Πολιτικές Όψεις Του Διεθνούς Συστήματος Και Των Διεθνών Θεσμών

Πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος και οι διεθνείς θεσμοί

 Δημοσιεύτηκε ως δοκίμιο στο συλλογικό έργο Στ. Περράκης (επιμ.), Παγκόσμια Διακυβέρνηση, διεθνές δίκαιο και διεθνείς σχέσεις (Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 2006)

[Τελικό κείμενο εισήγησης που έγινε στο συνέδριο της Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων. Στο τελικό δημοσιευμένο κείμενο έγιναν μερικές διορθωτικές ή συμπληρωματικές παρεμβάσεις. Το κείμενο, αν και αποτελεί προέκταση των θεωρητικών αναζητήσεων του βιβλίου Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ολοκλήρωσε πολλά νέα στοιχεία, ιδιαίτερα όσον αφορά την έννοια της συλλογικής ελευθερίας σε ενδοκρατικό και διακρατικό επίπεδο, τα οντολογικά κριτήρια ηθικής κρίσης περί τα διεθνή, τον εξαρτημένο χαρακτήρα των διεθνών θεσμών και το ζήτημα των μέτρων έκτακτης ανάγκης όσον αφορά τις «διεθνείςεπεμβάσεις».

Για τυχόν σχόλια αποστείλατε μήνυμα κάντε κλικ στο: Σχόλια για την εισήγησή σας

Παναγιώτης Ήφαιστος[1]

  1. Εισαγωγή: Η ποιοτική πλάστιγγα των διεθνολογικών αναλύσεων
  2. Κύρια γνωρίσματα του διεθνούς συστήματος και οι προϋποθέσεις επιστημονικών προόδων
  3. Οι δύο θανάσιμα εχθρικές θεωρήσεις και τα επιστημονικά-λογικά σφάλματα
  4. Εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία: κριτήρια αντικειμενικού κύρους και η ελευθερία-ετερότητα ως οντολογικό κατηγόρημα
  5. Θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, συλλογική ελευθερία και «εξαιρέσεις έκτακτης ανάγκης στον κανόνα της μη επέμβασης
  6. Παραβίαση της συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας: Θέμα αρχής και όχι βαθμίδας
  7. «Διεθνολογικές» αναλύσεις ασύμβατες με τις κατακτήσεις πολιτικού πολιτισμού των διεθνών σχέσεων
  8. Σύνορα και οριοθετήσεις μεταξύ διεθνούς-διακρατικής και παγκόσμιας ή κοσμοπολίτικης δικαιοσύνης
  9. Ασυμμετρία υποκειμενικών κινήτρων και κοινωνικά προσδιορισμένης πράξης

 __________

1. Εισαγωγή: η ποιοτική πλάστιγγα των διεθνολογικών αναλύσεων

Σκοπός των γραμμών που ακολουθούν είναι να γίνουν μερικά βήματα πέραν της συνήθους συζήτησης για τα αίτια πολέμου, τον ρόλο του δικαίου και τον ρόλο της ισχύος στις διεθνείς σχέσεις. Βασικά, ο προβληματισμός που είχε ως αφετηρία το στοχαστικό αριστούργημα του Edward H. Carr Η Εικοσαετής Κρίση[1], οδήγησε σε δύο διαφορετικούς προσανατολισμούς που συνοψίζουν και το σύνολο του διεθνολογικού προβληματισμού (συμπεριλαμβανομένων των αναλύσεων του διεθνούς δικαίου ή άλλων θεωρήσεων με αξιώσεις διεθνολογικού στοχασμού).

            Στο πλαίσιο του ενός προσανατολισμού –που εμπεριέχονται στα βασικά κείμενα στοχαστών όπως οι Carr,Morgenthau, Bull, Waltz, Wight, Gilpin, Aron, Κονδύλης και όλων των βάσιμων επιστημονικών σχολίων με άξονα τις θεωρήσεις τους[2]– αναλύεται εξαντλητικά ο ρόλος της ισχύος, του δικαίου και των αιτιών πολέμου υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας. Αυτές οι έξοχες αναλύσεις, όμως –τις οποίες στην τελευταία μου μονογραφία οροθέτησα ως i) την αξιολογικά ελεύθερη παραδοσιακή προσέγγιση κύριες προεκτάσεις της οποίας είναι ο αξιολογικά ελεύθερος πολιτικός ρεαλισμός[3], ii) τις αξιολογικά ελεύθερες θεωρίες συλλογικής ασφάλειας και iii) τις θεωρήσεις διεθνούς δικαίου που εντάσσονται στη λογική της πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων[4]–, αν και συχνά πληρούν τις υψηλές αναλυτικές προδιαγραφές που θέτει η θουκυδίδεια παράδοση, δεν προχωρούν με αποφασιστικά βήματα πέραν του αξιολογικά ελεύθερου πορίσματος του Θουκυδίδη ότι υπό συνθήκες αναρχίας «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται». Αυτή είναι η πραγματικότητα, υποστηρίζουν ορθά, γιατί υπό συνθήκες ανεξαρτησίας-αναρχίας και ύπαρξης αιτιών πολέμου, η διεθνής (διακρατική[5]) διακυβέρνηση καθίσταται ατελέσφορη, οι ερμηνείες για τις ηθικοπρακτικές προεκτάσεις του διεθνούς δικαίου είναι πολλές και συχνά αμφιλεγόμενες και όσον αφορά την αντιμετώπιση των διεθνών συγκρούσεων –και ιδιαίτερα μεταξύ ισχυρών και ηγεμονικών κρατών– οι διεθνείς θεσμοί αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί.

            Στο πλαίσιο του δεύτερου (κατά την εκτίμησή μας ελάχιστα επιστημονικού) προσανατολισμού, βρίσκονται μυριάδες αθεμελίωτες γνώμες, ιδεαλιστικές υπερβολές, ηγεμονικές εκλογικεύσεις, εθνικές και συμμαχικές προπαγάνδες, εξομοιωτικά επαναστατικά ιδεολογήματα, κοσμοπολίτικες αφέλειες και εξαιρετικά χαμηλού ποιοτικού επιπέδου κείμενα η παραγωγή των οποίων αυξάνεται ολοένα και περισσότερο λόγω αποδυνάμωσης των επιστημονικών ελέγχων στα τμήματα διεθνών σχέσεων διεθνώς, και λόγω του συχνού φαινομένου της υποταγής της ακαδημαϊκής ανάλυσης στις προπαγανδιστικές ανάγκες θεσμών, κυβερνήσεων, ιδεολογημάτων και θεωρημάτων. Κοινό τους γνώρισμα είναι ότι εμπεριέχουν πλήθος ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων[6], συχνά μεταφυσικού χαρακτήρα που δημιουργούν μια νέα πολιτική θεολογία των διεθνών σχέσεων χωρίς πραγματολογική τεκμηρίωση συμβατή με το ισχύον διακρατικό σύστημα της ύστερης νεωτερικότητας. Συχνά, επίσης, το κύριο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η κανονιστική επιδοκιμασία της υπέρβασης του καθεστώτος της κυριαρχίας, ιδεολογική στάση που αναπόδραστα επηρεάζει την επιλογή των θεμάτων, την μέθοδο και τα συμπεράσματα.

            Αυτή η κατάσταση στο επίπεδο της ανάλυσης των διεθνών σχέσεων, είναι εν τούτοις κατά κάποιο τρόπο επιστημονικά αδιάφορη. Ακόμη και αν μπουν δισεκατομμύρια ιδεολογικοπολιτικές προπαγάνδες στον ένα δίσκο της πλάστιγγας των συγκρίσεων, η ισορροπία αποκαθίσταται με ένα απλό διάβασμα του Πελοποννησιακού Πολέμουτου Θουκυδίδη, ή της Άναρχης Κοινωνίας του Hedley Bull ή του Ισχύς και Απόφαση του Παναγιώτη Κονδύλη. Για να το θέσουμε διαφορετικά, υπάρχει άφθονο και επαρκές διεθνολογικό επιστημονικό κεκτημένο του οποίου η διαχρονική-διυποκειμενική εμπειρική επαλήθευση και γνωσιολογική θεμελίωση του προσδίδει παραδειγματική αξία (με την έννοια του «επιστημονικού παραδείγματος» και της μετατροπής του σε ερμηνευτικούς νόμους ή αξιώματα). Ανεξάρτητα λοιπόν του αριθμού των προπαγανδιστικών ή ιδεολογικοπολιτικά φορτισμένων αναλύσεων που παρεισφρέουν στον επιστημονικό ή ευρύτερα δημόσιο διάλογο η ύπαρξη του επιστημονικού παραδείγματος της κλασικής-θουκυδίδειας παράδοσης αποτελεί ασφαλές στοχαστικό καταφύγιο και σταθερό κριτήριο επιστημονικής στάθμισης και αξιολόγησης. Οι στοχαστικές προεκτάσεις της παραδοσιακής προσέγγισης ποτέ δεν θα πάψουν να είναι γόνιμες, κοινωνικά χρήσιμες και πρακτικά (οι μόνες) πολύτιμες για τους πολιτικούς ηγέτες.

            Εν τούτοις, παρά την τεράστια σημασία αυτού του επιστημονικού κεκτημένου για τον διεθνή συλλογικό βίο των κρατών η κλασική προσέγγιση δεν έχει μέχρι σήμερα προσφέρει δυνατότητα κρίσεων και συμπερασμάτων διεθνούς πολιτικής που θα βασίζονται σε αμάχητα πολιτικά κριτήρια οικουμενικής και διαχρονικής παραδοχής ή σε αμάχητα οντολογικά θεμελιωμένα επιχειρήματα[7]. Αν και δεν αποτελεί πρόθεσή μου να αναλύσω αυτό το μεγάλο θέμα που μόλις άρχισε να συζητείται στην αιχμή των διεθνολογικών αναλύσεων[8], προστίθεται ότι στο πλαίσιο μερικών φιλοσοφικών θεωρήσεων των Νέων Χρόνων καταβλήθηκε προσπάθεια προσδιορισμού ενός «οικουμενικού ορθολογισμού». Η προσπάθεια αυτή, όμως, ιδιαίτερα στις ύστερες εκδοχές της, είναι βυθισμένη στην μεταφυσικές «αλήθειες» που ξεπερνούν ακόμη και τις πιο ακραίες εκδοχές της μεσαιωνικής πολιτικής θεολογίας. Η βασική μας θέση, λοιπόν, την οποία αντιτάσσουμε στην συμβατική επιστημονική σοφία, είναι ότι κριτήρια διεθνούς πολιτικής κρίσης ηθικά βάσιμης προσφέρονται σε αφθονία στο πλαίσιο θεωρήσεων που εδράζονται σε αμάχητα κριτήρια απόρροια συλλογισμών που αφορούν το οντολογικό κατηγόρημα της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας και εξίσου οντολογικό κατηγόρημα της διεθνούς Υπαρκτικής κοινωνικής ετερότητας.

2. Κύρια γνωρίσματα του διεθνούς συστήματος και οι προϋποθέσεις επιστημονικών προόδων

 Υπό το πρίσμα των πιο πάνω συλλογισμών, οι σύντομες και συμπερασματικές επισημάνσεις που ακολουθούν θίγουν μερικές μόνο πτυχές που αφορούν την ανάλυση των διεθνών κανονιστικών δομών υπό το πρίσμα των οντολογικών χαρακτηριστικών του διεθνούς συστήματος και των πολιτικών προεκτάσεών τους. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζεται ότι όταν δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος οι αναλύσεις των διεθνών θεσμών και ευρύτερα του διεθνούς συστήματος είναι εξ αντικειμένου πλήρεις επιστημονικών, λογικών και πολιτικών σφαλμάτων. Αυτά τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά το διεθνούς συστήματος που οριοθετούν και προσδιορίζουν τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος είναι κατά κύριο λόγο, τα εξής:

            Πρώτον, το οντολογικό γεγονός της κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής ετερότητας των κοινωνιών του πλανήτη και η εκ μέρους των μελών αυτών των κοινωνιών ταύτιση της οντολογικού περιεχομένου αξίωσης συλλογικής ελευθερίας[9] με το αγαθό της πολιτικής κυριαρχίας-ανεξαρτησίας. Την ύστερη εποχή η πολιτική κυριαρχία καταγράφηκε και κωδικοποιήθηκε στο δόγμα της κρατικής κυριαρχίας-ανεξαρτησίας το οποίο αποτελεί και το καθεστώς των διακρατικών σχέσεων των νεότερων χρόνων (και με πολύ πιο εδραιωμένο τρόπο το διεθνές καθεστώς της ύστερης εποχής, δηλαδή του μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής εποχής οπότε και ιδρύθηκαν η Κοινωνία των Εθνών και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αντίστοιχα)[10].

            Δεύτερον, το συνεπακόλουθο πολιτικό γεγονός του κατακερματισμού του παγκόσμιου χώρου σε κυρίαρχα εθνικά-κρατικά συστήματα προικισμένα τόσο με αφετηριακές κοσμοθεωρητικές παραδοχές που προσφέρουν πλαίσιο στρατηγικού προσανατολισμού όσο και με ηθικοκανονιστικές δομές που κτίζονται κατά τη διάρκεια του ιδιόμορφου για κάθε κοινωνικοπολιτικό σύστημα διαχρονικού συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου.

            Τρίτον, το διεθνοπολιτικό γεγονός ότι η ευόδωση των αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας την ύστερη εποχή και η ανάδειξη του δόγματος της κυριαρχίας αποτελεί την σημαντικότερη κατάκτηση πολιτικού πολιτισμού των διακρατικών σχέσεων στην μακραίωνη ανθρώπινη ιστορία. Κύριο γνώρισμα της ανθρώπινης ιστορίας ήταν και σε κάποιο βαθμό συνεχίζει να είναι –όταν καθημερινά συγκρούονται οι ηγεμονικές αξιώσεις με το αίτημα των κρατών για διακρατική ισοτιμία και σεβασμό της εθνικής ανεξαρτησίας–, η αδυσώπητη διαπάλη μεταξύ των αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας-πολιτικής κυριαρχίας των διακριτών κοινωνιών και των αντίθετων διεθνιστικών-κοσμοπολίτικων αξιώσεων ποικίλων βαθμίδων για εξομοίωση του πλανήτη.

            Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ως προς τις πολιτικές τους συνέπειες οι διεθνιστικές-κοσμοπολίτικες αξιώσεις είναι εκ φύσεως εξομοιωτικές και ηγεμονικές και γι’ αυτό φασιστικές. Έτσι, «φασισμός» στις διεθνείς σχέσεις, ορίζεται ότι είναι η –ανεξαρτήτως βαθμίδας ή απόχρωσης– υπονόμευση της οντολογικού περιεχομένου αξίωσης συλλογικής ελευθερίας από τις ποικιλόχρωμες εξομοιωτικές λογικές οι οποίες, όπως η ιστορία διδάσκει, κατά καιρούς βάζουν διάφορα προσωπεία, τα οποία όμως, υποκρύπτουν πάντοτε συγκεκριμένους εξομοιωτικούς σκοπούς: αυτοκρατορία, ηγεμονία, ρωμαιοκαθολική θεοκρατική εξουσία, ναζιστική νέα τάξη, σοβιετική αυτοκρατορία και την ύστερη εποχή ηγεμονικοί επεμβατισμοί στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[11]. Ενώ τα περιεχόμενα αυτών των εχθρικών για την κυριαρχία-συλλογική ελευθερία ιδεολογημάτων και θεωρημάτων ποικίλουν, μορφικά είναι πανομοιότυπα και ως προς τις συνέπειές τους –γενοκτονικές προσπάθειες εγκαθίδρυσης μιας παγκόσμιας ομοιομορφίας– αενάως απαράλλακτα.

            Τέταρτον, το πολιτικό γεγονός ότι εκείνα τα κράτη του διεθνούς συστήματος τα οποία για ιστορικούς λόγους αναπτύχθηκαν και μεγεθύνθηκαν περισσότερο από τα άλλα για να καταστούν οι σύγχρονες μεγάλες δυνάμεις, συχνά εκδηλώνουν ηγεμονικές και αναθεωρητικές συμπεριφορές που εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία των διεθνών θεσμών (στην εγκαθίδρυση των οποίων παραδόξως πρωτοστάτησαν). Επιπλέον, το πολιτικό γεγονός ότι τα αίτια πολέμου –μεταξύ άλλων, ο ηγεμονισμός, η άνιση ανάπτυξη σ’ όλες τις πιθανές εκδοχές της, οι λόγω αναθεωρητισμού ανακατανομές ισχύος, οι τραγικά συγκρουόμενες αξιώσεις διακριτής κυριαρχίας, οι εναπομένουσες διασυνοριακές διενέξεις που αποτελούν κατάλοιπα της εποχής του ιστορικού γίγνεσθαι, τα διεθνιστικά-κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα και τα διεθνικά φαινόμενα λόγω ελλείμματος ισχυρών διακρατικών θεσμών που θα τα ήλεγχαν– υπονομεύουν την λειτουργία των διεθνών θεσμών και καθιστούν δυσχερή την απρόσκοπτη ειρηνική και μη ηγεμονική διακυβέρνηση του διεθνούς συστήματος (βλ. παρεμβαλλόμενο πίνακα).

            Πέμπτον, το γνωστικό-πολιτικό γεγονός ότι τόσο στο επίπεδο του επιστημονικού στοχασμού όσο και στο επίπεδο του πολιτικού λόγου υπάρχει αδυναμία επαρκούς κατανόησης των πραγματικών αιτίων των δυσχερειών αποτελεσματικής διεθνούς διακυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα, οι δυσχέρειες αποτελεσματικής διεθνούς διακυβέρνησης δεν οφείλονται στο ιστορικό φαινόμενο της κυριαρχίας-διεθνούς αναρχίας αλλά στα προαναφερθέντα αίτια πολέμου. Η διεθνής αναρχία είναι σύμφυτη της αξίωσης κυριαρχίας-ελευθερίας των κοινωνιών και συνεπακόλουθο των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου οι οποίες ουσιαστικά κωδικοποιούν την αναρχία-κυριαρχία ως το καθεστώς των διακρατικών σχέσεων: Το διεθνές δίκαιο με το να ορίζει την κυριαρχία ως το κανονιστικό υπόβαθρο των διεθνών σχέσεων ορίζει επίσης ότι δεν θα υπάρχει διεθνής εξουσία και συνεπακόλουθα ότι θα υπάρχει διεθνής αναρχία. Αστάθεια και πόλεμος υπάρχει όχι γιατί υπάρχει κυριαρχία-αναρχία, όχι δηλαδή γιατί οι κοινωνίες είναι συλλογικά ελεύθερες και ικανές να αμυνθούν κατά των ηγεμονικών αξιώσεων, αλλά γιατί υπάρχουν αίτια πολέμου.

Εισροές λανθασμένων θεωρήσεων όσον αφορά τα πιο πάνω –και μερικά ακόμη– θεμελιώδη χαρακτηριστικά του διακρατικού συστήματος έχει ως αναπόδραστη συνέπεια την εισροή στις διακρατικές και ενδοκρατικές σχέσεις διεθνολογικού ανορθολογισμού, λανθασμένων εκτιμήσεων και λανθασμένων αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής. Περιττό να τονίσουμε ότι αυτό είναι ένα συχνό φαινόμενο στο οποίο και οφείλονται πολλά προβλήματα των διεθνών σχέσεων της νεότερης και ύστερης εποχής[12]. Δηλαδή, οι λανθασμένες αναλύσεις περί τα διεθνή είναι από μόνες τους σημαντικό αίτιο πολέμου: Εισάγουν ανορθολογισμό στα ενδοκρατικά και διακρατικά δρώμενα, εκπαιδεύουν στρεβλά τους φοιτητές, την κοινωνία, την πολιτική ηγεσία και την στρατιωτική ηγεσία, οδηγούν τις πολιτικές αποφάσεις προς ανορθολογικές κατευθύνσεις και οικοδομούν στο εσωτερικό του συστήματος ποικίλες ανισορροπίες οι οποίες συχνά αποσταθεροποιούν τις διακρατικές σχέσεις.

            Όσον αφορά αυτό καθαυτό τον ρόλο της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων πιο συγκεκριμένα, η παράκαμψη ή παράβλεψη των πιο πάνω αξιολογικά ελεύθερων εκτιμήσεων για τον χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος μετατρέπει τις επιστημονικές διαμάχες στην καλύτερη περίπτωση σε ευθύγραμμες εκφράσεις αμαθών-αθεμελίωτων γνωμών και στην χειρότερη περίπτωση σε διαδικασία εξυπηρέτησης εφήμερων ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων [υπό το φως του γεγονότος ότι, όπως σημειώνει ένας διεθνολόγος άπειρου επιστημονικού ήθους, «τέτοιου είδους συμπεράσματα προτείνονται λιγότερο επειδή υπάρχει κάποια σοβαρή βάση γι’ αυτά και περισσότερο επειδή υπάρχει μια ζήτηση γι’ αυτά που είναι προσοδοφόρο!!! να ικανοποιηθεί» (Bull 2001, έμφαση δική μου)].

3. Οι δύο θανάσιμα εχθρικές θεωρήσεις και τα επιστημονικά-λογικά σφάλματα

 Η ανάλυση του διεθνούς δικαίου και του διεθνούς συστήματος ευρύτερα δεν μπορεί παρά να έχει τον ένα ή τον άλλο από τους δύο αντιθετικούς προσανατολισμούς διεθνολογικής ανάλυσης: Προς τη μια κατεύθυνση κινούνται οι θεωρήσεις που σέβονται τα αμάχητα κριτήρια της συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας όπως ενσαρκώνονται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και στα καταστατικά των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας και προς την αντίθετη κατεύθυνση κινούνται οι ποικίλες διεθνιστικής και/ή κοσμοπολίτικης κλίσης θεωρήσεις. Οι δεύτερες θεωρήσεις, η ιστορία διδάσκει ότι ανεξαρτήτως βαθμίδας ή απόχρωσης, ίσαμε τις ύστατες συνέπειές τους, συνιστούν μανδύες ή εργαλεία των εξομοιωτικού χαρακτήρα φασιστικών ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος. Αυτό δεν θα ίσχυε αν κάποιος βάσιμα υποστήριζε ότι με μη ηγεμονικό-γενοκτονικό τρόπο α) μπορεί να επιτευχθεί διεθνής κοινωνική εξομοίωση, β) μπορεί να επιτευχθεί παγκόσμια κοσμοθεωρητική ενότητα, γ) μπορεί να αναπτυχθεί παγκόσμια ηθικοκανονιστική ομοιομορφία και δ) μπορεί να επιλυθεί το πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης. Επειδή ακριβώς μόνο στο πλαίσιο ενός επιστημονικού μυθιστορήματος θα μπορούσε κάποιος να προτάξει αυτούς τους ισχυρισμούς, δεν είναι τυχαίο ότι οι αναλύσεις διεθνών σχέσεων που εισάγουν εξομοιωτικές λογικές είναι εκτός πραγματικότητας και γι’ αυτό επιστημονικά αβάσιμες.

            Δεν αποκλείεται η ύπαρξη –όπως εξάλλου συχνά παρατηρείται, ενίοτε με επίκληση του παράδοξου επιχειρήματος ότι «πρέπει να ακούονται όλες οι απόψεις»[13]– περίτεχνων αναλύσεων που σχοινοβατούν μεταξύ των δύο προσεγγίσεων ή που περιπλανώνται στο πουθενά. Έτσι, μερικές αναλύσεις δεν αποδέχονται (είτε επειδή οι συγγραφείς τους είτε δεν το κατανοούν είτε επειδή πάσχουν από επαναστατική[14] ιδεολογική προκατάληψη) την πρωταρχική σημασία της κυριαρχίας[15], ενώ άλλες διολισθαίνουν σε ευθύγραμμα φασιστοειδή ηγεμονικά επιχειρήματα που κανονιστικά υποστηρίζουν διεθνείς κανονιστικές δομές χωρίς νομιμοποιητικές κοσμοθεωρητικές και ηθικοκανονιστικές δομές (ή κάποιο υποτυπώδες έστω διεθνές σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης[16]). Όμως τέτοιες αντιφατικές σχοινοβατικές αναλύσεις και άλλοι συναφείς στοχαστικοί παραλογισμοί πάσχουν λόγω πληθώρας επιστημονικών και πολιτικών σφαλμάτων που αναπόδραστα περιέχουν. Για να το θέσουμε διαφορετικά, είναι αδύνατο κάποιος να ισορροπήσει πατώντας σε δύο βάρκες οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση λόγω αιτιών πολέμου πλέουν εν μέσω αναταράξεων προς δύο παντελώς διαφορετικές και αντίθετες κατευθύνσεις. Στη μια από αυτές τις βάρκες βρίσκονται οι κλασικές ηγεμονικές αξιώσεις για ποικίλων βαθμίδων και αποχρώσεων εξομοίωση του πλανήτη εις βάρος της κοινωνικής ετερότητας και της συλλογικής ελευθερίας των κοινωνιών και στην άλλη βάρκα βρίσκονται οι αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας που την ύστερη εποχή κωδικοποιήθηκαν στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και στους καταστατικούς χάρτες των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας που με απόλυτο και ασυμβίβαστο τρόπο θεωρούν την κυριαρχία ως τον θεσμό συλλογικής ελευθερίας των κοινωνιών του πλανήτη[17].

            Ένας ακόμη απλός λόγος στον οποίο οφείλεται η ασυμβατότητα μεταξύ του διεθνούς δικαίου και των ηγεμονικών αξιώσεων –καθώς και των βοηθητικών γι’ αυτές αφελών ή υποκριτικών διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων παραδοχών– όλων των βαθμίδων και όλων των αποχρώσεων είναι ο εξής: Το διεθνές δίκαιο και οι θεσμοί συλλογικής ασφάλειας είναι θεμελιωδώς αντιηγεμονικού χαρακτήρα: Η ιστορική ήττα των αυτοκρατορικών αξιώσεων που πάντοτε επιδίωκαν περιφερειακή ή παγκόσμια δογματική και/ή φυλετική και/ή πολιτισμική ομοιομορφία και μια ενιαία ηθικοκανονιστική δομή, είχε ως αποτέλεσμα το γεγονός ότι εκπληρώθηκε η ιστορική αξίωση πολλών μικρών και μεγάλων κοινωνικών συνόλων για πολιτική κυριαρχία που τελικά ενσαρκώθηκε στις εθνικές-κρατικές δομές των κυρίαρχων κρατών της ύστερης εποχής[18]. Αυτό το γεγονός, επαναλαμβάνεται, κατοπτρίζεται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου (μη επέμβαση, διακρατική ισοτιμία και δικαίωμα εσωτερικής αυτοδιάθεσης) και καταγράφεται στους καταστατικούς χάρτες των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας. Το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς θεσμοί κατοπτρίζουν, κατ’ ουσία, την οντολογικά θεμελιωμένη εθνική-κρατική κοινωνικοπολιτική δομή και η επιστημονική υπονόμευση των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου από ηγεμονικές, διεθνιστικές και κοσμοπολίτικες παραδοχές και αξιώσεις συνιστά αφ’ αυτού, επαναλαμβάνεται, σημαντικό αίτιο πολέμου. Σε κάθε περίπτωση, καμιά ανάλυση διεθνών σχέσεων ή διεθνούς δικαίου δεν μπορεί να είναι βάσιμη εάν εγκλωβίζεται σε ηγεμονίζουσες εκλογικεύεις, τη στιγμή που όλοι γνωρίζουμε ότι οι αυτοκρατορικές αξιώσεις βρίσκονται εδώ και πολύ καιρό στο νεκροταφείο της ιστορίας. Αυτό που διακυβεύεται ιστορικά στο μέλλον δεν είναι η επάνοδος της αυτοκρατορίας αλλά η εξάλειψη των αιτιών πολέμου και η κατ’ αυτόν τον τρόπο απρόσκοπτη εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου. Οι σύγχρονες αξιώσεις υπέρβασης της κρατικής κυριαρχίας στο όνομα ποικίλων ιδεολογημάτων και θεωρημάτων ενδεδυμένων ιδεαλιστικούς μανδύες αποτελούν αξιώσεις ισχύος χωρίς δυνατότητα είτε εγκαθίδρυσης αυτοκρατορίας είτε σταθεροποίησης του διεθνούς συστήματος. Το μόνο που «επιτυγχάνουν» είναι όξυνση των αιτιών πολέμου είτε ανακατανομές συνόρων και συμφερόντων στο εσωτερικό του διακρατικού συστήματος στη βάση της αλάνθαστου και αξιολογικά ελεύθερου θουκυδίδειου πορίσματος ότι υπό συνθήκες αναρχίας και διάδρασης των αιτιών πολέμου «το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη και οι δυνατοί επιβάλλουν ότι τους επιτρέπει η δύναμή τους  και οι αδύναμοι υποχωρούν και αποδέχονται» (Θουκυδίδης V89).

4. Εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία: κριτήρια αντικειμενικού κύρους και η ελευθερία-ετερότητα ως οντολογικό κατηγόρημα

 Στο πλαίσιο της επιστημονικά θεμελιωμένης παραδοσιακής προσέγγισης στην μελέτης των διεθνών σχέσεων[19] –η οποία κατ’ ουσία εξελίχθηκε, αναπτύχθηκε και μεγεθύνθηκε παρακολουθώντας, καταγράφοντας και ερμηνεύοντας την διαδρομή του ίδιου του διεθνούς συστήματος και η οποία (προσέγγιση) φέρνει κοντά αν όχι ταυτίζει τον νομικό διεθνολόγο, τον διεθνολόγο των πολιτικών όψεων των διεθνών σχέσεων και τον «καλό ιστορικό»[20]–, ο αναλυτής περιγράφει τις κανονιστικές δομές του διεθνούς συστήματος απόρροια της δημιουργίας των κρατών και των μεταξύ τους ιστορικών συμφωνιών για την δημιουργία διεθνών θεσμών αποκλειστική αποστολή των οποίων είναι να ρυθμίζουν το διακρατικό σύστημα με σκοπούς τόσο την παρεμπόδιση εγκαθίδρυσης μιας ηγεμονικής διεθνούς διακυβέρνησης όσο και την αποτροπή δημιουργίας μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.

            Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διεθνείς θεσμοί είναι εκ φύσεως εξαρτημένες μεταβλητές στις συλλογικές αποφάσεις των κυρίαρχων κρατών-μελών του διεθνούς συστήματος και προορισμός τους είναι να υποτάσσονται ολοκληρωτικά στο δόγμα της κρατικής κυριαρχίας όπως με σαφήνεια ορίζεται στο άρθρο 2 του Κεφαλαίου 1 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Ακόμη πιο σημαντικό, οι διεθνείς θεσμοί είναι φυσικό επακόλουθο της κατάκτησης της συλλογικής ελευθερίας εκ μέρους των κοινωνιών και της απόκτησης έτσι πολιτικής κυριαρχίας που τους επιτρέπει να διασφαλίζονται κατά έξωθεν ανεπιθύμητων επιρροών[21] και να διαμορφώνουν, υπό συνθήκες ανεξαρτησίας, τα εθνικά-κρατικά καθεστωτικά και κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους οι διεθνείς θεσμοί είναι εκ φύσεως εξαρτημένες μεταβλητές. Κανένα πρόβλημα δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν αίτια πολέμου επειδή όλοι θα δέχονταν τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και τα κράτη θα αύξαναν τις διεθνείς συμφωνίες υπό συνθήκες προσδοκίας απόλυτων κερδών. Πρόβλημα ανακύπτει κάθε φορά που λόγω άνισης ανάπτυξης και απουσίας κοινά αποδεκτής ισορροπίας στο σύστημα τα ισχυρότερα κράτη για να εκπληρώσουν συγκεκριμένους σκοπούς μετατρέπουν τους διεθνείς θεσμούς σε εξαρτημένες μεταβλητές όχι της ομόφωνης βούλησης των κυβερνήσεων αλλά των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος.

            Αυτός ο απόλυτα εξαρτημένος χαρακτήρας των διεθνών θεσμών είναι φυσικό επακόλουθο της ίδιας της φύσης των κυρίαρχων κοινωνικών ενώσεων που συνθέτουν το διεθνές σύστημα. Κατά κύριο λόγο, είναι επακόλουθο του γεγονότος ότι η οντολογικού περιεχομένου αξίωση συλλογικής ελευθερίας αυτών των κοινωνικών ενώσεων δεν μπορεί να μεταφραστεί διαφορετικά παρά ως εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία και ως εκ τούτου ως δυνατότητα ανεξάρτητης διαμόρφωσης ιδιόμορφων, ιδιαίτερων και ανεπανάληπτων κοινωνικοπολιτικών δομών κοινού βίου. Κάθε επέμβαση σ’ αυτό τον κοινωνικά προσδιορισμένο συλλογικό βίο αποτελεί επίθεση κατά της συλλογικής ελευθερίας της υποκείμενης κοινωνίας. Αυτό είναι και το νόημα εννοιών όπως η «κυριαρχία» η «ανεξαρτησία» και η «συλλογικής ελευθερία».

 Ένα ακόμη συναφές και εξόχως δυσδιάκριτο ζήτημα που θα μπορούσαμε να θίξουμε είναι η διάκριση της έννοιας της ελευθερίας ως οντολογικό κατηγόρημα στο επίπεδο του κράτους και ως οντολογικό κατηγόρημα στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων. Η συλλογική ελευθερία ως οντολογικό κατηγόρημα στο διακρατικό επίπεδο είναι ηθικά αμάχητη και οπωσδήποτε λιγότερο αμφιλεγόμενη από την έννοια της ελευθερίας στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης συλλογικής οντότητας. Εξάλλου, επειδή για την τελευταία δεν υπάρχει οικουμενική παραδοχή και επειδή οι φιλόσοφοι ουδέποτε συμφώνησαν να την προσδιορίσουν σε μια κοινή βάση, οι ποικίλες εκδοχές εξαρτώνται από ιδεολογικά, εθιμικά, πολιτισμικά κριτήρια και άλλα περιβαλλοντολογικά κριτήρια και παράγοντες. Δηλαδή, με δεδομένη την προσήλωση των πολιτισμένων κοινωνιών στα ανθρώπινα δικαιώματα ως υπόβαθρο των κοινωνικών σχέσεων, στις ενδοκρατικές σχέσεις η ελευθερία είναι, βασικά, συναρτημένη κοινωνικοπολιτικές σχέσεις και προσαρμοσμένη στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα κάθε κυρίαρχης κοινωνίας το οποίο κατά εποχή και κατά συγκυρία ενσαρκώνεται στις πνευματικές και αισθητές ηθικοκανονιστικές δομές. Ουσιαστικά, τα άτομα με το να ενταχθούν εθελούσια στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μιας χώρας, σημαίνει ότι αποδέχονται τον τρόπο με τον οποίο η πλειονότητα των μελών αυτής της χώρας αποφασίζουν να συνδέσουν τον ανθρώπινο βίο με τον κοινωνικοπολιτικό βίο, τις υποχρεώσεις, την ισχύ, τα δικαιώματα, την εξουσία και την θέση της ατομικής ελευθερίας υπό αυτό το πρίσμα. Στο διεθνές σύστημα το ζήτημα τίθεται διαφορετικά: Έστω και αν η εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου επηρεάζεται από τα αίτια πολέμου, υπάρχει εν τούτοις οικουμενική παραδοχή για ένα πιο συγκεκριμένο ορισμό της έννοιας της «ελευθερίας» πολιτική κυριαρχία-ανεξαρτησία.

            Έτσι, αφού μια κοινωνία προικιστεί με αφετηριακή συλλογική ελευθερία στην αρχική φάση κατάκτησης της πολιτικής της κυριαρχίας, τα μέλη και οι ομάδες της σφυρηλατούν το «κοινωνικό τους συμβόλαιο» το οποίο υπό το πρίσμα κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων ενσαρκώνεται στις κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες ηθικοκανονιστικές δομές διαρκώς οικοδομούνται, διαμορφώνονται και επαναδιαμορφώνονται ανάλογα με τις συνθήκες του συλλογικού βίου κάθε κοινωνίας. Αυτές οι δομές κατοπτρίζουν συλλογικές προτιμήσεις μεταξύ εναλλακτικών επιλογών για το περιεχόμενο της «ελεύθερης-κυρίαρχης» κρατικής οντότητας, την σχέση της εξουσίας με τις πηγές της, την άσκηση βίας με παραδοχές για τον τρόπο συλλογικού ελέγχου της ισχύος, το δίκαιο με τις πηγές, με τα δικαιώματα, με τις υποχρεώσεις και με την ελευθερία[22]. Με δεδομένο το προαναφερθέν γεγονός ότι όλες ανεξαιρέτως οι πολιτισμένες κοινωνίες αποδέχονται τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελευθερία στο ενδοκρατικό επίπεδο, αν και αναμφίβολα οντολογικό κατηγόρημα είναι έννοια κοινωνικά ενταγμένη στον συλλογικό κατ’ αλήθειαν βίο και απολύτως συναρτημένη με τον κατ’ αλήθειαν συλλογικό τρόπο ζωής[23]. Έτσι, ως οντολογικό κατηγόρημα η ελευθερία στο εσωτερικό κάθε κράτους εντάσσεται σε μια ρευστή και ηθικά νομιμοποιημένη κοινωνικοπολιτική διαδικασία όπου προσδιορίζονται οι επιμέρους εξειδικεύσεις όπως τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι ηθικές βάσεις του συλλογικού βίου[24].

 Συμπερασματικά, στην ενδοκρατική τάξη η απαίτηση για διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν και συνεχίζει να είναι πάγια αξίωση των ανθρώπων, η έννοια της ελευθερίας είναι εθελούσια ενταγμένη στον κοινωνικοπολιτικό βίο και ο δημοκρατικά-συλλογικά προσδιορισμένος περιορισμός των δικαιωμάτων και  η νομική οριοθέτηση των υποχρεώσεων δεν θεωρείται περιορισμός της ελευθερίας. Στο διακρατικό επίπεδο η διαλεκτική σχέση «ελευθερίας-κυριαρχίας» με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ανήκει τίθεται με πολύ διαφορετικό τρόπο.

            Κατά πρώτον, επειδή η «κοινότητα των κρατών» είναι ολιγομελής[25] και επειδή οι μεταξύ των κρατών συμφωνίες είναι γενικού χαρακτήρα και συμπεφωνημένες υπό το πρίσμα των αρχών της διακρατικής ισοτιμίας και της μη επέμβασης, η σχέση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αν και ρητή λόγω συνθηκών και άλλων διεθνών δεσμεύσεων, λόγω αιτιών πολέμου δεν είναι πάντοτε και για όλους ευθύγραμμη υπόθεση. Οι διεθνείς κανονιστικές δομές δύσκολα καθίστανται διεθνείς ηθικοκανονιστικές δομές αντικειμενικού κύρους και καθολικής κοινωνικής αποδοχής. Ο λόγος είναι γιατί, ακριβώς, ο πρωταρχικός και θεμελιώδεις τους ρόλος δεν είναι να προσδιορίσουν την ανθρώπινη ηθική στον συλλογικό βίο ενός εκάστου ατόμου παγκοσμίως[26] αλλά μόνο να στηρίξουν το αγαθό της συλλογικής ελευθερίας των κυρίαρχων κοινωνιών[27], δηλαδή την πολιτική κυριαρχία των ανεξαρτήτων κρατών.

            Ως εκ της φύσεως του πιο πάνω διεθνούς συστήματος, πιθανοί «παγκόσμιοι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις» εκ μέρους των μελών της «κοινότητας» των κυρίαρχων κρατών και των (διεθνών) θεσμών που αυτά ορίζουν δύσκολα πραγματοποιούνται[28] και είναι –πάλιν λόγω αιτιών πολέμου– νομιμοποιημένοι μόνο ως ισότιμες διαπραγματεύσεις ή διαμεσολαβήσεις και σπάνια ή ουσιαστικά ποτέ ως κατασταλτική δικαιοδοσία επί ζητημάτων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και δικαιοσύνης[29]. Ας μη λησμονούμε ότι το μόνο ίχνος διεθνών κατασταλτικών δικαιοδοσιών βρίσκεται στην άκρως αμφιλεγόμενη δικαιοδοσία το Συμβουλίου Ασφαλείας για δράση «όταν τίθεται σε κίνδυνο η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια», κάτι το οποίο εν τούτοις λόγω αιτιών πολέμου βρίσκεται υπό την αίρεση των ρευστών ηγεμονικών συγκρούσεων[30].

            Εν ολίγοις, ενώ στο ενδοκρατικό επίπεδο, το δίκαιο, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και ο τρόπος που η έννοια της οντολογικού χαρακτήρα ελευθερίας συναρτάται με αυτά διέπεται από επαρκή κοσμοθεωρητική και κοινωνικοπολιτική ενότητα στο εσωτερικό μιας έκαστης κυρίαρχης κοινωνίας, στο διακρατικό επίπεδο οι αντίστοιχες έννοιες εντάσσονται σε μια λογική κρατικής κυριαρχίας-ελευθερίας, διεθνούς αναρχίας, αιτιών πολέμου και παντελούς ανυπαρξίας είτε κοινωνικά προσδιορισμένης δικαιοσύνης είτε ενός διεθνούς συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης. Επηρεάζεται επίσης από τα προαναφερθέντα αίτια πολέμου. Η κυριαρχία-συλλογική ελευθερία ως οντολογικό κατηγόρημα, κατά συνέπεια, είναι απόλυτη, ενώ απουσιάζει κάποια «χάρτα κρατικών δικαιωμάτων» αντίστοιχη και ανάλογη της «χάρτας ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ή κάποιο «κοινωνικό συμβόλαιο των κρατών» αντίστοιχο και ανάλογο της έννοιας του κοινωνικού συμβολαίου στο εσωτερικό του κράτους. Βασικά, το πιο κοντινό τέτοιων εννοιών είναι οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και του δικαιώματος εσωτερικής αυτοδιάθεσης οι οποίες, ακριβώς, ορίζουν την «συλλογική ελευθερία» ως απόλυτη έννοια, αν μη τι άλλο επειδή είναι άλλο πράγμα η «κοινότητα των κρατών» (που λειτουργεί υπό το κράτος ύπαρξης αιτιών πολέμου) και άλλο η «κοινωνία των κρατών» (που προϋποθέτει εξάλειψη των αιτιών πολέμου[31]). Η «κοινωνία των κρατών», τονίζεται, ανεξαρτήτως τρόπου που χρησιμοποιείται ως έννοια, προϋποθέτει τουλάχιστον εξάλειψη των αιτιών πολέμου και διακρατική αλληλεγγύη σε βαθμό και έκταση που επιλύει για πάντα την άνιση ανάπτυξη[32]. Για να το θέσουμε διαφορετικά, το εκ φύσεως (λόγω αξιώσεων πολιτικής κυριαρχίας) άναρχο διεθνές σύστημα και οι θεσμοί του θα συνεχίσει να είναι ασταθές όσο θα υποβόσκει τα θεμέλιά του η άνιση ανάπτυξη. Αυτή δεν είναι μια απαισιόδοξη θεώρηση –όπως άδικα συχνά προσάπτουν στον πολιτικό ρεαλισμό που την θεμελιώνει– αλλά ένα σταθμισμένο και αξιολογικά ουδέτερο πόρισμα για τις προϋποθέσεις διακρατικής τάξης και δικαιοσύνης.

Τα πιο πάνω καίρια ζητήματα απαιτείται να συνεκτιμούνται υπό το πρίσμα της διαδρομής των διακρατικών σχέσεων, των υπόλοιπων διαμορφωτικών παραγόντων που τις επηρεάζουν και των αιτίων στα οποία οφείλεται το γεγονός ότι το έθνος-κράτος και οι διεθνείς κανονιστικές δομές έχουν τον προαναφερθέντα χαρακτήρα (και όχι κάποιο άλλο!). Πρέπει να συνεκτιμούνται τα αίτια του γεγονότος, επίσης, ότι οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και τα συστήματα συλλογικής ασφάλειας περιγράφουν και ορίζουν μια κοινότητα κυρίαρχων κρατών και όχι μια υπερεθνική, υπερκρατική ή κάποια άλλη εξομοιωτική διεθνή κανονιστική δομή. Πιο συγκεκριμένα, η ύπαρξη πολλών κυρίαρχων κοινωνικών ενώσεων συμβολίζει-σηματοδοτεί το ιστορικό γεγονός της ανυπαρξίας μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας ή παγκόσμιας ηγεμονίας. Ουσιαστικά, αν εκτιμήσουμε αυτή την καίρια πτυχή με ιστορικούς όρους, παρατηρούμε ότι η ελευθερία-κυριαρχία των κοινωνιών είναι ακριβώς αντίθετη και παντελώς ασύμβατη με κάθε έννοια παγκόσμιας κοινωνικοπολιτικής ενότητας[33] διεθνιστικού, κοσμοπολίτικου και ηγεμονικού χαρακτήρα.

            Η συντριπτική «νίκη» των αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας επί των αξιώσεων αυτοκρατορίας ή ηγεμονίας κατ’ ουσία καταγράφηκε από το διεθνές δίκαιο, κωδικοποιήθηκε στα συστήματα συλλογικής ασφάλειας και κυρίως καταξιώθηκε ως υπέρτατη ηθική αξία όλων των βιώσιμων μη ηγεμονικών κρατών των οποίων οι κοινωνίες είναι αναπόδραστα προσηλωμένες στο δόγμα της κυριαρχίας-ανεξαρτησίας ως προϋποτιθέμενη συνθήκη της συλλογικής ύπαρξής τους. Έτσι, η εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία ως ενσάρκωση της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας μιας έκαστης κυρίαρχης κοινωνίας καθιστά την διακρατική ισοτιμία αναγκαία και μη εξαιρετέα αρχή ειρηνικής λειτουργίας των διακρατικών σχέσεων, διεθνούς τάξης και διεθνούς δικαιοσύνης.

Όπως θα πρέπει να έχει ήδη γίνει κατανοητό, ο προαναφερθείς «απόλυτος» χαρακτήρας της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελεί τον αντίποδα των ηγεμονικών εξομοιωτικών αξιώσεων οι οποίες αν είχαν επιτύχει θα είχαν δημιουργήσει είτε μια παγκόσμια κυριαρχία[34] είτε μια παγκόσμια ηγεμονία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, όπως αναλύθηκε εκτενέστερα σε άλλη περίπτωση, είναι απίθανο εκτός και αν επιτευχθεί με γενοκτονία πλανητικής κλίμακας. Μετά την οριστική ιστορική αποτυχία δημιουργίας αυτοκρατοριών τα νεότερα χρόνια –ύστερο και ίσως τελευταίο παράδειγμα της οποίας είναι η κατεδάφιση της Σοβιετικής Ένωσης για να προσαρμοστούν οι Πολιτειακές δομές στις κοινωνικές δομές της πρώην ΕΣΣΔ– το μέγιστο που θα μπορούσαν να επιτύχουν οι συνεχιζόμενες ηγεμονικές αξιώσεις είναι, όπως καθημερινά γίνεται αντιληπτό, οριακές αλλαγές στην ισχύουσα διεθνή τάξη και ταυτόχρονα πρόκληση αστάθειας με το να αυξάνεται η ροπή προς σύγκρουση: Οριακές αλλαγές στην ισχύουσα εδαφική τάξη υπέρ κάποιων συμμάχων, καθεστωτικές αλλαγές που ευνοούν εφήμερες ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και αποδυνάμωση του διακρατικού ορθολογισμού όταν ευκολόπιστες κοινωνίες διαβρώνονται από διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα δόγματα με αποτέλεσμα να καθίστανται ευκολότερη λεία για γειτονικά αναθεωρητικά κράτη. Αποτελεί περιττολογία να αναλωθεί κάποιος στην αναφορά καθημερινών πασίδηλων παραδειγμάτων για να καταδείξει ότι αυτά ακριβώς είναι τα «κατορθώματα» του ύστερου ηγεμονισμού και τίποτα άλλο. Η εισβολή στο Ιράκ το 2003 απλά αποτελεί την ύστερη επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος μπροστά στο οποίο η ανάλυση των διεθνών σχέσεων συχνά εθελοτυφλεί.

Στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, επίσης, κάποιος θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι μεταξύ απόλυτου σεβασμού της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας και εξαιρέσεων που θα πρέπει να οριστούν στη βάση του διεθνούς δικαίου και του διακρατικού πολιτικού πολιτισμού δεν υπάρχουν «ενδιάμεσες» αποχρώσεις. Ουσιαστικά, η μόνη νοητή εξαίρεση θα μπορούσε να είναι ο προσδιορισμός στο πλαίσιο των διεθνών θεσμών των περιστάσεων και προϋποθέσεων δράσης των οργάνων συλλογικής ασφάλειας στις περιπτώσεις φαινομένων όπως η γενοκτονία ή συγκεκριμένων διακρατικών γεγονότων που βάσιμα αποτελούν «κίνδυνο για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια». Ο λόγος που αυτή η «εξαίρεση λόγω έκτακτης ανάγκης»[35] δεν προσδιορίσθηκε μέχρι σήμερα οφείλεται όχι επειδή γενικώς και αορίστως τα κράτη δεν δέχονται εξαιρέσεις, αλλά επειδή τα ισχυρότερα κράτη δεν δέχονται να συμπεριλάβουν στην συζήτησή τους αίτια πολέμου όπως, μεταξύ άλλων: 1) Η διασπορά των όπλων μαζικής καταστροφής (της οποίας είναι πρώτιστοι και κύριοι δράστες). 2) Η άνιση ανάπτυξη (στην οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται η ισχύς των ηγεμονικών κρατών λόγω καταχρηστικής εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων των λιγότερο ισχυρών κρατών). Και 3) οι ιμπεριαλιστικές στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων (που δημιουργούν ένα σύστημα αθέμιτων ελέγχων και εκμεταλλεύσεων παραγωγικών πόρων εκτός της επικράτειάς τους αλλά και που τελικά οδηγούν σε διαρκείς ηγεμονικούς ανταγωνισμούς και συγκρούσεις που αποσταθεροποιούν διαρκώς την διακρατική τάξη). Τέλος, όπως γίνεται σαφές από την θέση των ΗΠΑ και μερικών άλλων κρατών όσον αφορά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, τα ισχυρά κράτη που λειτουργούν και δρουν με αυτό τον τρόπο δεν είναι πρόθυμα να αναλάβουν και τηρήσει υποχρεώσεις επιφυλάσσοντας στους εαυτούς τους εξαίρεση εξαιρέσεων από τις δεσμεύσεις. Για να είμαστε πιο ακριβείς, η εμπειρία του μεταπολέμου δείχνει ότι η αξίωση είναι να καταστεί κανόνας η εξαίρεση στην βάση αυθαίρετων ηγεμονικών κριτηρίων και όχι να δεσμευτούν τα ισχυρότερα κράτη στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου ή στην αντιμετώπιση των αιτιών που εμποδίζουν την εφαρμογή του[36].

Υποστηρίζουμε ότι τα πιο πάνω αίτια στα οποία οφείλεται η αδυναμία των διεθνών θεσμών να ορίσουν εξαιρέσεις έκτακτης ανάγκης είναι και το κύριο γνωστικό πεδίο των νομικών διεθνολόγων αν πρόκειται να λυτρωθούν από τον άγονο και τον αποπροσανατολιστικό νομικισμό που συχνά τους κατατρύχει. Ενασχόλησή τους σ’ αυτό το γόνιμο γνωστικό πεδίο όχι μόνο θα είχε από καιρό καταστήσει την διεθνονομική επιστήμη πιο ορθολογιστική αλλά επιπλέον θα είχε ενοποιήσει το διεθνολογικό επιστητό. Αντί αυτού, όμως παρατηρείται αναρχία μελετών και θεωρήσεων με αποτέλεσμα το κύριο γνώρισμα των διεθνολογικών αναλύσεων να είναι η έκφραση αφελών ευσεβών πόθων[37], ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων εξυπηρετικών των ηγεμονικών στρατηγικών και νομικίστικων θεωρήσεων –όπως η υποστήριξη του παράνομων ad hoc δικαστηρίων– που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, τους διεθνείς θεσμούς και τις εν γένει κατακτήσεις πολιτικού πολιτισμού των διακρατικών σχέσεων. Αναμφίβολα, τόσο για τους νομικούς διεθνολόγους όσο και για τους διεθνολόγους των πολιτικών όψεων των διεθνών θεσμών ισχύει ότι ποτέ δεν θα αποκολληθούν από την απλή ποικίλων πτυχών της διεθνούς τάξης αν δεν εμπλουτίσουν τα κείμενά τους με θεωρήσεις φιλοσοφίας του δικαίου των διεθνών σχέσεων και πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων. Είναι δυνατό να υπάρξει δίκαιο χωρίς κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένους σκοπούς και χωρίς φιλοσοφικές οροθετήσεις; Αν όχι, τότε πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι σκοποί στο διακρατικό σύστημα αφορούν διακόσια περίπου κυρίαρχα κράτη-μέλη και ότι η ηθική, το δίκαιο και η δικαιοσύνη είναι οροθετημένη και οριοθετημένη από την πολλαπλότητα και ετερότητα των εθνικών κρατικών κοσμοθεωριών και των συναρτημένων με αυτές τις κοσμοθεωρίες ηθικοκανονιστικών συστημάτων. Το στοίχημα των διεθνών σχέσεων είναι η εξέταση της διεθνούς τάξης και της διεθνούς δικαιοσύνης υπό το πρίσμα αυτού ακριβώς του γεγονότος καθώς και του γεγονότος ότι, όπως προαναφέρθηκε, το ηθικό, πολιτικό και νομικό κεκτημένο των διεθνών σχέσεων είναι η οικουμενική αναγνώριση της κυριαρχίας-ανεξαρτησίας ως του ισοδύναμου της ελευθερίας στις ενδοκρατικές σχέσεις.

5. Θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, πολιτική κυριαρχία συλλογική ελευθερία και «εξαιρέσεις έκτακτης ανάγκης» στον κανόνα της μη επέμβασης

 Η προαναφερθείσα δυσκολία προσδιορισμού των διεθνών περιστάσεων για τις οποίες θα μπορούσε να γίνει επίκληση «έκτακτης ανάγκης» βρίσκεται στον πυρήνα του διεθνούς προβλήματος, δηλαδή του γεγονότος ότι η ύπαρξη αιτιών πολέμου προκαλεί ανταγωνισμούς, διενέξεις, συγκρούσεις και δυσχέρειες στην λειτουργία των διεθνών θεσμών. Καταρχήν, η απροθυμία ή άρνηση των εκάστοτε ισχυρών κρατών να συμπράξουν στην συλλογική αντιμετώπιση αιτιών πολέμου όπως η άνιση ανάπτυξη και η επίλυση των περιφερειακών συγκρούσεων είναι και ο κύριος λόγος που εμποδίζει την διεθνή συναίνεση για τις περιστάσεις «έκτακτης ανάγκης». Πως θα μπορούσαν για παράδειγμα κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου να υπάρξουν κοινές προσεγγίσεις αντιμετώπισης μεγάλων διεθνών καταστροφών όταν οι δύο υπερδυνάμεις υποστηριζόμενες από τους εκατέρωθεν συμμάχους τους συγκρούονταν για σφαίρες επιρροής και έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων στην περίμετρο της Ευρασίας; Υπό το πρίσμα αυτής της σύγκρουσης τα εκάστοτε προβλήματα και καταστροφές στις περιφέρειες αποτελούσαν ευκαιρίες διείσδυσης ή υπονόμευσης του αντιπάλου και όχι λόγο συναίνεσης για κοινή δράση. Όπως εύκολα συνάγεται από την ιστορική διυποκειμενική εμπειρία και τα διακηρυγμένα στρατηγικά δόγματα των εμπλεκομένων[38], οι διενέξεις στην Κορέα, το Βιετνάμ και στην Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, πρόσφεραν πεδίο δράσης για την προώθηση της επιρροής των υπερδυνάμεων, για την απόκτηση στρατηγικών ερεισμάτων, για την υπονόμευση του διεθνούς ρόλου των αντιπάλων και για την προώθηση οικονομικών συμφερόντων[39]. Η θέση των λιγότερο ισχυρών κρατών για το θέμα των διεθνών επεμβάσεων σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης χαρακτηριζόταν πάντοτε, επίσης, από διστακτικότητα και επιφυλακτικότητα. Αυτό οφείλεται στον φόβο ότι η συνηγορία τους για εξαιρέσεις θα αποτελούν ένα μόνιμο παράθυρο ευκαιρίας διακριτικής ηγεμονικής εξουσίας με σκοπό την παραβίαση της συλλογικής τους ελευθερίας, δηλαδή της πολιτικής τους κυριαρχίας. Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά απρόθυμα να νομιμοποιήσουν μόνιμες ρήτρες για επεμβάσεις όταν «κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια»[40].

            Οι εθνικές-κρατικές δομές των βιώσιμων κρατών[41] είναι εξαιρετικά εδραίες για να υποταχθούν μονίμως στις εφήμερες ηγεμονικές ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις όταν τα ισχυρότερα κράτη κάθε ιστορικής συγκυρίας φορώντας ποικίλα διεθνιστικά-κοσμοπολίτικα προσωπεία επιδιώκουν την εκπλήρωση αξιώσεων ισχύος που αμφισβητούν την κυριαρχία των ανεξαρτήτων κρατών. Αυτό το γεγονός οφείλεται στην ευρωστία των βαθύτερων διαμορφωτικών δυνάμεων του διακρατικού γίγνεσθαι και στον εδραίο χαρακτήρα τόσο της κοσμοθεωρητικής ενότητας των κυρίαρχων κοινωνιών όσο και των σφυρηλατημένων στο χρόνο εθνικών-κρατικών κανονιστικών δομών. Η κάθε βιώσιμη κυρίαρχη πολιτεία δεν παρθενογεννήθηκε. Ιστορικά επαληθεύεται[42] ότι στο αρχικό στάδιο των αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας εδραιώνονται οι θεμελιώδεις κοσμοθεωρητικοί προσανατολισμοί και στη συνέχεια κτίζονται οι συμβατές μ’ αυτούς τους προσανατολισμούς ηθικοκανονιστικές δομές όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι μιας έκαστης κοινωνίας. Αυτό το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι είναι ουσιαστικά μια διαρκής αναζήτηση της συλλογικής αλήθειας στο πλαίσιο κάθε κυρίαρχης κοινωνίας στην βάση της οποίας –συλλογικής αλήθειας– στη συνέχεια οικοδομούνται και αναπτύσσονται τα κανονιστικά συστήματα κάθε ανεξάρτητου κράτους. Αν μια κοινωνία είναι με τέτοιο τρόπο κοσμοθεωρητικά και ηθικοκανονιστικά οικοδομημένη, είναι δυνατό να ηττηθεί και να ενταχθεί εξ ανάγκης στη σφαίρα επιρροής κάποιου ισχυρότερου κράτους ή ακόμη να κατακτηθεί και να συρρικνωθεί, αλλά ποτέ οι ηγεμονικές αξιώσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν μόνιμη βάση βιώσιμων διακρατικών σχέσεων[43]. Η ιστορική πείρα δείχνει ότι όλες οι διακριτές κοινωνίας αξιώνουν ασταμάτητα να καταστούν κυρίαρχες και όταν το κατορθώσουν συνεχίζουν, αντίστοιχα και ανάλογα, να αξιώνουν να λειτουργούν ανεξάρτητα και αδέσμευτα. Το ζήτημα δεν είναι ο βαθμός που το κατορθώνουν –αυτό κατορθώνεται σε διαφορετικό βαθμό σε διαφορετικές περιπτώσεις και περιστάσεις– αλλά το γεγονός πως θεμελιακό γνώρισμα μιας διακριτής κοινωνίας είναι η αξίωση εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, δηλαδή της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και το δικαίωμα της εσωτερικής αυτοδιάθεσης. Αυτό εκπληρώνεται αν είναι πραγματικά κυρίαρχη, αν όταν καταστεί κυρίαρχη αγωνίζεται για την ανεξαρτησία της και στη συνέχεια ασταμάτητα αγωνίζεται για ισόρροπες και αμοιβαία επωφελείς σχέσεις. Είναι πρόδηλο ότι αν μια κοινωνία δεν είναι προικισμένη με αυτά τα γνωρίσματα σημαίνει ότι κατά λάθος κατέστη κυρίαρχη, ότι δεν είναι βιώσιμη Πολιτεία και ότι το φυσικό επακόλουθο θα είναι η εξαφάνισή της ή η συρρίκνωση του κυριαρχικού της χώρου.

            Σκοπός των εθνικών-κρατικών δομών που απέκτησε ο κόσμος μετά από τη μακραίωνη αναμέτρηση της αξίωσης για διακριτή ύπαρξη μιας έκαστης κοινωνίας και των εξομοιωτικών διεθνιστικών-ηγεμονικών αξιώσεων, είναι ακριβώς ο αποκλεισμός του ενδεχομένου δημιουργίας είτε αυτοκρατορίας είτε ηγεμονίας που θα κατάστελλε ή θα περιόριζε παντοτινά την συλλογική ελευθερία των διακριτών (και σήμερα πολιτικά κυρίαρχων) κοινωνιών του πλανήτη. Κάθε αμφισβήτηση της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας, κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως βαθμίδας στην οποία εκδηλώνεται, αντιφάσκει θεμελιωδώς με το τελεσίδικα συμπεφωνημένο νομικό και πολιτικό κεκτημένο της κυριαρχίας ως καθεστώτος των διεθνών σχέσεων και στρέφεται κατά του οντολογικού κατηγορήματος της συλλογικής ανθρώπινης ελευθερίας. Αμφισβήτηση του δικαιώματος των διακριτών κοινωνιών για ανεξάρτητο και κυρίαρχο βίο ουσιαστικά ξαναφέρνει την συζήτηση στην εποχή των αυτοκρατορικών και/ή ηγεμονικών αξιώσεων, των γενοκτονικών πολέμων και των φασιστικών ιδεολογιών οικουμενικής επικράτησης του εκάστοτε ισχυρότερου κράτους. Γι’ αυτό, ειρήνη, σταθερότητα, ισόρροπες σχέσεις μεταξύ των κρατών και συλλογική ελευθερία των διακριτών κοινωνιών μπορεί να υπάρξει μόνο με αυστηρή προσήλωση στις θεμελιώδεις αρχές της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και του δικαιώματος της εσωτερικής αυτοδιάθεσης.

            Είναι αυτονόητο, ότι αυτή η θέση δεν πρέπει να συγχέεται με την κατά καιρούς ύπαρξη έκτακτων περιστατικών τα οποία όμως δεν μπορεί παρά να είναι πολύ σπάνια (γενοκτονία εκ μέρους των Ναζί, εμφύλιος στην Καμπότζη, κατάλυση του κοινωνικού ιστού λόγω μεγάλων και παρατεταμένων εμφυλίων διενέξεων στο εσωτερικό ασθενών κοινωνιών, κτλ). Αυτά τα έκτακτα περιστατικά, αν και αναμφίβολα  θέτουν ζήτημα εξαίρεσης στον κανόνα της μη επέμβασης, η συνομολόγηση διεθνών συμφωνιών για την άσκηση νόμιμων-νομιμοποιημένων επεμβατικών δραστηριοτήτων προϋποθέτει προγενέστερη εξάλειψη των αιτιών πολέμου (και κυρίως εξάλειψη της άνισης ανάπτυξης). Σε κάθε περίπτωση, όμως, τέτοιες εξαιρέσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο εφόσον στο πλαίσιο των διεθνών οργάνων θεσπιστούν αυστηρά κριτήρια επακριβώς προσδιορισμένα ούτως ώστε να μην αφήνουν την παραμικρή δυνατότητα αναίρεσης των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου από τους εκάστοτε ισχυρούς όταν αυτοί εκ θέσεως ισχύος καταστρατηγούν τις κανονιστικές διατάξεις, χρησιμοποιούν τους διεθνείς θεσμούς για να επιτύχουν ανακατανομές κυριαρχίας και συμφερόντων και επεμβαίνουν στο εσωτερικό εθνικό-κρατικό γίγνεσθαι των κοινωνιών. Το κεντρικό ερώτημα των διεθνολογικών στοχασμών όλων των παραδοχών και αποχρώσεων είναι: Υπάρχει δυνατότητα οικουμενικού και ομόφωνου προσδιορισμού τέτοιων αυστηρών κριτηρίων και αν όχι ποια είναι τα αίτια; Σε κάθε περίπτωση, αν και η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά δυσχερής, εύκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι «ανοικτά παράθυρα επεμβάσεων» οδηγούν σε καταχρήσεις λόγω αξιώσεων ισχύος των ισχυρότερων κρατών και ότι τελικά το αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω απομάκρυνση του ενδεχομένου ενός συμπεφωνημένου και πιο σταθερού πλαισίου ως προς το τι συνίσταται η έκτακτη ανάγκη που δικαιολογεί επίκληση της ρήτρας περί «κινδύνου για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια».

            Ούτε θα πρέπει επίσης η πιο πάνω θέση να συγχέεται με φαντασιώσεις περί ιδεατών κόσμων, με ευσεβείς πόθους κανονιστικά εκφρασμένους και με διεθνολογικούς παραλογισμούς που αγνοούν, υποτιμούν, παραβλέπουν και συνολικά όπως ήδη αναφέρθηκε παρακάμπτουν τα αίτια πολέμου. Ενόσω θα υπάρχουν αίτια πολέμου η ευημερία, η ασφάλεια και η διασφάλιση της ειρήνης θα συναρτάται με την ικανότητα αυτοβοήθειας κάθε κυρίαρχης κοινωνίας και συνολικά με την ικανότητα των μη ηγεμονικών κυρίαρχων κρατικών δρώντων να είναι επαρκώς ισχυροί, να επιτυγχάνουν ισόρροπες σχέσεις με τα υπόλοιπα κράτη και να επιβιώνουν κατά των απειλών που θέτουν σε κίνδυνο το συμφέρον επιβίωσής τους. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, χωρίς να αλλάζει ο οριστικός χαρακτήρας του διακρατικού συστήματος όπως διαμορφώθηκε τα νεότερα χρόνια, θα λαμβάνουν χώρα εσωτερικές επαναχαράξεις κυριαρχικών οριοθετήσεων, μερικά κράτη θα συρρικνώνονται, άλλα θα ενισχύονται και μερικά άλλα θα εξαφανίζονται. Έτσι, οι εσωτερικές οριοθετήσεις του διεθνούς συστήματος θα υφίστανται οριακές μεταλλαγές χωρίς να αλλάζει όμως η θεμελιακή μορφή και η θεμελιακή δομή του διακρατικού συστήματος κεντρικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι η αξίωση των διακριτών κοινωνιών για εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία.

 Τέλος, κανείς θα πρέπει να τονίζει τον κεντρικό ρυθμιστικό ρόλο της κρατικής κυριαρχίας σε αναφορά με ένα αριθμό άλλων σημαντικών ζητημάτων. Με δεδομένο το γεγονός της ύπαρξης κρατών άνισου μεγέθους και άνισης ισχύος όλα τα κυρίαρχα κράτη λίγο-πολύ υπόκεινται τις συνέπειες που προκαλούν εισροές οι οποίες δεν ελέγχονται πάντοτε και πλήρως από το κανονιστικό σύστημα εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων. Μερικές εισροές είναι ενισχυτικές και εμπλουτιστικές και μερικές άλλες όπως για παράδειγμα τα διεθνικά φαινόμενα της τρομοκρατίας και της λαθρομετανάστευσης διαβρωτικές υπονομευτικές. Οι αρχές της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την ισορροπία αρνητικών και θετικών εξωγενών επιδράσεων. Αν και δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας κατηγοριοποίησης και ιεράρχησης των κρατών[44], θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ισχύς ενός κράτους είναι αντιστρόφως ανάλογη της αδυναμίας του να ελέγξει τις συνέπειες λόγω αλληλεξάρτησης και συναλλαγών και να μετατρέψει πολλές από αυτές σε συντελεστές ισχύος που αναβαθμίζουν την χώρα στην διεθνή ιεραρχία συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση, μέτρο στάθμισης της βιωσιμότητας ενός μη ηγεμονικού κράτους είναι αναμφίβολα η ικανότητα της κοινωνίας να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την εξωτερική και εσωτερική κυριαρχία για να διαφυλάττει την συλλογική του ελευθερία όπως ορίστηκε πιο πάνω[45].

            Έτσι, η κυριαρχία αν και απόλυτη ως νομική[46] και ενδεχομένως ως πολιτική έννοια[47], ο ρόλος της στην διεθνή διανεμητική δικαιοσύνη είναι ρευστός, αμφίδρομος και συχνά δύσκολο να γίνει πλήρως αντιληπτός στις αισθήσεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπόκειται στις διαρκείς αυξομειώσεις ρευστών και ενίοτε αστάθμητων επιδράσεων όπως οι διεθνικοί δρώντες, η εφαρμογή διμερών συμφωνιών, η επίδραση αμφίδρομων και ρευστών παραγόντων της διεθνούς ζωής[48], οι ποικίλες διεθνείς δεσμεύσεις, η ικανότητα-αποτελεσματικότητα των εθνικών συντελεστών ισχύος, η κοσμοθεωρητική ενότητα των μελών της κοινωνίας και συμψηφιστικά οι θετικές ή αρνητικές συνέπειες λόγω συμμετοχής σε περιφερειακούς και παγκόσμιους οργανισμούς.

6. Παραβίαση της συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας: Θέμα αρχής και όχι βαθμίδας

 Για τους πιο πάνω λόγους τα ζητήματα που τίθενται στην διεθνή πολιτική όσον αφορά την κρατική κυριαρχία δεν είναι βαθμίδας αλλά αρχής και πιο συγκεκριμένα με το οντολογικό κατηγόρημα της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας. Επειδή ακριβώς οι κοινωνίες ταυτίζουν την συλλογική τους κυριαρχία-ελευθερία και την διασφάλιση της κοινωνικής ετερότητάς τους με την απόλυτη τήρηση της αρχής της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας, τα έξωθεν προερχόμενα ηθικοκανονιστικά κριτήρια στερούνται νομιμοποιητικής βάσης. Στο ενδοκρατικό επίπεδο κάθε βιώσιμης πολιτείας τα ηθικοκανονιστικά κριτήρια που διέπουν την άσκηση βίας και τις διανεμητικές της συνέπειες απορρέουν από ένα κοσμοθεωρητικά και ηθικοκανονιστικά ολοκληρωμένο κοινωνικό σύστημα. Στο διακρατικό επίπεδο η άσκηση βίας ανεξαρτήτως βαθμίδας για να είναι νομιμοποιημένη απαιτείται να αποκτά νομιμοποίηση τουλάχιστον στο επίπεδο της διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης υπό συνθήκες διακρατικής ισοτιμίας στο πλαίσιο των αρμόδιων διεθνών θεσμών και υπό το πρίσμα αυστηρά οροθετημένων προϋποθέσεων που αφορούν κάθε προσπάθεια θέσμισης εξαιρέσεων στον κανόνα του διεθνούς δικαίου για μη επέμβαση[49]. Για να το θέσουμε διαφορετικά: Πρώτο, είναι αδύνατο να υπάρξουν κριτήρια επέμβασης με σκοπό εσωτερικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στο εθνικό-κρατικό γίγνεσθαι ενός κράτους επειδή απουσιάζουν κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι σκοποί στο πλανητικό επίπεδο. Δεύτερο, μόνο επεμβάσεις που αφορούν την διακρατική τάξη είναι νοητές ή επεμβάσεις που αφορούν την ενδοκρατική τάξη όταν σε αμφότερες τις περιπτώσεις η κοινότητα των κρατών στο πλαίσιο των διεθνών θεσμών προσδιορίσει με ακρίβεια ποιες είναι ακριβώς εκείνες οι περιπτώσεις που «κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια».

            Εξαιρέσεις στον κανόνα της μη επέμβασης δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς και αυτό το γεγονός δεν είναι τυχαίο. Κατά βάση, το ερώτημα για το πότε κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου Ασφαλείας εάν και όταν –όπως σπανίως συμβαίνει– υπάρχει κάποιο διάλειμμα των ηγεμονικών ανταγωνισμών και οι πέντε μεγάλες δυνάμεις στη βάση πελατειακών συναλλαγών συμφωνούν –σε παντελώς αυθαίρετη βάση ή στην καλύτερη περίπτωση με δύο μέτρα και δύο σταθμά– να χρησιμοποιήσουν τους διεθνείς θεσμούς για να επιφέρουν διεθνείς αλλαγές που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Το αμφιλεγόμενο γύρω από αυτό το καίριο ζήτημα οφείλεται, σχεδόν αποκλειστικά, στα προαναφερθέντα αίτια πολέμου που σέρνουν το διεθνές σύστημα στο άρμα των ηγεμονικών ανταγωνισμών, γεγονός που δεν αφήνει τα κράτη να μεγιστοποιήσουν τις δυνατότητες που δημιουργεί το γεγονός της ίδρυση των διεθνών θεσμών συλλογικής ασφάλειας την ύστερη εποχή. Έτσι, μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της συλλογικής ασφάλειας είναι το γεγονός ότι οι πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ για την ενεργοποίηση μέτρων του Συμβουλίου Ασφαλείας «όταν κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια» δεν έτυχαν επεξεργασίας στο πλαίσιο των οργάνων αυτού του θεσμού λόγω της επί μισό περίπου αιώνα εμπλοκής των κρατών με τους προαναφερθέντες ηγεμονικούς ανταγωνισμούς του ψυχρού πολέμου. Αναμενόμενα, η μεταψυχροπολεμική αξίωση των κυρίαρχων δυνάμεων να καταστήσουν τους διεθνείς θεσμούς εξαρτημένη μεταβλητή των αξιώσεων ισχύος εξελίχθηκε σ’ ένα εξίσου αμφιλεγόμενο ζήτημα όταν τα «παράθυρα ευκαιρίας» που σταδιακά ανοίχτηκαν την δεκαετία του 1990 οδήγησαν την κυρίαρχη δύναμη σε κατάχρηση της δεσπόζουσας στρατηγικής της θέσης. Έτσι, μπορεί κάποιος να εκλογικεύει πολιτικά περί του «μικρότερου κακού» ή ότι «η επιτυχία δημιουργεί δίκαιο» όπως κάποιοι έκαναν όσον αφορά τις επεμβάσεις στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990, αλλά ίσαμε την τελική της κατάληξη αυτή η λογική οδηγεί στη επέμβαση στο Ιράκ του 2003 ή μελλοντικά σε ακόμη χειρότερες καταστροφές και σε χειρότερες οπισθοδρομήσεις των κατακτήσεων του πολιτικού πολιτισμού των διακρατικών σχέσεων.

            Για τους πιο πάνω λόγους όταν ο διεθνολογικός και πολιτικός λόγος διολισθαίνουν σε διεθνιστικές, κοσμοπολίτικες και/ή ηγεμονικές εκλογικεύσεις που αντιβαίνουν στο πνεύμα και στο γράμμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου αναπόδραστα οι διακρατικές σχέσεις είτε οδηγούνται σε αδιέξοδο είτε διολισθαίνουν σε ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις που θρέφουν την καταχρηστική άσκηση βίας στη διεθνή πολιτική. Οι εμπειρίες της δεκαετίας του 1990 και των πρώτων χρόνων στο κατώφλι του 21ου αιώνα επαληθεύουν αυτές τις επιφυλάξεις.

            Στο πλαίσιο του ίδιων συλλογισμών, απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εθελούσια-ισότιμα συμπεφωνημένων ρυθμίσεων τις οποίες τα κράτη ενσωματώνουν στο εσωτερικό τους δίκαιο και αξιώσεων για ανοικτά ηγεμονικά παράθυρα που θα διευκολύνουν τα ισχυρά κράτη κάθε συγκυρίας να επιφέρουν αλλαγές στην κατανομή ισχύος και αλλαγές στην διακρατική τάξη. Κατά πρώτον, οι κυβερνήσεις των ανεξάρτητων κρατών καθημερινά συμφωνούν με άλλα κράτη για πληθώρα θεμάτων που αφορούν τις λειτουργίες του διακρατικού συστήματος και στη βάση αυτών των συμφωνιών συχνά προχωρούν στην ενσωμάτωσή κοινών δικαιακών προνοιών στην ενδοκρατική έννομη τάξη. Θα συμφωνήσω με εκείνους τους νομικούς ή άλλους διεθνολόγους οι οποίοι θεωρούν αυτές τις συμφωνίες όχι ως συμφωνίες που αποδυναμώνουν την κρατική κυριαρχία αλλά αντίθετα ως συλλογικές πράξεις διαμέσου των οποίων οι κυβερνήσεις σκοπό έχουν να καταστήσουν την εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία τους πιο εύρωστη και πιο ασφαλή[50]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας πολυμερούς συμφωνίας είναι αναμφίβολα το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πληθώρα δεσμεύσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα που τα κράτη διαρκώς κωδικοποιούν και ενσωματώνουν στο εθνικό τους δίκαιο[51]. Στο ίδιο πλαίσιο, αναρίθμητες άλλες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες που αφορούν ζητήματα όπως το περιβάλλον ή την επίλυση λιγότερο γνωστών διασυνοριακών διαφορών σκοπό έχουν όχι την δημιουργία κάποιου είδους παγκόσμιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας αλλά την ενίσχυση της κυριαρχίας των εμπλεκομένων ή την διαφύλαξη των συμφερόντων τους από τυχόν διολίσθηση σε συγκρουσιακές καταστάσεις.

            Ουσιαστικά, αυτές οι συμφωνίες είναι καθημερινές κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των διακρατικών σχέσεων, είναι απόλυτα συμβατές με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και η αύξησή τους αναμφίβολα αποδυναμώνει τα αίτια πολέμου επειδή αποτελεί εθελούσια-κυρίαρχη δέσμευση των κυρίαρχων κοινωνιών να ενισχύσουν τους κοινούς θεσμούς, τους διακρατικούς κώδικες και τις άλλες διακρατικές ρυθμίσεις που σταδιακά οικοδομούν μια κοινωνία κυρίαρχων-ανεξάρτητων κρατών. Βασικά, εξωθώντας ακόμη λίγο το επιχείρημα στην λογική του έκβαση, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ιδεατά, αν δηλαδή δεν υπήρχαν αίτια πολέμου και τα κράτη προχωρούσαν ολοένα και περισσότερο στην οικοδόμηση ενός ευρέως πλέγματος συμφωνιών και δεσμεύσεων που εδράζονται στον απόλυτο σεβασμό της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας των κρατών-μελών, το αποτέλεσμα θα ήταν η ανάπτυξη κάποιου είδους κοινωνικού συμβολαίου της κοινότητας των κρατών που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση μιας βιώσιμης «κοινωνίας κυρίαρχων κρατών» (μιας δηλαδή ολιγάριθμής κοινότητας κυρίαρχων-ανεξάρτητων κρατών από την οποία θα εξέλειπαν τα αίτια πολέμου, τα οποία καθημερινά και από κοινού θα αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης και τα οποία ακόμη θα μπορούσαν να επιδεικνύουν αλληλεγγύη στις μεταξύ τους σχέσεις). Σ’ αυτή την περίπτωση –εξ αντικειμένου εξαιρετικά απομακρυσμένη λόγω αιτιών πολέμου– θα είχε επέλθει διαρκής διεθνής ειρήνη και σταθερότητα υπό συνθήκες ισόρροπης ανάπτυξης και από κοινού αντιμετώπισης των παγκόσμιων προβλημάτων.

            Αποστολή του διεθνολόγου, όμως, δεν είναι να φαντάζεται ουτοπικούς κόσμους ή να αυταπατάται ότι κατέχει μαγικό ραβδί εξάλειψης των αιτιών πολέμου (ή ακόμη χειρότερα μαγικό ραβδί κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής εξομοίωσης του πλανήτη ή και γενοκτονικής επιβολής κοινωνικής ομοιομορφίας), αλλά να αναδείξει τα διλήμματα και τα προβλήματα του υπαρκτού και οντολογικά θεμελιωμένου διακρατικού συστήματος. Πολύ περισσότερο, βεβαίως, αποστολή του διεθνολόγου δεν είναι να μετατρέπεται σε προπαγανδιστή των ηγεμονικών αξιώσεων οι οποίες όπως ισχυριστήκαμε υπονομεύουν τον πολιτικό πολιτισμό των διακρατικών σχέσεων και οι οποίες αντιβαίνουν με τον οντολογικό κατηγόρημα της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας.

            Γι’ αυτό, η ανάλυση του διεθνούς συστήματος η οποία είναι πραγματικά επιστημονική, η οποία είναι απαλλαγμένη ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων και που πληροί το κριτήριο της συμβατότητας με τα οντολογικά χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος είναι μόνο οι αξιολογικά ελεύθερες θεωρήσεις του Παραδοσιακού Παραδείγματος. Επιστημονική ανάλυση επίσης δεν μπορεί να θεωρείται μια θεώρηση που στέκεται σε νομικίστικες περιγραφές των διατάξεων των διεθνών θεσμών –οι οποίες συχνά στρεβλώνουν τα πραγματικά χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος– χωρίς να εξετάζει τα αίτια πολέμου που επηρεάζουν τον ρόλο και τις λειτουργίες των διεθνών θεσμών. Τα αίτια πολέμου είναι μεταβλητές που παρεμβάλλονται μεταξύ της ειρήνης και των αρχών του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών. Όπως ήδη τονίστηκε πιο πάνω, αν τα δύο πεδία –δηλαδή, πρώτο, οι πτυχές που αφορούν τις κανονιστικές δομές και δεύτερο τα αίτια πολέμου– ολοκληρωθούν σ’ ένα ενιαίο γνωστικό πεδίο δεν θα υπάρχει πλέον διάκριση μεταξύ των δύο επιστημονικών πειθαρχιών. Η διάκριση μεταξύ νομικής διεθνολογικής ανάλυσης και ανάλυσης των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος, υποστηρίχθηκε ήδη, είναι είτε προϊόν αμάθειας των εκατέρωθεν αναλυτών είτε προϊόν θεσμικών διαιρέσεων στην ατυχή ιστορική διαίρεση τους δύο τελευταίους αιώνες μεταξύ των νομικών διεθνολόγων και των πολιτικών φιλοσόφων των διεθνών σχέσεων. Αφού εξετάσει την διαδρομή των δύο πειθαρχιών τα νεότερα χρόνια, ο Martin Wight σημειώνει εύστοχα ότι «η ατυχής διαίρεση του πεδίου της διεθνούς θεωρίας ανάμεσα στους φιλοσοφικά σκεπτόμενους νομικούς του Διεθνούς Δικαίου και στους διεθνολογικά σκεπτόμενους πολιτικούς φιλοσόφους, η οποία διήρκεσε τέσσερις αιώνες, μέχρι την άνθιση των διεθνών σπουδών στον εικοστό αιώνα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σημαντικό συγγραφικό έργο για την διεθνή θεωρία για όποιον το αναζητήσει» [52].

7. «Διεθνολογικές» αναλύσεις ασύμβατες με τις κατακτήσεις πολιτικού πολιτισμού των διεθνών σχέσεων

 Η δεύτερη προσέγγιση ή προσανατολισμός στην οποία αναφερθήκαμε πιο μπροστά (την προσέγγιση δηλαδή που επιλέγει να πορευτεί είτε προς τα απόκρημνα βραχώδη μονοπάτια του ηγεμονισμού είτε προς τα έλη και τα τέλματα του ουτοπισμού και των ιδεολογικοπολιτικών-προπαγανδιστικών εκλογικεύσεων), είναι εν πολλοίς αντίθετη με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου (διακρατική ισοτιμία, μη επέμβαση και δικαίωμα εσωτερικής αυτοδιάθεσης των κυρίαρχων κοινωνιών) και ασύμβατη με το οντολογικό κατηγόρημα της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας. Κατά βάση μόνο κατ’ επίφαση ονομάζεται «ανάλυση διεθνών σχέσεων» ή «ανάλυση διεθνούς δικαίου» γιατί αντιβαίνει με την θεμελιώδη αντιηγεμονική αποστολή του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών, αποκλειστική αποστολή των οποίων είναι η διασφάλιση της οντολογικού χαρακτήρα κοσμοθεωρητικής και ηθικοκανονιστικής ετερότητας των κυρίαρχων κοινωνιών κατά των επαναστατικών-εξομοιωτικών αξιώσεων. Αυτοί οι διεθνείς θεσμοί ενσαρκώνουν το οντολογικό κατηγόρημα της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας όπως εκφράζεται από το δόγμα της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας και όπως διατυπώνεται πιο συγκεκριμένα στις προαναφερθείσες θεμελιώδεις αρχές της μη επέμβασης, της διακρατικής ισοτιμίας και του δικαιώματος εσωτερικής αυτοδιάθεσης. Σ’ οποιαδήποτε αναλυτική απόχρωση και αν ανήκει δεν συνιστά επιστημονική προσέγγιση αλλά ιδεολογικοπολιτική εκλογίκευση, η οποία ίσαμε την ακραίες συνέπειές της μετατρέπεται σε μέσο εκπλήρωσης των ηγεμονικών αξιώσεων των εκάστοτε ισχυρών κρατών του διακρατικού συστήματος. Οι αξιώσεις αυτές επαναλαμβάνονται περιοδικά με τα ίδια ακριβώς μορφικά χαρακτηριστικά, με το ίδιο ιδεαλιστικό προσωπείο και συχνά με το ίδιο ιδεολογικό περιεχόμενο για να ενσαρκώσουν αυτό το οποίο ο Hans Morgenthau εύστοχα ονόμασε διεθνοσοβινιστικές ή διεθνο-εθνικιστικές αξιώσεις («nationalistic Universalism»[53]). Την αξίωση δηλαδή των εκάστοτε ισχυρών κρατών να ταυτίζουν το εθνικό τους συμφέρον με το συμφέρον της ανθρωπότητας και την υιοθέτηση εξωτερικής πολιτικής που εξυπηρετεί αυτή την καταχρηστική ιδεολογική εκλογίκευση. Στο επίπεδο της πρακτικής πολιτικής, πάντως, με το να εκλογικεύουν την διεθνή ηθική στη βάση του οικείου εθνικού συμφέροντος τα εκάστοτε ηγεμονικά κράτη μετατρέπουν οικουμενικά αποδεκτές ηθικές αξίες όπως η ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε μέσα ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος, στις οποίες, τα λιγότερο ισχυρά κράτη ή και οι διεθνείς θεσμοί, «την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι», αναγκάζονται να συμμορφωθούν[54]. Μερικοί εξ αυτών, κυρίως στα κράτη που λόγω μιας αιτιώδους άνισης ανάπτυξης αναπτύσσουν ηγεμονικές και αναθεωρητικές συμπεριφορές, συναρτούν αυτή την ισχύ με κάποιου είδους παγκόσμια ή περιφερειακή ηγεμονία που θα διασφαλίζει σταθερότητα σχέσεων και αντιμετώπιση των κινδύνων κατά της εθνικής ασφάλειας. Ο Edward H. Carr[55]  κάνει την πολύ σημαντική –αν και αναμφίβολα απαισιόδοξη– ιστορική παρατήρηση πως στο παρελθόν οι ηγεμονικές συμπεριφορές εκδηλώνονταν όχι μόνο όταν υπήρχε άνιση ανάπτυξη, αλλά ενδεχομένως και πριν από αυτό. Κράτη τα οποία εκτιμούσαν πως σε πέντε η δέκα χρόνια θα κατακτούσαν μια δεσπόζουσα θέση στο διακρατικό σύστημα, αφενός υιοθετούσαν εξομοιωτικά διεθνιστικά-κοσμοπολίτικα δόγματα και αφετέρου ανέπτυσσαν αναθεωρητικές συμπεριφορές.

            Αυτό που αμφισβητείται εδώ δεν είναι η σημασία ή η αξία των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων στο διακρατικό και ενδοκρατικό βίο. Οι επιφυλάξεις αφορούν την διάκριση μεταξύ ανάλυσης η οποία σκοπό έχει να αναδείξει τα προβλήματα και διλήμματα στην λήψη πολιτικών αποφάσεων (και από την οποία ο κάθε ενδιαφερόμενος αντλεί συμπεράσματα για να οικοδομήσει τις ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις ανάλογα με τα συμφέροντά του και τις περιστάσεις των πολιτικών αγώνων στους οποίους συμμετέχει) και ανάλυσης η οποία προσποιείται ότι είναι προικισμένη με αντικειμενικό επιστημονικό κύρος ενώ στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα υποκειμενική και ιδιοτελής. Δηλαδή, το γεγονός ότι στερείται αντικειμενικού κύρους αλλά παραταύτα εμφανίζεται με επιστημονικό μανδύα, την καθιστά αθέμιτο προπαγανδιστικό εργαλείο και τον αναλυτή αφερέγγυο γιατί ενδύεται ακαδημαϊκά προσωπεία με αποτέλεσμα να αποκρύβεται από τους αναγνώστες και τους ακρατές ο βαθύτατα προπαγανδιστικός χαρακτήρας των εκφερόμενων θέσεών[56].

            Τα προαναφερθέντα προβλήματα των επιστημονικών αναλύσεων και εκτιμήσεων περί τα διεθνή οφείλονται στην –για ποικίλους λόγους–  παράκαμψη του γεγονότος ότι η ηθικοκανονιστική δόμηση σ’ οποιαδήποτε επίπεδο και σ’ οποιαδήποτε βαθμίδα και αν αναφερόμαστε, αφενός απαιτείται να είναι προϊόν κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών και αφετέρου να είναι συμβατή με τα οντολογικά της θεμέλια[57]. Στο επίπεδο των βιώσιμων πολιτειακών συστημάτων οι συλλογικοί σκοποί και οι ηθικές του αιτιολογήσεις απαιτείται να είναι βρίσκονται σε συμβατότητα με τις οντολογικά θεμελιωμένες –στις αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας– συλλογικές κοσμοθεωρητικές παραδοχές που προσδίδουν σταθερότητα και στρατηγικό προσανατολισμό στο κοινωνικοπολιτικό εποικοδόμημα. Το εποικοδόμημα αυτό, όπως είναι φυσικό, διαρκώς μεταλλάσσεται και εξελίσσεται, πάντοτε όμως στο πλαίσιο αυτών των θεμελιωδών στρατηγικών προσανατολισμών. Εξάλλου, ο συνδυασμός εδραίων κοσμοθεωρητικών παραδοχών και κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών αποτελούν αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση νομιμοποίησης ενός συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης ρόλος του οποίου είναι να επιτυγχάνει κοινωνική ισορροπία και ισόρροπες σχέσεις μεταξύ των εμπλεκομένων και να καθιστά δυνατές καθημερινές αλλαγές και καθημερινές τροποποιήσεις του κανονιστικού συστήματος. Στις διεθνείς σχέσεις ένα τέτοιο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης, όπως ήδη τονίστηκε, είναι παντελώς αδιανόητο λόγω ετερότητας των κοινωνιών των κρατών-μελών του διεθνούς συστήματος, γεγονός που αποτελεί ένα ακόμη σοβαρό λόγο που καθιστά την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία το καθεστώς των διεθνών σχέσεων οι αρμοδιότητες του οποίου εξαντλούνται στα ζητήματα διακρατικής τάξης. Δηλαδή, ελλείψει ενός παγκόσμιου κοσμοθεωρητικού πλαισίου, μιας εφικτής παγκόσμιας διαδικασίας καθιέρωσης κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών και ενός συστήματος παγκόσμιας διανεμητικής δικαιοσύνης, το βάρος προσδιορισμού των διεθνών σκοπών και των διανεμητικών συνεπειών της χρήσης ισχύος στην διεθνή πολιτική αποτελεί προνόμιο των κρατών στο πλαίσιο των διεθνών θεσμών τους οποίους από καιρό ίδρυσαν[58]. Στο σημείο αυτό, ακριβώς, είναι χρήσιμο να τονιστούν μερικές πολύ συγκεκριμένες πτυχές.

8. Σύνορα και οριοθετήσεις μεταξύ διεθνούς-διακρατικής και παγκόσμιας ή κοσμοπολίτικης δικαιοσύνης. Ορισμός του αναθεωρητικού κράτους.

 Όπως αναφέρθηκε μόλις, η οντολογικά θεμελιωμένη φύση του διεθνούς συστήματος όπως ενσαρκώνεται στο καθεστώς της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας εξ αντικειμένου περιορίζει τις αρμοδιότητες των διεθνών θεσμών στα ζητήματα διακρατικής τάξης. Το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς θεσμοί, εν ολίγοις, αφορούν την διεθνή τάξη όπως ιστορικά προσδιορίστηκε από τις σχέσεις ισχύος και όχι κάποια τάξη εμπεδωμένη σε κριτήρια κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένης δικαιοσύνης. Εν τούτοις, παρά το γεγονός ότι η διεθνής τάξη είναι προϊόν βίας και ισχύος, σε πρώτη τουλάχιστον φάση –και μέχρι να εξαλειφτούν τα αίτια πολέμου– τα κράτη έκριναν από κοινού ότι τα συμφέρει να γίνονται σεβαστές οι συνθήκες που επέτρεψαν την εγκαθίδρυσή τους και που οριοθέτησαν την μεταξύ τους κυριαρχία[59]. Έκριναν επίσης ότι τα συμφέρει να επιλύουν τυχόν διασυνοριακές διαφορές με ειρηνικά μέσα.

            Υπό αυτό το πρίσμα το πρόβλημα της αλλαγής στην διεθνή πολιτική είναι αναμφίβολα το πλέον κρίσιμο της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων και της διεθνούς πολιτικής δράσης. Πέραν την αριστουργηματικής ανάλυσης του Robert Gilpin[60], θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το γεγονός της συχνής προσφυγής στην βία ερμηνεύεται –τουλάχιστον στο επίπεδο της αξιολογικά ελεύθερης θεωρίας–, μάλλον εύκολα: Μερικά κράτη υπερασπίζονται την διεθνή τάξη και μερικά άλλα επειδή κατά βάση είναι ηγεμονικά και αναθεωρητικά[61], επιδιώκουν να επιφέρουν αυθαίρετες μονομερείς αλλαγές της ισχύουσας τάξης. Το ποια είναι αναθεωρητικά κράτη και ποια όχι, είναι επίσης εύκολο να οριστεί: Αναθεωρητικό είναι το κράτος που αξιώνει διεθνείς αλλαγές και ταυτόχρονα αρνείται την προσφυγή στους διεθνείς θεσμούς. Η αντιμετώπιση ενός τέτοιου αναθεωρητικού κράτους από το φιλειρηνικό κράτος εξαρτάται από την ικανότητα του τελευταίου να επιτύχει αποτρεπτική ισορροπία δυνάμεων (στρατιωτική, διπλωματική, συμμαχική, ιδεολογική, επικοινωνιακή, κτλ). Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διεθνείς θεσμοί δεν έχουν απαντήσεις πέραν του ποια είναι η τάξη σε αναφορά με τις υφιστάμενες Συνθήκες και αυτό μόνο όταν δέχονται την επιδιαιτησία τα εμπλεκόμενα κράτη. Δεν έχουν απαντήσεις επίσης όταν μεταξύ των κρατών που εμπλέκονται υπάρχουν μεγάλες δυνάμεις που αξιώνουν διεθνείς αλλαγές ελέω ισχύος[62]. Ούτως ή άλλως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ακόμη και στις περιπτώσεις που «κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια» δεν είναι δυνατό να υπάρξει νόμιμη και νομιμοποιημένη απόφαση κάποιων για το πότε, πως και σε ποια έκταση ασκείται διεθνής βία. Μια τέτοια άσκηση διεθνούς βίας, τονίστηκε ήδη, προϋποθέτει προγενέστερη συλλογική απόφαση των κρατών του διεθνούς συστήματος για τις εξαιρέσεις έκτακτης ανάγκης. Η λύση λήψης μιας τέτοιας απόφασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μόνο εάν και όταν συμφωνούν τα πέντε ισχυρά μόνιμα μέλη (στη βάση των δικών τους κριτηρίων και συμφερόντων που προσδιορίζει την θέση τους για το πότε «κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια») αποτελεί αναμφίβολα επισφαλή αν όχι –με ιστορικούς λόγους– εφήμερη βάση λειτουργίας των θεσμών συλλογικής ασφάλειας που αντιβαίνει στο πνεύμα και γράμμα του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ περί διακρατικής ισοτιμίας και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

            Με ιστορικούς όρους, παρατηρείται ότι σε πρώτη, φάση τα κράτη συμφώνησαν στους θεμελιώδεις προσανατολισμούς οργάνωσης των διακρατικών σχέσεων που θέτουν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου περί διακρατικής ισοτιμίας, μη επέμβασης και εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας. Σε δεύτερη φάση, δηλαδή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και της μεταψυχροπολεμικής εποχής, παρατηρείται ότι τα κράτη αποτυγχάνουν να συμφωνήσουν για το πότε, πως και σε ποια έκταση η συλλογική ασφάλεια θα ενεργοποιείται για να αντιμετωπιστούν οι αξιώσεις διεθνών αλλαγών της ισχύουσας διακρατικής τάξης όπως αυτή προσδιορίζεται από τις διεθνείς Συνθήκες. Αυτή η ουσιώδης αποτυχία, όπως υποστηρίχθηκε πιο μπροστά, οφείλεται στην όξυνση και διαιώνιση των αιτιών πολέμου στις διακρατικές σχέσεις (άνιση ανάπτυξη, ηγεμονικές συγκρούσεις, αντιμετώπιση των διεθνικών φαινομένων κτλ). Όπως είναι λογικό, η αντιμετώπιση των αιτιών πολέμου δεν είναι εύκολη επειδή απαιτούνται απαντήσεις για την ανακατανομή του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο και τις δικαιακές προϋποθέσεις μιας τέτοιας ανακατανομής, καθώς και απαντήσεις για τις κοσμοθεωρητικές και ηθικοκανονιστικές παραδοχές μιας τέτοιας ανακατανομής. Δεν είναι εύκολη, επίσης, λόγω διαιωνιζόμενων επαναστατικών αξιώσεων διεθνούς εξομοίωσης οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους είναι ασύμβατες με τις προαναφερθείσες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Για να το θέσουμε διαφορετικά, η εξάλειψη των αιτιών πολέμου και ιδιαίτερα της άνισης ανάπτυξης μεταξύ κρατών και περιφερειών μπορεί να γίνει είτε στο πλαίσιο μιας αυστηρής τήρησης του πνεύματος και του γράμματος του διεθνούς δικαίου στο πλαίσιο ενός συστήματος παγκόσμιας αλληλεγγύης[63] είτε στο πλαίσιο μιας νέας αντίληψης του «πολιτικού» όπου η έννοια της κυριαρχίας και του δικαίου στις διεθνείς σχέσεις θα είναι παντελώς διαφορετική –αν όχι κάθετα-ριζικά διαφορετική– σε σύγκριση με το ισχύον διεθνές δίκαιο και τους οργανισμούς συλλογικής ασφάλειας που εδράζονται στο «σύστημα της Βεστφαλίας»[64]. Αν ήταν εφικτό να εξαλειφτούν τα αίτια πολέμου θα υπήρχαν ενδεχομένως οι προϋποθέσεις ανάπτυξης μιας διαδικασίας προσδιορισμού διακρατικής δικαιοσύνης όταν τα κράτη διαφωνούν για την ισχύουσα τάξη. Θα μπορούσαν επίσης να προχωρήσουν στην καθιέρωση διακρατικών δικαστικών οργάνων ή ακόμη και εκτελεστικών οργάνων που θα επίλυαν προβλήματα διεθνούς τάξης. Και στην περίπτωση αυτή, εν τούτοις, δεν θα υπήρχε απάντηση ως προς ορισμένα ζητήματα, όπως για παράδειγμα τα αιτήματα μεγάλων κοινωνιών (όχι μειονοτήτων, όπως θέλουν να υποστηρίζουν ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις στην υπηρεσία των ηγεμονικών αξιώσεων[65]) που διεκδικούν συλλογική ελευθερία και πολιτική κυριαρχία. Το επόμενο και εξ ορισμού ανέφικτο στάδιο είναι να υπάρξει μια παγκόσμια δικαιοσύνη την οποία πολλοί συγχέουν με το προαναφερθέν συγκριτικά πολύ ευκολότερο ενδεχόμενο συμφωνίας για τις δικαιακές ρυθμίσεις της διακρατικής τάξης (δηλαδή το πώς θα εφαρμόζεται το διεθνές δίκαιο και θα συμφωνούνται διεθνείς αλλαγές με ειρηνική επίλυση των διαφορών μέσω προσφυγής στους ισχύοντες διεθνείς θεσμούς). Δυστυχώς, για το θέμα αυτό υπάρχει έλλειμμα πειθαρχίας όσον αφορά τους όρους, τις έννοιες και τις ηθικοπρακτικές προεκτάσεις όσον αφορά το ζήτημα του δικαίου και της δικαιοσύνης στο διεθνές σύστημα. Κυρίως λόγω επηρεασμού των αναλύσεων από διεθνιστικές-κοσμοπολίτικες αντιλήψεις όσον αφορά την οργάνωση του παγκόσμιου χώρου, πολλές αναλύσεις αφενός συγχέουν την διεθνή-διακρατική δικαιοσύνη (που αφορά ακριβώς τους όρους και τις προϋποθέσεις διακρατικής συμφωνίας για τις αλλαγές της ισχύουσας τάξης) με μια ανύπαρκτη και ανέφικτη –αν όχι φανταστική– κοσμοπολίτικη δικαιοσύνη που συχνά συνδέεται με μια εξίσου ανύπαρκτη και ανέφικτη παγκόσμια κοινωνία. Η τελευταία είναι ανύπαρκτη και ανέφικτη α) επειδή προϋποθέτει παγκόσμια κοινωνική ενότητα, β) επειδή απαιτεί παγκόσμιο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης και γ) επειδή προσκρούει στις αξιώσεις ελευθερίας-κυριαρχίας και διακριτής ύπαρξης των ετερογενών και ανομοιογενών κοινωνιών του πλανήτη.

            Τα αίτια τέτοιων αντιλήψεων κατά κύριο λόγο οφείλονται στην αδυναμία κατανόησης της βαθύτατης σημασίας των διαφορών μεταξύ της σημερινής υπαρκτής αλλά «ασταθούς διακρατικής τάξης», της εξαιρετικά δύσκολης –και πιθανής μόνο στο πολύ μακρινό μέλλον όταν θα εξαλειφτούν τα αίτια πολέμου– «σταθερής διακρατικής τάξης» (η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει έτσι σε μια «κοινότητα κρατών»), της σταθερής διακρατικής τάξης που θα συνοδεύεται από αντιμετώπιση των αιτιών πολέμου (η οποία ενδεχομένως θα οδηγούσε στην ύπαρξη μιας «κοινωνίας κυρίαρχων κρατών») και της παγκόσμιας κοσμοπολίτικης δικαιοσύνης που υπάρχει μόνο στην φαντασία ή στο οπλοστάσιο των αξιώσεων ισχύος των ηγεμονικών κρατών. Η τελευταία, προϋποθέτει τόσο μια παγκόσμια κοινωνική ενότητα όσο και μια ανατροπή του συστήματος εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας και επειδή αυτό είναι ανέφικτο το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα είναι η επιστροφή σε συστήματα και παραδοχές παγκόσμιας ηγεμονικής-αυτοκρατορικής τάξης. Διατρέχοντας την διεθνή βιβλιογραφία γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα αίτια για αυτές τις θεμελιώδεις συγχύσεις βρίσκονται σε αξιολογικά-κανονιστικά προστάγματα μερικών αναλυτών οι οποίοι παρακάμπτουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του διακρατικού συστήματος και του οντολογικά θεμελιωμένου –στην ετερότητα και στις αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας– καθεστώτος ρύθμισής του. Έτσι μόνο ερμηνεύονται, εξάλλου, οι συχνές απελπισμένες παλινδρομήσεις μερικών αναλύσεων μεταξύ εκκλήσεων υπέρ ενός ουτοπικού-απολιτικού παγκόσμιου αλτρουισμού και εκκλήσεων υπέρ ηγεμονικών επιλογών «του λιγότερο κακού», των θέσεων «ότι η επιτυχία του ισχυρότερου δημιουργεί (διεθνές) δίκαιο» ή των θέσεων που ουσιαστικά ισοδυναμούν με παραδοχή πως παρά την απουσία παγκόσμιου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης ή κριτηρίων διακρατικής δικαιοσύνης κάποια ισχυρά κράτη είναι προικισμένα με μεταφυσικές ιδιότητες προσδιορισμού των κριτηρίων μιας παγκόσμιας δικαιοσύνης. Τέτοιες παραδοχές δεν αποτελούν ασφαλώς βάση σοβαρής ακαδημαϊκής ή ακόμη και πολιτικής συζήτησης, δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική ή σοβαρό διάλογο και αποτελούν ουσιαστικά την ύστερη εκδοχή της «πολιτικής θεολογίας των διεθνών σχέσεων».

            Ηθικοκανονιστικές δομές στερημένες θεμελιωδών κοσμοθεωρητικών θεμελίων και κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών είναι βασικά αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «διεθνοεθνικιστικός σοβινισμός» που αποτελεί και τον μεγαλύτερο εχθρό του διεθνούς δικαίου και ταυτόχρονα το μεγαλύτερο αίτιο πολέμου στην ιστορία των διεθνών σχέσεων. Ουσιαστικά, οι αξιώσεις για υπέρβαση της κρατικής κυριαρχίας –για παραβίαση δηλαδή της συλλογικής ελευθερίας των πολιτικά κυρίαρχων κοινωνιών– χωρίς να έχουν προηγουμένως προσδιοριστεί από τους διεθνούς θεσμούς επακριβώς οι περιστάσεις εξαιρέσεων έκτακτης ανάγκης για κάτι τέτοιο αποτελεί ευθεία και αναιτιολόγητη ηγεμονική αξίωση ισχύος. Δεν θα μπορούσε να είναι τυχαίο το γεγονός ότι συνήθως οι ακαδημαϊκές και πολιτικές καταβολές αυτών των παραδοχών άμεσα ή έμμεσα βρίσκονται σε ισχυρά-ηγεμονικά κράτη.

            Η ύστερη εκδοχή αυτών των αξιώσεων ισχύος είναι αναμφίβολα το φαινόμενο επικλήσεων υπέρ μιας παγκόσμιας εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με χειραγώγηση –ή εξ ολοκλήρου παράκαμψη– των διεθνών θεσμών από τις κυρίαρχες δυνάμεις στη βάση αυθαίρετα προσδιορισμένων σκοπών και μέσων και κυρίως χωρίς προηγουμένως να έχουν συμφωνηθεί είτε οι τρόποι αντιμετώπισης των αιτιών πολέμου είτε οι περιστάσεις εξαιρέσεων έκτακτης ανάγκης άσκηση διεθνούς βίας. Έτσι, ουσιαστικά, συχνά διεθνολόγοι επιστημονική αποστολή των οποίων είναι να εκφέρουν θεωρήσεις που είναι αυστηρά συμβατές με το ηθικά αμάχητο κριτήριο της συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας, εμφανίζονται να συνηγορούν πολιτικά υπέρ της αποδυνάμωσης ή και της κατεδάφισης του πολιτικού πολιτισμού των διακρατικών σχέσεων όπως συνοψίζεται στις θεμελιώδεις αρχές της μη επέμβασης, της διακρατικής ισοτιμίας και του δικαιώματος εσωτερικής αυτοδιάθεσης. Χωρίς αναλύσεις και εκτιμήσεις απόλυτα συμβατές με το πνεύμα και το γράμμα αυτών των θεμελιωδών αρχών όχι μόνο η μελέτη του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών δεν έχει μέλλον αλλά επιπλέον όπως και στο παρελθόν οι αναλυτές θα διολισθαίνουν σε κοσμοπολίτικους παραλογισμούς ποικίλων βαθμίδων και θα καθίστανται μέσον εκπλήρωσης των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος.

            Στην πλάστιγγα των διεθνολογικών αναλύσεων το κριτήριο αξιολόγησης της επιστημονικής ποιότητας δεν είναι αριθμητικό αλλά ποιοτικό. Όταν στον ένα δίσκο των διεθνολογικών αναλύσεων βρίσκεται έστω και ένας από τους ταγούς των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος και του διεθνούς δικαίου –Θουκυδίδης, Carr,Morgenthau, Waltz, Bull, Gilpin, Wight, Κονδύλης– χρειάζονται στον άλλο δίσκο εκατομμύρια κείμενα για να ανατραπεί η ισορροπία των διεθνολογικών και πολιτικών αναλύσεων και αυτό πάντοτε προσωρινά και τοπικά. Αν μη τι άλλο, στον πρώτο δίσκο βρίσκονται σε τελική ανάλυση οι ίδιες οι κοινωνίες, η αδάμαστη αξίωση κυριαρχίας-ελευθερίας των οποίων καθιστά εφήμερες και σε τελική φάση ουτοπικές τις ηγεμονικών καταβολών ή ηγεμονικής κατάληξης κοσμοπολίτικες παραδοχές υπέρ της αναστροφής του ιστορικού ρου που καθιέρωσε και ενισχύει την κρατική κυριαρχία ως θεσμό μέσο του οποίου οι ετερογενείς και ανομοιογενείς κοινωνίες διεξάγουν κυρίαρχο-ανεξάρτητο συλλογικό βίο (και στην βάση του οποίου το δόγμα εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας καθιερώνει και αναπτύσσει τις αρχές, τους κανόνες και το καθεστώς διεθνούς οργάνωσης και διεθνών συναλλαγών).

 

9. Ασυμμετρία υποκειμενικών κινήτρων και κοινωνικά προσδιορισμένης πράξης  

 Συνάγεται η επιστημονικά θεμελιωμένη και αξιολογικά ελεύθερη διεθνολογική ανάλυση είναι ολωσδιόλου ασύμβατη με κοσμοπολίτικες και διεθνιστικές παραδοχές. Όσον αφορά την ανάλυση του διεθνούς δικαίου και των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας πιο συγκεκριμένα, η διεθνολογική ανάλυση δεν μπορεί να μην συνεκτιμήσει το γεγονός ότι σκοπός των διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων παραδοχών –τουλάχιστον ίσαμε τις ακραίες αναλυτικές τους συνέπειες–, είναι η υπονόμευση ή και η κατάργηση των οντολογικά θεμελιωμένων –στις αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας-κυριαρχίας– εθνικών-κρατικών δομών. Εν τούτοις, ουκ ολίγες θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων με ευκολία υιοθετούν τέτοιες παραδοχές όταν ισχυρίζονται ότι χωρίς αντικειμενικά κριτήρια συμφωνημένα μεταξύ των κρατών σε ισότιμη βάση μπορούν αιτιολογηθεί υπέρβαση ή παράκαμψη των εθνικών-κρατικών συστημάτων τάξης και διανεμητικής δικαιοσύνης. Τέτοια φαινόμενα δεν είναι νέα στην ιστορία των ιδεών. Οι εναλλαγές μεταξύ θεολογίας και πολιτικής θεολογίας που αγνοώντας την ανθρώπινη οντολογία συνύφαιναν μεταφυσικού χαρακτήρα ιδέες με κάποιο αυθαίρετα προσδιορισμένο δέον είναι το πιο σύνηθες φαινόμενο στην ανθρώπινη ιστορία: τον μεταφυσικό διαμέσου της θείας πρόνοιας ορισμό του κανονιστικού δέοντος κατά τον Μεσαίωνα διαδέχτηκε η πολιτική θεολογία των νεότερων χρόνων, που κατά περίπτωση συνέδεε κάποια φυσική αιτιώδη αναγκαιότητα με κάποιο εξίσου μεταφυσικά προσδιορισμένο κανονιστικό δέον. Η πιο ήπια εκδοχή της νεωτερικής πολιτικής θεολογίας είναι η εταιρική κοσμοθεώρηση περί δυνατοτήτων οργάνωσης του κοινωνικοπολιτικού βίου σ’ εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο με βάση μια αυθαίρετα προσδιορισμένη «ορθολογική» νομικοπολιτική δομή, απόρροια ιδεών κάποιου ατόμου ή κάποιων ευφάνταστων φιλοσόφων, οι οποίοι κατ’ ουσία υποτιμούν την σημασία των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών. Προεκτάσεις της είναι οι ποικίλες ακραίες υλιστικές-φυσιοκρατικές εκδοχές του φιλελευθερισμού, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 19ου αιώνα, τα ύστερα παραδείγματα του εξομοιωτικού μαρξισμού και ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός του 20ου αιώνα[66]. Σε μια τέτοια εταιρική νομικοπολιτική δομή που δεν είναι κατ’ ανάγκην κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη οι «ορθολογιστικά» –διάβαζε «ορθά», όπου η «ορθότητα» προσδιορίζεται στη βάση μεταφυσικού χαρακτήρα ηθικοφιλοσοφικών παραδοχών ή απλά των γνωμών του κάθε γράφοντος[67]– σκεπτόμενοι άνθρωποι, συνεχίζει το ίδιο επιχείρημα, θα συμβιώνουν αρμονικά και ειρηνικά ανεξαρτήτως γλώσσας, θρησκείας, κοσμοθεωρητικών παραδοχών, ιστορικής μνήμης και άλλων ορατών ή αόρατων κριτηρίων και παραγόντων που προσδιορίζουν τις ατομικές και συλλογικές κοσμοθεωρίες των κοινωνιών του πλανήτη. Είναι πρόδηλο ότι αν ίσχυε έστω και μερικώς μια τέτοια παραδοχή ο πλανήτης θα είχε από καιρό αλλάξει την ηθικοκανονιστική του δομή: οι διεθνείς θεσμοί θα εφάρμοζαν ευθύγραμμα και χωρίς το παραμικρό πρόβλημα συμπεφωνημένες διατάξεις συγκεκριμένων προνοιών διεθνούς δικαίου, τα κράτη θα τηρούσαν πλήρως τις δεσμεύσεις τους και ενδεχομένως οι άνθρωποι θα αποφάσιζαν πως ο κατακερματισμός του κόσμου σε εθνικά-κρατικά κανονιστικά συστήματα είναι οικονομικά αναποτελεσματικός, δικαιακά προβληματικός και από άποψη τάξης αδιέξοδος. Θα αποφάσιζαν, έτσι, ανεξαρτήτως ύπαρξης πολλών θεμελιωδών κοσμοθεωρητικών στάσεων, τη θεσμική ενοποίηση του κόσμου, δηλαδή τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κράτους ή κάποιου παραπλήσιου θεσμικού συστήματος. Ο Κονδύλης για μία ακόμη φορά στηλιτεύει αυτά τα στοχαστικά σφάλματα γράφοντας:

«Οι ορθολογιστικές προκαταλήψεις των πραγματιστών τούς εμποδίζουν να κατανοήσουν την ανυπέρβλητη ασυμμετρία ανάμεσα στα υποκειμενικά κίνητρα και στην αντικειμενική λειτουργία της κοινωνικά προσδιορισμένης πράξης. Συνάμα, η κανονιστική τους θεώρηση προσπαθεί να αντλήσει από ένα πραγματικό δεδομένο (δηλαδή την πρακτική καταγωγή και λειτουργία των ιδεών) ένα λυτρωτικό δέον, πράγμα όμως που δεν θα το επιτρέψει ποτέ η παραπάνω ασυμμετρία. Οι πραγματιστές και οι “κριτικοί” τους επίγονοι θα όφειλαν να θέσουν στον εαυτό τους το απλό ερώτημα γιατί οι άνθρωποι δεν σκέφτηκαν πολύ πρωτύτερα αυτή την τόσο πρόδηλη συνταγή για την εξομάλυνση των συγκρούσεών τους και την εξασφάλιση της ευτυχίας τους – και επίσης γιατί, τώρα πια που τους έχει φανερωθεί η σοφία των πραγματιστών, δεν συμμορφώνονται μ’ αυτή»[68].

 Στο σημείο αυτό αρκεί να τονιστεί πως κάθε εξομοιωτική κοσμοθεωρία από το ένα άκρο στο άλλο και σ’ όλες τις πιθανές ενδιάμεσες αποχρώσεις προτάσσει κάποιες ηθικοκανονιστικές παραδοχές –αδιάφορο το περιεχόμενό τους, γιατί μορφικά είναι πανομοιότυπες–, τις οποίες οι άνθρωποι καλούνται να υπερθέσουν στην Υπαρκτική ετερότητά τους, στις δικές τους δηλαδή θεμελιώδεις κοσμοθεωρίες, στα δικά τους ανθρωπολογικά πιστεύω και στους επιμέρους κοινωνικά προσδιορισμένους σκοπούς μιας εκάστης κοινωνίας. Οι αναλύσεις διεθνών σχέσεων ανεξαρτήτως πειθαρχίας στην οποία ανήκουν δεν δύνανται να παρακάμψουν ή να παραβλέψουν αυτό τον στοχαστικό και πολιτικό παραλογισμό επειδή το πρόβλημα που δημιουργούν εισέρχεται στον πυρήνα του διεθνολογικού προβληματισμού και επηρεάζει όλα τα ζητήματα της θεωρίας διεθνών σχέσεων: τον ρόλο της εθνικής-κρατικής κυριαρχίας, το κατά πόσο το εθνικό-κρατικό γίγνεσθαι είναι αντιστρέψιμο προς όφελος μιας υπερεθνικής δομής, τις παραδοχές μιας οποιασδήποτε υπερεθνικής δομής, τις νομιμοποιητικές βάσεις των διεθνών θεσμών, τις δυνατότητες ειρηνικής επίλυσης των διαφορών όταν συγκρούονται ζωτικά συμφέροντα, την αποτελεσματικότητα του διεθνούς δικαίου, την αποτελεσματικότητα των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας και την δυνατότητα εξαιρέσεων στον κανόνα της μη επέμβασης στα εσωτερικά των κρατών. Πολύ περισσότερο από οποιοσδήποτε άλλο κοινωνικό επιστήμονα ο διεθνολόγος απαιτείται να πάρει στα σοβαρά τη διχοτόμο που δημιουργούν οι δύο αντιθετικές και συνάμα θανάσιμα εχθρικές κοσμοθεωρητικές παραδοχές:Από τη μια πλευρά, επαναλαμβάνεται, βρίσκονται οι εξομοιωτικές αξιώσεις –πάντοτε ηγεμονικές και στις συνέπειές τους αυτοκρατορικές–, οι οποίες αποσκοπούν στην κοινωνικοπολιτική ενοποίηση όλων των ετερογενών κοινωνιών του πλανήτη, προκαλώντας έτσι την αντίστασή τους, συγκρούσεις,  καταστροφές και εκατόμβες. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται η επιτυχής αντίσταση των κοινωνιών στις ηγεμονικές αξιώσεις που τους τελευταίους αιώνες προκάλεσε την ανάδειξη του έθνους-κράτους και της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας ως καθεστώτος των διεθνών σχέσεων –από το οποίο απορρέουν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου για μη επέμβαση, διακρατική ισοτιμία και εσωτερική αυτοδιάθεση– και δημιούργησε το σύγχρονο διακρατικό σύστημα.

Αυτό το διακρατικό σύστημα όμως δεν αποτελείται από κράτη ίσης ισχύος, ίσης ανάπτυξης και ίσου μεγέθους. Η άνιση ανάπτυξη, η άνιση ισχύς και οι απορρέουσες ηγεμονικές-επαναστατικές αξιώσεις διεθνών αλλαγών και οι αξιώσεις για ποικίλες άλλες αλλαγές και αναπροσαρμογές του κυριαρχικού καθεστώτος, προκαλούν αίτια πολέμου, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις. Μεταξύ λοιπόν του υπαρκτού συστήματος κρατών όπως αναδύθηκε από τους Νέους Χρόνους και τον Ψυχρό Πόλεμο και ενός συστήματος όπου θα εφαρμόζονται οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως μόλις διατυπώθηκαν, παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου (βλ. τον παρεμβαλλόμενο πίνακα που σχηματοποιεί την εξέλιξη του συστήματος και τα αίτια πολέμου). Η ειρήνη-σταθερότητα είναι ακριβώς εξαρτημένη μεταβλητή των αιτίων πολέμου, των οποίων μόνο η εξάλειψη μπορεί σταθεροποιήσει τόσο ηθικά κριτήρια εξωτερικής πολιτικής όσο και τις διακρατικές σχέσεις. Κατά συνέπεια, ένα σχεδίασμα οντολογικά θεμελιωμένων ηθικών  κριτηρίων στις διακρατικές σχέσεις όπως αυτό που επιχειρείται εδώ και σε άλλες αναλύσεις του υπογράφοντος είναι ενδεχομένως εφικτό, χωρίς όμως προς στιγμήν να διαφύγει την προσοχή πως η εφαρμογή τους βρίσκεται –και μάλλον θα συνεχίσει να βρίσκεται επί μακρόν– υπό την αίρεση των αιτίων πολέμου που καθημερινά αναστέλλουν την πλήρη εφαρμογή τους[69].

__________

[1] Edward H. Carr, Η Εικοσαετής Κρίση, Εισαγωγή στην Μελέτη των διεθνών σχέσεων. Εκδόσεις Ποιότητα: Αθήνα 2000.

[2] Η ανάπτυξη της διεθνούς πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες προκάλεσε άνθηση των αναλύσεων διεθνών σχέσεων. Όμως δεν είναι όλα επιστημονικά με την έννοια της συστηματικής και αξιολογικά ελεύθερης αναζήτησης αλληλένδετων αιτιωδών νόμων, αποτελεσμάτων και ερμηνειών.

[3] Για το ζήτημα της επιστημονικής ταυτότητας του «πολιτικού ρεαλισμού» υπάρχουν μεγάλες παρανοήσεις και συχνά σκόπιμες στρεβλώσεις. Υποστηρίζεται ότι ο πολιτικός ρεαλισμός ως προέκταση της θουκυδίδειας παράδοσης αποτελεί, βασικά, αξιολογικά ελεύθερη ανάλυση του γεγονότος ότι λόγω ύπαρξης αιτιών πολέμου –τα οποία υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας εμποδίζουν την εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου περί μη επέμβασης, της διακρατικής ισοτιμίας και του δικαιώματος εσωτερικής αυτοδιάθεσης–, οι δρώντες του διεθνούς συστήματος απαιτείται να γνωρίζουν ότι «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος προσαρμόζεται». Προχωρεί επιπλέον να εξετάσει τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ εξαρτημένων μεταβλητών της διεθνούς πολιτικής και του ευρέως φάσματος ανεξάρτητων μεταβλητών που επηρεάζουν την συμπεριφορά των κρατών και άλλων διεθνών δρώντων υπό συνθήκες διεθνούς αναρχίας.

[4] Η έννοια της πολιτικής φιλοσοφίας των διεθνών σχέσεων διαδόθηκε με ιδιαίτερη ένταση και βρίσκεται στην αιχμή των διεθνολογικών συζητήσεων μετά την κυκλοφορία του έργου του Martin Wight το 1992 (στα ελληνικά ως Διεθνής Θεωρία, τα τρία ρεύματα σκέψης, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 1998), ο οποίος την όρισε ως την μελέτη της πολιτικής στις διεθνείς σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, παρατήρησε αναφερόμενος στην αριστοτελική παράδοση μελέτης της πολιτικής, σημαίνει «την διατύπωση θεωριών για το κράτος, την εξουσία, τις πηγές και τα όρια της ισχύος, τις πηγές του δικαίου και των πολιτικών υποχρεώσεων, καθώς και τη φύση της ελευθερίας και των δικαιωμάτων. Διεθνής θεωρία είναι αντίστοιχα ο τομέας έρευνας που αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών, τα προβλήματα των υποχρεώσεων που ανακύπτουν από την απουσία, σ’ αντίθεση με την κατάσταση που επικρατεί στο εσωτερικό των κρατών, διεθνούς κυβέρνησης, τη φύση της κοινότητας, μέλη της οποίας είναι τα κράτη, και τις αρχές της εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, διεθνής θεωρία, είναι η πολιτική φιλοσοφία των διεθνών σχέσεων». Υπό αυτό το πρίσμα η ανάλυση του διεθνούς δικαίου θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της διεθνούς θεωρίας, γεγονός που ερμηνεύει την συμπερίληψη σημαντικών κεφαλαίων διεθνούς δικαίου στα κείμενα ταγών του κλάδου όπως ο Carr, Bull, Morgenthau, Aron και Wihgt. Το γεγονός ότι πολλά κείμενα διεθνούς δικαίου παρακάμπτουν ή παραβλέπουν τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος και τα συναφή ζητήματα πολιτικής φιλοσοφίας του δικαίου είναι και το μεγάλο πρόβλημά τους που συχνά οδηγεί σε νομικίστικες και μονοδιάστατες ερμηνείες.

[5] Τονίζεται η διακρατική διάσταση επειδή οι διεθνείς θεσμοί κάθε μορφής είναι εκ της φύσεώς τους εξαρτημένες μεταβλητές. Τέτοιοι θεσμοί μπορούν κάλλιστα να είναι «υπερεθνικοί» με την έννοια των συμφωνιών μεταξύ των κυρίαρχων κρατών για διακρατικές δεσμεύσεις που μπορούν να ενσωματώνονται στο εθνικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενης χώρας. Τα κράτη μπορούν επίσης να ορίζουν διεθνείς θεσμούς επιτήρησης και εφαρμογής αυτών των δεσμεύσεων. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Οι διεθνείς θεσμοί δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητες μεταβλητές επειδή δεν υπάρχει στο διεθνές επίπεδο δυνατότητα κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών. Για να μιλήσουμε με όρους της θεώρησης αναλυτών όπως οι Hedley Bull και Martin Wight, τέτοιοι σκοποί μπορούν να προκύψουν ως κοινοί διακρατικοί σκοποί της «κοινότητας των κρατών»

[6] Διεθνώς, υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες θεσμοί παραγωγής προτάσεων πολιτικής που χρηματοδοτούνται από κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμούς και άλλες ενδεχομένως μη διαφανείς υπηρεσίες. Οι θεσμοί αυτοί αν και δεν πληρούν τα αυστηρά κριτήρια επιστημονικών θεμελιώσεων που απαιτεί μια ακαδημαϊκή μελέτη χαλαρώνουν ολοένα και περισσότερο τα σύνορα μεταξύ της αμιγώς επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων και των στρατευμένων πολιτικών θέσεων. Ένα άλλα μεγάλο πρόβλημα, επίσης, είναι εισροή ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων σε καθαυτό ακαδημαϊκές αναλύσεις που εξ αντικειμένου αποδυναμώνουν την επιστημονική τους βάση.

[7] Θεωρώ άσκοπο ακόμη και να παραπέμψω στις ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις επαναστατικής-εξομοιωτικής και κριτικής έμπνευσης που στην βιβλιογραφία αυτό-ονομάζονται ως οντολογικά θεμελιωμένες αναλύσεις. Όπως θα γίνει αντιληπτό πιο κάτω, χωρίς να βρίσκεται στον πυρήνα των αναλύσεων η κοινωνική ετερότητα και η συλλογική ελευθερία, η συζήτηση είναι άνευ ουσίας και περιττή. Αυτό γιατί κανείς δεν γνωρίζω να κατέχει κάποιο μαγικό ραβδί μη γενοκτονικής εξάλειψης της ετερότητας των κοινωνικών οντοτήτων και εγκαθίδρυση μιας παγκόσμιας κοσμοθεωρητικής και ηθικής ομοιομορφίας.

[8] Για μια πρώτη δοκιμαστική δική μας συνεισφορά βλ. ανάλυση στο Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό 2003 ό.π. κεφ. 2.1.3.

[9] Η αναγωγή των φιλοσοφικών εννοιών της ελευθερίας και της ετερότητας στις διεθνείς σχέσεις στηρίζεται στις συναφείς στοχαστικές επεξεργασίες του Χρήστου Γιανναρά. Έτσι, η ελευθερία και η κοινωνική ετερότητα ως οντολογικά κατηγορήματα του φιλοσοφικού κεκτημένου νοούνται ως «δυνατότητα τροπικής ανομοιότητας, υπαρκτικής-δημιουργικής ετερότητας της ανθρώπινης υπόστασης ως προς την ομοείδεια της κοινής φύσης» (Γιανναράς 1993, σ. 231). Όπως  και ο ατομικός άνθρωπος, όταν οι ανθρώπινες συλλογικές οντότητες ως συγκροτημένες «κοινωνικές ενώσεις» –με την αριστοτελική και κονδύλεια έννοια του όρου– αξιώνουν συλλογική ελευθερία, χαρακτηρίζονται από ένα σύνολο φυσικών και ψυχικών ενεργειών με συλλογικό «χαρακτήρα μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο» (Γιανναράς 1995, σ. 69). «Το γεγονός της δυναμικά ενεργούμενης ετερότητας σημαίνει-επισημαίνει την ελευθερία του υποκειμένου: τη δυνατότητά του να είναι αυτό που είναι, υπαρκτική ταυτότητα μοναδική, ανόμοια και ανεπανάληπτη, δηλαδή ετερότητα ως προς καθετί που δεν είναι ο εαυτός του – ύπαρξη αδέσμευτη από κάθε αναγκαιότητα γενικού προκαθορισμού, κοινών ιδιωμάτων, εξαρτημένης υπαγωγής, μεταβολής και αλλοίωσης. Ελευθερία είναι το αντίθετο της αναγκαιότητας, άρα το απροκαθόριστο των επιλογών, η δυνατότητα ελέγχου ή και άρνησης των αναγκών, η ετερότητα των ενεργημάτων. Και ετερότητα είναι η ελευθερία υπό την αναγκαία ομοτροπία, την κοινότητα και ομοιομορφία του τρόπου – ελευθερία από προκαθορισμούς ενεργημάτων» (1998, σ. 30, 31).

[10] Για τις ιστορικές και γνωσιολογικές θεμελιώσεις αυτής της πτυχής βλ. Ήφαιστος 2001 (κεφ. 7-9) και 2003 (κεφ. 3)

[11] Όπως θα γίνει κατανοητό πιο κάτω, η θέση αυτή εξυπακούει ότι δεν μπορούν να υπάρξουν επεμβάσεις στο εσωτερικών κρατών. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο, όμως, είναι ο εκ μέρους της «κοινότητας των κρατών» και στο πλαίσιο των διεθνών θεσμών προσδιορισμός των ηθικών κριτηρίων διεθνούς συλλογικής δράσης. Στο πλαίσιο του ΟΗΕ, για παράδειγμα, δεν έγινε κάτι τέτοιο επειδή κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου τα παρεμβαλλόμενα αίτια πολέμου (ηγεμονικές συγκρούσεις) εμπόδισαν μια τέτοια συνεννόηση με αποτέλεσμα η γενική ρήτρα περί «κινδύνων για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» του Κεφαλαίου 7 του Καταστατικού Χάρτη να είναι πρακτικά άχρηστη στη φάση των ηγεμονικών ανταγωνισμών (Ψυχρός Πόλεμος) ή «ανοικτό παράθυρο» ηγεμονικών επεμβάσεων (της δεσπόζουσας δύναμης κατά τη διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής εποχής).

[12] Ένα κλασικό παράδειγμα στο οποίο θα μπορούσαμε να αναφερθούμε όσον αφορά τον ρόλο των ουτοπικών-ιδεαλιστικών ιδεών κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου είναι οι συνέπειες της ουτοπικής σκέψης όπως αναλύθηκαν και ερμηνεύτηκαν στο μοναδικό κείμενο του Edward H. Carr Η Εικοσαετής Κρίση (ό.π.). Ύστερες κραυγαλέες περιπτώσεις είναι οι εκτιμήσεις πολλών ακαδημαϊκών και πολιτικών ηγετών τις τελευταίες δεκαετίες για φαινόμενα όπως η παγκοσμιοποίηση, οι σκοποί της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και οι ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος για ανακατανομές συμφερόντων με πρόσχημα τα ανθρώπινα δικαιώματα και την διεθνή ποινική δικαιοσύνη. Αν και οι μέχρι στιγμής συνέπειες είναι ελάχιστα ορατές χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι, πρώτο, η πολιτική αδυναμία των μελών της ευρωπαϊκής ένωσης που αμφιταλαντεύονται μεταξύ μιας ορθής εθνοκεντρικής αντίληψης περί Ευρώπης των Πατρίδων και μιας ακυβέρνητης Ευρώπης όπου θα αυξάνεται διαρκώς το δημοκρατικό έλλειμμα, και δεύτερον, το πλήγμα κατά του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια της κρίσης του Ιράκ το 2003.

[13] Αυτό το «επιχείρημα» που εξαθλιώνει επιστημονικά τα πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών, τα εισαγωγικά κείμενα διεθνών σχέσεων και τις προσπάθειες να προοδεύσει η επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων, αποτελεί ουσιαστικά υπεκφυγή στην ανάγκη υποβολής των στοχασμών στη βάσανο των λογικών και επιστημονικών ελέγχων. Μια ανάλογη και αντίστοιχη «πλουραλιστική» νοοτροπία στην ιατρική επιστήμη θα μπορούσε να προκαλέσει εκατομμύρια θανάτους στα νοσοκομεία και αυτός ο παραλληλισμός επαρκεί για να κατανοήσει κάποιος τις εκατόμβες της διεθνούς πολιτικής. Τα αίτια αυτής της ποιοτικής υποβάθμισης των διεθνολογικών στοχασμών, κατά την άποψή μου, βρίσκονται στην απροθυμία των κοινωνικά εντεταλμένων –δηλαδή των ακαδημαϊκών δασκάλων– να αφιερωθούν πλήρως στο ασκητικό λειτούργημα της ακαδημαϊκής έρευνας. Ενόψει αυτής απροθυμίας πολλοί βρίσκουν διέξοδο στο άχαρο, άσκοπο και εύκολο μεταπρατικό αναμάσημα σχολών σκέψης, απόψεων, γνωμών και προπαγανδιστικών θέσεων που βρίσκουν εύκολο κάλυμμα πίσω από την ασπίδα της συμβατικής άποψης ότι «πρέπει να ακούονται όλες οι απόψεις».

[14] Ο επαναστατισμός χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια που του αποδίδει ο Martin Wight.

[15] Η οποία, επαναλαμβάνεται, ως αξίωση συλλογικής ελευθερίας-ανεξαρτησίας είναι εξ ορισμού οντολογικό κατηγόρημα.

[16] Μελετώντας την βιβλιογραφία αμφιβάλλω κατά πόσον υπάρχει ένας στους χίλιους διεθνολόγους που να έχουν ποτέ στοχαστεί για τα αίτια απουσίας ενός διεθνούς συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης και τις συνέπειες αυτού του γεγονότος για την λειτουργία των διεθνών θεσμών και της διεθνούς διακυβέρνησης. Ακόμη πιο σημαντικό, η απόλυτη επιστημονική εξαθλίωση είναι γεγονός όταν ακαδημαϊκοί αναλυτές σκόπιμα ή εξ αγνοίας υποστηρίζουν (ηγεμονικούς) ρόλους των διεθνών θεσμών ως να ήταν θεσμοί διεθνούς δικαιοσύνης και όχι θεσμοί διεθνούς τάξης. Στους ίδιους λόγους οφείλεται ο γιγαντιαίος επιστημονικός παραλογισμός που συγχέει θεσμούς όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (που θα μπορούσε να εξελιχθεί προς την κατεύθυνση απόδοσης δικαιοσύνης σε ορισμένους τομείς με την συγκατάθεση των κρατών) και των ad hoc ποινικών δικαστηρίων που υπονομεύουν τόσο την διεθνή τάξη όσο και την ιδέα της διεθνούς δικαιοσύνης.

[17] Αυτή η θέση δεν ισχύει, βεβαίως, αν κάποιος ισχυριστεί βάσιμα ότι σκοπός της ασαφούς, γενικόλογης και αμφιλεγόμενης πρόνοιας του κεφαλαίου 7 περί «κινδύνων για την διεθνή ασφάλεια» έχει ως κύριο σκοπό να καταργήσει την  κυριαρχία και να εγκαθιδρύσει μια υπερεθνική εξουσία. Λαμβάνοντας υπόψη την διαδρομή, πνεύμα και γράμμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας η θέση μας είναι ότι σκοπός είναι η διασφάλιση και όχι η υπονόμευση της κρατικής κυριαρχίας. Επιπλέον, όσον αφορά την σύγκρουση των δύο αντιθετικών αξιώσεων, σημειώνεται ότι αποτελεί και το μεγαλύτερο αίτιο αναποτελεσματικότητας των διεθνών θεσμών όταν για τους ίδιους ακριβώς λόγους είτε αδρανοποιούνται είτε μετατρέπονται σε εξαρτημένη μεταβλητή της ηγεμονικής ισχύος (αντί να διαδραματίσουν τον ρόλο που ιστορικά προορίστηκαν, δηλαδή να είναι εξαρτημένες μεταβλητές της συλλογικής βούλησης των κυρίαρχων κρατών όταν αυτά καταλήγουν σε ρυθμίσεις που αποφασίζονται υπό συνθήκες ισοτιμίας, ισόρροπων διευθετήσεων και ομόφωνων αποφάσεων). Αυτός ο ρόλος, όμως, επαναλαμβάνεται, περιορίζεται ή εξουδετερώνεται λόγω αιτιών πολέμου.

[18] Βλ. ανάλυση στην μονογραφία του γράφοντος Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό 2003 ιδ. κεφ. 3 και 4.

[19] Παραδοσιακές θεωρίες των διεθνών σχέσεων είναι εκείνες που οικοδομούνται έχοντας ως θεμέλιο το παράδειγμα που οριοθετούν οι θουκυδίδειες παραδοχές.

[20] Όπως έχει υποστηριχθεί σε άλλη περίπτωση, δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του ιστορικού που συναγάγει έγκυρα πορίσματα συνέπεια ιστορικών παρατηρήσεων και του διεθνολόγου που για να κατέχει αυτό τον τίτλο απαιτείται να παράγει θεωρήσεις ιστορικά θεμελιωμένες.

[21] Είναι αυτονόητο πως με τη θέση αυτή δεν θεωρούμε όλες τις έξωθεν επιρροές ανεπιθύμητες. Όπως εξηγήσαμε σε άλλη περίπτωση, ο συλλογικός βίος των κοινωνιών υπό συνθήκες ανεξαρτησίας-κυριαρχίας διαπλέκεται ποικιλοτρόπως με τις άλλες κοινωνίες. Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, αναπτύσσει αλληλεξαρτήσεις, εμπλουτίζει τον πολιτισμό της και την οικονομία της διαμέσου ποικίλων συναλλαγών, επιτρέπει εντός ορίων την μετανάστευση για να ενισχύσει την οικονομία ή ακόμη και για να διασφαλιστεί δημογραφικά και συμφωνεί με τα υπόλοιπα κράτη για την από κοινού ενσωμάτωση στην ενδοκρατική κανονιστική δομή δικαιακών διατάξεων οι οποίες είναι συμβατές με τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως είναι ένα πράγμα αυτές οι επιρροές απόρροια ισότιμων διακρατικών συναλλαγών και της σύναψης συμφωνιών σ’ αυτή τη βάση και άλλο πράγμα τα διεθνικά φαινόμενα –για παράδειγμα οι λαθρομετανάστες, οι τρομοκράτες, και άλλα εγκληματικά στοιχεία– που διαφεύγουν των ελέγχων της κυριαρχίας και που αναπόδραστα αποδυναμώνουν τόσο το ενδιαφερόμενο κράτος όσο και τον διακρατικό ορθολογισμό.

[22] Όπως αναφέρθηκε μόλις, είναι αυτονόητο και δεδομένο ότι στο πλαίσιο του συλλογικού βίου κάθε πολιτισμένης κοινωνίας και στο υπόβαθρο της κοινωνικά προσδιορισμένης ελευθερίας (η οποία επιπλέον είναι οροθετημένη από τις υποχρεώσεις του ατόμου απέναντι στο σύνολο) βρίσκονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εφαρμογή των τελευταίων και η συνάρτησή της με την ελευθερία, εν τούτοις, δεν γίνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη και αυτό δεν είναι τυχαίο.

[23] Τα κείμενα του Χρήστου Γιανναρά τα οποία αναφέρω σε άλλο σημείο, είναι κορυφαίες αναλύσεις της διεθνούς βιβλιογραφίας ως προς αυτό τουλάχιστον το θέμα. Πιο συγκεκριμένα, συναρτούν την έννοια της ελευθερίας ως οντολογικό κατηγόρημα με τον κοινωνικά προσδιορισμένο συλλογικό βίο στο εσωτερικό μιας Πολιτείας και εξηγούν-ερμηνεύουν αριστουργηματικά τις διαφορές μεταξύ της κλασικής-αριστοτελικής αντίληψης των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων και ορισμένων κυρίαρχων εταιρικών νεοτερικών αντιλήψεων.

[24] Σ’ αυτό το γεγονός οφείλονται, όπως είναι ευνόητο, οι διαφορετικές θέσεις περί «δημοκρατίας», «ελευθερίας» και «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Όπως σε άλλη περίπτωση υποστηρίξαμε, μετά τον Εμμανουήλ Καντ μόνο ο John Rawls –στοΔίκαιο των λαών– προχώρησε σ’ ένα τουλάχιστον βήμα από τα πολλά που χρειάζονται να γίνουν για να συνδέσει την πολιτική φιλοσοφία περί το κράτος, το διεθνές σύστημα και την διανεμητική δικαιοσύνη με το γεγονός της ετερότητας των κοινωνιών, την αξίωση κυριαρχίας των κρατών και την αντιμετώπιση του φαινομένου του πολέμου και της ειρήνης.

[25] Όπως με ευστοχία επισήμανε ο Martin Wight (Διεθνής Θεωρία), όσο λιγότερα είναι τα μέλη μιας κοινότητας τόσο δυσκολότερο είναι να εξειδικεύσεις κανόνες δικαίου που αποδίδουν δικαιοσύνη σε επιμέρους ανθρώπινες περιστάσεις.

[26] ‘Όπως τονίζεται σε άλλο σημείο, κάτι τέτοιο απαιτεί κοσμοθεωρητική ενότητα των ενδιαφερομένων ανθρώπων εδραιωμένη σε κοινή αξίωση ελευθερίας και σφυρηλάτηση νομιμοποιημένου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης που συνοδεύεται από νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες.

[27] Στο σημείο αυτό, και για να γίνουν αντιληπτοί οι περιορισμοί των διεθνών κανονιστικών δομών, σημειώνουμε το γεγονός ότι το διεθνές δίκαιο δεν έχει κάτι να πει ως προς το κατά πόσο, πως και πότε θα μπορούσε μια μεγάλη κοινωνία (για παράδειγμα οι Κούρδοι ή οι Παλαιστίνιοι) «δικαιούνται» να είναι συλλογικά ελεύθεροι-κυρίαρχοι. Έτσι, βασικά περιορίζεται σε ζητήματα τάξης μεταξύ των ήδη κυρίαρχων κοινωνιών-κρατών.

[28] Κάποιος δεν έχει παρά να ελέγξει πόσες φορές υπήρξαν τέτοιοι έλεγχοι στις διακρατικές διενέξεις της μετά το 1945 περιόδου για να διαπιστώσει πότε και υπό ποιες συνθήκες υπήρξε κατασταλτικός έλεγχος των (διεθνών) υποχρεώσεων-δικαιωμάτων. Στις ενδοκρατικές σχέσεις κάθε βιώσιμης πολιτείας, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι έλεγχοι, οι κυρώσεις και η απόδοση δικαιοσύνης όπως κατά περίπτωση ορίζεται από το ηθικοκανονιστικό σύστημα είναι καθημερινό φαινόμενο, πολλών επιπέδων, πολλών και λεπτών αποχρώσεων και υπό συνεχή μετεξέλιξη.

[29] Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όσον αφορά τον ενδοκρατικό συλλογικό βίο.

[30] Έτσι, επί μισό περίπου αιώνα ο ΟΗΕ ως σύστημα συλλογικής ασφάλειας αδρανοποιήθηκε παντελώς ενώ κατά την μεταψυχροπολεμική εποχή υπονόμευσε την συλλογική ασφάλεια με το να μετατραπεί σε όργανο αυθαίρετων ηγεμονικών επεμβάσεων εάν και όταν τα μόνιμα μέλη συμφωνούσαν. Για το θέμα αυτό βλ. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ιδ. κεφ. 7 όπου και γίνονται περιπτωσιολογικές αναφορές σε σχέση με την επέμβαση στο Ιράκ το 2003.

[31] Περιττό να επαναλάβω αυτό που υποστήριξα σε έκσταση σε άλλη περίπτωση, ότι δηλαδή στην ούτως καλούμενη επιστημονική μελέτη των διεθνών σχέσεων επικρατεί απόλυτη αναρχία όρων και εννοιών όσον αφορά φράσεις όπως «διεθνής κοινότητα», «διεθνής κοινωνία», «παγκόσμια κοινωνία», «κοινωνία κρατών», «κοινότητα κρατών», «διεθνής δικαιοσύνη», «παγκόσμια δικαιοσύνη» και «συλλογική ασφάλεια» (βλ. περαιτέρω αναφορές στο ζήτημα αυτό πιο κάτω).

[32] Για την πιο εμπεριστατωμένη, τολμηρή και βάσιμη ανάλυση που αναλύει την «κοινωνία των λαών» βλ. Rawls J., Το δίκαιο των λαών (Ποιότητα, Αθήνα 2003). Οι θεωρήσεις του Hedley Bull (Άναρχη κοινωνία, Ποιότητα, Αθήνα 2000) είναι επίσης συναφείς με την παρούσα ανάλυση επειδή εντάσσει την έννοια της κοινότητας των κρατών στο γεγονός του άναρχου χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και των αιτιών πολέμου. Εκτιμώ, όμως, ότι ο λόγος για τον οποίο ο Bull, όπως ο ίδιος εξηγεί, δεν προχώρησε στην εξέταση ζητημάτων φιλοσοφίας του δικαίου στις διεθνείς σχέσεις, οφείλεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα στον αγγλοαμερικανικό στοχαστικό χώρο όπου η συντριπτική πλειονότητα των νομικών διεθνολόγων και των διεθνολόγων των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος είναι σταθερά προσανατολισμένη προς την κατεύθυνση ηγεμονικών εξαιρέσεων στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

[33] Διόλου τυχαίο είναι επίσης το γεγονός ότι ο John Rawls (Το Δίκαιο των Λαών) απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη κάθε κοσμοπολίτικη ιδέα ως βάση λειτουργίας μιας υποθετικής «Κοινωνίας των κρατών». Αν και το έξοχη ανάλυσή του δεν προχωρεί σε βάθος στην ανάλυση των διλημμάτων φιλοσοφίας του δικαίου που τίθενται λόγω διεθνούς αναρχίας, το επιστημονικό του ένστικτο και το επιστημονικό του ήθος δεν τον άφησαν να διολισθήσει σε μη αιτιολογημένες αξιώσεις υπέρβασης της κυριαρχίας των κρατών. Ακριβώς, όπως έχω υποστηρίξει σε άλλη περίπτωση, στο σύστημα της «κοινωνίας των λαών» που περιγράφει όπου θα ισχύει το «δίκαιο των λαών» απουσιάζουν τα αίτια πολέμου επειδή έχουν προηγουμένως επιλυθεί στη βάση συγκεκριμένων προσεγγίσεων που σχολαστικά επεξεργάστηκε.

[34] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιτυχία ενός παγκόσμιου κράτους θα είχε σηματοδοτήσει την ύπαρξη μιας παγκόσμιας τάξης και μιας παγκόσμιας αντίληψης περί δικαιοσύνης. Όμως, όπως συχνά και ορθά ερωτάται, αυτό ούτε κατ’ ανάγκη θα επίλυε την άνιση ανάπτυξη παγκοσμίως ούτε θα απέκλειε τους «εμφύλιους πολέμους» ενός μιας τέτοιας αχανούς Πολιτείας. Ένα παγκόσμιο κράτος θα πετύχαινε αν ταυτόχρονα με την παγκόσμια τάξη επιτυγχανόταν μια παγκόσμια κοσμοθεωρητική ενότητα που θα καθιστούσε νομιμοποιημένες τις παγκόσμιες κανονιστικές δομές. Όμως, επειδή οι άνθρωποι δεν διαθέτουν μαγικά ραβδιά παγκόσμιας εξομοίωσης των ανθρώπων η μόνη αλήθεια που η ιστορία διδάσκει είναι ότι μια παγκόσμια ομοιομορφία είναι εφικτή μόνο ηγεμονικά και γενοκτονικά.

[35] Κάποιος απαιτείται να είναι εξαιρετικά προσεκτικός και να μη συγχέει αυτές τις «εξαιρέσεις» με τους ποικιλόχρωμους κοσμοπολίτικους παραλογισμούς –που ποτέ δεν επαληθεύονται εμπειρικά– περί «διεθνούς κοινωνίας», «διεθνούς κοινότητας» που επιτρέπουν, δήθεν, την επέμβαση στο εσωτερικό των κυρίαρχων κρατών ή που θα μπορούσαν, δήθεν, να καθιερώσουν «εθιμικό δίκαιο επέμβασης». Το δικαίωμα άσκησης βίας είναι προνόμιο θεσμών κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένο και όχι προϊόν φαντασίας φασιστών πολιτικών ή φαντασιόπληκτων αναλυτών. Οι τελευταίοι ας αναλογιστούν προς τι στιγμή το ολίσθημά τους όταν χωρίς την παραμικρή! επαλήθευση των ισχυρισμών τους παραλείπουν να ορίσουν το περιεχόμενο της «διεθνούς κοινωνίας», παραβλέπουν την ετερότητα των ηθικοκανονιστικών συστημάτων και παρακάμπτουν με ευκολία το γεγονός της ανυπαρξίας παγκόσμιου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης.

[36] Κατά την διάρκεια της κρίσης περί το Αφγανιστάν τον Σεπτέμβριο του 2001, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ επέμεναν στην μονομερή δράση, ενώ τα κράτη της ΕΕ (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 21.11.2001) επέμεναν στην πολυμερή διπλωματία, στην αξιοποίηση της συλλογικής ασφάλειας και στην αντιμετώπιση των αιτιών πολέμου όπως η επίλυση των περιφερειακών διενέξεων και τα αναπτυξιακά προβλήματα.

[37] Που συνοψίζονται, όπως ήδη τονίστηκε, στην μη επαληθευμένη θέση πως υπάρχει δήθεν κάποιας μορφής κοσμοπολίτικη «διεθνής» ή παγκόσμια κοινωνία στην βάση της οποίας θα μπορούσαν να συγκροτηθούν υπερεθνικές εξουσιαστικές δομές διανεμητικών συνεπειών και ποικίλων αποχρώσεων.

[38] Για παράδειγμα το δόγμα Νίξον και το δόγμα Κάρτερ.

[39] Υπάρχουν άπειρες αναλύσεις και πολιτικές δηλώσεις που θεμελιώνουν την θέση ότι το βασικό αίτιο παρέμβασης των ΗΠΑ στην περίμετρο της Ευρασίας σχετιζόνταν με τις πρώτες ύλες, την ροή τους προς τα δυτικά κράτη και τους κινδύνους για την Δυτική Συμμαχία εάν αυτά τα κράτη ή περιοχές έπεφταν στη σφαίρα επιρροής της πρώην ΕΣΣΔ.

[40] Το πότε και πως θα μπορούσε να ασκηθεί συλλογική βία στις διεθνείς σχέσεις υπήρξε πάντοτε κεντρικό και ευαίσθητο ερώτημα που βασικά ποτέ δεν έχει απαντηθεί. Αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου πολλοί διεθνολόγοι ηγέτες παρέκαμψαν αυτό το γεγονός και με ευκολία θεώρησαν την επέμβαση ως μια ευθύγραμμη υπόθεση. Το αποτέλεσμα ήταν οι πλείστες διεθνολογικές αναλύσεις της «μεταψυχροπολεμικής εποχής» να καταλήξουν τάχιστα στο μεγάλο νεκροταφείο ουτοπικών ιδεών όταν η αξίωση των ΗΠΑ να χρησιμοποίηση τον ΟΗΕ ως εργαλείο ισχύος των ηγεμονικών της σκοπών προκάλεσε την άρνηση άλλων μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.

[41] Σε άλλη περίπτωση έχουμε αναλύσει σε έκταση το ζήτημα του ρόλου της κυριαρχίας. Κυρίως ασκήσαμε κριτική στον παραλογισμό που θέλει την κυριαρχία να «εξανεμίζεται» ενώ στον πραγματικό κόσμο συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Τέτοιοι παραλογισμοί, αν δεν οφείλονται σε φασιστικής έμπνευσης εξομοιωτικά διεθνιστικά-κοσμοπολίτικα σύνδρομα έχουν ως αίτιο την θεωρητική ανεπάρκεια. Αδυνατούν να κατανοήσουν, οι δυστυχείς φορείς τέτοιων παραλογισμών ότι είναι ένα πράγμα η μορφή του διεθνούς συστήματος της οποίας κύριο γνώρισμα είναι το φαινόμενο της πολιτικής κυριαρχία και άλλο το γεγονός ότι υπάρχουν ισχυρές και αδύναμες κρατικές κυριαρχίες, καθώς επίσης και το γεγονός ότι τα αίτια πολέμου καθιστούν τις λιγότερο ισχυρές κρατικές κυριαρχίες εύκολη λεία στα ηγεμονικά συμφέροντα. Κάποιος θα πρέπει να μην λησμονεί, επίσης, ότι το πιο σύνηθες φαινόμενο είναι η στράτευση διανοουμένων στα λιγότερο ισχυρά κράτη για να πείθουν τους ευκολόπιστους πως το έθνος-κράτος είναι δήθεν αναλώσιμο στον βωμό διεθνιστικών-κοσμοπολίτικων ιδεωδών (τα οποία, δήθεν ιδεώδη, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο προσωπείο φασιστοειδών αξιώσεων εις βάρος της συλλογικής ελευθερίας των κυρίαρχων κρατών). Κανείς, νομίζουμε, πρέπει να διακρίνει αυτές τις αστείες και οπωσδήποτε επιστημονικά ανεπαρκείς αφέλειες από την επιστημονική ανάλυση που προσδιορίζει με ακρίβεια και αξιολογική ελευθερία τόσο την πραγματική δομή του διεθνούς συστήματος όσο και τα αίτια πολέμου στα οποία ευθύνονται οι δυσλειτουργίες του.

[42] Για τις ιστορικές περιπτωσιολογικές αναφορές αυτής της θέσης βλ. Ήφαιστος Π., Οι Διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ιδ. κεφ. 3.

[43] Για να είναι η σοβαρή η συζήτηση περί τα ζητήματα αυτά απαιτείται κάποιος, στην περίπτωση για παράδειγμα της επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράκ του 2003, να διακρίνει μεταξύ α) κρατών που σιώπησαν με διακηρυγμένο σκοπό να μην αντιπαρατεθούν στην ηγεμονεύουσα δύναμη ούτως ώστε να διαφυλάξουν, έτσι, την κρατική τους ασφάλεια από κινδύνους, β) κρατών που συμμετείχαν όπως η Ισπανία ή η Πολωνία για να ενισχύσουν τον διεθνή τους ρόλο ή να συμμετάσχουν στο ηγεμονικό πλιάτσικο, και γ) κρατών που επαγγέλθηκαν τον επιτήδειο ουδέτερο ενώ στα μυστικά κουτιά της διπλωματίας γίνονταν πελατειακές διαπραγματεύσεις. Σε καμιά από αυτές ή τις περιπτώσεις στάσεων και συμπεριφορών ή κάποια άλλη παραπλήσιά τους η όποια συναίνεση για διεθνή δράση δεν οφειλόταν σε κάποιου είδους «διεθνή κοινωνία» που ορίζει την ηθική βάση και τις πρακτικές μεθοδεύσεις διεθνούς διανεμητικής δικαιοσύνης.

[44] Ιδιαίτερα σε μια εποχή ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης ακόμη και ένα πολύ ισχυρό κράτος δυνατό να καταστεί τρωτό σε συντελεστές ισχύος διεθνικών δρώντων ή λιγότερο ισχυρών κρατών που διαθέτουν τεχνολογικές δυνατότητες. Η τρομοκρατία είναι μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση διεθνικών δρώντων ενώ η πυρηνική ισχύς είναι αναμφίβολα σημαντικός στρατιωτικός εξισωτής ισχύος που θα επηρεάσει τις διακρατικές σχέσεις μελλοντικά. Η δυνατότητα σμίκρυνσης των πυρηνικών οπλικών συστημάτων μελλοντικά, επιπλέον, δυνατό να καταστεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας αν οι διακρατικοί και ενδοκρατικοί κυριαρχικοί έλεγχοι αδυνατούν να ελέγξουν διεθνούς φορείς πυρηνικής ισχύος.

[45] Στο σημείο αυτό κάποιος πρέπει να διακρίνει μεταξύ της συλλογικής ελευθερίας ως ασυμβίβαστης και οντολογικά θεμελιωμένης αξίωσης της ανθρώπινης ύπαρξης και των πολιτικών εκλογικεύσεων ηττημένων και παρακμασμένων κοινωνιών που είτε λόγω αδυναμίας είτε λόγω συλλογικής ηθικής εξαθλίωσης συμβιβάζονται επί ζητημάτων συλλογικής ελευθερίας. Για παράδειγμα, μετά τη ήττα το 1945, η Γερμανία υπέστη τις συνέπειες της ηγεμονικής της πολιτικής. Εν τούτοις, οι περισσότεροι γερμανοί ποτέ δεν εκλογίκευσαν την παντοτινή υπονόμευση της ελευθερίας των «ανατολικογερμανών» ως αναγκαιότητα. Αυτό κατοπτρίζεται σε κάθε πτυχή της γερμανικής διπλωματίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και καταγράφεται στις εσωτερικές συζητήσεις (βλ. Ήφαιστος 1999, ιδ. κεφ. 5). Οι έλληνες αντίστοιχα, την δεκαετία του 1940 και 1950 θεωρούσαν την ελλαδική συλλογική ελευθερία συνώνυμη της συλλογικής ελευθερίας των κυπρίων. Αντίστροφα, το 2002-3 όταν υποβλήθηκαν οι προτάσεις Αναν που αναιρούσαν καθολικά την κυπριακή λαϊκή κυριαρχία και υποθήκευαν την εξωτερική κυριαρχία παντοτινά στην Τουρκία και στην Βρετανία, οι πλείστοι ελλαδίτες και μερικοί ηττοπαθείς κύπριοι εκλογίκευσαν την παντοτινή καταστολή της ελευθερίας ενός μέρους του κοινωνικού του σώματος ως «αναγκαιότητα» (Βλ. για χαρακτηριστικό παράδειγμα Στέλιος Ράμφος, Το ουσιώδες κερδίζεται με απώλεια,«Καθημερινή», 8.12.2002). Η εκλογίκευση του περιορισμού της ελευθερίας ως μόνιμη αναγκαιότητα είναι αφενός μια απόχρωση ανελεύθερων εκλογικεύσεων και αφετέρου ένδειξη παρακμής και στοχαστικής εξαθλίωσης των μελών μιας κοινωνίας. Το πιο γνωστό μη στρατιωτικό εργαλείο αποδυνάμωσης των κοινωνιών είναι τα διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα ιδεολογήματα και θεωρήματα τα οποία ενώ δεν έχουν την παραμικρή επιστημονική υπόσταση (στον βαθμό που δεν υπάρχει τρόπος μη γενοκτονικής παγκόσμιας εξομοίωσης και δημιουργίας ενός παγκόσμιου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης), τα οποία κατά καιρούς αποτελούν ισχυρό όπλο των εκάστοτε αναθεωρητικών δυνάμεων οι οποίες συνεχίζουν να επιδιώκουν ηγεμονική διείσδυση και εκμετάλλευση λιγότερο ισχυρών κοινωνιών. Αυτά είναι καθημερινά φαινόμενα στις διεθνείς σχέσεις και μέχρι ανεπίστροφης σταθεροποίησης του αριθμού και των συνόρων των εθνών-κρατών του πλανήτη (οπότε και θα υπάρχει πλέον δυνατότητα να εφαρμοστούν ευθύγραμμα οι αρχές του διεθνούς δικαίου) θα συνοδεύονται από συχνές συρρικνώσεις αδύναμων κοινωνιών ή ακόμη και από εξαφάνιση μερικών παντελώς αδύναμων και ετερογενών συλλογικών οντοτήτων. Περιττό να τονίσουμε, βεβαίως, ότι τα πλείστα κράτη έχουν σήμερα σταθεροποιήσει την συλλογική τους ελευθερία και κύριο μέλημά τους είναι διαρκής ενίσχυση της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας που θα την διασφαλίσει και διαιωνίσει.

[46] Νομική σχετικοποίηση είναι νοητή μόνο στο πλαίσιο διμερών και πολυμερών συμφωνιών των οποίων πάγια προσδοκία είναι το όφελος ή τουλάχιστον η ισορροπία οφέλους – κόστους των ενδιαφερομένων κυρίαρχων κοινωνιών.

[47] Κατά πρώτον, η κυριαρχία ως πολιτική έννοια συναρτάται με την αξίωση συλλογικής ελευθερίας όπως την ορίσαμε ήδη και η εκπλήρωση της αποστολής της είναι η δυνατότητα των μελών της κοινωνίας να διαφυλάξουν τα δημόσια αγαθά που θεωρούν ως σημαντικά για την εκπλήρωση αυτής της συλλογικής ελευθερίας. Κατά δεύτερον, συναρτάται από την εξίσωση κόστους – οφέλους στις σχέσεις ισχύος με τον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως από την ικανότητα να επιτυγχάνεται είτε ισορροπία είτε όφελος. Η δυνατότητα των κυρίαρχων κοινωνιών να διαφυλάξουν την ελευθερία και τα συμφέροντά τους με μέσο την εξωτερική και εσωτερική κυριαρχία δεν είναι πάντοτε δεδομένη.

[48] Όταν συνάπτεται μια εμπορική συμφωνία η προσδοκία είναι ότι θα εξελιχτεί προς όφελος της χώρας. Στη συνέχεια οι επιδράσεις, όμως, εξαρτώνται από παράγοντες όπως η επίδοση των παραγωγικών τάξεων, η ευρωστία της εθνικής οικονομίας και οι δεξιότητες των εθνικών αντιπροσώπων στις διακρατικές συναλλαγές.

[49] Ασφαλώς θα ήταν λάθος να ταυτιστεί αυτή η θέση αρχής ως προσδοκία ιδεατών-ουτοπικών καταστάσεων. Ο διεθνολόγος καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο γνωρίζει –ή πρέπει να γνωρίζει– ότι, μεταξύ της ιδεατής εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και του πραγματικού κόσμου παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου (βλ. παρεμβαλλόμενο πίνακα πιο πάνω). Η θέση αρχής, εν τούτοις, αποτελεί αναγκαίο πλαίσιο προσανατολισμού της πολιτικής στη πράξη και σταθερό πλαίσιο ηθικής κρίσης περί την διεθνή πολιτική. Στο ίδιο πλαίσιο, αποτελεί μύθο ο ισχυρισμός πως τα λιγότερο ισχυρά κράτη δεν έχουν δήθεν την πολυτέλεια 1ον) να αρνούνται αθέμιτες και καταχρηστικές αξιώσεις, 2ον) να αρνούνται να συμμετέχουν σε ιμπεριαλιστικές εκστρατείες που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο και 3ον) να αρνούνται να νομιμοποιούν ηγεμονικές αξιώσεις στους διεθνείς θεσμούς. Είναι επίσης μύθος ότι κατευναστικές στάσεις απέναντι στις ηγεμονικές αξιώσεις δυνατό να έχουν μεγάλο κόστος. Για παράδειγμα, εάν τα ευρωπαϊκά κράτη αρνούνταν να συμπράξουν στις ηγεμονικές στρατηγικές των ΗΠΑ στα Βαλκάνια την δεκαετία του 1990 δυνατό να προκαλούσαν την οργή των αμερικανικών κυβερνήσεων αλλά θα είχαν ενδεχομένως αποτρέψει χειρότερες εξελίξεις όπως η επέμβαση στο Αφγανιστάν το 2002 και στο Ιράκ το 2003. Στην πρώτη περίπτωση δέχθηκαν να γίνει ο ΟΗΕ εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής ενώ θα μπορούσαν να είχαν επιμείνει να ενεργοποιηθεί σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη ενώ στην δεύτερη περίπτωση οι ανεξέλεγκτες πλέον ΗΠΑ κατάφεραν καίριο πλήγμα κατά των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και κατά των θεσμών συλλογικής ασφάλειας. Το κόστος στο επίπεδο της Ευρώπης, επιπλέον, ήταν τεράστιο λόγο της εσωτερικής διαίρεσης της ΕΕ που προκάλεσε από τη μια πλευρά τη σύμπραξη πολλών κρατών με τις ΗΠΑ και από την άλλη πλευρά η αντίθεση που εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως.

[50] Αν και δεν είναι του παρόντος, σημειώνεται ότι αυτό είναι και το κύριο γνώρισμα των υπερεθνικών ρυθμίσεων της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μετά –ήδη από την δεκαετία του 1960– την εγκατάλειψη των κοσμοπολίτικων παραλογισμών των πρώτων χρόνων, οι συμφωνίες μετάθεσης κυριαρχίας στους υπερεθνικούς θεσμούς, οι κοινές πολιτικές και οι κοινές στάσεις απέναντι στα τρίτα κράτη σκοπό έχουν όχι να εξαφανίσουν ή αποδυναμώσουν τα κράτη-μέλη αλλά να τα καταστήσουν ισχυρότερα.

[51] Αυτή η επισήμανση πόρρω απέχει από το να ισχυριστεί πως υπάρχει τρόπος ευθύγραμμης ομοιομορφίας στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλα τα κράτη, πως τα η εφαρμογή είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση ή ότι τα ισχυρά κράτη δέχονται να ισχύουν οι ίδιες δεσμεύσεις που ισχύουν για τα λιγότερο ισχυρά κράτη. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση των ΗΠΑ όσον αφορά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο όταν ζητούν από εχθρικά γι’ αυτούς κράτη να τηρούν ορισμένα κριτήρια ούτως ώστε να διευκολύνονται οι επεμβατικές τους δραστηριότητες ενώ τα ίδια δεν υπογράφουν την σχετική Συνθήκη. Ακόμη χειρότερο, πιέζουν στην σύναψη διμερών συμφωνιών εξαίρεσής τους ως προϋπόθεση υπογραφής της Συνθήκης, γεγονός που ασφαλώς υπονομεύει αν όχι κατ’ ουσίαν την καταργεί το ΔΠΔ λίγο μετά ην υιοθέτησή του.

[52] Διεθνής Θεωρία, τα τρία ρεύματα σκέψης (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 1998) σ. 3-5.

[53] Morgenthau, 1948, ό.π. κεφ. 16. Το ίδιο βασικά υποστηρίζει ο Edward H. Carr όταν καταδεικνύει ότι

[54]. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών στη Σερβία τη δεκαετία του 1990 πολλά μικρότερα κράτη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, εξέφραζαν μεν δυσφορία για την αμερικανική πολιτική, συνέπλεαν δε με τις εμφανώς παράνομες και ηγεμονικές επεμβάσεις στη βάση αιτιολογήσεων περί «μικρότερου (για το εθνικό συμφέρον) κακού». Η ίδια ακριβώς συμπεριφορά επιδείχτηκε πριν και μετά την επίθεση των ΗΠΑ κατά του Ιράκ τον Μάρτιο του 2003. Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν έξοχα παραδείγματα για απόλυτη σχεδόν θεμελίωση του τρόπου με τον οποίο τίθεται το θέμα της διακρατικής και ατομικής ηθικής στις διεθνείς σχέσεις. Στην τελευταία περίπτωση η ανασφάλεια των ηγετών οδηγούσε σε κυνικές δηλώσεις που αντιβαίνουν στον ανθρώπινο πολιτισμό: την ίδια στιγμή που οι ΗΠΑ κατέλυαν τη διεθνή έννομη τάξη και εξόντωναν εκατοντάδες γυναικόπαιδα οι ηγέτες έκαναν αιτιολογήσεις για την ανάγκη προσαρμογής στο «μικρότερο κακό» ή έλεγαν πως «η επιτυχία αποτελεί δίκαιο» για να προχωρήσουν σε έριδες για το μερίδιό τους στις επενδύσεις της… ανοικοδόμησης, υπόθεση για την οποία τελικά στρατεύτηκε ο ΟΗΕ για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της μετά τον πόλεμο περιόδου στο Ιράκ.

[55] Ό.π., σ. 125-7.

[56] Όπως έχω υποστηρίξει σε άλλη περίπτωση, ο ακαδημαϊκός αναλυτής έχει κάθε δικαίωμα να εμπλέκεται στους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες. Απαιτείται όμως να καθιστά σαφές πότε ομιλεί και γράφει με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού οπότε και είναι υποχρεωμένος να πληροί κριτήρια αξιολογικής ελευθερίας, και πότε είναι στρατευμένος στους πολιτικούς αγώνες οπότε αυτό ισοδυναμεί με καταχρηστική χρήση της ακαδημαϊκής ιδιότητάς του ως μανδύα προπαγανδιστικών δραστηριοτήτων. Έχω επίσης ήδη υποστηρίξει σε άλλη περίπτωση (2003, ιδ. κεφ. 1 και 2) ότι οι διεθνείς σπουδές –εκτός από μερικές λαμπρές και ολοφάνερες περιπτώσεις– έχουν από καιρό βυθιστεί στο τέλμα των προπαγανδιστικών δραστηριοτήτων γεγονός που προκαλεί εισροές ανορθολογισμού στις διακρατικές και ενδοκρατικές σχέσεις. Ένα άλλο ουσιαστικό ζήτημα, επίσης, είναι το γεγονός ότι οι διεθνολόγοι πάσης φύσεων περιορίστηκαν στις ευθύγραμμες νομικές ή άλλες περιγραφές και στις θεωρητικές γενικεύσεις οι οποίες ανεξαρτήτως βαθμού τεκμηρίωσης δεν επιτρέπουν εξειδικευμένα συμπεράσματα αντικειμενικού κύρους χρήσιμα στην καθημερινή πρακτική. Τέτοια συμπεράσματα αφορούν βασικές πτυχές του διεθνούς συστήματος όπως ο ρόλος της κυριαρχίας στις σύγχρονες διεθνείς σχέσεις, ο ρόλος της ισχύος στην διανεμητική δικαιοσύνη στο εσωτερικό του κράτους και στις διεθνείς σχέσεις, ο ιστορικός ρόλος του διεθνούς δικαίου, η αναζήτηση οντολογικά θεμελιωμένων κριτηρίων διεθνούς πολιτικής και ο τρόπος που τα τελευταία οδηγούν σε ηθική κρίση διεθνούς πολιτικής οντολογικά θεμελιωμένης. Για να το θέσουμε διαφορετικά, θέσεις και απόψεις προς αυτή την κατεύθυνση χωρίς πραγματολογικό και οντολογικό υπόβαθρο συνιστούν την σύγχρονη εκδοχή «πολιτικής θεολογίας των διεθνών σχέσεων» με αποτέλεσμα την όξυνση και ανακύκλωση των αιτιών πολέμου.

[57] Με τον όρο «ηθικοκανονιστική δόμηση» αναφερόμαστε τα καθεστωτικά πρότυπα, τις διοικητικές προσεγγίσεις, όλο το υπόλοιπο πνευματικό και αισθητό οικοδόμημα μιας κυριαρχίας και τις ηθικές αιτιολογήσεις που το στηρίζουν. Με τον όρο οντολογικά θεμέλια, αναφερόμαστε στις θεμελιώδεις κοσμοθεωρητικές παραδοχές με τις οποίες η κυρίαρχη πλέον συλλογική οντότητα προικίστηκε στην φάση των αγώνων ελευθερίας-ανεξαρτησίας και οι οποίες αποτελούν σταθερό πλαίσιο στρατηγικού προσανατολισμού, αποφάσεων και ηθικών παραδοχών αναγκαίων για την λειτουργία και ανάπτυξη του κανονιστικού συστήματος. Εν πολλοίς, η βιωσιμότητα ενός πολιτειακού συστήματος είναι συνάρτηση της συμβατότητας των ηθικοκανονιστικών εποικοδομημάτων με τα κοσμοθεωρητικά του θεμέλια.

[58] Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό λόγω αιτιών πολέμου, γεγονός που ερμηνεύει το συχνό φαινόμενο της χρήσης μονομερούς βίας και της καταχρηστικής στράτευσης των διεθνών θεσμών προς όφελος των εκάστοτε ισχυρών δυνάμεων.

[59] Παρά την συμβατική σοφία περί του αντιθέτου, στην πορεία δημιουργίας των κυρίαρχων κρατών η σχέση ισχυρού-αδύναμου ήταν συχνά αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους και της αριθμητικής ισχύος των ισχυρών δυνάμεων (οι αυτοκρατορικές αξιώσεις των οποίων όπως ήδη αναφέρθηκε ηττήθηκαν με αποτέλεσμα να κατακερματιστούν και να δημιουργηθούν σήμερα διακόσια περίπου κυρίαρχα κράτη). Ακόμη και στην σημερινή εποχή, εξάλλου, η τεχνολογία δυνατό να επιφέρει εξίσωση ισχύος μεταξύ κρατών πολύ διαφορετικού μεγέθους (και σε κάθε περίπτωση αποτροπή των ηγεμονικών απειλών με τρόπο που ανατρέπει τις συμβατικές σχέσεις ισχύος). Επιπλέον, σπάνια ή ποτέ η διακρατική τάξη θεωρείται δίκαιη. Εν τούτοις, για να επιτευχθεί η διεθνής σταθερότητα –πράγμα όχι πάντοτε εύκολο–τα μη ηγεμονικά και τα μη αναθεωρητικά κράτη συμφωνούν να τηρούν τις συνθήκες που επέτρεψαν την κρατική εγκαθίδρυσή τους.

[60] Για το θέμα αυτό, ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στην δεξαμενή γνώσης του αριστουργήματος του Robert Gilpin,Πόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004).

[61] Τα αίτια του αναθεωρητισμού και ηγεμονισμού που οδηγούν το διεθνές σύστημα στην δίνη συγκρούσεων λόγω καταχρηστικών αξιώσεων αλλαγών είναι ίσως το μεγαλύτερο ζήτημα των διεθνών σχέσεων περί το οποίο περιστρέφονται όλες οι αξιόλογες αναλύσεις των διεθνών σχέσεων. Για το γράφοντα, το αξιόπιστο γνωστικό κεκτημένο οριοθετείται από τις αριστουργηματικές αναλύσεις του Θουκυδίδη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και το προαναφερθέν βιβλίο του GilpinΠόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική, οι οποίοι, διόλου τυχαία, εστιάζουν την προσοχή στο πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης. Για τις θεωρητικές αναζητήσεις του  γράφοντος πέρα αυτών των δύο κορυφαίων αναλύσεων βλ. το Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης, ό.π., ιδ. 2.4.1 και κεφ. 3 ιδ. σ. 235 κ.ε.

[62] Όπως ορθά παρατήρησε ο Martin Wight (Διεθνής Θεωρία,  κεφ. 3), ο ΟΗΕ δεν μπορεί να ελέγξει τις ενέργειες των ισχυρών δυνάμεων τόσο για αντικειμενικούς λόγους (ποιος θα τις πειθαναγκάσει να συμμορφωθούν με τις συνθήκες) όσο και για τυπικούς λόγους (λόγω δικαιώματος αρνησικυρίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ). Αυτό το γεγονός είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που συχνά οι διεθνείς θεσμούς αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί. Πρέπει όμως κάποιος να κατανοήσει ότι αυτό το πρόβλημα είναι σύμφυτο με τα υπόλοιπα προβλήματα του διεθνούς συστήματος: Ευθύγραμμες νομικές ρυθμίσεις καθίστανται αναποτελεσματικές επειδή κανείς δεν μπορεί να δράσει όταν εμπλέκονται ισχυρές δυνάμεις ενώ σ’ αυτές τις περιπτώσεις παντελής απουσία μέτρων πειθάρχησης των παρανομούντων καθιστά τους διεθνούς θεσμούς άχρηστους. Σ’ αυτό το «ιστορικό αδιέξοδο», ουσιαστικά, οφείλεται και η απόφαση δημιουργίας του Συμβουλίου Ασφαλείας, ενός κατά βάση ηγεμονικού οργάνου εντός ενός οργανισμού συλλογικής ασφάλειας εκ φύσεως αντιηγεμονικού, του οποίου οι αρμοδιότητες ως προς το πότε «κινδυνεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια» είναι αμφίσημες, αμφιλεγόμενες και σε κάθε περίπτωση εξαρτημένες από την συμφωνία ή ασυμφωνία των πέντε μονίμων μελών. Έτσι, όπως ήδη τονίστηκε, εν τη απουσία εξαιρέσεων έκτακτης ανάγκης στον κανόνα της μη επέμβασης ο ΟΗΕ είτε αδρανεί (όπως επί ψυχρού πολέμου) είτε ενεργοποιείται ηγεμονικά (όπως σ’ όλες σχεδόν τις επεμβάσεις της δεκαετίας του 1990).

[63] Ένα τέτοιο σύστημα αποτελεί και η «ρεαλιστική ουτοπία» του John Rawls στο Δίκαιο των Λαών, ό.π.

[64] Δηλαδή, την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία, τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και τους θεσμούς συλλογικής ασφάλειας κύριος σκοπός των οποίων είναι η διασφάλιση της κυριαρχίας-ελευθερίας του έθνους-κράτους κατά των ηγεμονικών και αναθεωρητικών αξιώσεων. Επαναλαμβάνουμε: Αυτό το σύστημα είναι ανεφάρμοστο λόγω αιτιών πολέμου και κυρίως λόγω άνισης ανάπτυξης και επαναστατικών-ηγεμονικών αξιώσεων.

[65] Το ζήτημα αυτό απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Πιο συγκεκριμένα, μερικοί συχνά ισχυρίζονται πως γνωρίζουν πιο είναι το αριθμητικό και γεωγραφικό μέγεθος της κοινωνία που «δικαιούται αν αποσχιστεί». Έτσι, σκοπίμως δυνατό να αναμιχθούν στο ίδιο καλάθι ανόμοια προβλήματα για να υποστηριχθεί η αυτονομία ή η απόσχιση μειονοτήτων εντός συγκεκριμένων κρατών (για παράδειγμα της Κύπρου, της Βουλγαρίας, της Ελλάδας ή της Σερβίας). Εύκολα αναγνωρίσιμο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των αναλυτών είναι το γεγονός ότι ενώ είναι λαλίστατοι στην πλειοδοσία διάσπασης μικρών κρατών όπως η Κύπρος ή η Σερβία είναι επιστημονικά άφωνοι ή και κωφάλαλοι για ανάλογα και αντίστοιχα μειονοτικά ζητήματα ισχυρότερων κρατών. Η επιστημονική αυθαιρεσία θα μπορούσε να φθάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να προβάλλεται ο ισχυρισμός πως το Α ή Β ποσοστό μιας μειονότητας παρέχει, δήθεν, τα Χ ή Ψ δικαιώματα αυτονομίας ή και απόσχισης μιας μειονότητας. Ο σκοπός βεβαίως είναι πασιφανής όταν στο πλαίσιο ανεκδοτολογικής συλλογιστικής αποδίδονται «λάθη» στην μειονοτική πολιτική ενός κράτους για να υποστηριχθεί στην συνέχεια με φανατισμό η επιστημονικά και πολιτικά απαράδεκτη θέση πως οι ζημιωθέντες από την απόσχιση «καλά να πάθουν» και «ας πρόσεχαν». Η δική μας θέση που θεωρούμαι ότι είναι συμβατή με τον νομικό και πολιτικό πολιτισμό των διακρατικών σχέσεων είναι η εξής: Το ζήτημα των μειονοτήτων επιλύεται από τις διακρατικές συνθήκες τάξης και δεν είναι τυχαίο ότι σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη υπάρχουν μειονότητες. Σοβαρά και πιθανότητα αναπάντητα ερωτήματα ανακύπτουν στις ελάχιστες πλέον τραγικές περιπτώσεις μεγάλων εθνικών κοινωνιών (για παράδειγμα οι Κούρδοι, οι Παλαιστίνιοι, κτλ) των οποίων για ποικίλους ιστορικούς λόγους η αξίωση συλλογικής ελευθερίας δεν κατέστη δυνατό να ευοδωθεί. Στην παρούσα ιστορική φάση αυτού του είδους τα ζητήματα θέτουν μεγάλα αναπάντητα και τραγικά ερωτήματα ως προς τα οποία είναι επιστημονικά ανεπίτρεπτο ένας ακαδημαϊκός να ισχυριστεί ότι κατέχει την αλήθειαν. Ως άτομο, ασφαλώς, ο αναλυτής αναμενόμενα έχει υποκειμενικές θέσεις που συμπλέουν με προσωπικά, εθνικά, συμμαχικά, ιδεολογικά ή άλλα συμφέροντα, κάτι το οποίο όμως δεν σχετίζεται με την ακαδημαϊκή ανάλυση ούτε και είναι επιτρεπτό να την επηρεάζει. Επιμένοντας στο αρχικό ερώτημά μας, συμπεραίνεται κατά συνέπεια ότι ακόμη και αν εξαλειφτούν τα αίτια πολέμου, απαντήσεις επί ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης δεν θα είναι εύκολες, αν στο μέλλον συνεχίσουν να υπάρχουν μεγάλες εθνικές κοινωνίες οι οποίες δεν κατόρθωσαν να κατακτήσουν την συλλογική τους ελευθερία.

68. Για να γίνουν κατανοητές οι προαναφερθείσες συχνότατες αγοραίες επιθέσεις κατά του κλασικού στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη, αρκεί να αναφερθεί το γεγονός πως με νηφαλιότητα που δεν επηρέαζε την οξύτητα του επιχειρήματος στηλίτευσε επανειλημμένως αυτές τις –βαθύτατων πολιτικών προεκτάσεων– στοχαστικές διαστροφές. Έγραψε, για παράδειγμα: «Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί οι φιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι, οι οποίοι, παρά τις συνεχείς έμπρακτες διαψεύσεις των τριών τελευταίων αιώνων, εξακολουθούν να διατείνονται ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο, υποπίπτουν σ’ ένα τεράστιο λογικό και ιστορικό σφάλμα. Μόνο όποιος ενστερνίζεται έναν οικονομικό ντετερμινισμό, δηλαδή μόνο όποιος αποδίδει τους πολέμους σε οικονομικούς ανταγωνισμούς και μόνο δικαιούται λογικά να πιστεύει ότι η οικονομική συνεργασία θα καταργήσει τους πολέμους. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, όπως και σε πολλά άλλα ακόμη, ο οικονομιστικός φιλελευθερισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά χυδαίος μαρξισμός με αντεστραμμένα πρόσημα» (1997, σ. 366). Σ’ άλλη περίπτωση γράφει πως αυτές οι φορμαλιστικές μυθολογίες, όπως εύστοχα τις ονομάζει, ουσιαστικά υποστηρίζουν μέσα στο ίδιο θεσμικό-διαδικαστικό πλαίσιο ότι μπορούν να συνυπάρξουν πολύ διαφορετικές κοσμοθεωρητικές θέσεις και να πραγματωθεί η ανοχή όλων προς όλους. Αλλά ακόμη και μια μικρή εμβάθυνση στα πραγματικά δεδομένα, συνεχίζει, «επιτρέπει τη διαπίστωση ότι το σύγχρονο δυτικό “κράτος δικαίου” χρειάζεται λειτουργικά, εξίσου όσο και οποιοσδήποτε άλλος πολιτικοκοινωνικός σχηματισμός, μια κυρίαρχη ιδεολογία συνυφασμένη με ανθρωπολογικά αξιώματα» (1994β, σ. 127, 128).

69. Είναι αυτονόητο ότι οι επιφυλάξεις αυτές δεν σημαίνουν πως απορρίπτεται συλλήβδην το νεωτερικό παράδειγμα. Δεν μπορούν εντούτοις να μην τονιστούν οι αντιφάσεις και ιδιαίτερα το γεγονός πως στοχαστές που το επικαλούνται με ιδεολογικό φανατισμό περιπίπτουν σε σωρεία λογικών σφαλμάτων ή διολισθαίνουν στην πολιτική προπαγάνδα με τέτοιο τρόπο ώστε να νομίζουν ότι κρυμμένοι πίσω από έναν μεταφυσικά προσδιορισμένο «ορθό λόγο» μπορούν να βρίσκονται στο απυρόβλητο της αξιολογικά ουδέτερης θεωρίας. Δεν μπορεί επίσης παρά να επισημανθεί πως, ορίζοντας το ορθό και την «ορθότητα», ούτε ένας από τους εκατοντάδες ονομαζόμενους μεγάλους φιλοσόφους των πολλών αποχρώσεων της νεωτερικότητας δεν ταυτίζεται με κάποιον άλλο από τους υπόλοιπους. Ιδιαίτερα ιδεολογικοπολιτικά στρατευμένοι φιλόσοφοι διατρέχουν κάθετα και οριζόντια το νεωτερικό παράδειγμα και αντλούν αυθαίρετες και ευθύγραμμες «νεωτερικές θεμελιώσεις» που στη συνέχεια μετατρέπονται σε πολιτικά χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία αυτάρεσκα μεταμφιέζουν σε «ορθολογικά» και «ορθά» (και, κατά συνέπεια, όσα αντίθετα επιχειρήματα δεν συμφωνούν με αυτή την απόλυτη «ορθότητα» εξοβελίζονται ως «ανορθολογικά» και «παράλογα»). Αγοραίοι χαρακτηρισμοί όπως οι τελευταίοι αποτελούν και το κύριο γνώρισμα της κατ’ όνομα μόνο «νηφάλιας» φιλοσοφικής διαμάχης των νεότερων χρόνων. Προγραμματικά λοιπόν δηλώνεται πως τέτοιες βαθύτατα υποκειμενικές – ιδιοτελείς και αγοραίες στάσεις και συμπεριφορές κατατάσσονται στην ποιοτική βαθμίδα που τους αξίζει ή και με νηφαλιότητα τις αποστέλλουμε στον κάδο ανακύκλωσης.

[68] Ισχύς και απόφαση (Στιγμή, Αθήνα 1991) σ. 108.

71. Συζητώντας σ’ αυτό το επίπεδο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα κράτη, παρά τα αίτια πολέμου ή παράλληλα με αυτά, συνεχίζουν να συναλλάσσονται και να εφαρμόζουν συμπεφωνημένες ηθικοπρακτικές ρυθμίσεις θεμελιωμένες στη διακρατική ισοτιμία και στις υπόλοιπες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου (για παράδειγμα, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αλλά και πλήθος άλλων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών και Συνθηκών διακρατικά-ισότιμα συμφωνημένων). Επίσης, ο ΟΗΕ ως διεθνής θεσμός –του οποίου η ιστορική αποστολή είναι ρητά αντιηγεμονική, δηλαδή σκοπό έχει τη διαφύλαξη της κυριαρχίας των κρατών από τον επαναστατισμό, τον ηγεμονισμό και τον αναθεωρητισμό– δεν εκφράζεται μόνο από τις αμφιλεγόμενες ρυθμίσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας περί δυνατότητας επεμβάσεων εάν και όταν οι ισχυρές δυνάμεις συμφωνούν. Εκτός του ότι είναι χώρος συζήτησης και ηθικοπρακτικής επεξεργασίας αυτών που η παρούσα ανάλυση ονομάζει κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού στις διεθνείς σχέσεις, ο ΟΗΕ είναι ένα ιστορικό κεκτημένο του ανθρώπινου πολιτικού πολιτισμού κατά των εξομοιωτικών θεωρημάτων και ιδεολογημάτων: η υπέρτερη ιστορική του αποστολή είναι η διαφύλαξη της εθνικής-κρατικής δομής ως θεσμού εσωτερικής αυτοδιάθεσης, δηλαδή ως θεσμού συλλογικής ελευθερίας κάθε κυρίαρχης κοινωνίας. Καλό είναι λοιπόν να ενθυμούμαστε ότι ο ΟΗΕ δεν πρέπει να χαρίζεται σ’ όσους παραβλέπουν τη θεμελιώδη ιστορική του αποστολή και προχωρούν σε ερμηνείες περί δυνατοτήτων επέμβασης με τρόπο που είναι ασύμβατος με αυτή την ιστορική του αποστολή. Γι’ αυτό, η ανάλυση των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος που παρεμβάλλονται μεταξύ της ειρήνης και των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου αποτελεί τον πυρήνα όλων των διεθνολογικών αναλύσεων.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: