Συλλογική Ασφάλεια, Διεθνές Δίκαιο και θανατηφόρες αιτιολογήσεις

 

 Διεθνές δίκαιο και θανατηφόρες (για το διεθνές δίκαιο) αιτιολογήσεις

Συλλογική ασφάλεια υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και τα αίτια πολέμου

Περιεχόμενα: (κλικ στον τίτλο για μετάβαση): 1. Πηγές και θεμέλια του διεθνούς δικαίου. 2. Συλλογική ασφάλεια. 3. Δικαιακή θεμελίωση της διεθνούς ζωής. 4. Θανατηφόρες υπονομευτικές του δικαίου πολιτικές εκλογικεύσεις. 5. Μερικά συμπεράσματα.

Συντομογραφικά, θα μας απασχολήσουν τρία ζητήματα: Πρώτον, γιατί υπάρχει διεθνές δίκαιο και γιατί τίθεται ζήτημα συλλογικής ασφάλειας. Δεύτερον, τι είναι η συλλογική ασφάλεια. Τρίτον, ποια είναι τα προβλήματα εκπλήρωσης των σκοπών της συλλογικής ασφάλειας και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου.

_______________

  1. Πηγές και θεμέλια του διεθνούς δικαίου

Καταρχάς, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι το διεθνές δίκαιο είναι συνεπακόλουθο της σημαντικότερου πολιτικού γεγονότος στην ιστορία των ανθρώπων, δηλαδή την καθιέρωση του δόγματος της κυριαρχίας ως καθεστώτος συλλογικής πολιτικής οργάνωσης των ανθρώπων και ως τρόπου ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ των κυρίαρχων κοινωνιών. Συνεπακόλουθα καθιερώθηκαν οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, δηλαδή η διακρατική ισοτιμία, η μη επέμβαση, το δικαίωμα εσωτερικής αυτοδιάθεσης και η υποχρέωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

            Για τους σκοπούς της ανάλυσής μας τονίζεται ότι αυτές οι αρχές που αποτελούν θεμέλιο του καθεστώτος κυριαρχίας, είναι θεμελιωδώς αντιηγεμονικού χαρακτήρα και ακόμη πιο σημαντικό, όσον αφορά τον χαρακτήρα τους, αποτελούν ενσάρκωση του ιστορικού δικαιώματος των κυρίαρχων κοινωνιών για συλλογική ελευθερία που κατέκτησαν με αγώνα και αίμα κατά των κατεξουσιαστικών ηγεμονικών αξιώσεων.

            Η πολιτική κυριαρχία των κυρίαρχων κοινωνιών αποτελεί, κατά βάση, αξίωση συλλογικής ελευθερίας κατά κατεξουσιαστικών αξιώσεων[1]. Επειδή η ανθρώπινη ελευθερία είναι οντολογικού περιεχομένου, η αρχή της κυριαρχίας είναι έσχατη λογική: Αφενός είναι οντολογικά θεμελιωμένη και αφετέρου επειδή αποτελεί θεμελιώδη πηγή δικαίου, διεθνούς και εθνικού.

    Κοντολογίς, κάθε σκέψη περί τάξεως, δικαίου και δικαιοσύνης στις διεθνείς σχέσεις, απαιτείται πρώτον, να συνεκτιμά δεόντως τον θεμελιακό χαρακτήρα της κρατικής οντότητας, δεύτερον, τον οντολογικά θεμελιωμένο στις αξιώσεις ανεξαρτησίας-ελευθερίας κρατοκεντρικό χαρακτήρα των διεθνών σχέσεων και τρίτον, τον σύμφυτο αντιηγεμονικό χαρακτήρα κάθε διακρατικής ρύθμισης όπως ρητά διατυπώνεται στο άρθρο 2 του Κεφαλαίου Ι του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ[2].

Κατά βάση, για κάθε πολιτισμένη κοινωνία, η κρατική κυριαρχία αποτελεί μέσο κατά κατεξουσιαστικών αξιώσεων, πηγή δικαίου και εργαστήρι δικαιοσύνης.

  Υπό αυτή την έννοια, το κράτος ως πολιτικός θεσμός είναι πηγή δικαίου.

     Είναι προικισμένος με ένα νομιμοποιημένο σύστημα πνευματικής και υλικής διανεμητικής δικαιοσύνης που είναι εφικτό για δύο ουσιαστικούς και αλληλένδετους λόγους: Πρώτον, επειδή το κράτος ως πολιτικός θεσμός εδράζεται πάνω στις έσχατες κοσμοθεωρητικές παραδοχές που πυροδότησαν τις αφετηριακές αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας και που διαιωνίζουν την αναγκαία για την κυρίαρχη ύπαρξη συλλογική αξίωση ανεξαρτησίας[3]. Δεύτερον, επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτές οι έσχατες συλλογικές παραδοχές είναι εφικτό ο αέναος συλλογικός κατ’ αλήθειαν βίος να παράγει και συχνά να αλλάζει ηθικά κριτήρια που νομιμοποιούν ένα συλλογικό τρόπο ζωής και που επιτρέπουν σε κάθε κοινωνία να απολαμβάνει την πνευματική και αισθητή ετερότητά της. {Έτσι, κάθε αλλαγή στις ενδοκρατικές σχέσεις είναι δικαιακά θεμελιωμένη. Κάτι αντίστοιχο δεν ισχύει στις διεθνείς σχέσεις, τουλάχιστον ευθύγραμμα.}

  1. Συλλογική ασφάλεια

Δύο ζητήματα της διεθνούς ζωής σχετίζονται άρρηκτα με την πιο πάνω οντολογικά θεμελιωμένη δομή του κόσμου.Πρώτον, η προσπάθεια κάθιέρωσης ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας και δεύτερον, η προσπάθεια οικουμενικής διασφάλισης θεμελιωδών κατακτήσεων του πολιτικού πολιτισμού του ανθρώπου που όλες οι κυρίαρχες κοινωνίες αποδέχθηκαν όταν υπέγραψαν τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, καθώς και άλλες συμπαρομαρτούσες συμβάσεις.

Κατά πρώτον, όσον αφορά την συλλογική ασφάλεια, σημειώνεται ότι είναι επακόλουθο του θεμελιώδους κρατοκεντρικού χαρακτήρα της διεθνούς ζωής. {Συμβολίζοντας, όπως προαναφέρθηκε, την συντριπτική νίκη των αξιώσεων συλλογικής ελευθερίας επί των αξιώσεων αυτοκρατορίας ή ηγεμονίας η συλλογική ασφάλεια σκοπό μπορεί μόνο να έχει την διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας κατά αναθεωρητικών και ηγεμονικών κρατών, κατά κρατών δηλαδή των οποίων οι κυβερνήσεις αρνούνται την ειρηνική επίλυση των διαφορών.} Δηλαδή,βασικός σκοπός της συλλογικής ασφάλειας, είναι η διασφάλιση της κρατικής κυριαρχίας ως καθεστώτος ρύθμισης των διακρατικών σχέσεων.

            Ειρηνική επίλυση των διαφορών, εξάλλου, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων ως προς τι μπορεί να σημαίνει. Δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρά  μόνο την πρόθυμη προσφυγή στους αρμόδιους διεθνείς θεσμούς για να ερμηνεύσουν το περιεχόμενο των συνθηκών που οριοθετούν και οροθετούν την διεθνή τάξη. Όχι ασφαλώς, εν τη απουσία συμπεφωνημένης και δεσμευτικής διεθνούς ρύθμισης να ορίσουν ή να ερμηνεύσουν αυθαίρετα οι διεθνείς θεσμοί την ενδοκρατική δικαιοσύνη. Μόνο τονίζω, για να ερμηνεύσουν τις σχετικές διατάξεις των συνθηκών.

  1. Δικαιακή θεμελίωση της διεθνούς ζωής

Κατά δεύτερον, υπάρχει το ζήτημα της προαναφερθείσης κατοχύρωσης οικουμενικών κατακτήσεων του ανθρώπινου πολιτικού πολιτισμού που αφορούν την διεθνή ζωή όσο και την ενδοκρατική ζωή. Για να το πετύχουν οι άνθρωποι προχώρησαν μερικά ακόμη εξαιρετικά σημαντικά βήματα με πρωτοβουλίες όπως η σύμβαση της Γενεύης για τα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η υπογραφή της Χάρτας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η αιχμή όλων των σχετικών θεσπίσεων που ίσως να αποτελεί και το απόγειο μιας πλατφόρμας πάνω στην οποία πολλά μπορούν να χτιστούν, δηλαδή το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

            Με ευαισθησία όσον αφορά τις βαθύτατες συνέπειες αυτών των σημαντικών βημάτων των ανθρώπων στην διεθνή ζωή και με συνέπεια σε αναφορά με όσα μόλις αναφέρθηκαν αναφορικά με τον θεμελιώδη χαρακτήρα του καθεστώτος της κυριαρχίας θα μπορούσαν να γίνουν τα εξής αναγκαία και μη εξαιρετέα σχόλια:

            Πρώτον, τέτοια βήματα απαιτείται να βρίσκονται σε συμβατότητα και όχι σε αντίθεση με τον θεμελιώδη χαρακτήρα της συλλογικής ασφάλειας και των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου των οποίων το ροκάνισμα θέτει σε κίνδυνο τις μεγάλες κατακτήσεις της διεθνούς ζωής σύμβολο των οποίων είναι πολιτική κυριαρχία των φιλειρηνικών κοινωνιών [που θωρακίζει κατά των ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος και που προσφέρει το δικαίωμα εθνικής ανεξαρτησίας, δηλαδή το δικαίωμα εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας].

    Δεύτερον, τέτοια βήματα προς την κατεύθυνση περαιτέρω δικαιακής θεμελίωσης της διεθνούς ζωής αφορούν ζητήματα που σχετίζονται με τα θεμέλια κάθε συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης. {Δηλαδή, αφορούν τον ιδιαίτερο και ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο οι κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων εφαρμόζονται στον καθ’ έκαστο συλλογικό βίο}. Γι’ αυτό, η αναζήτηση καταναγκαστικών μεθόδων οικουμενικής διασφάλισής τους είναι δίκοπο μαχαίρι.

            Από την μια πλευρά δυνατό να λειτουργήσει ως δαμόκλειος σπάθη κατά αιμοσταγών ηγετών. Από την άλλη πλευρά, όμως, δυνατό να καταστούν εργαλείο των αξιώσεων ισχύος των ηγεμονικών κρατών που παγίως συνηθίζουν να αξιώνουν μονοπώλιο ερμηνειών για το καλό της ανθρωπότητας. {Θα ήταν παράδοξο και παράλογο αν στο όνομα κατακτήσεων πολιτικού πολιτισμού –που κάθε πολιτισμένος λαός και κάθε πολιτισμένο άτομο αποδέχεται–,  υπονομευτούν τα θεμέλια της διεθνούς ζωής από τις αξιώσεις ηγεμονικής ισχύος. Τα θεμέλια αυτά, υπενθυμίζεται, είναι οι θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται το καθεστώς της κρατικής κυριαρχίας και η συλλογική ελευθερία κάθε κυρίαρχης κοινωνίας}.

      Τρίτον, κάθε διεθνής αξίωση εφαρμογής κάποιου κανόνα με προεκτάσεις στα εθνικά συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης απαιτείται να ελέγχεται για την γνησιότητά της και για την συμβατότητά της με πάγιες αρχές δικαίου και δικαιοσύνης χωρίς τις οποίες πολιτικός πολιτισμός δεν υπάρχει. Τέτοιες αρχές είναι, για παράδειγμα, καθολική εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ισότητα απέναντι στον νόμο, αναλογικότητα, προβλεπτικότητα, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, δικαίωμα ακριβούς εκτίμησης των πραγματικών γεγονότων, αθώος μέχρι αποδείξεως, επαρκής κοινωνικός, πολιτικός έλεγχος σ’ όλο το φάσμα διακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων και εφαρμογής των κανόνων, διασφάλιση κατά δύο μέτρων και δύο σταθμών, διασφάλιση κατά της διαφθοράς των δικαστικών οργάνων και αποκλεισμό ακόμη και της παραμικρής εισροής ηγεμονικών αξιώσεων.

            Αν αυτά και πολλά άλλα δεν διασφαλίζονται, δεν αναφερόμαστε για διεθνή δικαιοσύνη αλλά για εκ βάθρων καταστρατήγηση και υπονόμευση συλλήβδην όλων των κατακτήσεων του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων στην διεθνή ζωή.

            Τέταρτον και συναφές, ο κοινωνικός έλεγχος στην διακρατική ζωή δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην κοινότητα των κρατών και γι’ αυτό πηγή δικαίου των οποιονδήποτε νέων βημάτων προς την κατεύθυνση δημιουργίας, επέκτασης και εμβάθυνσης διεθνών δικαιακών ρυθμίσεων πρέπει να είναι η κρατική κυριαρχία.

            Κοντολογίς, διεθνής νομοπαραγωγή εκτός του συστήματος κρατικής κυριαρχίας δεν είναι εφικτή, ιδιαίτερα όσον αφορά κριτήρια δικαιοσύνης πέραν και υπεράνω της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας των ανεξάρτητων κρατών. Αιτιολογήσεις υπέρ μιας δικαιακά εθιμικής νομοπαραγωγής που λαμβάνει χώρα εκτός των διεθνών θεσμών κυριαρχίας και με μέσον ηγεμονικές αξιώσεις είναι αβάσιμες αν όχι επικίνδυνες επειδή παραβλέπουν ή παρακάμπτουν τον θεμελιώδη χαρακτήρα του συστήματος κυριαρχίας.

            Ο κρατικοκεντρικός χαρακτήρας του διεθνούς συστήματος δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς το τι είναι ορθολογιστικό και ορθό όσον αφορά τις δικαιακού χαρακτήρα ρυθμίσεις στις διεθνείς σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, οι διεθνείς δικαιακές ρυθμίσεις είναι αδύνατο –λόγω κοινωνικοπολιτικού κατακερματισμού του πλανήτη– να δημιουργήσουν κάποιου είδους διεθνιστικό ή κοσμοπολίτικο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης. Θα ήταν παραλογισμός ακόμη και να το φανταστεί κάποιος, επειδή ελλείπουν όλες οι προϋποθέσεις ανάδυσης«πολιτικού γεγονότος» κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένου και παραγωγής πολιτικού ορθολογισμού: Απουσιάζει μια παγκόσμια κοινωνία, απουσιάζουν παγκόσμιοι κοινωνικοπολιτικοί έλεγχοι και εξισορροπήσεις, απουσιάζει μια παγκόσμια κοσμοθεωρία που θα αποτελούσε θεμέλιο βασικών ηθικών δογμάτων πολιτικά χρήσιμων και για όλους αυτούς και πολλούς άλλους  λόγους απουσιάζουν ηθικοί κανόνες ρύθμισης του καθημερινού βίου σε παγκόσμια κλίμακα.

            Καμιά διεθνής ρύθμιση δεν μπορεί να είναι διεθνιστική, κοσμοπολίτικη ή ηγεμονική. Οι κανόνες δικαίου μπορεί να είναι νομιμοποιημένοι μόνο αν εδράζονται πάνω σε κανόνες δικαιοσύνης. Οι κανόνες διεθνούς δικαιοσύνης μπορούν να είναι νομιμοποιημένοι μόνο, πρώτον, αν είναι διακρατικά προσδιορισμένοι και δεύτερον, αν είναι συμβατοί με πάγιες αρχές δικαίου.

        Βιώσιμες διεθνείς δικαιακές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο ως προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ των κυρίαρχων κρατών που διεξάγονται υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου τις οποίες, αρχές, και δεν μπορούν να υπονομεύουν. Γνώμονας δεν μπορεί παρά να είναι μόνο η προσχώρηση των κρατών στην ιδέα της από κοινού ενσωμάτωσης δικαιακών κανόνων στην ενδοκρατική δικαιοταξία και της αποδοχή της αρμοδιότητας των διεθνών  θεσμών των οποίων τις λειτουργίες, τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες τα ίδια τα κράτη προσδιορίζουν. Ακόμη και η παραμικρή παρέκκλιση από μια τέτοια προσέγγιση διαστρέφει τις πάγιες αρχές δικαίου και υπονομεύει τις υπέρτερης σημασίας αρχές πάνω στις οποίες εδράζεται η διεθνή ζωή.

  1. Θανατηφόρες υπονομευτικές του δικαίου πολιτικές εκλογικεύσεις

 Αποτελεί θανατηφόρο πολιτικό δηλητήριο για την ιδέα της διεθνούς ποινικούς δικαιοσύνης αν κάποιος διανοηθεί ότι μπορεί να θεμελιωθεί πάνω σε αμφιλεγόμενα κριτήρια και παράγοντες που το σύνολο των κατακτήσεων του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων αγωνίζεται εδώ και αιώνες να αποδυναμώσει και εξαλείψει. Αναφέρω χαρακτηριστικές υπονομευτικές αιτιολογήσεις που αν επικρατήσουν ως διεθνείς πολιτικές αρχές ανατρέπουν συλλήβδην τις πολιτικές κατακτήσεις της διεθνούς ζωής[4]:

i) «Αιτιολόγηση λόγω επιτυχίας» (αποτελεί ίσως την πιο βάρβαρη αιτιολόγηση που αν και συνήθης αιτιολόγηση στην χαώδη φάση των μεγάλων συγκρούσεων του εθνικού-κρατικού γίγνεσθαι όταν κατακερματίστηκαν οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες στην συνέχεια εγκαταλείφθηκε επί της αρχής όταν τα κράτη αποδέχθηκαν τόσο την διεθνή τάξη που ορίζουν οι συνθήκες όσο και τις προαναφερθείσες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης ειρηνικής επίλυσης των διαφορών)

ii) «Ο ισχυρός πρέπει να επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του» (αυτό είναι εφικτό να ειπωθεί μόνο στην κοσμοθεωρητικά και ηθικά νομιμοποιημένη ενδοκρατική ζωή κάθε κυρίαρχης κοινωνίας –και πάλιν, εν τούτοις, υπό το πρίσμα συγκεκριμένων και παραδεκτών κοινωνικοπολιτικών ελέγχων και εξισορροπήσεων– όπου η δημιουργία και εφαρμογή κανόνων από την εκάστοτε εξουσία δεν θεωρείται ηγεμονική (στην διεθνή ζωή, αντίστροφα, κάθε τέτοια αξίωση θεωρείται ηγεμονισμός και νομιμοποιεί αντίσταση για την αντιμετώπισή της)

iii)  «Οι ισχυροί στις διεθνείς σχέσεις έχουν περισσότερα δικαιώματα»[5] (μια τέτοια αιτιολόγηση στις διεθνείς σχέσεις όποτε εκδηλώνεται αποτελεί οπισθοδρόμηση στην εποχή της βαρβαρότητας. Εξουσιαστικές αρμοδιότητες μη κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένες στις ενδοκρατικές σχέσεις είναι φασισμός και στις διεθνείς σχέσεις, όπως ο Μοργκενθάου έγραψε, είναι διεθνοφασισμός) (Όσο και αν κάποιοι αποδίδουν τέτοιες ιδιότητες στο Συμβούλιο Ασφαλείας λόγω δικαιώματος αρνησικυρίας των Μονίμων Μελών, μια τέτοια εκλογίκευση δεν είναι συμβατή με το πνεύμα του συστήματος του ΟΗΕ. Η μόνη συμβατή με το πνεύμα του ΟΗΕ ερμηνεία είναι ότι αφορά μόνο τις περιπτώσεις μεγάλων κινδύνων κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και ασφαλώς δεν μπορεί να καταστεί πηγή αυθαίρετων καταχρηστικών αποφάσεων).

iv) «Αιτιολόγηση λόγω αναγκαιότητας» (μια τέτοια αναγκαιότητα επέμβασης ακόμη και στο εσωτερικό των κρατών, για παράδειγμα, είναι η περίπτωση γενοκτονίας που θα μπορούσε εν τούτοις να προσδιοριστεί επακριβώς και να υποταχθεί- θεσμοθετηθεί ως αίτιο συλλογικής δράσης και ενδεχομένως συλλογικής επέμβασης υπό συνθήκες και με διαδικασίες που ρητά προβλέπονται από τους κανόνες της συλλογικής ασφάλειας) (οι αντεκδικητικές δολοφονίες σε περιπτώσεις πολέμων δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των γενοκτονιών και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με προσχώρηση στις ήδη υπάρχουσες Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διεθνούς Ποινικής Δικαιοσύνης).

v) «Επιλογή του μικρότερου κακού» ή «κάνε κακό προκειμένου να επέλθει το καλό» (τέτοιες αιτιολογήσεις δεν είναι βάσιμες στην διεθνή ζωή και υπονομεύουν και πάλιν εκ βάθρων όλες συλλήβδην τις υπέρτερες κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων όπως ενσαρκώνονται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου[6] – Σε κάθε περίπτωση θεωρώ αλλόκοτο αν όχι δονκιχωτικό να γίνεται μια τέτοια αιτιολόγηση σε μια ανάλυση διεθνούς δικαίου επειδή αντιβαίνει ρητά και θεμελιακά με τα κρατοκεντρικά οντολογικά θεμέλια των βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου και με τον χαρακτήρα των θεσμικών και δικαιακών κατακτήσεων της διεθνούς ζωής. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την επιστημονική ανάλυση, ένας ακαδημαϊκός δεν είναι δεοντολογικό να τοποθετείται αξιολογικά επί θεμάτων που υπερβαίνουν την ακαδημαϊκή κρίση και αντιστρατεύονται την ανθρώπινη οντολογία στις διεθνείς σχέσεις)

vi) «Η δικαιοσύνη προηγείται της τάξης» (Μια τέτοια αιτιολόγηση μπορεί να υπάρξει μόνο αν τόσο η διεθνής δικαιοσύνη όσο και τα μέσα επιβολής της είναι επακριβώς προσδιορισμένα από την κοινότητα των κρατών υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου και μπορούν να αφορούν μόνο περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης[7]).

vii) «Αποτελεί αίτημα της διεθνούς κοινότητας» (Δεν υπάρχει διεθνής πολιτική κοινότητα ατόμων αλλά μόνον διεθνής κοινότητα κρατών οι πολίτες των οποίων έχουν γνώμη αλλά δύσκολα κοινή γνώμη, συνήθως απόρροια κοσμοεικόνων εθνικού συμφέροντος και παραστάσεων των μέσων επικοινωνίας. Δόκιμος όρος είναι μόνο μια αιτιολόγηση που εδράζεται σε αποφάσεις της κοινότητας των κρατών στο πλαίσιο των διεθνών θεσμών και υπό το πρίσμα των θεμελιωδών αρχών και κανόνων του διεθνούς δικαίου και της συλλογικής ασφάλειας).  

  1. Μερικά συμπεράσματα

 Οι αρχές και οι κανόνες διεθνούς τάξης και διεθνούς δικαιοσύνης μπορούν να υπάρξουν μόνο υπό το πρίσμα άκρως αυστηρής κρατοκεντρικής θεώρησης του διεθνούς γίγνεσθαι, η μόνη συμβατή με τον κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό του πλανήτη.

        Οι διεθνείς κανονιστικές δομές στερούνται ή πρέπει να στερούνται, επαναλαμβάνεται, και της παραμικρής διεθνιστικής, κοσμοπολίτικης ή ηγεμονικής αντίληψης. «Κοσμοθεωρία» των διεθνών κανόνων τάξης και δικαιοσύνης μπορεί να είναι μόνο ένα σύνολο έσχατων παραδοχών που υπηρετεί την ελευθερία των ανθρώπων, η οποία στην διεθνή ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από την έννοια της πολιτικής κυριαρχίας όλων των ανεξαρτήτων κοινωνιών, όπως ρητά εξάλλου ορίζεται στο θεμελιώδες άρθρο 2 του Κεφαλαίου Ι του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και όπως ρητά νοείται στην ενδοκρατική ζωή όταν εκδηλώνονται αξιώσεις εθνικής ανεξαρτησίας. Η απόγνωση και η ειρηνιστική απελπισία ή υστερία δεν αποτελεί καλό οδηγό δράσης στην διεθνή ζωή. Η πολιτική ηθική των διεθνών κανόνων τάξης και δικαιοσύνης, αντίστοιχα, είναι τα κριτήρια που συμφωνούνται ομόφωνα από τα κράτη με τρόπο συμβατό με το οντολογικά θεμελιωμένο καθεστώς της κρατικής κυριαρχίας.

            Προορισμός των αρχών και κανόνων διεθνούς τάξης είναι να διασφαλίζουν την συλλογική ελευθερία των κοινωνιών των κρατών-μελών του διεθνούς συστήματος.

            Προορισμός των αρχών και κανόνων δικαιακής θεμελίωσης αυτής της τάξης με κριτήρια δικαιοσύνης συμβατά με θεμελιώδεις κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων που εξειδικεύουν συγκεκριμένα ζητήματα –όπως η Διεθνής Ποινική Δικαιοσύνη ή τα Ανθρώπινα Δικαιώματα– μπορούν να είναι βιώσιμα μόνο διαμορφώνονται και καθιερώνονται αυστηρά υπό το πρίσμα του οντολογικά θεμελιωμένου διακρατικού συστήματος. Οτιδήποτε αντίθετο αποτελεί δυναμίτη στα θεμέλια της εύθραυστης διεθνούς ζωής, για την οποία διεθνοφασιστικές αξιώσεις, δηλαδή οι ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος που συχνά μεταμφιέζονται με οικουμενικά ιδεολογήματα αποτελούν την κυριότερη απειλή και το κυριότερο αίτιο πολέμου.

            Επίδειξη εμπιστοσύνη στους φορείς ηγεμονικών αξιώσεων για πρόοδο στην διεθνή δικαιοσύνη με αιτιολογήσεις της μορφής «επιτυχία λόγω αποτελέσματος» και «επιλογή του μικρότερου κακού» είναι σαν να αφήνουμε ένα ελέφαντα να εισέλθει στο υαλοπωλείο. Δηλαδή, είναι σαν να αφήνουμε τους κύριους δράστες των πλείστων αιτιών πολέμου και διεθνούς αδικίας να ορίσουν την ειρήνη και την δικαιοσύνη.

            Καλά θα κάνουν όσοι μιλούν ή γράφουν για διεθνές δίκαιο και διεθνή δικαιοσύνη να κατανοήσουν τα αίτια πολέμου και οι αναλυτές των αιτιών πολέμου να κατανοήσουν την μεγάλη σημασία του θεμελιωδώς κρατοκεντρικού και αντιηγεμονικού χαρακτήρα των διεθνών κανονιστικών δομών. Εάν και όταν αυτό συμβεί σίγουρα θα ενοποιηθεί το διεθνολογικό επιστητό και ακόμη πιο σίγουρα θα λιγοστέψουν οι φωνές που συνειδητά ή ασυνείδητα στηρίζουν τις ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος.

______________

ΝΒ.

-Για το Διεθνές δικαστήριο: World Peace Through Law Conference of 1965

One proposal: compulsory court jurisdiction on the basis of a two third majority vote of the GCounsil.

-Διαφορά μεταξύ συμφωνιών και δεσμεύσεων που περιορίζουν ή και καταστέλλουν την κυριαρχία τους και συμφωνιών και δεσμεύσεων που ενισχύουν την κυριαρχία. Η κυριαρχία ενισχύεται όταν οι δεσμεύσεις εμπεδώνουν το καθεστώς της κυριαρχίας με την επιβεβαίωση ή και εφαρμογή αυτών που τα κράτη, ως αντιπρόσωποι των ελεύθερων κοινωνιών. Όλες οι κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων διεθνείς σχέσεις έχουν ως σκοπό να ενισχύσουν την συλλογική ελευθερία των κοινωνιών δηλαδή την εσωτερική και εξωτερική τους κυριαρχία. Οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτό είναι ηγεμονικό και δεν αιτιολογεί βάσιμη ηθική κρίση. Αντίθετα αιτιολογεί αντίθεση και αντίσταση.

-Οι συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία έχουν ονοματεπώνυμο: ηγεμονισμός που είναι το σημαντικότερο αίτιο πολέμου. Γι’ αυτό των επεμβάσεων οποιουδήποτε είδους προηγείται η αλληλεγγύη, της διεθνούς δικαιοσύνης προηγείται η διακρατικά συμπεφωνημένη κοινοί κανόνες δικαιοσύνης με τους οποίους ο ηγεμονισμός είναι ασύμβατος.

-Δεν ενδείκνυται απόγνωση και υπονομευτικές του κρατικοκεντρικού συστήματος ενέργειες για να αντιμετωπιστούν τα αίτια πολέμου. Απαιτείται πρώτον, βαθιά κατανόησής τους κα δεύτερον, επεξεργασία κριτηρίων έκτακτης συλλογικής επεμβατικής δράσης.

____________________

[1] το κυρίαρχο ιστορικό γεγονός κατά την διάρκεια πέντε περίπου χιλιετιών γνωστής ιστορίας είναι η διαπάλη μεταξύ των αξιώσεων ηγεμονισμού και των αξιώσεων για κυρίαρχη ύπαρξη των διακριτών κοινωνιών του πλανήτη. Η έκβαση αυτής της διαπάλης ήταν βαθύτατα διαμορφωτική για το διεθνές σύστημα και συντελέστηκε με ραγδαίο ρυθμό μετά τον 16ον αιώνα. Κατά βάση οι αξιώσεις συλλογικής ελευθερίας ουσιαστικά σύντριψαν τις αξιώσεις αυτοκρατορίας και ηγεμονίας και το γεγονός αυτό ενσαρκώνεται τόσο στο δόγμα της κυριαρχίας όσο και στις συνεπακόλουθες θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.

[2] Βασικά αν δεν υπήρχαν ηγεμονικές συμπεριφορές δεν θα υπήρχε λόγος ρητής επιβεβαίωσης αυτής της διάστασης στο άρθρο 2 του Κεφαλαίου Ι του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

[3] Όλα τα συντάγματα με τον ένα ή άλλο τρόπο έχουν το δικό τους «114», την θεμελιώδη δηλαδή αναγνώριση του δικαιώματος κυριαρχίας κατά εσωτερικών και εξωτερικών κατεξουσιαστικών αξιώσεων που ενδέχεται να απειλήσουν την κυρίαρχη και ελεύθερη ύπαρξη μιας κοινωνίας.

[4] Οι διατυπώσεις των αιτιολογήσεων που ακολουθούν αντλούν από τον Martin Wight, Διεθνής Θεωρία (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 1998)

[5] Δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι η εξαίρεση του δικαιώματος αρνησικυρίας των Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας με το οποίο αυτό-προικίστηκαν όταν δημιουργήθηκε ο ΟΗΕ αποτελεί πολιτική ανωμαλία και άκρως αμφιλεγόμενο ζήτημα ενόσω δεν προσδιορίζεται ότι πρώτον, μπορούν να το ασκούν μόνο σε αναφορά με ζητήματα συλλογικής ασφάλειας (δηλαδή διεθνούς τάξης και όχι ενδοκρατικής δικαιοσύνης) και σε αναφορά με ζητήματα που «θέτουν σε κίνδυνο την διεθνή ειρήνη», κάτι που απαιτείται να διασαφηνιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενδοκρατική και όχι διεθνή δικαιοταξία.

[6] Όπως και σε αναφορά με τις νομοπαραγωγικές δυνατότητες της εκάστοτε εξουσιαστικής ομάδας στην ενδοκρατική δικαιοταξία τέτοιες αιτιολογήσεις μπορούν να γίνονται μόνο αν είναι κοσμοθεωρητικά και ηθικά νομιμοποιημένες σ’ ένα οροθετημένο σύστημα διανεμητικής δικαιοσύνης κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένο και δικαιακά θεμελιωμένο.

[7] Ούτως ή άλλως, εάν και όταν τα κράτη αποδέχονται θεσμούς όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν υπάρχει ανάγκη για τέτοιες αιτιολογήσεις και η πρόταξή τους αναπόδραστα είναι μανδύας αξιώσεων ισχύος.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: