Ομιλία: Η Ε.Ε. Και Η Πρόκληση Της Κυπριακής Ένταξης

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΕ: ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ

Παναγιώτης Ήφαιστος
Ομιλία στην Ένωση Νέων Επιστημόνων Ευρωπαϊκών Σπουδών, 16.4.2004

Περιεχόμενα

  1.  Ο χαρακτήρας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης
  2. Η πορεία του κυπριακού και η πρόκληση της Κύπρου
  3.  Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου
  4. Πριν και αμέσως μετά το σχέδιο Αναν
  5.  Στάση της ΕΕ απέναντι στην πρόκληση του σχεδίου Αναν και οι συνέπειες για την Ευρώπη

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΕ: ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ

Παναγιώτης Ήφαιστος[1]
Ομιλία στην Ένωση Νέων Επιστημόνων Ευρωπαϊκών Σπουδών, 16.4.2004

1. Ο χαρακτήρας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Δεν θα με απασχολήσει ο χαρακτήρας της οικονομικής ολοκλήρωσης επειδή είναι δεδομένος και ευρέως γνωστός. Συντομογραφικά, μισό αιώνα μετά τις αφετηριακές προσπάθειες έχουμε μπροστά μας ένα πολυδαίδαλο σύστημα διαχείρισης της οικονομικής και εμπορικής αλληλεξάρτησης, μια πρωτόγνωρη και θεσμική οργάνωση της διαχείρισης αυτής της αλληλεξάρτησης, μια συσπείρωση των κρατών όταν θίγονται τα κοινά τους οικονομικά συμφέροντα, μια διεύρυνση της αγοράς με προφανή αποτελέσματα στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα και μια υπερτροφία υπερεθνικών θεσμών οι οποίοι όμως σε ύστατο επίπεδο δεν είναι εντολείς αλλά εντολοδόχοι των όσο ποτέ άλλοτε ισχυρών εθνών-κρατών.

Ταυτόχρονα παρατηρείται ότι όσο διευρύνεται η οικονομική ολοκλήρωση και η θεσμική της επικάλυψη τόσο περισσότερο καθίσταται πασίδηλο πως η «Ευρώπη των Πατρίδων» που βρίσκεται στα θεμέλια του υπερεθνικού εποικοδομήματος ανθίσταται σε κάποιου είδους παραδοσιακή ή εταιρική κοινωνική ολοκλήρωση η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να επιτρέψει την νομιμοποίηση νομοθετικών οργάνων ανάλογων της εμβέλειας των υπερεθνικών οικονομικών επιτευγμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αναγκαία και μη εξαιρετέα διεύρυνση των υπερεθνικών κανονιστικών δομών διευρύνει ταυτόχρονα το δημοκρατικό έλλειμμα, γεγονός που θέτει ολοένα και πιο έντονα ζητήματα που αφορούν την αποτελεσματικότητα στην λήψη αποφάσεων στον οικονομικό αλλά και στον πολιτικό στίβο.

Το πέρασμα από την οικονομική υπερεθνική ολοκλήρωση στην υπερεθνική πολιτική ολοκλήρωση την οποία πολλοί ζητούν τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες δεν λαμβάνει χώρα. Στα ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και διπλωματίας τα κράτη αν και κατά καιρούς πρόθυμα να συντονίσουν τις πολιτικές τους εν τούτοις ρητά, έκδηλα και διαδοχικά επιβεβαιώνεται ότι τα κράτη-μέλη δεν είναι πρόθυμα να προχωρήσουν σε εκχώρηση κυριαρχίας σε υπερεθνικά όργανα, έστω και αν αυτό θα μπορούσε να γίνει με τον ίδιο τρόπο που γίνεται στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δηλαδή τα κράτη να παραμένουν οι εντολείς και οι υπερεθνικοί θεσμοί οι εντολοδόχοι του κανονιστικού συστήματος. Επιπρόσθετα, η αναπόδραστη εθνική-κρατική ετερότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο συναρτάται με μια διαιωνιζόμενη δομική στρατηγική εξάρτηση της Ευρώπης από την Αμερική που συνδυάζεται με διλήμματα ασφαλείας και στρατηγικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων που δεν πρέπει να υποτιμούνται.

Υπό το πιο πρίσμα των πιο πάνω εκτιμήσεων οι αναλυτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης διχάζονται. Μερικοί τονίζουν τους περιορισμούς και τις πραγματικές δυνατότητες της πολιτικής Ευρώπης και κάποιοι άλλοι υπερτονίζουν ανύπαρκτες δυνατότητες ανάδειξης μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής ταυτότητας στο κοντινό μέλλον.

2. Η πορεία του κυπριακού και η πρόκληση της Κύπρου προς την ΕΕ

Η πρόκληση της Κύπρου προς την ΕΕ συνίστατο στο εξής: Μέσα από την διαδικασία ένταξης να ενεργοποιήσει τους κοινοτικούς μηχανισμούς λήψεως αποφάσεων για να αναλύσει, εκτιμήσει και αποφασίσει επί των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και διεθνοπολιτικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αναμφίβολα, η διαδρομή της υπόθεσης της ένταξης της Κύπρου αποτελεί το σημαντικότερο ίσως παράδειγμα στην ιστορία της ΕΕ που επιτρέπει περιπτωσιολογική διερεύνηση και συναγωγή συμπερασμάτων για τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μισό αιώνα μετά έναρξη του εγχειρήματος. Οι εκτιμήσεις αυτές ενέχουν μεγάλη σημασία τόσο για την θεωρητική συζήτηση όσο και για την συναγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων άμεσης πρακτικής εφαρμογής. Ποια είναι λοιπόν τα αντικειμενικά δεδομένα όσον αφορά την Κύπρο;

Συντομογραφικά και πέραν αξιολογικών κρίσεων ή υποκειμενικών γνωμών για τις διάφορες ιστορικές πτυχές του κυπριακού ζητήματος, οι βασικές του πτυχές είναι γνωστές από την διυποκειμενική εμπειρία της ύστερης εποχής. Ο αγώνας ανεξαρτησίας των κυπρίων του 1955-59 προσέκρουσε στην βρετανική στρατηγική διατήρησης του τελευταίου ουσιαστικά στρατηγικού της ερείσματος και η αδίστακτη πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» ενσαρκώθηκε στις δομές του κυπριακού κράτους που επιβλήθηκε από το Λονδίνο για να αντισταθμίσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού για το οποίο και διεξήγαγε τετραετή αγώνα ελευθερίας. Έκτοτε η πορεία του κυπριακού κράτους ήταν προδιαγεγραμμένη και αναμενόμενη: Το κυπριακό κράτος δεν λειτούργησε, πρόσφερε καθημερινά ευκαιρίες διάβρωσής του και δημιουργίας προβλημάτων, η αδυναμία της ελληνικής πλευράς δεν επέτρεψε είτε την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης είτε την διασφάλιση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, διευκολύνθηκαν ξένες επεμβάσεις, η Κύπρος δέχθηκε διττή επίθεση του 1974 και τα τετελεσμένα της βίας που δημιούργησε η τουρκική εισβολή επιχειρείται σήμερα να νομιμοποιηθούν με πρωταγωνιστή αυτής της ανήθικης προσπάθειας τον ΓΓ του ΟΗΕ.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι μετά το 1974 και επί τρις δεκαετίες το σύνολο των αποφάσεων όλων των εμπλεκομένων κρατών και διεθνών θεσμών πλην Τουρκίας ήταν υπέρ της αποχώρησης των στρατευμάτων εισβολής και της παλινόρθωσης της κυριαρχίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Η λόγω αδυναμίας αποδοχή εκ μέρους της ελληνικής πλευράς μιας λύσης ομοσπονδιακού χαρακτήρα το 1977 και 1979 εντασσόταν σ’ αυτή την λογική και ποτέ δεν υποδήλωνε –όπως αναληθώς υποστηρίζουν ποικίλοι προπαγανδιστές– ένα συνομοσπονδιακό κράτος που θα καταργούσε την Κυπριακή Δημοκρατία, που θα διατηρούσε ξένα στρατεύματα, που θα διαιώνιζε εγγυήσεις αποικιακού χαρακτήρα και που διχοτομούσε εσωτερικά τον κυπριακό λαό.

Υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα, την εμμονή δηλαδή της ελληνικής πλευράς στην επανένωση του νησιού και στην αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, οι διαδοχικές ατελέσφορες ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε αδιέξοδο όπου η μεν ελληνική πλευρά υποστήριζε την ομοσπονδιακή μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας προς μιας χαλαρή αλλά λειτουργική ομοσπονδία στο πλαίσιο ενός κυριαρχικά ενιαίου κράτους η δε τουρκική πλευρά υποστήριζε την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την επικύρωση των τετελεσμένων της βίας.

Σ’ αυτή την κομβική συγκυρία προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 κάποιοι σκέφτηκαν ότι υπήρχε ίσως διέξοδος αν αναπτυσσόταν η Ευρωπαϊκή προοπτική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ποιο ήταν το στοίχημα της Κύπρου και της Ευρώπης όπως το προσδιόρισε πριν μια περίπου δεκαετία ο υποφαινόμενος και μερικοί άλλοι; Το στοίχημα αυτό, υπενθυμίζεται, υιοθετήθηκε στην συνέχεια ως η εθνική στρατηγική της Ελλάδας και της Κύπρου μέχρι και το σχέδιο Αναν το 2002. Συνοψίζεται στα εξής:

Πρώτο, διεύρυνση του διπλωματικού ορίζοντα των προσπαθειών βιώσιμης λύσης του κυπριακού.

Δεύτερο, καλλιέργεια των κυπριακών θέσεων και των αποφάσεων των διεθνών θεσμών σ’ ένα θεσμικοπολιτικό χώρο ο οποίος αναπτύσσεται στη βάση του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κοινωνικοπολιτικού πλουραλισμού, του διεθνούς δικαίου και των δημοκρατικών διαδικασιών.

Τρίτο, πριν ή μετά την πλήρη ένταξη ενεργοποίηση των πολιτικών θεσμών της κοινότητας για την προώθηση, μέσο της ένταξης, των κεκτημένων του Κοινοτικού πολιτικού και νομικού πολιτισμού στην Κύπρο.

Τέταρτο, την κατάλληλη καταλυτική στιγμή και σε συνάρτηση με τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας, ανάπτυξη ευρύτερων στρατηγικών διαπραγματεύσεων στο τρίγωνο Ελλάδα, Κυπρος-Τουρκία-
Ευρώπη, Ατλαντική Συμμαχία για την αντιμετώπιση των διεθνοπολιτικών πτυχών του κυπριακού.

Ο σκοποί μιας λύσης του κυπριακού στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να είναι παρά να είναι εξής: 1ον) Προέκταση της κοινοτικής πολιτικής και νομικής τάξης στην Κύπρο γεγονός που θα επίλυε αυτόματα το κυπριακό επειδή εμβαθύνει και διασφαλίζει το υπάρχον κράτος δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2ον) εσωτερική μεταρρύθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας για να αντιμετωπιστούν πολιτισμικές, πολιτικές και οικονομικές αξιώσεις της τουρκοκυπριακής μειονότητας, 3ον) αποστρατικοποίηση και εγγυήσεις που θα απέκλειαν τους άμεσα εμπλεκόμενους (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία) και 4ον) εγγυήσεις του ΟΗΕ με την συνδρομή ενδεχομένως των πολιτικών θεσμών της ΕΕ, 5ον) ευκαιρία έντιμης απαγκίστρωσης της Τουρκίας από την κυπριακή περιπέτειά της κάτι που εξ αντικειμένου εξυπηρετεί τα μακρόχρονα εθνικά της συμφέροντα.

3. Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου

Η αρχική προσπάθεια των υποστηρικτών της ευρωπαϊκής προοπτικής της Κύπρου στην Ελλάδα και στην Κύπρο της περιόδου 1988-1992 προσέκρουσε σε δύο κύματα σφοδρών αντιδράσεων:

Το πρώτο κύμα αντιδράσεων προερχόταν από τους εγχώριους ηρακλειδείς του υπερεθνικού ευρωπαϊσμού οι οποίοι με βιβλία, άρθρα, επιφυλλίδες και άλλες παρεμβάσεις υποστήριζαν την ακατανίκητη θέση ότι η Κύπρος δεν έπρεπε να υποβάλει αίτηση ένταξης στην Κοινότητα για να μη δυσαρεστηθούν κάποιοι γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες «δεν ήθελαν να μπουν σε μπελάδες». Το ότι αυτοί οι «μπελάδες» ήταν μια ευκαιρία για την Ευρώπη να αναδείξει την πολιτική και στρατηγική της ταυτότητα ασφαλώς βρίσκεται σε αρμονία με ευρωπαϊστικές παραδοχές όλων των αποχρώσεων. Τέτοιες χονδροειδείς αντιφάσεις, όμως, δεν ξενίζουν επειδή είναι συνήθεις στην πολυπληθή κοινότητα των ελλήνων πολιτικών επιστημόνων από την οποία απουσιάζουν επαρκείς επιστημονικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις και η αναγκαία και μη εξαιρετέα αναλυτική μνήμη που επαληθεύει ή διαψεύδει τους αναλυτές αναγκάζοντάς του να είναι προσεκτικοί και ταπεινοί στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Μερικοί επιστημονικά ακόμη πιο αφιλότιμοι –για να στηρίξουν τον απόλυτα αρνητικό τότε Πρόεδρο της Κύπρου Γιώργο Βασιλείου– υποστήριξαν σε βιβλία και σε επιφυλλίδες ότι «η Κύπρος δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση ένταξης» χωρίς, εν τούτοις, να μετανοήσουν μεταγενέστερα και να ζητήσουν συγνώμη από τους συναδέλφους τους και από το αναγνωστικό τους κοινό. Τα νεότερα στελέχη πολιτικών, ευρωπαϊκών και διεθνών σπουδών που θέλουν να ξεφύγουν από τις δουλείες και τις αδυναμίες της προηγούμενης γενιάς πολιτικών επιστημόνων καλά θα κάνουν να ερευνήσουν εξονυχιστικά τα βιβλία, τις επιφυλλίδες και τις άλλες τοποθετήσεις της περιόδου αυτής για να κατανοήσουν τα αίτια της αδύναμης ευρωπαϊκής στρατηγικής της Ελλάδας αλλά και τα αίτια της καταστροφικής εξέλιξης των προσπαθειών ευρωπαϊκής λύσης του κυπριακού ζητήματος.

Το δεύτερο κύμα αντιδράσεων προερχόταν από τις Βρυξέλλες και τις πρωτεύουσες και υποδήλωνε επακριβώς τις κυρίαρχες τάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συνολικά, αν και υπήρξαν στην Ευρώπη μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων που αντιλαμβάνονταν την πρόκληση που πρόσφερε η Κύπρος για την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού ρόλου σ’ ένα συγκριτικά με άλλα προβλήματα εύκολο ζήτημα, οι τοποθετήσεις ήταν συντριπτικά αρνητικές και χαρακτηριστικές του πολιτικού κατακερματισμού της ευρωπαϊκής κοινότητας, της αδιαφορίας μπροστά στα εξωτερικά προβλήματα, των κρίσεων περί τα διεθνή που εξέφραζαν εφήμερες στρατηγικές επιλογές, της παντελούς απουσίας πολιτικού και στρατηγικού νου, των φυγόκεντρων τάσεων στο επίπεδο των εθνικών προτιμήσεων, των αντιθέσεων μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών-μελών επί πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων και γι’ αυτό την εκδήλωση του εξής παράδοξου πολιτικού φαινομένου: Αναδείχθηκε η σχεδόν απόλυτη αδυναμία των πολιτικών θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε να πουν σε μια τρίτη χώρα πως δεν μπορούν να σηκώσουν το βαρύ φορτίο των προβλημάτων στο πλαίσιο μιας πορείας ένταξης είτε να σηκώσουν την πρόκληση και να επιχειρήσουν να επιλύσουν το κυπριακό πρόβλημα. Αυτή η επισήμανση είναι εξαιρετικά σημαντική επειδή το ίδιο ακριβώς δίλημμα θα αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην επικείμενη ακάθεκτη πορεία της Τουρκίας προς τις Βρυξέλλες: Αν η Τουρκία κατορθώσει να νομιμοποιήσει τα τετελεσμένα της βίας στην Κύπρο, όχι μόνο η Άγκυρα πλέον θα αποδεσμευτεί από όρους και προϋποθέσεις του λεγόμενου «οδικού χάρτη» αλλά επιπρόσθετα τόσο η Άγκυρα όσο και οι σύμμαχοί της στο εσωτερικό της ΕΕ που έχουν ως δεδηλωμένο πολιτικό στόχο την πολιτική αποδυνάμωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ενδυνάμωση του ατλαντικού χαρακτήρα της Ευρώπης, θα θέτουν τον δικό της οδική χάρτη και τις δικές τους αήττητες αξιώσεις. Για να το θέσω πιο παραστατικά, με αγγλοβρετανική υποστήριξη ο τουρκικός ελέφαντας θα μπει στο ευρωπαϊκό υαλοπωλείο. Ο σκοπός για τους αγγλοαμερικανούς δεν είναι αθέμιτος επειδή συνάδει απόλυτα με τις πάγιες επιδιώξεις ατλαντικοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής και δημιουργίας, όπως υποστήριξαν μερικοί στο πρόσφατο παρελθόν, μιας Ατλαντικής Ένωσης στη βάση προδιαγραφών που οι Άγγλοι παγίως υποστηρίζουν.

4. Πριν και αμέσως μετά το σχέδιο Αναν

Την περίοδο πριν και μετά το σχέδιο Αναν επαληθεύτηκαν ακόμη μια φορά οι προαναφερθείσες εκτιμήσεις για τα παγιωμένα πολιτικά χαρακτηριστικά της ΕΕ.

Πρώτο, χωρίς δυνατότητες αρνητικής πολιτικής αντίκρουσης της Κύπρου λόγω πολιτικού προβλήματος η Κοινότητα οδηγήθηκε ακάθεκτα στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στους οικονομικούς τομείς όπου η Κύπρος λόγω οικονομικής και θεσμικής ευρωστίας βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.

Δεύτερο, στο πολιτικό ζήτημα επιβεβαιώθηκε με μαθηματική ακρίβεια η πρόβλεψη μερικών από εμάς μια δεκαετία πριν ότι λόγω πολιτικής αδυναμίας η ΕΕ υποχρεωτικά θα δήλωνε ότι η ένταξη θα γίνει ανεξαρτήτως λύσης. Για να το θέσω διαφορετικά, η Κοινότητα υιοθέτησε αυτή την συλλογική θέση όχι τόσο επειδή το ζητούσε η Κύπρος αλλά γιατί δεν μπορούσε να έχει μια εναλλακτική πολιτική θέση. Η αιτιολόγηση αυτής της θέσης όπως την διατυπώσαμε μια δεκαετία πριν την επαλήθευσή της το 2001-2002, ήταν ότι αποκλείεται η ΕΕ να στραφεί εθελούσια εναντίον των ίδιων των αρχών της, δηλαδή του κράτους δικαίου, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της εφαρμογής των θεμελιωδών πτυχών του ευρωπαϊκού κεκτημένου όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, υπηρεσιών, κεφαλαίου και υπηρεσιών. Ενόσω λοιπόν ολοκληρώνονταν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου στους οικονομικούς τομείς εξ αντικειμένου οι απολιτικοί ευρωπαϊκοί θεσμοί δέχθηκαν το αυτονόητο, δηλαδή την ένταξη ανεξαρτήτως λύσεως. Για να μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική θέση έπρεπε η Κοινότητα είτε να αποφανθούν συλλογικά για την εισβολή, κατοχή και τον τρόπο αντιμετώπισης της είτε να αποφανθούν ότι η Κύπρος φταίει σε κάτι για το διττό διεθνές έγκλημα του 1974, κάτι το οποίο ασφαλώς είναι αβάσιμο.

Ασφαλώς, όπως τα γεγονότα περί το σχέδιο Αναν έδειξαν το 2002 και 2003, αν και αναμφίβολα αποτελεί οπισθοδρόμηση στην πορεία οικοδόμησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η ΕΕ καταναγκάστηκε έμμεσα να αποδεχθεί εξαιρέσεις από τις πολιτισμικές και νομικές κατακτήσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την άσκηση ασφυκτικών πιέσεων επί των κυπρίων να τις δεχθούν πριν την οριστικοποίηση της ένταξης. Αυτή η απάθεια και αδράνεια υποδηλώνει με σχεδόν απόλυτο τρόπο τις μεγάλες πολιτικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όταν προτάσσονται στρατηγικά διλήμματα, έξωθεν πιέσεις και συμφέροντα και διαφορετικές εθνικές στρατηγικές.

Τρίτο, στην διαμορφωτική φάση του 1991 και 1992 και λόγω πολιτικής αδράνειας της ελληνικής κυβέρνησης ή λόγω εγκλωβισμού της ελληνικής διπλωματίας σε μια μονόπλευρη αντίληψη των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων που ευνοούσαν το συναίσθημα και τις αισθητικές σχέσεις και όχι τις διαπραγματεύσεις στην βάση των εκατέρωθεν εθνικών συμφερόντων, η πορεία του πολιτικής πλευράς της κυπριακής ένταξης εκτροχιάστηκε.

Ακόμη, κυβερνητικά ανώτατα κυβερνητικά στελέχη όπως ο σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού τίναξαν στον αέρα πάγιες ελληνικές θέσεις όταν υποστήριξαν δημόσια την πάγια διεθνοφασιστική θέση των τούρκων στρατοκρατών για την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την δημιουργία μιας «κυπριακής συνομοσπονδίας» που θα διχοτομούσε το νησί και τον λαό της, θέση που στη συνέχεια αναμασήθηκε σε επιστημονικοφανή κείμενα προλογισμένα και διαφημισμένα συστηματικά από ένα ευρύ σύστημα ατόμων που ενδεδυμένα ποικίλους μανδύες επιδίδονται στις ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις. Η πολιτική σημασία αυτών των εξελίξεων ήταν εν τούτοις μεγάλη επειδή προέρχονταν από τον πυρήνα των διαδικασιών λήψεως διπλωματικών αποφάσεων, κάτι βεβαίως το οποίο δεν μπορούσε να είχε αφήσει αδιάφορους τους διπλωμάτες των ενδιαφερόμενων τρίτων δυνάμεων. Κατά την εκτίμησή μου οι συνέπειες αυτών των πολιτικών ολισθημάτων ήταν ολέθριες επειδή τίναξαν στον αέρα τον σκοπό επίλυσης του κυπριακού στην βάση του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πολιτισμού που αυτοδίκαια και αυτομάτως ενοποιεί το νησί. Έσπειράν έτσι τα σπέρματα διχοτομικών λύσεων που εκκολάφθηκαν στην συνέχεια υπό τον αιγίδα του ΓΓ του ΟΗΕ του οποίου η κατάχρηση του θεσμικού του ρόλου και η ενέργειές του που αντιβαίνουν με τον Καταστατικό Χάρτη αποτελούν ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο προς διερεύνηση.

Τέλος, στο επίπεδο των ευρωπαϊκών θεσμών κυριαρχούσαν κινήσεις που εξυπηρετούσαν σεκταριστικά εθνικά συμφέροντα όπως η κατοχύρωση των αποικιακών βρετανικών βάσεων και όχι κάποια κεντρική ιδέα για πιθανά συλλογικά συμφέροντα της ΕΕ στην περιοχή, το συλλογικό συμφέρον για σταθερότητα στην νοτιοανατολική Ευρώπη και τον πιθανό στρατηγικό ρόλο της Ευρώπης στην μεταψυχροπολεμική εποχή.

Τέταρτο, τα νήματα όλων αυτών των φυγόκεντρων τάσεων ένωσε ο ΓΓ του ΟΗΕ ο οποίος αν και χωρίς κοινωνικοπολιτική εντολή οποιουδήποτε είδους ή καταστατική αρμοδιότητα αυτονομήθηκε και καταχράστηκε τον ρόλο του ως εντολοδόχου των εμπλεκομένων και αναρμόδιου να αποφανθεί επί ζητημάτων πέραν της διεθνούς τάξης όπως προκύπτει από τις Συνθήκες. Ο Κόφι Αναν, σε πλήρη συνεργασία με τον αντιπρόσωπο του Foreign Office και με τους αμερικανούς διπλωμάτες που διαρκώς τον συνέδραμαν έγραψε το σχέδιο που τελικά και παρά τις αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς υπέβαλε το Φθινόπωρο του 2002. Το σχέδιο αυτό ανέτρεψε συλλήβδην τους στρατηγικούς στόχους της ελληνικής πλευράς. Πιο συγκεκριμένα, ενώ σκοπός ήταν το γεγονός της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ να διαμορφώσει την λύση του πολιτικού προβλήματος επιχειρήθηκε εκβιαστικά να επιβληθεί επαχθής λύση που στην συνέχεια θα ενσωματωνόταν στην κοινοτική έννομη τάξη ως εξαίρεση. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος, εξάλλου, για τον οποίο από το 2002 μέχρι και το 2004 σταθερά, επίμονα και πιεστικά ο ΓΓ και άλλοι παράγοντες όπως οι ΗΠΑ επέμειναν στην υπογραφή της λύσης πριν την τελική ένταξη.

Το σχέδιο Αναν το οποίο μέχρι στιγμής αρνήθηκε να υιοθετήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας και το οποίο αποτελεί αποτέλεσμα μιας πρωτοφανούς επιδιαιτητικής διαδικασίας χαρακτηρίζεται από τα εξής. 1ον) Παραβιάζει το διεθνές δίκαιο επειδή ζητεί την κατάργηση ενός κυρίαρχου κράτους, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας. 2ον) Θεσμοθετεί την καταστολή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κυπριακού λαού και περίτεχνα παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 3ον) Καθιερώνει εξαιρέσεις (προσωρινές δύο δεκαετιών αλλά και παντοτινές) από το κοινοτικό κεκτημένο όχι ως συνέπεια αξίωσης του κυρίαρχου κυπριακού κράτους αλλά ως απαίτηση μη κοινοτικών κρατών και συγκεκριμένα της Τουρκίας και των συμμάχων τους που απαίτησαν οι εξαιρέσεις να ενσωματωθούν στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο. 4ον) Παραβιάζει τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ επειδή νομιμοποιεί τόσο τα τετελεσμένα της βίας που προέκυψαν από την επιθετική ενέργεια του 1974 όσο και τους έποικους που ως φαινόμενο είναι έγκλημα πολέμου. 5ον) Επαναφέρει τις διακρατικές σχέσεις στην αποικιακή εποχή με την επιβολή της παρουσίας ξένων στρατευμάτων και την καθιέρωση εγγυήσεων που ουσιαστικά καταργούν την εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία τόσο του προτεινόμενου ομόσπονδου κράτους όσο και των δύο προτεινόμενων υβριδικών συστατικών κρατιδίων. 6ον) Καταστέλλει την λαϊκή κυριαρχία παντοτινά με το να εγκλωβίσει την διαδικασία λήψεως κρατικών αποφάσεων σε δαιδαλώδεις διαδικασίες όπου θα ισχύει η δικοινοτική ισοτιμία που δεν ισχύει σε κανένα άλλο κράτος. 7ον) Προτείνει γραμμάτια ελπίδας που αφορούν την υποθετική επιστροφή ενός αριθμού προσφύγων υπό τουρκική διοίκηση σε μια περίοδο τριών ετών. Η εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης, ασφαλώς, θα βρίσκεται υπό την αίρεση της τουρκικής πολιτικής βούλησης και των δυνατοτήτων να αποδειχθεί αυτό το πρωτοφανές πολιτειακό πείραμα λειτουργικό και βιώσιμο. 8ον) Χωρίς η Τουρκία να κάνει την παραμικρή υποχώρηση αποδεσμεύεται στις σχέσεις με την ΕΕ και ταυτόχρονα με τρόπο πρωτοφανή δεσμεύεται συνταγματικά η θέση της Κύπρου και η εξέλιξη του εσωτερικού πολιτειακού καθεστώτος με την εξέλιξη των σχέσεων Τουρκίας – Ευρώπης, ένα δηλαδή εξόχως αβέβαιο πολιτικό και στρατηγικό μέτωπο.

5. Στάση της ΕΕ απέναντι στην πρόκληση του σχεδίου Αναν και οι συνέπειες για την Ευρώπη

Οποιαδήποτε θέση ότι το σχέδιο Αναν είναι συμβατό με το διεθνές δίκαιο και το σύνολο του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού ανήκει στην σφαίρα των αβάσιμων ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων και δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Ο υποφαινόμενος μάλιστα για λόγους επιστημονικής και προσωπικής αξιοπρέπειας αρνείται να εισέλθει σε ένα τέτοιο αμφιλεγόμενο πεδίο συζητήσεων όπου κυριαρχεί η προπαγάνδα, τα ψέματα και οι βολικές υπερβολές. Σε κάθε περίπτωση, αν μου επιτρέπεται να κάνω μια εκτίμηση που μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεφεύγει από την ακαδημαϊκή αξιολογική ουδετερότητα αν και κάτι τέτοιο δεν ισχύει, θα έλεγα ότι στον πρόσφατο διάλογο για το κυπριακό ζήτημα από την μια πλευρά αναδείχθηκαν οι εχθροί της ανθρώπινης ελευθερίας, του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από την άλλη πλευρά οι υπερασπιστές αυτών των κατακτήσεων του πολιτισμού. Τα εκατέρωθεν ονόματα είναι πλέον γνωστά και καταγεγραμμένα σε άρθρα, επιφυλλίδες, τηλεοπτικά σχόλια και λίστες ονομάτων υπέρ της «κυπριακής συνομοσπονδίας» και της απερίφραστης παραβίασης του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θα πρόσθετα ότι η συχνή επίκληση κάποιας «αναγκαιότητας» ως αιτιολόγησης της καταστολής της ανθρώπινης ελευθερίας είναι φαινόμενο που γνωρίσαμε στο παρελθόν και τέτοιες διεθνοπολιτικά ανήθικες αιτιάσεις αποτελούν οπισθοδρόμηση των διακρατικών σχέσεων στον μεσαίωνα και στην εποχή της βαρβαρότητας.

Για να κρατηθεί η συζήτηση στην σφαίρα σοβαρών και αξιόπιστων επισημάνσεων, τονίζεται το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ρητής ασυμβατότητας της προτεινόμενης λύσης του κυπριακού με τα κεκτημένα του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπόλοιπων διακρατικών σχέσεων. Υπό το πρίσμα αυτής της επισήμανσης περιορίζομαι στην εξόχως σημαντική διαπίστωση ότι η ΕΕ ως πολιτική οντότητα, 1ον) δεν υπερασπίστηκε την αξίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να ενσωματωθούν στο σχέδιο λύσης οι κατακτήσεις του νομικών και πολιτικών κατακτήσεων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, 2ον) δεν υπερασπίστηκε τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών του υποψήφιου μέλους, 3ον) δεν υπερασπίστηκε το διεθνές δίκαιο όταν ο ΓΓ του ΟΗΕ καλούσε να καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και 4ον) με πασιφανή απάθεια και αδράνεια δέχθηκε να θέτουν όρους, να εκβιάζουν και να στέλλουν τελεσίγραφα η Τουρκία, οι ΗΠΑ και άλλοι παράγοντες συμπεριλαμβανομένου του κ Αναν. Το ελάχιστο που θα ανέμενε κάποιος είναι η φραστική έστω υπεράσπιση των θεσφάτων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, για παράδειγμα, της χαμηλών τόνων παρουσίας του αντιπροσώπου της Εκτελεστικής Επιτροπής του οποίου η μεν ελληνική πλευρά την παρουσία και ενεργή συμμετοχή επιζητούσε και η τουρκική πλευρά απέρριπτε ή απαιτούσε αν είναι παρών να σιωπά.

Ακόμη χειρότερα, όταν αργότερα ο αντιπρόσωπος αυτός εκτράπηκε και υποστήριξε το σχέδιο Αναν συντασσόμενος πλήρως με το πρωτοφανές και απάνθρωπο σύστημα διαρκών εκβιασμών και τελεσιγράφων κατά της κυπριακής κοινωνίας που ακούσια σύρθηκε σε δημοψήφισμα, κανείς δεν βρέθηκε να του υπενθυμίσει ότι αυτή η θέση βρίσκεται σε αντίθεση με το πνεύμα και το γράμμα της Πράξης Προσχώρησης που υπογράφηκε από όλες τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών και επικυρώθηκε από όλα τα κοινοβούλιά τους.

Τα πιο πάνω γεγονότα είναι από τις σημαντικότερες στιγμές της πολιτικής διαδρομής της ΕΕ επειδή καταδεικνύει το γεγονός ότι δεν αναπτύχθηκαν μηχανισμοί κοινωνικών, πολιτικών και άλλων δημόσιων ελέγχων των οργάνων της ΕΕ όταν οι υπερεθνικοί θεσμοί καλούνται να διαχειριστούν πολιτικά ζητήματα.

Όπως είχαμε συμπεράνει πριν από δύο περίπου δεκαετίες μελετώντας άλλα ανάλογα παραδείγματα, η κοινότητα εξελίσσεται σε ένα συλλογικό οικονομικό γίγαντα αλλά ταυτόχρονα η ανάπτυξή της αναδεικνύει τις μεγάλες αντικειμενικές πολιτικές και στρατηγικές αδυναμίες του εγχειρήματος της ολοκλήρωσης. Πιο συγκεκριμένα, η πρόκληση της Κύπρου όπως και πολλές άλλες προηγούμενες πολιτικές και στρατηγικές προκλήσεις αναδεικνύει τα εξής χαρακτηριστικά της ΕΕ:

Πρώτο, δεν υπάρχει ευθύγραμμη, κοινωνικοπολιτικά γόνιμη και από άποψη λήψεως αποφάσεων αποτελεσματική διαδικασία σύνδεσης των οικονομικών ζητημάτων με τα πολιτικά και στρατηγικά προβλήματα των εξωτερικών της σχέσεων. Τα αίτια είναι αντικειμενικά και οφείλονται κατά κύριο λόγο στην ανυπαρξία ενός ευρωπαϊκού δημόσιου πολιτικού χώρου. Στο πλαίσιο κλασικών διακρατικών προδιαγραφών υπάρχουν εθνικοί-κρατικοί δημόσιοι χώροι στο εσωτερικό των οποίων παράγονται κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι σκοποί που μετατρέπονται σε συγκλίσεις και κοινές στάσεις ή ενέργειες στο ευρωπαϊκό επίπεδο μόνο εάν και όταν συγκλίνουν και μόνο εάν και όταν υπάρχει επαρκής πολιτική βούληση να συγκροτήσουν ευρωπαϊκή θέση και ρόλο.

Δεύτερο και συναφές, όταν τίθενται πολιτικές και στρατηγικές προκλήσεις δεν υπάρχει κοινός στρατηγικός και πολιτικός νους που θα χρησιμεύουν ως οδηγητήριο νήμα των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών θεσμών. Η αναμενόμενη κοινοτική θέση, είναι είτε αδράνεια και υποχώρηση στις αξιώσεις των τρίτων κρατών είτε εγκατάλειψη των διαδικασιών στην διακριτική εξουσία ισχυρών κρατών με δεδηλωμένο εθνικό συμφέρον που καθοδηγεί τους θεσμούς χωρίς έλεγχους, εξισορροπήσεις και δυνατότητας εξορθολογισμού των αποφάσεων ή στοιχειώδους έστω ελέγχου της συμβατότητάς τους με το νομικό και πολιτικό κεκτημένο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση της Κύπρου τα δύο άμεσα ενδιαφερόμενα κράτη ήταν η Βρετανία και η Ελλάδα. Όμως, η μεν πρώτη οδήγησε τις εξελίξεις προς τον πάγιο προσανατολισμό αποδυνάμωσης της πολιτικής Ευρώπης μέσο διεύρυνσης (και η Τουρκία είναι ίσως το χαριστικό βόλι αυτού του μακρόχρονου βρετανικού στρατηγικού στόχου που ενδέχεται να ολοκληρώσει τον κύκλο του επιβάλλοντας δια παντός μια αμιγή ατλαντική αντίληψη της ευρωπαϊκής πολιτικής). Η Ελλάδα, εξάλλου, προσκολλημένη στην κυρίαρχη συμβατική σοφία περί ευρωπαϊκής πολιτικής και διεθνών σχέσεων δέχθηκε παθητικά ή και ενθάρρυνε θεωρώντας ως «ιστορικής σημασίας» τις προαναφερθείσες παρεκκλίσεις που ενσωμάτωσε στο σχέδιό του ο Κόφι Αναν και από την αρχή μέχρι το τέλος παθητικά σύρθηκε πίσω από τα γεγονότα αντί να τα διαμορφώνει. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρω την πολιτική –αν όχι προπαγανδιστική– θέση που συχνά ακούστηκε στους ενδοελληνικούς πολιτικούς διαξιφισμούς, ότι «η ελληνική διπλωματία έβαλε την Κύπρο στην ΕΕ». Αυτή η θέση, με ευκολία παρακάμπτει το γεγονός ότι, ακριβώς, η ελληνική διπλωματία απέτυχε να διαμορφώσει τις εξελίξεις από το 2002 μέχρι το 2004 ούτως ώστε οι οποιεσδήποτε προτάσεις να είναι συμβατές με το διεθνές δίκαιο και τα κεκτημένα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έτσι, η προσπάθεια για ένταξη ως διαδικασία επανένωσης του νησιού και ως μέσον αποκατάστασης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας ακυρώθηκε αν όχι απέτυχε παταγωδώς. Προσθέτω ότι αυτό το καταστροφικό αποτέλεσμα ενσαρκώθηκε στο σχέδιο Αναν και αντιβαίνει με οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί κατάκτηση του πολιτικού και νομικού πολιτισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τρίτο, στην ίδια περίπου φάση με την κρίση του Ιράκ καταδείχθηκε αφενός η στρατηγική εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και αφετέρου ο κατακερματισμός των στρατηγικών προσανατολισμών και στρατηγικών επιλογών των κρατών-μελών. Καταδείχθηκε επίσης ότι η παρουσία της Μεγάλης Βρετανίας στην ΕΕ και η ενίσχυση των θέσεών της από παλαιά και νέα κράτη εκτρέπει το εγχείρημα της ολοκλήρωσης από τον σκοπό ευρωπαϊκής αυτονομίας-αυτοδυναμίας στα διπλωματικά και πολιτικά ζητήματα και ποδογετεί στους πάγιους ατλαντικούς προσανατολισμούς των ατλαντικών δυνάμεων. Όπως ήδη ανέφερα, η «υπόθεση Αναν Κύπρου-Τουρκίας» είναι ίσως η χαριστική βολή της ευρωπαϊκής αμυντικής και διπλωματικής ταυτότητας. Το κατά πόσο αυτό θα αποτελέσει και θανατηφόρο βόλι και για το μέχρι τώρα κεκτημένο της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης και το κατά πόσο θα αποτελέσει επίσης την αφετηρία συγκρότησης μιας «Ατλαντικής Ένωσης» υπό υψηλή αμερικανική στρατηγική εποπτεία όπως υποστήριζαν πολλοί νεοφιλελεύθεροι αναλυτές και πολιτικοί την δεκαετία του 1990 είναι ένα ενδεχόμενο που πλέον τίθεται σοβαρά προς συζήτηση. Η πρωτοφανής ένταση και πυκνότητα των αμερικανικών και βρετανικών παρεμβάσεων για να γίνει αποδεκτό το απάνθρωπο πολιτειακό έκτρωμα του Κόφι Αναν είναι πάντως μια ισχυρή ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση, όπως είναι επίσης ισχυρή ένδειξη για το πώς αντιλαμβάνονται μερικές δυτικές δυνάμεις τον ρόλο της Συλλογικής Ασφάλειας.

Τα πιο πάνω, εξάλλου, επιβεβαιώνουν απόλυτα τις διεθνολογικές εκείνες αναλύσεις που επισημαίνουν ότι η διεθνής αναρχία και τα αίτια πολέμου που εκδηλώνονται όσο ποτέ άλλοτε κατά την διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής εποχής και υποδηλώνουν ότι η επιβίωση μιας κυρίαρχης κοινωνίας είναι συνάρτηση της κατοχής επαρκούς αποτρεπτικής ισχύος. Υποδηλώνουν, επίσης, ότι οι διεθνείς θεσμοί θα συνεχίσουν να είναι εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος μέχρι και την εξάλειψη των αιτιών πολέμου. Ο Θουκυδίδης είναι ολοένα και πιο επίκαιρος: Είχε επισημάνει ότι υπό καθεστώς αναρχίας (όταν δηλαδή κάθε κοινωνία θέλει να είναι κυρίαρχη) και άνισης ανάπτυξης της ισχύος που προκαλεί αίτια πολέμου, «το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του και όταν αυτό δεν ισχύει, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και αποδέχονται». Το κράτος που δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη αυτή την αλάνθαστη εκτίμηση του μεγαλύτερου διεθνολόγου όλων των εποχών, απλά αποθνήσκει ή παθαίνει μεγάλες ζημιές.

______________________

Σημείωση: Δεν συμπεριλαμβάνονται παραπομπές επειδή τα ζητήματα που θίγονται έχουν εξεταστεί σε προγενέστερες δημοσιεύσεις του γράφοντος. Ο ενδιαφερόμενος για τις δημοσιεύεις αυτές μπορεί να ανατρέξει στους εξής τίτλους: 1.EUROPEAN POLITICAL COOPERATION, towards a framework of supranational diplomacy? England: Gower Publishers 1987 (http://www.amazon.co.uk/exec/obidos/search-handle-url/index=books-uk&field-author=Ifestos%2C%20Panayiotis/026-4702892-8879662). 2. NUCLEAR STRATEGY AND EUROPEAN SECURITY DILEMMAS, Towards an Autonomous European Defence System? England: Gower Publishers 1988 (http://www.amazon.co.uk/exec/obidos/search-handle-url/index=books-uk&field-author=Ifestos%2C%20Panayiotis/026-4702892-8879662). 3. «Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΝΤΑΞΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ (1987 -1992)», μέρος Β’ στο Ήφαιστος Π. & Τσαρδανίδης Χ., Οι Σχέσεις της Κύπρου με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες 1972 – 1992. Αθήνα: Παπαζήσης. 4. «ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ 2000», μέρος Β στο Ήφαιστος Π. & Τσαρδανίδης Χ., Το Ευρωπαϊκό σύστημα Ασφαλείας και η Ελληνική – Εξωτερική Πολιτική προς το 2000. Αθήνα: Σιδέρης 1992. 5. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ, Η Ευρώπη των πολλών Ταχυτήτων και κατηγοριών κατά της Ευρωπαϊκής Ιδέας Αθήνα: Οδυσσέας 1994. 6. ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ. Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας.. Αθήνα: Ποιότητα 2000. 7. ΘΕΩΡΙΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ Αθήνα: Ποιότητα 1999  8. ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ Αθήνα: Ποιότητα 1999 . 9. ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, Ευρωπαϊκή Άμυνα, Ασφάλεια και Πολιτική Ενοποίηση. Αθήνα: Ποιότητα 2001. 10. ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ. (το τελευταίο αφορά άμεσα την ΕΕ σε ένα τουλάχιστον κεφάλαιο και έμμεσα αλλά ζωτικά στα υπόλοιπα).

______________________

[1] Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-στρατηγικών σπουδών, Έδρα Jean Monnet για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση, Πάντειον Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: