ΣΗΜΕΡΙΝΗ, Του Σάββα Ιακωβίδη Το όραμα Νταβούτογλου ως ελληνικός εφιάλτης

ΣΗΜΕΡΙΝΗ, Του Σάββα Ιακωβίδη Το όραμα Νταβούτογλου ως ελληνικός εφιάλτης
Όσον αφορά ειδικά τον διπλωματικό-πολιτικό τομείς, η μόνη κίνηση που έγινε από πλευράς Λευκωσίας, σε συνεργασία με την Ελλάδα, είναι η πρωτοβουλία για διοχέτευση της ανθρωπιστικής βοήθειας προς τη Γάζα, μέσω Κύπρου. Υπό την αίρεση, φυσικά, ότι θα συμφωνήσουν οι πολλές και ποικίλες οργανώσεις ακτιβιστών και το Ισραήλ. Πέραν αυτής της κίνησης δεν φαίνεται να έχει αναληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια ή δράση προς την πλευρά του Ισραήλ.

Το αραβικό σύνδρομο κατατρύχει, προφανώς, και εμποδίζει οποιεσδήποτε κινήσεις προς υπεράσπιση, επιτέλους, των συμφερόντων της Κύπρου, άνευ βλάβης των παραδοσιακών σχέσεών της με τους Άραβες.

Είναι γνωστό ότι το Ισραήλ επιθυμεί διακαώς συνεργασία σε όλους τους τομείς με την Κύπρο και την Ελλάδα, επειδή τις θεωρεί ως τις μόνες δημοκρατικές και μη μουσουλμανικές χώρες. Αυτή η συνεργασία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλους τους τομείς και ειδικά στον πολιτικό, οικονομικό, στον τουριστικό, στον πολιτιστικό και στον στρατιωτικό. Παρατηρείται, όμως, ένα πρωτοφανές μούδιασμα και μια ανεξήγητη αναποφασιστικότητα, η οποία οφείλεται στο φόβο, περισσότερο, μήπως και χάσουμε τους όποιους φίλους στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι η Τουρκία δρα εντυπωσιακά στον ισλαμικό κόσμο. Ένα κράτος, όμως, που νοιάζεται για τα συμφέροντά του, φροντίζει να εξηγεί πειστικά στους φίλους του, τις επιλογές του.

Οι σχέσεις με τους Άραβες
Η Κύπρος διατηρεί καλές σχέσεις με το Ισραήλ, χωρίς να ενοχλούνται οι Άραβες φίλοι της. Η ενδυνάμωση αυτών των σχέσεων δεν αποβλέπει στον αποκλεισμό ή στην αποδυνάμωση των σχέσεών μας με τους Άραβες. Αντίθετα, με μια ευφάνταστη πολιτική είναι δυνατόν να διατηρηθούν ισορροπίες, που δεν θα προκαλούν ούτε τους Ισραηλινούς ούτε τους Άραβες. Φαίνεται πως δεν υπάρχει τέτοια διμέτωπη ισόρροπη πολιτική αλλά μια παθητική στάση, που δίνει την εντύπωση ότι η Λευκωσία προσπαθεί είτε να αποστασιοποιηθεί από τα συμβαίνοντα στην περιοχή είτε να… κρυφτεί, για να μην εμπλακεί και να μην υποστεί τις όποιες συνέπειες της αντιπαράθεσης δύο μεγάλων παιχτών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Και πότε όλα αυτά; Όταν, πρώτον, έγιναν μαζικές ακυρώσεις ταξιδίων Ισραηλινών στην Τουρκία. Δεύτερον, το Εμπορικό Επιμελητήριο του Ισραήλ εισηγήθηκε μποϊκοτάζ τουρκικών προϊόντων. Τρίτον, το εβραϊκό λόμπι τερματίζει την από δεκαετιών υποστήριξή του στην Τουρκία και στις τουρκικές θέσεις. Τέταρτον, παρατηρείται έξαρση αντιτουρκικού ρεύματος στο Ισραήλ σε όλα τα επίπεδα. Πρόσφατη δημοσκόπηση στο Ισραήλ αποκαλύπτει ότι 78% των Ισραηλινών θεωρούν την Τουρκία ως εχθρικό κράτος.

Αυτές οι εξελίξεις θα οδηγήσουν σε πλήρη ρήξη; Είναι αμφίβολο, για το προβλεπτό μέλλον. Όμως οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις δεν αναμένεται να επανέλθουν στις παλιές, καλές εποχές της πολύπλευρης συνεργασίας. Είναι εμφανές ότι η σύγκρουση με το Ισραήλ αποτελεί στρατηγική επιλογή της Τουρκίας, που μεθοδεύτηκε από τον νυν υπουργό Εξωτερικών της χώρας, Αχμέτ Νταβούτογλου, ήδη από το 2002.

Η Τουρκία στο πλαίσιο της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων
Πού αποβλέπει η Τουρκία; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί πολιτικούς αναλυτές και ακαδημαϊκούς. Ας ανοίξουνε το βιβλίο του Νταβούτογλου: «Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας» (αθηναϊκές εκδόσεις «Ποιότητα»), για να αναλύσουμε τη συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας, που οσημέραι οξύνεται και εντείνει τις επιθέσεις της κατά του Ισραήλ, του οποίου ζητά την παραδειγματική τιμωρία ως «κράτους-τρομοκράτη». Δεν θα επισημάνουμε ξανά ότι οι δολοφόνοι και γενοκτόνοι Τούρκοι είναι οι τελευταίοι, που δικαιούνται να κατηγορούν άλλους για τρομοκρατία και πειρατεία.

Ποια είναι τα δυναμικά στοιχεία μιας χώρας, όπως τα περιγράφει ο Νταβούτογλου; Είναι τα στοιχεία εκείνα «που έχουν την ιδιότητα να μεταβάλλονται βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα και αντικατοπτρίζουν την ικανότητα της χώρας να χρησιμοποιεί τις δυνατότητές της. Στην εξίσωση ισχύος μίας χώρας, οι οικονομικές πηγές, η τεχνολογική υποδομή και η στρατιωτική εμπειρία συνιστούν τα μεταβλητά στοιχεία. Η συντονισμένη και αποδοτική ενεργοποίηση αυτών των μεταβλητών στοιχείων στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής εξασφαλίζει την αύξηση της βαρύτητας, που έχει μία χώρα στο πλαίσιο της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων. Αντιθέτως, στις χώρες που τα στοιχεία αυτά δεν αναδιαρθρώνονται σχεδιασμένα και με αρκετά δραστήριο τρόπο, αρχίζουν να παρουσιάζονται σοβαρά μειονεκτήματα στην αντανάκλαση της ισχύος τους στις διεθνείς σχέσεις».

Το μήνυμα είναι σαφές: Η Τουρκία οφείλει να χρησιμοποιήσει αυτά και άλλα στοιχεία, ώστε να εξασφαλίσει αύξηση της βαρύτητάς της στις διεθνείς σχέσεις. Ο Νταβούτογλου επισημαίνει πως τα αποτελέσματα του τεχνολογικού πολέμου είναι πολύ πιο καθοριστικά από εκείνα του πραγματικού πολέμου, επειδή πιστεύει ότι «οι στρατιωτικές συμμαχίες είναι παροδικές, ενώ η τεχνολογική υπεροχή είναι μόνιμη». Όμως, ο Τούρκος υπουργός επιμένει στο συνδυασμό τακτικής και στρατηγικής και παρατηρεί:

«Δεν αρκούν οι επιτυχίες τακτικής αν δεν υπάρχει μία στρατηγική πολιτικής βούλησης, που να θέσει όλες τις κινήσεις τακτικής υπό τον έλεγχό της καθώς και τις στρατιωτικές και διπλωματικές μονάδες με την κατάλληλη μαεστρία σε αρμονική λειτουργία. Η αυτοπεποίθηση μίας χώρας και το όραμά της για το μέλλον μετριέται με το συγχρονισμό στις διεθνείς σχέσεις, την ψυχολογική της ανωτερότητα κατά τη διαπραγματευτική διαδικασία και την ικανότητα λήψεως πρωτοβουλιών. Οι πολιτικοί ηγέτες των χωρών που διαθέτουν βάθος στο όραμά τους για το μέλλον δεν γίνονται δέσμιοι της προκαθορισμένης επικαιρότητας».

Οι εκδιπλώσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τους τελευταίους μήνες και μόλις πρόσφατα, μαρτυρούν σε ποια εργώδη ψυχολογική και πολιτικοδιπλωματική ζύμωση βρίσκεται η Τουρκία, στην προσπάθειά της να αναδειχθεί και να επιβληθεί ως ισχυρός δρων στις διεθνείς σχέσεις και ειδικά ως υπολογίσιμος περιφερειακός παίχτης στη Μέση Ανατολή.

Βαθύ κράτος, βαθύ έθνος
Ο Νταβούτογλου, αναφερόμενος στις χώρες της Μέσης Ανατολής, υποστηρίζει ότι η βασική αιτία της αδυναμίας τους να μετατρέψουν τη μεγάλη οικονομική δυνατότητα, που προκύπτει από την κατοχή πρώτων υλών, σε στρατιωτική ισχύ, «έγκειται είτε στην ελλιπή κατάρτιση του ανθρώπινου στοιχείου είτε στο ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη μιας υγιούς σχέσης μεταξύ του καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και των στρατηγικών επιλογών του πολιτικού συστήματος. Το σοβαρότερο ζήτημα στον στρατηγικό προσανατολισμό της Τουρκίας», παρατηρεί ο Νταβούτογλου, «έχει να κάνει με το ανθρώπινο δυναμικό.

Είναι αδύνατο να αποκτήσει κανείς μια κινητική ενέργεια χωρίς την ύπαρξη ενός καταρτισμένου και φιλοπρόοδου ανθρώπινου δυναμικού με ευρύ ορίζοντα, το οποίο θα μπορέσει να ερμηνεύσει με ρηξικέλευθο τρόπο όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη στρατηγική ισχύ, να τα εναρμονίσει με τις εξελισσόμενες διεθνείς συγκυρίες, να εξασφαλίσει το συντονισμό μεταξύ διαφορετικών στοιχείων ισχύος και να αναπτύξει αναβαθμισμένες στρατηγικές ισχύος.

»Το σημαντικότερο και το πιο ευαίσθητο στοιχείο στο στρατηγικό άνοιγμα μίας χώρας είναι η σχέση νομιμότητας μεταξύ της πολιτικής βούλησης, που αποτελεί το κέντρο του συστήματος και του καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού της κοινωνίας. Πρόκειται», επισημαίνει ο Νταβούτογλου, «για να εκφραστούμε με τις εκφράσεις του συρμού, για το σημείο που ανταμώνει το βαθύ κράτος με το βαθύ έθνος. Το βάθος του κράτους εκείνου που δεν μπόρεσε να πετύχει την εμβάθυνση του έθνους του και απέτυχε να δημιουργήσει μία εθνική ομοψυχία, η οποία να πηγάζει από το σύστημα κοινών αξιών, δεν μπορεί παρά να μετατραπεί σε ακατέργαστη ισχύ».

Αναδιανομή ισχύος

Ο Νταβούτογλου οραματίζεται μια συγκροτημένη τουρκική ισχύ, που θα ανασυστήσει την πάλαι ποτέ Οθωμανική αυτοκρατορία στη Μέση Ανατολή. Έτσι, ο Πρωθυπουργός Ερντογάν φαίνεται να στρέφεται περισσότερο προς Ανατολάς, επικεφαλής ενός ισλαμισμού δήθεν «λάιτ», αλλά στην πράξη έτοιμου να αμφισβητήσει τη Δύση (ΗΠΑ και ΕΕ) και να συγκροτήσει μια οιονεί κοινοπραξία ισλαμικών, αραβικών, μουσουλμανικών χωρών, λαών και κοινοτήτων. Η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί ως ο νέος ηγεμόνας στην περιοχή, με απονομιμοποίηση και στρατηγική υπομείωση του Ισραήλ. Η στρατηγική επιλογή της είναι η αναδιανομή ισχύος στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, με σημαντικό μερίδιο να το διεκδικεί η ίδια, αν την αφήσουν, φυσικά το Ισραήλ και οι άλλες μεγάλες δυνάμεις.

Σε αυτόν τον καταιγισμό εξελίξεων και εντυπωσιοθηρικών πρωτοβουλιών της Τουρκίας, ο ευρύτερος Ελληνισμός είτε παρακολουθεί απαθώς είτε δεν συνειδητοποιεί τις μακροπρόθεσμες, ίσως ολέθριες εκτυλίξεις της τουρκικής πολιτικής στοχοθεσίας. Μια συγκλονιστική πλαδαρότητα και αδιαφορία χαρακτηρίζουν την Ελλάδα και την Κύπρο. Και όπως ειρωνικά παρατηρεί ο Νταβούτογλου, «οι χώρες που η εξωτερική πολιτική τους αφέθηκε, εξαιτίας της έλλειψης πολιτικής βούλησης, στη ροή συγκυριακών διακυμάνσεων και έχασαν την ικανότητα εκσυγχρονισμού, γίνονται δέσμιες μίας πολύπλοκης και αντιφατικής εικόνας, που σχηματίζεται από στιγμιαίες αντιδράσεις στην προσδιοριζόμενη από τρίτους επικαιρότητα». Όπως ακριβώς συνέβη και με την υπόθεση της Γάζας.

Αρέσει σε %d bloggers: