1.9.2009. Κυπριακό και τα αδιέξοδά του

1.9.2009. Κυπριακό και τα αδιέξοδά του
Παραθέτω εδώ δύο πρόσφατες παρεμβάσεις σε ηλεκτρονικό φόρουμ συζητήσεων ακαδημαϊκών (HEC)

31.8.2009.
Χωρίς να υπάρχει ανάγκη να επανερχόμαστε σε ζητήματα που εξαντλήθηκαν, επιχειρηματολογικά, προσθέτω μερικά μόνο λόγια.

Πρώτον, όλοι θέλουμε «να πάμε πιο κάτω», φτάνει το πιο κάτω να είναι ο γκρεμός της μη βιώσιμης λύσης που θα χειροτερεύει δραματικά το status quo της μετά το 1974 κατάστασης. Ας πούμε ότι όλοι έχουμε καλές προθέσεις αλλά κάποιοι ενδέχεται να κάνουν λάθος εκτιμήσεις και κάποιοι άλλοι ενδεχομένως λίγο ποιο σωστές. Γι’ αυτό καλά κάνουμε να μιλάμε επί της ουσίας. Η ουσία των συζητήσεων τέσσερις δεκαετίες είναι η βιώσιμη λύση και αν κάτι έχουμε να πούμε είναι ο προσδιορισμός της ή αντίστροφα η ανάλυση για το τι δεν είναι βιώσιμη λύση.
Δεύτερον, επί ζητημάτων εθνικής επιβίωσης δεν μπορούμε να στηριζόμαστε σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Η ΕΕ δεν προσφέρει ασφάλεια γιατί δεν είναι πολιτικός ή αμυντικός δρων. Είναι όμως ένας εξαιρετικά σημαντικός συλλογικός νομικός δρων του οποίου οι συμπεφωνημένες κανονιστικές διατάξεις είναι υποχρεωτικές για όσους συμμετέχουν και τις δέχονται (συνάμα συνεισφέροντας στην διαμόρφωσή τους) και για όσους θέλουν να ενταχθούν. Πολλοί από εμάς πεισματικά υποστηρίξαμε την ένταξη σε αυτή ακριβώς την νομικοπολιτικά ορθολογιστική και ορθή βάση (βλ. εδώ και εδώ) και κάποιοι άλλοι (είναι πασίγνωστο ποιοι είναι) την καταπολέμησαν φανατικά. Μιλάμε για την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα (βλ. ακριβή ορισμό στην διεύθυνση εδώ ), δηλαδή υποχρεωτικό δίκαιο (και όχι κάποια γενικόλογη διάταξη του διεθνούς δικαίου που κάποιοι ερμηνεύουν νομικίστικά) για όλους τους εμπλεκόμενους. Το δικό μας πρόβλημα είναι ότι δεν την διεκδικήσαμε όταν σύντασσαν το σχέδιο Αναν (και γι’ αυτό καλώς απορρίφθηκε) και ότι τώρα δεν την διεκδικούμε στηριζόμαστε σε ψυχολογικές και συναισθηματικές αντιλήψεις. Αντιλήψεις που είναι έωλες γιατί δεν βρίσκονται σε επαφή με τον τρόπο που επιλύονται οι διακρατικές συγκρούσεις (βλ. ανάλυση στην διεύθυνση αυτή ).
Τρίτον, για ένα ακόμη λόγο, επί ζητημάτων εθνικής επιβίωσης δεν μπορούμε αν στηριζόμαστε σε λανθασμένες εκτιμήσεις: Ο Ντενκτάς και η Τουρκία ποτέ δεν ήθελαν διχοτόμηση αλλά μόνο συγκυριαρχία. Αν ήθελαν διχοτόμηση έχουν τα στρατιωτικά, πολιτικά και διπλωματικά μέσα να την επιβάλουν όποτε θέλουν. Δεν είναι του παρόντος, αλλά υπάρχουν αναρίθμητα τεκμήρια που θεμελιώνουν ότι η Άγκυρα θέλει πολιτικοστρατηγικό έλεγχο και όχι ένα ανεξάρτητο κράτος ή την Ελλάδα στα νότιά της. Ο Ντενκτάς και η Άγκυρα ούτε «ανέκαθεν ήθελε διχοτόμηση» ούτε τώρα θέλει διχοτόμηση, και γι’ αυτό επιμένει σε κάποιο σχέδιο Αναν ή παραπλήσιο. Εδώ όμως υπάρχει ένα σταυροδρόμι: Κανείς είτε αρνείται πάση θυσία να ζει σε ένα κράτος όπου η Τουρκία είναι δυναστικά συγκυρίαρχη (προσωρινά) και τελικά κυρίαρχη είτε επιλέγει να ακολουθήσει τον δρόμο της Ίμβρου και της Τενέδου. Αυτή είναι μια φιλοσοφική απόφαση και δεν έχω λόγο αλλά είμαι σίγουρος ότι πολλοί δεν θα ανεχτούν ξανά ξένο ζυγό και θα εξεγερθούν. Αυτή η αντικειμενική παρατήρηση αφορά καίρια την μελλοντική σταθερότητα στο νησί, κάτι για το οποίο απαιτείται να μιλάμε με προσοχή όταν συζητάμε για λύσεις για το πως «θα πάμε πιο κάτω».
Τέλος, όσον αφορά την κοινωνία των πολιτών, τα ζητήματα είναι πολύ σύνθετα –ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη την τεκμηριωμένη εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος πολλαπλών παρεμβάσεων ξένων συμφερόντων με ΜΚΟ και με διεισδύσεις στα μέσα ενημέρωσης– και η μόνη εγγύηση είναι η άμεση δημοκρατία αφού υποκινηθεί και πανταχόθεν ενθαρρυνθεί η δραστηριοποίηση των ενδιαφερομένων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτως ώστε ως προς το ζήτημα της τελικής λύσης του Κυπριακού και το γεγονός ότι πέραν ξένων συμφερόντων ή κομματικών θέσεων προηγείται και υπερέχει η βούληση των πολιτών. Σε αυτό βέβαια εμπλέκονται και οι τουρκοκύπριοι. Όμως, οι εμπλεκόμενοι δεν είναι οποιοσδήποτε. Είναι όσοι στην άλλη πλευρά δεν είναι έποικοι ή εγκάθετοι των επεκτατικών συμφερόντων της Άγκυρας. Δεν λέω ότι αυτό είναι εύκολο αλλά ότι προς τα εκεί θα πρέπει να προσανατολιστεί η προσοχή μας αντί –όπως μερικοί πράττουν– συναναστροφών τρίτου τύπου στο Λήδρα Πάλλας. Συναφώς, μια θεμελιώδης θέση που δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη είναι το ποιοι απέναντι εκουσίως ή ακούσια είναι όργανο της Άγκυρας. Έτσι, επί μακρόν, κάνουμε διάλογο κωφών ή διάλογο για το τα μάτια του κόσμου (αυτό το ορίζω και ως λαϊκισμό). Προσεκτική ανάγνωση των αναλύσεων στους συνδέσμους που ανέθεσα πιο πάνω ο καλόπιστος θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν προσεγγίσεις ειρηνικής επίλυσης οι οποίες ούτε νομικίστικες είναι, ούτε ουτοπικές ούτε λαϊκιστικές. Στηρίζονται στην διεθνή πρακτική: ισορροπία δυνάμεων και κίνητρα διεξόδου προς βιώσιμη λύση στην βάση των εκατέρωθεν εθνικών συμφερόντων που είναι συμβατά με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα.

Καταληκτικά: Η ΕΕ δεν προσφέρει ασφάλεια, οι τούρκοι στα κατεχόμενα είναι εκούσια ή ακούσια όμηροι της Άγκυρας, η Άγκυρα δεν θέλει ομοσπονδία ή κάποια βιώσιμη λύση και η συντριπτική πλειονότητα των συνομιλητών μας στο μη ελεγχόμενο από την Κυπριακή Δημοκρατία Τμήμα δεν είναι συνομιλητές αλλά μελλοντικοί δήμιοι. Η κατάσταση δεν είναι εύκολη και η διέξοδος δεν είναι εύκολη γιατί το 2002-4 δεν προσέξαμε (βλ. Ομιλία εις μνήμη Γιάννου Κρανιδιώτη). Δεν διολισθαίνω στον αφορισμό «όσοι δεν προσέξουν παθαίνουν ότι τους αξίζει. Το μεγάλο μας πρόβλημα εσχάτως, όμως, δεν είναι τόσο αυτό όσο το γεγονός ότι μερικοί αγωνιούν να κινηθούν ταχύρρυθμα προς την κατεύθυνση του κρημνού ή να εγκαταλείψουν τις πολυθρόνες τους τις οποίες με τόσο κόπο κατασκεύασαν μετά το 1974 και αντί να συνεχίσουν να αναζητούν μια βιώσιμη λύση ( αυτό εκτιμώ είναι μονόδρομος και οτιδήποτε άλλο αυτοκτονία!) να αφήσουν (τις «πολυθρόνες» και να καθίσουν πάνω σε ηλεκτρική καρέκλα. Το τι είναι ηλεκτρική καρέκλα νομίζω ότι αναλύθηκε επαρκώς … Θέση μου που ανέλυσα επαρκώς είναι ότι οι επιλογές μας δεν είναι μεταξύ πολυθρόνας και ηλεκτρικής καρέκλας.

Συναδελφικά

Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων – Στρατηγικών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Πειραιώς
http://www.ifestosedu.grinfo@ifestosedu.gr

27.8.2009.
Αγαπητά μέλη του Φόρουμ,

Οι πρόσφατες δηλώσεις πολιτικών προσώπων της Κύπρου για τις ευθύνες του πραξικοπήματος και της εισβολής ενέχουν όχι μόνο μεγάλη ιστορική σημασία αλλά και μεγάλη επιστημονική σημασία. Για να το θέσω διαφορετικά, πριν μερικές δεκαετίες συνάδελφος που έγραφε για την ύφεση (Coral Bell) παρατήρησε πως δεν εξηγείται με λογικούς όρους η αλληλουχία λαθών και παραλήψεων των ελλήνων για να μπορέσουν να εκπληρώσουν τους σκοπούς τους στην Κύπρο. Τώρα, πασίδηλα, ο ιστορικός του μέλλοντος δεν θα μπορεί να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κατευνάζοντας και υποχωρώντας οι έλληνες προθυμοποιούνται και ανταγωνίζονται αλλήλους προσφέροντας ως δώρο στον εισβολέα τα τετελεσμένα της βίας και συνάμα δικαιολογώντας την μελλοντική τουρκική συγκυριαρχία επί των μη κατεχομένων (που κάθε λογικός γνωρίζει – βλ. Ίμβρος, Τένεδος, Κωνσταντινούπολη 1955–, αναπόδραστα θα οδηγήσει σε πλήρη τουρκική επικυριαρχία).
Όπως υποστήριξα ξανά στο φόρουμ αλλά και με αρθρογραφία, η εκλογή μιας κομματικής κυβέρνησης για σκοπούς διακυβέρνησης δεν της δίνει το δικαίωμα παραβίασης της διεθνούς νομιμότητας και πολύ περισσότερο δικαίωμα κατάλυσης του κράτους. Για ζητήματα εθνικής επιβίωσης ισχύει η άμεση δημοκρατία. Ταυτόχρονα, υποστηρίζεται πως ακόμη και αν η πλειοψηφία αποδεχθεί να κατασταλεί η ελευθερία της κοινωνίας με την υποταγή σε ξένο εισβολέα οι υπόλοιποι δεν είναι υποχρεωμένοι να συνηγορήσουν (η ιστορία τεκμηριώνει ότι έτσι έχουν τα πράγματα σε αναρίθμητες περιπτώσεις και αυτό θα ισχύσει και στην Κύπρο αν κάποιοι μεθοδεύσουν την κατάλυση του κράτους – εξέλιξη που θα δημιουργήσει μια κατάσταση εύκολα προβλέψιμη, δηλαδή, μια χαώδη συγκρουσιακή τροχιά πάνω στην οποία θα είναι δρομολογημένοι οι τούρκοι, οι ελλαδίτες, η ελληνική πλειοψηφία της Κύπρου, οι τουρκική μειονότητα της Κύπρου και οι έποικοι της Κύπρου που πλέον αποτελούν πλειονότητα στα κατεχόμενα). Σε αναφορά με την συζήτηση εδώ, θα ήθελα να κάνω μερικά σύντομα σχόλια:
Πρώτον, υπενθυμίζω ότι από μεριά νεοελληνικού κράτους επικρατεί σιγή ιχθύος. «Προφητικά» ο ιθύνων νους του Ελιαμέπ Θοδωρής Κουλουμπής σε συζήτηση μαζί μου στην Κυπριακή τηλεόραση αρχές της προηγούμενης δεκαετίας -εγώ υποστηρίζοντας την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ και την αμυντική ενίσχυσή της ως προσεγγίσεις ειρηνικής επίλυσης της διένεξης και αυτός αντικρούοντάς τα-, περίπου «πρόβλεψε» την παρούσα κατάσταση. Του αντέτεινα ότι συνηγορία ή σιωπή σε ένα τέτοιο κατήφορο και παράλειψη αποτελεσματικών διπλωματικών και αμυντικών στάσεων που θα αντιστρέφουν τον κατήφορο σημαίνει «αποδοχή της ευθανασίας ενός μεγάλου κομματιού του ελληνικού έθνους το οποίο, μιας και του αποστέρησαν το αναφαίρετο δικαίωμα αυτοδιάθεσης, νομικά, πολιτικά και ηθικά δικαιούται να διαθέτει το δικό του ανεξάρτητο κράτος». Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι ιστορικά, δυστυχώς, καταμαρτυρείται ότι αυτός είναι περίπου ο ρόλος του νεοελληνικού κράτους: Μετά από συρροή λαθών, παραλήψεων και εγκαταλείψεων να αναγνωρίζει το δικαίωμα της πολιτικής ευθανασίας των εκτός συνόρων ελλήνων κτίζοντας έτσι τα σπέρματα ατέρμονων συγκρούσεων. Έτσι, αυτή την στιγμή, πέραν της σιωπής ή τις γενικόλογες δηλώσεις συνηγορίας στην πασίδηλα αδιέξοδη πορεία του κυπριακού , πολύ θα ήθελα να ήξερα ποια είναι η πολιτική της Αθήνας απέναντι στα μεγάλα ζητήματα ζωής ή θανάτου που τίθενται στην Κύπρο. Αφορούν, υπενθυμίζω, εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες οι οποίοι με πείσμα και θαυμαστή μέχρις στιγμή αντοχή, τις πέντε τελευταίες δεκαετίες, αγωνίζονται για την ελευθερία τους και τώρα την επιβίωσή τους. Πολύ θα ήθελα επίσης να γνωρίζω τις διπλωματικές προσπάθειες -εκτός και αν είναι «μυστικές»- για μια βιώσιμη λύση απαλλαγμένη εγγυήσεων, στρατευμάτων και βάσεων, για την εφαρμογή δηλαδή της διεθνούς νομιμότητας που αποτελεί αξίωση κάθε βιώσιμου ανεξάρτητου κράτους. Πέραν γενικόλογων δηλώσεων, επίσης, πολύ θα ήθελα να ήξερα τις θέσεις στο υπόλοιπο φάσμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Όσον αφορά το δικό μας ακαδημαϊκό χώρο, είναι καιρός να γίνει αντιληπτό από όλους ότι πάγιοι ακαδημαϊκοί κώδικες και δεοντολογίες απαιτούν επιστημονικές θέσεις που οριοθετούνται από την διεθνή νομιμότητα. Το λέω αυτό γιατί πολλοί ίσως θα διάβασαν την περασμένη εβδομάδα επιστημονικά μεταμφιεσμένες επιφυλλίδες όπου περίπου καλούν την Ελλάδα να εισέλθει με την Τουρκία σε συνομιλίες συγκυριαρχίας στο Αιγαίο επειδή το … θέλουν οι Αμερικάνοι (ασφαλώς, πρόκειται για θλιβερά και αυθαίρετα άλματα συλλογισμών, πλην όμως δεν είναι του παρόντος να σχολιαστούν).
Δεύτερον, στην στρατηγική ανάλυση, συνηθίζεται να γράφεται πως «όταν πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες μιλούν επί ζητημάτων άμυνας, ασφάλειας και εθνικής επιβίωσης» ακόμη και οι μορφασμοί του προσώπου ενός πολιτικού ή στρατιωτικού ηγέτη προσμετρούν προσθετικά ή αφαιρετικά ενισχύοντας ή αποδυναμώνοντας την αποτρεπτική αξιοπιστία ενός αμυνόμενου κράτους και της κοινωνίας του. Επειδή υπάρχει πληθώρα έγκυρων δημοσιεύσεων που τεκμηριώνει απέραντα το τι έγινε τις δεκαετίες του 1940, 1950 και 1970, γνωρίζουμε σήμερα πολύ καλά ότι τα Βρετανικά και Τουρκικά στρατηγικά σχέδια –που συχνά συνέκλιναν και ακόμη πιο συχνά οι δύο χώρες συνεργάζονταν– το πραξικόπημα ήταν μόνο η αφορμή. Αιτιάσεις υπήρχαν, στηριγμένες βασικά σε ηγεμονικά κριτήρια περί «ζωτικού χώρου», και όπως με τα γεγονότα του 1955 στην Κωνσταντινούπολη και του 1958 στην Κύπρο, δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν αφορμές εφαρμογής τους. Το γεγονός ότι ο χουντικός κατήφορος της Αθήνας συμπαρέσυρε την Κύπρο θυματοποιώντας την διπλά, δίνοντας έτσι μια τέτοια αφορμή δεν μπορεί να γίνεται σήμερα βάση ενός πολιτικά αυτοκτονικού και γενικόλογου αφορισμού που εξισώνει και εξομοιώνει το ξενόβαλτο πραξικόπημα της Χούντας με το διεθνές έγκλημα της εισβολής, κατοχής, εκτέλεσης εγκλημάτων πολέμου που συνεχίζονται και κατάργησης ενός κράτους μέλους του ΟΗΕ (δηλαδή, του θύματος που ποτέ δεν επιτέθηκε κατά οποιουδήποτε). Στο ίδιο πλαίσιο, αποτελεί γιγαντιαία αυτιστική ιστορική διαστρέβλωση ο τονισμός μεμονωμένων εγκληματικών δράσεων μερικών ιδιωτών στην ελληνική πλευρά εν καιρώ πολέμου, για να εξισωθεί με την γιγαντιαία και κρατικά υποκινούμενη-σχεδιασμένη-εφαρμοσμένη εγκληματική δράση των εισβολέων. Τέλος, όσον αφορά το περίφημο ζήτημα των θυμάτων των έξωθεν υποκινούμενων (και κυρίως εκ Τουρκίας) συγκρούσεων των περιόδου 1958-1960 και 1960-64 ο ενδιαφερόμενος μπορεί να βρει αποτελέσματα σύντομης αλλά αποκαλυπτικής έρευνας στο παράρτημα εισήγησής μου στην διεύθυνση εδώ (1. Constitutional convention, the “principles” and the accession into the EU – Appendix: “Slaughters”, “killings” and other made up magic stories). Εν τέλει, επιστημονικά και πολιτικά αποτελεί εξόχως ανιστόρητη, μαζοχιστική και αυτιστική θέση ακόμη και η παραμικρή εξίσωση θυμάτων και θυτών μιας διένεξης όπως το κυπριακό που διαρκεί επί πολλές δεκαετίες και για την οποία οι επιτιθέμενοι και οι αμυνόμενοι είναι εξαιρετικά ευδιάκριτοι. Η εισβολή ήταν μια πολύ καλά και από καιρό σχεδιασμένη επιχείρηση στρατηγικής κατάληψης της Κύπρου από την Τουρκία στα πλαίσια αντίστοιχης στρατηγικής συνεννόησης Άγκυρας-Λονδίνου. Ως ακαδημαϊκός θα πρόσθετα ότι οι πολιτικές ηγεσίες της Αθήνας και της Κύπρου είναι καιρός να αξιολογούν σωστά τις αξιόπιστες επιστημονικές μελέτες και να τις χρησιμοποιούν αποτελεσματικά για την στήριξη της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας. Το αντίστοιχο πάθημα του 2003-4 όταν πρωτοεμφανίστηκε το σχέδιο Αναν –και όταν αντί επιστημονικής θεμελίωσης των θέσεών μας στηριχθήκαμε σε γνώμες πολλές από τις οποίες χρηματοδοτούνταν αδιαφανώς– έπρεπε να μας γίνει μάθημα για να φροντίζουμε να τεκμηριώνουμε εκείνες τις θέσεις, τουλάχιστον, οι οποίες είναι συμβατές με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα (για να μπορέσουμε, ασφαλώς, να διεκδικήσουμε την εφαρμογή της βλ. εδώ).
Τρίτον, μερικές μόνο λέξεις για την ΕΟΚΑ Β. Αφού υπενθυμίσω αυτό που γράφω πιο πάνω, ότι δηλαδή το πραξικόπημα ήταν μια αφορμή (η μονομερής δράση ούτως ή άλλως αμφισβητείται, όχι μόνο η επί σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας) που οι Τούρκοι θα εύρισκαν ούτως ή άλλως, και ότι δεν είναι σωστό να γίνονται εξισώσεις ανόμοιων γεγονότων, θα έλεγα ότι η καραμέλα της ΕΟΚΑ Β είναι μια ακόμη αιτία αυτοτραυματισμού μας. Αν αυτό σημαίνει κάτι, όπως και πολλοί άλλοι ο υποφαινόμενος διώχθηκε από την ΕΟΚΑ Β λίγο πριν την εισβολή. Ο καθείς γνωρίζει, όμως, ότι μόνο ελάχιστα ανώτατα στελέχη της ΕΟΚΑ Β ήταν συνειδητά συνεργάτες της Χούντας και ίσως των αμερικανικών υπηρεσιών – ο αριθμός τους μετριέται στα δάκτυλα του ενός χεριού και στεγάστηκαν σε παρατάξεις που σήμερα φανατικά υποστηρίζουν σχέδια τύπου Αναν. Επίσης, ο καθείς γνωρίζει ότι επί πολλά χρόνια οι νέοι της Κύπρου αφέθηκαν έρμαιο των χουντικών αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο (γι’ αυτό ευθύνεται η τότε Κυβέρνηση της Κύπρου, ο τότε Πρόεδρος και όλες οι παρατάξεις, πλην, εξ αντικειμένου, αυτής του «γιατρού» Βάσου Λυσσαρίδη ο οποίος σε συνεννόηση με τον πρόεδρο στήριζε το κράτος και την δημόσια τάξη). Για να είμαι τελείως ακριβής, ακόμη και σημαντικά στελέχη της ΕΟΚΑ Β δέχθηκαν δημόσια ότι αποδείχθηκαν ευκολόπιστοι και αφελείς και ζήτησαν συγνώμη. Τι εξυπηρετεί λοιπόν η μαζοχιστική επίκληση αυτών των ξενόβαλτων συνομωσιών που παρέσυραν μερικά άτομα και πως μπορεί αυτό να εξισώνεται με την γιγαντιαία και εγκληματική επίθεση της Τουρκίας που παραβίασε την διεθνή νομιμότητα και που συνεχίζει να την παραβιάζει επί δεκαετίες!

Τέλος, ιστορικά, μιλώντας, κανείς, έστω και στοιχειωδώς, απαιτείται να τηρεί αναλογίες, να κάνει ιεράρχηση των σημασιών, να αναγνωρίζει κύρια αίτια και παθογένειες και να διακρίνει μεταξύ θυμάτων και θυτών. Αυτά που μαζοχιστικά επικαλούνται σήμερα κάποιοι ως δήθεν αιτίες των προβλημάτων της Κύπρου και της Ελλάδας δεν είναι παρά μόνο γνωστά (και ιστορικά μιλώντας είναι ασήμαντα αν συγκριθούν με τις πραγματικές αιτίες) συμπτώματα και παθολογίες που αποτελούν πάγιο χαρακτηριστικό του νεοελληνικού κράτους. Αντί λοιπόν να εστιάσουμε την προσοχή μας στην αντιμετώπιση του ηγεμονισμού και του αναθεωρητισμού με το να προσκολληθούμε στην διεθνή (και ευρωπαϊκή) νομιμότητα και στα κατοχυρωμένα από αυτή εθνικά μας συμφέροντα, κάποιοι μεγεθύνουν ιστορικά ασήμαντα ζητήματα και συγκρίνουν ανόμοια γεγονότα ζητώντας μας να αυτοκτονήσουμε με το να καταλύσουμε το κυπριακό κράτος. Πράγματι, πρόκειται για μια πρωτοφανή και εξόχως ανορθολογική και παράλογη κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση κανένα επιχείρημα δεν είναι θεμιτό όταν –ελέω αβάστακτα απλουστευτικών ιστορικών αναφορών που εξισώνουν θύτες και θύματα– ζητείται να δοθεί ΟΛΟΚΛΗΡΗ, ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΦΟΡΑ, Η ΚΥΠΡΟΣ στην αδηφάγο Τουρκία. Κανένα επιχείρημα δεν είναι θεμιτό όταν ζητείται να καταργηθεί η δημοκρατία, να επιβληθεί ένα μη βιώσιμο διοικητικό σύστημα που θα περιέχει εγγενώς σπέρματα σύγκρουσης, να τεθεί μια κοινωνία υπό την επίβλεψη των ηγεμονικών κρατών που παραβίασαν την ανεξαρτησία της, να κατασταλούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να καταστεί το νησί αβύθιστο αεροπλανοφόρο των ηγεμονικών δυνάμεων στον ανελέητη και αδιέξοδη γεωπολιτική και γεωστρατηγικη αντιπαράθεσή τους.
Βεβαία, αποδεικνύεται ότι σε περιπτώσεις τόσο εξόφθαλμων αυτιστικών στάσεων ο καθείς παθαίνει ότι του αξίζει. Τέτοιου μεγέθους σφάλμα –μπροστά στο οποίο το έξωθεν υποκινούμενο πραξικόπημα του 1974 στο οποίο συνέπραξαν μερικές δεκάδες άτομα φαντάζει ασήμαντο– θα προκαλέσει πολλές και αβάστακτες κακουχίες. Τώρα, γιατί κάποιοι το επικαλούνται ζητώντας από μια κοινωνία να αυτοκτονήσει, είναι υπόθεση εκτιμήσεων. Υπόθεση εκτιμήσεων είναι επίσης οι λόγοι για τους οποίους αναμιγνύονται οι απειροελάχιστες μεμονωμένες πράξεις ιδιωτών με τα κρατικά υποκινούμενα εγκλήματα πολέμου της Τουρκίας! Αυτονόητα ο καθείς συνάγει τα δικά του συμπεράσματα και η ελευθερία έκφρασης δεν αμφισβητείται. Όμως, υπάρχει ένα ηθικό όριο της ελευθερίας της έκφρασης που σέβεται την ελευθερία της κοινωνίας (εθνική ανεξαρτησία ενός κράτους-μέλους του ΟΗΕ, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο) την οποία μερικοί συνειδητά ή ανεπίγνωστα ζητούν να καταργηθεί.

Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής Διεθνών-Στρατηγικών Σπουδών
Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Πειραιώς
http://www.ifestosedu.gr

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: