Πολιτική versus βαρβαρότητα

Πολιτική versus βαρβαρότητα

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
Πολίτης εις των ιδεών την πόλι.

Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώχτης.

Καβάφης, το Πρώτο Σκαλί και των ιδεών η πόλι. Απόσπασμα

Περιεχόμενα

-Εισαγωγή
-28.12.2010, Ποιος έγραψε το πιο κάτω;

Εισαγωγή
Οι επισημάνσεις εδώ είναι γενικού και πληροφοριακού χαρακτήρα και αφορούν πλήθος άλλων σχολίων σε άλλες σελίδες αλλά και άλλα κείμενα που δημοσιεύτηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες ή που ετοιμάζονται.
Σε δεκάδες άλλες καταχωρήσεις στον παρόντα δικτυακό τόπο εδώ και μια περίπου δεκαετία και σε εκατοντάδες δημοσιευμένα κείμενά μου εδώ και δύο δεκαετίες βρίσκονται δύο αντίθετες θεωρήσεις του ακαδημαϊκού δρόμου που έλαχε να ακολουθήσω. Από την μια πλευρά μια σχεδόν ιδεατή αντίληψη του πολιτικού στοχασμού. Από την άλλη πλευρά μια έντονη επιφύλαξη, κριτική και αυτοκριτική του εξωπολιτικού χαρακτήρα αυτής της δραστηριότητας, εάν και όταν εκτρέπεται εκτός των τειχών της ιδεατής στοχαστικής πόλης.
Οι αφετηρίες των ανησυχιών ότι κάτι δεν πάει καλά στο εσωτερικό των ακαδημαϊκών και επιστημονικών οχυρών εκκολάφθηκαν ήδη από τις πρώτες μεταπτυχιακές μου σπουδές και αναπτύχθηκαν στην φάση του διδακτορικού όταν επιπλέον συμβλήθηκα πιο οργανικά με τον ακαδημαϊκό χώρο. Εξαρχής αντιπαραβάλλονταν δύο κάθετα διαφορετικές και αντίθετες εικόνες.
Στην μια πλευρά η εικόνα του επιστήμονα με υψηλό αίσθημα ευθύνης για το λειτούργημά μου που συνδυαζόταν με μια ασκητική αντίληψη της γνώσης, με αξιολογική ελευθερία και με προσκόλληση με πάγιους κώδικες επιστημονικής και διαπροσωπικής ηθικής και δεοντολογίας. Η ταπεινότητα ήταν δεδομένη, ο ακαδημαϊκός πολιτισμός επίσης δεδομένος και γνώση των επιστημονικών ορίων το κυριότερο πλεονέκτημα. Μέσα στην εικόνα αυτή ήταν κτισμένη η αποστολή βελτίωσης της γνώσης και του πολιτικού πολιτισμού. Λίγο πολύ μέσα τους έκρυβαν λίγο Αριστοτέλη: Την αγωνία της μετατροπής του ανθρώπου ζώου σε Πολιτικό άνθρωπο. Δεν ενδιαφέρουν εδώ οι επιδόσεις γιατί το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια ατομικότητα είναι υπόθεση προσωπικών ικανοτήτων και συχνά υπόθεση συγκυριών, συμπτώσεων και λίγης τύχης στην πορεία του καθενός. Ποτέ δεν θα ξεχάσω ένα μεγάλο δάσκαλο στις Βρυξέλλες που γνώριζα για κάποια χρόνια και ο οποίος όταν τον συνάντησα για να αρχίσω το διδακτορικό μου, μου είπε κάπως αφοριστικά: «Από άποψη αριθμών συντριπτικά είμαστε όλοι μέσης νοημοσύνης και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι μυαλό κρύβει το κεφάλι τους. Το αφήνουν συνήθως ανενεργό με αποτέλεσμα να σκουριάζει. Ενόσω θα καλλιεργείς το μυαλό σου δεν θα πιστεύεις πόσο πολλά μπορεί να κάνει και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει. Ούτε το ένα τοις εκατό του μυαλού τους δεν χρησιμοποιούνε οι άνθρωποι στην διαδρομή τους στην γη». Του ανταπάντησα: «Δεν διαφωνώ μαζί σας. Παρατηρώ μόνο ότι πολλοί από αυτούς που αναπτύσσουν τις δυνατότητες του μυαλού τους δεν προσανατολίζονται πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση. Επιλέγουν και την διαστροφή». Συναίνεσε και μου υπέδειξε γνωστό μας άτομο από την Ιβηρική χερσόνησο.
Στην άλλη πλευρά, ακριβώς, είναι η εικόνα του εξωπολιτικού επιστήμονα λιγότερο ή περισσότερο ακαδημαϊκά και καθωσπρέπει μεταμφιεσμένου. Το Ιβηρικό ον το ενσαρκώνει. Τον γνώρισα επί μια περίπου δεκαετία και από τότε μου μπήκε στο μυαλό ότι μπορεί να αποτελέσει φωτογραφική σχεδόν απεικόνιση αυτού που είχα ως αντίθετο του επιστήμονα και του ακαδημαϊκού. Έκανα λάθος, όμως, καθότι οι δύο εικόνες τις τελευταίες δεκαετίες έρχονταν, ξαναέρχονταν και εμπλουτίζονταν λόγω αναρίθμητων εμπειριών. Έτσι, στην διαδρομή γεννήθηκε η σκέψη ότι σε μια πιο ώριμη φάση θα μπορούσα να αποτυπώσω μια δίπολη ιδεοτυπική κατασκευή, αφενός του ιδεατού εξωπολιτικού στοχαστή, και αφετέρου, σε αντιδιαστολή του έσχατου και κάκιστου. Εκατοντάδες σχόλια σε βιβλία, άρθρα, δοκίμια και άλλα σχόλιά μου υπαινικτικά συγκρίνουν και αντιδιαστέλλουν τις δύο εικόνες. Αυτές όμως είναι υποτυπώδεις αναφορές καθότι ετοιμάζεται βαθύτερη και εκτενέστερη ανάλυση. Εδώ και δύο δεκαετίες, όπως σημείωσα και σε άλλη περίπτωση, άρχισα να κρατώ ανώνυμο και απρόσωπο αρχείο. Σκόπιμα ανώνυμο και απρόσωπο, γιατί δεν με ενδιάφερε μια μεμονωμένη περίπτωση -παρά το ότι ο αρλουμπολόγος της Ιβηρικής χερσονήσου ενσαρκώνει πολλά της πρώτης εικόνας- αλλά μια όσο το δυνατό πιο πλούσια κατασκευή μοντέλου. Κάποια στιγμή εξαφάνισα πολλές σημειώσεις και κράτησα κάποιες άλλες, συνήθως μερικά κτυπητά μηνύματα φοιτητών μου και συναδέλφων μου, και αυτά συνήθως καταχωρημένα ανώνυμα, όταν απελπισμένα εκφράζουν την απόγνωσή τους για φαινόμενα απίστευτης ακαδημαϊκής βαρβαρότητας στο εσωτερικό των επιστημονικών ασύλων. Μεθοδολογικά, εξακρίβωσα ότι αυτό που έχει σημασία είναι όχι η «παραπομπή» εντός ή εκτός εισαγωγικών αλλά ο βαθμός στοχαστικής αποκρυστάλλωσης που επιτρέπει συγγραφική προσπάθεια χωρίς παραπομπές και υποσημειώσεις. Μελετώντας επιστημολογία και μεθοδολογία αντιλήφθηκα ότι αυτό το συμπέρασμά μου δεν είναι νέο. Η αξία μιας ιδεοτυπικής κατασκευής κρίνεται όχι από τις παραπομπές αλλά από το πόσα πολλά φαινόμενα και σε πιο βάθος μπορεί να περιγράψει και ερμηνεύσει.
Εδώ και πολύ καιρό λοιπόν παράλληλα ή στα περιθώρια της πολιτικοστοχαστικής μου διαδρομής παρατηρούσα, μελετούσα, κατέγραφα, συνδύαζα και εμπλούτιζα τις εικόνες που είχα στο μυαλό με πάμπολλες νέες εμπειρίες.
Στην πορεία μου γεννήθηκε η ιδέα και έτσι τελικά σταθεροποιήθηκε η προσέγγισή μου να εντάξω την όλη έρευνα κα συγγραφή στην ιστορική διαχρονία. Να εξετάσω δηλαδή την θέση του πολιτικού στοχασμού στην πορεία του πολιτικού πολιτισμού. Έγινε σαφές, επιπλέον, ότι θα υπάρξουν διακλαδώσεις συγγραφικών εγχειρημάτων σε μικρά και μεγάλα κείμενα και ότι θα αποτελούσε, εν τέλει, την σημαντικότερη επιστημονική μου παρέμβαση. Εκτός από άπειρες εμπειρικές παρατηρήσεις και συνομιλίες, κάποια στιγμή εκμεταλλευόμενος το διαδίκτυο προανάγγειλα και έκανα δημόσια διαβούλευση στο δικό μου και άλλους δικτυακούς τόπους, και οι ο εμπλουτισμός των εμπειριών που πέτυχα ήταν απρόσμενος.
Η ανώνυμη και απρόσωπη ιδεοτυπική κατασκευή ελκύει την προσοχή, εξάπτει την φαντασία, γεννά γόνιμες ιδέες, αποδεικνύει την απροσμέτρητη ψυχοπνευματική ποικιλομορφία και ετερότητα του ανθρώπου και βεβαιώνει ότι η κριτική της θέσης του πολιτικού στοχασμού είναι μια αναγκαία και μη εξαιρετέα επιστημονική υπόθεση. Δεν είμαι ο πρώτος που την κάνω αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα πρωτοτυπήσω γιατί αναρίθμητες περιπτώσεις εδώ και δεκαετίες συγχωνεύονται και ολοκληρώνονται κτίζοντας ένα δίπολο μοντέλων απέραντα χρήσιμων, για όσους βέβαια θέλουν να εισέλθουν στον χώρο αυτό ή για όσους επηρεάζονται από την ύπαρξη εξωπολιτικών ομάδων που επικαλούνται το προνόμιο επιστημονικής ανεξαρτησίας για να προάγουν, όπως λένε, την γνώση.
Κάτι που με εντυπωσίασε στην διαχρονία των παρατηρήσεών μου είναι η σχεδόν πανομοιότυπη εκδήλωση ατομικών συμπεριφορών που συναρτώνται με την επιστημονική και ή ακαδημαϊκή ιδιότητα. Αφορούν το γεγονός ότι το ανθρώπινο ον ενταγμένο στον κοινωνικοπολιτικό βίο ανεξαρτήτως ετερότητας ακόμη και αν είναι θηρίο προσαρμόζεται εν τέλει στον ηθικοκανονιστικά οριοθετημένο τρόπο ζωής. Μέσα στα επιστημονικά οχυρά, όμως, η θηριώδης φύση εκδηλώνεται, διαφεύγει της κοινωνικής ηθικής, καταχράται τα ακαδημαϊκά προνόμια και συχνά δρα ανενόχλητη. Οι εμπειρίες είναι αναρίθμητες και αφορούν, για παράδειγμα, ζητήματα στις σχέσεις με τους φοιτητές, τον συνειδητό παρασιτισμό ως επάγγελμα επιστημονικά μεταμφιεσμένο, την αβάστακτη ελαφρότητα της αμάθειας και ημιμάθειας (από τις οποίες όλοι οι επιστήμονες λίγο πολύ πάσχουν εκτός και αν έχουν επίγνωση αυτού του ανθρωπίνως αναπόφευκτου περιορισμού) και την προέκταση φαινομένων προπέτειας, σεξουαλικής παρενόχλησης, διαπροσωπικής και ιδιοτελούς κακίας, απίστευτης ετοιμότητας για ψεύδη χωρίς αναστολές, βάρβαρες στάσεις και συμπεριφορές και αδίστακτη δράση που βλάπτει όποιο γίνεται εμπόδιο της παρασιτικής ύπαρξης ή όποιον ακόμη και στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον γίνεται εμπόδιο στον φαύλο και αδιέξοδο κύκλο. Στο Βέλγιο, στην Μεγάλη Βρετανία και σε άλλες χώρες ξανά και ξανά η ίδια εικόνα: Του προς τα έξω καθωσπρέπει Κυρίου και στο εσωτερικό του θηρίου εκείνου που διαβολικά και κακεντρεχώς -έχω στο μυαλό αηδιαστικές εικόνες διαβολικών ανθρώπων- που τρίβει τα χέρια ηδονιστικά και κακεντρεχώς: Κατάφερε να κατασυκοφαντήσει συνάδελφο, να βλάψει πρώην σύζυγο οικονομικά, να διαβάλει κάποιον που στάθηκε εμπόδιο στους ηδονισμούς και στις φιλαυτίες, να καταδιώξει συνάδελφο επειδή δεν συναίνεσε σε προσωπικές περιπτώσεις, και τα λοιπά και τα λοιπά. Και αυτά δεν είναι παρά ελάχιστα παραδείγματα. Υπάρχουν εκατοντάδες άλλα που φορούν το εσωτερικό της εξωπολιτικής επιστημονικής Ιερουσαλήμ και που είναι παντελώς όχι μόνο άγνωστα και άπιαστα για τους εντός της Πόλεως και τους ελέγχους που ασκούν στα κοινωνικοπολιτικά τους περιβάλλοντα.
Ο γνωστός μου από την Ιβηρική Χερσόνησο που ποτέ δεν σταμάτησα να παρατηρώ την πορεία του, αλλά και εκατοντάδες άλλες εμπειρίες βεβαίωσαν ξανά και ξανά ότι κάποιες περιπτώσεις επί κάποιων ανθρωπίνων υποθέσεων είναι σταθερά επαναλαμβανόμενες σε πολλές χώρες και πολλούς επιστημονικούς χώρους. Και οι συνέπειες δεν είναι μόνο μικροζημιές εις βάρος του ενός ή του άλλου. Είναι επίσης και ο ευτελισμός της ακαδημαϊκής ζωής, ο εκφυλισμός και η παρακμή της επιστήμης και η κατασπατάληση πολύτιμων σπάνιων κοινωνικών πόρων.
Φαίνεται ότι μέσα στα ακαδημαϊκά οχυρά της επιστήμης η πάλη των δύο εικόνων είναι ακατάπαυστη και άλλοτε υπερνικά η μια και άλλοτε η άλλη προσδιορίζοντας και τις κατά περίπτωση επιστημονικές βαθμίδες. Αυτό για το οποίο, εν τούτοις, δεν έχω πλέον καμιά αμφιβολία, είναι ότι όταν κυριαρχήσει η δεύτερη εικόνα η φορά κίνησης είναι προς την βαρβαρότητα και η απόληξη οι βάρβαρες συμπεριφορές και πράξεις. Δεν υπάρχει τιμή, δεν υπάρχει όριο, δεν υπάρχει έλεγχος, δεν υπηρετείται η επιστήμη, βλάπτονται άνθρωπο, κατηφορίζει η επιστήμη και ο πολιτικός πολιτισμός.
Ο άνθρωπος είναι πολιτικό ζώο μέσα στο πολιτικά πολιτισμένο περιβάλλον της Πολιτείας στο ένας έκαστος ανήκει. Όσοι είναι εκτός Πόλεως -ο «εξωπολιτικοί»- είτε κινούνται προς την βαρβαρότητα είτε είναι βάρβαροι. Εκπληρώνουν δηλαδή σκοπούς που ορίζονται από κριτήρια ατομικισμού, φιλαυτείας, εγωπάθειας, θηριωδών ενστίκτων, ενστίκτων αυτοσυντήρησης και αγώνων ισχύος που προσδιορίζονται από όλα αυτά τα ανθρώπινα ελαττώματα.
Ο ακαδημαϊκός, σύμφωνα με πάγια κριτήρια επιστημονικής ελευθερίας είναι εξωπολιτικός δρων. Προϋπόθεση όμως είναι να μην αναπτύσσει τα ελαττώματα της δεύτερης εικόνας. Οι ακαδημαϊκοί αυτοσυγκροτούνται, αυτοθεσμίζονται, αυτοδιοικούνται, διαθέτουν ελευθερία σκέψης, εξαιρούνται ως προς αυτό των κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και υπηρετούν την γνώση ανιδιοτελώς και γι’ αυτό όπως είπαμε ασκητικά και αφοσιωμένα. Στο βαθμό και όποτε αυτά δεν εκπληρώνονται σύμφωνα με πάγια κριτήρια και κώδικες ηθικής και δεοντολογίας, η βαρβαρότητα υπερισχύει.
Ποια είναι λοιπόν η διαλεκτική σχέση των δύο εικόνων και πια η έκβαση. Έκβαση δεν υπάρχει. Σε ένα επιστημονικό χώρο ο μόνος τρόπος βελτίωσης είναι οι επιστημονικοί, δεοντολογικοί και ακαδημαϊκοί έλεγχοι στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αυτοσυγκρότησης και αυτοθέσμισης. Και όταν αυτά δεν ισχύουν η φορά κίνησης είναι προς την εξωπολιτική βαρβαρότητα.
Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι ενδιάμεσες στατικές στάσεις και συμπεριφορές δεν υπάρχουν. Εν τη απουσία κανόνων επιστημονικής αυτοσυγκρότησης και αυτοθέσμισης -τέτοιοι κανόνες με την αστυνομική έννοια του όρους δεν υπάρχουν και ούτε μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο το πλαίσιο μιας ευθύγραμμων στρατεύσεων, φαινόμενα βέβαια διόλου άγνωστα- έχουμε φορά κίνησης και λογικές απολήξεις.
Τέλος, δύο ακόμη εισαγωγικές επισημάνσεις είναι οι εξής. Σχετικό με τον ρόλο της επιστήμης στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα ενδοκρατικά και διακρατικά ισχύουν δύο καταστάσεις των οποίων αν και τα σύνορα είναι δυσδιάκριτα εν τούτοις εκατέρωθεν κυριαρχούν διαφορετικές προϋποθέσεις. Στα Δυτικά και όχι μόνο κράτη, αλλά κυρίως για ιστορικούς λόγους σε αυτά, υπάρχει η πλέον καλοστημένη ψευδεπίγραφη ακαδημαϊκή-επιστημονική ελευθερία που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Πρόκειται για καταναγκαστικούς και εξαναγκαστικούς μηχανισμούς επιστρατευμένων ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων μέσα στους οποίους αναμφίβολα μπορούν να αντεπεξέλθουν και να παράγουν ανεξάρτητους και ανεπηρέαστους στοχασμούς αλλά που κατά κύριο λόγο συγκροτούν την μεγαλύτερη βιομηχανία παραγωγής επιστημονικά μεταμφιεσμένων ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων. Με απλούς και λογικούς όρους υπενθυμίζω ότι σε Ανατολή και Δύση επί δύο περίπου αιώνες η «ιδεολογική» διαμάχη επιστράτευσε δεκάδες εκατομμύρια φορείς επιστημονικών τίτλων των οποίων μοναδικός σκοπός ύπαρξης ήταν η στήριξη των ηγεμονικών ανταγωνισμών με ψευδεπίγραφα κοσμοϊστορικά σχέδια. Σχεδόν αποκλειστικός τους σκοπός ήταν η βιομηχανική παραγωγή θεωρημάτων και ιδεολογημάτων που ροκάνιζαν τις κοινωνίες-στόχους προς όφελος των πιο ισχυρών. Στην ύστερη και πιο ξεπεσμένη εκδοχή του έχουμε το επιστημονικά μεταμφιεσμένο κριτικό κονστρουκτιβιστικό κίνημα που συσπειρώνει όλα τα ορφανά των ιδεολογιών σε μια ακόμη προσπάθεια πολιτικής θεολογίας που ιλαροτραγικά πλέον κανένα δεν μπορούν να βλάψουν παρά μόνο τις ίδιες τις κοινωνίες τους. Μπορεί τις τελευταίες δεκαετίες ο ρους της ιστορίας να αλλάζει και να καθιστά όλους αυτούς θλιβερές ή και γελοίες πολιτικοστοχαστικές υπάρξεις αλλά κανείς δεν μπορεί να λησμονήσει την ρύπανση του πολιτικού στοχασμού με δισεκατομμύρια κείμενα μέσα στα οποία κανείς άμα κολυμπήσει στρεβλώνει το μυαλό του, τα κατεστημένα θεσμικά και προσωπικά συμφέροντα, τα πνέοντα τα λοίσθια πρώην ηγεμονικά κράτη που ακόμη χρειάζονται στρατιωτάκια, τους θεσμούς που αν και άχρηστοι δεν καταργούνται εύκολα και τις απέραντες βιβλιοθήκες τον καθαρισμό των οποίων κανείς δεν μπορεί να επιτύχει παρά μόνο με προσπάθεια πολλών δεκαετιών. Και να μην ξεχνάμε ένα πιο μόνιμο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ζωής. Το γεγονός δηλαδή ότι αν και πάντοτε υπήρχαν πολλές κοινωνίες και η πολιτική ένωση του πλανήτη ήταν και θα συνεχίσει να είναι ανέφικτη για κάποιο περίεργο και ανερμήνευτο λόγο πολλοί πίστευαν και πιστεύουν το αντίθετο. Και ακόμη: Πολλοί από αυτούς συνειδητά ή ανεπίγνωστα καθημερινά επιστρατεύονται σε ηγεμονικούς και δήθεν επαναστατικούς σκοπούς.
Εδώ είμαστε και προχωρούμε. Οι κοινωνίες καλύτερα να μην εμπιστεύονται εύκολα τους φορείς του πολιτικού στοχασμού, καλά κάνουν να μην διαθέτουν πολλούς σπάνιους πόρους παρά μόνο όταν εξυπηρετούν τους κοινωνικούς σκοπούς ή εάν διασφαλίζεται μια πραγματική και γνήσια επιστημονική αυτοσυγκρότηση υψηλών βαθμίδων. Σε μικρά και ξεπεσμένα κρατίδια ένα είναι σίγουρο: Ακόμη και ο Θεός της ιδεατής ακαδημαϊκής εικόνας να ενταχθεί είναι καταδικασμένος είτε να υπόκειται πολέμους κατατριβής είτε να κολυμπά χωρίς να μπορεί να τις αποφύγει μέσα σε νοοτροπίες και πρακτικές παρασιτισμού και παρακμής. Πολιτική ηγεσία είναι που χρειάζεται μια κοινωνία και πνευματικούς ανθρώπους της εμβέλειας και του διαμετρήματος για παράδειγμα του Παναγιώτη Κονδύλη. Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι αυτή η επιβλητική στοχαστική ύπαρξη μπόρεσε να αναπτυχθεί μόνο επειδή βρισκόταν εκτός πανεπιστημίου.

Σημείωση. Το παρόν κείμενο γράφτηκε το 2002-3 όταν έγραφα το βιβλίο Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επαναδιατυπώθηκε το 2008-9 όταν έγραφα το βιβλίο κοσμοθεωρία των Εθνών. Συνεχώς θα συμπληρώνεται. Σε πολλές άλλες σελίδες του παρόντος δικτυακού τόπου σε βιβλία, σε άρθρα, δοκίμια και άλλες δημοσιεύσεις, υπάρχουν εκτενέστερα σχόλια. Το κείμενο για τον πολιτικό στοχασμό και τους φορείς του που ετοιμάζω εδώ και καιρό διακλαδώνεται, μέχρι στιγμής, σε τρεις διαφορετικές δημοσιεύσεις. Εδώ θα παραθέτω κάποια σημειώματα που αφορούν όλες τις σχετικές σελίδες.

28.12.2010, Ποιος έγραψε το πιο κάτω:

Υπάρχουν πολλά κείμενα που θεμελιώνουν αυτή την στράτευση-επιστράτευση (του πολιτικού στοχασμού στις εφήμερες διακρατικές και κυρίως ηγεμονικές διαμάχες). Για μια ιστορικοθεωρητική θεμελίωση βλ. Παναγιώτη Κονδύλη, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός (Εκδόσεις Θεμέλιο, 1997), ιδ. Τόμος ΙΙ, κεφ. Ι. Δράττομαι της ευκαιρίας για να κάνω την εξής, επισήμανση, εκτιμώ σημαίνουσα και θεμελιακή: Βασικότερο στοιχείο παρακμής της γνώσης τα νεότερα χρόνια και ιδιαίτερα την νεότερη εποχή είναι όχι μόνο ο κατακερματισμός των γνωστικών πεδίων και η ανυπαρξία ολιστικών ερμηνειών –κάτι που καθιστά την υπέρβαση της ημιμάθειας ανθρωπίνως ανέφικτη– αλλά η αύξηση των ανώτατων εκπαιδευτηρίων που προκάλεσε συνθήκες μαζικής παραγωγής θέσεων. Η γνώση όμως δεν συναρτάται με ποσότητες, αριθμούς και πολυπληθείς ομοϊδεαετικές συσπειρώσεις αλλά με θεμελιώσεις, τεκμηριώσεις και κυρίως λογική επιχειρηματολογική συγκρότηση. Ρόλος της θεωρίας είναι να συγκροτεί αυτή την προσπάθεια, να την καθιστά εύτακτη, προσιτή και ερμηνευτικά αξιόλογη. Η καταφυγή σε πολλές άχρηστες ή και παντελώς άσχετες υποσημειώσεις δήθεν είδος τεκμηρίωσης που κανείς δεν είναι εφικτό να ελέγξει υποδηλώνει παρασιτισμό ή και χειρότερα και πάντως όχι επιστημονική προσπάθεια. Οι παραπομπές σε άλλα έργα πρέπει να είναι αυτές μόνο που χρειάζονται, αυτές μόνο που επαρκούν στην τεκμηρίωση, αυτές μόνο που είναι σχετικές με το θέμα που αναλύεται και αυτές που υπόκεινται στην βάσανο του επιστημονικού ελέγχου κα διαπιστωθεί ότι είναι υψηλά στην κλίμακα των θεωρητικών σημασιών και των αληθινών-αντιπροσωπευτικών εμπειρικών αναφορών. Τα εκατομμύρια αν όχι δισεκατομμύρια πλέον κείμενα δημιουργούν μια χαώδη κατάσταση όπου κυριαρχούν πρακτικές οι οποίες εκμηδενίζουν ή και εκχυδαίζουν την πανεπιστημιακή μόρφωση: i) Το επαναδιατυπωμένο αναμάσημα κάποιων θέσεων και το αυγάτισμα των πηγών ή θέσεων άλλων είναι πλέον παγκοσμίως ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο αν όχι μια εκτός ελέγχου κατάσταση. ii) Η οχύρωση γύρω από εκφυλισμένες επιστημολογικές θέσεις όπου ούτε λίγο ούτε πολύ, η αναγκαία και μη εξαιρετέα προϋπόθεση κάθε ποιοτικής προσπάθειας για διεξαγωγή επιστημονικών συζητήσεων υψηλών ποιοτικών βαθμίδων υποκαθίσταται από φυγόπονα παρασιτικά ιδιοτελή συμφέροντα που συμβολίζονται με λόγια όπως «να υπάρχει πλουραλισμός γνώσεων» ή ακόμη χειρότερα «να ακούονται όλες οι απόψεις». iii) Η απουσία μιας οικουμενικής επιστημονικής κοινότητας και ο επιμερισμός των πανεπιστημιακών δραστηριοτήτων σε εθνικά στεγανά που επιπλέον κυριαρχούνται από ηγεμονικούς θεσμούς που δημιουργούν ασυμμετρίες και εξαρτήσεις (στοχαστικές και πολιτικές), προκάλεσαν μια μεγάλη πολιτικοστοχαστική καταστροφή η έκταση της οποίας δεν έχει ακόμη γίνει πλήρως αντιληπτή και η οποία είναι αμφίβολο αν μπορεί να αντιστραφεί: Αναρίθμητοι εξωπολιτικοί δρώντες ελάχιστα ή καθόλου ακαδημαϊκοί συγκροτούν εστίες πολυπληθών ομοϊδεατών σε πανεπιστήμια, περιφέρειες, συμμαχίες και διεθνικά. Οι αναγκαίοι και μη εξαιρετέοι επιστημονική και δεοντολογικοί έλεγχοι δυσχεραίνονται ή καθίστανται παντελώς αδύνατοι: α) Αλληλοπαραπέμπονται, αλληλοστηρίζονται ως μεγάλοι επιστήμονες επειδή ακριβώς σε κάποιες λίστες εμφαίνονται ως δήθεν ευρέως επιστημονικά αναγνωρισμένοι, β) ελέγχουν αναρίθμητα ετερόκλητα πανεπιστημιακά τμήματα μέσα στα οποία όπως σε κάθε άλλη ανθρώπινη κατάσταση (εδώ μάλιστα στερούμενη πολιτικών και κοινωνικών ελέγχων που η κοινωνία αναμένει ότι υποκαθίσταται από μια χρηστή συμπεριφορά υπό καθεστώς ακαδημαϊκής ελευθερίας) επιδιώκουν την αναπαραγωγή τους που μπορεί να γίνει, πλέον, μόνο σε πελατειακή βάση, γ) εκδίδουν αναρίθμητα περιοδικά αξιολογητών όπου κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αν αποτελούν ή όχι εστίες ομοϊδεατών μέσα στις οποίες «Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει», δ) γεμίζουν τις υποσημειώσεις με αναφορές που κανείς πρακτικά μιλώντας δεν μπορεί να ελέγξει και ε) αφού επεκταθούν αριθμητικά έχουν κάθε συμφέρον να επιτίθενται δολοφονικά και ατεκμηρίωτα κατά όποιου θίγει την ιδεολογική εκτόνωση, τον παρασιτισμό και την επιστημονικά μεταμφιεσμένη βιομηχανική παραγωγή προπαγανδιστικών ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων. Εύκολα ανταλλάξιμες προσβάσεις στα μέσα μαζικής επικοινωνίας διευκολύνουν τέτοια επενδυμένα συμφέροντα και διαπλοκές. iv) Εάν σταθούμε στον χώρο του πολιτικού στοχασμού (στον οποίο συμπεριλαμβάνονται η οικονομία ενδοκρατικά και διεθνώς και θεσμοί της διεθνούς πολιτικής και κανονιστικής οργάνωσης) επισημαίνεται ένας ακόμη κοινός τόπος: Τους δύο τελευταίους αιώνες συμπλέχθηκε κα ροκανίστηκε από την ηγεμονική διαπάλη των τριών κύριων ιδεολογικών πόλων, δηλαδή του διεθνιστικού-ηγεμονικού φιλελευθερισμού, του κομμουνισμού και του φασισμού. Ο νεοεισερχόμενος επιστήμονας είναι προγραμματικά καταπλακωμένος από βουνά ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων που αν δεν είναι αμιγώς προπαγανδιστικά εμπίπτουν στην αμιγή σφαίρα της πολιτικής θεολογίας αν όχι πολιτικής φλυαρίας. Τέλος, η παρακμή του ιδεολογικού φαινομένου τις τελευταίες δεκαετίες πέραν των σπασμωδικών και εφήμερης αξίας νεοφιλελεύθερων θεωρημάτων εκλογίκευσης της εφήμερης μεταψυχροπολεμικής αμερικανικής ηγεμονίας, ο πολιτικός στοχασμός εισήλθε σε μετάβαση. Το αποτέλεσμα είναι δημιουργία εφήμερης σημασίας συνονθυλευματικών ομαδοποιήσεων όπως οι κριτικοί et al, μέσα στις οποίες ετερόκλητοι φορείς τίτλων προσπαθούν να συγχωνεύσουν και να ολοκληρώσουν τις στερούμενες οντολογικής αναφοράς ξεπερασμένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις των τριών προαναφερθεισών πεπερασμένων ιδεολογιών και των αποχρώσεών τους. Είναι ευνόητο ότι μέσα σε αυτές τις ομαδοποιήσεις διευκολύνεται ο ακαδημαϊκός παρασιτισμός, η οχύρωση πίσω από το «δικαίωμα» ασυνάρτητητης παραπονιάρικης «κριτικής» και η διευκόλυνση της επιστημονικής αναρρίχησης με την μαζική αναπαραγωγή ακατανόητων και κοινωνικοπρακτικά άσχετων σπουδαιφανών όρων και εννοιών. Καταληκτικά επισημαίνω ότι η επιστημονική φυσιογνωμία ενός επιστημονικού κειμένου και ενός Πανεπιστημιακού Τμήματος ή μιας επιστημονικής κοινότητας δεν κρίνεται από το πλήθος των παραπομπών αλλά α) από την θεμελιωτική τους συνάφεια, β) την υψηλή βαθμίδα στην κλίμακα των θεωρητικών και εμπειρικών σημασιών, γ) την λογική συνάρτηση του ειδικού με το γενικό και το αντίστροφο, και κυρίως: δ) την οντολογική συνάφεια μιας ανάλυσης ή αντίστροφα της ένταξής στο ευρύ παρασιτικό ή στρατευμένο φάσμα της πολιτικής θεολογίας.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: