Στρατιωτική Ισχύς Και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1974-2004

Τριάντα χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: Στρατιωτική ισχύς

Συνέδριο για τα 30 χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: 1974-2004
Ζάππειο Μέγαρο 12-13 Μαίου 2004
(Σημείωση: Η παρούσα σελίδα παραθέτει το κείμενο όπως που παρουσιάστηκε στο συνέδριο.)

Περιεχόμενα

  1.  Εισαγωγή: Το παρόν συνέδριο και η διεθνολογική κοινότητα
  2. Η στρατιωτική ισχύς είναι ένας μόνο κρίκος στην αλυσίδα της πολιτικής και όχι αυτόνομο φαινόμενο.
  3. Οι δύο διαφορετικές παραδοχές και προσεγγίσεις ανάλυσης των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα: περιπαικτικά αθλήματα και ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις
  4. Οι δύο διαφορετικές παραδοχές και προσεγγίσεις ανάλυσης των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα: βάσιμες και ορθολογικές διεθνολογικές παραδοχές και προσεγγίσεις
  5. Στρατιωτική ισχύς και αποτρεπτική στρατηγική
  6. Περιπτωσιολογική αναφορά στην διαδρομή της ελληνικής στρατηγικής όσον αφορά το κυπριακό

Υστερόγραφο 20.10.2007. Το συνέδριο στο οποίο παρουσιάστηκε η εισήγηση που ακολουθεί -και στο οποίο συμμετείχα επειδή το διοργάνωσε ο θεσμός στον οποίο ανήκω- ήταν χαρακτηριστική περίπτωση αυτού που σε πολλές αναλύσεις μου ονομάζω «κοινωνικοπολιτικές συνάξεις». Δηλαδή, ετερόκλητοι «σύνεδροι» οι οποίο εκφράζουν ακατάσχετα προσωπικές γνώμες για να δικαιολογήσουν ενοχές, για να κτίσουν μέσα από τα λεγόμενά τους πελατειακές φιλίες και για να συναντηθούν και να κουτσομπολέψουν το άχαρο παρασκήνιο της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Σε τέτοιες συναντήσεις βρίσκεις πρώην πρέσβεις, δημοσιογράφους, εν αποστρατεία στρατιωτικούς, ποικίλους «αντιπροσώπους» διεθνών ή εθνικών θεσμών και πανεπιστημιακούς. Καμιά συνοχή σ’ αυτά που λένε, καμιά προσπάθεια θεμελίωσης και καμιά προσπάθεια επιστημονικής επικοινωνίας. Χαρακτηριστικά, το πρωινό που μίλησα θυμάμαι πρώην υφυπουργό και ένα πρώην πρέσβη που δημοσίως δήλωναν πως το φασιστοειδές σχέδιο Αναν «το θέλει η ΕΕ και γι’ αυτό πρέπει να το δεχθούμε» κτλ, να δηλώνουν ξηρά και προπετώς πως χάσαμε την … ευκαιρία. Οι άχαρες και ανούσιες αυτές συνάξεις, επιπλέον, έχουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό: Είναι εχθρικές μέχρι βαρβαρότητας κατά όποιου θελήσει να λειτουργήσει ορθολογιστικά και να λειτουργήσει δεοντολογικά όπως πρέπει να γίνεται σε ένα συνέδριο. Δηλαδή, να θεμελιώνει αυτά που λέει, να καταθέτει λογικά επιχειρήματα και να ζητά τον ίδιο χρόνο με άλλους στο πάνελ για να απαντά. Έτσι, στο δικό μου πάνελ, ενώ πριν από την δική μου ομιλία άλλοι μίλησαν 40 και 50 λεπτά (και κανείς κάτω από 30), στο 11 λεπτό ακούστηκαν περίπου τραμπουκίστικες κραυγές που με καλούσαν να συντομεύω. Εισέπραξαν, βεβαίως, την δική μου οργισμένη απάντηση. Αυτό όμως που θλίβει η συνέργεια και η συνενοχή. Φίλος-συνάδελφος που σέβομαι και εκτιμώ μου είπε ότι αν και πασίδηλα είχα δίκαιο έχασα τις εντυπώσεις επειδή οργίστηκα κατά των τραμπουκίστικων κραυγών. Του απάντησα ότι δεν ενδιαφέρουν οι γνώμες των τραμπούκων και πως το ορθό είναι να μην παρευρίσκεται κάποιος σε τέτοιες θλιβερές συνάξεις που ενδύονται το μανδύα «επιστημονικού συνεδρίου». Κάτι ήξερε ο μεγάλος στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης ο οποίος όταν του ζητούσες να συμμετάσχει σε τέτοιου είδους μαζώξεις γελούσε ειρωνικά …. Εξάλλου, γνώριζα τις σκοπιμότητες για την διοργάνωση ακόμη μιας κοινωνικοπολιτικής σύναξης αυτού του είδους, γεγονός που δικαιολογεί ακόμη μεγαλύτερη οργή. Στους βρικόλακες που ξέρουν μόνο να μειδιούν για να κρύψουν τα μακάβρια δόντια τους δεν τείνεις το σβέρκο για να σου ρουφήξουν το αίμα αλλά τους προτάσσεις τον σταυρό …. Πολύ απέχουμε ακόμη από την διοργάνωση επιστημονικών συνεδρίων στην Ελλάδα. Οι ακαδημαϊκοί, στον δικό μας τουλάχιστον χώρο, προτιμούν τις πολυδάπανες αυτάρεσκες κοινωνικοπολιτικές συνάξεις. Αν υπάρχει κάτι που αλλάζει διαχρονικά δεν είναι ο απαράδεκτος χαρακτήρας αυτών των συνεδρίων αλλά το γεγονός ότι εμπλουτίζεται με κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτους δρώντες του διεθνοπολιτικού παρασκηνίου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα που αναλύονται σε άλλες σελίδες του παρόντος δικτυακού τόπου είναι τα διαμειφθέντα με άξονα την πλεκτάνη Αναν και τα αποδομητικά βιβλία ιστοριογραφικής ανεκδοτολογίας. Εκεί καταντήσαμε και εκεί οδηγούν οι σπάνιοι πόροι που διατίθενται στα πολυδάπανα τμήματα κοινωνικών επιστημών. Ο υποφαινόμενος, έχει ήδη πληροφορήσει τους αναγνώστες του ότι αυτό το κρίσιμο ζήτημα θα αναλυθεί εκτενώς και θεμελιωμένα.

Π. Ήφαιστος

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών

Επειδή τα ζητήματα που θίγονται έχουν αναλυθεί σε πολλές άλλες δημοσιεύσεις ή επειδή αναφέρονται σε πολύ γνωστά γεγονότα θα αποφύγω την επιβάρυνση του παρόντος κειμένου με περιττές παραπομπές. Σημειώνεται, επίσης, ότι το κείμενο που ακολουθεί δεν έχει τύχει ορθογραφικής επιμέλειας.

1. Εισαγωγή: Το παρόν συνέδριο και η διεθνολογική κοινότητα

Όπως ορθά επισήμανε ο Martin Wight, μπορεί κανείς να αξιολογήσει την εμβρίθεια και τη οξυδέρκεια ενός θεωρητικού των διεθνών σχέσεων μελετώντας την άποψη του για τον πόλεμο. Ήδη, ο τίτλος της εισήγησής μου όπως διατυπώθηκε από τους οργανωτές του συνεδρίου καταδεικνύει τα προβλήματα κατανόησης των πολιτικών όψεων του προβλήματος άσκησης βίας στην διεθνή πολιτική.

Κανείς βεβαίως μπορεί να αναφερθεί, επίσης, στον τίτλο της τελικής συζήτησης «ο εξευρωπαϊσμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τα όριά του» και η συμπερίληψη ενότητας για την ελληνική διεθνολογική ενότητα και την ελληνική εξωτερική πολιτική που ανατέθηκε σε δύο νεοεισερχόμενα στελέχη της διεθνολογικής κοινότητας. Όσον αφορά τον «εξευρωπαϊσμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής» επισημαίνω ότι εδράζεται στην λανθασμένη θέση ότι στην Ευρώπη υπάρχει στρατηγική, πολιτική και διπλωματική ενότητα ή ακόμη και ολοκλήρωση και ότι κράτη όπως η Ελλάδα είναι υποχρεωμένα να ταυτίζονται αυτόματα και αδιαμαρτύρητα. Ιδιαίτερα μετά την αποκαλυπτική κρίση του Ιράκ του 2003, αν θεωρήσουμε ότι κεκτημένο της Ευρώπης στον πολιτικοδιπλωματικό στίβο είναι το διεθνές δίκαιο, η συλλογική ασφάλεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ειρηνική επίλυση των διαφορών, η διαπολιτισμική συνεννόηση, η αποφυγή απειλής χρήσης βίας, η αποφυγή χρήση βίας και ο σεβασμός των Συνθηκών και των διεθνών θεσμών, καλά θα κάνουμε να εξετάζουμε όχι τον εξευρωπαϊσμό της Ελλάδας αλλά τον βαθμό «εξελληνισμού» αρκετών ευρωπαϊκών κρατών και της ίδιας της ΕΕ αν θέλει ως συλλογικότητα να πορευτεί προς την κατεύθυνση μια ορθολογιστικής ευρωπαϊκής πολιτικοδιπλωματικής ταυτότητας. Αντί λοιπόν να είναι αντικείμενο μελέτης και εκτίμησης οι δυνατότητες σύγκλισης, συμφωνίας και κοινής δράσης στην βάση των πιο πάνω θεμελιωδών κεκτημένων και των εθνικών συμφερόντων των κυρίαρχων κρατών-μελών, βλέπουμε ότι πολλοί έλληνες αναλυτές παρακάμπτουν τον κατακερματισμό του ευρωπαϊκού στρατηγικού πεδίου για να επιδοθούν σε κυνήγι μαγισσών απείθαρχων και απροσάρμοστων κρατών στην ιεραρχία των οποίων η Ελλάδα εξ ορισμού αυθαίρετα κατέχει, δήθεν, την πρώτη θέση.

Όσον αφορά την έκφραση κρίσεων για την ελληνική διεθνολογική κοινότητα, θεωρώ αναγκαίο και χρήσιμο να επισημάνω ότι πριν κάποιος κρίνει μια «διεθνολογική κοινότητα» απαιτείται να έχει εγκαταλείψει τις αβάσιμες, αστήρικτες και μη επαληθευμένες ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις και να έχει περάσει επιτυχώς την βάσανο των θεωρητικών αναζητήσεων και των δυσκολιών που ενέχουν οι πρωτογενείς επαληθεύσεις και οι γνωσιοθεωρητικές θεμελιώσεις. Να έχει επίσης περάσει τις συμπληγάδες έγκυρων επιστημονικών κριτικών μη προερχόμενων από φίλους και ιδεολογικά ομοϊδεάτες και να έχει υποστεί τις στοχαστικές δοκιμασίες των δύσκολων προσπαθειών να απαλλαγεί από προκαταλήψεις, ιδεολογικοπολιτικές εξαρτήσεις, καταναγκασμούς που επιβάλλουν ποικιλόμορφες θεσμικές ή επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις και φίλιες πολιτικές σκοπιμότητες. Τότε μόνο μπορεί κάποιος να είναι ηθικά και επιστημονικά νομιμοποιημένος να ομιλεί αντικειμενικά, έγκυρα, απροκατάληπτα, ταπεινά και γι’ αυτό αξιολογικά ελεύθερα για τα μεγάλα διλήμματα της διεθνούς πολιτικής. Πρωτίστως, απαιτείται να έχει κατανοήσει το πόσο ριψοκίνδυνο πράγμα είναι η υπονομευτική για την ακαδημαϊκή δεοντολογία εγκατάλειψη της αξιολογικής ελευθερίας η οποία –όπως η πρόσφατη εμπειρία του κυπριακού απέδειξε– οδηγεί σε έκφραση αβάσιμων πολιτικών κρίσεων που βρίσκονται σε ασυμβατότητα με την ανθρώπινη ελευθερία και τις κατακτήσεις πολιτισμού στις διεθνείς σχέσεις που ενσαρκώνονται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για να το θέσω επιγραμματικά, η αποστολή του διεθνολόγου είναι να αναδείξει τα διλήμματα και τα προβλήματα των διεθνών σχέσεων και όχι να υποδείξει στις κοινωνίες δυναστικές αναγκαιότητες που στερούνται ηθικής βάσης και που αναστρέφουν, επιπλέον, τον ανθρώπινο πολιτισμό στην εποχή της βαρβαρότητας, της ηγεμονικής επιβολής και των διεθνοφασιστικών αυτοκρατορικών αξιώσεων.

Όσον αφορά το συνέδριο αυτό καθαυτό, επίσης, διερωτώμαι για το κατά πόσο η παρούσα, κατά τα άλλα αξιοπρόσεκτη σύναξη, θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη για το μέλλον της διεθνολογικής ανάλυσης στην Ελλάδα αν ήταν μια κλειστή συζήτηση μεταξύ των αρχαιότερων στελεχών της ακαδημαϊκής κοινότητας η οποία θα είχε ως αποκλειστικό θέμα ανάλυσης τα αίτια και τα αποτελέσματα των βαθύτατων προσωπικών, θεσμικών και ιδεολογικών διαιρέσεων που προκαλούν συγκρούσεις, που εμποδίζουν τα πολυδάπανα τμήματα διεθνών σχέσεων να αναπτυχθούν επιστημονικά και που δημιούργησαν συνθήκες που καθιστούν πλέον προβληματικούς τους επιστημονικούς ελέγχους, τις επιλογές των εκλεκτορικών σωμάτων και συνεπακόλουθα τις αξιοκρατικές κρίσεις νεοεισερχομένων στελεχών σε ακαδημαϊκές θέσεις. Έχω πλέον την εντύπωση ότι η κρατούσα πεποίθηση σε είναι πως τα διαπιστευτήρια εισόδου στον ακαδημαϊκό χώρο συμπεριλαμβάνουν εκ προοιμίου συμπαράταξη με αντιμαχόμενες ομάδες, διασυνδέσεις με πολιτικούς θεσμούς, σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα και σχέσεις με ποικίλες υπηρεσίες, ινστιτούτα παραγωγής ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων και διπλωματικές αποστολές. «Η έσχατη πραγματικότητα, έγραψε απαισιόδοξα ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης στο Ισχύς και απόφαση, συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί, αναγκαστικά, για την διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και την διεύρυνση της ισχύος τους». Η διαφορά μεταξύ των διακρατικών και των ενδοκρατικών αγώνων ισχύος στον σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο με τον ακαδημαϊκό χώρο έγκειται στο γεγονός ότι ενώ στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις καθώς επίσης και κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένοι σκοποί, στην δεύτερη ο αγώνας ισχύος καθίσταται ωμή διαπροσωπική βία εάν στο πλαίσιο της αναγκαίας και μη εξαιρετέας ακαδημαϊκής ελευθερίας οι ακαδημαϊκοί δεν περιορίζονται από πάγιους κώδικες ακαδημαϊκής δεοντολογίας και πάγιους κανόνες τιμιότητας, συνέπειας και ακεραιότητας στις ενδοπανεπιστημιακές και διαπροσωπικές σχέσεις.

2. Η στρατιωτική ισχύς είναι ένας μόνο κρίκος στην αλυσίδα της πολιτικής και όχι αυτόνομο φαινόμενο.

Δραπετεύοντας από τους στενούς περιορισμούς του επιστημονικά αδόκιμου τίτλου που ορίζει το πεδίο ανάλυσης της δικής μου εισήγησης, επισημαίνω ότι, κατά κάποιο τρόπο, η προβληματική του πολέμου στο σύγχρονο διακρατικό σύστημα το οποίο αποτελείται από συγκροτημένα και κατά το πλείστον πολιτικά κυρίαρχα κοινωνικοπολιτικά συστήματα οριοθετείται από την γνωστή θεώρηση του Κλάουζεβιτς ότι ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος ως άσκηση βίας ή απειλή άσκησης βίας στις διεθνείς σχέσεις υπό αυτό το φιλοσοφημένο πρίσμα δεν είναι αυτόνομο φαινόμενο αλλά ένας μόνο κρίκος στην αλυσίδα των διακρατικών σχέσεων που βρίσκεται σε άμεση διασύνδεση με τους πολιτικούς σκοπούς που εκπληρώνει η εθνική στρατηγική. Όπως επιγραμματικά γράφει ο Κλάουζεβιτς, «ο πόλεμος έχει την δική του γραμματική αλλά όχι την δική του αυτόνομη λογική».

Πλήθος παραδειγμάτων καταμαρτυρεί ότι αυτά τα απλά και αυτονόητα της στρατηγικής ανάλυσης φαίνεται να μην είναι έστω και στοιχειωδώς κατανοητά στην δημόσια και ακαδημαϊκή συζήτηση στην Ελλάδα. Συχνά, ακόμη και από στελέχη που είχαν την ακαδημαϊκή και διοικητική αρμοδιότητα διορισμού των πλείστων ελλήνων διεθνολόγων στα αναρίθμητα πλέον διεθνολογικά τμήματα, με γραπτά κείμενά τους έδειξαν να συγχέουν αυτές τις φιλοσοφημένες θεωρήσεις του Κλάουζεβιτς που αποτέλεσαν την βάση της σύγχρονης ανάπτυξης της στρατηγικής ανάλυσης. Έτσι, κατά πάγια τακτική, οι αφιλότιμοι, δεν διστάζουν να επιτίθενται κατά των αναλυτών της στρατηγικής οι οποίοι με αξιολογική ελευθερία πειθαρχούνται από το επιστημονικό κεκτημένο του κλάδου τους όταν με αδόκιμους όρους όπως «ακραίος ρεαλισμός» και «ψυχροπολεμικές αντιλήψεις» εξ αντικειμένου υπηρετούν τον άχαρο ρόλο της δολοφονίας χαρακτήρων και της ανάδειξης ιδεολογικοπολιτικά προσκείμενων πολιτικών αναλύσεων ως δήθεν επιστημονικών. Στο ίδιο επίσης πλαίσιο συχνά έχουμε ακόμη πιο βάναυσες κακοποιήσεις όρων και εννοιών όταν εκτοξεύονται ισχυρισμοί πως οι αναλυτές της αποτρεπτικής στρατηγικής που οριοθετούν τις στρατηγικές προσεγγίσεις ενός κράτους το οποίο υπεραμύνεται της κυριαρχίας του όπως ορίζεται από τις Συνθήκες και το διεθνές δίκαιο, διακατέχονται, δήθεν, από «επιθετικές προθέσεις». Συνολικά, η καταγεγραμμένη σε πάμπολλα κείμενα συνήθης πρακτική των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων είναι να διανθίζονται οι λεγόμενες ακαδημαϊκές συζητήσεις με άφθονους χαρακτηρισμούς, να εκτοξεύονται ύπουλα υπονοούμενα με σκοπό την συμβατική δολοφονία της προσωπικότητας του ενός ή άλλου αναλυτή και να εκδηλώνονται πολλά άλλα παρόμοια φαινόμενα τα οποία αποτελούν και τον δείκτη της παρακμής ενός ακαδημαϊκού χώρου.

Για την υπό εξέταση περίοδο διακρίνω δύο διαδοχικές φάσεις. Κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και 1990 μέχρι και το 1995 η ελληνική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από στοιχειώδη έστω ορθολογισμό επειδή στην βάση οροθετημένων εθνικών συμφερόντων χαράχθηκε και εφαρμόστηκε μια διακομματική στρατηγική στο πλαίσιο των κλασικών προδιαγραφών μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής στρατηγικής όπου σκοπός ήταν η διαφύλαξη της περιφερειακής τάξης όπως ορίζεται από τις Συνθήκες και όπως περιγράφεται από το διεθνές δίκαιο. Τα μέσα ήταν 1ον) κλασικού χαρακτήρα στρατιωτική και διπλωματική εξισορρόπηση, 2ον) ετοιμότητα διαπραγματεύσεων ειρηνικής επίλυσης των διαφορών όπου και όταν αυτό επιτάσσει το διεθνές δίκαιο και 3ον) χωρίς ιδεολογικές και φιλοσοφικές αμφιταλαντεύσεις για την σημασία, τον χαρακτήρα και τις ιεραρχήσεις του εθνικού συμφέροντος, διαχείριση της κατανομής ισχύος στο υποσύστημα στο οποίο ανήκε η Ελλάδα.

Κατά την διάρκεια αυτής της φάσης παρατηρούμε ότι τα κείμενα της διεθνολογικής κοινότητας που βρισκόταν τότε στην αφετηρία της πριν ακόμη εκδηλωθούν ποικιλόμορφες διασπαστικές τάσεις, τήρησαν στοιχειώδη κριτήρια αξιολογικής ελευθερίας, πληρούσαν επαρκώς επιστημονικές προδιαγραφές και περιορίστηκαν περιγραφή και έκφραση εκτιμήσεων για το διεθνές σύστημα και τις νομικές πτυχές των προβλημάτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης αν και ελληνική στρατηγική έπασχε όσον αφορά τις ελληνικές στρατιωτικές ικανότητες στο κυπριακό πολιτικοστρατιωτικό πεδίο η ισορροπία δυνάμεων στο κεντρικό μέτωπο και το casus belli όσον αφορά την ασφάλεια της Κύπρου κατόρθωνε να εκπληρώσει τους στοιχειώδεις και ουσιώδεις σκοπούς της εθνικής στρατηγικής που διασφάλιζαν την αποτροπή αλλαγών του κυριαρχικού καθεστώτος και αφετέρου διασφάλιζαν περιφερειακή σταθερότητα.

Αναφορικά με τις δραστηριότητες της διεθνολογικής κοινότητας την δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 , τρία γεγονότα ίσως να μην είναι τυχαία: Πρώτον, ότι οι πλείστοι από τους αναλυτές αυτούς ήταν νομικοί διεθνολόγοι που στις αναλύσεις τους αυτές στάθηκαν πειθαρχημένα στο αυστηρά μεθοδολογικά και άλλα επιστημονικά κριτήρια που απαιτεί η επιστήμη τους. Δεύτερον, ότι χωρίς να μπουν στον κόπο να εξηγήσουν την μεταστροφή τους οι πλείστοι εξ αυτών με την βεβαιότητα ενδεχομένως ότι κανείς δεν ελέγχει την επιστημονική συνέπεια στην Ελλάδα εξέφρασαν μεταγενέστερες απόψεις οι οποίες βρίσκονταν σε κάθετη αντίθεση με τις αρχικές θεμελιωμένες αναλύσεις. Τρίτον, ότι ο εκτροχιασμός από την επιστημονική ανάλυση στην έκφραση γνωμών και ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων την δεκαετία του 1990 συμπίπτει με την εισροή διεθνολόγων που διατείνονται ότι μελετούν τις πολιτικές όψεις των διεθνών θεσμών και που με αυτό εννοούν την έκφραση ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, προσωπικών γνωμών και πολιτικών κρίσεων χωρίς κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη ηθική βάση.

Στο σημείο αυτό, οφείλω να επισημάνω ότι η μελέτη των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος είναι ίσως το πλέον ολισθηρό πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Επιγραμματικά, σημειώνω ότι η προσπάθεια αυτή εκτροχιάστηκε πλήρως κατά την διάρκεια της δεκαετίας που διέρρευσε: Πρώτο, όλοι ανεξαιρέτως οι επιστήμονες των κοινωνικών επιστημών ομιλούσαν για τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος, συχνά χωρίς να καταβάλλουν την παραμικρή προσπάθεια να σεβαστούν ή να κατανοήσουν το υπάρχον επιστημονικό κεκτημένο. Δεύτερο, οι νεοεισερχόμενοι επιστήμονες θεώρησαν ως δεδομένο ότι όχι μόνο δεν υπάρχει υποχρέωση να περιορίζονται από βάσιμες και αξιόπιστες θεωρήσεις του διεθνολογικού επιστημονικού κεκτημένου αλλά επιπλέον συχνά φαίνεται να πίστευαν ότι η εργολαβική έκφραση ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων αποτελεί αμάχητο διαπιστευτήριο ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας. Τρίτο, πολλοί απόφοιτοι τμημάτων του εξωτερικού που κυριαρχούνται από ιδεολογικοποιημένες νεοφιλελεύθερες και κριτικές κονστρουκτιβιστικές αντιλήψεις εκπαιδεύτηκαν ακριβώς σε αυτή την ενασχόληση, δηλαδή στην ιεραποστολική εκστρατεία διεθνών αλλαγών με αυθαίρετα κριτήρια που αντλούνται από την άβυσσο του ανθρώπινου υποκειμενισμού ή από τις εφήμερες αξιώσεις ισχύος των συγκυριακών ηγεμονικών δυνάμεων. Τέταρτο, η ελληνική διεθνολογική κοινότητα ακολούθησε ανάλογες τάσεις του εξωτερικού που ξεστρατίζουν την διεθνολογική ανάλυση από επιστημονική-ακαδημαϊκή μελέτη για να εξυπηρετήσουν θεσμικές, εθνικές και άλλες σκοπιμότητες που επιβάλλουν οι χρηματοδοτήσεις ερευνητικών προγραμμάτων. Πέμπτο, ακολουθώντας επίσης ανάλογες τάσεις σε ξένα πανεπιστήμια θεωρήθηκε αυτονόητα επιτρεπτό κάποιος να υιοθετεί αθεμελίωτες και αντιφατικές κοσμοπολίτικες θέσεις στα επιστημονικά κείμενα οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με την οντολογικά θεμελιωμένη διεθνή εθνική-κρατική δομή, κατά συνέπεια να υιοθετεί θέσεις που βρίσκονται σ’ αντίθεση με το αμάχητο κριτήριο της κρατικής κυριαρχίας που αποτελεί το αντίστοιχο της ανθρώπινης ελευθερίας για τα κράτη στην διεθνή πολιτική και να υιοθετεί θέσεις που αντιβαίνουν με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου που εδράζονται στο κριτήριο της εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας. Γενικά, θεωρήθηκε αυτονόητα επιστημονικά επιτρεπτό κάποιος να περιπλανάται ασκόπως στον πολιτικά στρατευμένο χώρο των ανατρεπτικών επαναστατικών θεωρήσεων που από μόνες τους αποτελούν αίτιο πολέμου επειδή εξ ορισμού αφενός αντιβαίνουν με το διεθνές δίκαιο και αφετέρου μπορούν να εξυπηρετήσουν ένα μόνο σκοπό, εφήμερες ανατροπές που εκπληρώνουν τις αξιώσεις ισχύος των ηγεμονικών κρατών. Έκτο, η διεθνολογική κοινότητα εκτιμώ ότι περιήλθε πλέον σε δίνη συγχύσεων και παρακμής χωρίς δυνατότητα επιστροφής στην ομαλότητα όταν οι εκλογές μελών ΔΕΠ εξ αντικειμένου ξέφυγαν πλέον από τους αναγκαίους αυστηρούς ελέγχους επειδή διάφορα τμήματα κοινωνικών επιστημών για να ικανοποιήσουν θεμιτές ανάγκες διδασκαλίας ενός ή δύο μαθημάτων διόριζαν διεθνολόγους χωρίς να είναι δυνατό να συμμετέχει στα εκλεκτορικά σώματα επαρκής αριθμός διεθνολόγων, χωρίς –αν και σχεδόν πάντοτε τέτοιες διαδικασίες πληρούν τις τυπικές διοικητικές προϋποθέσεις του νόμου για την αντιστοιχία των γνωστικών αντικειμένων με τις υπό προκήρυξη θέσεις– να υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής επιστημονικής αντιστοιχίας μεταξύ της πραγματικής επιστημονικής ενασχόλησης του κριτή-εκλέκτορα και του κρινόμενου διεθνολόγου.

Η δεύτερη φάση που συμβολικά άρχισε μετά το 1995 αλλά ουσιαστικά είχε ήδη τροχοδρομηθεί μετά την κρίση του Μαρτίου του 1987, χαρακτηρίσθηκε από γεγονότα όπως η ραγδαία ανατροπή εις βάρος της Ελλάδας των περιφερειακών στρατιωτικών και διπλωματικών συσχετισμών, η όξυνση του τουρκικού αναθεωρητισμού, η στρατιωτική αμφισβήτηση της ελληνικής επικράτειας, η διαρκής εκτόξευση casus belli κατά της Ελλάδας και κατά της Κύπρου, η προσπάθεια δημιουργίας γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, η προσπάθεια πειθαναγκασμού της Ελλάδας να εγκαταλείψει την άσκηση των νομικών της δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, η αποτυχία της Ελλάδας να κατακτήσει ισχυρή θέση και ρόλο στην στρατιωτική και διπλωματική κατανομή ισχύος του μεταψυχροπολεμικού περιβάλλοντος, η επιβεβαίωση της πολιτικοδιπλωματικής δομικής αδυναμίας της Ελλάδας στην κρίση των κυπριακών πυραύλων, η μείωση της αξιοπιστίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής λόγω του επεισοδίου Οτσαλάν και η για τους προαναφερθέντες λόγους αναπόδραστη πλέον στρατιωτική και πολιτικοδιπλωματική ανεπάρκεια της ελληνικής στρατηγικής του οδήγησε στην τραγωδία του σχεδίου Αναν το 2002-3.

Το σχέδιο αυτό, ανεξαρτήτως υποκριτικών και αποπροσανατολιστικών ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων ή παραποιήσεων του πραγματικού του περιεχομένου αποτελεί ορόσημο στην σύγχρονη ελληνική ιστορία: Από την μια πλευρά, απέδειξε ότι η ελληνική πλευρά στην παρούσα τουλάχιστον φάση διαθέτει μόνο εκείνα τα ελάχιστα μέσα διαχείρισης μιας δομικής αδυναμίας που δεν διασφαλίζει τα νομιμοποιημένα, θεμιτά και ζωτικά ελληνικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα. Αυτά τα συμφέροντα ήταν η διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα του λαού της, ο δημοκρατικός χαρακτήρας του καθεστώτος αυτού του κράτους και η λαϊκή κυριαρχία, η απουσία αποικιακού χαρακτήρα εγγυήσεων και ξένων στρατευμάτων, η απουσία συνταγματικών δεσμεύσεων που υποστηρίζουν παντοτινά και υποχρεωτικά τις στρατηγικές επιλογές της Άγκυρας και γι’ αυτό η διατήρηση του θεμιτού προνομίου της Κύπρου, της Ελλάδας και των υπόλοιπων ευρωπαίων να κρίνουν τον ευρωπαϊκό οδικό χάρτη της Τουρκίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και την κοινοτική νομική και πολιτική τάξη. Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα ελληνικά και ταυτόχρονα ευρωπαϊκά συμφέροντα διασώθηκαν τελικά όχι τόσο λόγω επιτυχιών της ελληνικής διπλωματίας αλλά λόγω της αξίωσης συλλογικής ελευθερίας του κυπριακού λαού μέσα από την συντριπτική λαϊκή ετυμηγορία της 24ης Απριλίου 2004.

Κατά την εκτίμησή μου, η εκδήλωση του σχεδίου Αναν ανατρέπει όλους ανεξαιρέτως τους πάγιους σκοπούς της ελληνικής στρατηγικής των τριών τελευταίων δεκαετιών και συμβολίζει, αν όχι ενσαρκώνει, το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία η ελληνική στρατηγική περιορίσθηκε στον διαχείριση της αδυναμίας του. Αφενός, αυτό ευνόησε χρηματοδοτήσεις διεθνολογικών αναλύσεων και ποικιλότροπες προωθήσεις στον ακαδημαϊκό χώρο με σκοπό να εκλογικευτεί πολιτικά αυτή την αδυναμία και οι υποχωρήσεις που συνεπάγεται. Αφετέρου οδήγησε πολλά μέλη της διεθνολογικής κοινότητας σε μια δυστυχώς χωρίς επιστροφή διολίσθηση στο ολισθηρό πεδίο των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων που ξεθάρρεψαν και κορυφώθηκαν μετά την εκδήλωση του σχεδίου Αναν. Το τι ειπώθηκε και λέχθηκε για το σχέδιο αυτό τα τελευταία χρόνια αποτελεί κατά την άποψή μου μνημείο στοχαστικής και επιστημονικής καταισχίνης. Όλα αυτά, βεβαίως, τελικά αποβαίνουν εις βάρος των θεμιτών ελληνικών συμφερόντων και της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας.

Αν αυτή η εκτίμηση ευσταθεί, ενέχει μεγάλη σημασία για την παρούσα κρίσιμη ιστορική συγκυρία όπου συγκλίνουν πολλοί παράγοντες: Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, η εντατικοποίηση των τουρκικών προσπαθειών ένταξής της στην ΕΕ, η κορύφωση των ανακατανομών θέσης και ρόλων στο διεθνές μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον, η εντατικοποίηση των συζητήσεων για την αναδιαμόρφωση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και, ως προς το τελευταίο ζήτημα η διαπάλη μεταξύ της ατλαντικής αντίληψης και της ευρωπαϊκής αντίληψης στην διεθνή πολιτική. Αν και όχι αυτονόητο για όσους πιστεύουν ότι οι διακρατικές διαπραγματεύσεις είναι υπόθεση φιλιών και γενικά αισθητικών σχέσεων, θα αναφέρω απλά ότι η έκβαση των κρίσιμων συνομιλιών θα είναι συνάρτηση της κατανομής στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος και ότι οι διακρατικές συναλλαγές απαιτείται να έχουν στον πυρήνα των διαπραγματεύσεων το εκατέρωθεν εθνικό συμφέρον και την διεθνή τάξη όπως απορρέει από τις Συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

3. Οι δύο διαφορετικές παραδοχές και προσεγγίσεις ανάλυσης των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα: περιπαικτικά αθλήματα και ιδεολογικοπολιτικές εκλογικεύσεις

Υπό το πιο πάνω πρίσμα οι υπόλοιπες αναφορές μου θα εστιαστούν περιπτωσιολογικά σε μερικές μόνο πτυχές της κυπριακής στρατηγικής της Ελλάδας, και πιο συγκεκριμένα στην μετά το 1995 φάση. Η ουσία των σκοπών της ελληνικής στρατηγικής ενόψει της όξυνσης των αναθεωρητικών συμπεριφορών της Άγκυρας μετά την κρίση του Μαρτίου του 1987 ήταν να διατηρήσει το status quo στο κεντρικό μέτωπο και ταυτόχρονα να εκπληρώσει τον ακόμη πιο δύσκολο σκοπό επίτευξης βιώσιμης λύσης του κυπριακού προβλήματος. Τόσο στον πολιτικό όσο και στον επιστημονικό στίβο η συζήτηση ξεδιπλώθηκε στη βάση δύο διαφορετικών αντιλήψεων του διεθνούς συστήματος, δύο διαφορετικών φιλοσοφικών παραδοχών για το διεθνές σύστημα και δύο διαφορετικών προσεγγίσεων στις διπλωματικές μεθόδους διαχείρισης της κρατικής ισχύος και των εξωτερικών προβλημάτων. Κατοπτρίζοντας ανάλογες θέσεις και στάσεις στο εξωτερικό, η συζήτηση είχε δύο διαστάσεις: 1ον) Την φαιδρή ή αγοραία διάσταση που δεν αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο σοβαρού επιστημονικού διαλόγου επειδή εδράζεται σε αβάσιμα επιχειρήματα ή αυθαίρετες ιδεολογικοπολιτικές γνώμες ενδεδυμένες με τίτλους ακαδημαϊκής εγκυρότητας και άλλες επιστημονικά αδιάφορες εκλογικεύσεις. Το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος για να προφυλάξει την αυτοεκτίμησή του και την αξιοπρέπειά του είναι να δηλώσει: «Ο βηματισμός σου να είναι πιο γρήγορος από την φθορά και άσε την συμβατική σοφία να αυτό-ηδονίζεται». 2ον) Την επιστημονική συζήτηση που αφορά μόνο μεμονωμένες εξαιρέσεις κάποιων που επέμεναν ή ακόμη εμμένουν σε αξιολογικά ελεύθερες θεωρήσεις των διακρατικών σχέσεων.

Λόγω των τάσεων της διεθνολογικής κοινότητας που αναφέραμε πιο πάνω η φαιδρή και αγοραία διάσταση των διεθνολογικών συζητήσεων τα δέκα τελευταία χρόνια απόκτησε πλέον ανεξέλεγκτες διαστάσεις στις οποίες τα νεοεισερχόμενα στελέχη προσαρμόζονται γρήγορα και βολικά. Για παράδειγμα, παραθέτω το εξής εδάφιο που εντόπισα σε αναλυτικό υπόμνημα υποψήφιου σε καθηγητική θέση στην οποία ήμουν εκλέκτορας ο οποίος προφανώς –αν και εκτιμώ ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται επειδή οι νεοεισερχόμενοι ενθαρρύνονται από τους αρχαιότερους να υιοθετούν τέτοιες στάσεις–, συγχέει το σύστημα κρατών με τις φαντασιώσεις του για την ύπαρξη μιας παγκόσμιας κοινωνίας, ο οποίος συγχέει τα αίτια με τα αιτιατά των διεθνών προβλημάτων και ο οποίος, ακόμη πιο σημαντικό, συγχέει τον ρόλο του ακαδημαϊκού με τον ρόλο του ιεραπόστολου ή του προσκόπου. Γράφει προς τους εκλέκτορές του: «Μπροστά στο πλήθος των κινδύνων που απειλούν την παγκόσμια κοινωνία, χρειάζεται μια νέα αντίληψη, μια νέα τάση που θα στραφεί μακριά από τα υπεραπλουστευμένα εθνοκεντρικά στερεότυπα. Σαν διεθνολόγος, όπου το επάγγελμα δεν είναι αυτό που καθορίζει τα ενδιαφέροντά μου, αλλά μάλλον είναι η κοντινότερη απασχόληση που είναι συμβατή με τα φαινόμενα της διάσπασης και του κατακερματισμού της παγκόσμιας κοινωνίας, επιθυμώ μέσα από την ερευνητική και επιστημονική μου προσπάθεια να περάσω μια νέα αντίληψη που δεν αποβλέπει στην επιβολή λύσεων, τη στρατιωτική ή διπλωματική νίκη και παρεμφερείς αυτοκαταδικασμένες μη-λύσεις και αυτοεκπληρούμενες προφητείες». Ασφαλώς, μια τέτοια διατύπωση σε υποψηφιότητα ενός αξιόπιστου πανεπιστημίου θα τον απέκλειε με την εύλογη αιτιολόγηση ότι είναι άλλο πράγμα ο πολιτικός ακτιβισμός και άλλο η αποστολή του πανεπιστημίου το οποίο δεν μπορεί να είναι πάρεργο των πολιτικών δραστηριοτήτων ατόμων που δεν κατανοούν την σημασία του προνομίου της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας, την ανάγκη της αξιολογικής ελευθερίας και το πραγματικό έργο του ακαδημαϊκού λειτουργήματος. Αυτές οι στάσεις ακόμη και υποψηφίων διεθνολόγων όμως δεν είναι περίεργες όταν αρχαιότεροι καθηγητές –οι οποίοι όλως περιέργως στο παρελθόν βρέθηκαν στα πλείστα εκλεκτορικά σώματα ενώ ο υπογράφων, για παράδειγμα, αν και εξίσου επιστημονικά-θεσμικά αρμόδιος όλως περιέργως δεν συμπεριλήφθηκε σε πλείστα όσα εκλεκτορικά σώματα– σε κείμενά τους μιλούν περιπαικτικά για την θεωρία διεθνών σχέσεων εξωθώντας έτσι τα νεότερα στελέχη να ασχολούνται με ιδεολογικοποιημένες προτάσεις πολιτικής. Συχνά, για παράδειγμα, αρχαιότερα στελέχη συμμετέχουν στον ευτελισμό του επιστημονικού διαλόγου όταν εκτοξεύουν επιστημονικά αδόκιμους όρους (όπως «ήπιος ρεαλισμός» ή «αναλυτές που θεωρούν την πολεμική σύγκρουση αναπόφευκτη»), όταν οι ίδιοι τις τελευταίες δεκαετίες δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να μηρυκάζουν αστεία εισαγόμενα θεωρήματα, όταν οι ίδιοι απουσιάζουν πλήρως από τον δύσκολο αγώνα διάνοιξης νέων επιστημονικών προσανατολισμών πέραν του υπάρχοντος θεωρητικού κεκτημένου και όταν οι ίδιοι αποκτούν περγαμηνές σε κείμενα μοναδικής ιδεολογικοπολιτικής περιωπής τα οποία ως τέτοια τυγχάνουν διακεκριμένης δημοσιοποίησης στον χώρο των επιφυλλίδων και των δημοσιογραφικού χαρακτήρα δήθεν βιβλιοκριτικών. Αυτονόητα, αυτές οι τάσεις προδιαγράφουν και την ποιότητα των νεοεισερχομένων στον κλάδο οι οποίοι με την βεβαιότητα απουσίας ουσιαστικών επιστημονικών ελέγχων, ενδεχομένως πιστεύουν πλέον ότι το μεγαλύτερο προσόν για κάποιον είναι να αναπτύσσει ποικιλότροπα επωφελείς δραστηριότητες σε διάφορους μη επιστημονικούς χώρους και να θεωρεί το πανεπιστήμιο πάρεργο αυτών των δραστηριοτήτων. Με διαφορετικά λόγια, η επιστημονική πρωτοτυπία, η επιστημονική αξιοπιστία, η επαλήθευση των πηγών με βάσιμες θεμελιώσεις, η απουσία ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, η ακατάσχετη πολιτικολογία, η πρόχειρη επιφυλλιδογραφία και το άνευ επιστημονικού περιεχομένου μεταπρατικό αναμάσημα θεωρημάτων και ιδεολογημάτων ίσως και να θεωρούνται πλέον τα αναγκαία κριτήρια πανεπιστημιακής σταδιοδρομίας [τα πιο πάνω ζητήματα εξετάστηκαν εκτενώς από τον υποφαινόμενο στην μονογραφία Οι Διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, Διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο, ιδ. κεφ. 1 & 8.

4. Οι δύο διαφορετικές παραδοχές και προσεγγίσεις ανάλυσης των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα: βάσιμες και ορθολογικές διεθνολογικές παραδοχές και προσεγγίσεις

Αναφορικά με την δεύτερη περίπτωση, την επιστημονική προσέγγιση των προβλημάτων εξωτερικής πολιτικής που αφορά μόνο αξιολογικά ελεύθερες αναλύσεις, αυτονόητα είναι απαλλαγμένη υποκειμενικού χαρακτήρα πολιτικών εκλογικεύσεων, περιγράφει τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως ο αναλυτής ή κάποιοι άλλοι θέλουν να είναι και το κύριο μέλημα δεν είναι οι συνταγές προτάσεων πολιτικής αλλά η ανάδειξη των διλημμάτων και των προβλημάτων στο εξ αντικειμένου άναρχο και πλήρες αιτιών πολέμου διακρατικό σύστημα. Για την χάραξη της εθνικής στρατηγικής, την οριοθέτηση των εθνικών συμφερόντων, την αξιολόγηση των απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ενός κράτους και την χρήση της στρατιωτικής ισχύος υπό το πρίσμα των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών μιας κοινωνίας απαιτείται να οριστεί με συντομία το διεθνές σύστημα στο οποίο ανήκει κάθε κράτος.

Το διεθνές σύστημα είναι οντολογικά θεμελιωμένο στην βάση των αξιώσεων πολιτικής κυριαρχίας και πολιτειακά κατακερματισμένο στην βάση των κυρίαρχων κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, δηλαδή των εθνών-κρατών. Περιγράφω αυτόν τον κόσμο συντομογραφικά: Μετά από πέντε περίπου χιλιάδες χρόνια διαπάλης μεταξύ των αξιώσεων πολιτικής κυριαρχίας των διακριτών κοινωνιών του πλανήτη με τις αξιώσεις αυτοκρατορικής-ηγεμονικής δόμησης του κόσμου τους πέντε τελευταίους αιώνες επικράτησαν οι αξιώσεις διακριτής πολιτικής κυριαρχίας που θεμελίωσαν το σύγχρονο εθνικό-κρατικό σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του αντιηγεμονικού συστήματος ισορροπίας δυνάμεων από τον 16ον αιώνα μέχρι τον 20ον αιώνα εκκολάφθηκαν τα έθνη-κράτη, οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου περί διακρατικής ισοτιμίας, μη επέμβασης και εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας και τα συστήματα συλλογικής ασφάλειας που κύριο σκοπό έχουν να διαφυλάξουν την εσωτερική αυτοδιάθεση των πολιτικά κυρίαρχων κοινωνιών και να συνδράμουν στην ειρηνική επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Μετά την Γαλλική Επανάσταση και την διάδοση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας η έννοια της πολιτικής κυριαρχίας απέκτησε ακόμη ιδιαίτερη σημασία επειδή ενέπλεξε την πλειονότητα των μελών των κυρίαρχων κοινωνιών στην συνδιαμόρφωση του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι και κατ’ επέκταση του διεθνούς-διακρατικού γίγνεσθαι. Έτσι, με ακόμη πιο βαθύ τρόπο το κράτος κατέστη φορέας της πολιτικής κυριαρχίας κάθε ανεξάρτητης κοινωνίας, ο θεσμός δηλαδή συλλογικής ελευθερίας σ’ ένα σύστημα εξ ορισμού άναρχο και πολιτειακά-κανονιστικά κατακερματισμένου.

Η στρατιωτική ισχύς ενός μη αναθεωρητικού-επεκτατικού κράτους αποκλειστικό σκοπό έχει την διαφύλαξη της διεθνούς τάξης στην οποία ανήκει. Τόσο από άποψη δικαίου όσο και από άποψη τάξης η πολιτική κυριαρχία των κοινωνιών των φιλειρηνικών ανεξάρτητων κρατών ιστορική αποστολή έχει να εκπληρώνει την αξίωση συλλογικής ελευθερίας γεγονός που επιβεβαιώνουν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου την τήρηση των οποίων όχι πάντοτε επιτυχώς επιχειρούν να διασφαλίσουν οι διεθνείς θεσμοί συλλογικής ασφάλειας. Βασικά, αυτό που δεν συνεκτιμούν οι ουτοπιστές αναλυτές των διεθνών σχέσεων είναι ότι μεταξύ της ειρήνης και του πραγματικού κόσμου και μεταξύ των αρχών του διεθνούς δικαίου και της ιδεατής τους εφαρμογής παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου η μελέτη των οποίων οριοθετεί και την επιστημονική μελέτη των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος και των προβλημάτων που προκαλούν αστάθεια και πόλεμο.

Μεταξύ άλλων, κύρια αίτια πολέμου είναι η άνιση ανάπτυξη και τα συνεπακόλουθα διλήμματα ασφαλείας, οι επαναστατικές εξομοιωτικές ιδεολογίες, οι ηγεμονικές συγκρούσεις για έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πόρων, οι ανταγωνισμοί για στρατηγική εποπτεία και για σφαίρες επιρροής, οι περιφερειακές διενέξεις οι οποίες είναι κατά το πλείστον κατάλοιπα των ηγεμονικών συγκρούσεων και οι παράγοντες της διεθνούς πολιτικής που διαφεύγουν των ελέγχων της κρατικής κυριαρχίας όπως η τρομοκρατία και άλλα διεθνικά φαινόμενα. Αναφορικά με την κρατική συμπεριφορά και τα αίτια πολέμου, στην τελευταία μου δημοσίευση έδωσα, όσον με αφορά, μια οριστική απάντηση στα συχνά ερωτήματα δικαίου, δικαιοσύνης, εθνικισμού, αναθεωρητισμού και επεκτατισμού. Ανά πάσα στιγμή εξ αντικειμένου τα κράτη διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Τα φιλειρηνικά κράτη που είναι και τα περισσότερα και τα ηγεμονικά ηγεμονικά-αναθεωρητικά κράτη. Θεωρώ ασήμαντο και γι’ αυτό επιστημονικά αδιάφορο να συζητούμε κατά πόσο μια χώρα που αντιμετωπίζει ένα διασυνοριακό πρόβλημα με μια γειτονική χώρα (ή τέλος πάντων κάποια άλλη μικρή «διαφορά» κατάλοιπο του εθνικού-κρατικού γίγνεσθαι) αντιμετωπίζει διλήμματα ως προς την πολιτική που πρέπει να υιοθετήσει. Πάντοτε, στο πλαίσιο του καθεστώτος της κρατικής κυριαρχίας και ως απόρροια εθιμικών προσεγγίσεων, διεθνών δεσμεύσεων, κωδικοποιημένων πρακτικών, διακρατικών Συνθηκών, αρχών αποτυπωμένων στους Καταστατικούς Χάρτες των συστημάτων συλλογικής ασφάλειας και άλλων συναφών διακρατικών κωδίκων που στοιχειοθετούν το διεθνές δίκαιο με την ευρύτερη δυνατή έννοια, τα ίδια τα κράτη έχουν εδώ και αιώνες προσδιορίσει το πώς αντιμετωπίζονται οι διεθνείς διενέξεις. Θα αναφερθώ σε τρις χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

Πρώτον, εφαρμόζονται οι Συνθήκες και το κράτος που επιθυμεί να προκαλέσει μια διεθνή αλλαγή είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους διεθνείς θεσμούς. Το αμυνόμενο κράτος είναι πάντοτε σε θέση να εκτιμήσει με ακρίβεια –και η στρατηγική ανάλυση έχει επεξεργαστεί δεόντως αυτή την πτυχή– το κατά πόσο η «διαφορά» αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό που επιλύεται με εκατέρωθεν συμβιβασμούς οι οποίοι σέβονται τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων και την διεθνή τάξη όπως προσδιορίζεται από τις Συνθήκες ή κατά πόσο η αξίωση διεθνούς αλλαγής εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναθεωρητική αξίωση που στοιχειοθετεί «απέραντη απειλή» η οποία εν δυνάμει θίγει τα συμφέροντα εύρυθμης επιβίωσης του μη αναθεωρητικού κράτους.

Εάν πρόκειται για μια συνήθη διακρατική διαφορά είναι γνωστό ότι όλα τα κράτη είναι συμβατικά υποχρεωμένα να αποφεύγουν την χρήση βίας ή την απειλή χρήσης βίας. Τα μη ηγεμονικά κράτη έχουν συμφέρον να μην προσφεύγουν στη βία και να επιλύουν ειρηνικά τις διαφορές τους. Τα ηγεμονικά-ισχυρά και/ή αναθεωρητικά κράτη αναμενόμενα είτε δεν ενδιαφέρονται για το τι λέει το διεθνές δίκαιο είτε στηριζόμενα στο δίκαιο του ισχυρού το ερμηνεύουν κατά το δοκούν. Συζητώντας αυτές τις πτυχές είμαστε υποχρεωμένοι να γνωρίζουμε ότι σ’ αντίθεση με την ενδοκρατική τάξη πραγμάτων εξ ορισμού στο διακρατικό σύστημα δεν υπάρχει διεθνής ηθικοκανονιστική δομή α) για να ορίσει τη δικαιοσύνη, β) για να ορίσει τους κανόνες εφαρμογής της τάξης όπως ορίζεται από τις διεθνείς συνθήκες και οροθετείται από τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, γ) για να εφαρμόσει κατασταλτικά τους κανόνες, δ) για να ελέγξει την άσκηση βίας και τους όρους τερματισμού της άσκησης βίας και ε) για να αναδιανείμει τα συμφέροντα μετά την άσκηση βίας. Με διαφορετικά λόγια, οι κανονιστικές δομές συλλογικής ασφάλειας είναι δομές τάξης και όχι δομές δικαιοσύνης. Αυτονόητα οι σχετικές γενικόλογες διατάξεις για τον ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας στις περιπτώσεις που διαταράσσεται η διεθνής ειρήνη –επειδή δεν ορίσθηκαν με ακρίβεια οι προϋποθέσεις που δημιουργούν δικαίωμα έκτακτης συλλογικής επέμβασης – είτε δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τα συναφή διλήμματα που θέτουν οι διακρατικές διενέξεις είτε παραμένουν ανενεργές λόγω διαφορών μεταξύ των μονίμων μελών.

Δεύτερον, αναφορικά με τα προαναφερθέντα αίτια πολέμου είναι χρήσιμο να τονιστεί η διάκριση μεταξύ αυτών που οφείλονται στις ηγεμονικές και επαναστατικές στρατηγικές (που είναι και τα περισσότερα) και αυτών που αφορούν άλλα ζητήματα τα οποία θα είχαν ενδεχομένως σταδιακά εξαλειφθεί αν δεν υπήρχε άνιση ανάπτυξη και ηγεμονισμός. Εάν σταθούμε στα δεύτερα, τα οποία είναι και τα συνηθέστερα αίτια διενέξεων μεταξύ μη ηγεμονικών κρατών, θα μπορούσε να γίνει αναφορά στις ακόλουθες –συχνά επικαλυπτόμενες– πιθανές περιπτώσεις διακρατικών διενέξεων: α) Αμφιλεγόμενες οριοθετήσεις –κατά τη διάρκεια του εθνικού-κρατικού γίγνεσθαι ή μετά τη χάραξη νέων συνόρων στο τέλος ενός μεγάλου πολέμου– του εδαφικού, του θαλάσσιου και του εναέριου κυριαρχικού χώρου κάθε κράτους. Για παράδειγμα: μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μεταξύ Σερβίας και Κροατίας, μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας, μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας κ.λπ. β) Αλυτρωτικά αιτήματα ή αιτήματα ανεξαρτησίας-αυτονομίας μειονοτικών ομάδων που παρέμειναν στο εσωτερικό των κρατών κατά τη διάρκεια του εθνικού-κρατικού γίγνεσθαι. Για παράδειγμα: Κούρδοι στην Τουρκία, Τουρκοκύπριοι στην Κύπρο, κοσοβάροι στην Σερβία κ.λπ. γ) Διακρατικές αντιπαλότητες ως απόρροια ηγεμονικών πρακτικών (που συνεχίζονται με διάφορες μορφές μέχρι τις μέρες μας) διαίρει και βασίλευε. Για παράδειγμα: η διένεξη Τούρκων και Ελλήνων στην Κύπρο που ενισχύθηκε από την ανάπτυξη αναθεωρητικών διεκδικήσεων της Τουρκίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. δ) Τραγικές διενέξεις όπου συγκρούονται δύο δίκαια. Για παράδειγμα: το δίκαιο των Παλαιστινίων αλλά και των Ισραηλινών που διεκδικούν το ίδιο ακριβώς έδαφος. Το δίκαιο των Τούρκων για ακεραιότητα της εθνικής τους κυριαρχίας αλλά και των Κούρδων για εθνική κυριαρχία-ελευθερία. Το δίκαιο των Ρώσων για ανεξαρτησία αλλά και των Τσετσένων για κυρίαρχη ύπαρξη.

Τρίτον, δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών ως προς τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν πολλά από τα προαναφερθέντα αίτια πολέμου. Εάν το κράτος που αξιώνει την αλλαγή του καθεστώτος κυριαρχίας προσφύγει στους διεθνείς θεσμούς και ο υπερασπιστής του κυριαρχικού status quo συμφωνεί, τότε οι προσπάθειες επίλυσης συνεχίζονται μέχρι να εξευρεθεί αμοιβαία αποδεκτή διέξοδος σύμφωνα με την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, η σταθερότητα, η ειρήνη και οι ποικίλες διακρατικές συναλλαγές είναι συνάρτηση της ισορροπίας δυνάμεων και της αποτελεσματικής αποτρεπτικής στρατηγικής του κράτους που υπερασπίζεται το –βάσει των συνθηκών– ισχύον κυριαρχικό καθεστώς. Σ’ αυτή την περίπτωση –όσο και στην περίπτωση ηγεμονικών αξιώσεων προερχομένων μάλιστα από μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ– οι διεθνείς θεσμοί είναι εξ αντικειμένου μόνο επικουρικού χαρακτήρα. Για να τεθεί διαφορετικά: επειδή οι διεθνείς θεσμοί είναι εξ αντικειμένου θεσμοί τάξης και όχι θεσμοί δικαιοσύνης, υπό συνθήκες ύπαρξης αιτίων πολέμου μπορούν να αποδειχτούν σημαντικοί μόνο αν μια διακρατική διένεξη σχετίζεται με ρητές και μη αμφιλεγόμενες για τους εμπλεκόμενους πρόνοιες όπως καταγράφονται στις Συνθήκες και στους οργανισμούς συλλογικής ασφάλειας. Στην περίπτωση κατά την οποία η αξίωση αλλαγής προέρχεται από ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας ή ένα άλλο κράτος που στηρίζεται από ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, τότε οι διεθνείς θεσμοί χάνουν πλήρως την αποτελεσματικότητά τους. Τα παραδείγματα αυτής της πραγματικότητας είναι σχεδόν καθημερινά στην διεθνή πολιτική. Στην καλύτερη περίπτωση, όπως μαρτυρεί η λειτουργία του ΟΗΕ μετά το 1945, οι διεθνείς θεσμοί είναι χώρος συνάντησης και συνομιλίας των αντιμαχομένων ή των συνεργαζομένων και στη χειρότερη περίπτωση –εάν τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας συμφωνούν ή συναινούν στη βάση πελατειακών συναλλαγών– εξαρτημένη μεταβλητή που μετατρέπεται σε μέσο ηγεμονικής επιβολής υπέρ των γεωπολιτικών συμφερόντων μιας ή περισσότερων ισχυρών και ηγεμονικών δυνάμεων. Υπάρχει πλούτος παραδειγμάτων επιβεβαίωσης αυτών των –διυποκειμενικά μαρτυρούμενων– γεγονότων, με ύστερες εύκολα ορατές περιπτώσεις το παλαιστινιακό πρόβλημα, την κρίση του Ιράκ το 2002-3 και την κατάχρηση του ρόλου του ΓΓ από τον Κόφι Αναν στην περίπτωση της Κύπρου για να καταλυθεί ένα κυρίαρχο κράτος μέλος του ΟΗΕ, για να κατασταλούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, για να κατασταλεί παντοτινά η λαϊκή κυριαρχία και –παρά την αποστρατικοποίησή του– για να σταθμεύσουν παντοτινά στο έδαφός του ξένα στρατεύματα, βάσεις και άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

5.  Στρατιωτική ισχύς και αποτρεπτική στρατηγική

Η στρατιωτική ισχύς είναι ένας μόνο κρίκος στην αλυσίδα της εθνικής στρατηγικής και αφορά τόσο την αντιμετώπιση κρίσεων υπό το πρίσμα άμεσης αποτροπής όταν μια χώρα εκτιμά ότι είναι δυνατό ανά πάσα στιγμή να δεχθεί επίθεση όσο και για την γενική αποτροπή όταν οι αντίπαλοι σε μια ανταγωνιστική σχέση διατηρούν ένοπλες δυνάμεις προς τον σκοπό διατήρησης της ισορροπίας ισχύος χωρίς κατ’ ανάγκη μια πιθανή σύρραξη να βρίσκεται προ των πυλών. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις μια αποτελεσματική αποτρεπτική στρατηγική είναι αναγκαία για την ειρηνική επίλυση των διαφορών με διαπραγματεύσεις. Στην στρατηγική ανάλυση, σ’ ένα δηλαδή από τους πιο αναπτυγμένους κλάδους της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων, δυνατό να υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες για πολλά πράγματα, ως προς ορισμένα άλλα, όμως, υπάρχει σύγκλιση ή και ομοφωνία μεταξύ των σοβαρών αναλυτών. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει διαφωνία για το γεγονός ότι στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής σχέσεις όταν συχνά εκδηλώνονται αξιώσεις αναθεωρητικών αλλαγών η ισορροπία διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος είναι τόσο προϋπόθεση σταθερότητας όσο και προϋπόθεση για τον υπερασπιστή του status quo να διαφυλάξει τα έσχατα συμφέροντά του και να διεξάγει διαπραγματεύσεις χωρίς κίνδυνο για την ασφάλειά του και χωρίς να κίνδυνο να γίνει αντικείμενο διπλωματικών και στρατιωτικών εκβιασμών. Η ισορροπία είναι προϋπόθεση, επίσης, για να αποδυναμωθούν τα εκατέρωθεν κίνητρα για μια πρώτη επίθεση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις κρίσεων. Στις περιπτώσεις κρίσεων, από την μια πλευρά η ανισορροπία δημιουργεί τις προϋποθέσεις συντριπτικής επικράτησης του ισχυρότερου με στρατιωτικό εκβιασμό ή με ένα πρώτο σαρωτικό και εξοντωτικό στρατιωτικό κτύπημα και από την άλλη πλευρά, οδηγεί τον αδύναμο σε απελπισμένες σκέψεις είτε παράδοσης άνευ όρων είτε αιφνιδιαστικής στρατιωτικής επίθεσης για να διασωθεί από τα σχέδια του αντιπάλου. Συντομογραφικά, η ανισορροπία ενθαρρύνει τον επιτιθέμενο είτε να δοκιμάσει να «νικήσει» με μια σύντομη μάχη (και ίσως μια πρώτη αιφνιδιαστική επίθεση) είτε να πιστέψει πως θα κερδίσει «τρομάζοντας τον αμυνόμενο αντί πολεμώντας τον» με αποτέλεσμα να προκαλέσει αστάθεια και σίγουρη σύγκρουση.

Αυτό που δεν είναι κατανοητό για όσους για ποικίλους λόγους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να εισέλθουν στον πυρήνα του προβληματισμού της στρατηγικής ανάλυσης είναι το γεγονός ότι η σταθερότητα και η αστάθεια συναρτώνται με πλήθος κριτηρίων και παραγόντων που αφορούν την κατάσταση της αποτροπής μιας χώρας. Το εστιακό σημείο των συζητήσεων είναι πάντοτε η ισορροπία ή η ανισορροπία στρατιωτικής και πολιτικοδιπλωματικής ισχύος. Το αυτονόητο γεγονός που καθημερινά επαληθεύεται στην διεθνή ζωή είναι ότι όσο μεγαλύτερη είναι η αναθεωρητική απειλή τόσο περισσότερο πρέπει το αμυνόμενο κράτος να μεριμνά για την ισορροπία στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος. Αν ο αμυνόμενος είναι απρόσεκτος στα προβλήματα της άνισης ανάπτυξης και αν γι’ αυτό περιέλθουμε σε κατάσταση στρατιωτικής και διπλωματικής ανισορροπίας οι συνέπειες είναι αναπόδραστες: Είτε το απρόσεκτο κράτος υποχωρεί είτε οδηγούμαστε σε αστάθεια και ενδεχομένως πόλεμο.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε εκπλήρωση των πολιτικών στόχων του επιτιθέμενου όταν ο αδύναμος περιδεής υποχωρήσει σ’ αυτά που στα βιώσιμα και αξιοπρεπή ανεξάρτητα κράτη ονομάζονται έσχατες αξιωματικές θέσεις: Δηλαδή, το απαραβίαστο του κυριαρχικού χώρου και η διασφάλιση της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών του. Μέχρι πρόσφατα για το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, αυτές οι έσχατες αξιωματικές θέσεις συμπεριλάμβαναν και τους έλληνες της Κύπρου. Πασίδηλα αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο διαδοχικά όλοι οι πρωθυπουργοί της χώρας μετά το 1983 δέσμευσαν την χώρα με casus beli όσον αφορά την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στην δεύτερη περίπτωση, εάν δηλαδή ο αμυνόμενος δεν έχει συναίσθηση των συνεπειών της αμέλειάς του ή εάν επειδή η κοινωνία του αρνείται να αποδεχθεί αναξιοπρεπείς απώλειες κυριαρχίας η διακρατική σχέση αναπόδραστα καθίσταται εξόχως ασταθής. Κάποια στιγμή ο αμυνόμενος επιχειρεί απελπισμένα να αποκαταστήσει την ισορροπία με άλλους τρόπους, όπως για παράδειγμα με αλλαγές στο στρατηγικό του δόγμα, με χρήση υψηλής τεχνολογίας που αντισταθμίζει την στρατιωτική ανισορροπία, με αναδιάταξη της ανάπτυξης των δυνάμεων με τρόπο που αυξάνει για τον επιτιθέμενο το στρατιωτικό κόστος μιας σύγκρουσης, με συμμαχίες που επιχειρούν διαχείριση της αρνητικής κατανομής ισχύος, με συνεννοήσεις με τον «εχθρό του εχθρού» και με στρατιωτικές και πολιτικές μπλόφες που σκοπό έχουν να αυξήσουν την αβεβαιότητα του αντιπάλου για το πιθανό κόστος των ενεργειών του. Αυτά όλα υπό συνθήκες ισορροπίας διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος έχουν είτε λιγότερη είτε διαφορετική σημασία. Ενώ η ισορροπία λίγο-πολύ διασφαλίζει σταθερότητα, η ανισορροπία όχι μόνο οδηγεί σε αστάθεια αλλά υποχρεώνει επιπλέον τον αδύναμο να προχωρήσει σε βήματα όπως τα προαναφερθέντα για να αλλάξει το στρατηγικό του δόγμα με τρόπο που θα ενισχύσει την ενδοπολεμική αποτροπή, δηλαδή τις στρατιωτικές ικανότητες ελέγχου της κλιμάκωσης μιας πιθανής ή σχεδόν αναπόφευκτης επερχόμενης πρόκλησης χαμηλής έντασης. Παρενθετικά αναφέρεται ότι στην περίπτωση της Ελλάδας, εκτός από τις διαρκείς προκλήσεις στο μέτωπο της Κύπρου μετά το 1974, φτάσαμε στο στάδιο αυτό όταν το 1995 αμφισβητήθηκε στρατιωτικά ο ελληνικός κυριαρχικός χώρος και όταν τα επόμενα χρόνια διακηρύχθηκε το λεγόμενο «ισοδύναμο αποτέλεσμα», προσέγγιση που εκτιμώ ότι μελλοντικά θα αποτελέσει για τους αναλυτές της στρατηγικής διεθνώς μνημειώδες παράδειγμα παντελούς άγνοιας στοιχειωδών κανόνων της αποτροπής, χονδροειδών λογικών σφαλμάτων, πρωτοφανών θεωρήσεων που εκθέτουν επικίνδυνα τους αναλυτές που τις εκστόμισαν και επικίνδυνων για την περιφερειακή ειρήνη πολιτικών διακηρύξεων. Αυτές οι ερασιτεχνικές προσπάθειες, υπενθυμίζω, εκδηλώθηκαν όταν η Κύπρος μπήκε στην τελική ευθεία ένταξης στην ΕΕ και όταν η πρόοδος τομέα της στρατηγικής σύζευξης Ελλάδας-Κύπρου προκαλούσε αλλαγές στην εξίσωση κόστους-οφέλους εναλλακτικών διπλωματικών και στρατιωτικών επιλογών της Άγκυρας στο τρίγωνο Ελλάδα-Κύπρος-Τουρκία.

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ενώ η ισορροπία δυνάμεων δημιουργεί προϋποθέσεις σταθερότητας και ισόρροπων διαπραγματεύσεων η ανισορροπία διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος και η προσπάθεια αντιστάθμισής της στις πιο πάνω γραμμές οδηγεί σε ένταση των διλημμάτων ασφαλείας, σε φαύλο κύκλο ανορθολογικών εξοπλιστικών ανταγωνισμών και αναπόδραστα σε πολιτικοστρατιωτική αστάθεια που καταλήγει είτε σε σύρραξη είτε σε άτακτη πολιτική υποχώρηση του αδυνάμου για να αποφύγει την σίγουρη συντριβή του. Αυτά, βεβαίως, είναι θεωρήσεις προς τέρψη μόνο των εραστών θεμελιωμένων επιχειρημάτων. Κάποιοι ούτως ή άλλως δεν θα πειστούν επειδή πάσχουν από ανίατα ιδεολογικοπολιτική προκατάληψη ή επειδή υπηρετούν κάποια συμφέροντα τα οποία υπονομεύουν τον επιστημονικό στοχασμό και τα οποία ως ακαδημαϊκός δεν είμαι υποχρεωμένος να επιδίδομε στην εξιχνίασή τους.

Τονίζεται ότι αυτό που δεν μπορεί να αγνοεί είναι ότι στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής διακρατικής σχέσης το ενδεχόμενο είτε άτακτης υποχώρησης του αμυνόμενου είτε τροχιάς αστάθειας και πολέμου αποφεύγεται μόνο με ισορροπία στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος που καθιστά τις πιο πάνω πολιτικοστρατιωτικές σχοινοβασίες περιττές. Ο Παναγιώτης Κονδύλης περιέγραψε αυτά τα διλήμματα και προβλήματα το 1996 στο μνημειώδες έργο του Θεωρία του Πολέμου με αποτέλεσμα έκτοτε να γίνεται στόχος ανίερων προσωπικών επιθέσεων από άτομα τα οποία είτε υπηρετούν αδιαφανείς σκοπούς είτε αδυνατούν να αντιπαραθέσουν βάσιμα επιστημονικά επιχειρήματα.

Συναφής είναι και η συζήτηση για τους εξοπλισμούς μιας χώρας. Αν και αυτονόητο σε σοβαρές συζητήσεις, αναφέρεται ότι στην στρατηγική ανάλυση θεωρείται κανόνας ότι δεν πρέπει να ξοδεύεται «ούτε ένα δολάριο περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που απαιτείται για την ασφάλεια του κράτους». Σκοπός είναι η ασφάλεια ενός κράτους, κάτι το οποίο λόγω της γνώσης που έχουμε για τις ιδιότητες των οπλικών συστημάτων και άλλων παραγόντων είναι σχεδόν απόλυτα μετρήσιμο. Οι εξωτερικές απειλές, τα στρατιωτικά μέσα, και το στρατηγικό δόγμα μια χώρας δεν ορίζονται αυθαίρετα ούτε είναι δυνατό η ανάλυση αυτών των θεμάτων να γίνονται με γνώμονα τα διαπιστευτήρια ιδεολογικοπολιτικού καθωσπρεπισμού που αφειδώς προσφέρουν οι πρεσβείες των ηγεμονικών κρατών τα οποία ενδιαφέρονται να αποδυναμώσουν το Α ή το Β κράτος για να προκαλέσουν ανακατανομές συνόρων, συμφερόντων και επιρροών. Ούτε ασφαλώς η ανάλυση αυτών των θεμάτων από υποψήφια ή υπό εξέλιξη στελέχη της διεθνολογικής κοινότητας μπορεί να τους μετατρέπει σε κυνηγούς πιστοποιητικών «ηπιότητας», «μετριοπάθειας» και «ιδεολογικοπολιτικής ταυτοποίησης» με τα πιθανά εκλεκτορικά σώματα σε κρίσης καθηγητικών θέσεων ή με τους οργανωτές κοσμοπολίτικων κοινωνικοπολιτικών εκδηλώσεων που υποκρύπτουν βαθύτερους σκοπούς πολιτικής στράτευσης υπέρ των γεωπολιτικών συμφερόντων της μιας ή της άλλης ισχυρής δύναμης, σκοπούς επηρεασμού της κοινής γνώμης και σκοπούς που εκπληρώνουν την μια ή την άλλη διεθνή αλλαγή.

Έτσι, στο πλαίσιο μιας σοβαρής και αξιόπιστης συζήτησης, δημόσια, με υπευθυνότητα και με την μάχαιρα των επιστημονικών ελέγχων να επικρέμαται, αναλύονται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ή η απουσία αξιώσεων αναθεωρητικών αλλαγών, ο πραγματικός χαρακτήρας των απειλών χρήσης βίας, το στρατηγικό και πολιτικό δόγμα στο οποίο εντάσσονται αυτές οι στάσεις του αντιπάλου, η κοινωνικοπολιτική στήριξη των αντίπαλων αξιώσεων, τα ακριβή μέσα του αντιπάλου, ο τρόπος ανάπτυξής τους στο πεδίο της αντιπαράθεσης, οι διπλωματικές ενέργειες που συνοδεύουν τέτοιες αξιώσεις στον τόπο και στον χρόνο, το ευρύτερο διεθνές και περιφερειακό γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον και η κατανομή ισχύος και συμφερόντων στον τόπο και στον χρόνο. Συνολικότερα αυτά και πολλά άλλα κριτήρια εξετάζονται υπό το πρίσμα ζητημάτων που βρίσκονται στον πυρήνα του προβλήματος της άνισης ανάπτυξης όπως τα αλληλένδετα ζητήματα της στρατιωτικής ισχύος, της τεχνολογίας, της δημογραφικής ανάπτυξης, των συμμαχιών, της γεωπολιτικής σημασίας για άλλα κράτη σε αναφορά με τα συμφέροντα άλλων κρατών, της οικονομικής ανάπτυξης και βιομηχανικής ανάπτυξης και του τρόπου που αυτά συνδέονται με το στρατηγικό δόγμα, τις ενδεχόμενες αναθεωρητικές απειλές και την αξιοποίηση της στρατιωτικής και διπλωματικής ισχύος για την εκπλήρωση των αναθεωρητικών σκοπών. Απλά και ευθύγραμμα, επαναλαμβάνεται, όταν ένα αμυνόμενο κράτος απειλείται, ισορροπία σημαίνει ειρήνη και ισόρροπη έκβαση των διακρατικών διαπραγματεύσεων και ανισορροπία σημαίνει πιθανότατα πόλεμο ή κατά κράτος υποχώρηση του αδυνάμου.

6. Περιπτωσιολογική αναφορά στην διαδρομή της ελληνικής στρατηγικής όσον αφορά το κυπριακό

Συνοπτικά, τώρα, θα σκιαγραφήσω τη διαδρομή της εθνικής στρατηγικής την δεκαετία του 1990 μέχρι και σήμερα. Αρχές της δεκαετίας του 1990 είχαμε περιφερειακή αστάθεια, όξυνση των τουρκικών αναθεωρητικών στάσεων και αδιέξοδο στο κυπριακό. Παρακάμπτοντας τις ανακρίβειες για τις συμφωνίες του 1977 και του 1979 υπενθυμίζω το γεγονός ότι πάντοτε η ελληνική πλευρά επέμενε στην διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την εσωτερική ομοσπονδιακή μεταρρύθμιση που δεν θα διατάρασσε τον ενιαίο χαρακτήρα της εξωτερικής κυριαρχίας, την διαφύλαξη του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών δομών, την διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αποχώρηση –όπως πρόβλεπαν οι αποφάσεις του ΟΗΕ– των ξένων στρατευμάτων. Αναμενόμενα, η ισχύς της Τουρκίας δεν επέτρεψε εκπλήρωση αυτών των κατά τα άλλα θεμιτών και εφικτών σκοπών. Υπό το πρίσμα αυτής της διαπίστωσης ο κλασικός και αλάνθαστος προσανατολισμός στρατηγικής που προτάθηκε και του οποίου το πνεύμα και το γράμμα υιοθετήθηκε τελικά από την ελληνική πλευρά ήταν 1ον) η αμυντική ενίσχυση της Κύπρου και η στρατιωτική και πολιτικοδιπλωματική σύζευξη Ελλάδας-Κύπρου αφενός για να υπάρξει ελάχιστη ασφάλεια και 2ον) η υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ για να υπάρξει διέξοδος πολιτικής λύσης αφενός με την δυνητική εφαρμογή στην Κύπρο της κοινοτικής έννομης τάξης και του κοινοτικού πολιτισμού και αφετέρου με την διασύνδεση των ευρωπαϊκών συμφερόντων της Τουρκίας με την ειρηνική επίλυση του κυπριακού.

Εν ολίγοις, οι δυνατότητες διεξόδου απαιτούσαν τρις προϋποτιθέμενες συνθήκες: Πρώτον, εύρωστη αποτρεπτική στρατηγική που πέραν της ασφάλειας θα επέτρεπε αποτελεσματικές και ισόρροπες διαπραγματεύσεις σε όλα τα μέτωπα. Δεύτερον, η ευρωπαϊκή προοπτική της Κύπρου θα έβγαζε την Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία από το αδιέξοδο της αδιαλλαξίας της Άγκυρας που οφειλόταν στην διπλωματική και στρατιωτική αδυναμία της ελληνικής πλευράς. Τρίτον, όταν αναπόδραστα –όπως τότε προβλέψαμε, κάτι που επιβεβαιώθηκε με απόλυτη ακρίβεια– η Κύπρος θα ενταχθεί στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης η Ελλάδα θα διεξήγαγε διαπραγματεύσεις σε ορθολογιστική βάση. Ορθολογιστική βάση σημαίνει ισορροπία δυνάμεων, σεβασμό των εκατέρωθεν εθνικών συμφερόντων, διαπραγματεύσεις στην βάση αυτών των συμφερόντων και συμμόρφωση όλων των εμπλεκομένων κρατών με τις πρόνοιες των Συνθηκών και του διεθνούς δικαίου.

Δυστυχώς, αν και η στρατηγική αυτή ακόμη και αν καθοδηγείτο από ένα αυτόματο πιλότο θα είχε επιτύχει, την κρίσιμη στιγμή της ολοκλήρωσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το 2001-2002 κατέρρευσε. Αυτό οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους τους οποίους και θα μπορούσα να σκιαγραφήσω:

Πρώτο, όσο προχωρούσαμε στην δεκαετία του 1990 επικράτησε στην Ελλάδα η λανθασμένη αντίληψη περί έλευσης μιας διεθνούς κοινότητας κρατών ή ακόμη και παγκόσμιας κοινωνίας στο πλαίσιο των οποίων τα διεθνή προβλήματα θα λύνονταν περίπου αλτρουιστικά και ότι κρατική κυριαρχία, εθνική ταυτότητα και εθνικό συμφέρον δεν έχουν καμιά ηθική βάση σ’ ένα μεταεθνικό κόσμο που σύντομα θα καταλήξει σε μια ανθόσπαρτη παγκόσμια ολοκλήρωση. ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ότι όταν εκδηλώθηκε το σχέδιο Αναν, μια ομοβροντία αναλύσεων στον ακαδημαϊκό και πολιτικό στίβο εξηγούσαν ότι η καταστολή της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παραβίαση του διεθνούς δικαίου είναι αναπόφευκτη αναγκαιότητα λόγω έλευσης, δήθεν, ενός μεταεθνικού κόσμου της μιας υπερδυνάμεως που δημιουργεί, δήθεν, αναγκαιότητα αποδοχής ακόμη και ενός ανελεύθερου καθεστώτος.

Δεύτερο, πολιτικοί ηγέτες υποβάθμισαν ακόμη και την ακριβοπληρωμένη στρατιωτική ισχύ που διαθέταμε και διακήρυτταν ότι η Ελλάδα διαθέτει αήττητα νομικά όπλα, ότι έννοιες όπως η αποτρεπτική στρατηγική είναι ψυχροπολεμικές έννοιες ή ακόμη και έννοιες του 18ου αιώνα και ότι αυτό που μετράει είναι η κατανόηση του «Άλλου» έστω και αν ο «Άλλος» αξιώνει την θανάτωσή σου. Συναφές είναι επίσης το γεγονός ότι αυτά και άλλα ιδεολογήματα και θεωρήματα προκάλεσαν αποδυνάμωση των αναγκαίων και μη εξαιρετέων κοσμοθεωρητικών παραδοχών υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας, υπέρ της υπεράσπισης του κυριαρχικού μας χώρου, υπέρ της τήρησης των νομικών και ηθικών υποχρεώσεων απέναντι στην Κύπρο και υπέρ των επιλογών που θα διασφάλιζαν στην Ελλάδα ισχυρή θέση και ρόλο στην περιφερειακή κατανομή διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος. Η συνεπακόλουθη διπλωματική απραξία σε μια μεταβατική φάση ραγδαίων ανακατανομών ισχύος και ρόλων άφησαν την Ελλάδα σε θέση περίπου απαθή παρατηρητή των περιφερειακών εξελίξεων. ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ότι όταν ομοβροντία ξένων πιέσεων πίεζαν τους κύπριους να εγκαταλείψουν την εσωτερική και εξωτερική τους κυριαρχία ο πρώην πρωθυπουργός σε μια ομολογία με τεράστια ιστορική σημασία υποστήριξε ότι παρά τους επαχθείς όρους του σχεδίου Αναν θα πρέπει να το δεχθούμε επειδή «μια βεβαιότητα υπάρχει, ότι ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας για τις ΗΠΑ και την ΕΕ θα είναι όλο και πιο σημαντικός. Γιατί η Τουρκία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις εξελίξεις σε μια πολύ μεγάλη περιοχή» (Κ. Σημίτης, Ελευθεροτυπία 7.4.2004). Δηλαδή, ομολογήθηκε ρητά 1ον ότι δεν υπάρχουν νομικά όπλα να στηρίξουν την ελευθερία ενός λαού, 2ον ότι οι διαπροσωπικές φιλίες δεν έχουν καμιά σχέση με τις διακρατικές διαπραγματεύσεις και 3ον ότι η κατανομή ισχύος προσδιορίζει την κατανομή συμφερόντων, κυριαρχίας και ακόμη ελευθερίας.

Τρίτο, στην τελική ευθεία της κυπριακής ένταξης, τα γνωστά γεγονότα των κυπριακών πυραύλων, η ταπεινωτική για το ελληνικό κράτος σύλληψη του Οτσαλάν και η αποθράσυνση των τούρκων ηγετών που εκτόξευσαν τα περισσότερα casus belli στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων προκάλεσαν μείωση της διαπραγματευτικής αξιοπιστίας της Ελλάδας στα όμματα τόσο των τούρκων ηγετών όσο και των τρίτων ενδιαφερομένων. Ο διπλωματικός και πολιτικός ανορθολογισμός κυριάρχησε ολοκληρωτικά όταν μετά το επεισόδιο Οτσαλάν οι προαναφερθείσες στάσεις, αναλύσεις, ιδεολογίες και συμπεριφορές οδηγήθηκαν ίσαμε τις ακραίες συνέπειές τους: την επικράτηση της λανθασμένης, αδιέξοδης και απόλυτα ανορθολογικής αντίληψης ότι οι αισθητικές σχέσεις αποτελούν διπλωματικό υποκατάστατο των ορθολογιστικών διακρατικών διαπραγματεύσεων που έχουν βάση τα εκατέρωθεν εθνικά συμφέροντα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στο τέλος, όταν εκδηλώθηκε το σχέδιο Αναν πολλοί έλληνες ηγέτες και διανοούμενοι βουλιαγμένοι στα δικά τους λάθη να συμβουλεύουν αμήχανα τους κύπριους να δεχθούν ένα τερατώδες ενδοκρατικό και διακρατικό καθεστώς που θα λειτουργούσε, δήθεν, με καλή θέληση, καλή πίστη και λόγω συμμετοχής στην ΕΕ που σε κάθε περίπτωση είχε εκ προοιμίου αναιρεθεί λόγω των γνωστών μακρόχρονων ή μόνιμων εξαιρέσεων.

Τέλος, η δομική αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής ερμηνεύει και την θέση του πρώην Υπουργού Εξωτερικών όταν ομολόγησε ότι «το σχέδιο Αναν ήταν η μοιραία συνοδεία της πορείας» της πολιτικής του βέτο στην πρόοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων την δεκαετία του 1990 (Το Βήμα 18.4.2004). Στο τέρμα της διαδρομής, ακριβώς, συνέπεσαν τρία πράγματα που όντως κατέστησαν το σχέδιο Αναν –με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και όχι κάποιο άλλο– μοιραίο. 1ον) Μετά από μια διαδρομή λανθασμένων αναλύσεων, ευσεβών πόθων, ουτοπικών ψευδαισθήσεων και μείωσης της σχετικής της ισχύος, η Ελλάδα αδύναμη πλέον ιδεολογικά και σε μειονεκτική θέση ήταν ευάλωτη και ανέτοιμη να δώσει την μάχη για να διεκδικήσει ένα σχέδιο λύσης του κυπριακού συμβατού με την κοινοτική πολιτική και νομική τάξη πραγμάτων, σύμφωνου με το διεθνές δίκαιο και συμβατού με τα ανθρώπινα δικαιώματα. 2ον) Χωρίς να σταθώ στις γνωστές και αποκαλυπτικές δηλώσεις του Επιτρόπου Φερχόιγκεν περί παρασκηνιακών υποσχέσεων για περίπου μια οποιαδήποτε λύση, αναφέρω το πιο αποκαλυπτικό γεγονός της αρθρογραφίας του συμβούλου του τότε πρωθυπουργού που προανάγγειλε μια συνομοσπονδιακή λύση ως και εάν στις διακρατικές διαπραγματεύσεις ρόλος των ανώτατων αξιωματούχων ενός κράτους είναι πρόθυμα να ικανοποιούν τις αντίπαλες αξιώσεις. Πριν ακριβώς ο πρώην υπουργός εκφράσει εκτιμήσεις για τον μοιραίο χαρακτήρα του σχεδίου Αναν καλά θα κάνει να εκτιμήσει τις συνέπειες της προαγγελίας του από ελληνικά χείλη, ζήτημα ως προς το οποίο ο ίδιος μίλησε με τα πιο σκληρά λόγια («συνεργασία με γνωστούς πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών», βλ. Ελευθεροτυπία 20.2.2003, και ανάλογες θέσεις στην Κομοτηνή στις 14.11.2003 όταν είπε για τους φορείς ανάλογων θέσεων ότι «πρόκειται για διαστρεμμένη διανόηση που έχει εκποιήσει την συνείδησή της» και που έχει αναλάβει εργολαβικά να υποστηρίζει την θέση ότι «για όλα φταίνε οι έλληνες» οι οποίοι (έλληνες) και θα πρέπει γι’ αυτό να πληρώσουν με υποθήκευση της ελευθερίας τους). 3ον) Η θέση υπέρ μιας ισόρροπης λύσεις αποδυναμώθηκε όταν μαζικά πολλοί ειδικοί στην ιστορική ανεκδοτολογία ευθέως υποστήριζαν μια συνομοσπονδιακή λύση ως αναγκαιότητα, δήθεν, ελληνικών λαθών και αναπόφευκτης συνθηκολόγησης, δήθεν, ελληνικής ήττας σ’ ένα πόλεμο [όσο αφορά τον πρώτο ανεκδοτολογικό ισχυρισμό συγχέει τα αίτια με τα αιτιατά και όσον αφορά τον δεύτερο λησμονείται ότι τον διπλό πόλεμο του 1974 τον μεν πρώτο τον έκαναν, όπως ευθέως ομολόγησαν, οι αμερικανοί μέσω της εγκάθετης χούντας, τον δε δεύτερο οι τούρκοι για τα αποτελέσματα του οποίου όλο το διεθνές σύστημα επί τρις συνεχείς δεκαετίες απαιτούσε να ανατραπούν τα δε κράτη της ΕΕ αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν ορίζοντας στην Πράξη Προσχώρησης πως η ένταξη γίνεται «ανεξαρτήτως λύσεως του κυπριακού»].

Συνολικά, είναι άλλο πράγμα οι αφελείς αισθητικές σχέσεις –και μάλιστα όταν αυτές οργανώνονται ή ενθαρρύνονται από τις υπηρεσίες των ηγεμονικών δυνάμεων με σκοπό την προώθηση των στρατηγικών τους σχεδίων– και άλλο οι ορθολογιστικές διακρατικές διαπραγματεύσεις που καθίστανται εφικτές λόγω ισορροπίας διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος, που οριοθετούνται αυστηρά από τα εκατέρωθεν εθνικά συμφέροντα και που προοδεύουν αν γίνονται εκατέρωθεν υποχωρήσεις εντός του πλαισίου που ορίζουν το διεθνές δίκαιο και οι Συνθήκες. Όταν πληρούνται τέτοιες προϋποθέσεις ισορροπίας σχέσεων και διαπραγματεύσεων υποβοηθούνται και οι διαπροσωπικές αισθητικές σχέσεις οι οποίες εν τούτοις δεν πρέπει να αφήνουν περιθώρια στον αμυνόμενο αν χρειαστεί, όταν χαμογελά να δείχνει σιδερένια δόντια. Προϋποθέσεις τέτοιων ορθολογιστικών στάσεων είναι απολύτως απαραίτητο, μεταξύ άλλων, να γίνεται ορθή εκτίμηση του διεθνούς συστήματος, να απουσιάζουν συναισθηματισμοί, ευσεβείς πόθοι και ουτοπισμοί, να γνωρίζουμε ότι την διεθνή πολιτική δεν την επηρεάζουν οι αισθητικές σχέσεις, η διακήρυξη καλών προθέσεων και η πρόταξη κριτηρίων όπως η εμπιστοσύνη και προβλεπτικότητα των συμπεριφορών των άλλων κρατών. Αυτό που μετράει –όπως ο πρώην πρωθυπουργός στο τέλος ομολόγησε– είναι η κατανομή διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος, τα εμπλεκόμενα συμφέροντα, η ικανότητα του ενδιαφερόμενου κράτους να διαφυλάξει την κυριαρχία του, η ικανότητά του να διαπραγματεύεται καθημερινά ισόρροπες διευθετήσεις με τα ισχυρότερα κράτη και η ικανότητά του να κατέχει ισχυρή θέση και ρόλο στην κατανομή δυνάμεων ούτως ώστε χωρίς να κινδυνεύει να διασφαλίζει την περιφερειακή τάξη και να απορρίπτει εκ προοιμίου αξιώσεις που αντιβαίνουν στις Συνθήκες, στο διεθνές δίκαιο και στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο μεγάλος διεθνολόγος Hans Morgenthau, πάντως, έγραψε: «Όταν σε μια χώρα αντί ορθής-καλής θεωρίας διεθνών σχέσεων επικρατήσουν τσαρλατανιές, συρρικνώνεται ή εκμηδενίζεται». Αυτό σημαίνει, συνεχίζει, «πως αν και το διεθνές σύστημα δεν αλλάζει μορφή ή χαρακτήρα, μεταξύ των κρατών λαμβάνουν χώρα ανακατανομές συνόρων και συμφερόντων».

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: