Ρωσία

Ρωσία

Περιεχόμενα

  • Εισαγωγή
  • Speech delivered by the Minister of Foreign Affairs of the Russian Federation Sergey Lavrov at the Royal Institute for International Relations (Brussels, 15 October 2013)
  • 25.10.2013. Η νέα «εθνική Ιδέα» της Ρωσίας
  • Μάρτιος 2013 Ντούκιν, Το μεγάλο Παιχνίδι

——————————————
Εισαγωγή
Στην παρούσα και παραπλήσιες σελίδες θα δοθεί έμφαση στις στρατηγικές της Ρωσίας, των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι αναρτήσεις αφορούν τόσο σχετικά μαθήματα στο πρόγραμμα σπουδών του πανεπιστημίου. Γενικότερα, επιπλέον, ενδείκνυται το διεθνές σύστημα να εξετάζεται υπό το πρίσμα ενός αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου πολλών μεγάλων δυνάμεων. Οι αναρτήσεις εδώ θα συμπεριλαμβάνουν τόσο άρθρα και δοκίμια όσο και εμβόλιμα σχόλια και αναλύσεις.
————————————

25/10/13
Η νέα «εθνική Ιδέα» της Ρωσίας

http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2013/10/blog-post_2492.html#.UmrFrvnIbD5

Βαρντάν Μπαγκντασαριάν, πολιτικός επιστήμων
Από τη θεωρία της μεγάλης Ρωσίας ως μέλος του ευρωπαϊκού κλάμπ, που υπήρχε ακόμα από την εποχή της ΕΣΣΔ και του Γιέλτσιν, μέχρι τη σημερινή «εθνική ιδέα» της μεγάλης Ρωσίας ως παγκόσμιας δύναμης, οι αλλαγές του «εθνικού Δόγματος» είναι σημαντικές.

Το ρωσικό Σύνταγμα απαγορεύει τις «κρατικές ιδεολογίες». Η απαγόρευση, όμως, ως όλα δείχνουν παρακάμπτεται διαμέσου της χρήσης μια συνώνυμης με την ιδεολογία έννοιας: Της «εθνικής ιδέας». Το κάλεσμα του Β.Πούτιν για τη διαμόρφωση μια εθνικής ιδέας δεν είναι κάτι νέο για τη μετασοβιετική Ρωσία. Αλλωστε, παρόμοιο στόχο είχε θέσει από το 1996 ο Μπορίς Γέλτσιν. Το νέο είναι, ποια ακριβώς ιδεολογία πρέπει να υιοθετήσει η Ρωσία.

Διαβάστε περισσότερα:
Προτεραιότητες Πούτιν: Εθνική ταυτότητα νεο-Ρώσων, Συρία, οικονομική κρίση

Η ομιλία του Πούτιν στη συνεδρίαση της Λέσχης Βαλντάι (think tank ειδικών σε θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, η επονομαζόμενη και «Λέσχη Μπίντελμπεργκ της Ανατολής»), κατέδειξε την πρόθεση της ηγεσίας της χώρας να πραγματοποιήσει μια ιδεολογική στροφή. Προηγουμένως, η ιδεολογία της Ρωσίας εκφραζόταν ουσιαστικά με την εξής διατύπωση: «Η Ρωσία είναι μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα». Αυτή, προφανώς, συσχετιζόταν με μια γενική ιστορική κατεύθυνση που επικρατούσε τότε στη Ρωσία, τη Δυτική. Υποστηρικτές της στροφής προς τη Δύση ήταν τόσο ο Γκορμπατσόφ, και ο Γέλτσιν, όσο και ο Μεντβέντιεφ. Στην αρχή ήταν και ο Πούτιν.
Ακόμη και στο περιβάλλον της σοβιετικής ελίτ των τελευταίων ετών, οι ιδέες για μια τέτοια σύγκλιση ήταν αρεστές και συζητούνταν σε κλειστό κύκλο. Το μέλλον της χώρας προσδιοριζόταν στην ενσωμάτωση με τη Δύση και τις υψηλές τεχνολογίες της τελευταίας. Το νέο γεωπολιτικό σύστημα είχε επινοηθεί σαν ένωση του «πλούσιου Βορρά». Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ προς το τέλος της προεδρίας Γέλτσιν (βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας) οδήγησε στην αναπροσαρμογή των στρατηγικών σχεδίων. Αντί της ενοποιημένης Δύσης, η Ρωσία άρχισε να κάνει λόγο για μια ενοποιημένη Ευρώπη. Η Ρωσία στην περίπτωση αυτή, δεν νοούταν απλώς ως κομμάτι της, αλλά ότι θα καταστεί μελλοντικά ηγέτιδα ενός ενοποιημένου ευρωπαϊκού κόσμου.

Ο σύγχρονος ρωσικός «μεγαλοϊδεατισμός»
Σύμφωνα με αυτή την «ιδεολογική αρχή», βασικός προσανατολισμός της κυβερνητικής και κρατικής πρακτικής ήταν οι μεταρρυθμιστικές αλλαγές στη Ρωσία. Αλλαγές που θα βρίσκονταν σε αντιστοιχία με τα Δυτικά πρότυπα. Από εδώ πηγάζει και η συχνή χρήση μιας φιλελεύθερης ρητορικής. Αυτή υιοθετήθηκε προκειμένου να πεισθεί τη Δύση ότι η Ρωσία της είναι απαραίτητη σε επίπεδο αξιών. Για τον ίδιο λόγο εγκρίνονταν και τα σχετικά προγράμματα. Πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ως προς αυτό ήταν η μεταρρύθμιση του συστήματος της ρωσικής εκπαίδευσης σύμφωνα με το μοντέλο της Μπολόνια και η εισαγωγή του θεσμικού πλαισίου για την προστασία των δικαιωμάτων των ανηλίκων. Ωστόσο, οδεύοντας προς τις ρωσικές προεδρικές εκλογές του 2012, έγινε εμφανές ότι το ιδεολογικό πρόγραμμα «Η Ρωσία είναι μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα», δεν εφαρμόστηκε. Η αποτυχία του οφειλόταν σε διάφορους παράγοντες:
1.Η Ευρώπη -και η ευρύτερη Δύση- δεν δέχτηκε τη Ρωσία στους κόλπους της, απορρίπτοντας επί της ουσίας να την αναγνωρίσει ως όμοιά της πολιτισμικά.
2.Οι μεταρρυθμίσεις Δυτικού τύπου στη Ρωσία δεν πέτυχαν, οδηγώντας στην καταστροφή του παλαιού συστήματος δόμησης της διαβίωσης, χωρίς όμως να δημιουργήσουν ένα νέο.
3.Ο λαός στην πλειοψηφία του δεν αποδέχτηκε την ιδεολογία της δυτικοποίησης.
Η απόρριψη από την πλευρά της Δύσης οφειλόταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στη διατήρηση των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών και της δυναμικής του μεγαλοϊδεατισμού της Ρωσίας («νέες αυτοκρατορικές τάσεις της εποχής Πούτιν»).

Στο σταυροδρόμι μεγάλων αποφάσεων
Στα πλαίσια του ιδεολογήματος της «μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας» που υιοθέτησε η ρωσική ελίτ, εμφανίστηκε ένα σταυροδρόμι, στο οποίο έπρεπε να γίνει η επιλογή μεταξύ της Ρωσίας ως μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης και του ρωσικού ευρωπαϊσμού. Η ανάγκη επιλογής επέφερε διάσπαση στους κόλπους της ελίτ. Ο Πούτιν επιλέγει τη μεγάλη δύναμη. Αυτό φανερώνει ξεκάθαρα το κείμενο της προεδρικής ομιλίας στη Λέσχη Βαλντάι.
Στην επιλογή αυτή δεν υπάρχει κάτι το πολύ διαφορετικό από όσα συμβαίνουν γύρω. Υπάρχει το σχέδιο των μεγάλων Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της μεγάλης Βρετανίας (γεγονός που εδραιώθηκε στην ίδια την ονομασία του βρετανικού κράτους), της μεγάλης Κίνας… Πρέπει να υπάρξει, προφανώς, και το σχέδιο μιας μεγάλης Ρωσίας.

Όλα μεγάλα
Η υιοθέτηση της έννοιας της μεγάλης δύναμης προϋπέθετε και τη σχετική επίδειξη του μεγαλείου που έχει επιτευχθεί. Για να προβληθεί διεθνώς η εικόνα της «μεγάλης δύναμης», πολλά γίνονται επί Πούτιν. Τέτοιες κινήσεις, μεταξύ άλλων, είναι οι εξής:

Σχετικά:
Δικαιοσύνη: Το μεγάλο ρωσικό όνειρο σε μια λέξη

-Μεγάλη τεχνολογική δύναμη (πρόγραμμα σιδηροδρομικού δικτύου υψηλής ταχύτητας, πρόγραμμα παγκόσμιου δορυφορικού συστήματος πλοήγησης, διεκδίκηση του δικαιώματος διεξαγωγής της παγκόσμιας έκθεσης Expo-2020).
-Μεγάλος στρατός (διεξαγωγή το 2013 των μεγαλύτερων ασκήσεων από την εποχή της ΕΣΣΔ).
-Μεγάλα έργα (η μεγαλύτερη καλωδιωτή γέφυρα στον κόσμο που ενώνει το Βλαδιβοστόκ με το νησί Ρούσκι).
-Μεγάλα επιστημονικά προγράμματα (δημιουργία του κέντρου καινοτομιών «Σκόλκοβο», το οποίο προβάλλεται ως ανάλογο της αμερικανικής Σίλικον Βάλεϊ).
-Μεγάλα έργα αρχιτεκτονικής (την περίοδο του Πούτιν κατασκευάστηκαν τα οκτώ μεγαλύτερα κτίρια στη Ρωσία, με μεγαλύτερο από αυτά τον ουρανοξύστη Mercury City Tower ύψους 338,8 μ., τον οποίο μελλοντικά θα ξεπεράσουν ο Federation Tower που θα φτάσει τα 385 μ., και ο Lahta Center που θα υψωθεί στα 463,7 μ.).
-Η μεγαλοπρέπεια της ρωσικής Εκκλησίας και των υπολοίπων θρησκειών (στην μετά ΕΣΣΔ εποχή ανεγέρθηκαν μεγάλοι ναοί όλων των παραδοσιακών θρησκειών της Ρωσίας, όπως ο ναός του Χριστού Σωτήρα για τους ορθοδόξους 103 μ., έξι τζαμιά για τους μουσουλμάνους που είναι τα υψηλότερα στην Ευρώπη, μεταξύ αυτών του Νιζνεκάμσκ στο Ταταρστάν, η «Καρδιά της Τσετσενίας» στο Γκρόζνι και το «Κουλ Σαρίφ» στο Καζάν, καθώς και ο μεγαλύτερος βουδιστικός ναός της Ευρώπης «Η χρυσή κατοικία του Βούδα Σακιαμούνι»).
-Μεγάλος πολιτισμός (άνοιγμα της προεδρικής βιβλιοθήκης ονόματι Γέλτσιν, μεγαλειώδεις εορτασμοί ιστορικών επετείων).
-Μεγάλη αθλητική δύναμη (το ρεκόρ συγκεντρωθέντων μεταλλίων από πλευράς Ρωσίας που σημειώθηκε στη θερινή Πανεπιστημιάδα του Καζάν, η χειμερινή Ολυμπιάδα του Σότσι το 2014, το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου το 2018).
-Μεγάλο γεωπολιτικό κύρος (η μετά ΕΣΣΔ επανένωση στα πλαίσια της Τελωνειακής Ένωσης της Ευρασιατικής Οικονομικής Κοινότητας).
Μπροστά σε νέες εξελίξεις

Διαβάστε επίσης:
Διαστρευλώνουν την εικόνα της Ρωσίας στη Δύση

Η λογική όλων αυτών των δαπανηρών προγραμμάτων φανερώνει την ερμηνεία της «εθνικής ιδέας» που είχε δώσει ο Πούτιν από το 2004, δηλαδή το «να είμαστε ανταγωνιστικοί σε όλα». Ακριβώς έτσι όπως παρουσιάζονται οι εμπορικές μάρκες, παρουσιάζεται και η ρωσική μεγάλη ιδέα. Ωστόσο, σημαντικό μέρος αυτών των προγραμμάτων υλοποιείται αποσπασμένα από την κατάσταση που επικρατεί στην ίδια τη χώρα. Αυτά, όχι μόνο δεν αποτελούν κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, αλλά απορροφούν χρήματα από την οικονομία της Ρωσίας, αυξάνοντας τις ανισότητες ως προς τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Υλοποιείται ένα μοντέλο ύπαρξης διαφόρων «θυλάκων» ευημερίας μέσα σε συνθήκες μιας γενικής συστημικής ύφεσης. Μια μεγάλη κυρίαρχη χώρα είναι αδύνατο να οικοδομηθεί με αυτό τον τρόπο. Θα πρέπει λοιπόν να αναμένονται νέες επόμενες φάσεις στην αναζήτηση της εθνικής ιδέας της Ρωσίας. Η απόκτησή της στη βάση της πνευματικής, πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητας -όπως ανέφερε στο Βαλντάι ο Πούτιν- αποτελεί την υποθήκη για τη νέα συστημική αλλαγή στη Ρωσία.

Ο Βαρντάν Ερνέστοβιτς Μπαγκντασαριάν είναι διδάκτορας ιστορικών επιστημών, υποδιευθυντής του Κέντρου πολιτικής σκέψης και ιδεολογίας.
——————————-
Speech delivered by the Minister of Foreign Affairs of the Russian Federation Sergey Lavrov at the Royal Institute for International Relations (Brussels, 15 October 2013)

Europe’s role in a time of changes

2026-15-10-2013
http://www.mid.ru/bdomp/brp_4.nsf/e78a48070f128a7b43256999005bcbb3/05708b723f90f32c44257c0500666ca1!OpenDocument

Ladies and Gentlemen,
It gives me pleasure to speak in one of the most renowned centers of political science in Europe as part of my visit to Brussels made on the invitation of my friend and colleague Didier Reynders. Ever since Belgium was founded it had special relationship with Russia. I have no doubt that Belgians are well familiar with the biography of their first King Leopold who was related to the Russian Royal Family and as a general of the Russian Army fought in battles which took place in Europe in the early 19th century. The archives of the Russian Foreign Ministry include a letter by Alexander I to Prince Leopold of Saxe-Coburg with the expression of his “special benevolence.”
This year our countries are celebrating the 160th anniversary of the establishment of diplomatic relations. Sure enough, the Russian-Belgian contacts had to string along with the twists and turns of the European history, but we can say with full confidence that mutual affection between our peoples has been the constant of our relationship. Now that ideological contradictions are a thing of the past we see great new opportunities opening up in the relations between the two countries. The Agreement of Understanding and Cooperation signed on December 8, 1993 is a benchmark document that guides our cooperation in different areas.
An intensive dialogue between Moscow and Brussels has become an important element of European political life. During talks that were held today we reaffirmed basic commonality of our approaches to many issues on the international agenda.
We see Belgium as a reliable business partner. Despite the crisis, the trade volume has been growing steadily and investment cooperation has been developing actively. Today 250 Belgian companies successfully operate in Russia, making solid investments in the high-tech production capacities. The Solvay Group remains the leading Belgian investor in Russia, and has already created a number of large joint ventures with the Russian Sibur Holding in the Nizhny-Novgorod Region. The number of Russian investors in Belgium is also growing, Lukoil is just one to mention. All of the above strengthens our confidence in the fact that the traditions of partnership, friendship and cultural cross-fertilization, which were laid one and a half centuries ago, will be further developed.
Ladies and gentlemen,
Speaking in the political capital of Europe it is impossible not to dwell upon the issues pertaining to the future of our continent. Reflections on the topic are particularly relevant nowadays when there are all the signs that the period of smooth, linear movement is over and the world has entered a period of transition that will mark not simply the next stage of development, but rather a new historical era. For the first time in centuries the sources of global growth have shifted beyond the borders of the European civilization, reshaping the geopolitical landscape and establishing a polycentric international system in line with the realities and needs of the twenty-first century. The developments of recent years have shown again and again that today no single country, nor even a group of countries have sufficient resources to address international challenges by imposing their will on all others. The only way to provide effective global governance is to bring major poles of power and influence of the modern world into alignment, which implies that the respect for other nations’ civilizational lifestyles and right to determine their own destiny becomes an imperative need.
It is clear that such a polycentric system is much more complex than a bipolar model of the second half of the previous century, but we believe that it has no reasonable alternative. Although mechanisms of joint decision making by the major world centers were enshrined in the UN Charter, the course of history has deferred their implementation for several decades. Today time is ripe to take full advantage of these opportunities.
In other words, time has come for the renaissance of diplomacy. The global economy turmoil of the past few years has clearly demonstrated that predictions that the role of national states would shrink with the onset of the globalization, were false. States alone are in a position to establish domestic fire departments, similarly it is them that are to assume the main burden when it comes to crisis, conflict and disaster response and relief. It is also their exclusive right to use available diplomatic tools to shape effective global governance structures and institutions.
The Russia-US proposals formulated on the basis of the arrangements between the Presidents of the two countries, which laid the groundwork for the subsequent OPCW decision and the UN SC resolution that set the framework for the efforts to destroy chemical weapons in Syria are sighted, and rightly so, as an example of the productive diplomatic work. Let me emphasize that this was possible because we managed to bring the diplomacy to the next qualitatively new level, where the goal is not to form a coalition against anyone but rather to cope with common tasks and to find solutions to global challenges.
Keys to solving problems of the today’s world cannot be found without genuine multilateral efforts, network diplomacy and partnerships in international affairs aimed at promoting shared interests. The BRICS that spans across four continents is a good example of an association that promotes a strictly positive and constructive agenda.
The EU member-states given their vast experience in international affairs, historical memory and extensive diplomatic traditions are to play an important and productive role in the efforts to create a just and democratic world order. As new centers of economic and financial power are emerging fast, it seems that in the new architecture of international relations Europe will no longer hold the central place as it used to throughout centuries. That, however, does not preclude Europe from churning out innovative technologies and ideas that could contribute to raising sustainability of the global economy, making it more environmentally friendly and proneness to conflict in international affairs.
Certainly, it would hardly be possible to advance towards this goal unless we agree on fundamental principles, first and foremost that it is absolutely imperative to respect common rules of the game. In case of international relations these are norms and principles of the international law, the provisions of the UN Charter to begin with. No one seems to argue with this, but in practice we see attempts to undermine the legal framework of the existing international system and to set precedents by taking steps bypassing such key principles as sovereign equality of states, respect for their independence and territorial integrity, non-use of force or threat of force and peaceful settlement of disputes. We are also cannot but be concerned with the encroachments upon immunity of diplomats or diplomatic missions. Such actions undermine the basics of civilized relations between the states.
We cannot agree with the logic of those that attempt to justify unilateral use of force by referring to the so-called «responsibility to protect» concept. The 2005 World Summit outcome document does indeed list cases in which interference, including military is possible to avert mass murder of civilians. However the UN Summit made it abundantly clear that it has to be mandated by the UN Security Council on a case-by-case basis. This is international law. All the rest is slyness. Unilateral interference will always be selective and inevitably aimed at promoting political interests of countries behind it. That bears resemblance to the colonial times when good intentions were used to justify violence. So far no one has proven that use of force in international affairs helps to reduce the number of civilian casualties rather than the opposite – think Libya, Afghanistan and especially Iraq, where terrorist attacks claim dozens of human lives every day and have become a horrible reality, politicians and mass media in the West no longer take notice of. One thing’s for certain: unilateral military actions lead to a dramatic rise in instability, both regionally and globally.
We believe that today international stability is one of the main values for the international community to cherish. I stress this point not because, as some may assert, Russia has presumably adopted retrograde stance and is struggling to defend the status quo with no chance of success. On the contrary, as I noted in the very beginning, we are convinced that today the world is changing faster and more drastically than ever. As the two epochs meet, sparks fly and serious turbulence is created, and there can be no excuse for aggravating the situation further by hasty actions in pursuit of some immediate benefits, and, at times, dictated by the domestic interparty struggle. That is why Russia consistently supports evolutionary, not revolutionary, path of development and advocates focusing international efforts on peaceful settlement of regional crises.
Now, everyone seems to have finally understood what we meant two years ago as we presented our analysis of the drastic rise in instability in the Middle East and North Africa. What we witnessed was the beginning of a long period of perturbations that might affect geographical borders of the local states that were drawn back in the colonial times, cause serious interfaith and intercommunal conflicts, give rise to a new wave of extremism which can expand far beyond the borders of the Middle East and North Africa, similar to what we are already seeing in Afghanistan, Mali, Kenya and other regions. No one can guarantee that those «arcs of instability» and trouble spots will not multiply, causing more and more serious threats to emerge, including those related to the danger of violation of the non-proliferation regimes of weapons of mass destruction.
Thus the task to work out a common long-term vision of how the international situation might evolve in order to prevent the negative scenario acquires paramount importance. We need to understand that external actors do need to act cautiously and in a balanced way with regard to the countries in conflict. It is also important to give up the paradigm of regime change on command from the outside, to promote settlement through inclusive national dialogue observing in full the rights of ethnic, religious and other minorities. And all must reaffirm and demonstrate commitment to countering extremism and terrorism and to refrain from double standards.
Let us look at how Russia’s position regarding this set of issues correlates with that of the EU member-states. As far as the main priorities are concerned we, in fact, have no serious differences. Both Moscow and Brussels strongly advocate peaceful development of the Middle East and other regions, collective efforts to address new challenges and threats, fostering efforts of peoples living there aimed at democratic transformation of their societies and creating more efficient economic systems. Naturally, as we proclaim such positions, we should also strive to implement them in practice.
The question that is directly linked with the aforementioned is as follows: to what extent could the Euro-Atlantic region serve as a beacon of balanced development and offer solution to the security problems that would be acceptable to all. It would seem that the correct principles of mutually beneficial cooperation based on respect have recently been agreed upon. In 2010 at the Lisbon Russia-NATO Council (NRC) Summit and at the Astana OSCE Summit the task was set forth to build genuine strategic partnerships and to establish the Euro-Atlantic and Eurasian security communities. The decisions that were taken back in the days make up a solid program of joint action. However in practice positive results are difficult while on certain tracks there are even roll-backs. I an referring to, in particular, the deployment upon NATO’s blessing of the Europe-based segment of the global US missile defense system, in defiance of the legitimate concerns of the Russian Federation and contrary to the commitment not to strengthen one’s security at the expense of others, which was repeatedly declared in the NRC and the OSCE.
Such steps take us away from the goal set by the leaders of our countries, that is to establish a Euro-Atlantic space of equal and indivisible security. We hope that the «Helsinki+40» initiative discussed in the OSCE would help advance in the right direction. I would like to give some statistics to those that continue to trade on the myth of «the threat from the East». Today, Russian military budget is 14 times smaller than the aggregate military expenditures of all NATO countries. That said, our country has the longest land border, and if we calculate Russia’s military expenditures per one kilometer of the border we shall see that our country ranks fortieth in the world.
In general discussions of the ways to strengthen European security some demonstrate persistent lack of trust, as well as the desire to revive the cold war logic: either you are with us or against us. Those that do ignore the lesson that history clearly teaches us: attempts to isolate Russia always had extremely dire if not tragic consequences for the entire European continent. And vice versa, lasting periods of peaceful development in Europe were associated with the active role played by Russia in resolving pan-European problems.
Over the last two decades a lot has been achieved in relations between Russia and the EU. Today, the volume of our mutual trade is comparable to that between the EU and the US and the EU and China. However the potential for development of cooperation virtually in all fields is really tremendous. Together we number about 650 million people that populate the territory of over 21 mln. square kilometres and possess huge natural resources and highly developed technological base, as well as the comparative advantages since our economies complement each other. Recently, a number of irritants appeared in the Russia–EU relations. Those include visa regime that against the background of actively developing trade and economic ties, tourism and human contacts represent a clear anachronism, reluctance of the EU to open its market for certain Russian products, as well as attempts to aggressively and retrospectively apply the provisions of the «Third Energy Package» in violation of agreements on the protection of investments. However disagreements on these and other issues we will never distract us from our main goal, namely further comprehensive development of the mutually beneficial strategic partnership between Russia and the European Union. This goal was outlined in the Concept of Foreign Policy of the Russian Federation approved by President Vladimir V. Putin. The document also set forth a perfectly realistic task to establish a common economic and humanitarian space from the Atlantic to the Pacific. For as Victor Hugo wrote, people do not lack strength, they lack will.
It is evident that advancement is only possible if we adhere to the principles of equality, mutual respect and consideration of each other’s interests. We understand that the European Union has developed a habit to build relations with the neighboring states on the basis of bringing these countries up to the EU standards, making use of their desire to join the European integration project. However, Russia does not intend to join the EU and, therefore, the pattern of our relations with the European Union is of completely different nature and should be based on a mutual willingness of the two major European players to strive towards mutually beneficial rapprochement that will undoubtedly help to consolidate our common positions in today’s highly competitive world.
Developing ties between the European Union and the Eurasian integration organizations which we are establishing together with Kazakhstan and Belarus also offers significant potential benefits. The Customs Union and the Common Economic Space are founded on the universal principles of integration in line with the WTO norms. They already started to bring tangible benefits to their members, contributing to the growth of mutual trade, reduction of unemployment and improvement of the investment climate. As a matter of fact, we are following the same path that the EU took back in its early days, and the experience of the European Union is of great help to us. That said. It would be a big mistake to disregard commercial, humanitarian and family ties between peoples that live in the CIS space that go back centuries, their common cultural matrix as well as existing infrastructure links. Therefore it would only be natural to strive towards harmonization of relations between the EU and the Eurasian Union that is being established with all due respect for the sovereign right of any State to set its own priorities.
In view of history, modern-day realities as well as other factors it would be best if natural and objective integration processes among the CIS member-states were to go hand in hand with strengthening ties with the European Union and were to result in the creation – and I quote J.M. Barroso’s words – of «a common economic and humanitarian space from Lisbon to Vladivostok with free movement of people, free flow of goods and services». As I stated earlier this is the goal set forth in our foreign policy concept.
Putting an end to confrontational rhetoric and arguments about values would strengthen positions and give competitive edge not only to Russia and Europe, but to the entire European civilization. At times one might get an absurd impression that in today’s world the deepest rift in terms of values passes through the European continent. Russia has consistently adhered to the Universal Declaration of Human Rights and respected traditional values, among which are basic moral principles rooted in Christianity and other world religions. Renouncing them in favor of hedonism and permissiveness would lead to the loss of human dignity and self-destruction of both individuals and the society. Literary masterpieces created both in the west and in the east of Europe are replete with the facts to prove this idea. Fyodor Dostoyevsky believed that «public civic ideals which are not naturally linked to moral ideals, have never existed, and cannot exist».
It is important to keep in mind need to strike reasonable balance between freedom and responsibility and learn to respect each other and our right to diversity. We still consider it vital to rely further on the Council of Europe as an independent European organization that unites the legal and humanitarian spaces of our continent.
Russia stands ready to continue working with other Europeans in order to build the Great Europe of the future.
Thank you.

————————-
ΚΥΡΙΑΚΉ, 31 ΜΑΡΤΊΟΥ 2013

Ντούκιν, Το μεγάλο παιχνίδι

Ο «εξ απορρήτων του Βλαντιμίρ Πούτιν, κορυφαίος Ρώσος γεωπολιτικός, Αλεξάντρ Ντούγκιν, μιλάει στον Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο

· Θα μπορούσε η Ελλάδα να στηριχθεί στη Ρωσία, αν θελήσει κάποια στιγμή να αποτινάξει τον ιδιόρρυθμο «αποικιακό» ζυγό της «χρεοκρατίας»;

· Ποια είναι η γεωπολιτική στόχευση της επίθεσης στην Κύπρο;

Αυτές ήταν δύο από τις ερωτήσεις που υποβάλαμε στον Αλεξάντρ Ντούγκιν, «εξ απορρήτων» του Βλαντιμίρ Πούτιν, αν τουλάχιστο πιστέψουμε τον αγγλοσαξωνικό τύπο, και πάντως έναν από τους σημαντικότερους σήμερα «γεωπολιτικούς» της Ρωσίας.
Μαζί του συζητήσαμε επίσης για την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, την πιθανότητα πολέμου κατά του Ιράν και διάλυσης της Ευρώπης και όχι μόνο. Η συνέντευξη πάρθηκε προτού η κυπριακή κρίση την καταστήσει ακόμα πιο φλέγουσα και έρθουν τα ίδια τα γεγονότα να φωτίσουν τις αναλύσεις.
Εκφραστής της «νέας ρωσικής γεωπολιτικής» και του ρεύματος του «ευρασιανισμού», ο Ντούγκιν συνέβαλε σημαντικά στον ιδεολογικό προσανατολισμό της Ρωσίας του Πούτιν, αλλά και στην πρακτική κατεύθυνση της εξωτερικής της πολιτικής. Ορισμένες από τις βασικές ιδέες που εξέφρασε ο Ντούγκιν στη δεκαετία του 1990, με πρώτη από όλες τον προσανατολισμό στη σύσταση Ευρασιατικής ‘Ενωσης, με πυρήνα τη Ρωσία, το Καζαχστάν και τη Λευκορωσία, έγιναν έκτοτε ρωσική κρατική πολιτική. «Διαφωνών» επί σοβιετικού καθεστώτος, ο Ντούγκιν προσχώρησε στην εθνικιστική αντιπολίτευση κατά του Γέλτσιν και συνεργάστηκε με διάφορα ρεύματα και της δεξιάς και της αριστεράς, από τον «εθνικομπολσεβίκο» Εντουάρντ Λιμόνωφ έως τον κομμουνιστή Γκενάντι Ζιουγκάνωφ. Οι ιδεολογικο-πολιτικές αναζητήσεις του τον έσπρωξαν τελικά στην επεξεργασία μιας «Τέταρτης Πολιτικής Θεωρίας», προορισμένης να υπερβεί τον φιλελευθερισμό, τον κομμουνισμό και τον εθνικισμό, τις τρεις μεγάλες «σχολές» του μοντερνισμού, που θεωρεί παρωχημένες. Ελπίζουμε μελλοντικά να μας δοθεί η ευκαιρία να αναφερθούμε αναλυτικότερα στις ιδέες αυτού του ρεύματος.
Τέτοιες ιδεολογικές ζυμώσεις και η όλη πολιτική εξέλιξη της «μετακομμουνιστικής» Ρωσίας ξενίζουν ενδεχομένως τον Ελληνα αναγνώστη, που είναι ελάχιστα εξοικειωμένος με τη μετασοβιετική πραγματικότητα. Πάρτε π.χ. τον φέροντα έκφραση παράφρονος υπερεθνικιστή Βλαντίμιρ Ζιρινόσφσκι, οι «παραλογισμοί» του οποίου ήταν πολύ λογικοί σε μια κατάσταση αληθινής παραφροσύνης που συνόδευσε τη διάλυση της υπερδύναμης και μια τεράστια καταστροφή, όχι μόνο γεωπολιτική, όπως αναγνώρισε αργότερα ο κ. Πούτιν, αλλά επίσης δημογραφική, οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική.
Είναι αδύνατο να προσανατολιστεί κανείς σωστά σε ότι αφορά τη δυναμική των διαφόρων ρευμάτων ιδεών, απλώς μεταφέροντάς τα και συγκρίνοντάς τα με αυτό που σημαίνουν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής μεταπολεμικής πολιτικής κουλτούρας. Δεν μπορούμε να κρίνουμε την πράξη ενός Αφγανού, ενός Κινέζου, Αφρικανού ή Ιρανού, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κρίνουμε την ίδια πράξη ενός Γάλλου ή ενός Γερμανού, αφαιρώντας δηλαδή τη νοηματοδοτική λειτουργία του ιστορικού τόπου και χρόνου – όπως και την πίεση που ασκεί η ένοπλος Αμερική και η οικονομική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση σε όλα τα κράτη του πλανήτη. Αν το κάνουμε, καταλήγουμε να μην καταλαβαίνουμε τίποτα.
Συχνά, ο δυτικός τύπος προσάπτει αυταρχισμό στο «καθεστώς» του Βλαντιμίρ Πούτιν. Λένε π.χ. ότι δολοφονούνται δημοσιογράφοι. Αλλά δεν επέδειξε κανενός είδους ενδιαφέρον ο ίδιος τύπος όταν δολοφονούντο δημοσιογράφοι από τον «χαϊδεμένο» τους Γέλτσιν, τον οποίο μάλιστα ενεθάρρυναν το 1993, όταν διέλυσε δια κανονιοβολισμού (!) το Συνέδριο των Λαϊκών Αντιπροσώπων, το πιο αντιπροσωπευτικά και δημοκρατικά εκλεγμένο κοινοβουλευτικό σώμα σε όλη τη ρωσική ιστορία.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης π.χ. έδωσε ολόκληρο αγώνα για να απαγορευθεί η θανατική ποινή για εγκληματίες στην Ανατολική Ευρώπη. Ουδόλως ενδιεφέρθη για το ότι οι δυτικές οικονομικές συνταγές που εξήχθησαν μαζικά στην πρώην ΕΣΣΔ μετά το 1991, οδήγησαν στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπων, μεταξύ των οποίων πολλοί φιλήσυχοι και έντιμοι συνταξιούχοι! Σε μια Ρωσία που «μετέβη» από τη δήθεν «προλεταριακή» δικτατορία στη δήθεν «Δημοκρατία» μιας Μαφιόζικης Ολιγαρχίας. Αφού ανεχτήκαμε και ενθαρρύναμε, οι Δυτικοί, την κυριαρχία των Μπερεζόφσκι και Χοντορκόφσκι, μετά παραπονιόμαστε γιατί εμφανίστηκε η ανάγκη ενός Πούτιν.
Ακόμα άλλωστε κι αν δεχθούμε ότι έχουν βάση οι κριτικές στον «μη δημοκρατικό» χαρακτήρα του ρωσικού καθεστώτος, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η ύπαρξη της ΕΣΣΔ παληότερα και της «πουτινικής» Ρωσίας σήμερα ήταν/είναι ένας σημαντικότατος παράγων παγκόσμιας δημοκρατίας, στο μέτρο που εξισορροπεί κάπως τον μονοπολισμό της Αυτοκρατορίας. Επ’ αυτού ρωτήστε τους κατοίκους της πρώην Γιουγκοσλαβίας για να μην πάμε στις ανείπωτες καταστροφές που επισώρευσε σε όλη τη Μέση Ανατολή η δυτική καμπάνια δήθεν υπέρ της δημοκρατίας!
Ρεύματα όπως αυτό του Ντούγκιν, δύσκολα κατανοητά και αντιφατικά στο δικό μας πλαίσιο, προέκυψαν από την αγωνία μιας κοινωνίας που είδε τον μαρξισμό να μετατρέπεται από επαναστατική φιλοσοφία σε απωθητική ιδεολογία μιας αποστεωμένης γραφειοκρατίας και στη συνέχεια είδε τη φιλελεύθερη ιδεολογία και το σύνθημα «Ελευθερία και δολλάρια» να την οδηγεί σε μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του βιομηχανικού κόσμου.
Η διπλή κατάρρευση του (αν)ύπαρκτου σοσιαλισμού και του επίσημου ψευτομαρξισμού που τον συνόδευε από τη μια, του κίβδηλου φιλελευθερισμού που τον διαδέχθηκε από την άλλη, προκάλεσε ένα ιδεολογικό κενό που επιχειρούν τώρα να καλύψουν διάφορα ρεύματα, έχοντας ως κοινό τους παρονομαστή την αντίθεση στη διάλυση της ρωσικής κοινωνίας εσωτερικά, στην ανάδυση διεθνώς μιας «ολοκληρωτικής αυτοκρατορίας της παγκοσμιοποίησης».

Ερώτηση: Επί αιώνες, ‘Ελληνες και Ρώσοι νοιώθουν κοινό πεπρωμένο και ιστορική προοπτική. Η «συναισθηματική» εξίσωση δεν παρήγαγε όμως αντίστοιχα αποτελέσματα. Γιατί;
Απάντηση: Η Ελλάδα έπαιξε τεράστιο ρόλο στη ρωσική ταυτότητα. Μας έδωσε σχεδόν τα πάντα – Πίστη, αλφάβητο, κουλτούρα, κοσμικό όραμα, την πολιτική αντίληψη της Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας (το παράδειγμα του Βυζαντίου), την ιδέα της «κοινωνίας», τη φιλοσοφία, το νόμο…Θα μπορούσε να ειπωθεί το ίδιο για όλους τους Ευρωπαίους, αλλά οι δικοί μας δεσμοί είναι βαθύτεροι, πιο οργανικοί, άμεσοι. Εμείς οι Ρώσοι χρωστάμε στους ‘Ελληνες.
Αλλά στην πορεία της ιστορίας ‘Ελληνες και Ρώσσοι γνωρίσαμε διάφορες δραματικές στροφές, άλλοτε είμαστε μαζί, άλλοτε χωριστά…Δύσκολο στη διάρκεια μιας συνέντευξης να επισκοπήσουμε επαρκώς όλες τις στροφές…
Ο κόσμος αλλάζει γύρω μας, αλλάζουμε σε συμφωνία μαζί του, αλλά κάτι μένει πάντα ίδιο, η βαθύτερη ταυτότητα. Η ελληνική αντίληψη του κόσμου τονίζει την ουσία. Ας προχωρήσουμε θεωρώντας πιο ουσιώδη σημεία όσα σχετίζονται με τις βαθύτερες ταυτότητες. Ας οικοδομήσουμε μια νέα εποχή στις ελληνορωσικές σχέσεις πάνω τους.

Ερώτηση: Κριτικοί διανοούμενοι και πολιτικοί πιστεύουν ότι η Ελλάδα μετασχηματίστηκε σε πρωτότυπο, ιδιόμορφο είδος «αποικίας χρέους» του χρηματιστικού κεφαλαίου, με τη χρήση του «όπλου χρέους» και των συμφωνιών με την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Ο ελληνικός λαός και το κράτος έχασαν πολλή από την ανεξαρτησία και κυριαρχία που διέθεταν πριν το 2010. Αν αύριο, ο ελληνικός λαός ή/και μια ελληνική κυβέρνηση αποφασίσουν να αρνηθούν το ιδιαίτερο αποικιακό καθεστώς και τις συμφωνίες επί των οποίων βασίζεται, θα μπορούσαν να περιμένουν υποστήριξη και βοήθεια από τη Ρωσία;
Απάντηση: Προκειμένου να προβλέψουμε την πιθανή στρατηγική της σύγχρονης Ρωσίας σε μια τέτοια περίπτωση (που θεωρώ δυνατή και ρεαλιστική) πρέπει να καταλάβουμε τη ρωσική στάση απέναντι στην παρούσα, μεταμοντέρνα, χρηματοκεντρική Παγκόσμια Τάξη. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες.
Πρώτον ο Πούτιν. Είναι προσωπικά αντίπαλος της μονοπολικής παγκοσμιοποίησης, που ελέγχεται από ανώτερους κοσμοπολιτικούς χρηματιστικούς κύκλους και προσπαθεί να αντιδράσει πάντα απέναντι στην προσπάθεια να υπονομευτεί η εθνική ανεξαρτησία ιδίως φιλικών χωρών, αλλά οι δυνατότητές του καθορίζονται από τις περιστάσεις και ο Πούτιν, ως ρεαλιστής, ποτέ δεν επιμένει σε περιπτώσεις που είναι σίγουρος ότι θα χάσει.
Δεύτερο, η υψηλή οικονομική ελίτ της Ρωσίας είναι μερικά ενσωματωμένη στην παγκόσμια ελίτ και συνεχίζει να ακολουθεί εντολές δυτικών κέντρων παρόλη τη δράση του Πούτιν κατά της εξάρτησης και τον αγώνα εναντίον των ολιγαρχών. Αυτή η ελίτ θα πιέσει τον Πούτιν να μείνει μακριά από την Ελλάδα σε μια κρίσιμη κατάσταση, να μην επέμβει.
Τρίτο, ο ρωσικός λαός γενικά γίνεται συναισθηματικά όλο και περισσότερο αντιδυτικός με την έννοια του αντικοσμοπολίτη και αντιφιλελεύθερου. Θα υποστηρίξει μάλλον μια σκληρή γραμμή του Πούτιν στην περίπτωση μιας Ελλάδας που εξεγείρεται εναντίον της παγκόσμιας τάξης και των χρηματιστικών της στρατηγικών
Τέταρτο, πολλά εξαρτώνται από τον ακριβή χρόνο μιας ενδεχόμενης «ελληνικής εξέγερσης» και την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή (Τουρκία, Συρία, Μέση Ανατολή, Νοτιοανατολική Ευρώπη).

Ερώτηση: Πως εκτιμάτε την παρούσα κρίση της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης; Ποιες είναι οι προβλέψεις σας σε ότι αφορά το μέλλον αυτής της ‘Ενωσης – και της Ελλάδας εντός της ‘Ενωσης; Ποιες νομίζετε ότι θα είναι οι πιθανές γεωπολιτικές συνέπειες αυτής της κρίσης, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο;
Απάντηση: Υπάρχουν πολλές όψεις. Πρώτα απ’ όλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η παγκόσμια χρηματιστική ολιγαρχία δεν επιθυμούν σταθερή, αναπτυσσόμενη και ανεξάρτητη ηπειρωτική Ευρώπη, αυτή που αντιπροσωπεύει η συμμαχία του γαλλικού Γκωλισμού και του γερμανικού «βιομηχανισμού». Είναι λοιπόν σαφές ότι χρησιμοποιούν τα όργανά τους για να υπονομεύσουν αυτή την Ευρώπη, να κλονίσουν την ενότητά της, να ζημιώσουν την οικονομία της. ‘Ολες οι χώρες της Νότιας Ευρώπης και ιδίως η Ελλάδα εμφανίζουν ευνοϊκές συνθήκες για τέτοιο παιχνίδι. Η περίπλοκη, δύσκολη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας εξυπηρετεί πάρα πολύ μια τέτοια επιδίωξη. Η κρίση μπορεί πολύ εύκολα να πάει από την Ελλάδα στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, που είναι σε περίπου ανάλογες συνθήκες. Η έξοδος της Ελλάδας από την ΕΕ μπορεί ίσως να καταλύσει μια αλυσιδωτή αντίδραση και να επιφέρει θανάσιμο πλήγμα στην ‘Ενωση.
Γεωπολιτικά, μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν απώλεια των Ευρωπαϊκών Χερσαίων Δυνάμεων (η ευρωπαϊκή Heartland είναι η Γαλλία και η Γερμανία) και νίκη του ατλαντικού πόλου (της Θαλάσσιας Ισχύος, αντιπροσωπευόμενης από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την παγκόσμια ολιγαρχία).
Αυτό είναι το κύριο γεωπολιτικό πλαίσιο αλλά το θέμα είναι προφανώς πολύ πιο σύνθετο. Καταρχήν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στη θέση των ΗΠΑ ως κράτους και των παγκοσμιοποιητικών χρηματιστικών κύκλων (που ενσαρκώνουν άτομα όπως ο Τζωρτζ Σόρος και η ομάδα Ρότσιλντ). Από την άλλη, η Ευρώπη δεν έχει επαρκή συνείδηση της γεωπολιτικής της ταυτότητας και παρερμηνεύει τη γεωπολιτική αξία και σημασία της ‘Ενωσης, την αντιλαμβάνεται μόνο με οικονομικούς και φιλελευθερο-κοινωνικούς όρους.
Η Γερμανία η ίδια δρα μερικά ως ευρωπαϊκή δύναμη, υπερασπιζόμενη την Ευρώπη και το ευρώ, μερικά για τα εθνικά της συμφέροντα. Εντούτοις παραμένει περισσότερο ηπειρωτικός παίκτης στα δραματικά γεγονότα. Αν η Ρωσία ήταν πιο ενεργή στη διαδικασία, θάπρεπε να δράσει στην ίδια κατέυθυνση, από κοινού με τη Γερμανία και τη Γαλλία προσπαθώντας να σώσει την ευρωπαϊκή ενότητα ως τον αναγκαίο άξονα του πολυπολικού κόσμου – εξισορροπώντας τις ΗΠΑ και ανατρέποντας τα όνειρα των παγκοσμιοποιητών ή, αν προτιμάτε, τις «συνωμοσίες» τους…

Ερώτηση: Εσείς πως «διαβάζετε» τις « βαθιές» στρατηγικές του Χρήματος και των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη;
Απάντηση: Δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες και υποθέτω ότι κανείς δεν τις γνωρίζει, εκτός από τον μικρό κύκλο των μυημένων. Στο γεωπολιτικό επίπεδο σας απάντησα ήδη. Η Ελλάδα ως τέτοια είναι μικρής σημασίας για τις ΗΠΑ ή για την παγκόσμια χρηματιστική ολιγαρχία. Αλλά η Ελλάδα είναι ηλιακό πλέγμα (солнечное сплетение, το νευρικό σύστημα πίσω από το στομάχι που αντιστοιχεί επίσης στο kshetram, το σημείο διέγερσης του σημείου Manipura, τρίτου σημαντικότερου στην ινδουϊστική παράδοση σ.σ.) μιας ζώνης “shatter-belt” σύμφωνα με τον Αμερικανό γεωπολιτικό Collin Gray (μια εξειδικευμένη έννοια της αμερικανικής γεωπολιτικής που συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά που την κάνουν αδύνατο σημείο, κάτι σαν γεωπολιτική Αχίλλειο Πτέρνα μιας ευρύτερης δομής, σ.σ.). Γι’ αυτό ένα μικρό (σε παγκόσμια κλίμακα) πρόβλημα στην Ελλάδα θα μπορούσε να προκαλέσει μείζονες συνέπειες.
Απομένει να μαντέψουμε αν στην πραγματικότητα (όχι στην επιφάνεια) το status quo είναι τόσο επικίνδυνο για την παγκόσμια ελίτ, που είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει προγράμματα έκτακτης κατάστασης (όπως ενδεχόμενη αποσύνθεση της ΕΕ και πρόκληση σοβαρών περιφερειακών διενέξεων στη ζώνη της Μεσογείου) ή αν διεξάγει «πόλεμο θέσεων», αυξάνοντας τις εντάσεις χωρίς πραγματικά να σπάσει την κλωστή. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και ορισμένοι από αυτούς είναι απολύτως κρυμμένοι από μας.

Ερώτηση: Πως εκτιμάτε την κατάσταση γύρω από την Κύπρο; Για παράδειγμα μια γεωπολιτική ανάλυση που διάβασα τελευταία υποστηρίζει ότι πίσω από την κυπριακή κρίση υπάρχει μια «μυστική» γεωπολιτική ατζέντα: να «κλειδωθεί» η Κύπρος σε ισραηλινή ζώνη επιρροής και να αποκλεισθεί, όσο γίνεται, η Ρωσία από τη Μεσόγειο. (σ.σ. η συνέντευξη πάρθηκε πριν τον πρόσφατο παροξυσμό του κυπριακού)
Απάντηση: Υπάρχει κάποια πραγματικότητα σε αυτό που λέτε. Η Ρωσία θεωρείται από τις ΗΠΑ και τον «ατλαντισμό» συνολικά ως αντίπαλη δύναμη σε όλες τις ευαίσθητες περιοχές, πολύ μεγάλη, πολύ ισχυρή, πολύ ανεξάρτητη (ιδίως επί Πούτιν) για να ελεγχθεί από την Ουάσιγκτον ή τη Wall Street. Λογικά επομένως, η Ναυτική Δύναμη επιδιώκει να διώξει τους Ρώσους από οποιοδήποτε αδύναμο και στρατηγικά σημαντικά σημείο. Η Κύπρος είναι ακριβώς τέτοιο σημείο.
Ορισμένοι αναλυτές ερμηνεύουν την επίθεση των Ισραηλινών κατά του «Μαβί Μαρμαρά» ως πρόσχημα για να φέρουν κοντύτερα Ισραήλ και Ελλάδα (που αντιτίθενται και οι δύο στην Τουρκία) προκειμένου να αναδιατάξουν τις δυνάμεις στην Κύπρο και τελικά να περιορίσουν τη ρωσική επιρροή εκεί. Είναι δυνατό, αν εξετάσουμε τα εμπειρικά δεδομένα – τις συνέπειες που είχαμε.

Ερώτηση: Μεταξύ ‘Αγκυρας και Τελ-Αβίβ έχουμε τώρα μια σειρά διενέξεις (σ.σ. η συνέντευξη πάρθηκε πριν από την ανακοίνωση της τουρκο-ισραηλινής συμφιλίωσης). Πόσο βαθύ εκτιμάτε το ρήγμα Τουρκίας-Ισραήλ; Τι προβλέπετε για το μέλλον των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων;
Απάντηση: Ισραήλ και Τουρκία είναι γεωπολιτικά υπο-ηγεμονικά κέντρα. Εξυπηρετούν τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ – όπως και οι Σαουδάραβες και το Κατάρ. Στη μόνη περίπτωση που θα πίστευα σε πραγματικό πάγωμα των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων θα ήταν μια ευρασιατική, αντι-ατλαντική στροφή της ‘Αγκυρας. ‘Ηταν αρκετά πιθανή πριν από μερικά χρόνια, αλλά μετά την υπόθεση Εργκενεκόν και τη δίωξη των «ευρασιατιστών» και εθνικιστών αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Επομένως δεν είναι σοβαρή η «ρήξη» Ισραήλ-Τουρκίας, αφού υπηρετούν το ίδιο αφεντικό. Το μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών προκαθορίζεται πλήρως από τη στάση τους προς την τρίτη δύναμη, τις ΗΠΑ. Δεν είναι αρκετά κυρίαρχες για να δράσουν για δικό τους λογαριασμό. That’s all.

Ερώτηση: Ορισμένοι αναλυτές διαβλέπουν σημεία νέου «ψυχρού πολέμου» στη Μέση Ανατολή, άλλοι βλέπουν νέα προσέγγιση, ίσως Γιάλτα. Υπάρχει σύγκρουση σχετικά με τη Συρία και το Ιράν, αλλά η Γκαζπρόμ παίρνει συμβόλαια σε Ισραήλ και ιρακινό Κουρδιστάν. Πως εξελίσσονται οι σχέσεις σας με ΗΠΑ και Ισραήλ στη Μέση Ανατολή;
Απάντηση: Η γεωπολιτική στρατηγική της σύγχρονης Ρωσίας είναι έντονα αμφιθυμική. Από τη μια υπάρχει η επιθυμία του Πούτιν να δημιουργήσει μια πολυπολική παγκόσμια τάξη. Αυτή εξηγεί τη στάση μας στη Συρία και όλα τα άλλα βήματα εναντίον της αμερικανικής ηγεμονίας. Από την άλλη υπάρχει – όπως σας εξήγησα – η συνεχής επιρροή της παγκόσμιας ελίτ στη ρωσική οικονομία κι αυτή είναι στα χέρια των φιλελεύθερων και των δυτικών. Δεν πρέπει επίσης κανείς να αποκλείει εντελώς καιροσκοπικούς λόγους.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι σχέσεις Ρωσίας, ΗΠΑ και Ισραήλ (όπως και άλλες διμερείς ή πολυμερείς σχέσεις που περιλαμβάνουν τη Ρωσία) δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές γραμμικά. ‘Ολοι οι παράγοντες λειτουργούν ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα είδος πουεπίπεδου παιχνιδιού κινούμενων (καταστασιακών) επιδιώξεων.

Ερώτηση: Ποιες πιθανότητες δίνετε σε πόλεμο κατά του Ιράν;
Απάντηση: Λέγονται πολλά για τον πιθανό πόλεμο κατά του Ιράν και μοιάζει κάτι πολύ πιθανό. Η απειλή αυτή λειτουργεί από μόνη της. Βοηθά την αποσταθεροποίηση της πολιτικο-οικονομικής κατάστασης στο Ιράν και πιέζει διαρκώς. Επιμένοντας στην άμεση απειλή πολέμου η Δύση (ΗΠΑ και Ισραηλινοί) διευκολύνουν την εσωτερική αντιπολίτευση να επιτίθεται στους Ιρανούς συντηρητικούς κύκλους, που εκπροσωπεί ο Αχμαντινετζάντ, τελικά στηρίζοντας την ανάγκη «πολιτικών μεταρρυθμίσεων». Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι αυτοί που ισχυρίζονται ότι είναι δυνατός ο πόλεμος πραγματικά το πιστεύουν. Το Ιράν δεν περιορίζεται στα σύνορά του, είναι ο σιϊτικός κόσμος συνολικά. Αν θα χτυπήσουν το Ιράν, η αντίδραση θα έρθει στο Ιράκ, τον Λίβανο, τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Μπαχρέιν και την ίδια τη Σαουδική Αραβία. Θα συσπειρώσει την ιρανική κοινωνία και θα αναγκάσει τη Ρωσία και την Κίνα να ευθυγραμμιστούν με το θύμα της επέμβασης. Θα είναι πολύ δυσκολότερο να το διαχειριστούν από τον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ.
Το αν θα γίνει πόλεμος εξαρτάται από το βάθος της κρίσης, της οποίας η πραγματική έκταση παραμένει μυστική. Αν γίνει πόλεμος σημαίνει ότι η παρούσα παγκόσμια τάξη σπάει και θα τελειώνει σύντομα.
Είναι πολύ ριψοκίνδυνο να αρχίσουν μια τέτοια περιπέτεια, αν μπορούν να διατηρήσουν το στάτους κβο με λιγότερες δαπάνες και άλλα μέσα.

Ερώτηση: Τι έχουμε, «αμερικανική» ή «αυτοκρατορία του χρήματος»;
Απάντηση: Καλή ερώτηση…Μερικά αλληλοκαλύπτονται. Η αμερικανική μονοπολική ηγεμονία (υπό την έννοια της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων) από τη μια και από την άλλη η παγκόσμια κυριαρχία της κοσμοπολίτικης χρηματιστικής ελίτ (που επίσης την ονομάζουμε ηγεμονία, αλλά με τη γκραμσιανή έννοια). Σε ορισμένους τομείς δρουν σε απόλυτη συμφωνία. ‘Ότι είναι καλό για τις ΗΠΑ, είναι καλό για τη χρηματιστική ολιγαρχία. Δεν είναι πάντα έτσι, αλλά δεν έχω την τάση να υπερτιμώ τις αντιθέσεις τους. Είναι ένα είδος θεωρίας συνωμοσίας με τη χειρότερη έννοια. Στις ΗΠΑ υπάρχει πράγματι μια ομάδα αποφασιζόντων (decision makers) που καθοδηγούνται από το εθνικό συμφέρον της χώρας τους – είτε κατά το κλασικό ρεαλιστικό παράδειγμα, είτε κατά τον νεορεαλιστικό τρόπο, δεν έχει μεγάλη σημασία.
Υπάρχουν επίσης φιλελεύθεροι και νεοφιλελεύθεροι (πολυεθνικοί/παγκοσμιοποιητές) που προωθούν την αντίληψή τους για παγκόσμια κυβέρνηση. Υπάρχουν επίσης πολλές μεικτές ή υβριδικές μορφές. Αλλά όλοι εκφράζουν αρκετά ανοιχτά τις απόψεις τους και οι συζητήσεις τους αποτελούν το περιεχόμενο του πολύ ακαδημαϊκού τομέα που ονομάζεται «Διεθνείς Σχέσεις». Οι θεωρητικοί συνωμοσιών ασχολούνται με εκδοχές καρικατούρας ή ντελίριου στις Διεθνείς Σχέσεις.
Για να ξαναθέσω το ερώτημά σας πρέπει να διερωτηθούμε που είμαστε στην αιώνια διαμάχη μεταξύ ρεαλιστών και φιλελεύθερων. Η διαμάχη συνεχίζεται αλλά υπάρχει επίσης βαθιά συναίνεση: καυτές συζητήσεις των μεθόδων δεν πρέπει να κρύψουν την ενότητα σκοπών και την κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές είναι δυτικές, φιλελεύθερες καπιταλιστικές, οικουμενικές και ρατσιστικές, με την ευρύτερη έννοια του όρου (όπως έχει δείξει ο ‘Αγγλος διεθνολόγος John Hobson στην πρόσφατη και λαμπρή ανάλυσή του για τον «Ευρωκεντρισμό στην Παγκόσμια Πολιτική» – “Eurocentrism in the World Politics”).

Ερώτηση: Η Λατινική Αμερική μετά τον Τσάβες;
Απάντηση: Ο Ούγκο Τσάβες ήταν σύμβολο. ‘Εφερε σε πέρας την αποστολή του. Και τόκανε καλά. Νομίζω ότι οι ιδέες μιας «ενδοκεντρικής» και «αντι-ΗΠΑ» τάσης θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται στη Λατινική Αμερική, προωθούμενες από άλλους ηγέτες. Ο Τσάβες ήταν τόσο σημαντικός ακριβώς γιατί εκπροσώπησε σε υψηλό επίπεδο αυτό που η απόλυτη πλειοψηφία των Λατινοαμερικανών πιστεύει. Κατόρθωσε έτσι να γίνει αθάνατος. Μεγάλος πολιτικός. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα επιβιώσει του θανάτου του.

Ερώτηση: Το όραμά σας για τη Ρωσία του 21ου αιώνα;
Απάντηση: Η Ρωσία θα γίνει Ευρασιατική ‘Ενωση – ένας μεγάλος χώρος ενωμένος γύρω από τον ρωσικό πυρήνα αποτελούμενος από τις μεγάλες επικράτειες των μετασοβιετικών χωρών, που θα επιβεβαιώνει τον εαυτό του ως ισχυρός και πολυπολικός κόσμος. Αυτός ο πόλος θα είναι ένα σημαντικό στοιχείο έλξης για διαφορετικές ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες. Ελπίζω ότι η ορθόδοξη Ελλάδα, όπως και ορισμένες κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης θα μπουν μια μέρα στη ζώνη της ευρασιατικής συν-ευημερίας.
Οι σχέσεις με την Ευρώπη θα είναι στενές και φιλικές, αν η Ευρώπη θα είναι ηπειρωτική (ευρωπαϊκή), ή μάλλον ψυχρές, αν θα ακολουθήσει τη γραμμή των ΗΠΑ και του ατλαντισμού. Πιθανώς θα διασπαστεί και ορισμένα κομμάτια της θα πέσουν υπό ευρασιατικό έλεγχο.
Το Ιράν και η Ινδία θα είναι οι καλύτεροι σύμμαχοί μας στον Νότο. Η Κίνα είναι από μόνη της ένας πόλος. Αν κατευθύνει τη δημογραφική της μάζα προς νότον και σεβαστεί το αδύνατο σημείο της ρωσικής Σιβηρίας, θα μπορούσε να είναι αξιόπιστος εταίρος στην πολυπολικότητα.
Ο ισλαμικός κόσμος πιθανώς θα διαιρεθεί σε Σαουδαραβικό, Ουαχαμπιτικό μέρος, φιλο-ΗΠΑ και τις παραδοσιακές μουσουλμανικές κοινωνίες. Το πρώτο μέρος θα είναι αντίπαλος της Ρωσίας, οι δεύτερες σύμμαχοι.
Ο αμερικανικός Βορράς θα είναι ο πιο σημαντικός εχθρός της Ευρασίας, όπως προβλέπει η κλασική γεωπολιτική. Η Νότιος Αμερική αντίθετα είναι πιθανό να γίνει στενός φίλος, ελκόμενη από την πολύπολικότητα.
Το μέλλον είναι ευρασιατικό και πολυπολικό. Το γεγονός ότι οι Ρώσοι είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δίνει μια καλή ελπίδα στους αδελφούς ‘Ελληνες.

Konstantakopoulos.blogspot.com
Δημοσιεύτηκε στα «Επίκαιρα», 28/03-03/04/2013, 1806 τεύχος

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: