01/2010 Νταβούτογλου – Σεμινάριο Σχολή Επιτελών

Συμπληρωματικά σχόλια με αφορμή ένα γόνιμο σεμινάριο (περί Νταβούτογλου)
Ειδικού Συνεργάτη, Αθήνα 01/2010

Διεξάχθηκε πρόσφατα με ιδιαίτερη επιτυχία, κατά κοινή των παρευρισκομένων ομολογία, και ως επιστέγασμα κοπιώδους ενασχόλησης όλων των εμπλεκομένων σε αυτό, σεμινάριο στη ΣΔΙΕΠΝ (Σχολή Επιτελών ΠΝ) με αντικείμενο τη στρατηγική σκέψη του υπουργού εξωτερικών της γείτονος. Πρόκειται εκτός των άλλων για γνωστό ακαδημαϊκό και παραγωγό στρατηγικής σκέψης, ως εκ τούτου το σεμινάριο περιστράφηκε γύρω από την ανάλυση θεμελιωδών εννοιών στο έργο του Α. Νταβούτογλου, που μάλιστα εύλογα κρίνεται ότι αφορούν την ελληνική πλευρά. «Ατυχώς», όπως μονίμως συμβαίνει σε επιτυχώς διοργανωμένες πανεπιστημιακές εκδηλώσεις του είδους, και που τρόπον τινα δίνει και το μέτρο του επίκαιρου ενδιαφέροντος που σε αυτές συνοψίζεται, το μόνο που εμφανώς έλλειψε από το ακροατήριο ήταν ο απεριόριστος χρόνος προκειμένου να φωτισθούν υπο τύπον ερωτημάτων (συνήθως συγκεκαλυμμένων ή και απροκάλυπτων τοποθετήσεων) παράπλευρες όψεις του αντικειμένου. Αυτό θα επιχειρηθεί στο κείμενο που ακολουθεί, και με την άποψη ότι δικαίως απουσίαζαν από το σεμινάριο αναλυτικές αναφορές που να αφορούν σε συγκεκριμένες επιπτώσεις της νέας εξωτερικής πολιτικής της στη σχέση της με τον εκάστοτε συνομιλητή της τουρκικής διπλωματίας, ή στις εσωτερικές εξελίξεις της χώρας, απότοκες των οποίων είναι εν πολλοίς και η ανάρρηση Νταβούτογλου σε αυτό το κομβικό όσο και εμφανές αξίωμα, απ’όπου δύναται πλέον όχι απλά να επηρεάζει αλλά και να εξαγγέλλει την εξωτερική πολιτική της χώρας του. Ο τίτλος του σεμιναρίου («Η στρατηγική σκέψη του Α. Νταβούτογλου») καθιστούσε σαφές το επίκεντρό του, ό,τι ακολουθεί επομένως αποτελεί ακαδημαϊκού χαρακτήρα συμπλήρωμα, ενδεχομένως μάλιστα εκ του περισσού αφού μόλις εκδοθούν τα κείμενα των ανακοινώσεων και των εργασιών ίσως διαπιστωθεί ότι τα παρακάτω έχουν ήδη επισημανθεί επαρκώς από τους συντελεστές του σεμιναρίου.
Η έλλειψη δεδηλωμένου δόγματος εξωτερικής πολιτικής στο πρόγραμμα του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) την επαύριο της πρώτης του μετεκλογικής αυτοδυναμίας το 2002, κατέστησε για την ηγεσία του απαραίτητη την προσφυγή σε εκφρασμένη πλατφόρμα ιδεών για τη θέση της χώρας στο διεθνές περιβάλλον: οι θέσεις Ναταβούτογλου προσφέρονταν ως ιδεώδες προς επίσημη υιοθέτηση, παρόλον αξιακώς υφίσταντο εν υπνώσει στο υπο τον Τ. Ερντογάν κόμμα πολύ πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης της Τουρκίας από αυτό1.
Κατ’απόλυτη προτεραιότητα όφειλε να παρουσιασθεί ένα νέο εθνικό όραμα που να μπορεί αν όχι να γίνει αποδεκτό από το στρατιωτικό κατεστημένο της χώρας, τουλάχιστον να το αφοπλίσει ιδεολογικά στη σκιώδη διαπάλη για ανακατανομή της εσωτερικής πολιτικής ισχύος στη χώρα. Ο στρατιωτικός παράγοντας, που τόσα καταμαρτύρησε για αντεθνική δράση στα κατα καιρούς ισλαμιστικά πολιτικά μορφώματα της Τουρκίας (και που όλα τους απέσπασαν κυμαινόμενου βαθμού δημοφιλία στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό κυρίως εξαιτίας ενός συνδυασμού επιτυχούς έκφρασης του μηδέποτε εξαλειφθέντος θρησκευτικού αισθήματος στην τουρκική ενδοχώρα παράλληλα με την εφαρμογή συνήθως λειτουργικών οικονομικών προγραμμάτων), δύσκολα θα κατορθώσει να προσάψει παρόμοιες κατηγορίες για «αντιτουρκισμό» στο κυβερνόν κόμμα και κίνημα, απ’τη στιγμή που αυτό φροντίζει πλέον να εμβαπτίσει τον πολιτικό του ισλαμισμό σε ένα όραμα αυτοκρατορικού μεγαλείου. Η κατηγορία της απομάκρυνσης από τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, «έγκλημα καθοσιώσεως» για το κεμαλικό σύστημα αξιών, ελάχιστα μπορεί πλέον να συγκινήσει, πολύ περισσότερο να νομιμοποιηθεί σε αυτόν, τον πατριωτισμό τόσο του μέσου τούρκου ψηφοφόρου, όσο και ειδικώτερα του μέσου στελέχους των τουρκικών ΕΔ -εξ ου και η συχνώτατη μέχρι πρόσφατα προσφυγή στο ακραίο και αντιπαραγωγικό μέτρο των αθρόων αποτάξεων μονίμων στρατιωτικών «επι ζωηρώ ισλαμισμώ».
Λαμβάνοντας υπ’όψη τα παραπάνω, μία σύντομη αναδρομή στη «δέσμη ιδεών Νταβούτογλου» γύρω από την αύξηση του κύρους της διεθνούς φυσιογνωμίας της χώρας δια της προβολής πολιτισμικής ισχύος, το πώς και κατά πόσο αυτή εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου, καθώς και η επίδρασή της σε συγκεκριμένους αποδέκτες της, κρίνονται ενδιαφέρουσες.

«Επαναπροσεγγίσεις και εννοιολογικό ασυνεχές»: σχόλια γύρω από την εξέλιξη της σκέψης ενός ακαδημαϊκού όταν μέσα σε μία δεκαετία περνά από το πανεπιστημιακό βήμα στο υπουργικό θώκο, με βάση τη σταχυολόγηση 2 κειμένων.
Αν πάντως το ΑΚΡ θεώρησε «δέον και ασφαλές» να ανασύρει από την ιδεολογική του φαρέτρα το αυτοκρατορικών αποκλίσεων όραμα του νεοοθωμανισμού2, ο Α. Νταβούτογλου κατέστησε σαφή πολύ νωρίτερα τη θεωρητική του κατασκευή: στην πασίγνωστη διπλή του απάντηση προς τους Fukuyama – Huntington, δεν στέκεται ιδιαίτερα στον πρώτο -περιοριζόμενος να αφορίσει το ούτως ή άλλως εύθραυστο και ενθουσιώδες «τέλος της Ιστορίας» που εξήγγειλε ως Εγελιανών καταβολών ιδεαλισμό με Δυτικοκεντρικό, ναρκισσιστικό περιεχόμενο (τού προσήψε δηλαδή δικαίως ότι πρόβαλε στο σύνολο της Υφηλίου μία εξέλιξη που κατεξοχήν αφορούσε στα ευρωατλαντικά πράγματα, όπως και ήταν στην πρώτη φάση των επιπτώσεών του το τέλος του Ψυχρού Πολέμου)3. Σε ό,τι όμως αφορά την επερχόμενη «Σύγκρουση των Πολιτισμών4» που προμήνυε ο έτερος αμερικανός ακαδημαϊκός, η μεταχείριση που επιφύλαξε σε αυτό το ιδεολόγημα ο τούρκος συνάδελφός του υπήρξε αυστηρή και ενδελεχώς αναλυτική5.
Αφού κατηγοριοποιεί το ούτως ή άλλως αυθαίρετο και κρυπτοξενοφοβικό -κατα βάση αντιδραστικό- ιδεολόγημα του Huntington ως αποθέωση του επιφυλακτικού ρεαλισμού, ο Α. Νταβούτογλου προχωρά σε σκληρή πάντως εύλογη κριτική σύμφωνα με την οποία αφενός μεν ο Huntington παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι περισσότερες μείζονες συρράξεις των νεώτερων χρόνων συνέβησαν «ενδοπολιτισμικά», μεταξύ «συστημικών δυνάμεων του ευρωκεντρικού δυτικού πολιτισμού», ενώ παράλληλα υπενθυμίζει ότι ο αναθεωρητισμός που επιδεικνύουν οι μη-δυτικές δυνάμεις της σύγχρονης εποχής είναι εν πολλοίς δικαιολογημένος, αφού αυτές στερήθηκαν το «ζωτικό τους χώρο» από τα δυτικά ακριβώς κράτη έναντι των οποίων εκφράζουν σήμερα αυτή την εχθρική διάθεση.
Ο Α. Νταβούτογλου παρουσιάζεται δεινός χρήστης των όρων και των εννοιών της σύγχρονης διεθνολογίας με τη χροιά της στρατευμένης γεωγραφίας που χαρακτηρίζει το σύνολο των γεωστρατηγιστών, ειδικά όταν αποτιμά τη χαμένη σταθερότητα του διπολισμού και εκτιμά ότι το τέλος του επέφερε ένα γεωπολιτικό και γεωοικονομικό κενό ισχύος σε ολόκληρη τη Κεντρική Ασία, και που όλοι οι διεθνείς δρώντες θα έσπευδαν να καλύψουν.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον βεβαίως παρουσιάζει ο αφορισμός των ιδεών Huntington ως «στρατηγικού τυχοδιωκτισμού», εφόσον ο Νταβούτογλου υπογραμμίζει τις διατυπωμένες προτροπές του αμερικανού ακαδημαϊκού να επιδοθεί η Δύση σε μία «προληπτική» κατάληψη στρατηγικών σημείων της Υδρογείου που κατοικούνται από μουσουλμανικούς πληθυσμούς και παράλληλα να υποθάλπει ενδομουσουλμανικές συγκρούσεις. Επιπλέον ο Νταβούτογλου στηλιτεύει την ύπαρξη «2 μέτρων και ισάριθμων σταθμών» όταν η Δύση ευαγγελίζεται την αναγόρευση του δημοκρατικού σε ιδεώδες με πλανητική αποδοχή, ενώ στην πράξη ευνοούν τον εκδημοκρατισμό μόνον οσάκις οι δυνάμεις που τον επικαλούνται ταυτίζονται με δυτικές στρατηγικές επιδιώξεις στην εκάστοτε περιοχή. Σε όλους τους τόνους υποδεικνύει εν εκτάσει στις ΗΠΑ να στραφούν σε πολυμερές σύστημα συλλογικής ασφάλειας βασισμένο στην ουσιαστική τήρηση των βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου, κυρίως όμως τις καλεί να επιδείξουν σεβασμό στην πολιτισμική πολυμορφία της Υφηλίου και να προωθήσουν τη διαπολιτισμική συνεργασία. Η ανθεκτικότητα του «αρχετυπικού» αυτού μανιφέστου των απόψεων Νταβούτογλου για τις διεθνείς σχέσεις στο μεταψυχροπολεμικό κόσμο διαπιστώνεται ότι από τις κατα καιρούς απαντήσεις σε αυτό που συντάσσουν μέχρι σήμερα δυτικοί διανοητές, όπως και από την εξακολουθητική επίκλησή του από τον ίδιο, στις συχνές διαφημίσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ως έκφρασης μιας αγαθής και καλοπροαίρετης δύναμης που ο ίδιος και ως υπουργός εξωτερικών της χώρας του προβαίνει. Το εύχρηστον του κειμένου του επιτείνεται από τη γενικόλογη και γι’αυτό προσφερόμενη για ποικίλες αναγνώσεις διατύπωση των απόψεών του. Γεγονός είναι ότι στις ΗΠΑ προτείνει από τότε την επανεξέταση των συμμαχικών τους σχέσεων και την αναβάθμιση επιλεκτικά ορισμένων από αυτές. Οι τελευταίες, ευρισκόμενες σύμφωνα με πληθώρα ενδείξεων στην ιστορική στιγμή της κάμψης και της σταδιακής συρρίκνωσης της ισχύος τους, αντιμετωπίζουν ως μονόδρομο την αναβάθμιση σχέσεων με επιλεγμένους ευμεγέθεις περιφερειακούς συμμάχους («οικονομικώτερη» επιλογή, συγκριτικά με τη συντήρηση πολυμερών συμμαχιών όπου οι συναινέσεις αποσπώνται δυσχερέστερα κι έναντι υψηλώτερου τιμήματος), χωρίς όμως να παραιτούνται από την προσπάθεια ποδηγέτησης των ισχυρών αυτών συμμάχων.
Το απαντητικό στους Fukuyama – Huntington άρθρο δημοσιεύθηκε στις αρχές του 1998, όταν η Γιουγκοσλαβική κρίση (θέμα στο οποίο ο Α. Νταβούτογλου έδειχνε παραπεμπτική προτίμηση) παρήγαγε ακόμη εξελίξεις που σύμπας ο μουσουλμανικός κόσμος θεωρούσε ότι τον αφορούν στο Βοσνιακό μέτωπο, ενώ η διακυβέρνηση Clinton -όπως και η ακόμη μουδιασμένη από το απρόσμενο τέλος του Ψυχρού Πολέμου κοινότητα των πολιτικών επιστημόνων- παρέπαιε μεταξύ εικασιών μονοκρατορίας των ΗΠΑ και πλανητικής από αυτές αστυνόμευσης, σεναρίων παγκόσμιας αταξίας και προτάσεων οικοδόμησης νέων οργανισμών συλλογικής ασφάλειας. Οι παραδοσιακοί ρόλοι των ΟΗΕ – ΝΑΤΟ είχαν τεθεί υπο αίρεση, και οι επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αμφισβητούνταν, είτε σε περιπτώσεις που αποφασιζόταν μονομερής ή/και συλλογική επέμβαση σε τοπικούς πολέμους ενδοκρατικούς ή διακρατικούς, είτε σε στιγμές που η φωνή των νεοαπομονωτιστών κυριαρχούσε και οι ΗΠΑ απέρριπταν τυχόν ανάμιξή τους. Ήταν μία ιστορική στιγμή μετεωρισμού, αναθεώρησης και ανίχνευσης της βιωσιμότητας παραδοσιακών αξιών και ρόλων για το σύνολο των διεθνών δρώντων, που ο Α. Νταβούτογλου σχολίαζε καταγγελτικά από την ασφάλεια των πανεπιστημιακών εδράνων και του βήματος ενός ειδικού Τύπου.
Δέκα χρόνια αργότερα, αποτιμώντας το έτος του 2007 για τις εξωτερικές θέσεις της χώρας του, με κατ’απονομή υψηλό διπλωματικό αξίωμα και σύμβουλος -ουσιαστικά στον προθάλαμο του θώκου του ΥΠΕΞ- του τούρκου Πρωθ/γού, ο Νταβούτογλου παρουσιαζόταν πολύ περιγραφικώτερος και λιγώτερο ερμηνευτικός της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων6. Αφετέρου, η καταστροφική για τις ΗΠΑ και το σύνολο των αισιόδοξων προβλέψεων περι τη «Νέα Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων» οκταετία διακυβέρνησης Μπους του νεώτερου όδευε προς τη λήξη της, και η Τουρκία είχε καταφέρει να διατηρηθεί συνοριακώς αρτιμελής, αν και με τα βασικά της μέτωπα ανοικτά. Ομοίως, οι σχέσεις της με τους κύριους συνομιλητές της στο διεθνές περιβάλλον παρουσίαζαν ένα ιστορικό πλούσιο σε διακυμάνσεις και εμμένουσα αστάθεια.
Απαριθμώντας τις περιοχές ενδιαφέροντος της εξωτερικής πολιτικής της χώρας του, πιθανώτατα υπο το πρίσμα και της μετεωρικής ρωσικής ανόδου ως μείζονος ενεργειακού παρόχου αλλά και μίας ακόμη αποτυχίας στη μεγαλεπίβολη τουρκική πολιτική στην περιοχή, ο Νταβούτογλου αφιερώνει στο δεύτερο αυτό κείμενό του εμφανώς μικρή έκταση στις αναφορές του για τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Η Μ. Ανατολή αντιθέτως, συγκεντρώνει το κύριο ενδιαφέρον του -και είναι αυτή η στροφή στη ρίψη βάρους των κινήσεων της τουρκικής διπλωματίας που φαίνεται από τα γραφόμενά του ότι θα επικρατούσε, όπως και συνέβη. Η ερμηνεία προφανώς οφείλει να συσχετίσει την ιεράρχηση αυτή με το Κουρδικό ζήτημα. Η ύπαρξη μίας de facto οιονεί κρατικής κουρδικής οντότητας, υπο αμερικανική προστασία, στα σύνορα της Τουρκίας και δη των νοτιοανατολικών επαρχιών της με τους συμπαγείς κουρδικούς πληθυσμούς και τις αδιάκοπες αναταραχές εκεί, συνιστά ένα αδιάσπαστο γεωγραφικό σύνολο που παράγει αλληλένδετα προβλήματα στις τουρκοκουρδικές / τουρκοϊρακινές και ταυτόχρονα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Προβλέψιμη χαρακτηρίζεται λοιπόν η συνολική προσέγγιση που προτείνει ο διαμορφωτής της τρέχουσας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής: αφού υπενθυμίσει τον ειρηνευτικό ρόλο του στις Σουνιτικές περιοχές του Ιράκ (σημαντική συνδρομή στις αιμορραγούσες αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή) και υπογραμμίσει την κοινή επιθυμία Ιράν – Τουρκίας για διατήρηση της εδαφικής συνοχής του Ιράκ, υπαινίσσεται σαφώς ότι σε περίπτωση διάσπασής του, η Τουρκία θα πρόβαλλε νόμιμες διεκδικήσεις στις πάλαι ποτέ υπο οθωμανική διοίκηση κουρδικές βόρειες επαρχίες του. Εκείνο που συνήθως διαβλέπουν τρίτοι παρατηρητές όταν αναλύουν τέτοιες τουρκικές δηλώσεις, είναι η οφθαλμοφανής πρόθεση προσάρτησης που εκφράζεται στις τουρκικές προθέσεις, ενώ σπανιώτερα7 αναφέρεται η άλλη όψη του νομίσματος: από την τουρκική οπτική γωνία, κάθε περαιτέρω αναβάθμιση της κουρδικής θεσμικής υπόστασης στο Ιράκ, θα ισοδυναμούσε με επερχόμενο «ντόμινο» εξελίξεων στο τουρκικό Κουρδιστάν. Είναι λοιπόν η μεσανατολική διάσταση του κουρδικού προβλήματος συνολικά, που δεν διαφεύγει της τουρκικής προσοχής, είναι αυτή η οποία γεννά την αυξημένη διαχυτικότητα (απόρροια κοινού προβλήματος) με τις έτερες κρατικές οντότητες που φιλοξενούν ευμεγέθεις κουρδικές οντότητες εντός τους -κυρίως το Ιράν και τη Συρία-, και οδηγεί στη διατύπωση εκτεταμένων ευχολογίων για ειρηνική συνύπαρξη αυτοκρατορικού τύπου, αν δεν κατορθωθεί η διατήρηση ενός ιρακινού κράτους με τα σημερινά σύνορα. Υπο το πρίσμα αυτό καθίσταται εξηγήσιμη και η θεμελιώδης αντίφαση στην οποία περιπίπτει ο κατα τα άλλα αναντίρρητης ακαδημαϊκής επάρκειας Νταβούτογλου όταν ουσιαστικά προτείνει τη διατήρηση του έστω ψευδοΒεστφαλιανής (ακριβέστερα: τυπικά βρετανικής) σύλληψης ιρακινού κράτους, ή ειδάλλως την αναβίωση ομοσπονδιακών προτύπων στην περιοχή -όχι όμως σύμφωνα με τα αμερικανικά αλλά, εύλογα, εναρμονισμένα με τα τουρκικά κριτήρια ασφάλειας. Αν δεν γίνεται να παραμείνουν απογυμνωμένοι από ανεξάρτητη κρατική υπόσταση οι Κούρδοι του Ιράκ, ας τεθούν υπο την τουρκική «προστασία». Σε αντίθετη περίπτωση η ανάλογη ανεξαρτητοποίηση των αδελφών τους της Τουρκίας θα αποκτήσει αυξημένες πιθανότητες ικανοποίησης -αυτό δείχνει είναι και το ουσιαστικό περιεχόμενο ενός κατα βάθος αγώνα επιβιώσεως που διεξάγει το τουρκικό κράτος, ενδεδυμένον με αυτοκρατορική φρασεολογία8.
Στο ευρωπαϊκό «μέτωπο», δύσκολα κρύβεται η γενικώτερη τουρκική πικρία για την απόρριψη μιας συμβατικής εισόδου της στην Ε.Ε., που έμμεσα αποδίδεται σε ελάχιστα φιλικές προς την προοπτική αυτή γαλλογερμανικές κυβερνήσεις, ενώ απουσιάζει κάθε απόπειρα να θιγεί το ζήτημα της πολλαπλής, δυσλειτουργικής ταυτότητας των τουρκικών μεταναστευτικών κοινοτήτων στις ευρωπαϊκές χώρες και η προβληματική, ημιτελής ένταξή τους σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κοινωνικό περιβάλλον, κυρίως ένεκα της πολιτισμικής ασυμβατότητας που ο Α. Νταβούτογλου προτιμά να παραβλέπει εντελώς, όποτε είναι αδύνατο να την υπερκεράσει με την επίκληση της προσφιλούς του (και πράγματι ιδεατής, αλλά συχνά αδύνατης) συνύπαρξης πολιτισμικών ετεροτήτων. Η πικρία του αντίθετα, μεταστοιχειώνεται σε συγκεκαλυμμένες απειλές προς τις ευρωπαϊκές χώρες αναφορικά με την γεωγραφική υπεροχή της χώρας του, νοούμενης ως αξεπέραστου γεωγραφικά ενεργειακού κόμβου που για τη Γηραιά Ήπειρο θα αποτελεί τμήμα (κατ’ευχήν: όχι θρόμβο) μακροχρόνιας αρτηρίας. Απευθυνόμενος ειδικά προς τη γαλλική πλευρά, φροντίζει επιπλέον να τονίσει ότι εάν το συγκεκριμένο κράτος επιδιώκει την ενεργό τουρκική συνδρομή στις μεσανατολικές του χειρονομίες προσέγγισης, είναι απαράδεκτη η αντιφατική γαλλική μεταχείριση της Τουρκίας ως επιθυμητού συμμάχου στις διπλωματικές του πρωτοβουλίες, ενώ την ίδια στιγμή το Παρίσι συμμετέχει πλήρως στην μόνιμη έκφραση ενός μεγαλόφωνου σκεπτικισμού αναφορικά με την έγκριση της τουρκικής ένταξης στην Ε.Ε., σκεπτικισμού που εκπορεύεται κυρίως από το Βερολίνο, το οποίο και καλείται να διαχειριστεί το υπαρκτό ζήτημα μίας ήδη ευμεγέθους τουρκικής κοινότητας με τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν9.
Το πνεύμα που διέπει την πρόσφατη σκέψη του τούρκου Υπουργού Εξωτερικών συνοψίζεται στις εναρκτήριες και τις καταληκτικές παραγράφους του δεύτερου αυτού κειμένου που σχολιάσθηκε: ο διαμετακομιστικός του ενεργειακός ρόλος και η το ειρηνοποιό οθωμανικό παρελθόν της Τουρκίας οφείλουν να αναγνωρισθούν από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας ως σημαίνοντα παγκοσμίως αγαθά. Αποτελεί λογικοφανή προέκταση της ανωτέρω παραδοχής, η διεθνής συναίνεση στο τουρκικό δικαίωμα να αναβαθμιστεί σε παραγωγό ασφάλειας για την ΑφροΕυρασιατική γεωγραφική ενότητα που αποτελεί το νοητό της επίκεντρο -με την αίρεση να παροράται η ιστορική «λεπτομέρεια» ότι η οθωμανική περίοδος που επικαλείται και που στη διάρκειά της είχε υλοποιηθεί παρόμοια ειρηνική συνύπαρξη λαών-θρησκειών-πολιτισμών, αυτή είχε επιβληθεί ως φυσιολογικό επακόλουθο επιβολής της δημόσιας τάξης εντός ενός αυτοκρατορικού μορφώματος που είχε διαμορφωθεί στη βάση της στέρησης εξωτερικής ασφάλειας (για την ακρίβεια: της ίδιας της αυτόνομης πολιτικής ύπαρξης και ελευθερίας) των λαών εκείνων επι των οποίων εφάρμοζε την ανεκτικότητα και την «κοινωνική ειρήνη» δια της στρατιωτικής κατοχής10.

Ορισμένες τάσεις πρόσληψης της νέας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τους αναλυτές αυτής.
Δεδομένου ότι ειδικά στο δεύτερο κείμενο που παρατέθηκε μόλις, ο Α. Νταβούτογλου εκδίπλωνε τις σκέψεις του για τη πορεία των σχέσεων της χώρας του με κρίσιμους εταίρους της αναλυτικά και ξεχωριστά, εν γνώσει της αυξημένης συμμετοχής του στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, κρίθηκε σκόπιμο να αντιπαραβληθούν δίκην «αποκρίσεων» ενδεικτικά απόψεις δυτικών αλλά και μεσανατολιτών αναλυτών που στοχάζονται ατομικά ή συλλογικά περι την ηγεμονία νέων πολιτικών δυνάμεων εντός της Τουρκίας και την επίδρασή τους στην εξωτερική πολιτική της.
_Ευρωπαϊκές προσεγγίσεις: στο επίκεντρο αυτών υφίσταται μία άνευ περιστροφών εύνοια προς τις μεσανατολικές πρωτοβουλίες της Τουρκίας. Σε γερμανικές και ισπανικές μελέτες ή στις πρωτοβουλίες Σαρκοζί διαπιστώνεται πως αν κάπου συμπίπτουν οι σκοποθεσίες Τουρκίας- ΕΕ, αυτές αφορούν το ρόλο τους στην ειρηνευτική μεσανατολική διαδικασία. Εύλογα, εφόσον για τη μεν Τουρκία το συμφέρον είναι ζωτικό λόγω Κουρδικού, ενώ η πολιτική της ΕΕ αναγιγνώσκεται ως απόπειρα μετα-αποικιακής επανεισόδου στα μεσανατολικά πράγματα, οικονομικά κατά προτεραιότητα (στο σημείο αυτό ανιχνεύεται και κάποια σκιώδης ανταγωνιστική σχέση, κατ’ αρχάς με ΗΠΑ). Με λίγα λόγια, η Ευρώπη υποδέχεται ευνοϊκά μόνο αυξημένο μεσανατολικό ρόλο για Τουρκία11 (διόλου συμπτωματικά, μέχρι πρόσφατα οι αραβικές επιφυλάξεις προς αυτήν, εμβαπτισμένες σε αρνητικές μνήμες και αφηγήσεις της οθωμανικής κατοχής, ενισχύονταν περαιτέρω από τη θέαση της συγκεκριμένης χώρας ως «δούρειου κομιστή» των απώτερων δυτικών προθέσεων στην περιοχή –όπως ακριβώς δηλαδή προσλαμβάνουν αρκετοί εταίροι της Ε.Ε. τις υπερατλαντικές πιέσεις για εισδοχή της Τουρκίας στην Ένωση).
Σε ευρωπαϊκές ενστάσεις όμως, προσκρούουν τουρκικές πρωτοβουλίες που αφορούν στη βόρειο εγγύς εξωτερικό της χώρας, και συμπίπτουν με τα πιο πρόσφατα σύνορα της Ε.Ε.-μοιραία δε, εμπλέκουν έμμεσα και αυτή καθ’αυτή την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας12: είναι γεγονός ότι από το 2007 κι έπειτα, μετά την ένταξη Ρουμανίας-Βουλγαρίας στην ΕΕ, η τελευταία είναι φυσιολογικά ενδιαφερόμενη για την επικράτηση διαρκούς ειρήνης και ασφάλειας στη Μ. Θάλασσα -επιπλέον της εξίσου φυσιολογικής της τάσης να περιβάλλεται γενικά από ένα «δακτύλιο» φιλικών χωρών. Υπ’αυτό το πρίσμα, η πρόταση ενεργοποίησης ενός συνεγγυητικού ασφαλείας για Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν-Γεωργία από πλευράς Ρωσίας-Τουρκίας, με σκοπό την απρόσκοπτη λειτουργία των ενεργειακών αγωγών (αυτή, η CSCP είναι μία τουρκική πρωτοβουλία, που σχολιάζεται αρνητικά και στο άρθρο του πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Τουρκία13 ) κινείται ανταγωνιστικά προς το ευρωπαϊκό αντίστοιχο σχέδιο (την EaP ). Σαν απόρροια της άποψης των Βρυξελλών ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι θέσεις των γειτονικών βαλκανικών χωρών-μελών της ΕΕ, προτείνεται να συλλειτουργήσουν οι 2 πρωτοβουλίες, με συμπληρωματική (δευτερεύουσα) την τουρκική. Η ευρωπαϊκή πλευρά προτείνει μία 3η πλατφόρμα – συγκερασμό των 2, με την επωνυμία Black Sea Synergy (BSS) που περιλαμβάνει εκτός των χωρών του Νοτίου Καυκάσου, τόσο την Ε.Ε. δια των τοπικών της εκπροσώπων όσο και τις Ρωσία-Τουρκία, επισημαίνοντας πάντως πως από τη στιγμή που αμφότερες οι 2 χώρες εμπλέκονται σε όψεις των περιφερειακών κρίσεων στο Ν. Καύκασο, δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν μέρος της λύσης (υπο την έννοια ότι λειτουργούν παράλληλα και ως μέρος του προβλήματος).
Σε γενικές γραμμές, παρόλο που γενικά αρκετοί ευρωπαίοι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η σημερινή πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έρχεται περισσότερο ως αποτέλεσμα γεωπολιτικής αναγκαιότητας, επισημαίνεται παράλληλα ότι λόγω των «προσωπικών» της ιεραρχήσεων σε ό, τι αφορά τα Βαλκάνια, το Ν. Καύκασο, και τη Μεσόγειο, οι ΕυρωΤουρκικές σχέσεις παραπέμπουν στις ιδιαιτερότητες των ΕυρωΡωσικών αντίστοιχων.
Καλό είναι τέλος να υπογραμμισθεί εκ νέου ότι ενώ κατά το παρελθόν το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας ήταν έντονα χρωματισμένο από την οικονομική της όψη, η ενταξιακή προοπτική αξιοποιείται σήμερα (όπως απερίφραστα παραδέχεται ο ίδιος ο Νταβούτογλου) από το κυβερνόν κόμμα κυρίως ως μοχλός πίεσης και επιταχυντής των διαρθρωτικών αλλαγών που συντελούνται στο τουρκικό πολιτικό σύστημα14.
_Αμερικανικές απόψεις: εκείνο που μπορεί να διατυπωθεί ως γενική παρατήρηση είναι πως στην αμερικανική στάση ανιχνεύονται αμφίθυμα μηνύματα –κατά πάσα βεβαιότητα εκροές αντίστοιχων αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων στους κόλπους των κέντρων παραγωγής σκέψης γύρω από την πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας.
Ενώ, όπως σημειώθηκε παρατηρείται μία γενική τάση ανάδειξής της σε στρατηγικό εταίρο των ΗΠΑ, και μία πρόθεση απομάκρυνσης από το τραυματικό παρελθόν της πρόσφατης ρήξης τους στο ζήτημα του Ιράκ, δύο διαφορετικές προσεγγίσεις αναδύονται από τις κατά καιρούς αμερικανικές δηλώσεις:
απ’την πρόσφατη του προέδρου Ομπάμα στο κοινοβούλιό τους λχ, συγκρατούμε την έκταση που έδωσε στο κεμαλικό (ως κοσμικό – δημοκρατικό) περιεχόμενο του τουρκικού συντάγματος και κράτους και στη συνεχή και συνεπή υποστήριξη που οι ΗΠΑ παρέχουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Αλλά και πέραν αυτού, ο αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε να εγκρίνει έμμεσα τις νυν προτεραιότητες στις σχέσεις Τουρκίας με την Αρμενία, τους Κούρδους της Τουρκίας, το Μεσανατολικό, παραλλήλισε μάλιστα το τουρκικό άνοιγμα αυτό στην πολυπολιτισμικότητα με το αμερικανικό μοντέλο πολυφυλετικής-πολυθρησκευτικής -πολυπολιτισμικής συνύπαρξης. Επιπλέον, καταφέρθηκε εναντίον του ΡΚΚ, ενώ δήλωσε υπέρ του διαλόγου «Ιρακινής Κυβέρνησης -ηγετών Ιρακινού Κουρδιστάν-Τουρκίας» και γενικά ταυτίστηκε πλήρως με την ειρηνοποιό – πολυπολιτισμική ρητορεία ΑΚΡ-Νταβούτογλου15.
Αφετέρου, δεν απουσιάζουν συμβουλευτικοί τόνοι ειδικά σε κείμενα συντηρητικών αναλυτών, όπως στο τελευταίο άρθρο των R. Abramowitz (πρώην πρεσβευτή των HΠΑ στην Τουρκία κατά την κρίσιμη διετία κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, 1989-1991) και H. Barkey, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Lehigh, που βρίθει αυταρχικών παραινέσεων (“do’s and don’t’s”) κατά τα πρότυπα της εποχής της αμερικανικής μονοκρατορίας. Σε αναλύσεις σαν αυτή, εγκρίνεται σε αδρές γραμμές η κουρδική πολιτική της Τουρκίας (κυρίως προς τους Κούρδους του Ιράκ), γενικόλογα οι απόπειρες εκδημοκρατισμού και μερικής αποστρατιωτικοποίησης τουλάχιστον υψηλών οργάνων όπως του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, κατακεραυνώνονται όμως οι μεσανατολικές της πρωτοβουλίες (βλ και υποσημείωση αρ 13 του παρόντος), η αναβάθμιση των σχέσεών της με τη Ρωσία, όπως και κάθε διατυμπανιζόμενη επίδειξη ισλαμικής ευσέβειας. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική ιεράρχηση των επιθυμητών τουρκικών ενεργειών προβάλει ανάγλυφα σε άρθρα πολιτικών αρεσκόμενων σε άκομψες και ωμές, σαφείς πάντως παρεμβάσεις, όπως το συγκεκριμένο: η Τουρκία θα έχει την αμέριστη αμερικανική συμπαράσταση στα μεγαλεπίβολα σχέδια περι διεθνώς αναγνωρισμένου αυξημένου κύρους της, εφόσον α)δεν αντιτεθεί στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ αναφορικά με συγκεκριμένες περιοχές άμεσου ενδιαφέροντός τους στη Μ.Ανατολή και τη Δυτική Ασία και β)παραμείνει μία μεικτή δημοκρατία του μουσουλμανικού κόσμου –μικτή με την έννοια της συνύπαρξης δημοκρατικών δομών λειτουργίας, φιλελεύθερης οικονομίας, και ευσεβούς έστω, πάντως ρητά απαγορευμένης θεοκρατικής απόκλισης, μουσουλμανικής κοινωνίας. Η εσωτερική αναδιανομή εξουσίας ελάχιστα απασχολεί τους συντάκτες του άρθρου ‘ φροντίζουν όμως να δηλώσουν εμφατικά την εκτίμησή τους ότι το κυβερνόν κόμμα θα επιβιώσει ή θα καταρρεύσει αναλόγως της κουρδικής του πολιτικής (σ121: “The AKP will live or die by its policies towards the Kurds”) –και για τους αμερικανούς αναλυτές το διακύβευμα είναι οι Κούρδοι του Ιράκ. Παρόλη την έναρξη λειτουργίας του αγωγού Κιρκούκ – Γιουμουρταλίκ τον Ιούνιο του 2009, τα ζητήματα που τυχόν ανακύψουν γύρω από το μελλοντικό έλεγχο της πόλης του Κιρκούκ (και των θρυλικής ποιότητας πετρελαιοπηγών που το περιβάλλουν) θα δώσουν αποφασιστικά τον ανάλογο τόνο στις επερχόμενες αμερικανοτουρκικές σχέσεις16.
_Μεσανατολικές αναγνώσεις17: εξέλιξη αδιανόητη μέχρι πριν λίγα χρόνια, όλο και συχνότερα κάνουν την εμφάνισή τους διθυραμβικά δημοσιεύματα του που προσαγορεύουν την Τουρκία ως τη μόνη πραγματική (σοβαρή) χώρα στην ευρύτερη Μ. Ανατολή, αν και μάλλον συγκεκαλυμμένα ευχολόγια συνιστούν, κινούμενα στις κλασσικές γραμμές της αραβικής πολιτικής δημοσιογραφίας (που παραδοσιακά αρέσκεται στην επίκληση εξιδανικευμένων έστω παραδειγμάτων), με σκοπό την παρακίνηση και άλλων μεσανατολικών κυβερνήσεων να μιμηθούν τη νέα κυβερνητική τάξη της Τουρκίας. Παράλληλα νουθετούν έμμεσα την ίδια την τουρκική κυβέρνηση-πρότυπο προεξοφλώντας κι επιβραβεύοντας τάσεις που προς το παρόν μόνον σε προθεσιακό στάδιο υφίστανται. Εκείνο που αξίζει να συγκρατηθεί είναι ο διαρκής χαρακτηρισμός της Τουρκίας ως χώρας αναφοράς στη διπλή βάση των ενεργών δημοκρατικών θεσμών της και παράλληλα της δυναμικής εξωτερικής της πολιτικής, σε αυτό το σημείο μάλιστα διαπιστώνονται τα αδιέξοδα του Ισραήλ και η συγκριτική ανάδειξη του τουρκικού παραδείγματος ως του δεσπόζοντος πλέον επιτυχημένου μοντέλου συγκερασμού σκοπών και μέσων εντεταγμένων αρμονικά στη μεσανατολική πραγματικότητα18.
Σε τέτοια υμνητικά κείμενα η έμφαση δίνεται στη δισκελή προσπάθεια του τουρκικού ancient regime να αμυνθεί (αναστείλει/ακυρώσει τις μεταρρυθμίσεις) χρησιμοποιώντας τις συνταγματικές πρόνοιες και παράλληλα μηχανορραφώντας με την επεξεργασία πραξικοπηματικών σχεδίων. Το σύμπλεγμα στρατιωτικών-υπηρεσιών ασφαλείας-αστυνομιών που ασκεί την πολιτική εξουσία σε πλειάδα αραβικών κρατών κατονομάζεται, και το «τουρκικό πείραμα» χαρακτηρίζεται ως η μείζων εξέλιξη, με ιστορικές προεκτάσεις, που λαμβάνει χώρα στην περιοχή19.
Οι Τουρκοϊσραηλινές σχέσεις ειδικά, αξίζουν χωριστής μνείας όχι τόσο λόγω του αδιαμφισβήτητου στρατιωτικού στρατηγικού ενδιαφέροντός τους, όσο διότι κατά την τρέχουσα ειδικά περίοδο αποτελούν ένα ασφαλέστατο θερμόμετρο «δεκαδικής ακριβείας» αναφορικά με το μεσανατολικό πλαίσιο της τουρκικής πολιτικής, που όπως έχει ήδη αναφερθεί φέρει στον πυρήνα του το σοβαρώτερο υπαρξιακό ζήτημα της χώρας, το Κουρδικό. Από την όλη σχετική φιλολογία που διευρύνεται καθημερινά, θεωρείται ότι σε τα κεντρικά σημεία των προβληματισμών συνοψίζονται εύστοχα σε σχετικό κείμενο ισραηλινής ερευνήτριας που αναρτήθηκε πρόσφατα στο διμηνιαίο ηλεκτρονικό δελτίο του κυπριακού Κέντρου για τις Ευρωπαϊκές και τις Διεθνείς Υποθέσεις του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας και αποτέλεσε κείμενο ομιλίας σε συζήτηση στρογγυλής τράπεζας η οποία φιλοξενήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας στις 15 Ιουνίου του περασμένου έτους20. Η ακριβής χρονολόγηση των παρακάτω σημειώνεται διότι είναι πρόσθετη ένδειξη καταγραφής πλέον των «νέων ανέμων» που πνέουν στις διμερείς αυτές σχέσεις (τη συσσώρευση ενδείξεων αρκετοί ως τώρα υποβάθμιζαν ως μεμονωμένες επικοινωνιακές χειρονομίες, που όμως σπάνια υπονομεύουν ένα καλό κλίμα σχέσεων χωρίς σοβαρού
Τα Ισραηλινά κίνητρα για την εμβάθυνση των σχέσεων με την Τουρκία περιστρέφονται γύρω από το γνωστό και μη εξαιρετέο χρόνιο έλλειμμα ασφάλειας που ταλανίζει τη συγκεκριμένη χώρα ‘ κάθε μετριοπαθής μουσουλμανική και δη μη-αραβική χώρα προσφέρεται ως σανίδα σωτηρίας για τις πολιτικοστρατιωτικές ελίτ του Ισραήλ που αποδύονται σε μια πολυετή απόπειρα αναζήτησης συμμάχων στην περιοχή (η προσφορά εξάλλου στρατιωτικού στρατηγικού βάθους είτε για αεροναυτικές ασκήσεις είτε, και κυρίως, ως ψυχολογική αίσθηση ασφαλών νώτων βρίσκεται στον πυρήνα των κινήτρων του κράτους αυτού σε όλο το φάσμα των σχέσεων του τόσο με την Τουρκία όσο και με την Κύπρο).
Εκτός αυτού, η συνεργασία στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας αντιμετωπίστηκε και από τις δύο χώρες ως ελκυστική προοπτική αμοιβαίου ενδιαφέροντος, τόσο για την ανεπτυγμένη ισραηλινή όσο και για την αναδυώμενη τουρκική αντίστοιχη υποδομή. Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στο απόγειο των διμερών σχέσεων την εξαετία 1996-2002, μέχρι δηλαδή τη στιγμή που το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο καθόριζε κατα προτεραιότητα -αν όχι αποκλειστικότητα- την ιεράρχηση των εξωτερικών σχέσεων της χώρας21.
Ως εσχάτως είθισται, η πηγή των δεινών εντοπίζεται στην ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από το AKP, κυρίως όμως η στασιμότητα, ψύχρανση και σύντομα επιδείνωση των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων αποδίδεται στην ανάληψη στρατηγικού ρόλου σχετικά με τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας του από τον Α. Νταβούτογλου (μία ακόμη καταγραφή αμηχανίας από τη συνήθως άμεσων αντανακλαστικών ισραηλινή διπλωματία και νομιμόφρονα ακαδημαϊκή κοινότητα: ούτε ο ίδιος ο Ερντογάν, ούτε και άλλα μέλη της τουρκικής συμπολίτευσης φανήκαν φειδωλά σε αντι-ισραηλινή ρητορεία, μέχρι στιγμής όμως για εξιλασμό στοχοποιείται σχεδόν αποκλειστικά ο υπουργός εξωτερικών).
Προς το παρόν, η ισραηλινή πλευρά περιορίζεται να καταγράφει τη μεταστροφή της τουρκικής πλευράς και να αναζητά πολιτικές ερμηνείες γι’αυτήν.
Φυσιολογικά, ο ρόλος της Τουρκίας ως διαπολιτισμικού διαμεσολαβητή μεταξύ Παλαιστινίων – Ισραήλ δεν θεωρείται καλοδεχούμενος από το τελευταίο, ούτε όμως και η ισραηλινή ανάμειξη στα θέματα εκπαίδευσης του προσωπικού των σωμάτων ασφαλείας του σκιώδους κουρδικού κράτους στο Ιράκ (και μάλιστα με κατά πάσα βεβαιότητα αμερικανική έγκριση του παραπάνω εγχειρήματος), ευνόητο είναι ότι μπορεί να τύχει της παραμικρής ανάλογης τουρκικής επιδοκιμασίας. Μόνο που η τουρκική σειρά αιτιάσεων είναι πιο μακροσκελής: περιλαμβάνει την ισραηλινή προσυπογραφή της ταύτισης της μουσουλμανικής θρησκείας με τους απανταχού φορείς της «διεθνούς τρομοκρατίας», καθώς και έναν ευρύτερο ανταγωνισμό με το Ισραήλ για αναγνώριση περιφερειακού ρόλου από τα Δυτικά κέντρα ισχύος.
Η Τουρκία εμφανίζεται να αποζητά τον χαρακτηρισμό της ως χώρας-εκπροσώπου των σύγχρονων μουσουλμανικών δικαίων στις 3 περιοχές δεδηλωμένου ενδιαφέροντός της (Βαλκάνια-Καύκασος-Μ.Ανατολή) άμεσα, κι αργότερα ευρύτερα. Στο κατηγορητήριο της προς το Τελ Αβίβ εγγράφονται αυτά τα παράπονα άρνησης του διεκδικούμενου νέου τουρκικού status. Η αμοιβαία καχυποψία η οποία εμφανίζει σημεία παγίωσης φαίνεται λοιπόν να οικοδομείται επι μιας «ανταλλαγής δυσφημιστικών γενικεύσεων» που η μέχρι τώρα αποφυγή τους ιδεολογικοποιούσε τις συγκλίσεις των δύο χωρών: η Τουρκία κατηγορεί στο πρόσωπο του Ισραήλ όλα όσα θεωρεί ότι η Δύση και οι τοπικοί δυναμικοί της εκπρόσωποι έχουν επισυσσωρεύσει εις βάρος συλλήβδην των μουσουλμανικών πληθυσμών, και από την άλλη πλευρά το Ισραήλ προσάπτει κακές εναντίον του προθέσεις κάθε φορά που ένας πολιτικός σχηματισμός με συχνές αναφορές στο Ισλάμ αναλαμβάνει τα κυβερνητικά ηνία σε μία χώρα.

Συγκεφαλαιώσεις
Η απόπειρα νομιμοποίησης των δομικών μετασχηματισμών τους οποίους επιχειρεί το κυβερνόν κόμμα και οι κοινωνικοοικονομικές ομάδες που αυτό εκφράζει πολιτικά, διέρχονται αναπόφευκτα από την προβολή ενός νέου οράματος που θα συσπειρώνει -δεδομένου ότι σεβαστό τμήμα της μεταρρυθμιστικής ατζέντας του ΑΚΡ φαντάζει σε κυμαινόμενο βαθμό διχαστικό22. Η ευφυής δέσμη των ιδεωδών που προβάλει ο νυν υπουργός εξωτερικών της γείτονος διαθέτουν ευκαμψία και ρώμη κατα το ότι διεμβολίζουν (με μία ορισμένη αυθαιρεσία στην τελική τους σύνθεση) εκείνους τους αποδέκτες που η μέχρι τώρα εκάστοτε υψηλή σκοποθεσία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αδυνατούσε να ικανοποιήσει όλους μαζί ταυτόχρονα. Για την ακρίβεια, οι σχετικά αυτοσυγκρατούμενες προθέσεις των καταρρεουσών κεμαλικών ελίτ, παρόλον υπήρξαν μάλλον προϊόν μίας αμυντικογενούς θέασης της γεωγραφικής θέσης της χώρας ( «το επισφαλές για τον κάτοχό του σταυροδρόμι που πολλοί επιβουλεύονται / ορέγονται»23), παρά υλοποίηση συνειδητής επιλογής του αριστοτελικού κελεύσματος περι εξοικονόμησης ενός τμήματος των δυνάμει προοπτικών και αποφυγής κατασπατάλησής τους δια της μετατροπής τους σε εν ενεργεία καταστάσεις, απέδωσαν έως τώρα τη ζητούμενη ισορροπία στις σχέσεις της Τουρκίας με τον κόσμο, δίχως βέβαια να αποφευχθούν οι κατα καιρούς τραμπουκισμοί ενάντια στο σύνολο σχεδόν των όμορων με αυτή χωρών -και με τη θλιβερή εξαίρεση της πάγιας επιθετικότητάς της προς τις Ελλάδα-Κύπρο (επικαλούμενη με την πρώτη ανοικτούς λογαριασμούς και με τη δεύτερη ζητήματα ασφαλείας της) . Εκείνο που παρατηρείται να μεταβάλλεται δομικά σχετίζεται με την ίδια την τουρκική αυτοσυνειδησία, και τις νέες παγκόσμιες ισορροπίες, όπως τις έχει συλλάβει ο Α. Νταβούτογλου. Παρόμοιες καμπές στην εξωτερική πολιτική της χώρας αυτής έχουν να παρατηρηθούν από το τέλος της δεκαετίας του 1940, όταν απρόθυμα οι τότε κυβερνόντες έκριναν ότι η σοβιετική ζωηρή επιθυμία επαναδιαπραγμάτευσης των κοινών συνόρων τους και του καθεστώτος των Στενών δεν τούς άφηνε περιθώριο εναλλακτικής επιλογής πέραν της μονοδιάστατης συμμαχίας με έναν από τους 2 αναδυόμενους πόλους ισχύος του παγκόσμιου συστήματος. Η επαναφορά σε πιο πλουραλιστικές προσεγγίσεις των τουρκικών διεθνών σχέσεων επήλθε, ως δεύτερη χρονικά ορατή αλλαγή πλεύσης, σε μία περίοδο σύμπτωσης μεταβολής συνθηκών που προσομοιάζει αρκετά την τωρινή συγκυρία.
Συντελέσθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν εξωτερικές εξελίξεις24 συνδυάστηκαν με την ανάδυση πολιτικών δυνάμεων που, όπως και σήμερα, επιθυμούσαν επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής θέσης της Τουρκίας παράλληλα με την άρση των σιωπηρών διώξεων της ενεργούς θρησκευτικής έκφρασης25. Μόνο που τότε, το περιθώριο ελιγμών στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων (κάποια οξεία στροφή ακόμη και σε ενεργό ουδετερότητα της χώρας), κρίθηκε ως σχεδόν αδύνατη εξαιτίας της υφιστάμενης στρατιωτικής ισχύος της ΕΣΣΔ, ενώ ο ευμετάβλητος μεταψυχροπολεμικός κόσμος, ειδικά μετά τη σχετικά βραχεία περίοδο της αμερικανικής μονοκρατορίας, παρουσιάζει επιτέλους ευκαιρίες για πολυδιάστατη διπλωματία και αποδυναμώνει την επιχειρηματολογία των επιφυλακτικών φωνών στο εσωτερικό της Τουρκίας που φοβούνται κινδύνους διαμελισμού της σε συνδυασμό με την απώλεια «συνδικαλιστικών» προνομίων26. Έτσι, οι αναδυώμενες κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις της χώρας, διεκδικούν εκείνη την αναδιανομή ισχύος στο εσωτερικό της χώρας που θα αντανακλά το ρόλο τους στην αύξηση του «υπαρξιακού αποθεματικού» της χώρας, ενώ οι εξωτερικές συνθήκες, απαλλαγμένες από τη μανιχαϊστική ευκολία ενός σταθερού δυϊσμού, επιτρέπουν την διατύπωση μίας τολμηρής και υψηλόφρονος σκοποθεσίας που οι πολιτικές δυνάμεις του κεμαλισμού δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν. Οι λόγοι διατήρησης σε ζωή ενός ήδη παρατεταμένου καθεστώτος κράτους εκτάκτου ανάγκης, επιβεβλημένου από μία καθαρά συγκυριακή αλληλουχία (ελληνοτουρκικός, αμυντικός πέρα από ένα σημείο και εξαιτίας αυτού τροφοδότης του σύγχρονου τουρκικού εθνικισμού, στρατιωτικός αγώνας μέχρι το 1922, «φυσιολογική» επακόλουθη δια βίου διακυβέρνηση από τον εθνοσωτήρα Ατατούρκ, 2ος Παγκόσμιος και ακολούθως Ψυχρός Πόλεμοι) φαίνονται να έχουν εκλείψει για το προσεχές προβλέψιμο μέλλον, γι’αυτό και δεν αναβάλλονται πλέον «λόγω κρίσιμων στιγμών για την πατρίδα» οι δραματικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό που καθυστερούσαν με την επίκληση των ανωτέρω κινδύνων μέχρι πρόσφατα27. Η ευστοχία των ιδεολογημάτων Νταβούτογλου θα ήταν αδύνατη πρακτικά, χωρίς αυτήν την αναγκαία συνθήκη μεταβολής του παγκόσμιου συστήματος ασφάλειας, εφόσον όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ιδέες του δεν αποτελούν καινοφανείς συλλήψεις. Η βιωσιμότητά τους αντιθέτως, ενισχύεται από τη σκοπιμότητα ύπαρξής τους στο εσωτερικό αυτή τη φορά, και είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που ανιχνεύεται η επιτυχία τους στο επίπεδο των πολλαπλών αποδεκτών: στους μεν στρατιωτικούς δίνει λόγο (δεν τον αμφισβητεί) ύπαρξης, εφόσον προβλέπει τη μεγέθυνση της ισχύος της χώρας σε μία με χαρακτηριστικά παγκόσμιας δύναμης, ενώ για τον ίδιο λόγο αφοπλίζει συνολικά το κεμαλικό ιδεολογικό εποικοδόμημα (ποίος θα μπορούσε να κατηγορήσει εύκολα κάποιον που θέτει σαν συλλογική σκοποθεσία το «εθνικό μεγαλείο» χωρίς να αποφύγει τον κίνδυνο μομφής ως εθνικού μειοδότη; -ειδικά μάλιστα από τη στιγμή που όπως αναφέρθηκε, το πρόταγμα προβολής της «ήπιας» πολιτισμικής ισχύος σε συνδυασμό με την έλλειψη εμφανούς εξωτερικής απειλής αποδυναμώνουν εκείνες τις φωνές που θα μπορούσαν να διατυπώσουν το μόνο εχέφρονα αντίλογο ότι ελλοχεύει κίνδυνος έκθεσης σε επιζήμιους τυχοδιωκτισμούς). Στον πυρήνα όμως της αναγκαιότητας αξιοποίησης μιας νέας διεθνοπολιτικής ιδεολογίας για την Τουρκία, βρίσκεται, σε αντίθεση με τη δεκαετία του 196028, ένα σύνθετο εσωτερικό πρόβλημα με εθνοτικό, και ως εκ τούτου δυνητικά διεθνές περιεχόμενο. Εκτιμάται ότι και αν ακόμη καταρρεύσει η μαξιμαλιστική σκοποθεσία της υπερεθνικής, πολυσυλλεκτικής, ανεκτικής και δημοκρατικής οθωμανικής εκδοχής του Ισλάμ ως εμπορεύσιμου ιδεολογήματος -υπάρχει το αλησμόνητο προηγούμενο της Οζαλικής «πορείας προς Ανατολάς», που όμως συνέβη υπο άλλες συνθήκες και με κύριο αποδέκτη τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, ενώ η παρούσα απόπειρα διαθέτει ευδιάκριτο μεσανατολικό κέντρο βάρους-, ακόμη και αν κατορθωθεί να κερδηθούν μόνο οι κουρδικοί πληθυσμοί, αυτό θα θεωρηθεί και δικαίως υπερεπαρκής επιτυχία. Εάν, άλλοις λόγοις, επιτευχθεί η ανανέωση της πολιτικής κυριαρχίας της Άγκυρας επι των νοτιοανατολικών επαρχιών της χώρας με χρήση μίας ‘ιδεολογίας του πολιτισμού’ αντί του ως τώρα στρατιωτικού χειρισμού του ζητήματος29, η νέα πολιτική εξουσία της Άγκυρας και το κοινωνικοοικονομικό της ακροατήριο θα έχουν επιτύχει μία διπλή νίκη ολκής, αφενός της διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, και αφετέρου της επιβολής επι των Κεμαλικών που θα έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς θεματοφύλακες αυτής30.
Η Άγκυρα έτσι, θα έχει επιβληθεί «δια της Κωνσταντινουπόλεως» (με την έννοια της επιτυχούς επίκλησης του πολυεθνικού οθωμανικού προηγούμενου) στη νοτιοανατολική Τουρκία, και ταυτόχρονα θα έχει επιτύχει την αναγνώριση των πρωτείων «στην Άγκυρα έναντι της Κωνσταντινούπολης» (από την άποψη της επικράτησης των «εύρωστων οικονομικά, ευσεβών, μεσαίων στρωμάτων μίας νέας εμποροβιομηχανικής τάξης με χώρο προέλευσης την επαρχιακή Κεντρική Τουρκία»31 επι των κοσμικών, εξευρωπαϊσμένων Τούρκων της Πόλης, κι όχι με πεδίο αναφοράς την ανεπιθύμητη προφανώς, ιστορικού χαρακτήρα, αντιδιαστολή του λίκνου του Κεμαλισμού προς την πρωτεύουσα του Χαλιφάτου).
Παράλληλα όμως, θα έχει υπερπηδηθεί και μία παθολογική αστάθεια που ταλανίζει το σύγχρονο τουρκικό κράτος εκ γενετής, και που μοιραία επανήλθε στην επιφάνεια της συλλογικής συνείδησης της χώρας, απ’τη στιγμή που οι μεν λόγοι που τη δημιούργησαν εξακολουθούν υφιστάμενοι, οι δε αφορμές καταστολής της εκλείπουν σταδιακά, και μάλιστα δίχως να έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν «εκτονωτικές βαλβίδες» στο μεσοδιάστημα: η καταπίεση Κούρδων και Ισλαμιστών (αντιΚεμαλικών) έλαβε με το πέρασμα των δεκαετιών έντονα χαρακτηριστικά οικονομικού, εκτός του κοινωνικού, προοδευτικά μάλιστα σχεδόν ταξικού αποκλεισμού, και οδήγησε εν τέλει στη σύμπηξη μίας σκιώδους συμμαχίας αυτών των δύο. Μολοντούτο, αρκετοί από τους δεύτερους δεν απώλεσαν τον τουρκικό τους αυτοπροσδιορισμό και την πατριωτική αυτού εκφορά (με μικρή τη συνεισφορά της βιαστικής ιδεολογικής λεηλασίας του Χαλιφάτου από τον Ατατούρκ, νωρίς μετά την επικράτησή του). Έτσι, εκτυλίχθηκε ένας μετεωρισμός ημιτελούς εθνικής ταυτότητας που όμως ποτέ δεν ολοκληρώθηκε σε πλήρως αντιδιαμετρικό διαχωρισμό και αποκρυστάλλωση ορατών συγκρουσιακών μετώπων του τύπου «ή πιστός μουσουλμάνος ή τούρκος πατριώτης» στα πλατύτερα στρώματα της τουρκικής επαρχίας32. Στη νέα τουρκική ηγεσία πιστώνεται η κρίσιμη αυτή επαναδιαπραγμάτευση και συμφιλιωτική αποδοχή του οθωμανικού παρελθόντος των σύγχρονων Τούρκων33.
Η αναζήτηση λοιπόν εδάφους νομιμοποίησης των εσωτερικών αλλαγών στο σύστημα κατανομής πολιτικής ισχύος εντός της Τουρκίας αποτελεί το ζητούμενο που επιχειρείται με προβολή του νεοοθωμανικού οράματος ως οχήματος αναβάθμισης στις διεθνείς σχέσεις της χώρας αλλά και ταυτόχρονα πεδίο δοκιμασίας του ως «σωτήριου κλειδιού» το κύριο εσωτερικό πρόβλημα της. Η απόπειρα αυτή στρεφόμενη στην εύρεση εξωτερικών συμμάχων, ανατροφοδοτεί τον απώτερο εσωτερικό σκοπό ταυτόχρονα όμως φωτίζει και τα όρια σύνθεσης θεμελιωδώς αντίρροπων εννοιών. Δεν γίνεται επι παραδείγματι να προβάλλεται στο μεν εσωτερικό η ευρωπαϊκή προοπτική ως ζήτημα με προεκτάσεις α)πολιτικού γοήτρου για τη διεθνή φυσιογνωμία της χώρας, β)κατοχύρωσης της ελεύθερης μετακίνησης αγαθών και ανθρώπων σε μια νομικοοικονομική ένωση αδιαμφισβήτητης παροντικής αίγλης και ισχύος (αν και αμφίβολων μακροπρόθεσμων προοπτικών οικονομικής ανάπτυξης ή έστω ανάκαμψης), γ) συμμετοχής σε ένα ανεκτικό νομοθετικό πλαίσιο με την ένταξη στο ευρύτερο «ευρωπαϊκό κεκτημένο»34, και παράλληλα απόρροια των ευεργετημάτων από τη διαδικασία αυτή να είναι η αναγνώριση του δικαιώματος δυναμικής προβολής μίας θρησκευτικότητας που στην Ευρώπη αντιμετωπίζεται ως τμήμα ενός ανεπιθύμητου μισαλλόδοξου παρελθόντος και κυριαρχίας μίας μεταφυσικής με πανίσχυρα ιερατεία που η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός έθεσαν τέρμα στη ζοφερή τροχοπέδη τους35. Κατ’αυτόν τον τρόπο, η μεν σημερινή τουρκική ηγεσία αποπειράται να αυτοπροβληθεί ως φορέας ενός «κρατικού Ισλάμ με ανθρώπινο πρόσωπο» που θα δελεάσει τη Δύση ως εξαγώγιμο μοντέλο προς τρίτες μουσουλμανικές χώρες, η δε Δύση (και κατεξοχήν οι ΗΠΑ) παρουσιάζονται πρόθυμες να ενισχύσουν το όραμα μεγέθυνσης της τουρκικής θέσης στον κόσμο, με την προϋπόθεση όμως του περιορισμού του πολιτικού ρόλου του Ισλάμ ως πολύτιμου συστατικού στοιχείου της σύγχρονης τουρκικής ταυτότητας (περιττό κρίνεται να προστεθεί σε αυτό το σημείο η πασίγνωστη αντίφαση του αιτήματος ένταξης σε μία οικογένεια κρατών, σε ένα εκ των οποίων έχει εισβάλει και κατέχει παράνομα, ενώ άλλο το απειλεί ευθέως με πόλεμο).
Ίσως πάντως η μείζων αδυναμία της απόπειρας συγκερασμού σχεδόν αλληλοαποκλειόμενων σκοπών να αποτυπώνεται χαρακτηριστικότερα στην ιδεολογική αντίφαση που προκύπτει όποτε επιχειρείται η αναγωγή των νέων προσεγγίσεων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε θεμελιώδη θεωρητικά σχήματα της δυτικής πολιτικής φιλοσοφίας –σκέψη που προήλθε από προσωπική επανερμηνεία κάποιων θέσεων του γνωστού τούρκου ευρωπαϊστή πανεπιστημιακού Kemal Kirisci. Αυτός, σε σημαντικό κείμενό του το 200636, και επιχειρηματολογώντας υπέρ της τουρκικής αποδοχής στην Ε.Ε. ως πλήρους μέλους, δίνει την εντύπωση πως προσυπογράφει την οπτική Νταβούτογλου, την οποία εμμέσως παραλληλίζει με το όραμα του μέγιστου γερμανού φιλοσόφου Ι. Καντ, υποπίπτοντας σε αυτό το σημείο σε μία (συχνά απαντώμενη) σύγχυση της έννοιας «ειρηνική συνύπαρξη δια της οικονομικής-πολιτισμικής αλληλεξάρτησης δημοκρατικά οργανωμένων κοινωνιών» και του περιεχομένου του όρου «ήπια ισχύς».
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της «διαρκούς ομοσπονδίας λαών με σκοπό την παγκόσμια ειρήνη», ο Καντ σαφώς μιλά για μία ελεύθερη ένωση, στην οποία τα κράτη μπορούν να προσχωρούν όπως και να αποχωρούν ατιμωρητί, και δεν φαίνεται καθόλου διατεθειμένος να νοθεύσει την προαίρεση αυτή, όσα λειτουργικά προβλήματα κι αν συνεπάγεται, αφού απορρίπτει κατηγορηματικά μία παγκόσμια δεσποτική μοναρχία ως πραγματιστικό, πλην αθέμιτο όχημα εφαρμογής των προτάσεών του εφόσον τυχόν υιοθέτησή του θα συνεπαγόταν μονολιθική επιβολή αντί της επιθυμητής διαιώνισης της ελεύθερης πολύμορφης ποικιλίας στα κοινωνικά ανθρώπινα πράγματα37. Μένει να αποδειχθεί κατά πόσον οι τουρκικές ηγεσίες και κοινωνία θα παρουσιαστούν στην πράξη διατεθειμένες να προσφέρουν στους σύγχρονους Κούρδους το παραπάνω Καντιανό περιεχόμενο συνύπαρξης εντός μίας διευρυμένης ομοσπονδίας38, όπως επίσης να αποδείξουν ότι κάτι ουσιαστικά αντίστοιχο προσέφερε ιστορικά η Οθωμανική αυτοκρατορία στις υπήκοες συλλογικότητες που την συνάρθρωναν.
Ο J. Habermas αφετέρου, υποστηρίζει στο κριτικό του υπόμνημα γύρω από το συγκεκριμένο Καντιανό κείμενο αναφοράς ότι η «αποεθνικοποίηση» μίας οικονομίας (νοούμενη ως η ένταξή της σε μία πλανητική δικτυοκεντρική χρηματιστηριακή αγορά) συνεπάγεται τη συρρίκνωση της εκάστοτε κρατικής κυριαρχίας σαν άσκησης επιρροής με πολιτικά μέσα39, ενώ παράλληλα απαιτείται η γενικότερη άμβλυνση των ορίων μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής – στοιχείου που για τα κυρίαρχα κράτη έχει καταστατική σημασία. Ο J. Habermas συνεχίζει στην ίδια παράγραφο: «Συχνά η άσκηση επιρροής στους τεθέντες από το πλαίσιο όρους υπο τους οποίους παίρνουν τις αποφάσεις τους άλλα δρώντα υποκείμενα είναι σημαντικώτερη απ’ό,τι η άμεση επίτευξη των στόχων, η άσκηση διοικητικής εξουσίας ή η απειλή βίας. Η καλούμενη soft power εκτοπίζει τη hard power και αφαιρεί από εκείνα τα υποκείμενα, στα μέτρα των οποίων ήταν κομμένος και ραμμένος ο συνασπισμός ελεύθερων κρατών του Κάντ, τη βάση της ανεξαρτησίας τους»40. Το εδάφιο αυτό φέρει την πορεία της επεξεργασίας των τουρκικών ιδεών στον επόμενο σταθμό κεντρικής έννοιας, αυτής της «ήπιας ισχύος» στην οποία αρέσκεται να στηρίζει μέγα τμήμα το θεωρητικού του εποικοδομήματος ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών (και στην οποία ούτε ο K. Kirisci παραλείπει να παραπέμψει, στο παραπάνω κείμενό του). Εικάζεται σε τούτο το σημείο πως ρόλο εγκολπίου για τη σύλληψη της κατά Νταβούτογλου ανάγνωσης του όρου διαδραμάτισε ένα άλλο άρθρο που δημοσιεύθηκε καθώς εξέπνεε η ψυχροπολεμική περίοδος. Σε αυτό, ο υψηλού κύρους συντάκτης του διατύπωνε με ρωμαϊκής υφολογίας κυνικό ρεαλισμό το περιεχόμενο της «ήπιας ισχύος» στη σύγχρονη εποχή41.
Διευθύνοντας τότε το «Κέντρο Διεθνών Υποθέσεων» του Harvard, J. S. Nye ξεκινούσε την ανάλυση του θέτοντας σαν αναγκαία και ικανή συνθήκη για την εφαρμογή «ήπιας ισχύος» τη διέλευση προηγουμένως ενός κράτους από το στάδιο της συσσώρευσης και άσκησης ωμής δύναμης η οποία συνδέεται άμεσα με την κατοχή και χρήση φυσικών πόρων. Αυτή πάντως, η προνομιακή ή/και αποκλειστική πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, δεν έχει απωλέσει τη σημαίνουσα αξία για έναν δρώντα στην τρέχουσα περίοδο –εκείνο που διαπιστώθηκε ότι επιβάλλεται να μεταβληθεί είναι η μέθοδος προσάρτησης, ή έστω χρησικτησίας τους. Από αυτήν την άποψη, η προσφυγή σε μη-βίαια μέσα επιβολής κρίνεται από το Nye ως οικονομικώτερη, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και σχετικά, λόγω του ότι δεν εγείρει φοβικές αντιδράσεις γειτονικών ή μεγαλύτερων δυνάμεων, εκτός της μηδαμινής απαίτησης αρχικής επένδυσης (συγκριτικά πάντοτε με την ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος). Στην περίπτωση αυτή, η συρρίκνωση κλασικών κρατικών δικαιωμάτων (συνοριακής κυριότητας, κεντρικού πολιτικού ελέγχου επι εθνοτικών, κοινωνικών ή οικονομικών παραγόντων) φαντάζει λιγώτερο επαχθής. Η αλληλεξάρτηση θεωρείται θεμελιώδης συνθήκη για την άσκηση της ήπιας δύναμης, από τη λεπτομερή της ανάλυση όμως προκύπτει ότι συνήθως βασίζεται σε ανισοκατανομή των επιμέρους δεικτών ισχύος των εμπλεκομένων, στην ασφάλεια ή την οικονομία πχ, ούτως ώστε να καταλήγει σε λειτουργικούς πειθαναγκασμούς μεταξύ των αλληλεξαρτημένων μερών. Ούτε η έννοια της αλληλεξάρτησης είναι λοιπόν απαλλαγμένη από πρόσημα ισχύος, η ωφέλειά της επομένως κυμαίνεται για το κάθε μέρος και δεν είναι εξορισμού ίσης ποσότητας και ποιότητας. Ο J. Nye παρατηρεί τέλος ότι η αμοιβαίας αποδοχής άσκηση ήπιας ισχύος συμβαίνει ευκολώτερα ανάμεσα σε πλευρές με πολιτισμική και ιδεολογική συμβατότητα –γι’αυτό εξάλλου και πιστεύεται ότι κατά βάθος ασκεί τέτοια ιδεοληπτική γοητεία στον Α. Νταβούτογλου: εξ ορισμού εμπλέκει ευχερέστερα τόσο τους Κουρδικούς, όσο και ευρύτερα μεσανατολικούς πληθυσμούς. Από αυτήν την άποψη, η άρση των γλωσσικών απαγορεύσεων στους Κούρδους, όπως και οι στενές επαφές του (ούτως ή άλλως αραβομαθούς) Νταβούτογλου με ηγεσίες χωρών της περιοχής, εντάσσονται στο πλαίσιο άσκησης μίας συνεπούς προς τα αναφερθέντα εξωτερικής πολιτικής «ήπιας ισχύος». Γενικά, μια σύνθεση του τύπου «μικρώτερος πολιτικός έλεγχος επι των κουρδικών πληθυσμών εντός και εκτός τουρκικών συνόρων με αντάλλαγμα τη συνδιαχείριση πετρελαϊκών κερδών από το ευρύτερο Κιρκούκ» ηχεί ο ιδανικός συνδυασμός παραλογισμού και αναθέματος για κάθε εχέφρονα Κεμαλικό δημόσιο λειτουργό –ίσως και όχι μόνο. Συχνά βεβαίως, οι συνθήκες επιβάλλουν κάθε λογής «εξωτικούς» ad hoc χειρισμούς.

Η μετεγγραφή της ήπιας ισχύος στα ελληνοτουρκικά πράγματα
Με λίγα λόγια, οι τουρκικές αναφορές προσβλέπουν στην ήπια ισχύ ως μέσου επιβολής , όμως η χρήση αυτής δεν συνεπάγεται απαραίτητα συναλλαγή με έκβαση κέρδους για ένα αποκλειστικά από τα συμβαλλόμενα μέρη ‘ αυτή, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε αμοιβαίου συμφέροντος συμβιβασμούς μόνον αφότου τα 2 μέρη έχουν απομακρυνθεί επίσης και από την επιθυμία απόλυτης κυριαρχίας, πέραν του εξοβελισμού των ρηξιακών μεθόδων υπερκέρασης των διαφορών τους (“zero-sum game as against the win-win process”). Τότε και μόνον τότε τα μέσα του διαλόγου (τα ειρηνικά) έχουν νόημα ύπαρξης: αφού πρώτα έχει γίνει αποδεκτό από την κάθε πλευρά ότι θα έχει παραιτηθεί από την προσδοκία του μέγιστου κέρδους. Παραμένει προς απόδειξη κατά πόσον αυτή η προσέγγιση μπορεί να γνωρίσει εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφ’ης στιγμής η επαναδιαπραγμάτευση του Αιγαιακού καθεστώτος ειδικά, αλλά και του συνόλου των ζητημάτων των ελληνοτουρκικών διαφορών προϋποθέτει αποκλειστικά ελληνικές απώλειες, με άλλα λόγια διαφαίνεται πως απαιτεί εκ προοιμίου από την ελληνική πλευρά κατευνασμό με σκοπό την ειρήνευση –ένα είδος αυτοκαταστροφικής εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων έναντι της αποφυγής ολοκληρωτικής πολεμικής εμπλοκής. Ιστορικά, πρόκειται για το είδος διακανονισμού που επιλέγουν ορθολογικά συναλλασσόμενες πλευρές με δραματικές ανισότητες στο μεταξύ τους ισοζύγιο δυνάμεων και δυνατοτήτων, πρόκειται δηλαδή για τη μοναδική προοπτική που απομένει –δίκην αυτοεκπληρούμενης προφητείας- αν έχει προηγηθεί συσσώρευση υποχωρητικότητας σε βαθμό ανατροπής της ισορροπίας ισχύος ενδοσυστημικά.
Με την εξαίρεση της πιθανότητας ύπαρξης κάποιας «μυστικής συμφωνίας» μεταξύ της ελληνικής πλευράς και της τωρινής τουρκικής πολιτικής ηγεσίας να οδηγηθούν οι διμερείς σχέσεις σε μία δομική επαναδιαπραγμάτευση του ψυχροπολεμικού καθεστώτος τους δια της σταδιακής αποκλιμάκωσης και του σιωπηρού παραγκωνισμού των τουρκικών στρατιωτικών πρακτικών (για τον οποίο «διακριτικό διακανονισμό» δεν διατίθενται αδιαβάθμητες ασφαλείς ενδείξεις), – και αν εξαιρεθεί ως εξτρεμιστική και μακροπρόθεσμα ασταθέστερου αποτελέσματος η Κονδύλειος προτροπή για εξαπόλυση ενός συμβατικού προληπτικού πολέμου από ελληνικής πλευράς-, ως πλέον βιώσιμη προοπτική χειρισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων φαντάζει, από ελληνικής τουλάχιστον πλευράς, μία «δυναμική» εμμονή στο διάλογο με σκοπό της εύρεση των ισορροπιών εκείνων στη συνύπαρξη των δύο λαών που θα εδράζεται στην έννοια του αμοιβαίου συμφέροντος. Η «δυναμική εμμονή» πείθει για την ειλικρίνεια των προθέσεών της εάν εκφέρεται με αποτελεσματικούς τρόπους. Κατά πάσα πιθανότητα οι τρόποι αυτοί θα περιλαμβάνουν στις ενδεδειγμένες τους μορφές όχι τον ολοκληρωτικό πόλεμο, μήτε και την παρατεταμένη και αντιοικονομική αυτοσυγκράτηση στο επίπεδο των ελληνικών στρατιωτικών αντιδράσεων, αφού αυτές δεν επιτυγχάνουν καν το ελάχιστο ζητούμενο της αποφυγής ανατροπής του τωρινού συνοριακού status. Η συντήρηση της υπάρχουσας χαμηλής έντασης στην (αεροναυτική ως επι το πλείστο) αντιπαράθεση θα όφειλε ίσως να αποκτήσει ένα εύληπτο επικοινωνιακό περιεχόμενο, και συγκεκριμένα να αξιοποιηθεί ως επιχείρημα από την πλευρά της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας στον εσωτερικό διάλογο που εξελίσσεται μεταξύ των «φιλειρηνικών» και των «φιλοπόλεμων» στοιχείων της. Μόνον αφότου το σύνολο των ελληνικών στρατιωτικών αποκρίσεων στις τουρκικές αμφισβητήσεις συναρθρωθεί σε σαφή και κατανοητή στάση σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητης ακρίβειας απόδοση της οποίας «θα απαιτείτο κηρυγμένη πολεμική σύρραξη προκειμένου να επιτευχθεί η όποια τουρκική σκοποθεσία», θα
γινόταν δυνατό να προσαχθεί η ελληνική αυτή στάση ως δεδομένο στην εντός Τουρκίας συζήτηση για το μέλλον των σχέσεων των 2 χωρών, αυξάνοντας μ’αυτόν τον τρόπο το σύνολο των λογικών πιθανοτήτων ότι θα απορριφθεί η λύση του πολέμου ως επιθυμητή για την τουρκική πλευρά. «Παραδόξως», η ενίσχυση των φωνών εντός Τουρκίας που προκρίνουν τον εξοβελισμό του πολέμου ως μίας από τις οδούς που δύναται η τουρκική πλευρά να επιλέξει, όμως και διερευνητικά σε ό,τι αφορά το βαθμό ειλικρίνειας των διακηρυγμένων νέων τουρκικών προθέσεων (για την ακρίβεια: η ελληνική απόπειρα να καταστεί σαφής ο τουρκικός ορισμός των εννοιών «ήπια ισχύς», και «μηδενικά προβλήματα με τις γειτονικές χώρες» που έχουν εισαχθεί με κάθε σοβαρότητα ως επαναλαμβανόμενη φρασεολογία), απαιτούν από την ελληνική πλευρά να εξετάσει το ενδεχόμενο ανανοηματοδότησης της στρατιωτικής της στάσης απέναντι στα ελληνοτουρκικά πράγματα που θα εκφρασθεί με κάποια ελαφρά, και εμφανώς ρασιοναλιστικής αφετηρίας σκλήρυνση διαρκείας. Μία σταθερότητα και συνέπεια στο επίπεδο των στρατιωτικών χειρισμών από ελληνικής πλευράς θα μπορούσε να αποτελέσει την «αρμόζουσα και συμβατή» απόκριση στις τουρκικές αντιπολεμικές εξαγγελίες και να αποφέρει αμοιβαία επιθυμητά οφέλη, αν σε αυτά περιλαμβάνεται η μακροπρόθεσμη αποκλιμάκωση των εντάσεων και η επανεξέταση των διμερών σχέσεων με απώτερο σκοπό την οικοδόμηση αμοιβαία επωφελούς ειρήνης με πλήρη συνυπολογισμό των στρατηγικών οικονομικών συμφερόντων των δύο χωρών, ειδικά με την έννοια ότι το απρόσκοπτο των προς δυσμάς και νότο τουρκικών θαλασσίων οδών διέλευσης θα διασφαλίζεται απόλυτα με ελληνικές στρατιωτικές εγγυήσεις και δη με τη διάσταση της ελληνικής ναυτικής ισχύος ως επαρκούς παραγωγού περιφερειακής σταθερότητας42. Η μέχρι σήμερα πρακτικά «πολλαπλή αστυνόμευση» της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου από αλληλοϋποβλεπόμενα γειτονικά κράτη υπο την υψηλή εποπτεία εξωμεσογειακών παραγόντων ελάχιστα συνεισέφερε στην κατεύθυνση της απομάκρυνσης από αναθεωρητικούς πειρασμούς τοπικών δρώντων (ούτε και υπήρξαν αυτοί μόνιμα «απαγορευμένος καρπός») . Η σταδιακή εμφάνιση εξάλλου νέων παγκόσμιων ισορροπιών, η μετατόπιση ορισμένων από τα δεσπόζοντα σημεία ( ή και περιοχές ολόκληρες) του παγκόσμιου στρατηγικού ενδιαφέροντος αναφορικά με τις κύριες αγορές ή/και τα διακινούμενα αγαθά, σε συνδυασμό με την αβέβαιη προοπτική είτε πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. είτε «ειδικής προνομιακής σύνδεσής της» που να διαθέτει σαν απαράβατο όρο την παραίτηση από πολεμικές απειλές προς τους εταίρους της, καθιστούν ελκυστική την εισήγηση ενός πλαισίου βιώσιμων τοπικών ισορροπιών το οποίο θα τυχαίνει της μέγιστης δυνατής συναίνεσης στο κρίσιμο περιφερειακό επίπεδο. Η υπαγόρευση των θεμελιωδών όρων μίας τέτοιας συμφωνίας κανονιστικού τύπου (εκδοχή σμίκρυνσης ανάλογων συμφωνημένων, ποτέ όμως άκαμπτων όρων της θαλάσσιας συνύπαρξης των δύο Υπερδυνάμεων κατα τη δεκαετία του 1970) συμπίπτει ευνοϊκά με την ανάδυση των νέων κοινωνικοοικονομικών ισορροπιών στην Τουρκία, που όπως σημειώθηκε δεν αποτελούν «παρθενογένεση» ανεξάρτητη από την πλανητική συγκυρία εισόδου σε περίοδο μακράς διαδικασίας ανακατανομής ρόλων, σύμπηξης νέων υποδειγμάτων οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης (ή ανασημασιοδοτημένων παλιότερων αντίστοιχων). Αποτελεί ενδεχομένως ευκαιρία για την ελληνική πλευρά η σαφής διατύπωση ενός τέτοιου πλαισίου, πριν οι νέοι τούρκοι συνομιλητές της εξοικειωθούν με τις ιεραρχήσεις, τις έννοιες και τις μεθόδους των προκατόχων τους, πολύ περισσότερο από τη στιγμή που οιαδήποτε ελληνική αμηχανία / αναβλητικότητα στην κατάθεση κάποιου καινοφανούς συνόλου προτάσεων εύλογα θα ισοδυναμούσε με ουσιαστική αποδοχή του μέχρι τώρα πλαισίου που διέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και είναι θέμα χρόνου να μην περάσει απαρατήρητη ούτε από καινούρια στελέχη αλλά και διαμορφωτές της νέας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής (φορείς του «μετακεμαλικού» πνεύματος που βρίσκεται ακόμη σε ημι-μαγματώδες στάδιο, όπως και η αμφίβολη «αλλαγή φρουράς» καθαυτή), κάποια παρόμοια «συνέπεια και συνέχεια» στην ελληνική στάση43.
Δύσκολα, τέλος, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως υπερβολικές, διαισθητικές, ή μελλοντολογικές οι επισημάνσεις αναλυτών που κάνουν λόγο για ευχερείς χρήσεις λιμένων ένθεν κακείθεν του πλεύσιμου σύντομα αρκτικού κύκλου, μεταβατική περίοδο «σινοαμερικανικού διευθυντηρίου» με υποχρεωτική ρωσική επικυρωτική συμμετοχή, και πιθανές μετακινήσεις πληθυσμών ως αποτέλεσμα της «τοπικής επικράτησης μαλθουσιανών συνθηκών» (η ανεξέλεγκτη δημογραφική αύξηση στην ινδική υποήπειρο, πριν –και εάν- τιθασευτεί, συνδυαζόμενη με κλιματολογικές θεομηνίες, που θα σήμαιναν υποχρεωτικές μαζικές μεταναστεύσεις προς την εύκρατη πλέον και αραιοκατοικημένη ασιατική Ρωσία). Καθώς η στρατηγική εκμετάλλευση της στρατιωτικά ελκυστικής μεσογειακής γεωγραφίας και υδρογραφίας της ψυχροπολεμικής περιόδου δίνει σταδιακά την πρωτοκαθεδρία της στην οικονομική της αξιοποίηση ως ενωτικής εμπορικής λεωφόρου, και μάλιστα με φορά αντίθετη από τη συνήθη κατά τους τελευταίους 2 τουλάχιστον αιώνες (πλέον, η μεν ροή πρώτων υλών συνδέεται όχι με μόνο με τη αιμοδοσία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας αλλά και με την άμεση κατανάλωση υδρογονανθράκων για οικιακές και άλλες μαζικές χρήσεις, η δε μεταφορά και εμπορία βιομηχανικών προϊόντων συμβαίνει πλέον και από Ανατολάς προς Δυσμάς), το ζήτημα της επανόδου αυξημένου ποσοστού ελέγχου της Μεσογείου στις χώρες που βρέχονται από αυτήν αποκτά εκ νέου τη σημασία που είχε απωλέσει απ’όταν οι οθωμανοβενετικοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχό της παρήκμασαν μαζί με τις εμπλεκόμενες σε αυτές δυνάμεις και αντικαταστάθηκαν από τον βρετανικό παράγοντα. «Αιρετικές» αναγνώσεις της τρέχουσας ιστορικής συγκυρίας αναμένεται να συνδιαμορφώσουν σε ορισμένο βαθμό το νέο περιβάλλον μεσογειακής ασφάλειας, ειδικά εφόσον κατορθώσουν να συμπλέξουν πειστικά τη διάχυση της ασφάλειας αυτής σε όλους τους οικονομικούς χρήστες της (και τους πιο πρόσφατους44) με την προβολή ενός προτύπου συσσωμάτωσης σε καλοπροαίρετες-βιώσιμες και κατά το δυνατόν ισότιμης συμμετοχής συνομοσπονδίες («Ενώσεις») αντί της επίκλησης χρεοκοπημένων ιστορικώς παραδειγμάτων «πεφωτισμένης δεσποτείας» (αυτοκρατορικής μορφής και ουσίας, με μία κυριαρχική εθνότητα περιβεβλημένη από αστερισμούς υποταγμένων ή εθελοϋπόδουλων μικρότερων αντίστοιχων).
Ας μην υποτιμάται τέλος το μάταιο των προβλέψεων περι τέλους της Ιστορίας, και άλλων εσχατολογικών ακροβασιών, αισιόδοξου αναμφισβήτητα και ορθολογικού περιεχομένου, ειδικά εκείνων που υπαινίσσονται τη μέγιστη ευρωπαϊκή κατάκτηση της τελευταίας πεντηκονταετίας: το «τέλος των ευρωπαϊκών πολέμων» είναι μία εύθραυστη εξαγγελία που εξαρτάται από ανεξέλεγκτες αλληλεπιδράσεις παραγόντων, σύμφωνα με την θλιβερή υπόμνηση των πολυαίμακτων συρράξεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Υπο δεδομένες συνθήκες όπως η προϊούσα αμερικανική συρρίκνωση ισχύος, η παράταση της ανολοκλήρωτης μετάβασης της Ε.Ε. σε συνομοσπονδία με ρητά δεσμευτικό καταστατικό συλλογικής άμυνας και ασφάλειας, η χαμηλή προς τα παρόν ιεράρχηση της μεσανατολικής-μεσογειακής πολιτικής της Λ.Δ.Κίνας και η εμμένουσα δομική αστάθεια της Μ. Ανατολής σε συνδυασμό με σημαντικές κρίσεις στην ευρύτερη βορειοανατολική Αφρική, είναι δυνατό να στοιχειοθετήσουν το περιβάλλον εκείνο που με θρυαλλίδα μία περιβαλλοντική / επισιτιστική ή άλλη έκτακτη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπές κυβερνήσεων ή κατάρρευση του κρατικού ελέγχου περιοχών. Σε ένα τέτοιο ακραίο στιγμιαία έστω καθεστώς κενού ισορροπιών, η προσφυγή σε συμβατικές συρράξεις γίνεται να φαντάζει ανεπιθύμητη μεν, πάντως μη «παντελώς αποκλείσιμη» επιλογή για ομάδες λήψης αποφάσεων υπό πίεση.
________________________________________________
Σημειώσεις
1 Από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, ο γνωστός μας Ισμαήλ Τζέμ, που δεν βρίσκεται στη ζωή πια, είχε διατυπώσει σε πρωτόλεια μορφή τις νέες τάσεις που συσσωμάτωσαν στο δόγμα τους οι τωρινές τουρκικές διπλωματικές ηγεσίες βλ την πανεπιστημιακών προδιαγραφών εργασία του ESI
(: “European Stability Initiative”, μη κερδοσκοπικού ινστιτούτου έρευνας και πολιτικής με έδρες στο Βερολίνο, τις Βρυξέλλες και την Κωνσταντινούπολη, που ιδρύθηκε το 1999) paper (“picture story”) Turkish Foreign Policy: from status quo to soft power, April 2009, σσ 6-8. http://www.esiweb.org/index.php?lang=en&id=281&story_ID=25 . Ακόμη, στο Qantara (γερμανικό διαδικτυακό portal, συνδυασμένη κίνηση των : 1)Ομοσπονδιακού Κέντρου Πολιτικής Επιμόρφωσης,, 2) Deutsche Welle, 3)Ινστιτούτου Γκαίτε και 4) Ινστιτούτου Διεθνών Πολιτιστικών Σχέσεων με σκοπό την προώθηση του διαλόγου με τον κόσμο του Ισλάμ. Το όλο πρόγραμμα χρηματοδοτείται από το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών), δημοσίευμα του Nimet Seker με ημερομηνία ανάρτησης 7-8-2009 και τίτλο «στροφή στην τουρκική εξωτερική πολιτική /το Στρατηγικό βάθος της Τουρκίας» για τις τάσεις αναθεωρητισμού της παθητικότητας που χαρακτήριζε την ως τότε εξωτερική πολιτική, και υφίσταντο ήδη από την επομένη της λήξης του Ψυχρού Πολέμου. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο την εξέφρασαν τούρκοι πολιτικοί επιστήμονες όπως οι Duygu Sezer, Ali Karaosmanoglou, Huseyin Bagci. Βλ.
http://en.qantara.de/webcom/show_article.php/_c-476/_nr-1201/i.html
2 Ο Κεμάλ Ατατούρκ αντίστοιχα, είχε προβεί πολλές δεκαετίες νωρίτερα στην ανάδειξη της πολιτιστικής ενότητας με βάση μάλιστα το γλωσσικό παράγοντα ως υποβάθρου για την πολιτική ενοποίηση των απανταχού Τούρκων, όπως φροντίζει να υπενθυμίσει ο Ι. Σ. Τσαγλαγιαγκίλ, σημαίνουσα πολιτική φυσιογνωμία των κομματικών προγόνων του ΑΚΡ, με 3 θητείες στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας και ενεργός πολιτικά από το 1960 ως το 1980, στις «Αναμνήσεις» του, σε μία κλασική κίνηση αναζήτησης επιχειρημάτων υπερ της Ισλαμικής σκοποθεσίας με δεξαμενή άντλησης την Κεμαλική φιλολογία -Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλάγιαγκιλ, Οι αναμνήσεις μου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα, 2001, σ 34
3 Εντύπωση ακόμη προκαλεί η επιλογή του πανεπιστημιακού Νταβούτογλου να υπομνηματίσει καυστικά όχι την ουσία των δοξασιών Fukuyama (αυτός, κατά βάση υποστήριζε ότι το φιλελεύθερου οικονομικού προσανατολισμού και αιρετής κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης σύστημα πολιτικής οργάνωσης είναι το καλύτερο δυνατό που έχει να παρουσιάσει ως υπαρκτό η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών) -αλλ’αντιθέτως την υπεραπλουστευτική ανάγνωση που επικράτησε όταν ανέλαβαν να την παρουσιάσουν στο ευρύ κοινό τα κατά «λαμπρή» τους παράδοση διαστρεβλωτικά ΜΜΕ, και δη οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως έγκυροι δημοσιογράφοι των έντυπων μέσων. Για μία σοβαρή κριτική των θέσεων Fukuyama, μάλλον ενδείκνυται η αναζήτηση και μελέτη του πρόσφατου άρθρου του σημαντικού διανοητή Slavoj Zizek με τίτλο “Post Wall” που δημοσιεύθηκε στην αγγλική επιθεώρηση the London Review of books, Vol 31 No 22, της 19ης Νοεμβρίου 2009.
4 Ορθά ο καθηγητής Στ. Πεσμαζόγλου επισημαίνει στο κείμενό του «Ισλάμ, οδηγίες χρήσης» που δημοσιεύθηκε στο συλλογικό τόμο Ισλάμ και Ευρώπη, εκδ. Ο Πολίτης, Αθήνα 2002, σ 181, ότι η προσέγγιση αύτη όπως και η ίδια η πατρότητα του όρου (“clash of civilizations”) ανάγονται σε κείμενο του επιφανούς τουρκολόγου-ισλαμολόγου Bernard Lewis, ,με τίτλο Islamic revival in Turkey που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση του βρετανικού Royal Institute of Inernational Affairs International Affairs, vol 28 no 1, January 1952, σσ 38-48. Βεβαίως, η εισαγωγή και χρήση του όρου γίνεται από τον B. Lewis τοποθετώντας τον ως αναπόφευκτο στάδιο σε μία ευρύτερη εξέλιξη επώδυνης αλλά όχι άγνωστης διαδικασίας πολιτισμικών ανασυνθέσεων –σε αντίθεση με το πολεμικό πνεύμα που διακρίνει τον S. Huntington.
5 Ahmet Davutoglu, the clash of interests: an explanation of the world (dis) order, Journal of International Affairs vol II no 4, November 1997- February 1998
6 Ο Ι. Καντ ολοκληρώνει το σαρκαστικό «μυστικό άρθρο για την αιώνια ειρήνη» (υπο τύπον δεύτερου επιμέτρου στο βασικό κείμενο) με την παραίνεση όπως «οι φιλόσοφοι απέχουν της άσκησης βασιλικής εξουσίας, ειδάλλως η ελεύθερη κρίση του Λόγου τους μοιραία θα διαφθαρεί», πειρασμός στον οποίο τελικώς ενέδωσε ο Α.Νταβούτογλου! Δυστυχώς πάντως δεν αποδείχθηκε ιστορικά ακριβής η παρατήρηση του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου στην ίδια καταληκτική παράγραφο ότι «η τάξη των φιλοσόφων δεν πρέπει να φιμώνεται στις δημόσιες παρεμβάσεις της, διότι είναι από την φύση της ανίκανη να συστήσει συμμορίες και κλίκες, κατ’επέκταση είναι υπεράνω υποψίας για τη διάδοση προπαγάνδας» -με την έννοια της οποιασδήποτε απόκλισης «στρατευμένης πολιτικά» επιστημονικής άποψης. Immanuel Kant, Προς την αιώνια ειρήνη μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Κ. Σαργέντης– Juergen Habermas, Η ιδέα του Κάντ περι της αιώνιας ειρήνης, μετάφραση Αννίτα Συριοπούλου, επιστημονική θεώρηση Γ. Ξηροπαΐδης, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2006, σ.105
7 Ο καθηγητής Ι.Μάζης και ο αναλυτής Σ. Καλεντερίδης ανήκουν στη διορατική και ευρέως πληροφορημένη μειοψηφία, σε ό,τι αφορά τον ελληνικό χώρο.
8 A. Davutoglou, Turkish Foreign Policy vision: an assesssment of 2007, Insight Turkey vol 10 no 1, 2008, σσ 81-87, 89
9 A. Davutoglou (2008).π., σσ 91-94. Οι εξελίξεις δικαίωσαν τις απόψεις Νταβούτογλου σε συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο: στη διεθνή έκθεση πετρελαϊκών προϊόντων που διοργανώθηκε στη Βαγδάτη το Νοέμβριο του 2009, τα επιβλητικώτερα περίπτερα ανήκαν στις Γαλλία και Τουρκία, ως επιβράβευση των 2 χωρών για τη στάση τους κατα την τελευταία αμερικανική εισβολή στο Ιράκ -Σ. Παγαρτάνη-Χοϊδά, Ιράκ: τώρα big business, Ελευθεροτυπία, 5-12-2009. Η αναγνώριση πάντως της διαφοροποίησής τους από την αμερικανική πολεμική επιλογή δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα κεφαλαιοποιηθεί σε καλοδεχούμενη εκ μέρους των Ιρακινών υποκατάσταση της αμερικανικής ηγεμονίας από άλλον, τοπικό επικυρίαρχο ίσως όμως και αυτό να είναι υπερβολικά τολμηρό «όνειρο» για τη συνήθως πραγματιστική Τουρκία που μάλλον θα αρκείτο σε απομάκρυνση του κινδύνου διαμελισμού της -εκτός αν παρουσιαζόταν επαρκή εχέγγυα μακροημέρευσης μιας επανάληψης περιπετειών Κυπριακής (του 1974) τυπολογίας.
10 Επιστημονική δεοντολογία επιβάλει να αναφερθεί ότι κατά την «ύστερη-προεθνική» περίοδο στη διάρκεια της οποίας η οθωμανική κυριαρχία γνώρισε αυτοκρατορικής κλίμακος επέκταση, η μόνη υπαρκτή μορφή πολιτικής ενοποίησης που απαντάτο ιστορικά λάμβανε ακόμη αποκλειστικά σχεδόν την φυσιογνωμία ενός imperium.
11 Την αίσθηση αυτή αποπνέει το κείμενο του Nimet Seker στο έγκυρο γερμανικό portal “Qantara” με τίτλο “Turkey’s strategic depth” , ο.π. Βλ επίσης, στην ιστοσελίδα του ισπανικού Real Instituto Elcano (Elcano Royal Institute: πρόκειται για ιδιωτικώς χρηματοδοτούμενη, ισπανική «δεξαμενή σκέψης» που ιδρύθηκε από τον Πρίγκηπα της Αστουρίας το 2001 και εδρεύει στη Μαδρίτη), το κείμενο («paper») με αριθμό ARI 108/2009 και ημερομηνία ανάρτησης στην ιστοσελίδα του: 30-6-2009, των Deniz Devrim και Evelina Schulz με τίτλο «η ανάδυση της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης και ο ρόλος της στην ευρωπαϊκή γειτονιά». (http://www.realinstitutoelcano.org/wps/portal/rielcano_eng/Content?WCM_GLOBAL_CONTEXT=/elcano/elcano_in/zonas_in/europe/ari108-2009) Οι συντάκτες του, ατυχώς παραβλέπουν εντυπωσιακά την τουρκική εμπλοκή ως μέρους του προβλήματος στην Μεσογειακή-Μεσανατολική διάσταση των διενέξεων όπου η ειρηνευτική συνεισφορά της είναι για την Ευρώπη πολύ πιο καλοδεχούμενη απ’ό,τι στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ: απουσιάζει εντελώς η παραμικρή νύξη γύρω από το Κυπριακό.
12 Υπενθυμίζεται το πολυετές παρελθόν της ανολοκλήρωτης σχέσης: συμφωνία σύνδεσης με τότε ΕΟΚ (Συμφωνία Άγκυρας):1963, αίτηση ένταξης: 1986, έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων: Οκτ.2005. Μεγάλο βάθος απέκτησε πάντως η οικονομική σύνδεση με την Τελωνειακή Ένωση του 1995. Η Τουρκία εμφανίζεται παραδοσιακά διστακτική να συμμετάσχει σε προγράμματα περιφερειακής πολιτικής (όπως εκείνο που αφορούσε στις σχέσεις Ε.Ε. με τους νοτιοανατολικούς της γείτονες, ή το Μεσογειακό ανάλογο): η επιφύλαξη εδράζεται στο φόβο ότι συμμετοχή της σε κάτι τέτοιο ίσως της προταθεί ως υποκατάστατο του καθεστώτος πλήρους και ισότιμου μέλους.
13 M. Abramowitz and H.J. Barkey, Turkey’s transformers / the AKP sees big, Foreign Affairs vol 28 no 6, November-December 2009, σ 125
14 N. Seker, Turkey’s strategic depth ο.π. Αποτελεί εκ πρώτης όψεως «ειρωνική συγκυρία» -κατά βάση μία καθόλου σπάνια στα ιστορικά πράγματα μεταστροφή καταστάσεων και ρόλων- η υπενθύμιση ότι η ένταξη στην Ε.Ε. υπήρξε παραδοσιακός αντικειμενικός σκοπός σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής για το τουρκικό εκσυγχρονιστικό κατεστημένο(που αφού μετέπεσε στο θεμελιωδώς αντιφατικό του αυτό δισυπόστατο, απώλεσε και την ιδεολογική ηγεμονία, εκτός από την κοινωνικοοικονομική, στην εκπροσώπηση του μεταρρυθμιστικού πνεύματος). Το θεσμικό ανήκειν στην ευρύτερη ευρωπαϊκή οικογένεια ήταν πάντοτε εν πάση περιπτώσει μία κατάσταση sine qua non της «προπατορικής τελείωσης» του Κεμαλισμού, που περιστασιακά μόνον αμφισβητείται από τους «σκληρούς» εθνικιστές οι οποίοι πρόκριναν μάλλον την «ειδική σχέση» παρα την πλήρη ένταξη στην Ε.Ε., διαβλέποντας κινδύνους από την απεμπόληση παραδοσιακών δικαιωμάτων πλήρους κρατικής κυριαρχίας –όπως την κήρυξη πολέμου πχ. Ενδεικτική παραπομπή, σταχυολογημένη από την πλούσια σχετική αρθρογραφία – βιβλιογραφία, στο πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Kemal Kirisci, “Turkey’s foreign policy in turbulent times”, European Union Institute for Security Studies (EUISS) Chaillot Paper no92, September 2006, σσ 35-36, accessible via: http://www.iss.europa.eu/publications/chaillot-papers/
15 Remarks of President Barack Obama – As Prepared for Delivery Address to Turkish Parliament, Ankara, Turkey, April 6, 2009 http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/7984762.stm . Βλ ακόμη ενδεικτικά, F.S.Larrabee, Turkey rediscovers the Middle East, Foreign Affairs,July-Aug 2007, pp 103-114:σύμφωνα με το γνωστό αναλυτή, ενδεχομένως είναι αμοιβαίου συμφέροντος, για τις ΗΠΑ – Τουρκία, το μεσανατολικό άνοιγμα της τελευταίας (το 2007 ανήκε πάντως στη μειοψηφία που υποστήριζε τη θέση αυτή για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με τις ενδοαμερικανικές πολιτικές ισορροπίες!).
Αφετέρου, η τολμηρή αυτή προσέγγιση ίσως αφυπνίσει τις αραβικές ευαισθησίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που, αρεσκόμενη στα βραχυπρόθεσμα οφέλη, εμφανίζεται προτιμούσα συνήθως να σύρεται σε αντιπαραγωγικές αντανακλαστικές απόπειρες πλήρωσης των τυχόν κενών που αφήνουν οι εκάστοτε τουρκικές πρωτοβουλίες. Η αμφίβολης ανταποδοτικότητας ελληνική εύνοια προς το Ισραήλ μπορεί να αποτελέσει ένα παράδειγμα (δικαιώνοντας όσους παρατηρούν ότι για να εκριζωθεί ο μεταφυσικός αντισιωνισμός από τη νεοελληνική λαϊκή κουλτούρα, η ελληνική πολιτεία θα όφειλε να κινηθεί στην κατεύθυνση της αναίρεσης των δομικών της αιτίων, του οικονομικού δηλαδή ανταγωνισμού ανάμεσα στα δυο παραδοσιακά αυτά εμπορικά έθνη της Μεσογείου, και ο κοινής λογικής ενδεδειγμένος τρόπος γι’αυτό θα ήταν να παρουσιαστεί η ελληνική πλευρά ικανός, επίμονος και αποτελεσματικός διαπραγματευτής στις διακρατικές σχέσεις με το Ισραήλ). Απαριθμώντας επεισόδια στη στρατιωτική φερ’ειπείν ελληνοϊσραηλινή συνεργασία, δύσκολα ανευρίσκονται δεδομένα που να μην υπογραμμίζουν την μονομερή ωφέλεια που προκύπτει από αυτά. Η ισραηλινή πλευρά εύλογα αναζητά συνεργασίες σε εκείνα τα επίπεδα που υστερεί συγκριτικά με τον εκάστοτε εταίρο της και συνεπώς έχει να αντλήσει πολυδιάστατα κέρδη –στο κατά θάλασσα λχ-, αναρωτιέται πάντως κανείς αν θα ήταν διατεθειμένη κάποια ελληνική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία να τολμήσει την εκμαίευση ανάλογα προσοδοφόρων συμφωνιών για λογαριασμό της χώρας που αντιπροσωπεύει. Ιστορικές αναδιφήσεις των αιτίων που οδήγησαν πχ τη μεσανατολική αυτή χώρα στην ανάπτυξη των –άνευ δοκιμαστικής πιστοποίησης βέβαια- πυρηνικών της δυνατοτήτων, οδηγούν στην διαπίστωση ότι αυτές υλοποιήθηκαν λόγω απροθυμίας των ΗΠΑ να παράσχουν πυρηνικές εγγυήσεις αμυντικής ασφάλειας στο ισραηλινό κράτος προ πεντηκονταετίας (βλ σχετικά: J. Pressman, Warring Friends / Alliance Restraint in International Politics, Cornell university Press, Ithaca and London, 2008, σσ 87-91). Οι τρέχουσες ισορροπίες στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο δεν απαγορεύουν, ίσως αντιθέτως υπαγορεύουν την αναζήτηση εγγυήσεων του είδους αυτού σε τοπικό, διμερές επίπεδο –εκεί ακριβώς που οι ατροφικές πολυμερείς συμμαχικές υποχρεώσεις απουσιάζουν παντελώς, ενώ τα περιφερειακά σύμφωνα περιέχουν άμεσα κίνητρα, εξοικονόμηση πόρων και σκοπών των εμπλεκομένων πλευρών, ειδικά εφόσον αυτές θεωρήσουν μετά από εξονυχιστικές διαπραγματεύσεις αμοιβαία επωφελείς τέτοιες διαβαθμισμένες συνδέσεις «ζωής ή θανάτου».
16 Και εξαρτάται από το ποιος είναι ο κάτοχος της ηχηρώτερων κρουστών οργάνων, ώστε να μετέλθουμε την Νταβουτόγλειο jargon περι ρυθμικής διπλωματίας. Σχετικά με το άρθρο αναφοράς, πρόκειται για το M. Abramowitz and H.J. Barkey, Turkey’s transformers / the AKP sees big, Foreign Affairs vol 28 no 6, November-December 2009, σσ 118-128
17 Προτιμήθηκε η ενδεικτική παράθεση απόψεων 2 αναγνωρίσιμων φωνών στις χώρες τους, του Rami Khuri, Ιορδανο-Παλαιστινίου με αμερικανική υπηκοότητα, εκδότη της Daily Star Βηρυττού και διδάσκοντος στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο της πόλης, φίλου της Δύσης, τα κείμενά του οποίου αναρτώνται και σε αμερικανικά e-fora όπως το Agence Global (αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο ειδικού τύπου που αυτοσυστήνεται ως «εναλλακτικό» με την έννοια ότι στο χώρο του φιλοξενούνται μετριοπαθείς αναλύσεις ιστορικών εντύπων που δοκίμασαν σχετική περιθωριοποίηση κατά τη δεκαετία που εκπνέει, όπως το παλαιό πολιτικό περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας “the Nation” ή η αγγλική έκδοση της επιθεώρησης Le Monde Diplomatique.. Ο διάσημος ανεξάρτητος ακαδημαϊκός και ερευνητής του Yale Immanuel Wallerstein περιλαμβάνεται σ’όσους αναρτούν συχνά κείμενά του στις σελίδες του) , και της ισραηλινής A. Lapidot – Firilla, πανεπιστημιακού τουρκολόγου, ως δειγμάτων αρκετών ακόμη παρεμφερών αναλύσεων που βρίσκουν απήχηση σε ετερόκλιτα ακροατήρια (τοπικές ελίτ αλλά και μεσαία στρώματα πληθυσμών, πολιτικούς και στελέχη κυβερνήσεων άλλων κρατών)
18Rami Khouri, Is Turkey the only real country in the Middle East?, The Palestine Note, 7 December 2009 http://www.agenceglobal.com/article.asp?id=2208
19 Rami Khouri, Three cheers for Turkey, 1-July-2009, Beirut Daily Star. http://www.agenceglobal.com/article.asp?id=2047
20 Dr Anat Lapidt-Firilla, Turkish foreign policy and Israel: an end to the strategic partnership?, in depth, vol 6 issue 4, August 2009 http://www.rcenter.intercol.edu/Newsletter/In%20Depth/volume%206%20issue%204/article07.htm
http://www.rieas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1048:turkish-foreign-policy-and-israel-&catid=23&Itemid=70
21 Και το οικονομικό πλέον βάρος των σχέσεων Ισραήλ – Τουρκίας εξελίχθηκε σε σημαντικό (το ύψος των συνολικών συναλλαγών κατά την πενταετία 1995-2004 εκτινάχθηκε στα 2 δις $, ξεπερνώντας κατά τι το αντίστοιχης μετεωρικής ανόδου ύψος των ελληνοτουρκικών εισαγωγών – εξαγωγών κατά την ίδια δεκαετία, παρόλο που στα αφετηριακά ποσά του 1995 οι δεύτερες υπερείχαν ελαφρώς: 411 εκ. $ έναντι 356 εκ. $) –σ 21 , σσ 62- 63, και πίνακας παραρτήματος ΙΙΙ, σ 107 στο K. Kirisci (2006) ο.π.
22 Σκληρά, σχεδόν παραληρηματικά σχόλια σχετικά με φόβους απομάκρυνσης από τη συμμαχία με Δύση –ΗΠΑ και από το κοσμικό χαρακτήρα του κράτους συναντά κανείς στα δημοσιεύματα των «συντηρητικών νομιμοφρόνων» του Ψυχροπολεμικού Κεμαλισμού Soner Cagatapay και Zenyo Baran, με πρόσβαση και δημοσιεύσεις σε αμερικανικά έντυπα επιρροής του επιπέδου Nesweek, Washington Post, Journal of International Security Affairs. Βλ σχετικά σσ 26-28 του ESI April 2009 ο.π. Σχετικά με τον εσωτερικό αντίλογο, βλ την κριτική που ασκείται από τον Semih Idiz, επιδραστικό αρθρογράφο στα 2 εμβληματικώτερα δημοσιογραφικά προπύργια του Κεμαλισμού, τις Hurriyet και Milliyet και σύμφωνα με τον οποίο η τρέχουσα εξωτερική πολιτική της χώρας μάλλον σύγχυση αποπνέει παρά στρατηγικό βάθος, ενώ εκφράζει και τις ανησυχίες του ότι πίσω απ’το ουτοπικό ευχολόγιο των εξίσου καλών σχέσεων με το σύνολο των γειτόνων της, η Τουρκία κινδυνεύει να «αυτοευνουχιστεί» στο επίπεδο της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Παρατίθεται στο κείμενο του N. Seker, Turkey’s strategic depth, ο.π.
23 Τη δομική παράμετρο της ψυχολογικής αυτής «καθήλωσης» πραγματεύεται με ενάργεια ο Philip Robins στο κλασικό του έργο Suits and Uniforms του 2003 (ελληνική έκδοση: «Στρατός και Διπλωματία, Η τουρκική εξωτερική πολιτική από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου», Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2004)
24 Η διαφαινόμενη αποστρατιωτικοποίηση του αμερικανοσοβιετικού ανταγωνισμού που διαφημίστηκε ως «΄Υφεση / τήξη των πάγων / ειρηνική συνύπαρξη» απομάκρυνε το φάσμα της σοβιετικής απειλής από τις πρωτεύουσες φοβίες της τουρκικής κοινής γνώμης, ενώ οι ταυτόχρονες αμερικανοσοβιετικές αποτρεπτικές προειδοποιήσεις αναφορικά με ενδεχόμενη τουρκική εισβολή στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1964, εκτός από ταπεινωτικές υπήρξαν και αποκαλυπτικές στις τουρκικές ελίτ και το λαό για τον περιορισμό των τουρκικών εθνικών σκοπών από τις συμμαχικές αμυντικές υποχρεώσεις της χώρας
25 Οι «κρυπτοϊσλαμικές» ανησυχίες της τότε τουρκικής ηγεσίας, κινούμενες ακόμη σε ψυχροπολεμικές αναγνώσεις της αίσθησης «ενός αναδέλφου τουρκικού έθνους» που χαρακτήριζε τις φοβίες της περι απομόνωσης εν μέσω πλήθους εχθρικών γειτόνων, οδηγούσαν σε αναζήτηση αλληλεγγύης παραδοσιακά κατα προτεραιότητα από τις άλλες 2 μεγάλες μουσουλμανικές-μη αραβικές δυνάμεις: το Ιράν και το Πακιστάν. Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλάγιαγκίλ, Οι αναμνήσεις μου, Ποταμός, Αθήνα 2001, σσ112-114, 125
26 Μετριοπαθείς απολογητές του Κεμαλισμού τείνουν να αναγνωρίζουν τα παραπάνω στις αφηγήσεις τους –ενδεικτική παραπομπή στο εναρκτήριο σκέλος (ιστορική αναδρομή) του ανάλυσης του γνωστού πανεπιστημιακού Bahri Yilmaz όπως αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ισπανικού ινστιτούτου RIE πρόσφατα -14/12/2009-με τίτλο «οι προσδοκίες για το ρόλο της Τουρκίας στα διεθνή πράγματα κατά την αυγή του 21ου αιώνα» (WP 63/2009) http://www.realinstitutoelcano.org/wps/portal/rielcano_eng/Content?WCM_GLOBAL_CONTEXT=/elcano/elcano_in/zonas_in/europe/dt63-2009
27 Την αμφίβολη συγκολλητική δράση αυτής της αίσθησης μόνιμης εξωτερικής απειλής εντοπίζει από νωρίς ο μεγάλος τουρκολόγος-ισλαμολόγος B. Lewis στο άρθρο του του 1951με τίτλο «η αναβίωση του Ισλάμ στην Τουρκία», ο.π. Ο Lewis στέκει ιδιαίτερα σκεπτικός στο σενάριο του πλήρους και οριστικού εκδυτικισμού του τουρκικού λαού, παρόλο τον πρόσφατο, βίαιο «εκ των άνω εκσυγχρονισμό» που υπέστη, και περιορίζεται να εκφράσει ελπίδες σύνθεσης του «Ισλαμικού απώτερου τουρκικού παρελθόντος» και του «Δυτικοδημοκρατικού πρόσφατου αντίστοιχου» -σσ 47-48.
28 Τότε, όπως παρατηρεί ο πολύπειρος έλληνας διπλωμάτης Β. Θεοδωρόπουλος στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης των «Αναμνήσεων» του Ι. Σ. Τσαγλάγιαγκίλ ( ο.π., σσ 9-10), το τουρκικό ναυάγιο στη Γ. Συνέλευση του ΟΗΕ, όταν το Δεκέμβριο του 1965 το φιλοκυπριακό Σχέδιο Απόφασης απέσπασε τη συντριπτική πλειοψηφία στη σχετική ψηφοφορία, και μάλιστα το σύνολο σχεδόν των ψήφων των αδεσμεύτων και νέων χωρών (πάμπολλων μουσουλμανικών μεταξύ τους), στάθηκε αφορμή επαναπροσανατολισμού επι το πλουραλιστικώτερον της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Το τότε κυβερνόν κόμμα της Δικαιοσύνης κινείτο πιο συγκεκαλυμμένα είναι αλήθεια στις γραμμές του σημερινού ΑΚΡ
29 A. Davutoglou, Turkish Foreign Policy vision: an assessment of 2007, Insight Turkey vol 10 no 1, 2008, σ 87
30 Η βαθύτερη αυτή ουσία των τουρκικών κινήτρων στις μεσανατολικές της πολιτικές των τελευταίων χρόνων παρουσιάζεται δια στόματος του τούρκου Υπουργού Εξωτερικών σε συνέντευξη που ο τελευταίος παραχώρησε στους Owen Matthews, Yenal Belgici, & Semin Gumusel, και δημοσιεύθηκε στο Newsweek της 28ης Νοεμβρίου 2009. Σε αυτήν, αφού επιδίδεται δε ένα ρεσιτάλ μάλλον αποπροσανατολιστικής έπαρσης (αποτολμά πχ έναν παραλληλισμό της παροντικής τουρκικής με την τότε Δυτικογερμανική εξωτερική πολιτική της δεκαετίας του 1960, δηλώνει πως αναφορικά με το ζητούμενο της συλλογικής ασφάλειας, ό,τι επιδιώκει η Τουρκία για την δική της περιφέρεια προσομοιάζει ευθέως στις αντίστοιχες σκοποθεσίες της Ε.Ε., ενώ διαπιστώνει πως οι ιεραρχημένες προτεραιότητες της όλης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατα το μάλλον ή ήττον συμπίπτουν με τις τουρκικές), υπενθυμίζει ότι είναι ο πολυφυλετικός χαρακτήρας της Τουρκίας εκείνος που υπαγορεύει το αυξημένο ενδιαφέρον της για τις εθνότητες που ζουν είτε εντός της είτε σε άλλα κράτη (μετατροπή μειονεκτήματος σε πλεονέκτημα και ταυτόχρονη νύξη προς τις ΗΠΑ πως όσες φορές εκείνες αξιοποιούν τους κουρδικούς τους υπαινιγμούς στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις -με φόντο το Ιρακινό Κουρδιστάν, αλλά και εντός της ίδιας της Τουρκίας-, άλλο τόσο η τελευταία θα εγείρει τα ανάλογα μειονοτικά ζητήματα προς ίδιο όφελος. Βέβαια, κάποια τέτοια απόπειρα εκμετάλλευσης τουρκμενικών κοινοτήτων στο Ιρακινό Κουρδιστάν μάλλον είχε άδοξη κατάληξη ).
Αυτονόητο είναι ότι αποφεύγει να ονοματίσει άμεσα τις τουρκικές αυτές προσεγγίσεις με εθνοφυλετικούς όρους -αντίθετα, προκρίνει τον τίτλο «πολυδιάστατη πολιτική που υπαγορεύεται από την γεωγραφική πολλαπλότητα μίας χώρας της οποίας τα κρατικά αρχεία αρκούν για τη συγγραφή της ιστορίας πάνω από 20 Βαλκανικές και Μεσανατολικές χώρες». Το κατά μία άποψη κρυφό κέντρο βάρους της συνέντευξης εντοπίζεται ίσως στην επιδέξια υπόμνηση από πλευράς Νταβούτογλου των προβλημάτων που ο τελευταίος Ιρακινός πόλεμος δημιούργησε (στην κουρδική διάστασή του) για την Τουρκία, απαντώντας σε αυθαίρετη διαπίστωση-πρόκληση του δημοσιογράφου O. Matthews ότι η Τουρκία σπεύδει να καλύψει το κενό ισχύος που δημιουργήθηκε στην περιοχή. Σημειώνεται επαναλαμβανόμενα με κίνδυνο να καταστεί βαρετό, πάντως μόνο ιδιοφυή μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς το διανοητικό ελιγμό του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας: την «ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενος» χρίζει τη χώρα του οιονεί αυτοκρατορία υπο αναβίωση (φιλοδοξία που εδράζεται και σε πραγματικές ενδείξεις πολλαπλής πάντως ανάγνωσης, όπως η πληθυσμιακή της αύξηση ή ο ρυθμός ετήσιας οικονομικής ανάπτυξης), ειδάλλως θα πρέπει να αποδεχθεί την κατηγοριοποίησή της ως κρατικής οντότητας υπο διάσπαση.
31 M. Abramowitz and H.J. Barkey, ο.π. , σ 120
32 Το περίπλοκο όσο και ενδιαφέρον ζήτημα πραγματεύθηκαν με αναλυτική ρώμη και ακαδημαϊκή νηφαλιότητα στις εισηγήσεις τους οι ομιλητές του διημέρου «Ισλάμ και Ευρώπη» που διοργάνωσε η Εταιρία Πολιτικού Προβληματισμού ‘Νίκος Πουλαντζάς’ (Αθήνα, 23-24/11/2001) και δημοσιεύθηκαν στο ομώνυμο συλλογικό τόμο (Ισλάμ και Ευρώπη , εκδόσεις Ο Πολίτης, Αθήνα, 2002). Χαρακτηριστικές παραπομπές για το ζήτημα, ειδικά στα κείμενα των: Σ. Αναγνωστοπούλου, Κοινότητα, έθνος, λαός του Ισλάμ, σσ 9-10, 17, Κ. Γαβρόγλου, Όψεις του Ισλάμ στην Τουρκία, σσ 48-52, και Τ. Κωστόπουλου, Δύση και πολιτικό Ισλάμ, σ 109.
33 Η A.Lapidot (γνωστή ισραηλινή τουρκολόγος και νέα τότε πανεπιστημιακός σε ανώτατα ιδρύματα της χώρας της) αναλύει μάλιστα τη σωτήρια –για τους ίδιους, όσο και για το τουρκικό καθεστώς- δυνατότητα ένταξης σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων της τουρκικής Αριστεράς στα Ισλαμικά πολιτικά μορφώματα, από τη δεκαετία του 1970 και μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, εναλλακτική που δεν θα μπορούσε να εκκινήσει από το μηδέν εάν δεν είχε προηγηθεί μακρόχρονη ζύμωση συνύπαρξης Αριστεράς και Ισλάμ με επίκεντρο σειρά ζητημάτων αμοιβαίου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η συνεργασία αυτή ενθαρρύνθηκε σιωπηρά από το ίδιο το τουρκικό «βαθύ κράτος» τότε, στα πλαίσια μιας συστηματικής εκστρατείας απίσχνανσης της επιρροής της Αριστεράς στην τουρκική κοινωνία. Σύντομα βέβαια, η αρχική αυτή ιδέα απέκτησε αυτάρκη δυναμική, εξαιτίας του γεγονότος ότι το «αποκλεισμένο Ισλάμ» στην Τουρκία είχε στην πραγματικότητα αναπτύξει ένα παράλληλο κοινωνικοοικονομικό σύμπαν, αναπόφευκτά δε και πολιτική φυσιογνωμία, στους κόλπους της οποίας φιλοξενούνταν κατά καιρούς οργανωμένοι ακτιβιστές. A. Lapidot, Islamic activism in Turkey since the 1980 military takeover, Terrorism and Political Violence vol 8 issue 2, 1996, σσ 62-74.
Όπως και στην περίπτωση της αρχικής υπόθαλψης της Χαμάς από τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες ως αντίβαρο της επιρροής της Φατάχ στην Παλαιστινιακή κοινωνία, από ένα σημείο κι έπειτα είναι δυσδιάκριτα τα όρια κατευθυνόμενης («προβοκατορικής») και ανεξέλεγκτης δράσης πυρήνων ένοπλης δράσης που λειτουργούν στις παρυφές ή ως «πτέρυγες» πολιτικών κινήσεων.
34 Από το οποίο μάλιστα η τουρκική πραγματικότητα αποκλίνει σε ένα μεγάλο φάσμα που εκτείνεται από τα κοινωνικοπολιτικά ήθη μέχρι το ποινικό δίκαιο, όπως επισημαίνει ο Β. Μαρκεζίνης στο γνωστό περσινό του άρθρο – παρουσίαση του Α. Νταβούτογλου στο ευρύτερο ελληνικό κοινό, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο του αθηναϊκού «Έθνους» της 25/7/2009. Στο ίδιο κείμενο αναλύονται εκλαϊκευμένα όχι όμως υπεραπλουστευτικά μεταξύ άλλων: ο ορισμός του κατά Νταβούτογλου «Στρατηγικού βάθους» ως συνισταμένης Ιστορίας-Γεωγραφίας, καθώς και η βαθειά του φιλυποψία απέναντι στη γραφειοκρατία του ΥΠΕΞ του, που, σαν εξωγενής προϊστάμενός της, τη θεωρεί πιστή στη διαπολιτισμική και διαχρονική παράδοση των διπλωματικών υπηρεσιών να τείνουν προς μία ευγενή αδράνεια (με την έννοια της διακριτικής αποχής από ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες). http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=15426&subid=2&pubid=4890842
35 Πολύ περισσότερο που η ευρωπαϊκή αντιθρησκευτική αλλεργία χρωματίζεται έντονα από τα υπαρκτά προβλήματα ένταξης στο ευρωπαϊκό κοινωνικό παλίμψηστο μειονοτικών απογόνων μεταναστών οι οποίοι-ες είτε ουδέποτε διέκοψαν είτε στράφηκαν, για πληθώρα εξηγήσιμων λόγων, στην ένταξη / επαναδραστηριοποίηση της ιδιότητάς των ως πιστών, εντός μουσουλμανικών κατά κύριο λόγο θρησκευτικών θεσμών. Βλ. σχετικά την εμπεριστατωμένη παράθεση στατιστικών στοιχείων καθώς και την ποιοτική τους ανάλυση, όχι πάντα απογοητευτική αναφορικά με το αδύνατο μίας υβριδικής ταυτότητας για ένα ποσοστό τουλάχιστον των ατόμων αυτών στη μελέτη του ESI
(: “European Stability Initiative”, μη κερδοσκοπικού ινστιτούτου έρευνας και πολιτικής με έδρες στο Βερολίνο, τις Βρυξέλλες και την Κωνσταντινούπολη), Picture Story: Germans and Turks – striking facts, November 2008.
Ευνόητο είναι ότι η αμερικανική πλευρά συμμεριζόταν μέχρι πρόσφατα την εν λόγω ευρωπαϊκή αλλεργία εκθετικά, δεδομένης της εμπλοκής της σε συγκρούσεις με δύσκολα υποκρυπτόμενη την αντι-μουσουλμανική διάσταση. Αντιλαμβανόμενη το αντιπαραγωγικό του πράγματος στις σχέσεις της με το σύνολο του μουσουλμανικού κόσμου, την ελάχιστα κολακευτική εικόνα της ακόμη και στην ίδια τη «συμμαχική» της πλευρά των αντιμισαλλόδοξων, φιλελεύθερων πολιτικά ελίτ και κοινών ψηφοφόρων ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού, αλλά και δεσμευόμενη από τη δική της ιδεολογική τοποθέτηση, η τωρινή αμερικανική ηγεσία καταβάλει συντονισμένες προσπάθειες να αντιστρέψει το παραπάνω κλίμα – προϊόν άλογης όσο και ασύμφορης γενίκευσης που τής κληροδότησαν οι προκάτοχοί της. Χαρακτηριστικώτερες πρόσφατες αποτυπώσεις της στροφής απαντώνται στην ομιλία του Προέδρου Ομπάμα προς την τουρκική Εθνοσυνέλευση κατά την επίσημη επίσκεψή του στην χώρα, τον Απρίλιο του 2009, αλλά και στο εναρκτήριο λογύδριο της αμερικανίδας ΥΠΕΞ Χίλαρυ Κλίντον με το οποίο «άνοιξε» την κοινή συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τις συνομιλίες της με τον Α.Νταβούτογλου στην Washington, στις 5 Ιουνίου 2009 http://www.state.gov/secretary/rm/2009a/06/124409.htm.
36 Kemal Kirisci, Turkey’s foreign policy in turbulent times” European Union Institute for Security Studies (EUISS) Chaillot Paper no92, September 2006, σσ 99-100. http://www.iss.europa.eu/publications/chaillot-papers/
37 Tο εντοπίζει ο μεταφραστής – επιμελητής Κ. Σαργέντης στην εισαγωγή του σσ 23-24, του Kant – Habermas, ο.π., ενώ στο ίδιο το Καντιανό κείμενο αναλύεται στα εδάφια 354 και 367, σσ 73-74 και 99-101 αντίστοιχα.
38 Ο Kemal Kirisci το υπονοεί στο κείμενό του, σ34 ο.π., όταν επισημαίνει ότι η χαλάρωση των βουλγαρικών μέτρων σε βάρος της ευμεγέθους τουρκικής κοινότητας της χώρας που οδήγησε σε θεαματική βελτίωση των τουρκοβουλγαρικών σχέσεων υπήρξε παράλληλα και ένα εύγλωττο πρελούδιο ανάλογης συμμόρφωσης στη μεταχείριση της κουρδικής μειονότητας στην οποία θα υποχρεωθεί η Τουρκία, ενόψει της κλιμάκωσης των προενταξιακών της διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε.
39 Kant – Habermas, ο.π.,σ 180. Αυτό όμως, αφορά συζητήσιμα μία συγκεκριμένη δραστηριότητα: εκείνη της αμυντικής βιομηχανίας, η οποία στην τουρκική περίπτωση χαρακτηρίζεται από μία αυξημένη σχεδιαστική-παραγωγική-εξαγωγική αυτονομία που ουδόλως περιορίζεται από οιασδήποτε μορφής δεσμευτική πρόνοια σαν αυτές που διέπουν τις λειτουργίες αντίστοιχων βιομηχανικών κλαδών των επιμέρους χωρών-μελών της Ε.Ε.
40 Kant – Habermas, ο.π., σ 181.
41 J. S. Nye, Soft Power, Foreign Policy 80, 1990, σσ 153-171, ειδικά σσ 154, 156-158, 162-163, 166-167, 170.
42 Θεωρείται απόλυτα θεμιτό να μην αποστερηθεί η Τουρκία τις προοπτικές αύξησης των συνολικών δεικτών κοινωνικής συνοχής και ειρήνης που θα βασίζονται σε ανάλογη οικονομική πρόοδο και ευμάρεια. Εξίσου νόμιμο πάντως, γίνεται να υποστηρίζεται ότι αυτή της η περιφερειακή αναβάθμιση μπορεί να μακροημερεύσει μόνον με την ενεργό ενθάρρυνση, την έγκριση από τις γειτονικές χώρες που κινούνται από ελατήρια ανάλογου αυτοσεβασμού. Προεκτείνοντας τις σκέψεις αυτές, θα μπορούσε να επαναξιολογηθεί ρηξικέλευθα ακόμη και μία παρατεταμένη περίοδος υψηλής σχετικά έντασης στρατιωτικών ανταγωνισμών, ακόμη και αντιπαραθέσεων, εφόσον η υψηλή στρατηγική μίας τέτοιας προσέγγισης θα αποσκοπούσε στο να ρυμουλκήσει την πολυάνθρωπη και δυναμική αυτή χώρα στην εγκαθίδρυση μίας μακράς ειρηνικής συνύπαρξης, ακόμη και στενής συνεργασίας σε σειρά θεμάτων αμοιβαίου περιφερειακού ενδιαφέροντος. Ιστορικά, φιλικές διακρατικές σχέσεις έχουν όχι σπάνια προκύψει ακόμη και μετά από σειρά μεμονωμένων στρατιωτικών εμπλοκών, ακόμη και συρράξεων. Μία συμβατική αεροναναυμαχία σχετικά μεγάλης κλίμακας λχ, μπορεί να σταθεί ένα επεισόδιο σε μία μακροπερίοδη εχθρική συνύπαρξη που θα γεννήσει μνησικακία, και κίνητρα «απόκρυψης / απόπλυσης της ταπείνωσης» για τον ηττημένο, ή η έναρξη μίας ουσιωδώς συμμαχικής γειτονίας οικοδομημένης με μέτρα γεγονοτολογικά κατοχυρωμένης εμπιστοσύνης. Η κατ’επανάληψη αυτοσυγκράτηση της ελληνικής πλευράς μετά από ‘ατυχείς’ εκβάσεις συγκρούσεων μπορεί να προσαχθεί ως προηγούμενο προς μίμηση για τους στρατιωτικούς οργανισμούς και των 2 χωρών. Όσο δεν πρόκειται για total krieg (ολοκληρωτικό πόλεμο) αλληλοεξόντωσης, οι σχέσεις είναι «καταδικασμένες» σε επόμενη μέρα επαναγεφύρωσης.
43 Στο μεσοδιάστημα, απόστολοι αγαθών διπλωματικών προθέσεων με προέλευση από την ανατολική ηπειρωτική ακτογραμμή του Αιγαίου, μπορούν να προβούν σε σχετικώς αδάπανες επιδείξεις του πνεύματος «μηδενικών προβλημάτων μεταξύ γειτόνων» κομίζοντας για παράδειγμα εξισωτικές προτάσεις αναγνώρισης αμοιβαίων ευαισθησιών γύρω από τις ονομασίες νέων ή αναδυόμενων κρατών («πγδΜ» – «Νότιο Κουρδιστάν») πιστές στα πρότυπα του προσφιλούς στον H. Kissinger ‘linkage’, του οποίου ο Νταβούτογλου έχει αποκληθεί «τουρκική εκδοχή».
44 Πρόχειρη αναδίφηση του τρέχοντος ναυτικού προγράμματος της Ινδίας, ή η καταγεγραμμένη προβολή αμερικανικών βεβαιοτήτων για το βίαιο χαρακτήρα που μπορεί να λάβει κατά περιόδους και τόπους η διαδοχή των ΗΠΑ (βλ το πρόσφατο άρθρο του J. Kraska στην ιστορική τριμηνιαία επιθεώρηση orbis του υπερσυντηρητικού αμερικανικού Ινστιτούτου Ερευνών Εξωτερικής Πολιτικής (FPRI),
http://www.fpri.org/orbis/5401/kraska.navalwar2015.pdf
επιτρέπουν διάφορα σχόλια. Η στρατιωτική στρατηγική έμπνευση πολλών διεθνών δρώντων μοιάζει καθηλωμένη στη «δημιουργική κλοπή» ψυχροπολεμικών δογμάτων (είναι αλήθεια ότι η περίοδος 1945-1990 προσεγγίζεται συχνά ως ο τελευταίος σπασμός της νεωτερικότητας, με κριτήριο την ευρύτατης έκτασης παραγωγή πρωτότυπης τεχνολογικής ή θεωρητικής σκέψης). Εάν αυτό ισχύει σε κάποιο βαθμό, θα επέτρεπε τουλάχιστον τη χρήση μίας “conceptual lingua franca” μεταξύ διεθνών τεχνοκρατών. Δίκην παραδείγματος: παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις με δυναμικό εξαγωγικό εμπόριο, θα αντιμετώπιζαν ίσως ευνοϊκά τη λειτουργία προς όφελός τους ήδη εγκαθιδρυμένων συστημάτων περιφερειακής ασφάλειας ναυσιπλοΐας. Για την ύπαρξη των τελευταίων, δακτύλιοι σταθερότητας υλοποιούμενοι επι εθνικών συστημάτων θαλάσσιας και υποθαλάσσιας επιτήρησης υποστηριζόμενων από οπλοσυστήματα με εθνικά συστήματα ναυτιλίας όπως ήταν ή παραμένουν τα αδρανειακά, θα αποτελούσαν ενδεχομένως το βραχίονα συνεργασίας τόσο σε τοπικό επίπεδο (ανάμεσα στη ναυτική δύναμη που υπέχει τη θέση μήτρας της ασφάλειας, και τους άμεσους ηπειρωτικούς της γείτονες) όσο και στο ευρύτερο που αναφέρθηκε. Από την άποψη αυτή, και εφόσον η αμερικανορωσική παρουσία συρρικνωθεί κάποτε στην ανατολική Μεσόγειο, ένα παρόμοιο ελληνικό ναυτικό πρόγραμμα με καλοδεχούμενη την ευρωπαϊκή συγκατάθεση ή/και συμμετοχή θα εκτελείτο –και θα καταναλωνόταν-για λογαριασμό όλων της των γειτόνων εφόσον αυτοί αναγνώριζαν τη συλλογική του αξία, όπως και των δυνάμεων προέλευσης / προορισμού της θαλάσσιας εμπορικής κίνησης.

Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/06/blog-post_7072.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29#ixzz0rH8vjVxp

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: