Σκηνοθεσία διαλόγου για το φιλοσοφικό έργο για τον Π. Κονδύλη, Σπ. Μοσχονά.

του ΣΠΥΡΟΥ Α. ΜΟΣΧΟΝΑ

Περιοδικό ΛΕΒΙΑΘΑΝ, τεύχος 15, β’ περίοδος,

1994, σελς 204 και Καθημερινή “Η Καθηµερινή” 31/1/1995

Παρ’ όλο που το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη είναι πλέον γνωστό και αναγνωρισµένο, στο γερµανόφωνο χώρο ιδιαίτερα, από την ελληνική διανόηση γίνεται ακόµη δεκτό µε αµηχανία, δέος, ίσως και κάποια εχθρότητα. Πριν από µερικά χρόνια γινόταν παρουσίαση και αποτίµηση του βιβλίου του Ισχύς και απόφαση (εκδ. Στιγµή, 1991) σε κάποιο σεµινάριο αθηναϊκού Πανεπιστηµίου. Με είχε εντυπωσιάσει τότε η προσπάθεια των οµιλητών πάση θυσία να εντάξουν το έργο αυτό, ίσως το πιο προσωπικό του συγγραφέα, σε κάποια σχολή, από την οποία θα ήταν πλέον µετρήσιµες οι αποστάσεις του(ς). Προς το τέλος της συζήτησης, και αφού ακόµα ανεζητείτο ταξινοµική κατηγορία, κάποιος επιφανής, ασχολούµενος περί την ψυχανάλυση και την πολιτική, αφού οµολόγησε ότι δεν είχε διαβάσει παρά τις πρώτες σελίδες του βιβλίου (διότι, ως γνωστόν, για την ψυχανάλυση το µέρος είναι περισσότερο από το όλον), αποφάνθηκε ωστόσο µε επαγγελµατική βεβαιότητα ότι ο συγγραφέας του πάσχει από παθολογικής µορφής εγωπάθεια που χρήζει επιθετικής θεραπείας. Το βιβλίο έπρεπε να «θαφτεί»· αποτελούσε απειλή για τον τρόπο που έχει καθιερωθεί η άσκηση της φιλοσοφικής δραστηριότητας εν Ελλάδι. Είναι γεγονός ότι οι εργασίες του Π.Κ. δεν εντάσσονται στο εγχώριο γραµµατειακό είδος που καλλιεργούν οι Επίσηµες Φιλοσοφικές Εταιρείες, καταδικάζοντάς το στην αφάνεια που το ίδιο έχει θελήσει για τον εαυτό του. Το είδος αυτό θα µπορούσε να ονοµάζεται σχολιαστικό ή δοξογραφικό, αφού ασχολείται κυρίως µε την αναδιατύπωση, την ταξινόµηση και τη σύγκριση παραδοσιακών ή επείσακτων ιδεών. Τα βιβλία του Π.Κ., µε ιδιαίτερη φροντίδα µεταφρασµένα από τον ίδιο στα ελληνικά, καταπιάνονται µε καίριες στιγµές και συλλογικές κινήσεις στην εξέλιξη της σκέψης των Νέων Χρόνων: τη γένεση της διαλεκτικής, το Διαφωτισµό, την κριτική της µεταφυσικής στη νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία, την ανάπτυξη της «µεταµοντέρνας» νοοτροπίας, την εξέλιξη της πλανητικής πολιτικής στο τέλος του αιώνα. Πρόκειται για έργο «βαρύ», που χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια για ν’ αποτιµηθεί. Έργο µε στέρεο ιστοριογραφικό υπόβαθρο, που το πλουτίζουν η εµβρίθεια των αναλύσεων, η έκταση των γραµµατειακών γνώσεων, η προσπάθεια προσέγγισης στην ολότητα των φαινοµένων, η συνύφανση της θεωρίας µε την εµπειρία και την ιστορική στιγµή, αλλά κυρίως η πρωτοτυπία. Έργο ερµητικό, αποφασισµένο ν’ αναµετρηθεί µε τον ίδιο του τον εαυτό, επειδή τ’ ακαδηµαϊκά πρότυπα που υπηρετεί είναι υψηλά. Πρόκειται επίσης για έργο που δεν είναι εύκολο να ταξινοµηθεί. Σαν γνήσιος φιλόσοφος ο Π.Κ. αδιαφορεί για το χαρακτηρισµό της δραστηριότητάς του («ιστορικός των ιδεών», «φιλόσοφος», «πολιτικός επιστήµονας»), και φαίνεται ν’ ακολουθεί το γνωστό απόφθεγµα: «το αντικείµενο της φιλοσοφίας είναι ένα και µοναδικό: τα πάντα» (Paul Grice). Ο ίδιος ορίζει απλά τον εαυτό του ως «παρατηρητή των ανθρωπίνων πραγµάτων». Το αφιέρωµα του περιοδικού ΛΕΒΙΑΘΑΝ στο έργο του Π.Κ. συνιστά αξιέπαινη προσπάθεια παρουσίασης και κριτικής αποτίµησής του, που τιµά το περιοδικό και τους συντάκτες του όσο οι ίδιοι τον τιµώµενο επισκέπτη τους. Ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδοµένα: το αφιέρωµα δεν φοβάται την κριτική αντιπαράθεση· την προκαλεί. Το ενδιαφέρον, εύλογα, στρέφεται κυρίως στο δεύτερο µέρος που περιλαµβάνει δύο κριτικές στο βιβλίο του Π.Κ. Ισχύς και απόφαση: του Θεόδωρου Γεωργίου («Κριτική της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης του Π. Κονδύλη») και του Στέλιου Βιρβιδάκη («Σχόλια στο έργο Ισχύς και απόφαση του Π. Κονδύλη»), καθώς και την εκτενή απάντηση του Π.Κ. στις κριτικές αυτές. Ο τόµος περιέχει επίσης µια διαφωτιστική συνέντευξη του Π.Κ. στον M. Terpstra, καθηγητή στο πανεπιστήµιο του Nijmegen (Ολλανδία), εκτενείς ενότητες από τρία αδηµοσίευτα στην Ελλάδα βιβλία του («Πόλεµος και πολιτική: η θέση του Clausewitz», «O συντηρητισµός ως ιστορικό φαινόµενο», «Η γένεση της διαλεκτικής») και εργογραφία. Στο επίµετρο παρουσιάζονται τα κείµενα του Carl Schmitt «Πολιτική Θεολογία» (σε µετάφραση Π.Κ.) και της Hannah Arendt «Τι είναι αυθεντία» (σε µετάφραση Γ. Μερτίκα). ρία-τέσσερα σηµεία του κριτικού µέρους του αφιερώµατος, που δεν αφορούν τόσο στην ουσία των επιχειρηµάτων που επιστρατεύονται εκατέρωθεν όσο στη θεµατική και υφολογική τους οργάνωση, θα θέλαµε εδώ να επισηµάνουµε, πιστεύοντας πως τη λογική ορθότητα των επιχειρηµάτων και των αντεπειχειρηµάτων καλύτερα θα ήταν να την εκτιµήσει ο αναγνώστης µόνος του. Η µόνη αναγνωστική υπόδειξη που θα θέλαµε να του κάνουµε είναι να µην παρασυρθεί από τη συχνά εριστική ρητορική των συνοµιλητών. Παρατηρούµε, κατ’ αρχάς, ότι η συζήτηση που διεξάγεται στις σελίδες του περιοδικού αποτελεί έναν σκηνοθετηµένο διάλογο. Οι επικριτές (Θ. Γεωργίου και Σ. Βιρβιδάκης) προσφέρουν τις κρίσεις τους χωρίς, προφανώς, να έχουν δυνατότητα ανταπάντησης. Ο κρινόµενος, αντίθετα, φαίνεται να έχει την άνεση χρόνου και χώρου που δικαιούται για να οργανώσει την απάντησή του (18 µόλις σελίδες καταλαµβάνουν τα κείµενα των Γεωργίου και Βιρβιδάκη έναντι 28 του Π.Κ.). Όχι µόνον η κατανοµή του χρόνου και του χώρου αλλά και η θεµατική ειδίκευση του διαλόγου αποτελεί σηµάδι αυτής της σκηνοθεσίας: και οι δύο κριτικές στο έργο του Π.Κ. περιορίζονται στο έργο Ισχύς και απόφαση ― προφανώς διότι αυτό ζητήθηκε από τους κριτές (αν και ο Βιρβιδάκης τουλάχιστον φαίνεται να λαµβάνει υπ’ όψιν του ορισµένες συναφείς µελέτες του Π.Κ., όπως το «Οι φιλόσοφοι και η ισχύς», που περιλαµβάνεται στον τόµο Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία, Αθήνα: Στιγµή, 1992, καθώς και φιλοσοφικά ρεύµατα προς τα οποία θεωρεί ότι θα µπορούσαν να συγκλίνουν οι απόψεις του Π.Κ.). Η σκηνοθεσία του διαλόγου ευθύνεται επίσης για την ιδιαίτερη συµβολική, την οποία ο αναγνώστης πρέπει ν’ αναγνωρίσει για να µπορέσει να παραγνωρίσει (αν, εννοείται, τον ενδιαφέρουν τα επιχειρήµατα και όχι οι ρητορικές τους αιχµές). Εννοώ ως ιδιαίτερη συµβολική το ότι τα αντιτιθέµενα µέρη µοιάζουν να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα: των κριτών και του δοκιµαζόµενου, µε όλες τις υποδηλώσεις (µερικές εκ των οποίων είναι πρόδηλα ψευδείς) που µπορεί να έχει αυτή η διάκριση (του δοκιµασµένου / εγχώριου / συντηρητικού / καθιερωµένου έναντι του δοκιµαζόµενου / νεοεισερχόµενου / καινοτόµου / περιθωριακού κ.ο.κ.). Δεν αξιολογώ αυτή τη συµβολική, που επαναλαµβάνει τη σύγκρουση του Π.Κ. µε το π.κ. (πανεπιστηµιακό κατεστηµένο)· ενδέχεται άλλωστε η ιδιαίτερη αυτή συµβολική να προσδώσει στο διάλογο κάποια διαχρονική αντιπροσωπευτικότητα, ώστε να µπορούµε να λέµε µετά από κάµποσα χρόνια: «έτσι υποδέχτηκαν τον Π.Κ. στην Ελλάδα». Έχω την εντύπωση όµως ότι ειδικά ο βερµπαλισµός του Θ. Γεωργίου δεν θα µπορούσε να σταθεί χωρίς τη σκηνοθετηµένη αυτή συµβολική· διότι βέβαια δεν µπορούµε να πάρουµε στα σοβαρά την κριτική του, ας πούµε ότι η θεωρία του Π.Κ. «χαρακτηρίζεται από µια αυτοαναφορική κλειστότητα στην επιχειρηµατολογική δοµή της». Αν µια τέτοια αερολογία έχει κάποιο νόηµα, το οφείλει στο ότι ο Γεωργίου µιλάει ως εκπρόσωπος ―αγνοούµε ποιας ακριβώς σχολής της δηµοσιογραφικής επιστηµολογίας―· µιλάει δηλαδή µε τους όρους της συµβολικής που υπαινίχτηκα. Τη συµβολική αυτή, ανεστραµµένη, αξιοποιεί όµως και ο Π.Κ. για να δώσει πολεµική χροιά στις απαντήσεις του. Αναφέρεται λοιπόν στους συνοµιλητές του ως «φιλοσόφους» (εντός εισαγωγικών), τους κατηγορεί για «µισθωτή υπαλληλία» στο χώρο της φιλοσοφίας, ενώ ο ίδιος διακηρύσσει, µε όλους τους τόνους, ότι είναι πνεύµα ελεύθερο, ανένταχτο, ότι αρνείται την υπαλληλοποίησή του, δε θέλει να ενταχθεί σε κάποιο ρεύµα, σχολή ή Σχολή. Η θεµατική σκηνοθεσία του διαλόγου τού δίνει επίσης το δικαίωµα να διαµαρτύρεται ότι δεν τον έχουν διαβάσει ολόκληρο και ότι τα θέµατα που θίγει το βιβλίο του έπρεπε να τα είχαν εξετάσει και από ιστορική σκοπιά, όπως ο ίδιος έκανε µε το έργο του· του δίνει δηλ. το δικαίωµα να επεκτείνει τη θεµατική που µοιάζει να έχει περιοριστικά επιβληθεί στους συνοµιλητές του, από τη θέση του παρερµηνευθέντος και προσβληθέντος. Στη θεµατική σκηνοθεσία του διαλόγου ίσως να οφείλεται και το γεγονός ότι η συζήτηση περιορίζεται στη λογική συγκρότηση της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης του Π.Κ., ενόσω ο ίδιος, όπως είπαµε, διαµαρτύρεται για την απουσία ιστορικής µατιάς. Ορίζω το θέµα, βέβαια, δεν σηµαίνει µόνο «µιλώ για κάτι»· σηµαίνει κυρίως «δεν µιλώ για κάτι άλλο». Από την άποψη αυτή, για να είµαστε δίκαιοι και προς τους κριτές του, πρέπει να επισηµάνουµε ότι ούτε ο Π.Κ. µπαίνει στον κόπο ν’ απαντήσει σε όλες τις κριτικές που του γίνονται, όπως λ.χ. στην κριτική του Βιρβιδάκη ότι η θεωρία του για την απόφαση προϋποθέτει µια µάλλον απλοϊκή θεωρία περί νοήµατος (σελ. 99). Η απάντηση στο ζήτηµα αυτό θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού θα επέτρεπε στον αναγνώστη να σχηµατίσει γνώµη για τη σχέση (νείκους ή φιλίας) που συνδέει τον Π.Κ. µε την αναλυτική φιλοσοφία ―χώρο που του έλαχε να «αντιπροσωπεύσει» ο Βιρβιδάκης―, όπου επίσης προτείνονται «αξιολογικά ουδέτερες» περιγραφές των επιστηµονικών θεωριών και των τρόπων επικράτησής τους. Βέβαια, το εµπειρικό-ιστορικό υπόβαθρο της θεωρίας του Π.Κ., αν δεν παραγνωρίζεται, τίθεται πάντως από τους κριτές του στο περιθώριο. Η επίκληση της «αυτοαναφορικότητας» και η απειλή της αντίφασης ή του φαύλου κύκλου (Γεωργίου) είναι τα σηµάδια του (αυτο)περιορισµού της επιχειρηµατολογίας γύρω από τη λογική εγκυρότητα του σχετικιστικού εγχειρήµατος: αν καµία θεωρία δεν είναι αξιολογικά ουδέτερη, λένε οι κριτές, επειδή αυτό που όλες οι θεωρίες επιδιώκουν είναι επέκταση της ισχύος τους, όπως λέει ο Π.Κ., τότε ούτε η θεωρία του Π.Κ. µπορεί να θεωρείται αξιολογικά ουδέτερη, γιατί και αυτή ισχύ και καταξίωση επιδιώκει. Το ότι ένα τέτοιο επιχείρηµα δεν ευσταθεί λογικά το έχει δείξει ο Π.Κ στις πρώτες κιόλας σελίδες του Ισχύς και απόφαση (σελς 17-18)· στην πραγµατικότητα, ο Π.Κ. επικαλείται εκεί αντεπιχειρήµατα εξίσου γνωστά µε το επιχείρηµα των κριτών του. Υπάρχει «προηγούµενο», το οποίο οι κριτές ―ένας απ. αυτούς ειδικός στον σκεπτικισµό― το παραγνωρίζουν ― και, παραδόξως, ο κρινόµενος το αντιπαρέρχεται. Περίεργο λοιπόν που κριτές και κρινόµενος επανέρχονται στο ζήτηµα αυτό µε ίση και τόση επιµονή. Τι συµπεράσµατα να βγάλουµε από υποδηλώσεις; Ο αναγνώστης που θ’ αναζητήσει στο αφιέρωµα αυτό µια διαµάχη µε επιχειρήµατα, αναπόφευκτα θα φέρει στο νου του το γνωστό παράδοξο του Πρωταγόρα (στην αντιδικία του µε τον Εύαθλο). Όλα λοιπόν είναι εν τέλει ζήτηµα αρχών: ποιες αρχές έχει δικαίωµα να επικαλείται κανείς, αυτές στις οποίες έχουν συµφωνήσει οι αντιµαχόµενοι ή αυτές που διορίζει ένας τρίτος κριτής, ένας δικαστής αµερόληπτος; Με τέτοιες υποδηλώσεις, το ζήτηµα της «κυκλικότητας» (Γεωργίου, πάλι) αφορά πλέον στην ηθική του διαλόγου που διεξάγεται στις σελίδες του περιοδικού. Και οι µεν και ο δε µοιάζουν να λένε το ίδιο πράγµα: κανείς δεν µπορεί να είναι ταυτόχρονα δικαστής και αντίδικος. Αν θεωρείς τον εαυτό σου έναν τρίτο κριτή, που ορίζει αµερόληπτα τους κανόνες της συζήτησης, τότε πρέπει ν’ αναγνωρίσεις ότι και ο συνοµιλητής σου είναι, από θέση αρχής, ένας αµερόληπτος κριτής, ένας τρίτος, κι ας µιλάτε ο ένας για τον άλλο, ας είναι ο ένας το θέµα του άλλου. Κι επίσης, αν µε θεωρείς ισότιµο συνοµιλητή, τότε δεν έχεις δικαίωµα να εκλάβεις την κριτική µου ως δική σου επιβεβαίωση, δεν έχεις δηλ. δικαίωµα να αντιστρέψεις τα επιχειρήµατά µου. Tον κανόνα αυτό τον θέτουν και ο Π.Κ. και οι κριτές του, αλλά κανείς δεν φαίνεται να τον τηρεί. Διότι βέβαια δεν είναι «σχήµα κενό» η θεωρία του Π.Κ. επειδή αποφασίσαµε να µη λάβουµε υπ’ όψιν µας τις εφαρµογές της ή τα ιστορικά της προηγούµενα, ούτε όµως αποτελεί επιβεβαίωση της θεωρίας η κριτική π ου της ασκείται από µόνο το γεγονός ότι της ασκείται κριτική. Οι απαντήσεις του Π.Κ. χαρακτηρίζονται απ’ όλα τα γνωρίσµατα (τα οποία µπορούµε να εννοούµε και ως αρετές) ενός ύφους που τον απασχολεί και θεµατικά: του πολεµικού ύφους. Ίσως απ’ αυτό περισσότερο και όχι από έλεγχο της λογικής ορθότητας των απόψεών του να αφορµάται η αντίδραση των κριτών. Είναι βέβαιο ότι προκαλεί αµηχανία το γεγονός ότι µια θεωρία προτείνεται µε ύφος τόσο επιθετικό, που ξαφνιάζει τους κοµψευάµενους, ενώ την ίδια στιγµή δηλώνει πως δεν την ενδιαφέρει η αποδοχή και η επικράτησή της, προβλέπει µάλιστα ότι η επικράτησή της θα ήταν αδύνατη. «Χαίροµαι γιατί είναι γραµµένες µε έντονη κριτική διάθεση», λέει ο Π.Κ. για τις κριτικές των Θ. Γεωργίου και Σ. Βιρβιδάκη.  Η χαρά είναι του αναγνώστη. Διότι σ’ αυτήν την έντονη κριτική διάθεση οφείλει την επιτυχία του το αφιέρωµα. Η χειρίστη αντιµετώπιση του έργου ενός φιλοσόφου είναι η αποσιώπηση, το να κλείνουµε τ’ αυτιά µας, να κάνουµε πως δεν ακούµε. Και το χειρότερο έχει αποφευχθεί. Κι αυτό, ας επισηµανθεί µία ακόµα φορά, δεν µπορεί παρά να είναι κοινό επίτευγµα, και των κριτών και του κρινόµενου. ν η εφαρµογή και η επέκταση µιας θεωρίας συνηθίζεται να αιτιολογούνται µε κριτήρια «ορθολογικά» (κατά τεκµήριο τα κριτήρια εκείνα που η ίδια η θεωρία έχει εισηγηθεί), η ίδια η διαδικασία αποδοχής και αξιολόγησής της, διδάσκει η επιστηµολογία, σπάνια συµβουλεύεται τέτοια κριτήρια. Συνάφεια, συνήθειες, προλήψεις, νοοτροπίες, ιδεολογίες, ιδεοληψίες, συνάφια, κοµπάρσοι, µεσολαβητές κάθε είδους παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή και επικράτηση των θεωριών. Και τα επιχειρήµατα αρχίζουν να µετρούν εκ των υστέρων, αφού γίνουν αποδεκτά. Ο αναγνώστης µπορεί να µελετήσει το αφιέρωµα αυτό και από τούτη τη σκοπιά, τη µόνη που υποσχεθήκαµε πως δεν θα αποφύγουµε να του υποδείξουµε: των µη ορθολογικών παραγόντων που επιδρούν στην επικράτηση ―ή στο παραµέρισµα― µιας θεωρίας. Και τη σκοπιά αυτή ―είναι προς τιµήν του― µε τη µεγαλύτερη ένταση και εµβέλεια την εισηγείται ο ίδιος ο Παναγιώτης Κονδύλης.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: