Τ.Τζιωνή, Τελευταία συνάντηση, ανθρώπινες στιγμές με πολιτικό νόημα

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος ήθελε να απευθύνει ένα τελευταίο μήνυμα προς το λαό

Του Τάσου Τζιωνή

Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν Σάββατο βράδυ, 29 του Νοέμβρη. Ήταν κοντά στις οκτώ. Είχα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού ένα φύλλο χαρτιού με σημειώσεις που δακτυλογράφησα στον υπολογιστή λίγο προτού φύγω από το σπίτι. Ήθελα να τον δω μόνος? όπως ακριβώς στο Προεδρικό και παντού στον κόσμο όταν έπρεπε να συζητήσουμε κάτι απόρρητο. Από την Τετάρτη που ταξίδευσα στην Κύπρο από τη γειτονική χώρα όπου υπηρετώ τον είχα δει ήδη τρεις φορές για αρκετή, υπό τις συνθήκες, ώρα. Την πρώτη μέρα, συγκλονισμένος από τη θέα της οριζοντίωσης στο κρεβάτι του εν παντί χρόνω και πάση περιστάσει όρθιου κι αλύγιστου ηγέτη, κι ανήμπορος να ανταλλάξω μαζί του χειραψία ή να τον ασπασθώ στο πρόσωπο, έσκυψα και του φίλησα με πολλή ταραχή και άπειρο σεβασμό το δεξί του χέρι. Το αντικείμενο των ιδιότυπων διαλόγων μας, που γίνονταν με πολλή δυσκολία λόγω των αναπνευστικών του προβλημάτων, ήταν φυσικά το Κυπριακό με έμφαση στο μέλλον. Είχε έγνοια για το πώς θα αντιδράσει ο λαός την ώρα της επόμενης μεγάλης κρίσης σαν βρεθεί μπροστά σε ένα Σχέδιο απαράδεκτο όπως το προηγούμενο. Οι λίγες και μετρημένες λέξεις που με κόπο άρθρωνε ακούγονταν σαν αγωνιώδεις κραυγές ναυαγού που τον τυλίγουν τα άγρια κύματα αδυσώπητου ωκεανού αλλά δεν λέει να παραδοθεί. Ήξερε λίγα για το τι γινόταν στις διαπραγματεύσεις αλλά αντιλαμβανόταν πολλά κι είχε καλούς λόγους να αγωνιά. Άλλη έγνοια του ήταν να πει το τελευταίο του «ευχαριστώ» στο λαό που τόσο αγάπησε.

«Καλά, δεν θα πω τίποτα;» διερωτήθηκε μονολογώντας την Πέμπτη το βράδυ καθώς καθόμασταν μαζί του μπροστά στην τηλεόραση. «Τι εννοείτε» ; ρωτήσαμε, για να μας απαντήσει μ’ έναν κεραυνό: «Πεθαίνω, δεν θα πω τίποτα για να ευχαριστήσω αυτόν τον κόσμο; Αυτόν τον κόσμο που με στήριξε και μου συμπαραστέκεται»;

Ήμασταν με τον αδελφικό μου φίλο Γιώργο Ηλιάδη. Όταν συνήλθα από το ξαφνικό ράπισμα των φαινομενικά πεισιθάνατων λόγων του κι ενώ ο Γιώργος τελούσε ακόμη υπό τη συγκλονιστική επίδρασή τους, τον ρώτησα διαμαρτυρόμενος αν παραδόθηκε και του υπέδειξα προτρεπτικά ότι δεν πρέπει να χάνει τις ελπίδες του. Με μια χαρακτηριστική αυστηρή κίνηση του χεριού και μ’ ένα μορφασμό του, μου έδωσε το μήνυμα να σταματήσω τους παρηγορητικούς λόγους. Αυτός γνώριζε. Ήξερε καλά την κατάστασή του. Αισθάνθηκα άσχημα για την ενστικτώδη απρεπή εκδήλωση του ευσεβούς μου πόθου. Όταν βρήκαμε την ψυχραιμία και μιλήσαμε αντιληφθήκαμε πως δεν ήθελε μόνο να ευχαριστήσει το λαό ήθελε, για τελευταία φορά, να του πει τις σκέψεις του για τα επερχόμενα και τον συμβουλεύσει. Μένω ως εδώ. Την Παρασκευή ήταν καλύτερα. Ήταν η ώρα των ειδήσεων. Με χαρά τον άκουσα να σχολιάζει τις ειδήσεις: από την απόφαση της Κυβέρνησης να εκποιήσει κρατική περιουσία έως τα συμβαίνοντα στην Ανόρθωση. Έφυγα συγκρατημένα αισιόδοξος, Όταν το Σάββατο, το βράδυ, εξέφρασα την επιθυμία να τον δω, η κυρία Φωτεινή, η πιο αρχόντισσα Κυρία που γνώρισα, δεν έκανε ερωτήσεις. Την ακολούθησα στο εσωτερικό της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με την τηλεόραση σε λειτουργία. Δεν μου φάνηκε να παρακολουθεί. Γύρισε αργά προς το μέρος μας. Η σύντροφος της ζωής του, τον κοίταξε εξεταστικά για να δει αν χρειαζόταν κάτι, έφτιαξε κάπως το σεντόνι που τον σκέπαζε, του έριξε μια στοργική ματιά και μας άφησε μόνους. Φαινόταν καταπονημένος. Έβγαλα το μπουφάν μου και κάθισα στην καρέκλα δίπλα. Με κοίταξε χωρίς να μου μιλήσει. Δεν τον ρώτησα πώς ήταν. Θα πρέπει να πονούσε πολύ. Άνοιξα μηχανικά το χαρτί μου και χωρίς να το βλέπω άρχισα να του λέω τις σκέψεις μου για κάτι που μου είχε ζητήσει να ετοιμάσω. Δεν ήταν όπως τις προηγούμενες φορές που μιλήσαμε. Μου απαντούσε με νεύματα. Ψέλλισε μερικές λέξεις κατάφασης φορτωμένες με δολοφονικό πόνο. Τον ρώτησα αμήχανα αν πονά. Έγνεψε «ναι» με τον ίδιο τρόπο που θα έγνεφε και «όχι» αλλά με μια αίσθηση απελπισίας. Μου έδειξε το μέρος της καρδιάς του και μου είπε πως μέσα του παλεύει ο πιο δυνατός μυς του σώματος με έναν άλλο, τους πνεύμονες. «Η καρδιά θέλει χώρο για να δουλέψει κι οι πνεύμονες δεν την αφήνουν. Πόσο θα αντέξει» μονολόγησε. Γύρισε το κεφάλι προς την οροφή του θαλάμου και έκλεισε τα μάτια. Κοιμήθηκε; Έμεινα και τον έβλεπα με όση αγάπη δεν κατάφερα να του δείξω στα πέντε χρόνια που δούλεψα μαζί του. Στη λευκή απροσδόκητη μοναξιά του δωματίου επέτρεψα στον εαυτό μου το βούρκωμα. Σηκώθηκα και έκανα νευρικές βόλτες. Όταν μπήκε ο γιος του, ο Κωνσταντίνος , άνοιξε ξανά τα μάτια. Με ρώτησε αν θα επέστρεφα την επομένη στη χώρα που υπηρετώ. Φαινόταν πιο ήσυχος. Θα είχε επιδράσει το ισχυρό αναλγητικό. Η δύσπνοια όμως δεν υποχωρούσε. Του απάντησα πως «ναι» και ότι θα ερχόμουν ξανά προτού φύγω. Θα τον έβλεπα πάλι τα Χριστούγεννα. Είδα ένα θλιμμένο χαμόγελο στο χαραγμένο από το χρόνο και τον πόνο πρόσωπό του. Του άγγιξα το χέρι, τον καληνύχτισα και βγήκα.

Την επομένη πήγαμε πάλι με το Γιώργο Ηλιάδη. Ο γιατρός ήταν μέσα δεν έβγαινε. Προσπαθούσαμε να κρύψουμε την ανησυχία μας που μεγάλωνε. Τι να συνέβαινε; Πέρασε πολλή ώρα. Κοίταζα το ρολόι. Σύντομα έπρεπε πάρω το δρόμο για το αεροδρόμιο. Κάποτε βγήκε ο γιατρός και έσπευσε να φύγει, κατηφής, σιωπηλός και συνοφρυωμένος . Ρώτησα το Νικόλα αν μπορούσα να δω για έστω ένα λεπτό τον Πρόεδρο. Μπήκε και βγήκε σε λίγο. Τα φάρμακα τον είχαν αποκάμει κι αποκοιμίσει. Έφυγα λυπημένος. Έξω έκανε κρύο. Οσφράνθηκα τον αέρα. Αυτός ο συνδυασμός ψύχρας, περιβάλλοντος και της συγκεκριμένης ψυχονοητικής κατάστασής μου κάτι μου θύμιζε. Αυτήν τη σύνθετη οσφρητική και ψυχονοητική εμπειρία την είχα ξαναβιώσει. Ναι. Την είχα ξαναβιώσει ένα παγερό πρωινό του ’94 στη Βιέννη, όπου υπηρετούσα, βγαίνοντας από ένα Νοσοκομείο. Την είχα ονομάσει, μάλιστα: , «θανατίλα». Ρίγος με διεπέρασε. Σε λίγο το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τα νερά της Ανατολικής Μεσογείου.

Για πρώτη φορά ένιωσα τόσο έντονα αυτό που πρέπει να αισθάνονταν οι εξόριστοι περασμένων εποχών. Μαύρες σκέψεις και πικρές με έζωσαν . Δεν έφυγε, τον διώξαμε Τον διώξαμε. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν έφυγε. Τον διώξαμε. Τον εκδικηθήκαμε σκληρά και τον τιμωρήσαμε ανελέητα για τα καλά που μας έκανε. Ημεδαπή πολιτική μετριότης, αμβλεία πολιτική όραση και μικροπολιτική απληστία, επικουρούμενες από τη διεθνή κοινότητα των δυο-τριών κυβερνήσεων, προσπάθησαν να εκμηδενίσουν την περήφανη κι αξιοπρεπή στάση του λαού μας απέναντι στο Σχέδιο Ανάν τον Απρίλη του 2004 και να ταπεινώσουν τον ηγέτη του. Τον μείωναν, τον χλεύαζαν και, μαζί με τους εχθρούς και άσπονδους φίλους της Κύπρου, τον δαιμονοποίησαν και του φόρτωσαν κάθε πραγματικό ή φανταστικό κακό συνέβηκε ή συμβαίνει σ’ αυτόν τον τόπο. Εγκαταλελειμμένος από τέως δικούς βίωνε την πολιτική του μοναξιά αναμένοντας περήφανα και στωικά. Τις μέρες, βδομάδες και μήνες που ακολούθησαν την αποχώρησή του από την Προεδρία θα ένιωσε έντονα τη γεύση της προδοσίας. Στα ταμεία της έσπευσαν πολλοί «φίλοι» και συνεργάτες του για να εισπράξουν τα αργύρια της. Αίφνης η πολιτική μας σκηνή μετατράπηκε σε παζάρι όπου τα πάντα πωλούνταν. Συνειδήσεις και ιδεολογίες, πολιτικές θέσεις και αξίες, ψευτιές, ρουφιανιές και πληροφορίες, εξαργυρώνονται έναντι μιας θέσης επ’ αμοιβή , έναντι κάποιου αξιώματος με επιρροή, έναντι μιας κάποιας εύνοιας ή έστω ολίγης αίσθησης εξουσίας. Στο θυσιαστήριο του προσωπικού συμφέροντος, έθυαν, συχνά με τη μάσκα του καταδότη, το προηγούμενο ίνδαλμά τους μαζί και τα ψήγματα αξιοπρέπεια που τους είχαν απομείνει, για να εξευμενίσουν τη θεά νέα τάξη πραγμάτων ώστε να τους διασφαλίσει τα προσωπικά τους κεκτημένα και να τους επιδαψιλεύσει με νέες τιμές. Τα έβλεπε όλα αυτά και δεν παραπονιόταν. Μειδιούσε με θλίψη για την κατάντια των ανθρώπων μα δεν κατηγορούσε κανένα. Αντίθετα, εύρισκε για τον καθένα και μια δικαιολογία. Η αγνωμοσύνη, όμως κι η αχαριστία σκοτώνουν αργά, σταθερά και σίγουρα.

Η ήττα στις εκλογές τον πίκρανε πολύ, όχι όμως λόγω της λιποταξίας και της προδοσίας. Το συζητήσαμε μερικές φορές. «Αυτό ήθελε ο λαός, αυτό έγινε», έλεγε. Τον πίκρανε για άλλο λόγο: φοβόταν πως η ήττα ήταν σημάδι κόπωσης που προμήνυε συνθηκολόγηση. Με την αγωνία αυτή άφησε το λαό και τον τόπο του που τόσο λάτρεψε. Τα κακά μαντάτα ήλθαν και μας κτύπησαν εκεί , πέρα από τη θάλασσα, σαν επιβεβαίωση παλιάς είδησης και λειτούργησαν μόνο σαν έναυσμα του θρήνου. Ο θάνατος του παλικαριού είχε ήδη συντελεστεί. Έγινε την ώρα που τον έχουμε ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε.

Ο Τάσος Τζιωνής ήταν Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του τέως Προέδρου Παπαδόπουλου

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: