Τουρκία Βιβλία

Ενημερώνεται διαρκώς
Τουρκία – βιβλία και βιβλιοκριτικές

Περιεχόμενα
-Κοινό αφετηριακό σημείωμα των σελίδων για την Τουρκία
-Αχμέτ Νταβούτογλου, Στρατηγικό βάθος, η διεθνής θέση της Τουρκίας (εκδόσεις Ποιότητα)
-Γ. Μάζης για το βιβλίο Mustafa Kemal (Atatürk), Ο Μέγας Ρητορικός

——————————————–
Κοινό αφετηριακό σημείωμα των σελίδων για την Τουρκία:

  Με την διπλωματική έννοια του όρου η Τουρκική Δημοκρατία είναι ο σημαντικότερος γείτονας της Ελλάδας. Όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Τα δύο κράτη τα γέννησε η ίδια διαδρομή των Νέων Χρόνων. Αμφότερα αφετηριακά επιβαρύνθηκαν με τα ίδια νεοτερικά ελλείμματα: Δανείστηκαν τα χειρότερα της νεοτερικότητας και περιφρόνησαν τα καλύτερα. Τα «καλύτερα» της νεοτερικότητας από τα οποία η Ελλάδα δεν μπολιάστηκε αλλά η Τουρκία φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα είναι η αξιοπιστία του κράτους ως θεσμική ενσάρκωση των συμφερόντων της κοινωνίας. Τα χειρότερα της νεοτερικότητας είναι η μπερδεμένη αντίληψη της υποκείμενης ανθρωπολογικής δομής.
Τόσο η Ελλάδα όσο και το νεοτουρκικό κράτος αργότερα ακολουθώντας το δυτικοευρωπαϊκό νεοτερικό πρότυπο έγιναν «κράτη» που στην συνέχεια επιδίωξαν να τα μετατρέψουν σε κράτος-έθνος και εν τέλει σε έθνος. Το δυτικό πρότυπο όμως είναι εξόχως περιπετειώδες και πολύ αμφιλεγόμενο: Η νοηματοδότηση της νεότερης πολιτείας στην Δυτική Ευρώπη παρέπεμπε σε μια αντίληψη περί εσωτερικής ομοιογένειας άγνωστης στα ανατολικά έθνη που κτίστηκαν σε μια διαδρομή χιλιετιών. Στην Δυτική Ευρώπη η επιδίωξη της εσωτερικής συνοχής συντελέστηκε με γενοκτονίες, εθνοκαθάρσεις, εκτοπισμούς και με τις εκατόμβες των δύο παγκοσμίων πολέμων. Η αιματοβαμμένη πορεία των Δυτικοευρωπαϊκών κρατών τους οδήγησε σε μια αντίστροφη πορεία ακόμη πιο αμφιλεγόμενη που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί: Αφενός στο ευρωπαϊκό επίπεδο επιδίωξαν χωρίς εν τέλει να επιτύχουν την κατάργηση του νεοτερικού κράτους-έθνους με το να ιδρύσουν μια αποκλειστικά ωφελιμιστική-υλιστική υπερεθνική διαδικασία που αναμενόμενα άφησε ανέπαφες τις υποκείμενες κοινωνίες που συνέχισαν να θεμελιώνονται κοινωνιοκεντρικά (πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς!). Αφετέρου, στο στοχαστικό πεδίο τα αδιέξοδα του βεβιασμένου και αιματηρού εθνικού γίγνεσθαι οδήγησε στις σημερινές αποδομητικές ιστοριογραφίες, δηλαδή στον αντίποδα των θεμελιωδών παραδοχών της νεοτερικότητας όπως είχαν εξελιχθεί μετά την Γαλλική Επανάσταση.
Οι κοινωνίες που διαδέχθηκαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως, ήταν στην πλειονότητά τους εθνικά κτισμένες στην πορεία εκατοντάδων χρόνων και σε μερικές περιπτώσεις στην πορεία χιλιάδων χρόνων. Για να σταθούμε στην Ελλάδα και στην Τουρκία, οι κρατικές δομές και η ιδέα του «κρατικού λαού» ως άθροισμα περίπου μαθηματικό, δεν αντανακλά τις υποκείμενες ιστορικές διαμορφώσεις. Είναι με τέτοιο τρόπο δομημένο το σύστημα ούτως ώστε οι θεσμικές δομές να βρίσκονται σε μια σχέση ασυμβατότητας με το υποκείμενο ήδη διαμορφωμένο ανθρωπολογικό περιβάλλον. Στην Τουρκία, βεβαίως, ο παρατηρητικός αναλυτής με κομμένη την ανάσα περιμένει το αποτέλεσμα των ραγδαίων εξελίξεων των τελευταίων ετών που αυτό ακριβώς κάνουν: Επιχειρούν να δημιουργήσουν θεσμικές δομές που θα βρίσκονται σε αρμονία με το κοινωνικό υπόβαθρο ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν κάτι ακόμη πιο δύσκολο, να ενσωματώσουν σε αυτές τις δομές το βαθύ κράτος, την ισχύ του, την οργανωτική του ικανότητα και την διπλωματική του δεξιότητα. Εκρηκτικό θα είναι το μίγμα, πρέπει να πούμε, αν αυτό διαρκέσει και τελικά αναμορφώσει το νεοτουρκικό κράτος σε μια μεγάλη πλέον πολιτεία πιο αρμονική και πιο βιώσιμη. Αυτά είναι βεβαίως εσωτερική υπόθεση των Τούρκων και σε κανένα δεν πέφτει λόγος. Οφείλουμε να πούμε, βεβαίως, ότι αν αυτή η πορεία ολοκληρωθεί το πανίσχυρο πλέον τουρκικό κράτος δεν θα είναι ένας ήρεμος και εύκολος γείτονας. Αυτές είναι βεβαίως θέσεις προορισμένες για όσους κατανοούν την φύση των διακρατικών σχέσεων και όχι για όσους είναι προπαγανδόπληκτοι από τα ανυπόστατα ιδεολογήματα και τα θεωρήματα που θέλουν την «δημοκρατική» Τουρκία να είναι ένας αγαθός γίγαντας, άκακος, πράος και καλοσυνάτος.

  Επανερχόμενος στις ιστορικές σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας και την σημασία της δεύτερης για την πρώτη, επιβεβαιώνεται, σε κάθε περίπτωση, η θέση του Θουκυδίδη πως τα διακρατικά προβλήματα μεταξύ γειτόνων είναι σύνηθες φαινόμενο. Όπως πολλοί άλλοι έλληνες το φαινόμενο «Τουρκία» το μαθαίνω βιώνοντaς το. Πιο συστηματικά πριν δύο περίπου δεκαετίες το εξετάζω όταν επανακάμπτοντας στην Ελλάδα καταπιάστηκα με την ελληνική εθνική στρατηγική. Τα ερωτήματα που διατρέχουν το μυαλό μου, βεβαίως, είναι πολλά και αναπάντητα.
Δεν έχω καμιά αμφιβολία πλέον πως για τους Έλληνες αν και οι πολλοί εξ αυτών θεωρούν πως ο μεγάλος αντίπαλός τους είναι η Τουρκία, η χώρα αυτή είναι για τους περισσότερους ο μεγάλος άγνωστος. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε πως με δεδομένη την τουρκική αναθεωρητική απειλή οι έλληνες ξοδεύουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για την αντιμετώπισή της. Στην Κύπρο, εξάλλου, μετά την επιτυχή εφαρμογή της βρετανικής στρατηγικής του διαίρει και βασίλευε, οι δύο χώρες ενεπλάκησαν αδιέξοδα εδώ και μισό αιώνα. Σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες πλέον μετά την εισβολή στην Κύπρο, η Τουρκία κρατεί ως στρατηγικό όμηρο ενάμιση εκατομμύριο έλληνες (τόσοι είναι οι έλληνες κύπριοι στο σύνολό τους εντός και εκτός Κύπρου). Οι έλληνες αυτές, για όσους τους γνώρισαν, είναι το πιο ζωντανό και οργανωμένο κομμάτι του ελληνισμού. Μετά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία προς τα πού οδηγούμαστε: Η Κυπριακή Δημοκρατία αργά ή γρήγορα και με απόλυτη αποχή από τις εξελίξεις του κατ’ όνομα μητροπολιτικού νεολληνικού κράτους, καταργείται. Ελλάδα και Τουρκία θα βρεθούν σε μια αδιέξοδη εμπλοκή που θα κρατήσει ακόμη μερικές δεκαετίες μέχρι την καταστροφή του ενός από τους δύο. Αυτό σημαίνει μια μη βιώσιμη λύση στην Κύπρο, μέγα ζήτημα για το οποίο ουδείς νοιάζεται πλέον.

  Η άγνοια για την Τουρκία είναι γενικευμένη. Συγγράφοντας Ελληνική Αποτρεπτική Στρατηγική με τον Θανάση Πλατιά αναγκάστηκα να ενδιατρίψω στην τουρκική εθνική στρατηγική στο πολιτικό της σύστημα και στις δομές εξουσίας. Με έκπληξη διαπίστωσα –και ακόμη αυτό ισχύει– πως υπάρχει σχεδόν παντελής απουσία γνώσης εκείνων των στοιχείων της τουρκικής πολιτικής τα οποία είναι απαραίτητα σε ένα αναλυτή της στρατηγικής των δύο χωρών. Ο Νεοκλής Σαρρής, βεβαίως, βαθύς γνώστης της τουρκικής κοινωνίας, στα βιβλία παρέχει λίγα στοιχεία χρήσιμα για ένα διεθνολόγο, όχι όμως αρκετά. Έτσι τότε αναγκάστηκα να ανατρέξω σε ξένες πηγές. Εκτιμώ ότι συνολικά αυτά που γράφονται στην Ελλάδα για την γειτονική της χώρα ανήκουν σε τρις μεγάλες κατηγορίες.
Πρώτον, θλιβερά χαμηλού επιπέδου επίπεδες θεωρήσεις στερούμενες ερμηνευτικών προϋποθέσεων που δεν βοηθούν στην βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων. Δεύτερον, ακόμη πιο επισφαλούς αξίας δημοσιογραφικά σχόλια που αποπροσανατολίζουν επειδή σκοπό έχουν να καλλιεργήσουν ένα παντελώς παράλογο κατευνασμό των τουρκικών αναθεωρητικών στάσεων. Τρίτον, ελληνόφωνα φιλοτουρκικά προπαγανδιστικά κείμενα που γράφτηκαν κυρίως την δεκαετία του 1990 και 2000 από ένα πολυάριθμο κοπάδι σπιθαμιαίου στοχαστικού και πνευματικού αναστήματος ειδικών των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων, των άκρως επικίνδυνων κατευναστικών απόψεων, τουρκολάγνων και ανορθολογικών. Ίσως κύρια πηγή έμπνευσής τους είναι η ψυχική ανάγκη κάποιων να υποδουλωθούν ξανά επαναφέροντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία (κάτι που βεβαίως δεν γίνεται). Πρόκειται για αλητείες, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, που κινούνται σε πολύ ολισθηρό έδαφος και με θέσεις που σε οποιοδήποτε σοβαρό κράτος θα θεωρούνταν ακραίοι και επικίνδυνοι για την ασφάλεια της κρατικής επικράτειας. Όχι μόνο δεν αξίζει να συζητείς μαζί τους αλλά ούτε καν τους μιλάς. Προσβάλλουν την αισθητική κάθε λογικού ανθρώπου ανεξαρτήτως εθνικότητας στην οποία ανήκουν.
Βασικά, επιστημονικά μεταμφιεσμένοι προπαγανδιστές, έγραψαν κείμενα τα οποία εκτιμώ πως ο σοβαρός αναγνώστης που είναι προικισμένος με επιστημονικές ευαισθησίες τάχιστα από τις πρώτες γραμμές θα τα πετούσε στην κάλαθο των αχρήστων. Ατιμάζεται η επιστήμη όταν κάποιος, για παράδειγμα, γράφει ότι «οι άγγλοι το 1955-59 εφάρμοζαν πολιτική προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ή όταν θέτει στην ίδια μοίρα την ελληνική φιλειρηνική στάση στο Αιγαίο με την αναθεωρητική και επιθετική της Τουρκίας. Μπορεί καμιά ουσιαστική σχέση να μην έχουν με την επιστήμη αλλά η πολιτική αποστολή τους όμως είναι μεγάλη: Στήριξαν την εφαρμογή του στρατηγικού σχεδίου Αναν που εκκολάφθηκε τόσο στα αγγλοσαξονικά επιτελεία όσο και σε διεθνικά καταγώγια και που στόχευε στην περαιτέρω συρρίκνωση των ελλήνων με εκπλήρωση των αναθεωρητικών στόχων της Τουρκίας και με εκπλήρωση των νεοαποικιακών βρετανικών αξιώσεων να διαιωνίσει τις ιμπεριαλιστικές της βάσεις. Ακόμη, όπως έχω αλλού εξηγήσει, επρόκειτο για καλά στημένη πλεκτάνη που σκοπό είχε να μποϋκοτάρει την ειρηνική λύση του κυπριακού και την ομαλοποίηση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας.

  Δεν είναι του παρόντος και θα επανέλθω με εκτενές κείμενο για τα πιο πάνω θέματα η δημοσίευση του οποίου αν και δεν επείγει δεν θα αργήσει. Πάντως, το γεγονός ότι οι έλληνες «ένα πρωί» ξύπνησαν με αναρίθμητους γύρω τους να προπαγανδίζουν διεθνολογούντες, ιστοριολογούντες και αμπελοφιλοσοφούντες δεν είναι τυχαίο. Οφείλεται στην μεγαλύτερη ζημιά που έχει πάθει η Ελλάδα μετά την ανεξαρτησία του νεοελληνικού κράτους, δηλαδή την ανάπτυξη των λεγόμενων διεθνών σπουδών και τον πολλαπλασιασμό διαφόρων τμημάτων κοινωνικών, πολιτικών κτλ επιστημών, τα οποία ένας ορθολογιστής επιστήμων διερωτάται τι ακριβώς είναι αυτό που διδάσκουν. Με το θέμα αυτό ήδη ασχολήθηκα και θα τύχει επεξεργασίας σε κείμενα που επέρχονται σε μερικές εβδομάδες. Οι διεθνείς σπουδές, ιστορικές κτλ σπουδές, θα υποστηρίξω, αν δεν είναι αυστηρά ακαδημαϊκά περιφρουρημένες εύκολα καθίστανται εξαρτημένη μεταβλητή της στρατηγικής τρίτων κρατών και ιδιαίτερα των ηγεμονικών που τις θεωρούν το σημαντικότερο έρεισμα της «στρατηγικής μαλακής ισχύος».
Για να είμαστε πιο ακριβείς, οι διεθνείς και παραπλήσιες σπουδές είναι βασικά μια αγγλοαμερικανική υπόθεση και οπωσδήποτε υποπροϊόν μιας από τις μεγαλύτερες στρεβλώσεις στην ιστορία των ιδεών, δηλαδή, την γένεση τα νεότερα χρόνια των λεγόμενων «κοινωνικών» «επιστημών» που σκοπό είχαν να αιτιολογήσουν –μιας και δεν μπορούσαν, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, να γίνουν «έθνος-κράτος» επειδή έχοντας άχθη εξέλθει από την φεουδαρχία στερούνταν εθνικών προϋποθέσεων– την βίαιη μετατροπή του «κράτους» σε «κράτος-έθνος» (ιλαροτραγικά, το ίδιο σύστημα ιδεολογικών εκλογικεύσεων που γιγαντώθηκε στα δυτικά πανεπιστήμια τώρα διαβρωμένο από την αυτοκτονική «κριτική» ανάλυση που αντιστρέφει τους σκοπούς επιχειρώντας να αποδομήσει τις δυτικές κοινωνίες. Αν και δεν είναι του παρόντος, εισαγμένοι από αυτό το εκτροχιασμένο στρεβλό σύστημα είναι και οι ημέτεροι αποδομηστές που ειδικεύονται στις ανεκδοτολογίες. Ένα είναι σίγουροι: Σπάνιοι πόροι δεσμεύονται σε πανεπιστήμια για να καλλιεργείται η αποδόμησή μας και ο προπαγανδισμός θέσεων –η περίπτωση του σχεδίου Αναν το καταμαρτυρεί πλήρως– που θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα αλλά και την διεθνή ειρήνη. Δεν κάνουν επιστήμη. Απλά κουβαλούν νερό στους μύλους του αμερικανικού Πενταγώνου και του Foreign Office στο Λονδίνο.

  Ποιος είναι όμως ο ρόλος των διεθνολόγων στις δυτικές, κοινωνίες, θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος. Τα πράγματα είναι αντίστροφα σε σύγκριση με τα «κράτη-στόχους» της περιφέρειας: Οι διεθνολόγοι είναι προπαγανδιστές της στρατηγικής της χώρας τους. Εκτός από καμιά δεκαριά μεγάλους στοχαστές της Θουκυδίδειας παράδοσης (Carr, Morgenthau, Waltz, Gilpin, Mearsheimer et al), οι περισσότεροι εκ των υπολοίπων είναι προπαγανδιστές της στρατηγικής των κρατών τους και περιφέρονται από τα «ινστιτούτα πολιτικής», στους αμερικανικούς θεσμούς στρατηγικού σχεδιασμού, στις διπλωματικές αποστολές, στις μυστικές υπηρεσίες και τούμπαλιν.
Ακόμη, μερικοί «ανώτατοι αξιωματούχοι του Πενταγώνου» υπηρετώντας την πατρίδα τους κανονικότατα (δηλαδή τις ΗΠΑ) διεισδύουν σε ακαδημαϊκούς χώρους κρατών-στόχων και διαδραματίζουν ρόλο «operations research analysts» επιδιδόμενοι κυρίως σε «προτάσεις πολιτικής» (δηλαδή προπαγανδιστικές εκλογικεύσεις επιστημονικά μεταμφιεσμένες), δολοφονία επιστημονικών χαρακτήρων ντόπιων επιστημόνων που θα μπορούσαν να παράγουν χειραφετημένο επιστημονικό έργο, πολιτικά ολισθηρές εκλογικεύσεις που προπαγανδίζουν τις αδιαφανείς αξιώσεις ισχύος κτλ. Επιδίδονται, επίσης, σε ακόμη πιο μακάβρια «επιστημονικά έργα»: Εκκόλαψη γεννιτσαρίστικων «επιστημονικών σχολών σκέψης», καλλιέργεια ειδικών σε κοινές βλακείες που πιστεύουν ότι είναι «προοδευτικοί» αλλά υπηρετούν τους πιο σκληρούς ηγεμονικούς σκοπούς (εσχάτως οι περισσότεροι στα εξαρτημένα κράτη επιστρατεύτηκαν στα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα που στήριξαν τις επεμβάσεις για την εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) και δημιουργία ευαγών ιδρυμάτων προτάσεων πολιτικής που συνδέεται τα αντίστοιχα των «μητροπόλεων» αλλά και με διεθνικά εκτρώματα τύπου George Soros. Βέβαια, την δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι υπηρετώντας την πατρίδα τους και το γνωρίζει όλος ο κόσμος εκτός των θυμάτων τους σε εξαρτημένα και ελεγχόμενα κράτη, δηλαδή, τα ανυποψίαστα μέλη κάθε κοινωνίας των «κρατών-στόχων».
Για να εξηγούμαστε, όλα αυτά δεν είναι κάποια «συνομωσία» αλλά επίσημη στρατηγική των ηγεμονικών δυνάμεων, διακηρυγμένη και συζητημένη. Εφαρμόζουν συγκεκριμένα σχέδια της εθνικής τους στρατηγικής και εκπληρώνουν πολλούς σκοπούς της με το να επιστρατεύουν μεθοδευμένα και εξεζητημένα τις «κριτικές» θεωρήσεις και άλλα παραπλήσια θεωρήματα και ιδεολογήματα.
Για να επανέλθουμε στο επίμαχο θέμα, τις δύο τελευταίες δεκαετίες στηρίχθηκε η ιδέα των σκοτεινών εγκεφάλων του Πενταγώνου για την ύπαρξη, δήθεν, ενός «ελληνοτουρκικού χώρου». Δηλαδή, την αναβίωση ενός πελατειακά συνδεόμενου με τις ΗΠΑ τουρκικού περιφερειακού ηγεμονικού κράτους που θα αναιρούσε την ελληνική ανεξαρτησία και ενδεχομένως την εθνική ανεξαρτησία άλλων κρατών. Αυτά είναι πολύ γνωστά πράγματα για όσους μελετούν την αμερικανική στρατηγική μετά το 1945 και δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και τους γείτονές της. Οι ΗΠΑ ως ηγεμονικό κράτος όπως και όλα τα άλλα διαρκώς μεριμνά για να υπάρχει μια κατανομή ισχύος που την συμφέρει. Βέβαια, για όποιον διάβασε το αριστούργημα του John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων γνωρίζει αυτό που ξέρει κάθε στοιχειωδώς μορφωμένος διεθνολόγος, ότι δηλαδή αυτά είναι συνήθη ζητήματα στην στρατηγική των ηγεμονικών δυνάμεων που καθημερινό μέλημα έχει την ρύθμιση της κατανομής ισχύος περιφερειακά και παγκόσμια.

  Η πολιτική-προπαγανδιστική δραστηριότητα των εγχώριων μεταπρατών, πάντως, έπρεπε να δημιουργήσει την εικόνα του «αναλώσιμου» σε όλο το φάσμα υποψήφιων για συρρίκνωση ελληνικών συμφερόντων από την Θράκη μέχρι την Κύπρο. Στην τελευταία υπόθεση εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα γιατί η πλεκτάνη Ανάν που τελικά προσωρινά απέτυχε το 2004 τους έκανε να βγουν έξω από την φωλιά του κούκου. Είναι όλοι μαζωμένοι σε λίστες υπογραφές, κείμενα που στήριζαν το φασιστοειδές σχέδιο Ανάν και επιστημονικές αλητείες που καταπατούσαν την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα που θα τις πληρώσουν ακριβά σε επερχόμενες κριτικές (και όχι μόνο από εμένα αλλά ευελπιστώ και από άλλα ακαδημαϊκά στελέχη που σέβονται και πονούν το λειτούργημά τους που εξευτελίστηκε και εκτέθηκε ανεπανόρθωτα από τσαρλατανιές, προπαγανδιστικά συνθήματα και ακατάσχετη πολιτικολογία).
Μπροστά μας έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, βέβαια, γιατί τις συνέπειες των επιστημονικών εγκλημάτων και των πολιτικών λαθών τώρα αρχίζουμε να τα πληρώνουμε και είμαστε ακόμη στην αφετηρία.

  Είναι αναγκαίο να γνωρίσουν οι έλληνες καλύτερα την Τουρκία. Όχι βέβαια με ζεϊμπέκικα και κουμπαριές αλλά με ορθολογιστικές διπλωματικές στάσεις που έχουν ως δίπολο την διεθνή νομιμότητα και τα εθνικά συμφέροντα εκατέρωθεν που είναι συμβατά με αυτή την διεθνή νομιμότητα. Δεν είναι μόνο γιατί τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις των δύο κρατών. Είναι γιατί κανένα κράτος δεν έχει την πολυτέλεια, πλέον, να μην σκέφτεται ορθολογιστικά για τις διεθνείς σχέσεις και ιδιαίτερα αυτή ισχυρών γειτόνων της.
Ακόμη, όσο πολύ και να το ποθεί μερικοί που το τραβάει η ψυχή τους ή δεν ξέρω τι άλλο δεν υπάρχει περίπτωση να ευημερήσουμε με δημιουργία κάποιου είδους νέο-οθωμανική εξάρτηση. Χρειάζονται ορθολογιστικές σχέσεις με την Τουρκία και αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο ισορροπία ισχύος και συμφερόντων (αυτό ισχύει ακόμη και αν οι συνθήκες το φέρουν να συμμαχήσουμε με το τουρκικό κράτος). Για να μιλήσω με νόημα, η εποχή που η Ελλάδα υποταγμένη στις μεθοδεύσεις του ευαγούς ιδρύματος κάνοντας «κουλούμπες και τούμπες» τερματίζεται ούτως ή άλλως για αντικειμενικούς λόγους: Εξαντλήθηκαν τα κατευναστικά περιθώρια, ο Κυπριακός ελληνισμός βυθίζεται σε αδιέξοδα, στην Θράκη τα πράγματα αγριεύουν, σύντομα δεν μπορούμε να κάνουμε μετρήσεις για πετρέλαια ούτε στον Σαρωνικό, η Κύπρος επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας για το ίδιο ζήτημα και στο Αιγαίο η Τουρκία πλέον νομίζει ότι μπορεί να διεκδικεί ακόμη και την Εύβοια. Ζημιές από όλα αυτά θα υπάρξουν και όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για τον επιτιθέμενο. Ο κατευνασμός και κάθε άλλος ανορθολογισμός οδηγούν σε πόλεμο και προς τα εκεί μας σπρώχνουν μερικοί εδώ και πολλά χρόνια.
Πλησιάζει λοιπόν η στιγμή που θα υπάρξει ξανά ζήτηση επιστημονικού ορθολογισμού και βάσιμων προτάσεων πολιτικής που εξυπηρετούν την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή. Δυστυχώς αυτά θα μπορέσουν να προσφερθούν μετά τις αναπόδραστες πλέον μεγάλες ζημιές. Θα πρέπει έγκαιρα να σκεφτούμε ορθολογιστικά την διεθνή πολιτική.
Τα γενιτσαράκια εύκολα μπορούν να αποτινάξουν τα τσαρούχια και τα φέσια που τους φόρεσαν κάποιοι εκμεταλλευόμενοι τις προσδοκίες νεοεισερχομένων για σταδιοδρομία και βιοποριστική σταθερότητα. Θα πρέπει να αφήσουν τις προπαγάνδες και να ενταχθούν στην πραγματική ασκητική και αξιολογικά ελεύθερη επιστημονική έρευνα και συγγραφή διαφορετικά θα μείνουν εφόρου ζωής θλιβερά υποχείρια. Ξεπερασμένα έτσι και αλλιώς μιας και λόγω της θλιβερής εξέλιξης πολλών θεμάτων και της διεθνούς πολιτικής θα υπάρχει πλέον ζήτηση όχι για το πώς παραδίδεις ένα κράτος χειροπόδαρα δεμένο σ’ αυτούς που το απειλούν αλλά για το πώς επιτυγχάνεις ειρήνη και σταθερότητα με ορθολογιστικές διπλωματικές επιλογές. Για να παραφράσω τον Μαρξ, εγκαταλείποντας τα συστήματα προπαγάνδας δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τα πνευματικά τους δεσμά που τους ευτελίζουν και που χαραμίζουν διπλώματα και μακρόχρονες σπουδές. Αν εξάλλου ειλικρινά ήθελαν να υπηρετήσουν την «ειρήνη» αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο με καλή και αξιολογικά ελεύθερη επιστήμη και όχι με προπαγάνδες και επιστρατεύσεις στους σόρους, στα σοράκια και στα κοράκια του αχανούς διεθνούς και διεθνικού περιβάλλοντος. Η επιστήμη για να είναι πραγματικά επιστήμη απαιτείται να είναι αποστειρωμένη από ιδιοτελείς αντιλήψεις και ιδεολογικές στρεβλώσεις.
Με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια, λοιπόν, απαιτείται πλέον να σκεφτούμε καλύτερα την διεθνή πολιτική και η Τουρκία είναι πεδίο επιστημονικής προτεραιότητας. Όχι από ψυχολογική θέση μειονεξίας ή αδυναμίας που για δύο δεκαετίες καλλιέργησαν κάποιοι που ήθελαν να εμποδίσουν την χειραφετημένη ελληνική πολιτική επιστήμη αλλά με βάσιμες επιστημονικές θεωρήσεις που αφθονούν.
Τέλος, το δικό μου επιστημονικό ενδιαφέρον για την Τουρκία οξύνθηκε τελευταία από επίβλεψη διδακτορικού για το 1922. Εκεί ίσως βρίσκεται η ερμηνεία των πάντων. Πριν και μετά το 1900 και επί τρεις σχεδόν δεκαετίες παίχθηκε η τύχη του ελληνηνικού κοσμοσυστήματος, όπως το ονομάζει εύστοχα ο συνάδελφος Γιώργος Κοντογιώργης. Ξεριζώθηκε το σύστημα των κοινών και των πόλεων που από αρχαιοτάτων χρόνων αποτελούσαν τους πνεύμονες που ανέπνεε η περιοχή που αρχίζει από τα Βαλκάνια μέχρι την Ασία. Ίσως συντελέστηκε ένα από τα μεγαλύτερα και λιγότερο γνωστά ιστορικά εγκλήματα. Όχι μόνο γιατί σφαγιάστηκαν αρμένιοι και έλληνες (οι τελευταίοι βεβαίως, σύμφωνα με την σορική αποδομητική ανεκδοτολογική ιστοριογραφία, τσαλαπατημένοι στον βιαστικό τους συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης όταν ετοιμάζονταν για ταξίδι αναψυχής) αλλά επειδή από-συντονίστηκαν οι επί αιώνες αρμονικά συμβιούσες κοινωνίες για να αποκτήσουν έτσι νεοτερικά κράτη-εκτρώματα ασύμβατα, όπως ήδη υπαινίχθηκα πιο πάνω, με την ιστορική εθνική ετερότητα μιας εκάστης. Σε αυτή την κομβική ιστορική στιγμή η παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, οι πελατειακές στρατηγικές των ντόπιων νεοτερικών κρατών και ασφαλώς οι νεοτερικές αντιλήψεις περί τεχνητής κρατικής ομοιογένειας που προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και σφαγιασμούς, αποσταθεροποίησαν ένα ανθρωπολογικό σύστημα που στο πλαίσιο διαφορετικών ιστορικών συνθηκών και εξουσιαστικών ρυθμίσεων, στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ των διακριτών κοινωνιών, λίγο-πολύ βρισκόταν σε ισορροπία. Για να μην επεκταθώ περισσότερο εδώ, εκτιμώ πως τα γεγονότα από το 1900 μέχρι και την δεκαετία του 1930 προσδιορίζουν και το σήμερα. Κυρίως, μην επιτρέψουν την ομαλή εξέλιξη των σχέσεων στην ευρύτερη περιοχή. Μια εξέλιξη που θα μπορούσε κάλλιστα την δημιουργία κρατών που θα διαδέχονταν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και που θα είχαν (τα κράτη αυτά) χαρακτηριστικά πιο συμβατά με τις ανθρωπολογικές δομές που κτίζονταν επί αιώνες (και για κάποια έθνη επί χιλιετίες). Μια δηλαδή διάδοχο κατάσταση πιο φυσιολογική που θα επέτρεπε την ανάδειξη ενός διαφορετικού διακρατικού συστήματος στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα μετά το 1910 και ειδικά μετά το 1922 που δημιούργησε το νεοτερικό νεοτουρκικό κράτος οι κοινωνίες της περιοχής μπήκαν σε μια πορεία σύγκρουσης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και που απλά αναπαράγαγε τις δυτικοευρωπαϊκές συγκρούσεις σε μικρότερη περιφερειακή κλίμακα. Καλύτερα όμως να σταματήσω εδώ γιατί ανοίγω μεγάλο κεφάλαιο επί μιας σειράς ζητημάτων που αφορούν την διακρατική μορφολογία και τα πραγματικά αίτια πολέμου στην περιοχή. Πολλοί πλέον ψάχνουν αυτό το ζήτημα συμπεριλαμβανομένου του υπογράφοντος. Σημασία έχει ότι η «γειτονιά» μας όπως και η «ευρωπαϊκή γειτονιά» εμπεριέχει συγκρουσιακές δομές που δεν μπορούμε να παρακάμψουμε ή να παραβλέψουμε. Η «ισορροπία» ως στρατηγική έννοια και ο ορθολογισμός σε επιστημονικό και πολιτικό επίπεδο ως λελογισμένα διανοείσθαι, δηλαδή με ευθυκρισία, είναι καιρός να αναβιώσουν. Το ζήτημα είναι αν στην Ελλάδα θα αρχίσουμε να μιλάμε σοβαρά για αυτά τα ζητήματα πριν ή μετά την μεγάλη ζημιά που επέρχεται στις εξωτερικές μας σχέσεις.

——————————-
Αχμέτ Νταβούτογλου, Στρατηγικό βάθος, η διεθνής θέση της Τουρκίας (εκδόσεις Ποιότητα)
Για το βιβλίο αυτό άνοιξε ξεχωριστή σελίδα όπου και υπάρχει πληθώρα καταχωρήσεων βλ. εδώ
————————————
Γ. Μάζης για το βιβλίο Mustafa Kemal (Atatürk), Ο Μέγας Ρητορικός

Παρουσίαση Διευθυντού της Σειράς: Γεωπολιτική, Εκδόσεις Παπαζήση
Καθηγητού κ. Ιωάννη Μάζη[1]

[Gazi Mustafa Kemal (Atatürk), Ο Μέγας Ρητορικός, Μετάφραση: Μάρω Μαυροπούλου, Επιστημονική Επιμέλεια και Διεύθυνση Σειράς: Ι. Θ. Μάζης, Παπαζήσης/Εργαστήριο Γεωπολιτισμικών Αναλύσεων Ιονίου Πανεπιστημίου, Αθήνα 2009, σελίδες 1316]

[Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε με συντομεύσεις, για πρώτη φορά στην Εφημερίδα «Εστία», της Παρασκευής 19 Φεβρουαρίου 2010, σελ. 4 με τίτλο: “Ένα σημαντικό κείμενο τουρκικής αυτογνωσίας”. Ο τίτλος δόθηκε από την Σύνταξη της εφημερίδος.Επίσης δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα anixneuseis.com, του Δημοσιογράφου της ΕΤ3 Παντελή Σαββίδη]

  Ο Mustafa Kemal Atatürk ονόμασε “NUTUK” την ομιλία του κατά τη Δεύτερη Συνέλευση του Δημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Μεγάλη Αίθουσα της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως, στο διάστημα μεταξύ 15ης και 20ης Οκτωβρίου του έτους 1927. Διήρκεσε 6 ημέρες και ολοκληρώθηκε σε 36,5 ώρες. Η Μάρω Μαυροπούλου απέδωσε προσφυώς στη μετάφρασή της, τον τίτλο αυτό, ως «Μεγάλο Ρητορικό».
Σύμφωνα με τη θεωρία της Μετάφρασης, τα Ονόματα των Συγγραφέων, με τη μορφή που αναγράφονται στους τίτλους του Εξωφύλλου δεν παραλλάσσονται για κανένα λόγο! Πχ. Σερ Ουώλτερ Σκώτ (Iππότης Ουώλτερ Σκώτ) Σερ Χάλφορντ Μάκιντερ (Ιππότης Χάλφορντ Μακίντερ), κ.τ.λ.
Η Μάρω Μαυροπούλου, ως γνώστρια της θεωρίας της Μετάφρασης και άριστη φιλόλογος, τήρησε τον ακριβή τίτλο του πονήματος του Κεμάλ, βασιζόμενη μάλιστα στις δύο επίσημες και σημαδιακές επιστημονικώς και ιστορικώς τουρκικές εκδόσεις του ΝUTUK:
1) στην Πρώτη Έκδοση του τουρκικού Εθνικού Τυπογραφείου του 1938, την πρώτη με λατινική γραφή έκδοση, όπου το όνομα του Κεμάλ συνοδεύεται από τον αντίστοιχο τίτλο του Σερ, δηλαδή του Ιππότη, δηλαδή του «ήρωα στον Πόλεμο» δηλαδή του «Γκαζί».
2) την Επίσημη Έκδοση του Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας (Türk Tarih Kurumu) του 1989, όπου και εκεί το όνομα του Κεμάλ, συνοδεύεται από τον τίτλο «Γκαζί». Οποιαδήποτε αλλοίωση σε τόσο κομβικής σημασίας σημεία του πονήματος θα επέφερε σημαντικό πλήγμα στην επιστημονική εγκυρότητα όλου του έργου, διότι θα έδιδε το δικαίωμα στον μη τουρκογνώστη αναγνώστη του, να υποθέσει ότι ανάλογες δήθεν «διορθωτικές» επεμβάσεις, έχουν επισυμβεί και στο υπόλοιπο κυρίως κείμενο, με αποτέλεσμα την τελική αναξιοπιστία στο ελληνόγλωσσο μεταφραστικό αποτέλεσμα.
Το NUTUK μεταφράστηκε για να γνωρίσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, και μάλιστα το προβληματιζόμενο αναγνωστικό κοινό, τον διπλανό του κρατικό δρώντα, με τον οποίο έχει τόσα πολλά προβλήματα. Να γνωρίσει την πεμπτουσία του κεμαλικού αφηγήματος της τουρκικής εθνογένεσης και σκέψης.
Είτε τον «διπλανό» του αυτόν τον αντιλαμβάνεται ως αντίπαλο, είτε ως δυνητικό μελλοντικό συνεργάτη. Μόνο η προσέγγιση του ιδρυτή του τουρκικού εθνικού δρώντος, του Κεμάλ, θα μπορούσε να διαλύσει μύθους, ένθεν και ένθεν, και μόνο αυτή θα μπορούσε να βασίσει μια στέρεη επιστημονική κριτική και σε αυτούς που αντιλαμβάνονται την Τουρκία ως αντίπαλο αλλά και σε αυτούς που την αντιλαμβάνονται ως δυνητικό συνεργάτη.
Γι αυτούς που την αντιλαμβάνονται ως αντίπαλο πάντως, θα απευθύνω μια ρήση του γνωστού Κινέζου Στρατηγιστή του Σουν Τζού, που μου απέστειλε ο φίλος και καλός συνάδελφος Π. Ήφαιστος, τις προάλλες, ως δική του απάντηση σε αυτούς που διεφώνησαν με το εγχείρημα της Μάρως Μαυροπούλου και του Εργαστηρίου Γεωπολιτισμικών Αναλύσεων:
Έγραψε ο Σουν Τζού: «Όταν γνωρίζεις καλά τον εαυτό σου και τον αντίπαλο, εκατό μάχες δεν σε φοβίζουν. Όταν γνωρίζεις καλά τον εαυτό σου αλλά όχι τον αντίπαλο, για κάθε νίκη σου θάχεις και μια ήττα. Όταν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου ούτε και τον αντίπαλο, θα έχεις μόνο ήττες».
Εις επίρρωσιν των ανωτέρω αναφέρω ότι η καλύτερη μετάφραση, ενός από τα πλέον καταστροφικά για την ανθρωπότητα και τον ανθρώπινο πολιτισμό έργα της χιτλερικής σκέψης, του Mein Kampf (O Αγών μου) ήταν ο λαμπρός διανοούμενος και επιφανής ηγέτης της ελληνικής Αριστεράς, ο Ηλίας Ηλιού.
Το ΝUTUK καταγράφεται στην τουρκική βιβλιογραφία ως κύρια πηγή γνώσης για τους ασχολούμενους με την ιστορία, την κοινωνιολογία, τη στρατιωτική ιστορία και την πολιτική της Τουρκίας. Διδάσκεται ως βασικό μάθημα στα τμήματα Νεώτερης Ιστορίας της Τουρκίας σε όλα τα τουρκικά πανεπιστήμια. Δεν αφορά όμως μόνον τους επιστήμονες και τους ερευνητές των θεμάτων αυτών. Αναφορές στο NUTUK γίνονται συνεχώς στα σχολικά βιβλία, όπου υπάρχει πάντοτε η τελευταία σελίδα της ομιλίας, όπου ο συγγραφέας αναθέτει την υπεράσπιση και διαφύλαξη της ανεξαρτησίας του κράτους και του έθνους στις επερχόμενες γενεές.
Τη σελίδα αυτή βρίσκουμε ανηρτημένη σε όλες τις αίθουσες διδασκαλίας κάθε σχολείου. Εκφράσεις του ομιλητή έχουν καταλήξει να χρησιμοποιούνται ως αποφθέγματα. Αποσπάσματα του NUTUK βρίσκουμε συχνά και στα άρθρα ή στους τίτλους των εφημερίδων. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η είδηση ότι η Τουρκία επέτυχε να της δοθεί ημερομηνία έναρξης των διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημοσιεύτηκε σε τουρκική εφημερίδα με τον τίτλο: “Efendiler…”, με την έκφραση δηλαδή που εισήγαγε κάθε νέο κεφάλαιο στην ομιλία του ο Mustafa Kemal Atatürk.
Πρόκειται για σημαντικό λογοτεχνικό έργο της τουρκικής βιβλιογραφίας λόγω της άριστης χρήσης της πολυεπίπεδης τουρκικής γλώσσας και των ρητορικών δεξιοτήτων που αποδεδειγμένα κατείχε ο ομιλητής.
Παράλληλα, το NUTUK χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως διαθήκη, οδοιπορικό, καταγραφή της ιστορίας του απελευθερωτικού αγώνα της Τουρκίας, προσωπικό ημερολόγιο αλλά κυρίως ως εκ βαθέων εξομολόγηση/ απολογία του Mustafa Kemal Atatürk ο οποίος απευθύνεται προς το λαό του τόσο για να ερμηνεύσει τις πράξεις και τις αποφάσεις του και να δικαιωθεί μέσω των αποτελεσμάτων τους, όσο και για να κληροδοτήσει στις επόμενες γενεές των Τούρκων πολιτών, επιλεγμένα στοιχεία της Ιστορίας, και μάλιστα με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί, βάσει της «Θεωρίας της Ιστορίας της Τουρκίας». Μια ιστορική προσέγγιση, την οποία ο ίδιος προώθησε και επέβαλε ως τουρκική εθνογενετική αφήγηση. Πρόκειται για το εθνογενετικό θέσφατο, προϊόν της εποχής του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και των εθνικιστικών ιδεών που κυριαρχούσαν διεθνώς, προσαρμοσμένο και στην τουρκική περίπτωση. Κοντολογίς το ότι, οι Τούρκοι «κατάγονται από ηρωικό, άξιο και ευγενές γένος, με μεγάλη ιστορία για την οποία θα πρέπει να αισθάνονται υπερήφανοι».
Με το σκοπό αυτόν, τον οποίο αναφέρει επανειλημμένως στο κείμενό του, ο Mustafa Kemal (Atatürk) καταθέτει πολύτιμα στοιχεία της επίσημης και της προσωπικής αλληλογραφίας του, αναλύει λεπτομερώς τις σκέψεις του, αναφορικώς με την επικρατούσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατάσταση, τις δυσκολίες που συνάντησε κατά τη διάρκεια του «Απελευθερωτικού Αγώνος», όπως και κατά την περίοδο της αναδιοργάνωσης του Τουρκικού κράτους, τις αντιδράσεις των συναδέλφων του, φίλων και αντιπάλων, την αντίσταση του λαού των διαφόρων περιοχών και των φορέων που διαφωνούσαν με τις αποφάσεις του. Ξετυλίγει αριστοτεχνικά την πορεία του Τουρκικού έθνους προς την «απελευθέρωση από τον ζυγό των ξένων δυνάμεων κατοχή», τις Διομολογήσεις και την Συνθήκη των Σεβρών προς τη Συνθήκη της Λωζάννης, την εθνική ανεξαρτησία και τη Δημοκρατία, έστω και με όρους που δε συμφωνούσαν απόλυτα με την έννοια της σύγχρονης Δυτικής πλουραλιστικής αστικής Δημοκρατίας, η οποία όμως οδήγησε την Τουρκία σε ένα κοσμικότροπο πολιτικό μοντέλο εντελώς διαφορετικό από αυτό των υπολοίπων μουσουλμανικών χωρών της περιοχής, κυρίως λόγω του διαχωρισμού της Θρησκείας από το Κράτος. Διαχωρισμός, ο οποίος προσπάθησε να επιβάλει έναν τελείως διαφορετικό τρόπο κοινωνικής και πολιτισμικής συγκρότησης, εγγύτερο, αλλά όχι τον ίδιο, με αυτόν των Δυτικών Δημοκρατιών.
Επίσης μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τα βήματα του τουρκικού στρατιωτικού και πολιτικο-ιδεολογικού παράγοντα, στη σημαντικότατη περίοδο της δικής μας σύγχρονης Ιστορίας, αυτήν των καθοριστικών μαχών της Μικράς Ασίας, με τον πιο άμεσο τρόπο, μέσα από τις αναλύσεις του ίδιου του Στρατάρχη των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Μας παρουσιάζει τις απόψεις για το ελληνικό έθνος, για τους χριστιανούς γενικότερα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων όπως τα αντιλαμβάνεται ο αρχηγός του κράτους και «πατέρας» του τουρκικού έθνους Mustafa Kemal Atatürk.
Το κείμενο του “NUTUK” έχει μεταφραστεί στα ρωσικά, γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά σχεδόν ταυτόχρονα με την αρχική του έκδοση. Στις ημέρες μας κυκλοφορεί και πάλι στις γλώσσες αυτές σε βελτιωμένες εκδόσεις, πράγμα που αποδεικνύει την επικαιρότητα του έργου αυτού.
Η λαμπρή τουρκογνώστρια, Μάρω Μαυροπούλου, απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως και Λέκτορας του Τμήματος Τουρκικών & Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετά από επισταμένη συγκριτική μελέτη όλων των υπαρχουσών πρωτοτύπων εκδόσεων στην Τουρκική γλώσσα, μας παρέδωσε μια εξαιρετική μετάφραση, σημαντικότατη και για την ελληνική βιβλιογραφία. Ο άξονας αναφοράς του μεταφραστικού αυτού άθλου, υπήρξε η επίσημη έκδοση του Κρατικού Τυπογραφείου της Κωνσταντινούπολης, με την ευκαιρία της επετείου των 15 χρόνων από την ίδρυση της Δημοκρατίας στην Τουρκία, το 1938.
Το ογκώδες αυτό δίτομο έργο, περίπου 900 σελίδων, χωρίς τον επιστημονικό σχολιασμό της κας Μαυροπούλου που τον αυξάνει στις 1316 σελίδες, μας δίδει την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε βήμα-βήμα τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τους συναγωνιστές του, τους ανταγωνιστές του και τον τουρκικό λαό, τον χειρισμό της γλώσσας αναλόγως του συνομιλητού του, και την μαεστρία με την οποία κατορθώνει ο Κεμάλ να προσφέρει θετικές για τον ίδιο ερμηνείες των καταστάσεων. Συγχρόνως, αναγνωρίζουμε ονόματα, τοπωνύμια και στιγμές της δικής μας ιστορίας.
Σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, ο απαιτητικός ή ο ειδικευμένος αναγνώστης, θα ανακαλύψει λεπτομέρειες πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού, στρατιωτικού περιεχομένου και διπλωματικές διεργασίες που καθόρισαν και επηρεάζουν ακόμα την πορεία τόσο του Τουρκικού, όσο και του Ελληνικού έθνους, όπως επίσης και των κρατών της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.
Εν ολίγοις, δίδεται η ευκαιρία στον Έλληνα αναγνώστη να κατανοήσει σημαντικά μέρη της τουρκικής ιδεολογικο-πολιτικής πραγματικότητας. Τα προκύπτοντα συμπεράσματα είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και μάλλον αναπάντεχα, αναφορικώς με τα γνωστά στερεότυπα που ταλανίζουν την μνήμη και την κρίση και των δύο γειτονικών Λαών μας.

Ιωάννης Θ. Μάζης

[1] Ο κ. Ιωάννης Μάζης είναι Καθηγητής της Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: