Ομιλία Εις Μνήμη Γιάννου Κρανιδιώτη 2005

ΜΝΗΜΗ ΓΙΑΝΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗ
Ημερίδα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Παντείου Πανεπιστημίου
25.10.2004, Αίθουσα τελετών Παντείου Πανεπιστημίου

ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΜΙΑΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ
Σε ελαφρά αναθεωρημένη εκδοχή δημοσιεύτηκε στο Περράκης Στέλιος (Επιμ.) Μνήμη Γιάννου Κρανιδιώτη (Εκδόσεις Σάκκουλα – Πάντειον Πανεπιστήμιο 2005), σελ. 35-44.

περιεχόμενα:

  1. Εισαγωγή.
  2.  Θεμελιώδεις αρχές μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού.
  3.  Στρατηγική ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού και οι αντίπαλοί της.
  4.  Επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και τα ελληνικά αυτογκόλ.
  5.  οι συνέπειες του σχεδίου Ανάν.
  6. Διέξοδος ενόψει διαπραγματεύσεων ένταξης Τουρκίας στην ΕΕ.

__________________________
1. Εισαγωγή

Όταν μου προτάθηκε να παρέμβω στην παρούσα εκδήλωση απάντησα ότι ίσως δεν είναι σκόπιμο επειδή με συνέδεε μια μακρόχρονη σχέση με τον Γιάννο Κρανιδιώτη. Αν και η παρέμβασή μου είναι αδύνατο να είναι αμιγώς ακαδημαϊκή είναι ανεπίτρεπτο να πάρει την μορφή είτε πολιτικών σχολίων είτε εξιστόρησης της προσωπικής μου σχέσης με τον Γιάννο Κρανιδιώτη. Αναφέρω απλά ότι τα ηρωικά μεταπολιτευτικά χρόνια του φοιτητικού συνδικαλισμού διαδέχθηκε μια απέραντα παραγωγική συνεργασία στην φάση διαπραγματεύσεως της ΤΕ Κύπρου-Κοινότητας όταν ο Γιάννος Κρανιδιώτης ήταν βασικός συνεργάτης του Υπουργείου Εξωτερικών στο ελλαδικό ΥΠΕΞ και ο υποφαινόμενος επί εννέα χρόνια στέλεχος της διαπραγματευτικής ομάδας της διπλωματικής αποστολής της Κυπριακής Δημοκρατίας στις Βρυξέλλες. Ακολούθησε φάση έντονων παρεμβάσεων στην διαμάχη για την υποβολή αίτησης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και για την ανάπτυξη μιας παράλληλης προσπάθειας αμυντικής ενίσχυσης της Κύπρου. Οι δρόμοι μας χώρισαν όταν για σύντομο χρονικό διάστημα διετέλεσε σύμβουλος της Κυπριακής Δημοκρατίας πριν υποβληθεί η αίτηση ένταξης και πριν επανέλθει στην ελλαδική πολιτική σκηνή που τον οδήγησε στην κρίσιμη θέση του υφυπουργού εξωτερικών. Λίγο πριν το θανατηφόρο αεροπορικό δυστύχημα συνάντησα τον αείμνηστο Γιάννη Κρανιδιώτη στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Θέλησε να συζητήσουμε μερικές κριτικές θέσεις που εκφράστηκαν σε επιφυλλίδες μου και συγκεκριμένα για την θέση ότι κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι να μην καταντήσει η υπόθεση της ένταξης το χρυσό χάπι της διχοτόμησης και της νομιμοποίησης των τετελεσμένων της βίας του 1974. Του είπα ότι οδηγός των αναλύσεών μου είναι η βαθιά μου πεποίθηση ότι ο ρόλος του ακαδημαϊκού, έστω και αν μερικές φορές αυτό προκαλεί δυσφορία, είναι όχι η υπόδειξη συνταγών πολιτικής για την καθημερινή διπλωματική πρακτική αλλά να εμμένει με καθαρότητα και λογική συνέπεια στην οριοθέτηση των στρατηγικών προσανατολισμών και στον έλεγχο του κατά πόσο οι τακτικές επιλογές διέπονται από την λογική των στρατηγικών σκοπών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, του υπενθύμισα αυτό που και ο ίδιος κατά καιρούς είχε υποστηρίξει, ότι δηλαδή ο σκοπός της στρατηγικής μας ήταν μια βιώσιμη λύση που θα μας απάλλασσε από τις δουλείες της εισβολής του 1974, θα διασφάλιζε την επέκταση του κοινοτικού κεκτημένου στην Κυπριακή Δημοκρατία, θα επανέντασσε τους τουρκοκυπρίους στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό συνθήκες δημοκρατίας και διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα τερμάτιζε το διαρκές έγκλημα του εποικισμού, θα τερμάτιζε την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων και εγγυήσεων και θα πρόσφερε την ευκαιρία για μια ευρύτερη διαπραγμάτευση με σκοπό την σταθεροποίηση στο μακροχρόνιο επίπεδο ισόρροπων ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ευχής έργον και εφικτός στόχος θα ήταν ενδεχομένως, επίσης, ο τερματισμός του καθεστώτος των αποικιακών καταβολών βρετανικών στρατιωτικών βάσεων. Ο Γιάννος με διαβεβαίωσε ότι δεν άλλαξε την θέση που επανειλημμένα υποστήριξε στο παρελθόν, ότι δηλαδή η ένταξη ήταν το μέσο επανένωσης της Κύπρου και όχι ο μανδύας της διχοτόμησής της.

Σε μια παρέμβαση εις μνήμη ενός από τους πρωτεργάτες της στρατηγικής για μια βιώσιμη λύση του κυπριακού και έχοντας υπόψη τα πολλά κείμενα που γράφτηκαν πριν μια περίπου δεκαετία για το θέμα αυτό, συμπεριλαμβανομένων των αναλύσεων του Γιάννου Κρανιδιώτη, ίσως είναι εξαιρετικά χρήσιμο να υπενθυμίσω το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής. Έτσι μόνο θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε τις δυσκολίες της παρούσης συγκυρίας και να κατανοήσουμε τους διαμορφωτικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις προσπάθειες βιώσιμης λύσης του κυπριακού. Αυτό είναι αναγκαίο επειδή εκτιμώ πως τα τελευταία χρόνια ο κυκεώνας της μάχης εντυπώσεων υπέρ ανελεύθερων ρυθμίσεων, κατά κάποιον τρόπο, εξαφάνισε από τον δημόσιο διάλογο τις αναγκαίες και μη εξαιρετέες θεμελιώδεις προϋποθέσεις μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού.

2. Θεμελιώδεις αρχές μιας βιώσιμης λύσης

Οι πέντε θεμελιώδεις αρχές μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού είναι οι εξής:
1ον) Η λύση να διασφαλίζει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (πλειοψηφικές αποφάσεις στην βάση της αρχής ένα άτομο μια ψήφος).
2ον) Άμεση άσκηση λαϊκής κυριαρχίας (έλεγχος της εξουσίας από μια αδιαίρετη κυπριακή κοινωνία, διαρκείς έλεγχοι και εξισορροπήσεις).
3ον) Αποκλεισμός ρυθμίσεων που δεσμεύουν ή περιορίζουν την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας (αποκλεισμός παρουσίας ξένων στρατευμάτων, αποκλεισμός παρουσίας «ξένων δικαστών», τερματισμό του εγκλήματος πολέμου του εποικισμού).
4ον) Απόλυτη τήρηση των συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα (όπως περιγράφονται στην επώνυμη Χάρτα και όπως απαιτούν οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις).
5ον) Όσον αφορά την άμυνα-Ασφάλεια και αν μια τελική λύση προβλέπει την αποστρατικοποίηση, να συνοδευτεί από αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων και ει δυνατό να ληφθεί σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

3. στρατηγική ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού και οι αντίπαλοί της

Τα πιο πάνω, υποστηρίχθηκε πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια, εκπληρώνονται εάν η Κυπριακή Δημοκρατία ενταχθεί στην ΕΕ οπότε και αυτομάτως επεκτείνεται στην Κύπρο ο κοινοτικός πολιτικός και νομικός πολιτισμός: Δηλαδή, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, οι θεσμοθετημένοι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις, ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και η τήρηση των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή δεν ήταν μια ιδεαλιστική τοποθέτηση αλλά μια ρεαλιστική πρόταση που δημιουργούσε ένα συνολικό σύστημα θέσεων και ιδεών για ειρηνική λύση του κυπριακού στην βάση πολιτειακών και διεθνοπολιτικών ρυθμίσεων συμβατών με το υπόλοιπο διεθνές δίκαιο, με το διεθνές δίκαιο και κυρίως με την ιδιότητα του πλήρους μέλους της ΕΕ.
Ακριβώς, η πορεία αυτή, υποστηρίχθηκε πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια, με πρακτικό και αποτελεσματικό τρόπο που ταυτόχρονα δεν αντιβαίνει στα καλώς νοούμενα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων αναιρεί ή προσαρμόζει στο διεθνές δίκαιο τις συμφωνίες του 1977 και του 1979 τις οποίες η ελληνική πλευρά είχε δεχθεί απρόθυμα και υπό συνθήκες πολιτικοστρατιωτικού εκβιασμού. Αναπόδραστα, λόγω ελληνικής αδυναμίας, οι συμφωνίες αυτές οδήγησαν –όπως έδειξε τελικά το αμφιλεγόμενο σχέδιο Αναν– σε συζητήσεις που κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επέβαλλαν ως νέο διακρατικό καθεστώς τα τελεσμένα της εισβολής του 1974.
Είναι γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους που πριν μια περίπου δεκαετία η πρόταση υποβολής αίτησης ένταξης συνοδεύτηκε με θέσεις υπέρ της αμυντικής θωράκισης της Κύπρου και της Ελλάδας και υπέρ της δρομολόγησης ενός «οδικού χάρτη» που θα συμπεριλάμβανε στρατηγικού χαρακτήρα διπλωματικές διεργασίες στο τρίγωνο Ελλάδα, Κύπρος – Τουρκία – Ευρώπη, ΗΠΑ. Ο άξονας γύρω από τον οποίο θα περιστρεφόταν η στρατηγική μας, υποστηρίχθηκε ορθά τότε, έπρεπε να είναι
1ον) η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης,
2ον) η προσχώρηση των τουρκοκυπρίων στην ιδέα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής Κυπριακής Δημοκρατίας και
3ον) η αποδοχή εκ μέρους της Άγκυρας της ιδέας ότι μια βιώσιμη λύση του κυπριακού στις πιο πάνω γραμμές εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας που θα μπορούσε έτσι να εισέλθει σε μια πορεία διαρκούς εναρμόνισής της με το πολιτικό κεκτημένο της ΕΕ, μεταξύ άλλων, με την αποδοχή των προνοιών για ειρηνική επίλυση των διαφορών στην βάση των Συνθηκών, του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των συμβατικών προνοιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
4ον) Επειδή εκπλήρωση αυτών των ευγενών και φιλειρηνικών σκοπών δεν μπορούσε να γίνει μόνο με διαπροσωπικές σχέσεις αισθητικού χαρακτήρα και δεν μπορούσε να στηριχθεί στον κατευνασμό της τουρκικής επιθετικότητας, θεωρήθηκε επίσης επιτακτικό να διασφαλιστεί αμυντικά η Κύπρος και να ενισχυθεί η αποτρεπτική ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Αν τα πιο πάνω εκπληρώνονταν επιτυχώς, λογικό είναι να αναμένει κάποιος ότι θα βελτιώνονταν οι δυνατότητες, την κατάλληλη στιγμή, να γίνουν διαπραγματεύσεις στρατηγικού χαρακτήρα στο τρίγωνο Ελλάδα, Κύπρος – Τουρκία – Ευρώπη, Αμερική ούτως ώστε να επιδιωχθεί μια συνολικότερη ρύθμιση σταθερών και ειρηνικών σχέσεων με την Τουρκία σε μακρόχρονη βάση.

4. Επιτυχής ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και τα ελληνικά αυτογκόλ

Για ποικίλους λόγους που δεν είναι του παρόντος αυτή η στρατηγική δεν έγινε κατανοητή από μια μεγάλη ομάδα διανοουμένων και πολιτικών προσώπων. Είναι η ίδια περίπου αριθμητικά ισχυρή ομάδα που στην βάση αναχρονιστικών ιδεολογημάτων και θεωρημάτων, διαδοχικά, στράφηκαν με φανατισμό κατά της υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ την περίοδο 1988-1992, κατά του ενιαίου αμυντικού χώρου λίγο αργότερα και υπέρ του ανελεύθερου σχεδίου Αναν. Κυρίως, δεν κατάλαβαν ή υποκριτικά έκαναν πως δεν κατανοούσαν το γεγονός πως η εκπλήρωση των ευγενών και φιλειρηνικών σκοπών της ελληνικής στρατηγικής προϋπόθετε μια σιδερένια πολιτικοδιπλωματική προσπάθεια που θα συνοδευόταν από επαρκή αμυντική κάλυψη και συγκροτημένη διπλωματική εκστρατεία μακρούς διάρκειας.

Ο καταστροφικός εκτροχιασμός του κυπριακού ουσιαστικά άρχισε με το περιβόητο άρθρο του τότε συμβούλου του πρωθυπουργού το 2001 όταν εκφράστηκαν ασυγχώρητες πολιτικές θέσεις τις οποίες αν και ως ακαδημαϊκός δεν θα ήθελα να χαρακτηρίσω, είναι εν τούτοις αναγκαίο να τονιστεί ότι αφενός υπονόμευσαν καίρια την εθνική στρατηγική και αφετέρου αποτέλεσαν προπομπό του εκτροχιασμού των προσπαθειών μιας βιώσιμης λύσης που συμβολίζεται με την υποβολή του σχεδίου Αναν το 2002.
Το 2001, επειδή ουσιαστικά είχαν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις ένταξης ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ανεξαρτήτως συμφωνίας για το κυπριακό πρόβλημα, η βιώσιμη λύση βασικά καταγραφόταν στην υπό διαμόρφωση Πράξη Προσχώρησης. Η ελληνική πλευρά βρέθηκε έτσι σε ισχυρή θέση που για πρώτη φορά μετά το 1974 κατά κάποιον τρόπο εξισορροπούσε διπλωματικά τα τετελεσμένα της εισβολής και δημιουργούσε συνθήκες έναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων ειρηνικής διεξόδου. Υπενθυμίζω ότι η ένταξη ανεξαρτήτως λύσης είχε γίνει πανευρωπαϊκά αποδεκτή και ότι πολλοί δήλωναν ότι η Κύπρος και η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι όμηροι της τουρκικής στρατηγικής. Στην Πράξη Προσχώρησης καταγράφηκαν, βασικά, οι μέθοδοι ενσωμάτωσης της Κύπρου στον κοινοτικό πολιτικό και νομικό κεκτημένο, γεγονός που κατ’ ουσία σήμαινε καταγραφή μιας τελικής και βιώσιμης λύσης του κυπριακού.
Ιστορικά, είναι πάντως ενδιαφέρον ότι πριν και μετά το επίμαχο αμφιλεγόμενο άρθρο του συμβούλου του Πρωθυπουργού, γίναμε μάρτυρες μιας εκστρατείας επιστημονικοφανών αναλύσεων σε επιφυλλίδες, σε δημοσιογραφικά πάνελ και σε βιβλιοκριτικές στήλες. Όλως περιέργως, κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτών των αναλύσεων ήταν το επινόημα ότι στο κυπριακό φταίει, δήθεν, η ελληνική πλευρά, και γι’ αυτό ότι και να μας προσφέρουν επιβάλλεται να το δεχτούμε με ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη. Δηλαδή, τις τελευταίες δεκαετίες, επειδή οι έλληνες δεν ήταν αρκετά ισχυροί για να αντιμετωπίσουν την νεοαποικιακή Βρετανία και την επεκτατική Τουρκία, επειδή γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να στηρίξουν τα νόμιμα και θεμιτά συμφέροντά τους στην Κύπρο και επειδή λόγω της ίδιας αδυναμίας έκαναν ενδεχομένως κάποια λάθη ή σπασμωδικές τακτικές επιλογές που κατά κόρον κάποιοι υπερτονίζουν, θα πρέπει, δήθεν, να αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα την παντοτινή καταστολή της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο.
Είναι κοινώς γνωστό πλέον ότι πολλοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο για αδιευκρίνιστους μέχρι στιγμής λόγους όχι μόνο αδράνησαν αλλά ενίοτε συνέπραξαν στην εκκόλαψη του σχεδίου του οποίου αρχιτέκτων ήταν ο Λόρδος Χάνευ, συγγραφέας ο πολιτικά ανεξέλεγκτος ντε Σότο και εισηγητής ο Κόφι Αναν και του οποίου δεδηλωμένος σκοπός ήταν η παντοτινή ακύρωση της συλλογικής ελευθερίας όλων των κυπρίων. Πιο σημαντικό, ακόμη και σήμερα, δηλαδή μετά την συντριπτική απόρριψη αυτού του ανελεύθερου σχεδίου από τον κυπριακό λαό, περιφρονώντας την κυπριακή λαϊκή κυριαρχία δεν διστάζουν να επιχειρούν να το αναβιώσουν. [Ενίοτε μάλιστα συσκεπτόμενοι στα παρασκήνια με τον αρχιτέκτονα του ανελεύθερου σχεδίου Αναν λόρδο Χάνεϋ].

5. Οι συνέπειες του σχεδίου Αναν

Η εκδήλωση του σχεδίου Αναν και οι επί τριετία ασφυκτικές πιέσεις των αγλλοαμερικανών να το επιβάλουν δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Ουσιαστικά ακυρώθηκαν τα βασικά ερείσματα της στρατηγικής μας, αφενός επειδή σκανδάλισε τους τουρκοκύπριους προσφέροντάς τους καταχρηστικές εξουσίες και δελεαστικά υλικά οφέλη και αφετέρου επειδή απάλλαξε πολιτικά την Τουρκία από τα διεθνή εγκλήματα της εισβολής, της κατοχής ξένων εδαφών και του εποικισμού. Επίσης, επειδή το τελικό σχέδιο Αναν ουσιαστικά εξαιρούσε την Κύπρο από τα βασικά στοιχεία της ιδιότητας του πλήρους μέλους της ΕΕ, ακύρωνε τις δυνατότητες που διάνοιγε το γεγονός της ένταξης. Σε κάθε περίπτωση, σε μια κρίσιμη συγκυρία όταν η ένταξη ήταν πλέον γεγονός εμπόδισε πρωτοβουλίες για ορθολογιστικές διαπραγματεύσεις που θα μετέτρεπαν την εισδοχή της Κύπρου στην ΕΕ σε αφετηρία για διαδικασίες βιώσιμης λύσης του κυπριακού.
Άποψή μου είναι ότι το ΟΧΙ της κυπριακής κοινωνίας τον Απρίλιο 2004 διέσωσε προσωρινά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή την συλλογική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των κυπρίων, και επέτρεψε στην Κύπρο να καταστεί πλήρες και ισότιμο μέλος της ΕΕ. Ταυτόχρονα, το ΟΧΙ άφησε κάποια περιθώρια τον ερχόμενο Δεκέμβριο στο Συμβούλιο της ΕΕ να επανέλθουμε σε τροχιά αποκατάστασης της διεθνούς νομιμότητας, δηλαδή την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και την εφαρμογή της κοινοτικής έννομης τάξης σ’ ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως προβλέπει η Πράξη Προσχώρησης στην ΕΕ. Σχετικά με το τελευταίο σημείο και εις πείσμα του αμετροεπούς και στερημένου πολιτικής εντολής Επιτρόπου Φερχόυτεν, τονίζεται ότι συλλογική πολιτική θέση της ΕΕ εμπεριέχεται στην Πράξη Προσχώρησης και όχι στο σχέδιο Αναν το οποίο επιπλέον δεν έγινε αποδεκτό από το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Αν και ενδεχομένως υπάρχουν διαφωνίες για τα αίτια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δημιουργήθηκε ένα αρνητικό διαπραγματευτικό κεκτημένο λόγω του σχεδίου Αναν το οποίο εν μέρει μόνο αντισταθμίζεται από το γεγονός της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ. Τα διλήμματα περί το κυπριακό θα μπορούσαν να περιγραφούν ως εξής: Από την μια πλευρά οι έλληνες κύπριοι αν εμμείνουν σε μια βιώσιμη λύση ενδεχομένως δεν θα επανέλθουν σύντομα (ή και ποτέ) στις πατρογονικές τους εστίες. Θα συνεχίσουν εν τούτοις να είναι συλλογικά ελεύθεροι-ανεξάρτητοι και ευημερούντες, ενώ ταυτόχρονα θα υπάρξουν μελλοντικά δυνατότητες βιώσιμης διεξόδου και επανένωσης της Μεγαλονήσου. Από την άλλη πλευρά αν οι κύπριοι υποκύψουν στους εκβιασμούς και δεχθούν τα δεσμά που ορίζει το αγγλικής έμπνευσης σχέδιο Αναν, θα τερματιστεί παντοτινά η συλλογική ελευθερία-ανεξαρτησία όλων των κυπρίων, θα υποταχθεί παντοτινά ο κυπριακός λαός στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα της Τουρκίας και της Βρετανίας, θα εκκολαφθούν μελλοντικές ελληνοτουρκικές διενέξεις και, επειδή μια πολιτικά αδύναμη ΕΕ θα εισέλθει σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις με μια αναθεωρητική και υπεροπτική Τουρκία, θα αποτελέσει ενδεχομένως την αφετηρία πολιτικής ακύρωσης της ίδιας της ΕΕ, κάτι το οποίο, εξάλλου, αποτελεί πάγιο στόχο της βρετανικής διπλωματίας.

6. Διέξοδος ενόψει των διαπραγματεύσεων ένταξης της Τουρκίας

Καταληκτικά, η στρατηγική διεξόδου δεν μπορεί παρά να διέπεται από τέσσερις απαράβατες αρχές ή κριτήρια:
1ον) Η κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατία αποκλείεται να δεχθεί οποιοδήποτε εσωτερικό καθεστώς που θα της στερεί αυτά που αποτελούν κεκτημένα όλων των υπόλοιπων συνεταίρων της στην ΕΕ.
2ον) Ως κυρίαρχο μέλος τους διεθνούς συστήματος εμμένει σ’ αυτό που για τρις δεκαετίες απαιτούσε: συμμόρφωση όλων των εμπλεκομένων με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
3ον) Ως ισότιμο μέλος της ΕΕ η Κυπριακή Δημοκρατία αταλάντευτα απαιτεί συμμόρφωση των υποψηφίων μελών με τις αρχές του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της Ευρώπης και των υπολοίπων διεθνών συνθηκών.

Οι τακτικοί χειρισμοί εκπλήρωσης αυτών των σκοπών είναι υπόθεση των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου που δεν έχουν την πολυτέλεια να αποτύχουν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ενδεχομένως να αλλάξει ο ρους της ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας αν η πολιτικά παραπαίουσα ΕΕ αυτοχειριαστεί με το να δεχτεί διαπραγματεύσεις με ένα αναθεωρητικό κράτος, την Τουρκία, η οποία επιπλέον κατέχει έδαφος ενός μέλους της ΕΕ, της Κύπρου, την οποία εξάλλου αρνείται να αναγνωρίσει. Για να μην υπάρξει ανάγκη για ένα ακόμη αναπόφευκτο κυπριακό ΟΧΙ (βέτο) τον Δεκέμβριο, Αθήνα και Λευκωσία έχουν μερικές μόνο εβδομάδες να μεταπείσουν τους υπόλοιπους ευρωπαίους και την Άγκυρα για ένα νέο ξεκίνημα για μια βιώσιμη λύση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να τιμήσει κανείς την μνήμη ενός πρωτεργάτη της ευρωπαϊκής λύσης του Κυπριακού όπως ο Γιάννος Κρανιδιώτης. Άποψή μου είναι ο καλύτερος τρόπος είναι η εμμονή σε μια βιώσιμη λύση, υπόθεση για την οποία ο Γιάννος αφιέρωσε την ζωή του.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: