Το τυραννικό σύστημα του ενός συγγράμματος στα ελληνικά ΑΕΙ

Η τυραννία του ενός συγγράμματος – διάφορα κείμενα και θέσεις

Η αυθεντία του ενός συγγράμματος: αντι-ακαδημαϊκή και αντιδεοντολογική ρύθμιση (Ιούλιος 2003)

Η διέξοδος από την τυραννία του ενός συγγράμματος είναι εύκολη και εξοικονομεί πολύτιμους σπάνιους πόρους

Το ένα σύγγραμμα και η μετεξέλιξη των ελληνικών ΑΕΙ σε μεγάλα «εξεταστικά κέντρα» (Δεκέμβριος 2003)

Σημείωση Φεβρουάριος 2005. Τα κείμενα που ακολουθούν στο παρελθόν έχουν αποσταλεί σε χιλιάδες συναδέλφους πανεπιστημιακούς όλων των ΑΕΙ της Ελλάδας. Όπως θα γίνει αντιληπτό οι απόψεις που εκφράζονται αφορούν πολλούς. Κυρίως, αφορούν τους φορολογούμενους και τους φοιτητές οι οποίοι στερούνται της δυνατότητας να μελετούν και να εξετάζονται στη βάση πολλών βιβλίων. Από τους τελευταίους ευελπιστώ-αναμένω να υποστηρίξουν τις θέσεις που εκφράζω πιο κάτω. Από την πρώτη στιγμή της εκλογής του υπογράφοντος σε πανεπιστημιακή θέση το 1990 με συχνές παρεμβάσεις του στις ΓΣ του Τμήματος στο οποίο ανήκω υποστήριξα την θέση ότι η πρακτική του ενός συγγράμματος -η οποία αν δεν κάνω λάθος είναι κληρονομιά της χουντικής περιόδου- είναι αντι-εκπαιδευτική και επιστημονικά καταστροφική. Την θέση αυτή εκφράζω με συνέπεια από το 1990 τόσο σε δημοσιοποιημένα κείμενά μου όσο και με παρεμβάσεις μου στις Γενικές Συνελεύσεις του Τμήματος στο οποίο ανήκω. Όπως εξάλλου ανέμενα, το αποτέλεσμα, ήταν να γίνω στόχος ύπουλων και απεχθών υπονομεύσεων από συμφέροντα που θίγονται αν καταργηθεί η δωρεάν διανομή και υιοθετηθούν προσεγγίσεις. Οι υπονομεύσεις αυτές, ασφαλώς, με αφήνουν παγερά αδιάφορο και ανεπηρέαστο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως πάνω από όλα η κατάργηση του ενός συγγράμματος θα ωφελήσει τους φοιτητές για τους οποίους θα διανοιχτούν ορίζοντες μελέτης λιγότερης ύλης από ένα ευρύτερο βιβλιογραφικό φάσμα.

Φεβρουάριος 2005

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΆΜΜΑΤΟΣ – ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ (Ιούλιος 2003)

Σκοπός του παρόντος είναι να ευαισθητοποιηθούν οι συνάδελφοι αλλά και κάθε άλλος ενδιαφερόμενος για το γνωστό ζήτημα του «ενός συγγράμματος» και της υποχρεωτικής «εξεταστέας ύλης». Απ’ ότι γνωρίζουμε η ρύθμιση αυτή υιοθετήθηκε επί χούντας, ισχύει μόνο στην Ελλάδα και για «ακατανόητους» λόγους διαιωνίστηκε επί δεκαετίες. Πολλά από τα ζητήματα που αφορούν αυτό το αντικαδημαϊκό μέτρο αναλύθηκαν στην τελευταία μου μονογραφία Οι Διεθνείς Σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο (σελίδα 3 της παρούσης ιστοσελίδας).
Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αφορούν κυρίως τις κοινωνικές επιστήμες και απ’ ότι γνωρίζουμε θίγουν προβλήματα όλων των Πανεπιστημιακών Τμημάτων των Κοινωνικών Επιστημών. Καταθέτουμε με συντομία μερικές μόνο από θέσεις που τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια ο υπογράφων με συνέπεια υποστήριξε στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος στο οποίο ανήκει:

Η αυθεντία του ενός συγγράμματος: αντι-ακαδημαϊκή και αντιδεοντολογική ρύθμιση
ΠΡΩΤΟ, η μόρφωση στο πανεπιστημιακό επίπεδο δεν μπορεί να αναφέρεται σε σύγγραμμα αλλά σε θέματα τα οποία αναλύονται σε δεκάδες ή και εκατοντάδες βιβλία, άρθρα και δοκίμια. Απ’ ότι γνωρίζουμε, σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου ο καθηγητής διανέμει κατάλογο με δεκάδες η και εκατοντάδες βιβλιογραφικές παραπομπές στη βάση των οποίων οι φοιτητές μελετούν τα θέματα του μαθήματος. Έτσι, ο φοιτητής κατανοεί όλες τις προσεγγίσεις, καλύπτει το θέμα πολύπλευρα, οξύνει την κρίση του και εκπαιδεύεται στην έρευνα και την κριτική θεώρηση των υπό εξέταση ζητημάτων.
ΔΕΥΤΕΡΟ, το γεγονός ότι αυτό δεν γίνεται στην Ελλάδα έχει ως αποτέλεσμα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών αφενός να μη προσέρχεται στις παραδόσεις και αφετέρου τις τελευταίες μέρες (ή και την τελευταία μέρα) πριν τον έλεγχο γνώσεων να διατρέχει την «εξεταστέα ύλη» με μόνο σκοπό την απόκτηση του διπλώματος και όχι την μάθηση. Συνεπώς, αποθαρρύνεται η μελέτη των υπό εξέταση θεμάτων και ενθαρρύνεται το πρόχειρο και επιφανειακό διάβασμα με κύριο σκοπό την απόκτηση ενός πτυχίου που δεν εκπληρώνει τους σκοπούς της πολυδάπανης –για την κοινωνία– δημόσιας πανεπιστημιακής παιδείας.
ΤΡΙΤΟ, αυτή η κατάσταση εξ αντικειμένου εμποδίζει τον καθηγητή να αναπτύξει την διαδικασία μάθησης σύμφωνα με πάγια ακαδημαϊκά κριτήρια. Υπό κανονικές συνθήκες και σε καλά πανεπιστήμια ο καθηγητής πρέπει να αφιερώνει δεκάδες ώρες με τους φοιτητές για να τους εκπαιδεύσει στις μεθόδους έρευνας και μελέτης, να τους εθίσει στην κριτική σκέψη και να τους επιλύσει απορίες ή να ακούσει τα σχόλιά τους. Αντί αυτών σύμφωνα με μετρήσεις η παρουσία των φοιτητών στις αίθουσες διδασκαλίας κατά μέσο όρο περιορίζεται στο ένα περίπου δέκατο των εγγεγραμμένων φοιτητών. Εξάλλου, ακόμη και οι φοιτητές που προσέρχονται στην διδασκαλία σπάνια μελετούν πριν την διδασκαλία με το απίστευτο επιχείρημα πως δεν πήραν ακόμη την εξεταστέα ύλη. Έτσι, το πανεπιστήμιο είναι τελικά ένα μεγάλο εξεταστικό κέντρο: Στην καλύτερη περίπτωση μόνο μερικές δεκάδες φοιτητές είναι τακτικοί φοιτητές ενώ οι υπόλοιποι προσέρχονται μόνο για εξετάσεις στο τέλος του εξαμήνου. Πολλοί καθηγητές συχνά διερωτηθήκαμε γιατί να υπάρχει όλο αυτό το βασανιστικό σύστημα και να μην μετατρέψουμε τα πανεπιστήμιά μας σε ένα μεγάλο εξεταστικό κέντρο όπου στη βάση κάποιας βιβλιογραφίας και σε μεγάλες αίθουσες θα εξετάζονται χιλιάδες φοιτητές (και γιατί όχι και χιλιάδες άλλοι πολίτες που θα ήταν πρόθυμοι να μελετήσουν «το σύγγραμμα»).
ΤΕΛΟΣ αλλά όχι το τελευταίο που θα μπορούσε να αναφερθεί, χαρακτηριστικά αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα: Στο τρίτο έτος διδάσκω μαθήματα (π.χ. «Αμερικανική Διπλωματία και Στρατηγική») για τα οποία απαιτείται μελέτη θεμάτων που αποκλείεται να συμπεριληφθούν σε ένα μόνο σύγγραμμα. Προσθέτω πως εάν είχα την ευχέρεια να αναφέρω κεφάλαια και δοκίμια από πολλά βιβλία, ακόμη και αν διαιωνιζόταν το σύστημα της «εξεταστέας ύλης» ο αριθμός σελίδων θα ήταν πολύ μικρότερος επειδή θα προσανατόλιζα τον φοιτητή σε εκείνες μόνο τις σελίδες που περιέχουν την επίμαχη ανάλυση. Όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει αυτό αλλά επιπλέον δεν μπορώ να συμπεριλάβω ύλη από βιβλία που έχω ήδη διανέμει στο δεύτερο έτος. Το απίστευτο και πάλιν επιχείρημα είναι ότι, αν και το βιβλίο έχει ήδη διανεμηθεί δωρεάν στην τάξη το προηγούμενο ακαδημαϊκό εξάμηνο, η εξεταστέα ύλη δεν μπορεί να περιέχει ένα κεφάλαιο ή μερικές σελίδες από αυτό επειδή δεν έχει διανεμηθεί σε 5 ή 10 φοιτητές που προέρχονται από μετάταξη από άλλο πανεπιστήμιο. Δηλαδή: η τυραννία του ενός συγγράμματος εμποδίζει τον καθηγητή να ζητήσει από τους φοιτητές να μελετήσουν από βιβλία που τους έχουν ήδη διανεμηθεί σε προηγούμενο έτος.

Η διέξοδος από την τυραννία του ενός συγγράμματος είναι εύκολη και εξοικονομεί πολύτιμους σπάνιους πόρους

Οι φοιτητές έχουν συμφέρον να καταργηθεί το μέτρο του ενός συγγράμματος ενώ η Πολιτεία θα διασφαλίσει τεράστιους πόρους που θα διοχετεύσει με πιο παραγωγικό τρόπο. Μεταξύ άλλων θα μπορούσαν να αναφερθούν τα εξής:

ΠΡΩΤΟ, να δοθεί ένα εφάπαξ ποσό σε άπορους φοιτητές (ή άλλη διευκόλυνση που θα κριθεί πρόσφορη και αποτελεσματική) –βάσει αποδεικτικών του εκκαθαριστικού των γονέων τους– για να εμπλουτίζουν την προσωπική τους βιβλιοθήκη με βιβλία που οι καθηγητές τους θα τους συμβουλεύουν πως είναι εισαγωγικού χαρακτήρα.
ΔΕΥΤΕΡΟ, το πανεπιστήμιο πρέπει να έχει βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια στα οποία οι φοιτητές θα έχουν πρόσβαση και όπου θα μπορούν να μελετούν όπως όλοι οι συνάδελφοί τους σ’ όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου. Εξάλλου, όταν κυκλοφορεί ένα βιβλίο ή περιοδικό που οι καθηγητές και τα αρμόδια όργανά τους συνιστούν ως χρήσιμο για την διδασκαλία-μάθηση να αγοράζεται άμεσα από τις βιβλιοθήκες. Συναφώς, ακόμη και εκατοντάδες βιβλία να αγοράσει εφάπαξ μια βιβλιοθήκη θα είναι αμελητέο ποσό μπροστά στις χιλιάδες που μοιράζονται από το ίδιο βιβλίο «ως διδακτέο σύγγραμμα».
ΤΡΙΤΟ, να αποδεσμευτούν οι καθηγητές από την τυραννία της εξεταστέας ύλης και να προχωρήσουν στην ανακοίνωση των θεμάτων –όπως ορίζονται από τον ορισμό κάθε μαθήματος– και εκείνων των βιβλίων, άρθρων και δοκιμίων που τα καλύπτουν βιβλιογραφικά.

Π. Ήφαιστος Ιούλιος 2003

3. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΆ ΤΟΥ «ΤΥΡΑΝΝΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ» ΤΟΥ ΕΝΌΣ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΟΤΙ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΕΞΕΛΙΣΣΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΑ «ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ» Δεκέμβριος 2003

Ανοικτή επιστολή προς τους συναδέλφους πανεπιστημιακούς και κάθε άλλο ενδιαφερόμενο

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Πρόσφατα απεργήσαμε. Όμως, δυστυχώς η εντύπωση που επικράτησε σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης είναι πως η μόνη απαίτησή μας ήταν οι μισθολογικές αυξήσεις. Όταν λίγο πριν την λήξη της απεργίας οι αντιπρόσωποί μας προσπάθησαν να αλλάξουν αυτή την εικόνα ήταν ήδη αργά, γεγονός που νομίζω θα πρέπει να προβληματίσει όλους μας σοβαρά. Προσωπικά υποστήριξα, γεγονός που δυσαρέστησε μερικούς συναδέλφους, ότι «η αύξηση των μισθών έπεται και δεν προηγείται της δημιουργίας ενός στοιχειωδώς αξιοπρεπούς πανεπιστημίου». Προς τι η ύπαρξη ακριβοπληρωμένων πανεπιστημιακών δασκάλων όταν οι δυνατότητες να επιτελέσουν το έργο τους εκμηδενίζονται λόγω συγκεκριμένων πρακτικών προβλημάτων; Με το παρόν σύντομο σημείωμα, λοιπόν, θα αναφερθώ σε δύο μεγάλα προβλήματα που υποβαθμίζουν το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο:

Πρώτο το τυραννικό καθεστώς του «ενός συγγράμματος», το οποίο, κατασπαταλεί τεράστιους πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν πολύ πιο παραγωγικά σε βιβλιοθήκες και άλλους τομείς που ενισχύουν την επιστημονική και υλικοτεχνική υποδομή. Από παιδαγωγικής άποψης, ο εγκλωβισμός μας σε διδακτέα και εξεταστέα ύλη μας εμποδίζει να ζητήσουμε από τους φοιτητές να μελετούν εκατοντάδες άλλα επιστημονικά κείμενα. Ακόμη πιο σημαντικό, η κατάργηση του τυραννικού καθεστώτος του ενός συγγράμματος ενώ θα απελευθέρωνε την διδασκαλία διευρύνοντας τους γνωστικούς ορίζοντες, σε πολλές περιπτώσεις θα εξοικονομούσε ώρες μελέτης (επειδή η παραπομπή σε μερικά μόνον κεφάλαια ή εδάφια πολλών βιβλίων θα περιόριζε τον αριθμό των σελίδων μελέτης). Για τα θέματα αυτά, όμως, δεν θα επεκταθώ επειδή όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να ανατρέξουν σε εκτενέστερο σημείωμά μου που καταχώρησα στην προσωπική μου ιστοσελίδα (www.ifestos.edu.gr αρ. 13).

Δεύτερο, η συνεχής αύξηση του αριθμού των εισακτέων κάθε Τμήματος δεν συνοδεύεται από ανάλογη βελτίωση της υποδομής (διδάσκοντες, αίθουσες, υλικοτεχνικά μέσα κτλ). Όσοι από εμάς –πιστεύω η συντριπτική πλειονότητα– δεν θεωρούν το πανεπιστήμιο ως δευτερεύουσα ενασχόληση και αγωνιούν για την ολοένα μεγαλύτερη υποβάθμιση του έργου μας, θα πρέπει νομίζω να ευαισθητοποιηθούν και να πιέσουν για αναγκαίες και μη εξαιρετέες μεταρρυθμίσεις. Τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τα μεμονωμένα μέλη ΔΕΠ αλλά επίσης τους φοιτητές, τις πανεπιστημιακές αρχές και τους αρμόδιους θεσμούς του κράτους (Υπουργείο Παιδείας, Βουλή, κόμματα). Για το πρόβλημα αυτό υποθέτω πως όλοι οι πανεπιστημιακοί γίνονται μάρτυρες του γεγονότος ότι,
α) οι εγγεγραμμένοι φοιτητές κάθε τάξης είναι εκατοντάδες
β) οι εξεταζόμενοι φοιτητές κάθε τάξης είναι επίσης εκατοντάδες,
γ) οι φοιτητές με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή κατά τη διάρκεια του εξαμήνου είναι στην καλύτερη περίπτωση μερικές δεκάδες (προς μεγάλη μου έκπληξη πληροφορήθηκα ότι ισχύει το ίδιο και σε Τμήματα όπως οι κτηνιατρικές σχολές όπου απαιτούνται εργαστήρια),
δ) οι περισσότερες αίθουσες διδασκαλίας είναι συνήθως χωρητικότητας μερικών δεκάδων φοιτητών,
ε) ακόμη και αν προσέλθουν στις τάξεις πολλοί φοιτητές η διδασκαλία δυσχεραίνεται λόγω άλλων προβλημάτων όπως ο περιορισμένος χώρος και ο περιορισμένος αριθμός αναγκαίων μέσων (τα προηγμένα τεχνολογικά μέσα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι σπάνια, ενώ ακόμη και εργαλεία παλαιότερης τεχνολογίας όπως οι προβολείς διαφανειών είναι εξίσου δυσεύρετα).

Με όρους απλής λογικής, λοιπόν, τίθεται ένα απλό ερώτημα: Γιατί ο έλληνας φορολογούμενος πρέπει να πληρώνει δισεκατομμύρια δραχμές για κάθε Πανεπιστημιακό Τμήμα όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις να φέρει εις πέρας την αποστολή του; Γιατί επίσης να μην αποδεχτούμε όλοι την πραγματικότητα, ότι δηλαδή τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια εξελίσσονται –αν δεν έχουν ήδη εξελιχτεί– σε μεγάλα εξεταστικά κέντρα. Αν και ρεαλιστικά μιλώντας δεν πρέπει να αναμένουμε άμεση και ριζοσπαστική αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου, άμεσες «πολιτικές» αποφάσεις θα μπορούσαν εν τούτοις να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο αριθμό «μικρών» προβλημάτων. Σ’ αντίθετη περίπτωση, ίσως είναι πιο τίμιο, κατά την άποψή μου, η κοινότητα των πανεπιστημιακών να εξηγήσει στους αρμοδίους και στην κοινωνία ότι είναι παράλογο και αντιπαραγωγικό να ξοδεύονται τεράστιοι σπάνιοι πόροι για να μετατρέπονται εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές σε μέρος μιας μοναδικής στα παγκόσμια ακαδημαϊκά χρονικά βιομηχανίας μαζικής εξέτασης και μαζικής απονομής διπλωμάτων. Γιατί να διατίθενται τεράστιοι σπάνιοι πόροι για υλικοτεχνική υποδομή και για διδακτικό προσωπικό αν η συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών περνά από το πανεπιστήμιο μόνο για τον έλεγχο γνώσεων στο τέλος του εξαμήνου; Βασικά, τίποτα ουσιαστικό δεν θα αλλάξει αν, για παράδειγμα, μικρό μόνο μέρος των σπάνιων πόρων που δεσμεύονται κάθε χρόνο διατεθούν εναλλακτικά για την απόκτηση μεγάλων αιθουσών που θα χρησιμεύσουν ως μεγάλα εξεταστικά κέντρα στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους. Έτσι, όποιος έλληνας πολίτης το επιθυμεί θα μπορούσε να προσέρχεται για εξέταση στην βάση μιας συγκεκριμένης «εξεταστέας ύλης» με σκοπό την απόκτηση «βεβαίωσης σπουδών». Ερωτάται: Μήπως αυτό δεν είναι ουσιαστικά το ισχύον καθεστώς όταν στο τέλος του εξαμήνου 250 ή και 300 φοιτητές κάθε Τμήματος προσέρχονται στα αμφιθέατρά μας για εξέταση;

Αυτονόητα, ο υπογράφων δεν υποστηρίζει πως η διέξοδος βρίσκεται στην άμεση μετατροπή του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου σε εξεταστικό κέντρο. Το ακριβώς αντίθετο υποστηρίζεται: Απαιτείται να ληφθούν άμεσες αποφάσεις βελτίωσης της κατάστασης. Σε τελευταία ανάλυση είμαι αρκετά ρεαλιστής για να γνωρίζω πως κανείς δεν είναι τόσο γενναίος για να πάρει αποφάσεις που θα φανερώσουν χρόνια προβλήματα με τα οποία εξ αντικειμένου ουκ ολίγοι εντός κα εκτός πανεπιστημίου προσαρμόζονται ή και ενδεχομένως βολεύονται. Ούτε σε τελευταία ανάλυση τα προβλήματα του ελληνικού πανεπιστημίου είναι μόνο πρακτικής υφής [Και πάλιν, δεν θα επεκταθώ εδώ σε ζητήματα που ανέλυσα εκτενώς σε δημοσιευμένα κείμενά μου, κυρίως στην πρόσφατη δημοσίευσή μου Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο, το οποίο, μεταξύ άλλων, εξετάζει προβλήματα του δικού μου επιστημονικού τομέα αλλά και γενικότερα προβλήματα των πανεπιστημίων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να ανατρέξει σ’ αυτό για περισσότερες θέσεις και εκτιμήσεις.

Εν κατακλείδι, ελληνικό πανεπιστήμιο θα μπορούσε να βελτιωθεί αισθητά με «μικρές» αλλά τεράστιας πρακτικής σημασίας αποφάσεις όπως για παράδειγμα α) η κατάργηση του ενός συγγράμματος, β) η μείωση του αριθμού των εισακτέων σε κάθε Τμήμα, γ) η απόκτηση στοιχειωδών προϊόντων της σύγχρονης τεχνολογίας, δ) η μεγιστοποίηση της υπάρχουσας υποδομής, ε) η βελτίωση των προγραμμάτων σπουδών και στ) η επεξεργασία τρόπων (υποχρεωτικής για τους μη εργαζόμενους) προσέλευσης των φοιτητών στις τάξεις. Προς αυτή την κατεύθυνση τι κάναμε ως «κοινότητα» πανεπιστημιακών, ως συνδικαλιστικοί φορείς, ως φοιτητές και ως υπεύθυνοι πολίτες;

Με χαιρετισμούς και ευχές για καλά Χριστούγεννα καλό νέο χρόνο

Π. Ήφαιστος
Δεκέμβριος 2003

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: