με ίδιους πόρους και διαφανή ιδιοτελή-θεμιτά συμφέροντα και διαφορετικό εάν χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους (και ακόμη πιο σημαντικό εάν και όταν χρησιμοποιεί πόρους προερχόμενους από το θεσμούς του εξωτερικού τους σκοπούς των οποίων η υποκείμενη κοινωνία ούτε γνωρίζει ούτε ελέγχει αν και τα συμφέροντά της επηρεάζονται).
Καίριας σημασίας είναι, επίσης, η πιθανή συνάφεια με τον ακαδημαϊκό χώρο αυτών των εξωακαδημαϊκών δομών επειδή τέτοιες δομές στερούνται των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, άλλες θεσμικές διατάξεις και η ακαδημαϊκή δεοντολογία. Το ακαδημαϊκό λειτούργημα εντάσσεται σε συγκεκριμένα θεσμικά, νομικά, επιστημονικά και δεοντολογικά πλαίσια, όπως, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος της επιστημονικής ωρίμανσης ενός υποψήφιου ή νεοεισερχόμενου, στην συνέχεια διαρκείς επιστημονικοί έλεγχοι της επιστημονικής του εξέλιξης, δοκιμασίες πρώτων διορισμών ή κρίσεων μονιμοποίησης ή εξέλιξης και έλεγχοι της νομιμότητας των αιτιολογήσεων σε όλα τα επίπετα των αρμόδιων θεσμών του πανεπιστημίου και του κράτους. Εάν μια τέτοια διαδικασία η οποία όπως όλοι γνωρίζουμε βρίσκεται υπό καθεστώς διαρκών θεσμικών και διοικητικών ελέγχων και ιδεατά πλήρους διαφάνειας έχει μολαταύτα πολλά προβλήματα, κανείς μπορεί να διερωτηθεί τι συμβαίνει όταν παρακάμπτονται ή προηγούνται πολιτικές συνάφειες, χρηματοδοτικές και θεσμικές συνάφειες με γνωστούς, λιγότερο γνωστούς ή άγνωστους πολιτικούς φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού. Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο εάν χωρίς τέτοιες επιλογές θεσμών και προσώπων που ex officio στελεχώνουν τους κρατικούς θεσμούς –χωρίς εν τούτοις να υπόκεινται σε επαρκείς κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις– επηρεάζουν διανεμητικά την διπλωματία ενός κράτους.

Ο επηρεασμός της ακαδημαϊκής διαδικασίας από τέτοια φαινόμενα, ιδιαίτερα όταν αυτό αφορά ένα μικρό κράτος με μικρό ακαδημαϊκό χώρο, είναι αναπόφευκτος. Η de facto καθιέρωση «προθαλάμων» εισαγωγής στην ακαδημαϊκή διαδικασία με την ανοχή και χρηματοδότηση του κράτους αναδεικνύει φαινόμενα στοχαστικής αλαζονείας και κυρίως την αίσθηση ότι πρόχειρα δημοσιογραφικού χαρακτήρα κείμενα ή μεταπρατικά αναμασήματα χωρίς επιστημονικό αντίκρισμα που κερδίζουν στην συμβατική δημοσιότητα ή προτάσεις πολιτικής που προσελκύουν χρηματοδοτήσεις, δύνανται (και πρέπει!) να αντικαταστήσουν το ακαδημαϊκό έργο (ακόμη και πρωτοβάθμιοι ακαδημαϊκοί που έπρεπε να πρωτοστατούν με ρηξικέλευθα βήματα στην επιστήμη και να απαιτούν αυστηρή ακαδημαϊκή πειθάρχηση των κειμένων νεότερων στελεχών στα δεδομένα του επιστημονικού κεκτημένου, δίνουν το κακό παράδειγμα με το να «περιπαίζουν»-κοροϊδεύουν δημόσια στις επιφυλλίδες τους τον πνευματικό χαρακτήρα του θεωρητικού στοχασμού και την πρακτική χρησιμότητά του).
Το ακαδημαϊκό έργο, εν τούτοις, για το οποίο η κοινωνία δεσμεύει τεράστιους πόρους, απαιτεί μια διαφορετική επιστημολογική προσέγγιση, μια διαφορετική μεθοδολογική πειθαρχία και απαραιτήτως από δεοντολογική άποψη απαιτεί αξιολογική ελευθερία την οποία αν κάποιος εθιστεί να μην σέβεται επειδή εξαρχής ωφελιμιστικά ενασχολείται εργολαβικά με την συγγραφή προτάσεων πολιτικής είναι ουσιαστικά εξ ορισμού επιστημονικά προβληματικός.

Συζητώντας το ζήτημα των παρεμβάσεων των ακαδημαϊκών στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα κάποιος πρέπει να έχει υπόψη τις αποχρώσεις και την διαφορά μεταξύ κανόνα και εξαίρεσης. Θα ήταν αλλόκοτο να ισχυριζόταν κάποιος ότι ο ακαδημαϊκός θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στο έργο του επάξια και ταυτόχρονα να είναι πολιτικός ακτιβιστής. Παρεμβάσεις μπορούν εν τούτοις να γίνονται, μόνο κατ’ εξαίρεση και με σεβασμό σε πάγια κριτήρια που διέπουν την ιδιότητα του ακαδημαϊκού λειτουργού.
Ασφαλώς αν και δεν είναι το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ένας επιστήμονας που θυσίασε πολλές δεκαετίες για να προετοιμαστεί να εισέλθει στον ακαδημαϊκό χώρο, κανείς είναι ελεύθερος όντας ακαδημαϊκός να παρέμβει στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα. Όμως, είναι ένα πράγμα εάν κάποιος μετά από δεκαετίες τριβής με την επιστήμη και εφόσον κατάκτησε την αναγκαία επιστημονική ωριμότητα αποφασίσει να αφήσει στιγμιαία ή για πάντα το Πανεπιστήμιο για να συνεισφέρει στους πολιτικού αγώνες, και άλλο εάν νεοεισερχόμενοι επιστήμονες ενθαρρυνθούν εξαρχής να πλημμυρίσουν τον εγκέφαλό τους με αξιολογικά φορτισμένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις τις οποίες στην συνέχεια μεταμφιέζουν ως έγκυρη ακαδημαϊκή ανάλυση για να κερδίσουν πόντους τεχνητής αξιοπιστίας στον πολιτικό περίγυρο.
Για να το διατυπώσουμε γλαφυρά, είναι ένα πράγμα εάν ένας Κίζιγκερ μετά από μια μακρά και λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία αποφάσιζε να μεταταχθεί στον χώρο των κρατικών λειτουργών και της πολιτικής και άλλο όταν ένας νέος επιστήμονας που βρίσκεται ακόμη μέσα στο «επιστημονικό αυγό του» από το οποίο υπό τις περιστάσεις ποτέ δεν θα εκκολαφθεί, καταλαμβάνει υψηλά λειτουργήματα και συμπεριφέρεται-ομιλεί ως να ο ίδιος να είναι «εκατό Κίζιγκερ ταυτόχρονα».
Τέτοια φαινόμενα διαφθείρουν τόσο τα ακαδημαϊκά δρώμενα όσο και τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα οδηγώντας αμφότερα σε παρακμή. Προκαλούν επίσης αηδία σε κάθε υποψιασμένο ευαίσθητο άτομο και απελπισία όταν ακόμη και υποψήφια για πρώτο ακαδημαϊκό διορισμό γράφουν στο βιογραφικό τους ότι το πανεπιστήμιο θα είναι πάρεργο των ιδεολογικοπολιτικών τους προτιμήσεων [Πρόσφατα με άφησε άφωνο μια τέτοια διατύπωση σε υπόμνημα υποψηφίου για πρώτο διορισμό επίκουρου καθηγητή διεθνούς πολιτικής. Τα αίτια αυτής της κατάντιας είναι απλός: Οι υποψήφιοι για διορισμούς στον ακαδημαϊκό χώρο «μυρίζονται» ότι ο χώρος έχει πλέον διαφθαρεί από ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις και ότι μόνο άμα κανείς γίνει κράχτης αυτών των εκλογικεύσεων δύναται να ευνοηθεί από το κυρίαρχο σύμπλεγμα πανεπιστημιακών, μέσων ενημέρωσης και ξένων διασυνδέσεων-εξαρτήσεων-χρηματοδοτήσεων].

6. Οι προτάσεις πολιτικής, η θέση των ακαδημαϊκών και το δημόσιο συμφέρον

Οι προτάσεις πολιτικής και οι συναφείς δραστηριότητες που συνδέουν τα πρακτικά ζητήματα με τους πολιτικούς σκοπούς των κυβερνήσεων ως εκ της φύσεώς τους διαφθείρουν πολιτικά και ιδεολογικά τον επιστημονικό στοχασμό αποδυναμώνοντας ή αποκλείοντας παντελώς πάγια κριτήρια αξιολογικής ελευθερίας και επιστημονικής αντικειμενικότητας.
Οι προτάσεις πολιτικής δεν εμπίπτουν στην ακαδημαϊκή σφαίρα. Εμπίπτουν στην σφαίρα των κοινωνικοπολιτικών ανταγωνισμών και της διακρατικής διαμάχης. Στην σφαίρα αυτή οι ανταγωνισμοί προϋποθέτουν εκατέρωθεν πολιτικά φορτισμένες θέσεις (που ενσαρκώνουν τα συμφέροντα των εμπλεκομένων) η σύγκρουση των οποίων είναι συχνά δημιουργική και διαμορφωτική του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι. Για να το θέσουμε διαφορετικά, ενώ η ακαδημαϊκή ανάλυση περιγράφει το πλαίσιο, τα διλήμματα και τα προβλήματα, οι προτάσεις πολιτικής αντλούν από αυτή επιχειρήματα για να τα προσαρμόσουν στις ανάγκες του αγώνα τους για επικράτηση των δικών τους απόψεων. Η ανάμειξη των δύο διαφθείρει αμφότερες τις διαδικασίες, αρχικά την ακαδημαϊκή και στην συνέχεια τον ορθολογισμό της επηρεαζόμενης κοινωνίας.

Ακόμη πιο σημαντικό, κανείς πρέπει να διακρίνει τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ ενδοκρατικής και διακρατικής τάξης πραγμάτων. Λόγω της μορφής και του χαρακτήρα του διακρατικού συστήματος, η επιστημονική περιγραφή του και η ανάδειξη των διλημμάτων και των προβλημάτων που εμπεριέχει το διεθνές σύστημα δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο αξιολογικά φορτισμένων κρίσεων χωρίς να υπονομευτεί το επιστημονικό επιχείρημα. Το κατακερματισμένο διακρατικό σύστημα πολλών συλλογικών (εθνικών-κρατικών) ηθικοκανονιστικών συστημάτων και συλλογικών «τυπικών λογικών» (αλλά και πολλών άλλων διεθνικών δρώντων με διανεμητικές λειτουργίες) επιτρέπει μόνο περιγραφή τους, εξέταση των σχέσεών τους και έκφραση ηθικής κρίσης μόνο επί ζητημάτων ελάχιστα αμφιλεγόμενων, πιο συγκεκριμένα της διεθνούς νομιμότητας όπως οροθετείται και οριοθετείται από τις μεταξύ των κρατών συμφωνίες (που κατά βάση σκοπό έχουν να κατοχυρώσουν την εθνική ανεξαρτησία κάθε κράτους και να διασφαλίσουν πλαίσιο τήρησης της διεθνούς νομιμότητας, ειρηνικών συναλλαγών, και σεβασμού της εκατέρωθεν κυριαρχίας, δηλαδή της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας κάθε κράτους).
Οι προτάσεις πολιτικής, κατά συνέπεια στην μεν ενδοκρατική ζωή αποτελούν αναπόσπαστο μέρος γόνιμων κοινωνικοπολιτικών ανταγωνισμών ιδεών και συμφερόντων στο δε διακρατικό επίπεδο είναι υπόθεση των σχεδιαστών και χειριστών της διπλωματίας κάθε κράτους. Ο ακαδημαϊκός αναλυτής δεν έχει την πολυτέλεια να εμπλακεί σ’ αυτή τη διαμάχη χωρίς να διαφθείρει τα επιστημονικά του επιχειρήματα. Η διαφθορά αυτή οφείλεται τόσο στις αξιολογικές εισροές που θα εισρεύσουν όσο και στις χρηματικές και άλλες εξαρτήσεις που θα αναπτυχθούν και που αναπόδραστα θα υπονομεύσουν τον αδέσμευτο χαρακτήρα του επιστημονικού στοχασμού.

Εκτός του εκπαιδευτικού χαρακτήρα της διεθνολογικής ανάλυσης, η κοινωνική χρησιμότητά του μεγιστοποιείται αν το ακαδημαϊκό έργο δεν φορτίζεται αξιολογικά αναδεικνύοντας έτσι τα πραγματικά διλήμματα και προβλήματα ούτως ώστε η κοινωνία ή οι κοινωνίες και οι πολιτικοί τους συντελεστές να δύνανται να αποφασίσουν ορθολογιστικά. Ορθολογισμός στην περίπτωση του σχεδίου Αναν, για παράδειγμα, είναι η επιστημονικών προδιαγραφών περιγραφή των νομικοπολιτικών πτυχών που αφορούν την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα.  Αυτή η ανάλυση στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στην Ευρώπη ήλθε πολύ αργότερα και με ιδιωτική πρωτοβουλία ακαδημαϊκών, καθηγητών πανεπιστημίων και άλλων οι οποίοι ζήτησαν την επιστημονική συνδρομή ευρωπαίων επιστημόνων όταν οι έλληνες στην συντριπτική τους πλειονότητα επιδόθηκαν στις ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις που προπαγάνδιζαν το τερατούργημα του Αναν πίσω από τις οποίες –όπως γνωρίζουμε σήμερα από την έκθεση Nathan– είτε το γνώριζαν κάποιοι είτε όχι κρύβονταν χαμηλής βαθμίδας υπάλληλοι της αμερικανικής πρεσβείας στην Λευκωσία (οι οποίοι υιοθετούσαν στρατηγικούς σκοπούς με τους οποίους αναμφίβολα δεν συμφωνούν όλοι στην Ουάσινγκτον, ιδιαίτερα αυτοί οι οποίοι σέβονται την διεθνή νομιμότητα). Και πάλιν ερωτούμε: Τι δουλειά έχουν οι ακαδημαϊκοί με όλα αυτά και πόσο χαμηλά κατήλθαν για να γυρίζουν με «δίσκο»-αίτηση χρηματοδότησής τους από αυτά τα αμφιλεγόμενα περιβάλλοντα;
Επαναλαμβάνουμε και τονίζουμε ότι οι επιστημονικές προδιαγραφές των ακαδημαϊκών αναλύσεων απαιτούν οι πανεπιστημιακοί να μην τίθενται σε τέτοιες δοκιμασίες και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο διαχρονικά σωρεύτηκαν και θεσπίστηκαν κριτήρια και κανονιστικές διατάξεις που διασφαλίζουν προνόμια όπως η ακαδημαϊκή ανεξαρτησία-ελευθερία. Τα προνόμια αυτά παραχωρούνται για να διασφαλιστεί κατά το δυνατό ότι το πνευματικό έργο της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι ανεπηρέαστο. Το έργο αυτό, υπενθυμίζουμε, δεν έχει ή δεν πρέπει να έχει εθνικά, ατομικά ή συμμαχικά σύνορα. Είναι αγαθό οικουμενικού χαρακτήρα.
Γι’ αυτό συχνά πολλοί και ορθά επισημαίνουν ότι η θέση των ακαδημαϊκών είναι στο πανεπιστήμιο, στους φοιτητές και στην καλλιέργεια της θεωρίας, κάτι για το οποίο και πληρώνονται για να υπηρετούν αποκλειστικά και ασκητικά. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε πολλά κράτη, όταν ώριμοι ακαδημαϊκοί αποφασίσουν να ασχοληθούν με προτάσεις πολιτικής, συνηθίζεται να αφήνουν το πανεπιστήμιο και είτε να ασκούν μονίμως αυτή την δραστηριότητα ως εμπειρογνώμονες είτε να επανέρχονται όταν αυτή η δραστηριότητα πρακτικού και πολιτικού χαρακτήρα τερματιστεί. Οίκοι, τέτοια ευαισθησία φαίνεται πως σπανίζει, ενώ συνεπακόλουθα υπάρχουν φαινόμενα πολυθεσίας και πολυμισθίας, για πολλούς απαράδεκτα.
Το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο, δηλαδή, σε κρίσιμους τομείς όπως το Υπουργείο Άμυνας και Εξωτερικών όπου στα αναπτυγμένα κράτη θεωρούνται ο προνομιακός πυρήνας των κρατικών λειτουργών να δημιουργείται ένας παρακμιακός ακταρμάς αδρανοποιημένων κρατικών λειτουργών, τιτλοφόρων ακαδημαϊκών τίτλων που αφήνουν το πανεπιστήμιο για να μετατραπούν σε πολιτικούς παράγοντες και άλλων ατόμων που διορίζονται με εφήμερα πολιτικά κριτήρια και που κάθε νέα κυβέρνηση ή υπουργός παροπλίζει ή εκδιώκει.

Συνολικά, αποτελεί σοβαρό δεοντολογικό ολίσθημα εάν και όταν αναλυτές συστηματικά και μερικές φορές εργολαβικά μεταμφιέζουν πολιτικές τους θέσεις με ακαδημαϊκούς τίτλους προσδίδοντάς τους έτσι παραπλανητική εγκυρότητα και αξιοπιστία. Πάγια δεοντολογικά κριτήρια και στοιχειώδης ορθολογισμός επιτάσσουν όπως οι ακαδημαϊκοί υποβάλλονται καθημερινά στην βάσανο του ερωτήματος κατά πόσο οι επιστημολογικές τους επιλογές πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις και ότι τα πορίσματά τους είναι βάσιμα-θεμελιωμένα και όχι ιδιοτελή, προκατειλημμένα και παραπλανητικά.
Όπως ήδη τονίστηκε, αν και οι δύο σφαίρες, η ακαδημαϊκή και η πολιτική είναι διακριτές, εν τούτοις, νεοεισερχόμενα στελέχη του ακαδημαϊκού χώρου αλλά τελικά και παλαιότεροι ακαδημαϊκοί εθίζονται στην άποψη ότι μελέτη των διεθνών σχέσεων (υποχρέωση για την οποία αμείβονται αδρά με σπάνιους κοινωνικούς πόρους) δεν είναι η ασκητική και η αδέσμευτη-ανεξάρτητη και αξιολογικά ελεύθερη μελέτη του διεθνούς συστήματος αλλά η προσαρμογή των αναλύσεών τους στην ζήτηση ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων που ικανοποιούν ενδοκρατικά και διακρατικά συμφέροντα. Ακόμη και άνευ επιστημονικού ενδιαφέροντος ζητήματα δυνατό να τους απασχολήσουν φτάνει αυτό να σημαίνει ερείσματα και πρόσβαση στα ενδοκρατικά και διακρατικά δρώμενα που θα τους φανούν μελλοντικά ωφέλιμα.
Η προαναφερθείσα αίτηση για την χρηματοδότηση του ανελεύθερου σχεδίου Αναν, υπόθεση που ενδεχομένως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πιστοποιεί και υπογραμμίζει αυτό τον εθισμό. Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι επικράτηση τέτοιων πρακτικών συμπαρασύρει όχι μόνο νέους επιστήμονες αλλά συχνά και ανυποψίαστους φτασμένους επιστήμονες ή αξιωματούχους διεθνών θεσμών που προσκαλούνται και συμμετέχουν σε κατ’ όνομα μόνο συνέδρια πίσω από τα οποία κρύβονται πολιτικές σκοπιμότητες, στρατηγικά συμφέροντα, κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας κτλ. Αποτελεί εμπαιγμό, παραδοξότητα και ξεπεσμό της επιστήμης, για παράδειγμα, να χρηματοδοτούνται «συναντήσεις» και «συζητήσεις «για την διαφάνεια και την δημοκρατία» με απώτερο πολιτικό σκοπό να επιβληθεί ένα αντιδημοκρατικό και ανελεύθερο καθεστώς όπως αυτό που προωθούσε το σχέδιο Αναν.

Ας καταθέσουμε λοιπόν την δική μας αντίληψη για τον ρόλο των ακαδημαϊκών και τους διακριτούς ρόλους πολιτικής και πανεπιστημίου αντίστοιχα: Οι πανεπιστημιακοί, τους οποίους η κοινωνία προικίζει με το προνόμιο της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας αλλά και που τους αμείβει με διόλου ευκαταφρόνητους μισθούς, δεν μπορεί να είναι πολιτικοί ακτιβιστές, ποικιλότροπα χρηματοδοτούμενοι και εξαρτώμενοι από εξωπανεπιστημιακούς θεσμούς του εσωτερικού ή του εξωτερικού. Δεν μπορούν επίσης να μετατρέπουν το πανεπιστήμιο σε πάρεργο εξωακαδημαϊκών δραστηριοτήτων που ελάχιστα ή καθόλου σχετίζονται με την καλλιέργεια της επιστήμης. Δεοντολογικά τουλάχιστον, είναι υποχρεωμένοι να αποφεύγουν τις εξωακαδημαϊκές οικονομικές –και ιδεατά τις πολιτικές-παραταξιακές– σχέσεις, οι οποίες αναπόφευκτα διαφθείρουν τον επιστημονικό στοχασμό και αποπροσανατολίζουν τον επιστήμονα από την αποστολή του. Αποστολή του ακαδημαϊκού είναι η ασκητική και ανεπηρέαστη αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας, ανεξαρτήτως κρατικών συνόρων, ιδεολογιών και χρηματικών παροχών, ιδιαίτερα αν αυτές οι παροχές προέρχονται από αμφιλεγόμενους φορείς, συχνά «πολιτικά αμαρτωλούς».

7. Άναρχο μπέρδεμα ακαδημαϊκών-πολιτικών δραστηριοτήτων και η περίπτωση του ανελεύθερου σχεδίου Αναν

Τα πιο πάνω ζητήματα περνούν στην σφαίρα του ευρύτερου δημοσίου ενδιαφέροντος όπου και ανήκουν οι ακαδημαϊκοί θεσμοί, όταν οργανισμοί όπως ινστιτούτα, ερευνητικά ιδρύματα, σωματεία και άλλοι οργανισμοί –των οποίων ηγετικά στελέχη παραδέχονται δημοσίως ότι σκοπός τους είναι οι προτάσεις πολιτικής και όχι η θεωρία διεθνών σχέσεων–, δραστηριοποιούνται έντονα και πολιτικά-ιδεολογικά βεβαρημένα στην στήριξη της υποκινούμενης από τους αμερικανούς και βρετανούς προσπάθειας επιβολής σχεδίου που ονομάστηκε σχέδιο Αναν.
Η αίτηση που υπέβαλαν για να συνεισφέρουν στην προώθηση του σχεδίου Αναν αφορούσε δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Ανεξαρτήτως αυτής της αίτησης η οποία σε κάθε περίπτωση θέτει πολλά και μεγάλα ζητήματα, στελέχη αυτού του ινστιτούτου –και ασφαλώς δεν είναι ο μόνος οργανισμός που ανάπτυσσε τέτοιες δραστηριότητες– συμμετείχαν σε συζητήσεις, συνέδρια, εκπαιδευτικά προγράμματα και σε άλλες δραστηριότητες όπου συνευρίσκονταν άναρχα και ακατάστατα στελέχη κυβερνήσεων, ιδεολογικοπολιτικά φορτισμένοι διανοούμενοι, άκρως αμφιλεγόμενοι πρέσβεις όπως ο Λόρδος Χάνευ, προσκεκλημένοι υπάλληλοι διεθνών θεσμών και αξιωματούχοι υπηρεσιών διαφόρων κρατών που αναμενόμενα ενδιαφέρονταν να επιβληθεί το σχέδιο Αναν και να αποκτήσουν άνομα στρατηγικά ερείσματα όπως βάσεις, διευκολύνσεις και εξουσιαστική αρμοδιότητα επί ενός κυρίαρχου κράτους.
Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τον εγχώριο δημόσιο διάλογο, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η δίνη των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων στην οποία ενεπλάκησαν στο παρασκήνιο και στο προσκήνιο πολλά στελέχη της ελληνικής επιστημονικής-ακαδημαϊκής κοινότητας εμπόδισε την εκπλήρωση της αποστολής των ακαδημαϊκών, δηλαδή, την ανάλυση του σχεδίου Αναν υπό το πρίσμα της αδιάφθορης επιστήμης χωρίς επιστημονικές εκπτώσεις, χωρίς εισροές αλλότριων κριτηρίων και χωρίς συμβιβασμούς όσον αφορά την αλήθεια των διεθνών υποχρεωτικών-δεσμευτικών ρυθμίσεων. Έτσι, οι φοιτητές, άλλες ομάδες της κοινωνίας, η πολιτική ηγεσία και οι φορολογούμενοι πολίτες των οποίων οι σπάνιοι πόροι διατίθενται για πολυδάπανα Πανεπιστημιακά Τμήματα δεν είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ευρέως και κυρίαρχα την επιστημονική αλήθεια παρά μόνο πολύ αργότερα και ίσως αργά. Όλως περιέργως, εξάλλου, τηλεοπτικά πάνελ, επιφυλλίδες και ραδιοφωνικές συχνότητες κυριαρχήθηκαν όχι από επιστημονικό ορθολογισμό αλλά από τις κραυγές!!! όσων φανατισμένα προσπαθούσαν να συνεισφέρουν στην επιβολή του σχεδίου Αναν.
Πολύ αργότερα και μόνο επειδή το ΌΧΙ υπέρ ελευθερίας της κυπριακής κοινωνίας το επέτρεψε, έχουμε εισροές επιστημονικών αναλύσεων που σταδιακά εκτοπίζουν τον ανορθολογισμό των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων που κυριάρχησαν το 2003 και το 2004. Πολλοί σήμερα, και μόνο επειδή παρενέβησαν οι προαναφερθέντες επιστήμονες από ευρωπαϊκά κράτη, συνειδητοποιούν πλήρως ότι το σχέδιο αν και ονομαστικά υποβληθέν από τον ΓΓ του ΟΗΕ σε μια μοναδική περίπτωση γιγαντιαίας κατάχρησης ρόλου από τον διευθύνοντα ενός μεγάλου διεθνούς θεσμού, παραβίασε συλλήβδην όλες τις ενδοκρατικές και διακρατικές κατακτήσεις ανθρώπινου πολιτισμού, πάνω στις οποίες εδράζονται εκείνοι οι διεθνείς θεσμοί ή κανόνες που είναι δεσμευτικοί και υποχρεωτικοί: Μεταξύ άλλων, οι πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, όλες οι αποφάσεις της ΓΣ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι εκθέσεις των επιτροπών του ΟΗΕ, η Συνθήκη της Γενεύης, οι διακηρύξεις και οι Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επίσης, παρακάμφθηκαν πάγιες συνταγματικές αρχές, πάγιες δημοκρατικές αρχές και πάγιες αρχές άσκησης λαϊκής κυριαρχίας κάθε πολιτισμένης κοινωνίας.
Σημειώνουμε, ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπεισέρχεται ζήτημα «πλουραλισμού ιδεών και θέσεων». Αναφερόμαστε σε παραλογισμό, ανορθολογισμό και σύγχυση που προκλήθηκαν από παραπλανητικές προπαγανδιστικές ενορχηστρώσεις ξένων δυνάμεων και από ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες λανθασμένες αναλύσεις εγχώριων και ξένων κατόχων επιστημονικών τίτλων. Είναι άλλο πράγμα οι πολλές λανθασμένες και προπαγανδιστικές απόψεις και άλλο ο επιστημονικός, πολιτικός και ιδεολογικός πλουραλισμός (ο τελευταίος, βεβαίως, είθισται να μην ξεπερνά κάποια όρια και εισέρχεται στην σφαίρα φασιστοειδών αντιλήψεων πολλές από τις οποίες εν τούτοις ενσάρκωνε το σχέδιο Αναν).
Ο πλουραλισμός των ιδεών και των θέσεων έρχεται μετά την ανάλυση των πραγματικών γεγονότων και την ορθή περιγραφή των προβλημάτων και των διλημμάτων. Οι καταστροφικές συνέπειες της υπερίσχυσης των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων επί του επιστημονικού ορθολογισμού είναι σήμερα αντιληπτές επειδή κατασίγασε η οχλαγωγία, επειδή πολλοί σπεύδουν να επισημάνουν ότι το σχέδιο αυτό ισοδυναμεί με συνέργια σε διεθνές έγκλημα πολέμου και επειδή κανείς πλέον δεν έχει αμφιβολίες για την βαθύτατη και καθολική παραβίαση όλων των κατακτήσεων του ανθρώπινου πολιτισμού στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις που επιχειρήθηκε εις βάρος της κυπριακής κοινωνίας. Όλα αυτά, εν τούτοις, δεν ήταν πλήρως ορατά για πολλούς αδρά αμειβόμενους έλληνες ακαδημαϊκούς μέλη ή στελέχη ποικίλων οργανισμών και ινστιτούτων, οι οποίοι με μανία πάσχιζαν να επικρατήσει η θέση υπέρ της «αναγκαιότητας» συμβιβασμού επί όλων των δικαιωμάτων και κατακτήσεων πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων. Μερικοί, έφθασαν μέχρι του σημείου να προβλέπουν σεισμούς, κατακλυσμούς και καταποντισμούς αν οι κύπριοι δεν υπέκυπταν στους εκβιασμούς άνομων ηγεμονικών αξιώσεων, χωρίς στην συνέχεια να ζητήσουν ένα μεγάλο συγνώμη για το ατόπημά τους! Αποτελεί αποστολή των ακαδημαϊκών και των ατόμων που διεκδικούν το προνόμιο ανεξάρτητης επιστημονικής μελέτης των διακρατικών σχέσεων να φοβερίζουν τις κοινωνίες να εγκαταλείψουν το δικαίωμα να είναι ελεύθερες;
Η δική μας απάντησή είναι ΟΧΙ. Προσθέτουμε ότι:
α) Ο ρόλος του πανεπιστημιακών είναι να υπηρετούν ασκητικά και αξιολογικά ελεύθερα την επιστημονική αλήθεια και να συνεβρίσκονται περισσότερο με τους φοιτητές τους και λιγότερο με άκρως αμφιλεγόμενους αξιωματούχους όπως ο Λόρδος Χάνευ, ο Ντε Σότο και άλλοι που έργο ήταν η «διεθνοπολιτική δολιοφθορά» μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού με προδιαγραφές διεθνούς νομιμότητας και κοινοτικής έννομης τάξης.
β) Οι σπάνιοι δημόσιοι πόροι πρέπει να διατίθενται για την ακαδημαϊκή μόρφωση στον Πανεπιστημιακό χώρο στο εσωτερικό του οποίου οι πανεπιστημιακοί θα πρέπει ασκητικά και αφοσιωμένα στο λειτούργημά τους να εργαστούν σκληρά για να διασφαλιστεί η ομαλότητα, δηλαδή ακαδημαϊκή δράση που δεν μετατρέπει το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε προνόμιο αυθαιρεσίας.
γ) Σπάνιοι δημόσιοι πόροι δεν πρέπει να διατίθενται σε οργανισμούς ή άλλα αντίστοιχα ινστιτούτα των οποίων τον αμιγή επιστημονικό χαρακτήρα των παρεμβάσεων των μελών τους ή των συνεργατών τους κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει. Μια τέτοια διασφάλιση μπορεί να υπάρξει μόνο στο πλαίσιο συντεταγμένων ακαδημαϊκών μεθόδων, οργανωμένων επιστημονικών ελέγχων και διασφαλισμένων διαδικασιών θεσμικής-ακαδημαϊκής διαφάνειας. Οι επιστήμονες στους οποίους η κοινωνία εμπιστεύεται το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας και μισθοδοτεί ανάλογα έχουν ως αποστολή την αμισθί προσφορά επιστημονικών αναλύσεων. Στοχαστικά αδιάφθορα ερευνητικά ινστιτούτα μπορούν να είναι μόνο τα ακαδημαϊκά ινστιτούτα. Μη ακαδημαϊκά ινστιτούτα αν θέλουν να επηρεάζουν τα κρατικά και ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα είναι λογικό να χρησιμοποιούν ίδιους πόρους και όχι σπάνιους δημόσιους πόρους. Είναι επίσης λογικό, ορθολογιστικό και κοινωνικά πρέπον να υποβάλλουν τις πολιτικές τους θέσεις σε προεκλογική δοκιμασία και να αποχωρούν από τον ακαδημαϊκό χώρο όταν κύρια απασχόλησή τους είναι πολιτικού χαρακτήρα δραστηριότητες. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό οδηγεί σε υπονόμευση της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας και του διακρατικού-ενδοκρατικού ορθολογισμού. Το τελευταίο εξαιρετικά σημαντικό σημείο χρήζει περαιτέρω ανάλυσης.

8. Το ευρύτερο ζήτημα των αναδιανεμητικών συνεπειών και των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων

Εν μέρει ακαδημαϊκού και εν μέρει κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος είναι αναμφίβολα ο ρόλος οργανισμών ή ινστιτούτων στους θεσμούς άμυνας, ασφάλειας και διπλωματίας, ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω ακροθιγώς. Πιο συγκεκριμένα, εκτός των άφθονων χρηματοδοτήσεων από σπάνιους δημόσιους πόρους, παρατηρείται μεγάλη και διαχρονική τάση στελέχωσης στρατηγικής σημασίας θέσεων του κράτους από άτομα τα οποία συχνά προέρχονται τόσο από τον ακαδημαϊκό χώρο ευρύτερα όσο και συγκεκριμένα ινστιτούτα και/ή ερευνητικά ιδρύματα. Τα προβλήματα που ανακύπτουν είναι μεταξύ άλλων τα εξής:
Πρώτον, όπως αναφέρθηκε μόλις η θέση των ακαδημαϊκών είναι στο πανεπιστήμιό τους και στους φοιτητές τους. Η κατάληψη θέσεων στην κρατική ιεραρχία εκτός του ότι εξ αντικειμένου τους εμποδίζει να ασκούν τα καθήκοντα για τα οποία αμείβονται, δημιουργεί πρόβλημα πολυθεσίας.
Δεύτερον, υπονομεύεται η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία όταν άτομα ή ομάδες που ανήκουν σε πολιτικούς θεσμούς μεταμφιεσμένους ακαδημαϊκά μπαίνουν γι’ αυτό στο απυρόβλητο των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων. Ενώ εμφανίζονται ως ανεξάρτητοι ακαδημαϊκοί επιστήμονες αδιαμφισβήτητης επιστημονικής εγκυρότητας και αξιοπιστίας, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να ισχύει επειδή κατά βάση ο ρόλος τους και οι δραστηριότητές τους είναι βαθύτατα πολιτικές. Κάθε πολιτική δραστηριότητα, όμως, πρέπει να βρίσκεται υπό την αίρεση της κοινωνικής βούλησης στην οποία όπως και κάθε άλλος πρέπει να προσφεύγει. Ακόμη πιο σημαντικό, η επίκληση επιστημονικής εγκυρότητας και αξιοπιστίας (που για τον μέσο άνθρωπο σημαίνει «ορθότητα»), οδηγεί σε ρόλους ακόμη μεγαλύτερων διανεμητικών συνεπειών: Διορισμούς σε θέσεις που παραδοσιακά ανήκουν σε κρατικούς λειτουργούς για τους οποίους υπεύθυνο είναι το κράτος και οι συντεταγμένες διαδικασίες διορισμών, κρίσεων και εξελίξεων. Τονίζεται ξανά ότι το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη κρισιμότητα όταν αυτοί οι διορισμοί αφορούν τους στρατηγικούς τομείς της άμυνας, της ασφάλειας και της διπλωματίας. Συνοπτικά, όποιος έχει πολιτικές θέσεις διανεμητικών συνεπειών γι’ αυτά τα κρίσιμα ζητήματα δεν μπορεί να θεωρείται ότι έχει αυτομάτως τεκμήριο επιστημονικής αξιοπιστίας ούτε μπορεί ex officio να διαδραματίζει ρόλο στους θεσμούς του κράτους χωρίς να υποβάλλει τις θέσεις του στην βάσανο των κοινωνικών ελέγχων και της διαφάνειας. Οι θέσεις πρέπει να τίθενται προεκλογικά υπό την αίρεση του εκλογικού σώματος, να διατυπώνονται με σαφήνεια ως προγραμματικές δηλώσεις και να υπόκεινται ανά πάσα στιγμή στην βάσανο των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων.
Εξάλλου, όποιο πολιτικό πρόσωπο επηρεάζει τον ρόλο των μονίμων λειτουργών του κράτους (πχ του Υπουργείου Εξωτερικών) με ex officio διορισμούς τόσο μεγάλων διανεμητικών συνεπειών οφείλει να το ξεκαθαρίζει προεκλογικά για να τίθενται οι θέσεις και οι δραστηριότητες των ινστιτούτων-δεξαμενών στελεχών σε προεκλογική δοκιμασία.
Υπονομεύεται η λαϊκή κυριαρχία, αλλά και ο ορθολογισμός διακρατικά και ενδοκρατικά, όταν επικρατεί η αντίληψη πως όποιος κατέχει ακαδημαϊκή θέση, 1) βρίσκεται δήθεν στο απυρόβλητο των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και της λαϊκής κυριαρχίας, 2) είναι δήθεν προικισμένος με αντικειμενικά προσόντα αξιοπιστίας και επιστημονικής εγκυρότητας και 3) κυρίως, ότι είναι δήθεν ικανός να διαδραματίζει ex officio τον ρόλο των λειτουργών του κράτους, μάλιστα στους στρατηγικούς τομείς της άμυνας και της ασφάλειας. Για τους παροικούντες την ελληνική και διεθνή πανεπιστημιακή Ιερουσαλήμ μόνο ως κακόγουστο αστείο μπορεί να θεωρηθεί τυχόν ισχυρισμός πως ο ακαδημαϊκός τίτλος είναι αδιαμφισβήτητο τεκμήριο επιστημονικής αξιοπιστίας και πολύ περισσότερο ότι είναι τεκμήριο ικανότητας κάποιου για αξιόπιστη πολιτική συμβουλή ή λήψη ορθολογιστικών αποφάσεων επί ζητημάτων ηθικοπρακτικού χαρακτήρα που σχετίζονται με την κρατική πολιτική.
Τρίτον, οι ιδιωτικοί ερευνητικοί θεσμοί, που βασικά λειτουργούν ως ΜΚΟ, δεν είναι ακαδημαϊκού χαρακτήρα για ένα ακόμη λόγο: Δεν υπάρχει θεσμική, ακαδημαϊκή ή άλλη πρόβλεψη που κατοχυρώνει ακαδημαϊκούς ελέγχους. Αντίθετα, είναι εύλογο να διερωτάται κάποιος κατά πόσο οι φιλίες, οι συνάφειες και οι εξαρτήσεις σε τέτοιους οργανισμούς επηρεάζουν τα ακαδημαϊκά δρώμενα. Σε κάθε περίπτωση, οι προτάσεις πολιτικής που απορρέουν από τέτοια ινστιτούτα είναι βαθύτατα πολιτική δραστηριότητα και αποτελεί ανωμαλία αν δεν ενεργοποιούνται κοινωνικοπολιτική έλεγχοι των δραστηριοτήτων τους. Γι’ αυτό, τα μέλη ή οι συνεργαζόμενοι, έστω και αν συμμετέχουν παράλληλα σε πανεπιστημιακά ιδρύματα ως προς αυτή την δραστηριότητά τους εξ αντικειμένου πρέπει εξαιρούνται από το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Τέταρτον, η κατοχή θέσης κρατικού λειτουργού και μάλιστα ανώτατου είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Σε όλα τα κράτη, εκτός των διαδικασιών επιλογής και εξέλιξης ο ανώτατος κρατικός λειτουργός για λόγους που αφορούν την ευαίσθητη αποστολή του, πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Δύσκολα, για παράδειγμα, μπορούμε να φανταστούμε ανώτατο κρατικό ρόλο –και μάλιστα στους ευαίσθητους τομείς της άμυνας, της διπλωματίας και της ασφάλειας–, αν στο παρελθόν βρισκόταν σε θέση μισθολογικής και πολιτικής εξάρτησης με θεσμούς ασφαλείας άλλου κράτους. Δύσκολα θα μπορούσαμε να τον φανταστούμε, επίσης, αν το ίδρυμά του κυκλοφορεί υποβάλλοντας αιτήσεις χρηματοδότησης από εξαιρετικά αμφιλεγόμενες πηγές οι οποίες ενδέχεται να έχουν σκοπούς που αντιστρατεύονται τα εθνικά συμφέροντα.

Είναι φανερό από τα πιο πάνω, νομίζω, ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να τεθούν άμεσα όλοι και όλα υπό την αίρεση των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων (και όπως κάθε άλλος θεσμός ή άτομο του πολιτικού βίου να εκτεθούν σε πλήρη διαφάνεια).
`Ο υπογράφων επιφυλάσσεται να επανέλθει, πάντοτε σε αναφορά με ζητήματα που εμπίπτουν στην δική του ακαδημαϊκή σφαίρα και στις συναφείς με την ακαδημαϊκή σφαίρες δημόσιου ενδιαφέροντος.

9. Περί νομικισμού, διεθνούς νομιμότητας, ισχύος, εθνικής στρατηγικής, διεθνολογικής τσαρλατανιάς άνευ ορίων και νοοτροπίας «anything goes».

Καταληκτικά, θα θιγεί ένα ζήτημα ως προς το οποίο –όπως και με πολλά από τα προηγούμενα ζητήματα– θα επανέλθουμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα θύματα των «δολοφονιών επιστημονικών χαρακτήρων» της προηγούμενης δεκαετίας και των αρχών της τρέχουσας, ήταν αυτοί οι οποίοι ανέλυαν τα πολιτικά χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος με επιστημονική αυστηρότητα, αξιολογική ελευθερία, αναλυτικό βάθος και σε αρμονία με το αξιόπιστο διεθνολογικό επιστητό που υποχρεώνει τόσο σε ακρίβεια όσο και σε ανάδειξη των αποχρώσεων των διλημμάτων και προβλημάτων εναλλακτικών στρατηγικών επιλογών.
Ενάντια σ’ αυτές τις αναλύσεις ποιοτικών αξιώσεων περί τα διεθνή –ένα δηλαδή καίριο ζήτημα του οποίου η στοχαστική επεξεργασία υψηλών προδιαγραφών αποτελεί πλέον προϋπόθεση διακρατικού και ενδοκρατικού ορθολογισμού–, γράφτηκαν κείμενα που δεν τιμούν τους συγγραφείς τους. Το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις που συνήθως ακούονται στα ηγεμονικά διεθνοπολιτικά παρασκήνια και που αναμεταδίδονται από όσους συμμετέχουν σε τέτοιους συναγελασμούς.
Επιχειρούσαν να πείσουν ότι οι μεγάλων διανεμητικών συνεπειών επεμβατικές δραστηριότητες στα Βαλκάνια και αλλού την δεκαετία του 1990 ήταν, δήθεν, νόμιμες και νομιμοποιημένες. Τα «επιχειρήματα», σχεδόν πάντοτε έωλα και αντιφατικά, υποστήριζαν ότι ήλθε η ώρα οι διεθνείς θεσμοί να αποφασίζουν όχι μόνο επί ζητημάτων τάξης αλλά και εσωτερικής δικαιοσύνης των κρατών (νομοπαραγωγή και νομιμοποίηση ηγεμονικού χαρακτήρα επεμβάσεων). Υποστήριζαν επίσης ότι το διεθνές δίκαιο αλλάζει πέραν των διατάξεων του άρθρου 2 του Κεφαλαίου Ι του ΟΗΕ. Όλα αυτά, βεβαίως, καμιά βάση δεν έχουν επειδή το διεθνές δίκαιο είναι θεμελιωδώς αντιηγεμονικό και μόνο η καθιέρωση κριτηρίων έκτακτης ανάγκης θα μπορούσε να καθιερώσει εξαιρέσεις (και πάλιν, πάντως, άλλο εξαιρέσεις και άλλο ανοικτά παράθυρα ηγεμονικών επεμβάσεων).
Για να ωραιοποιήσουν αυτές τις εκλογικεύσεις, αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, στην «μαλακή ισχύ»-γεωοικονομία που εκτοπίζει δήθεν την γεωπολιτική, στην «παγκόσμια ή διεθνή κοινωνία» που καθιστά τις επεμβάσεις δήθεν δικαιακή αναγκαιότητα και εμμέσως ή και σαφώς συχνά πρόβαλλαν νεοφιλελεύθερα θεωρήματα περί ηγεμονικής ρύθμισης του διεθνούς συστήματος. Η στήριξη τέτοιων θεωρημάτων μοιραία οδηγούσε σε ακόμη πιο αντιφατικές διατυπώσεις, συγκεκριμένα ότι έφθασε, δήθεν, το τέλος της κυριαρχίας που καθιστά, δήθεν, τα έθνη-κράτη, τους θεσμούς τους και τις κοσμοθεωρίες τους περιττά και αναχρονιστικά υπολείμματα του παρελθόντος. Συχνά ανέφεραν, επίσης το θεώρημα και «δημοκρατίας και πολέμου» («οι δημοκρατίες δεν πολεμούν αλλήλους»). Η πλήρης γελοιοποίηση, βεβαίως, επήλθε το 2003 όταν αυτό το θεώρημα κατέρρευσε και πολλοί έσπευσαν βελάζοντας αναλυτικά να γράψουν σε επιφυλλίδες (όπου και κυρίως γράφουν) ότι «τελικά οι δημοκρατίες πολεμούν …».
Έσχατό καταφύγιο των ανυπόμονων να δουν την κυριαρχία να εξαφανίζεται και το κράτος να διαλύεται είναι η ταλαίπωρη θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αφήνοντας κατά μέρος κάθε αξιόπιστη και έγκυρη ανάλυση γι’ αυτό το ζήτημα (και υπάρχουν πολλές τέτοιες αναλύσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό), υποστήριζαν και σ’ αυτό το θέμα αυτό που βολεύει πολιτικά. Δηλαδή, ότι καταργείται η κυριαρχία, οι λαοί αφομοιώνονται και η μεταεθνική εποχή επίκειται. Δεν χρειάζεται να τονιστεί εδώ, ασφαλώς, ότι στην πραγματικότητα, όπως κάθε πραγματολογικά επαληθεύσιμη ανάλυση περί τα Ευρωπαϊκά υποστηρίζει, το αποτέλεσμα μισού αιώνα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η «Ευρώπη των κρατών-πατρίδων» όπου οι κοινωνίες είναι ανέπαφες και κοσμοθεωρητικά βαθύτατα διακριτές (πολύ περισσότερο διακριτές σε σύγκριση με την περίοδο πριν την έναρξη της διαδικασίας ολοκλήρωσης την δεκαετία του 1950) και ότι η ανάδειξη ακόμη και ενός εταιρικού ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου πέραν των καταναλωτικών τομέων είναι ζητούμενο και όχι δεδομένο το οποίο σε κάθε περίπτωση βρίσκεται υπό την αίρεση έντονων κοινωνικοψυχολογικών παραγόντων. Τα συμπεράσματα κάθε πραγματολογικά επαληθεύσιμης ανάλυσης, επίσης, υποδηλώνουν το γεγονός ότι στην Ευρώπη το κράτος και η κρατική κυριαρχία θεωρείται βάση λειτουργίας του συστήματος και ότι δεν είναι υποψήφια για απόσυρση (αδιάσειστο στοιχείο το ίδιο το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα). Το 2003, εξάλλου, στην κρίση του Ιράκ, έγινε φανερό αυτό που πολλές έγκυρες αναλύσεις συμπέραιναν για χρόνια, ότι δηλαδή το γεγονός της στρατηγικής ετερότητας των μελών και της βαθύτατης εξάρτησης από τις ΗΠΑ βαθαίνει ολοένα και περισσότερο.
Η βάσιμη και πραγματολογικά επαληθεύσιμη θεωρία δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε θεωρήματα, ιδεολογήματα και λεκτικές σοφιστείες για να προβεί σε ακριβή εκτίμηση της μορφής και του χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος. Εκτός του τεράστιου οικοδομήματος του θεωρητικού κεκτημένου της Θουκυδίδειας παράδοσης υπάρχει και το ίδιο το Παράδειγμα, που εμπεριέχεται στο απαράμιλλο, αλάθητο και ακριβές στις περιγραφές των διλημμάτων και προβλημάτων πρωτότυπο κείμενο του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Έτσι, αναλύοντας τόσο τις πολιτικές όψεις όσο και τις κανονιστικές πτυχές του διεθνούς συστήματος απόρροια οντολογικών διαμορφώσεων και των πασιφανών κανονιστικών εποικοδομημάτων, εκτίμησε έγκαιρα και σωστά τα δεδομένα του διεθνούς συστήματος. Διέκρινε, μεταξύ άλλων, τις εξής διακριτές αν και αλληλεξαρτώμενες σφαίρες: α) της διεθνούς νομιμότητας και της ευρωπαϊκής νομιμότητας, β) των ρευστών γκρίζων περιοχών όπου η ισχύς και τα τετελεσμένα εύκολα δημιουργούνται εις βάρος των απρόσεκτων κρατών και δύσκολα ανατρέπονται λόγω αιτιών πολέμου και γ) τις διμερείς σχέσεις στα διεθνή υποσυστήματα όπου εάν και όταν εκδηλώνονται απειλές η ισορροπία δυνάμεων είναι προϋπόθεση ειρήνης αλλά και προϋπόθεση βιώσιμων λύσεων στις διακρατικές αντιπαραθέσεις. Οι προεκτάσεις αυτών των επιστημονικά σιδερόφρακτων θεωρήσεων στην ελληνική πραγματικότητα σε αναφορά με αυτές τις διακριτές σφαίρες και τον τρόπο που αλληλοεπηρεάζονται, ήταν μεταξύ άλλων οι εξής:
1) Αταλάντευτη διεκδίκηση από τα αναθεωρητικά και παρανομούντα κράτη να σεβαστούν την διεθνή νομιμότητα με προσφυγές σ’ εκείνους τους διεθνείς θεσμούς όπου οι κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού είναι υποχρεωτικές για όσους υπέγραψαν τις σχετικές συνθήκες (και ενσωματωμένες ενσωματωμένες στην εθνική δικαιακή τάξη ως υποχρεωτικό δίκαιο, βλ. «υπόθεση Λοϊζίδου» αλλά και πρόσφατες αποφάσεις πιστοποιούν την σημασία αυτών των εκτιμήσεων). Επίσης, ειρηνική επίλυση της κυπριακής κρίσης με ενίσχυση αυτής της διεκδίκησης με υποβολή αίτησης ένταξης στην ΕΕ της οποίας το νομικό και δικαιακό κεκτημένο εάν εφαρμοστεί στην Κύπρο επιλύει αυτόματα και προς το συμφέρον όλων το κυπριακό πρόβλημα. Ταυτόχρονα, διασύνδεση αυτών των διπλωματικών κινήσεων με τις τουρκικές ευρωπαϊκές φιλοδοξίες στο πλαίσιο ενός ευρύτερου «στρατηγικού διαλόγου».
2) Αμυντική ενίσχυση της Κύπρου και ισορροπία δυνάμεων στα υπόλοιπα μέτωπα της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ειρηνόφιλη διπλωματική εκδίπλωση της ελληνικής διπλωματίας προς την Ευρώπη και να διασφαλιστεί, επίσης, Ελλάδα και Κύπρος από διπλωματικοστρατιωτικούς εκβιασμούς (κάτι που επιβεβαιώθηκε πλήρως όταν εκδηλώθηκαν).
3) Ενεργοποίηση την «κατάλληλη στιγμή» του ρόλου του ΟΗΕ με απαίτηση να τηρηθεί η διεθνής νομιμότητα και να υποβληθούν προτάσεις συμβατές με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, της Συνθήκης της Γενεύης, των Συμβάσεων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και φυσικά του Κοινοτικού νομικού και πολιτικού κεκτημένου.
Ακριβώς, απόδειξη του γεγονότος ότι οι διεθνείς σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου διολισθαίνουν στην άβυσσο της ασυναρτησίας ή στην άβυσσο της προπαγάνδας που υποκινούνται στα κακόφημα παρασκήνια των ηγεμονικών αξιώσεων, είναι ότι την «κατάλληλη στιγμή» είχαμε –και συνεχίζουμε να έχουμε– ρεσιτάλ διεθνολογικής τσαρλατανιάς που τα ισχυρότερα κράτη χρησιμοποιούν ως μαλακή ισχύ και που θεωρούν βασικό εργαλείο των στρατηγικών μεθοδεύσεων που σκοπεύουν σε έλεγχο ή στρατηγική εποπτεία (βλ. Katzenstein/Keohane/Krasner, International Organization, vol. 52. 4 1998 p. 673).
Πρώτον, αυτοί που όπως σήμερα αποδεικνύεται μιλούσαν υποκριτικά για το διεθνές δίκαιο και για την «παγκόσμια κοινωνία» –βασικά με πολιτικό στόχο στον μυαλό, δηλαδή την αντίκρουση των ορθολογιστικών θεωρήσεων που υποστήριζαν την ανάγκη απόκτησης επαρκούς αποτρεπτικής ισχύος αμυνόμενων κρατών που ενοχλούσε συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές όπως αυτές που εξυπηρετούσαν τα θεωρήματα-ιδεολογήματα περί «ελληνοτουρκικού χώρου»– και αυτοί που μανιωδώς καταπολέμησαν ορθολογιστικές επιλογές όπως η υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ και ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος, τώρα δηλώνουν με περισσή στοχαστική περιφρόνηση στους συνομιλητές τους, ότι «η επίκληση της διεθνούς νομιμότητας είναι» δήθεν «νομικισμός». Έλεος, τσαρλατανιά…. Η επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων δεν είναι κατά βούληση, αποσπασματική και αντιφατική επίκληση κριτηρίων και παραγόντων όποτε βολεύει ιδεοληψίες, ακτιβιστές των παρασκηνίων και έμμεσους ή άμεσους χρηματοδότες «σεμιναρίων», «συζητήσεων» και «συνεδρίων» σε θέρετρα όπου οι περιφερόμενοι ακαδημαϊκοί φαντάζουν ως κομπάρσοι ενός ηγεμονικού θέατρου του παραλόγου (η έσχατη κατάντια των επιστημόνων που πρέπει να στιγματιστεί χωρίς έλεος και ασυμφίβαστα). Για να θυμίσω τα λόγια του Παναγιώτη Κονδύλη τον οποίο αν και νεκρός κάθε τσαρλατάνος της πολιτικής επιστήμης αποδεικνύεται ότι βλέπει καθημερινά στα χειρότερα όνειρά του, στην ανάλυση δεν μπορεί να ισχύει το «anything goes».
Δεύτερον, αυτοί που όπως αποδεικνύεται από τα σημερινά τους λόγια υποκριτικά μιλούσαν για «τέλος της γεωπολιτικής», για «παγκόσμια κοινωνία», για «παγκοσμιοποίηση» στο πλαίσιο της οποίας εφαρμόζονται δήθεν ομοιόμορφα τα ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αμερικανικών επικυρίαρχων κτλ, φανερώνεται ότι ο πραγματικός τους πολιτικός σκοπός ήταν και πάλιν να εμποδιστεί η ανάπτυξη μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής στρατηγικής (η οποία, μαζί με τις προαναφερθείσες διπλωματικές επιλογές στο επίπεδο της Ευρώπης και της διεθνούς νομιμότητας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταθερότητα, ισόρροπες διαπραγματεύσεις και ειρηνική επίλυση των διενέξεων). Σήμερα, λοιπόν, ενώ φθάσαμε στην βρύση και πάλιν ασχημονούν επιστημονικά: δεν θέλουν να πιούμε νερό, δεν θέλουν δηλαδή να λυθούν βιώσιμα χρόνια προβλήματα στην βάση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας. Τώρα, και πάλιν αντιφατικά και επιστημονικά χυδαία, υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του υποχρεωτικού δικαίου των συνθηκών και των συμβάσεων που θα μπορούσε να προωθήσει μια βιώσιμη λύση με μερικούς ακόμη διπλωματικούς χειρισμούς, θεωρείται από τους ίδιους θιασώτες του άκρατου κατευνασμού ως «νομικισμός». Τέτοια επιχειρήματα είναι είτε προπαγανδιστικές ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις (στρατευμένες ή όχι είναι για εμάς ακαδημαϊκά αδιάφορο) είτε τεκμήριο επιστημονικών ελλειμμάτων σε βαθμό ανίατο. Ακόμη και πρωτοετείς φοιτητές πανεπιστημίου, πολύ περισσότερο οι διδάσκοντες, πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν διάκριση μεταξύ της διεθνούς νομιμότητας που αναφέρεται σε υποχρεωτικούς κανόνες με τις οποίας τα συμβεβλημένα κράτη ενσωμάτωσαν στο εθνικό τους δίκαιό και εκείνων των γενικών αρχών δικαίου που βρίσκονται υπό την αίρεση της ισχύος. Κάθε μη τσαρλατάνος διεθνολόγος στοιχειώδους μόρφωσης κάνει αυτή την διάκριση και γι’ αυτό γνωρίζει τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος, τις αποχρώσεις αυτών των όψεων, το περιεχόμενο της διεθνούς νομιμότητας και την σημασία της ισχύος, των δηλώσεων και των διεκδικήσεων σε όλα τα επίπεδα της διεθνούς πολιτικής. Αν κάποιος δεν τα γνωρίζει είναι ικανός να γράφει μόνο ασυναρτησίες και εκλογικεύσεις που τον μετατρέπουν σε κράχτη αξιώσεων ενάντια στην ανθρώπινη ελευθερία και στην διεθνή νομιμότητα.
Δυστυχώς, αν και ο υπογράφων διαθέτει ελάχιστο και πολύτιμο χρόνο, είναι υποχρεωμένος να καταπιαστεί ξανά με την διεθνολογική τσαρλατανιά (για τον ορισμό της έννοιας «διεθνολογική τσαρλατανιά» βλ. Τελευταία μονογραφία- «Οι Διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης…»- περιεχόμενα, ευρετήριο, απόσπασμα κεφ. 2).

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: