Ο ηγεμονικός ανταγωνισμός και ο εγγενής χαρακτήρας των αιτιών πολέμου

Ο ηγεμονικός ανταγωνισμός και ο εγγενής χαρακτήρας των αιτιών πολέμου

Πρωταρχικό κριτήριο σωστής εκτίμησης της διεθνούς πολιτικής είναι ότι ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει παγκόσμιος ηγεμόνας. Οι μεγάλες δυνάμεις το γνωρίζουν και τα στρατηγικά τους σχέδια αποβλέπουν λιγότερο σε μια στρατιωτική συντριβή άλλων μεγάλων δυνάμεων και περισσότερο στην εξισορρόπησή τους. Το σύνηθες πεδίο του ανταγωνισμού τους είναι οι λιγότερο ισχυροί, και όποτε δοκίμασαν το αντίθετο το μετάνιωσαν. Σημειώνω εδώ το εξής καίριο και σημαντικό που ο λιγότερο ισχυρός θα πρέπει να γνωρίζει για να μην είναι ευκολόπιστος ή απρόσεκτος: «Τόσο όταν οι ηγεμονικοί ελέφαντες συγκρούονται όσο και όταν “ερωτεύονται” το γρασίδι υποφέρει».
Ο Mearsheimer τεκμηριώνει μια αλληλουχία μορφικά πανομοιότυπων στρατηγικών επιλογών από τους Ναπολεόντιους πολέμους μέχρι σήμερα. Ο κεντρικός στρατηγικός σκοπός κάθε ηγεμονικής δύναμης ανά πάσα στιγμή είναι να παρεμποδιστούν άλλες μεγάλες δυνάμεις να κατακτήσουν θέση ηγεμονίας στην περιφέρεια όπου ανήκουν. Ακριβώς, η «Τραγωδία των Μεγάλων Δυνάμεων» έγκειται στο γεγονός ότι φοβούνται για την δική τους επιβίωση εάν κάτι τέτοιο συμβεί. Αυτό είναι κύριο αίτιο των εκατέρωθεν ασταμάτητων εξισορροπήσεων. Εάν μια μεγάλη δύναμη καταστεί περιφερειακή ηγεμονία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη δική της παγκόσμια ηγεμονία. Έτσι, οι εκάστοτε ηγεμονικές δυνάμεις αδιάκοπα μεριμνούν, ούτως ώστε άλλες μεγάλες δυνάμεις να παρεμποδίζονται από το να καταστούν περιφερειακοί ηγεμόνες.
Με πιο πρακτικούς όρους αυτό σημαίνει μια διαρκή εκτίμηση της κατανομής ισχύος παγκόσμια, περιφερειακά και τοπικά και ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών στο πλαίσιο ενός στρατηγικού σχεδιασμού ελέγχου της κατανομής ισχύος στις περιφέρειες. Επίσης, ενός στρατηγικού σχεδιασμού που εμπεριέχει αναρίθμητες εναλλακτικές τακτικές ενέργειες που αποσκοπούν στην αποδυνάμωση της επιρροής που ασκούν άλλες δυνάμεις. Αυτό συνεπάγεται μεταξύ άλλων και ενέργειες που αυξομειώνουν τη θέση, τον ρόλο και την ισχύ των περιφερειακών κρατών. Κριτήριο δεν είναι ο «φίλος» ή ο «εχθρός» αλλά η «ρύθμιση» της κατανομής ισχύος με τρόπο που συμφέρει τον (εξισορροπητή) ηγεμόνα.
Για να παρεμβάλω έναν ακόμη κορυφαίο στοχαστή, τον Παναγιώτη Κονδύλη, σε μια εύστοχη θεώρηση που επιβεβαιώνεται καθημερινά στη διεθνή πολιτική, «η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους».
Στο σημείο αυτό, καλό είναι να τονιστεί ότι μόνιμοι εχθροί και φίλοι δεν υπάρχουν, όπως δυστυχώς νόμισαν μερικοί επικίνδυνα αφελείς που στο παρελθόν έφθασαν στο σημείο να χορεύουν ζεϊμπέκικα ή να γίνουν κουμπάροι κατευνάζοντας τον επιτιθέμενο ή που σήμερα εκλιπαρούν την εύνοια ξένων ηγετών ελπίζοντας σε θεία δώρα. Η ανελέητη πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής, την οποία εάν δεν γνωρίζεις παθαίνεις ζημιές είναι μία: Υπάρχουν μόνο υλιστικά σκεπτόμενοι διακρατικοί δρώντες με τους οποίους οι συγκλίσεις πάνε και έρχονται ανάλογα με τα συμφέροντα, την εξέλιξη των στρατηγικών και την εξέλιξη των συσχετισμών ισχύος και συμφερόντων. Ο καθείς θεωρεί την ασφάλεια και την επιβίωση υπέρτατη και έσχατη λογική (στην Ελλάδα, πάντως, αυτή δεν ήταν η κυρίαρχη παραδοχή και δεν είμαι σίγουρος ότι είναι ακόμη και σήμερα παρά τα παθήματά μας).
Η «διαχείριση» των λιγότερο ισχυρών κρατών εκ μέρους των ηγεμονικών κρατών ανάλογα με τις περιστάσεις συμβαδίζει με τις ρευστές στρατηγικές ανάγκες κάθε συγκυρίας του διαχρονικά εξίσου ρευστού ηγεμονικού ανταγωνισμού. Σχέσεις στα πεδία της αισθητικής, της ιδεολογίας, των διαπροσωπικών σχέσεων και τα λοιπά, δεν έχουν την παραμικρή άξια λόγου πολιτική σημασία για τον αδύναμο (για τον ισχυρό βέβαια τέτοιες ψευδαισθήσεις είναι ευχάριστα δώρα).
Εξάλλου, σύμφωνα με τα κυρίαρχα πορίσματα ενός μεγάλου κλάδου της στρατηγικής ανάλυσης (patron-client relations), το κύριο έρεισμα και η προϋπόθεση επιβίωσης των λιγότερο ισχυρών κρατών είναι η κρατική τους ισχύς και οι διπλωματικές προσεγγίσεις που έχουν ως άξονα το κόστος/όφελος στην πλάστιγγα των σχέσεων με τα ισχυρότερα κράτη. Οι ηγεμονικές δυνάμεις, όπως εξάλλου δείχνει η ορατή με γυμνό οφθαλμό καθημερινή πρακτική στη διεθνή πολιτική, χαράσσοντας τα ρευστά και εναλλασσόμενα στρατηγικά τους σχέδια, δεν βλέπουν εχθρούς και φίλους αλλά συνομιλητές στην πλάστιγγα κόστους/οφέλους.
Ένα αδύναμο κράτος ή μια κοινωνία που δεν προσκολλάται στην εθνική ανεξαρτησία είναι αναλώσιμο και ευκαιρίας δοθείσης πετσοκόβεται πάνω στην ανελέητη κλίνη του Προκρούστη των στρατηγικών παιγνίων. Το αντίθετο συμβαίνει για ένα συγκροτημένο κράτος με κρατική ισχύ επαρκή για αυτοσυντήρηση και εξεζητημένες διπλωματικές δεξιότητες.

Οι ηγεμονικές δυνάμεις παλεύοντας ασταμάτητα για την ύπαρξη μιας κατανομής ισχύος που τις ευνοεί και τη μεγιστοποίηση του μεριδίου του παγκόσμιου πλούτου που κατέχουν ή ελέγχουν, επιδίδονται σε ασταμάτητους εξεζητημένους έμμεσους παρεμβατισμούς ή ανάλογα με τις περιστάσεις σε πιο άμεσους. Στη Συρία αυτό βασικά κρίνεται όπως και στην Λιβύη κάποια στιγμή όταν για πολλούς λόγους η πλάστιγγα έγειρε, και ο Καντάφι εκεί που πριν μερικές εβδομάδες εναγκαλιζόταν τους ηγέτες των περισσότερων κρατών που στη συνέχεια του επιτέθηκαν, τάχιστα αυτός και η χώρα του οδηγήθηκαν στο ηγεμονικό σφαγείο.
«Ειρήνη» υπό την έννοια της συνήθους χαζοχαρούμενης ψευδαίσθησης περί ενός αγγελικά πλασμένου –πλην εκ παρεξηγήσεως συγκρουόμενου– κόσμου, δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο περίοδοι «πιο ήπιου» ή καλύτερα υπόγειου ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια των οποίων γίνεται εξισορροπητικός αγώνας δρόμου μέχρι και την επόμενη αποκορύφωση της ηγεμονικής σύγκρουσης όταν οι συνθήκες «ωριμάσουν». Όταν δηλαδή η εξέλιξη των συσχετισμών οδηγεί σε σκληρότερες εξισορροπητικές αποφάσεις. Εδώ, λοιπόν, θα διερωτηθούμε τι κρίνεται πλανητικά εάν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να υποστούν ένα πολύ μεγάλο κόστος και να αναλάβουν πολλά ρίσκα για να επηρεάσουν (μακροχρόνια) τις ισορροπίες, τα σύνορα, τις πληθυσμιακές συνθέσεις και την κατοχή του πλούτου στην παραδοσιακά κρίσιμη περίμετρο της Ευρασίας.
Κανένας δεν κατανοεί τίποτα, εάν δεν γνωρίζει ότι για εγγενείς λόγους αυτό για το οποίο μιλάμε μετά τον 17ο αιώνα μέχρι και σήμερα αφορά τη σταθερότητα και την αστάθεια μιας αναγκαστικής Οδύσσειας όλων των κρατών που οφείλεται σε εγγενείς λόγους του σύγχρονου διεθνούς συστήματος. Ενώ η ηγεμονική ή άλλως πως πολιτικοανθρωπολογική ένωση του πλανήτη ήταν και θα συνεχίσει να είναι πάντα ουτοπική (και ακραία επικίνδυνη ακόμη και ως απλή αφελής σκέψη), η ισχύουσα πραγματικότητα είναι η εξής: Η κρατική κυριαρχία, δηλαδή η αξίωση των εθνών για ελευθερία και η εθνική ανεξαρτησία προκαλεί διεθνή αναρχία (απουσία παγκόσμιας εξουσίας). Επιπλέον, επειδή το διεθνές σύστημα αποτελείται από κρατικές οντότητες άνισου μεγέθους, άνισης ισχύος και άνισης ανάπτυξης, η πρόκληση διλημμάτων ασφαλείας προκαλεί εγγενή αίτια ανταγωνισμού και συγκρούσεων. Λόγω απουσίας παγκόσμιας εξουσίας, επιπλέον, ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας. Οι αφελείς ή απρόσεκτοι βλάπτονται και συχνά αποθνήσκουν. Οι διεθνείς θεσμοί δεν σχετίζονται με κάποια διεθνή δικαιοσύνη αλλά με διεθνή τάξη όπως ιστορικά οριοθετήθηκε [Κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί περί διεθνούς δικαιοσύνης, για παράδειγμα να αποφανθεί που πρέπει να είναι τα σύνορα Ισραήλ και γειτόνων, Ελλάδας και Τουρκίας, κ.τ.λ. Οι συνθήκες περί εγκληματιών πολέμου κ.τ.λ. είναι παντελώς διαφορετική υπόθεση].
Σε έναν κόσμο κρατών άνισης ισχύος, άνισου μεγέθους και άνισα αναπτυσσόμενο, επιδιώκοντας ασφάλεια και ισχύ, τα κράτη εξισορροπούν όσους τους απειλούν και αυτό επιτείνει τον ανταγωνισμό οδηγώντας σε φαύλο κύκλο διλημμάτων ασφαλείας. Τα κράτη που επιβιώνουν και είναι ασφαλή είναι εκείνα που γνωρίζουν ότι η Ένωση του πλανήτη ποτέ δεν υπήρξε και ποτέ δεν θα υπάρξει ως πιθανό ενδεχόμενο και ότι η εθνοκρατική τους οντότητα είναι η αρχή και το τέλος της ύπαρξής τους. Γι’ αυτό προτεραιότητα έχει η κρατική ισχύς, η κατοχύρωση της ασφάλειας και των προϋποθέσεων αυτοσυντήρησης και επιβίωσης.
Σε κάθε περίπτωση μιας και οι ηγεμονικές δυνάμεις διαθέτουν βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, η συλλογική ασφάλεια δεν ισχύει για τις μεγάλες δυνάμεις. Βασική αρμοδιότητα των διεθνών θεσμών στον βαθμό που μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά είναι η διεθνής τάξη που συμφωνούν τα κράτη μετά από κάθε πόλεμο όταν χαράσσονται σύνορα. Καθημερινά διαπιστώνουμε ότι α) εάν δεν υπάρχει συγκλίνον συμφέρον (ή καλύτερα παζάρια κάτω από το τραπέζι) των μεγάλων δυνάμεων δεν υπάρχει δράση του ΣΑ «όταν κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια», β) συχνά οι μεγάλες δυνάμεις επεμβαίνουν χωρίς απόφαση του ΣΑ όπως στο Ιράκ το 2003 ή ίσως στις μέρες μας στη Συρία και γ) όταν τα κράτη δεν επιλύουν τις διαφορές με συνομιλίες, επειδή δεν τα συμφέρει η σταθερότητα ή αστάθεια και τα οφέλη ή ζημιές μιας διένεξης, είναι συνάρτηση της ισορροπίας ή της ανισορροπίας μεταξύ των αντίπαλων κρατών (κάτι πρέπει να ξέρουμε εμείς από τα παθήματά μας στο Αιγαίο και στην Κύπρο).

Αρέσει σε %d bloggers: