Σύστημα Βεστφαλίας στον 21ο αιώνα και εθνοκράτος

Περιεχόμενα

  • Σημειώσεις προφορικής παρέμβασης
  • Δοκίμιο υπό δημοσίευση

Κείμενο προφορικής παρέμβασης
Εταιρεία διεθνούς δικαίου και διεθνών σχέσεων 2010 – 16 Δεκεμβρίου 2010 Αμφιθέατρο Γ. Κρανιδιώτη, ΥΠΕΞ

«Το μεταβατικό σύστημα της Βεστφαλίας και του ΟΗΕ υπό την αίρεση
των προϋποθέσεων που αναπτύσσονται στο κοσμοσυστημικό επίπεδο»
Κείμενο από τα ο οποίο θα αντλήσει η προφορική παρέμβαση

Ήφαιστος Π., Καθηγητής, Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών,
Τμήμα ΔΕΣ, Πανεπιστήμιο Πειραιά http://www.ifestosedu.gr

Άνθρωπος, κράτος, διεθνές σύστημα είναι τα τρία επίπεδα ανάλυσης της πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων. Ο εμβληματικό έργο του Kenneth Waltz, του σημαντικότερου σύγχρονου διεθνολόγου, με τίτλο Ο άνθρωπος, το κράτος και ο πόλεμος (Εκδόσεις Ποιότητα) που μόλις κυκλοφόρησε, δίνει μια πλήρη περιγραφή και ερμηνεία του συνόλου του προβληματισμού για μια ολιστική κατανόηση των παλινωδιών, των αμφιταλαντεύσεων και των κακουχιών που ταλανίζουν τους ανθρώπους από καταβολής κόσμου: Πολιτική οργάνωση κατά κράτος ή κατά κόσμο; Ποιο «καθεστώς» στο εσωτερικό των κρατών φέρνει την ειρήνη στον κόσμο ή πως ενώνεται ο πλανήτης ανθρωπολογικά και πολιτικά, συζητούν εδώ και δύο αιώνες οι οπαδοί των διεθνιστικών ιδεολογιών. Πιο ουσιαστικά, τι συγκροτεί και τι συγκρατεί τα κράτη και τον κόσμο, ρώτησε ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης, με νόημα, υποδηλώνοντας ότι αν κανείς δεν έχει να πει κάτι ουσιαστικό και αξιόπιστο για αυτό, καλύτερα να μην μιλά: Κανείς καλά κάνει να αφήνει τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που θέλουν αντί να μεταμφιέζει επιστημονικά τις αξιώσεις ισχύος η να ολισθαίνει στην μια ή άλλη πολιτική θεολογία.
Εν τέλει, κανένας «πολιτικός επιστήμονας» δεν βρέθηκε πίσω από τους επαναστάτες των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων που τον τελευταίο αιώνα αύξησαν τον αριθμό των κρατών σε δύο εκατοντάδες. Και η επιβίωση αυτών των κρατών, θα έλεγα, συντελείται ερήμην αν όχι ενάντια στους λεγόμενους πολιτικούς επιστήμονες του κράτους και της διεθνούς πολιτικής. Αν και μια τέτοια στάση είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας, τον πολιτικό στοχασμό πρέπει να τον χαρακτηρίζει περισυλλογή και ταπεινότητα όχι προπέτεια. Δυστυχώς, η πολιτική θεολογία κυριαρχεί.
Το έθνος ως έννοια υποδηλώνει πνευματικά, πολιτισμικά και ανθρωπολογικά την συγκροτημένη κοινωνική οντότητα. Το κράτος στην σύγχρονη εποχή υποδηλώνει την πολιτική-πολιτειακή οργάνωση του έθνους όταν τα μέλη του τελευταίου κατακτήσουν την εθνική τους ανεξαρτησία. Το τι συγκροτεί και τι συγκρατεί το έθνος, τα κράτη και τον κόσμο δεν νομίζω να έχει τύχη πειστικής απάντησης. Την πιο εύλογη απάντηση, νομίζω, την έδωσε ο Raymond Aron όταν έγραψε πως γνωρίζει την ύπαρξη έθνους όταν διαπιστωθεί ότι τα μέλη του είναι έτοιμα να πεθάνουν για να το υπερασπιστούν. Ο ίδιος ο Κονδύλης απέφυγε να δώσει απάντηση όταν έγραφε για το Πολιτικό γεγονός.
Μετά από πολλές δεκαετίες ενασχόλησης με τις διεθνείς σπουδές δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο οι λεγόμενοι πολιτικοί επιστήμονες συγκρινόμενοι με τους «απλούς» ανθρώπους, έχουν πιο καθαρή και πιο αληθινή σκέψη. Σίγουρα οι περισσότεροι πολιτικοί στοχαστές των Νέων Χρόνων δεν έχουν πολιτική σκέψη συμβατή με την ανθρώπινη οντολογία, καθότι η πολιτική θεολογία είναι επίφαση επιστήμης εργαλειακά επιστρατευμένη στις αξιώσεις ισχύος, και όχι επιστήμη. Για να υποδηλώσω την έκταση αυτού του προβλήματος, σημειώνω ότι όλα τα διεθνιστικά δόγματα των δύο τελευταίων αιώνων πολιτική θεολογία ασκούσαν, και μάλιστα στρατευμένα. Οι ηγεμονισμοί, οι οικουμενισμοί, οι διεθνισμοί, οι κοσμοπολιτισμοί και συγκαιρινά αναρίθμητες συνομαδώσεις διεθνικών συσπειρώσεων, ροκανίζουν την αντικειμενική πολιτική σκέψη και την εκτρέπουν προς κατευθύνσεις που αντιβαίνουν στην ανθρώπινη οντολογία. Έτσι, κάθε αξίωση λογικής και ορθολογιστικής σκέψης ακυρώνεται προγραμματικά.
Αντίθετα, ο «άνθρωπος της καθημερινότητας», όπως έχω υποστηρίξει ξανά, ήταν, είναι και θα είναι ο καλύτερος πολιτικός επιστήμονας. Φτάνει να είναι ικανός για λογική σκέψη και να αγαπά την πατρίδα του. Ο Ρήγας Βελεστινλής, όντας βαθιά εμποτισμένος με τα πνευματικά ερείσματα μιας μακραίωνα διαμορφωμένης πολιτικής παράδοσης, ενσάρκωνε μια τέτοια στάση ζωής. Όπως έγραψε: «ο ελληνικός λαός είναι φίλος και σύμμαχος με όλα τα ελεύθερα έθνη» και πως «δεν ανακατώνεται στη διοίκηση άλλων εθνών, αλλά ούτε και δέχεται να ανακατωθούν άλλα στη δική του».
Η εθνική ανε­ξαρτησία, ακριβώς, είναι κοσμοθεωρητικό αίτημα κάθε πνευματικά ώριμης κοινωνικής οντότητας, που κτίστηκε πνευματικά στον στίβο των ανθρωπίνων σχέσεων της διαχρονίας. Είναι αξίωση συλλογικής ελευθερίας, απερίσπαστης δηλαδή απόλαυσης της ανθρωπολογικής της ετερότητας. Θα ήταν παράδοξο αν μία κοι­νωνία που αξιώνει να είναι ελεύθερη αρνιόταν αναίτια την ελευ­θερία των άλλων. Η ελευθερία είναι οικουμενική και καθολική έννοια και όποιος εμφορείται από αυτήν δεν μπορεί να την αρ­νείται στους άλλους.
Οι ιστορικοπολιτικές πτυχές του πολιτικοστοχαστικού μπερδέματος στην ιστορία αναλύονται αναλύονται από τον υποφαινόμενο αλλού (Κοσμοθεωρία των Εθνών, συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών, της Ευρώπης και του κόσμου). Όσον αφορά τον μοντερνισμό των Νέων Χρόνων που αντικατέστησε επαξίως τη θεοκρατική πολιτική θεολογία και τον τρόπο που στην συνέχεια απαξάπαντες διολίσθησαν στον μεταμοντερνισμό, είναι ζητήματα τα οποία τα έχει εξαντλήσει μια και δια παντός ο ανεπανάληπτος και μοναδικός Παναγιώτης Κονδύλης. Για τις συνέπειες της παρακμής και της κατεδάφισης της Βυζαντινής Οικουμένης, εξάλλου, πέραν μερικών σημαντικών ξένων έργων, γράφουν πλέον και πολλοί σύγχρονοι έλληνες, μεταξύ των οποίων διακρίνω τους Γιώργο Κοντογιώργη, Θόδωρο Ζιάκα και Χρήστος Γιανναράς. Ενδεχομένως και κάποιοι άλλοι που δεν γνωρίζω. Εκτιμώ, βέβαια ότι, μετά από πολλοίς αιώνες κατασυκοφάντησης του σημαντικότερου πολιτικού, διεθνολογικού και πνευματικού φαινομένου της ιστορίας, δηλαδή της Βυζαντινής Οικουμένης, η σοβαρή μελέτη αυτού του κορυφαίου πολιτικού και πνευματικού γεγονότος, μόλις αρχίζει.
Συντεταγμένα, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε συντομογραφικά τους σταθμούς της μετά-Βυζαντινής εποχής που έχει ως συμβολική αφετηρία την Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 μ.Χ. Για να ορίσουμε τις τάσεις όπως προβάλλονται στο ορατό μέλλον απαιτείται να προσδιορίσουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις της αφετηρίας του καθεστώτος της Βεστφαλίας, να τις αντιπαραθέσουμε με την προγενέστερη εποχή, να σκιαγραφήσουμε τα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα μέχρι τις μέρες μας και να προβάλουμε τις μετά-Νεοτερικές τάσεις όπως είναι ήδη διαμορφωμένες.

Τα κύρια αφετηριακά γνωρίσματα του καθεστώτος της Βεστφαλίας είναι: i) Το δόγμα της εδαφικά προσδιορισμένης πολιτικής κυριαρχίας, ii) η διακρατική ισοτιμία, iii) η αντί-ηγεμονική και αντί-αναθεωρητική εγρήγορση, iv) η μη επέμβαση και v) η ειρηνική επίλυση των διαφορών. Είναι αρχές που γεννήθηκαν μέσα από τις διπλωματικές πρακτικές και τις λειτουργίες του συστήματος ισορροπίας δυνάμεων από το 1648 μ.Χ. μέχρι και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Έκτοτε, σταθμοί ή οριογραμμές μετάλλαξης της ιδιοσυστασίας, αλλά όχι και των λειτουργιών του σύγχρονου διεθνούς συστήματος, είναι οι εξής:
α) Η έλευση της αξίωσης λαϊκής κυριαρχίας, μετέτρεψε το κράτος σε εθνοκράτος. Δηλαδή, με τον ένα ή άλλο τρόπο, τα κράτη απέκτησαν μια βαθύτερη και πιο συνεκτική πολιτική ανθρωπολογία. Συνεπαγόμενα, το κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα μεταλλάσσεται σε εθνοκρατοκεντρικό, με την έννοια απόκτησης μιας βαθύτερης οντολογικής πλέον υπόστασης.
β) Παράλληλα, την ύστερη εποχή, μεγάλα έθνη μακραίωνης ανθρωπολογικής διαμόρφωσης, αναδείχθηκαν σε γιγαντιαία εθνοκράτη, η παρουσία των οποίων σταδιακά αλλά σταθερά, εμπεδώνει ένα νέο, απείρως πιο πολύπλοκο πολυπολικό εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα.
Το σημαντικότερο ζήτημα της διεθνούς πολιτικής, τις επερχόμενες δεκαετίες, είναι το κατά πόσο αυτά τα μεγάλα εθνοκράτη –συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, της Ινδίας, της Κίνας και άλλων μεγάλων εθνών του πλανήτη στις περιφέρειες– θα αναπτύξουν αντί-ηγεμονικά και αντί-αναθεωρητικά αντανακλαστικά. Αν αυτό δεν συμβεί, εξ αντικειμένου και αναπόδραστα, θα πρέπει να αναμένουμε ένα ακόμη φαύλο κύκλο ανελέητων ηγεμονικών συγκρούσεων.
Κατά μια άποψη, όμως, για εγγενείς λόγους, σε ένα πολυπολικό κόσμο πολλών εθνοκρατών προικισμένων με συγκροτημένες και πολιτικά ώριμες ανθρωπολογίες, η κοινή κοσμοθεωρία της εθνικής ανεξαρτησίας και οι Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου, αποτελούν, εξ αντικειμένου, τους δύο κεντρικούς άξονες της διεθνούς πολιτικής.
Πιο εμπεδωμένη εθνοκρατική ιδιοσυστασία των μελών του διεθνούς συστήματος, ενισχύει την αξίωση των μελών των κοινωνικών οντοτήτων για εσωτερική αυτοδιάθεση, σύμφωνα με την ετερότητα των ανθρωπολογικών προϋποθέσεών τους. Εμπεδωμένη εθνοκρατική ιδιοσυστασία, επιπλέον, σημαίνει και οξυμμένα αντι-ηγεμονικά αντανακλαστικά διασφάλισης αυτών των προϋποθέσεων. Ακόμη, υπό συνθήκες πολυπολικότητας, η εθνική ανεξαρτησία είναι σημαντική ακόμη και για μεγάλες δυνάμεις.
Επειδή, πάντως, ως εκ της φύσεώς τους, όλες οι ανθρώπινες καταστάσεις είναι εύπλαστες και επιρρεπείς σε μύριες αποσταθεροποιητικές επιδράσεις της ανεξιχνίαστης ατομικής και ομαδικής ανθρώπινης φύσης, η σημαντικότερη προϋπόθεση διασφάλισης μιας φοράς κίνησης προς ένα πιο σταθερό εθνοκρατοκεντρικό κόσμο, είναι η ενδυνάμωση των αντί-ηγεμονικών και αντί-αναθεωρητικών ιδιοτήτων των ανθρώπων, και των θεσμών, στο επίπεδο του κράτους και στο επίπεδο του διεθνούς συστήματος.

Για να καταλάβουμε το πώς πορεύεται το διεθνές σύστημα, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί γιατί το καθεστώς της Βεστφαλίας όπως εξελίχθηκε τους πέντε τελευταίους αιώνες, είναι εγγενώς τραγικό, αντιφατικό και τραγελαφικό, καθώς επίσης και τι αλλάζει. Λίγα μόνο λόγια επί ενός μεγάλου θέματος που αναπτύσσεται σε έκταση αλλού:
Η τραγικότητα έγκειται στο γεγονός ότι η αφετηριακή προσπάθεια να αναβαθμιστεί η ύλη, με αρχικό σκοπό να αντιμετωπιστεί η Ρωμαιοκαθολική Θεοκρατία, προκάλεσε την σταδιακή αντικατάσταση της θρησκευτικής πολιτικής θεολογίας από μια υλιστική πολιτική θεολογία. Αντιστρέφοντας την ανοδική πορεία συγκρότησης πολιτικού πολιτισμού και πολιτικών παραδοχών δια-Πολιτειακού και κοσμοσυστημικού χαρακτήρα, που άρχισε από την Αρχαιότητα και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της Βυζαντινής Οικουμένης, γενικευμένα και σε όλα τα επίπεδα, μετά τον 15ο αιώνα, η πολιτική νοηματοδοτήθηκε στρεβλά, με προπολιτικούς όρους ισχύος, επικυριαρχίας, και ωμής επιβολής. Αυτά και άλλα συμπαρομαρτούντα φαινόμενα καταμαρτυρήθηκαν στην μακρά, ταραχώδη και καταστροφική μοντερνιστική περίοδο της αποικιοκρατίας, και της ηγεμονικής διαπάλης του 19ου και 20ού αιώνα. Οι συνέπειες μας συνοδεύουν και θα μας συνοδεύουν στον 21ο αιώνα.
Η αντιφατικότητα και το τραγελαφικό του συστήματος της Βεστφαλίας, έγκειται στο γεγονός ότι, αρχίζοντας από τα ίδια τα δυτικά κράτη, σταδιακά μεταλλάχθηκε το ανθρωπολογικό περιεχόμενο των ιδεολογικά επινοημένων κρατικών και υπερκρατικών εποικοδομημάτων διακυβέρνησης. Οι δομές διακυβέρνησης, εν τούτοις, δεν προσαρμόστηκαν στις νέες οντολογικές προϋποθέσεις που υπάρχουν στο υπόβαθρό τους. Βέβαια, αναμφίβολα, όλες οι εποχές είναι ένα κράμα παρελθουσών τάσεων που συνεχίζουν να υπάρχουν, ή που έπαυσαν να υπάρχουν, αλλά πολλοί προσκολλώνται σε αυτές λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Οι γνωστικές δομές, επιπλέον, δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τα συντελούμενα στο επίπεδο των κοινωνικοοντολογικών γεγονότων, ενώ οι υπό διαμόρφωση τάσεις δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτες σε όλους. Το παρελθόν χάραξε δύο τάσεις που σήμερα κυριαρχούν, και που προβάλλονται στο μέλλον, προκαλώντας εντάσσεις αλλά και προοπτικές.
Η πρώτη τάση αφορά αμφότερα τα επίπεδα, το εθνοκρατικό και το διεθνές. Καταμαρτυρούμενα, στα θεμέλια όλων των ιδεολογικά επινοημένων υλιστικών εποικοδομημάτων, οι εθνικοί πολιτισμοί, όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά παραδείγματα όπως της πρώην ΕΣΣΔ και της ΕΕ, δείχνουν ότι δυνάμωσαν. Κατά συνέπεια, λογικό είναι πολλοί να αναζητούν πολιτικό πολιτισμό και συνεπαγόμενα Πολιτικά γεγονότα, όχι προγραμματικά ιδεολογικά επινοημένα, αλλά πολιτειακά δουλεμένα και σμιλευμένα, με τρόπο που είναι συμβατός, με την μακραίωνα διαμορφωμένη υποκείμενη ανθρωπολογία τους. Λογικά, το ζητούμενο στον 21ο αιώνα, είναι, όχι κάποια προγραμματικά προσδιορισμένα φιλελεύθερα, κουμμουνιστικά ή φασιστικά καθεστώτα, αλλά πολιτικές δομές και συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης, συμβατά με την ανθρωπολογία και τον πολιτικό πολιτισμό κάθε κοινωνικής οντότητας. Σε κάθε περίπτωση, οι ενδοκρατικές και διακρατικές αφετηριακές προϋποθέσεις της Βεστφαλίας –οι οποίες αφορούσαν μια πλειάδα υλιστικών ηγεμονικών κρατών, η δεσπόζουσα θέση των οποίων μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν αμφισβητήθηκε, γιατί θρεφόταν και συντηρούνταν, αφενός από την αποικιοκρατία, και αφετέρου από την διπολική ηγεμονική διαπάλη που ακολούθησε–, τώρα ροκανίζονται ή ανατρέπονται.
Η δεύτερη τάση που βαίνει αντίρροπα στις εθνοκρατικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, καταμαρτυρείται καθημερινά, από την ανθεκτικότητα των ιδεολογικά επινοημένων εποικοδομημάτων διακυβέρνησης, σε πολλά, δυτικά κυρίως, κράτη. Πολλοί οι φορείς μέσα σε αυτά, καλά εδραιωμένοι, πολλά τα συμφέροντα, πολλές οι ανορθολογικές αδιαφανείς διαπλοκές, πλέον, ακόμη και με εξωπολιτικούς διεθνικούς δρώντες.
Καταμαρτυρείται επίσης και μια συγκεχυμένη μεν, αλλά βαθύτατων πολιτικών προεκτάσεων δε, διαιώνιση των παρωχημένων δομών σκέψης της υλιστικής πολιτικής θεολογίας που συνωστίζονται κυρίως μέσα σε ένα απέραντο και συγκεχυμένο μεταμοντέρνο πολιτικοστοχαστικό χώρο από τον οποίο ακούονται φωνές ανθρωπολογικής αποδόμησης, θεσμικής κατεδάφισης και επιστροφή σε Μεσαιωνικές καταστάσεις. Είναι οι νέες εσχατολογικές δυνάμεις φθοράς, ροκανισμού, ανορθολογισμού και οπισθοδρόμησης. Και εδώ πολλά και μεγάλα τα συμφέροντα του πολιτικοστοχαστικού παρασιτισμού.

Εξ αντικειμένου, το ζήτημα που τίθεται, είναι, να προσαρμοστούν στις οντολογικές προϋποθέσεις του πλανήτη οι θεσμοί, η πολιτική σκέψη και οι πολιτικές αποφάσεις. Προσαρμογή στην εθνοκρατική ανθρωπολογία και στην εθνοκρατοκεντρική δομή, στην αναδυόμενη δηλαδή πολυπολικότητα που καθιστά τον πλανήτη ναρκοπέδιο για κάθε επίδοξο ηγεμόνα.
Το αυτονόητο, λογικό και κοινό για όλες τις κοινωνίες πολιτικό τρίπτυχο είναι: α) Ανεπηρέαστη εκπλήρωση της εσωτερικής αυτοδιάθεσης, σύμφωνα με την ανθρωπολογία και τον πολιτικό πολιτισμό κάθε κοινωνικής οντότητας. β) Ακατάπαυστη αντί-αναθεωρητική και αντί-ηγεμονική εγρήγορση, με σκοπό ολοένα μεγαλύτερες βαθμίδες εκπλήρωσης των θεμελιωδών προϋποθέσεων του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, δηλαδή των Υψηλών Αρχών του διεθνούς δικαίου και της συνεπαγόμενης κοινής κοσμοθεωρίας της εθνικής ανεξαρτησίας. γ) Στο επίπεδο της διεθνούς οργάνωσης, ορθολογιστική σχέση μεταξύ εντολέων κρατών, και εντολοδόχων διεθνών θεσμών. Κυρίως κατανόηση του γεγονότος ότι, ως εκ της φύσεως του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, η εκπλήρωση του Καταστατικού Χάρτη θα είναι συνάρτηση λιγότερο νομικών διατυπώσεων ή δεσμεύσεων και περισσότερο πολιτικών προϋποθέσεων, υπό το πρίσμα των αντι-ηγεμονικών παραδοχών και στάσεων που προαναφέραμε.

Στον επερχόμενο 21ο αιώνα, μπορεί να αλλάζει η ανθρωπολογική ιδιοσυστασία των μονάδων και της εθνοκρατοκεντρικής δομής ως συνόλου, αλλά οι λειτουργίες είναι ακριβώς οι ίδιες. Τα αίτια πολέμου, ενδεχομένως πολύ περισσότερα.
Στο αναδυόμενο πολυπολικό εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα η κατανομή ισχύος θα συνεχίζει να είναι καίρια διαμορφωτική, και η περιγραφή κορυφαίων διεθνολόγων όπως του Kenneth Waltz, για τον ρόλο της κατανομής ισχύος, θα καθίσταται ολοένα και πιο επίκαιρη. (Τα δύο βιβλία του, το Ο άνθρωπος, το κράτος και ο πόλεμος και το Θεωρία διεθνούς πολιτικής μόλις κυκλοφόρησαν στην ελληνική γλώσσα).
Εθνική ανεξαρτησία, εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία και εσωτερική αυτοδιάθεση, πάντα σήμαινε και πάντα θα σημαίνει διεθνή αναρχία. Δηλαδή, i) απουσία παγκόσμιας κυβέρνησης, ii) απουσία κάποιου είδους κυβέρνησης των κυβερνήσεων και iii) και δυσκολίες στην εκπλήρωση των σκοπών της διεθνούς νομιμότητας.
Ύπαρξη αιτιών πολέμου σημαίνει αστάθεια, και διεθνείς θεσμούς που είναι εξαρτημένες μεταβλητές των αιτιών πολέμου. Ως γνωστό η ανάλυση του Kenneth Waltz, διόλου τυχαία, με το να τονίζει την σημασία της ισορροπίας δυνάμεων, συγκροτεί μια πανίσχυρη αντί-ηγεμονική θεώρηση. Αυτό την καθιστά τον επερχόμενο 21ο αιώνα, σημαντική και ολοένα και πιο επίκαιρη, γιατί, όπως ήδη υποστηρίξαμε, ένα εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα είναι, λογικά, εγγενώς αντι-ηγεμονικό.
Όπως ήδη τονίσαμε, το πέρασμα από την ηγεμονική κρατοκεντρική ιστορική φάση στην εθνοκρατοκεντρική, σε μεγάλο βαθμό, συναρτάται από το κατά πόσο τα μεγάλα εθνοκράτη που αναδύονται ως σημαντικοί δρώντες, θα λειτουργήσουν αντί-αναθεωρητικά και αντί-ηγεμονικά.
Ιδιαίτερα τα λιγότερο ισχυρά εθνοκράτη, έχουν συμφέρον να θρέφουν τέτοιες στάσεις. Ακριβώς, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο χρειαζόμασταν αντί-ηγεμονικούς άξονες και διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας. Όχι ποταμούς ευσεβών πόθων, νέες εσχατολογίες, ενθάρρυνση του εφήμερου και άπληστου πλιάτσικου της μιας ή άλλης εφήμερης δεσπόζουσας δύναμης, κινδυνολογία για να εμποδιστεί μια αποτρεπτική στρατηγική των φιλειρηνικών κρατών, και εναπόθεση της τύχης μικρών εθνών σε, ανεξάρτητους δήθεν, διαμεσολαβητές του διεθνικού παρασκηνίου, οι οποίοι αναμενόμενα, ροκάνισαν τον ρόλο των διεθνών θεσμών και των Υψηλών Αρχών του διεθνούς δικαίου.

Δύο τελευταίες καίριες επισημάνσεις:
Πρώτον, όσον αφορά το υπέρτατο ζήτημα της ασφάλειας των κρατών, δεν μπορεί παρά να γνωρίζουμε ότι ισχύει η αρχή της αυτοβοήθειας, και ότι, οι διεθνείς θεσμοί θα συνεχίσουν να είναι εξαρτημένοι στις ανακατανομές ισχύος, οι οποίες, ανακατανομές ισχύος, δεν θα παύσουν να είναι το δραστικότερο διανεμητικό κριτήριο συμφερόντων, πόρων και συνοριακών διευθετήσεων.
Η αυτορρύθμιση της διεθνούς πολιτικής, τεκμηριώνει ο Kenneth Waltz, όπως και πολλοί άλλοι, είναι συνάρτηση της ισορροπίας δυνάμεων. Στο εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα, προσθέτω εγώ, οι αντί-ηγεμονικές εθνοκρατοκεντρικές συσπειρώσεις, θα είναι το κυριότερο μέσο αυτορρύθμισης, σε ένα αιώνα, μάλιστα, που εξ αντικειμένου θα είναι απαιτητικός και πιο ταραχώδης. Όπως είπαμε, όσο περισσότερες μεγάλες δυνάμεις προσχωρήσουν σε αυτή την λογική, τόσο περισσότερο θα έχουμε ρύθμιση σύμφωνα με την διεθνή νομιμότητα, και τόσο περισσότερο θα αντικρούονται οι ηγεμονικές και αναθεωρητικές στάσεις. Ποτέ δεν πρέπει να λησμονούμε, βέβαια, την αρχή της αυτοβοήθειας που πάντα θα ισχύει.
Το πόσο αδιάκοπες και αποτελεσματικές είναι οι αντί-ηγεμονικές συσπειρώσεις, εξαρτάται, εν μέρει τουλάχιστον, από τις βαθμίδες εμπέδωσης της εθνικής ανεξαρτησίας, ως κοινής κοσμοθεωρητικής παραδοχής εντός και μεταξύ των εθνών. Εξαρτάται, επίσης, από την συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι, κάθε πράξη διανεμητικών προεκτάσεων απαιτείται να είναι συμβατή με τις Υψηλές Αρχές του Διεθνούς Δικαίου, και όχι το αντίστροφο, όπως συχνά παρατηρήθηκε τις δύο τελευταίες δεκαετίες.
Δεύτερον, ενάντια στην εθνική ανεξαρτησία και στις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου, στέκονται ολόρθες, λειτουργώντας αντίρροπα, όλες οι αποχρώσεις των διεθνιστικών παραδοχών του παρελθόντος.
Ενέχει μεγάλη πολιτική και στοχαστική σημασία, όμως, να προβληματιστούμε για ένα διαχρονικό φαινόμενο, πάντοτε καταστροφικό και ανερμήνευτο: Γιατί τόσοι πολλοί και διαχρονικά ακατάπαυστα, πίστεψαν στην ιδέα μιας κοινωνικής και πολιτικής ένωσης του πλανήτη. Πως είναι δυνατό, διερωτόμαστε με λογικούς όρους, να υπάρξουν πλανητικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις πάνω στις οποίες θα εδράζεται ένα νομιμοποιημένο μη ηγεμονικό πλανητικό Πολιτικό γεγονός, και μια πλανητική διανεμητική δικαιοσύνη; Τέτοιες προϋποθέσεις ποτέ δεν υπήρξαν και εξ αντικειμένου ποτέ δεν θα υπάρξουν. Τα σύγχρονα συστήματα διανεμητικής δικαιοσύνης, επιπλέον, είναι εθνοκρατικά, και για ιστορικούς λόγους πλέον, απολύτως, και εδαφικά, οριοθετημένα.
Αλτρουιστική διανεμητική δικαιοσύνη πολιτικά ενταγμένη, εξάλλου, επίσης δεν υπάρχει. Τόσο οι Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου όσο και η κοινή για όλα τα κράτη συνεπαγόμενη κοσμοθεωρία της Εθνικής Ανεξαρτησίας, αυτό υποδηλώνουν. Οι κοινωνίες, κατά μόνας, συλλογικά και όλες μαζί στους Καταστατικούς Χάρτες των διεθνών θεσμών, καθημερινά αυτό υπογραμμίζουν. Αποδυνάμωσή των συστημάτων διανεμητικής δικαιοσύνης και της αυτοδιάθεσης που επιτρέπει την ελεύθερη συγκρότησή τους, από ένα πιθανό νέο κύμα εσχατολογικών διεθνιστικών ιδεολογιών, σημαίνει ροκάνισμα του κλαδιού πάνω στο οποίο όλοι καθόμαστε. Η ιδεολογική εσχατολογία υπήρξε πηγή πολλών κακών, και δεν αντέχει, πλέον, στην βάσανο της λογικής σκέψης, αλλά ούτε και στις πολιτικές προϋποθέσεις του 21ου αιώνα.

Μια ακόμη καταληκτική παρατήρηση: Οι αντί-ηγεμονικές συσπειρώσεις και οι αντί-ηγεμονικές στάσεις που προασπίζονται την διεθνή νομιμότητα συναρτώνται τόσο με κριτήρια κατανομής ισχύος όσο και με την ευρωστία της εθνοκρατικής ανθρωπολογίας.
Η πορεία προς ένα ολοένα και πιο σταθερό εθνοκρατοκεντρικό κόσμο, βέβαια, όχι μόνο δεν σημαίνει κατάπλευση στο λιμάνι κάποιας εθνοκρατοκεντρικής Ιθάκης, όπου θα πρυτανεύει η διεθνής νομιμότητα. Ούτε εδώ χωρούν εσχατολογικές υποσχέσεις.
Αυτή την μεγάλη ανθρώπινη αλήθεια, μας το περιέγραψε η ανεπανάληπτη Αλεξανδρινή ιδιοφυής προσωπικότητα: Ιθάκη μάλλον δεν υπάρχει, και η θαλασσοπορία προς ένα σταθερό εθνοκρατοκεντρικό διεθνές σύστημα, το οποίο λογικά οι περισσότεροι άνθρωποι ποθούν, θα είναι ένα ατερμάτιστο ταξίδι. Ταξίδι γεμάτο θυμωμένους Ποσειδώνες, Κύκλωπες, και πολλές, μα πάρα πολλές, μεταμφιεσμένες εσχατολογικές Σειρήνες.
Νηνεμία, ηρεμία και ησυχασμός υπάρχει μόνο επουράνια και κατά τους θρησκευόμενους μόνο για όσους πάνε στον παράδεισο, όχι για αυτούς που θα πάνε στην κόλαση.
Η προάσπιση της διεθνούς νομιμότητας προϋποθέτει άγρυπνη και πανίσχυρη άμυνα –κυρίως πνευματική, πολιτική αλλά και ένοπλη– κατά των ηγεμονικών και αναθεωρητικών αξιώσεων. Επίσης, σε εθνοκρατοκεντρικό επίπεδο προϋποθέτει άγρυπνη εγρήγορση, για ευέλικτη συγκρότηση αντί-ηγεμονικών αντιστάσεων.
Κλείνω λοιπόν τονίζοντας ότι 1ον) τον 21ό αιώνα η κύρια σταθερή αξία είναι το εθνοκράτος, 2ον) το ζητούμενο είναι η τήρηση της διεθνούς νομιμότητας και των Υψηλών Αρχών του διεθνούς δικαίου, και 3ον) το μέσο είναι οι αντί-ηγεμονικές στάσεις και συσπειρώσεις.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: