12.11.2008.Ομιλία Άριστου Μηχαηλίδη, Πολεμικό Μουσείο

12. 11.2008. ΟΜΙΛΙΑ ΑΡΙΣΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ,

Διευθυντού Σύνταξης εφημερίδας «Φιλελεύθερος» Κύπρου,

Πολλές φορές σκέφτομαι, μήπως είναι υπερβολική η ανησυχία μας, για το σχέδιο Ανάν και μήπως έχουν δίκαιο όσοι μας κατηγορούν ότι το έχουμε δαιμονοποιήσει. Πρέπει δηλαδή να δώσουμε πίστη στις ηγεσίες μας, που λένε σε κάθε ευκαιρία, ότι σέβονται τη λαϊκή ετυμηγορία του 76% και ότι το σχέδιο Ανάν δεν πρόκειται να επιστρέψει. Ούτε από την πίσω πόρτα, ούτε από το παράθυρο.

Η αλήθεια όμως, είναι ότι το σχέδιο Ανάν δεν πρόκειται να επιστρέψει, διότι δεν έφυγε ποτέ. Ούτε από το μυαλό της ηγεσίας μας, ούτε από τους σχεδιασμούς των Βρετανών, ούτε από τις απαιτήσεις των Τούρκων. Και δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε περισσότερο πέραν τούτου: Αυτή τη στιγμή, οι διαπραγματεύσεις για μια δήθεν κυπριακή λύση, γίνονται στο πλαίσιο των προνοιών αυτού του σχεδίου. Και η ηγεσία δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό γιατί με τους χειρισμούς της, αυτοεγκλωβίστηκε σε διαδικασίες και δεσμεύσεις, που αργά ή γρήγορα θα την οδηγούσαν στο ίδιο αποτέλεσμα. Και την οδήγησαν.

Ας δούμε, πού βρισκόμαστε τώρα.

Μας έδωσε μια εικόνα, πρώτος ο Βρετανός πρέσβης σε συνέντευξη του στις 2 Μαρτίου, δηλαδή αμέσως μετά την εκλογή Χριστόφια και προτού εξαφανιστεί από το προσκήνιο…. διότι τελευταία, κρύβεται κάπως… φαίνεται αντιλήφθηκε ότι εξοργίζει τον κόσμο τόση πολλή κοροϊδία….. δηλαδή να λες ότι ψάχνουμε για μια κυπριακή λύση, αλλά σε κάθε ενέργεια να είναι πρώτος και καλύτερος ο Βρετανός πρέσβης!

Είπε λοιπόν, ότι έχουν αντλήσει διδάγματα από την αποτυχία του 2004 και «στη νέα προσπάθεια πρέπει να δράσουμε διαφορετικά». «Μελετήσαμε, είπε, το παρελθόν και καταλήξαμε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά». Στη συνέχεια, όταν για παράδειγμα μας ανακοίνωσε μαζί με την PRIO, ότι έκαναν μια οικονομική μελέτη που αποδεικνύει ότι μετά από τη λύση κάθε οικογένεια στην Κύπρο θα αυξήσει το εισόδημα της κατά πεντέμιση χιλιάδες ευρώ, αντιληφθήκαμε ότι αυτό που τους ενδιέφερε δεν ήταν να προσπαθήσουν να πλησιάσουν μια λογική διευθέτηση, που θα ικανοποιούσε στο ελάχιστο τις ανάγκες και τις ανησυχίες των Κυπρίων. Αλλά να προπαγανδίσουν μια οποιαδήποτε διευθέτηση, φτάνει να εξαπατηθεί ο λαός για να την δεχθεί. Και μάλιστα, τόσα λίγα αντελήφθησαν για τους λόγους απόρριψης του σχεδίου Ανάν, που πίστεψαν ότι θα πιάσει τόπο η προπαγάνδα με τις ανοησίες περί αύξησης του εισοδήματος.

Το δυστύχημα όμως είναι ότι σε αυτό το παιχνίδι συμμετέχει και η ηγεσία μας. Αυτή τη στιγμή, γίνεται ακριβώς μια προπαγάνδα, μια μακρόχρονη πλύση εγκεφάλου, που σκοπεύει να προετοιμάσει τον κόσμο για να δεχθεί αυτά που απέρριψε το 2004.

Από τη μια, η κυβέρνηση και το ΑΚΕΛ και από την άλλη, η αντιπολίτευση και ο Νίκος Αναστασιάδης. Ενεργούν σαν δυο παράλληλοι άξονες και είναι οι πιο ισχυροί μηχανισμοί αυτής της προετοιμασίας.

Γιατί βγαίνει ο Δημήτρης Χριστόφιας και δηλώνει ότι αποδέχεται την εκ περιτροπής προεδρία ή ότι αποδέχεται παραμονή 50.000 εποίκων; Δεν είναι ασφαλώς τόσο αφελής για να δηλώνει δημοσίως τις προτάσεις του, πριν καν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. Το κάνει γιατί θέλει να δώσει χρόνο στον κόσμο να το χωνέψει. Εξάλλου, γνωρίζει και από τις δημοσκοπήσεις, που έγιναν τελευταία, ότι ένα συντριπτικό ποσοστό των Ελληνοκυπρίων απορρίπτει την εκ περιτροπής προεδρία.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις εγγυήσεις και τα επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει ότι δεν αποδέχεται την συνέχιση των εγγυήσεων, οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί προσπαθούν να βρουν μια φόρμουλα για να ξεπεράσουν το εμπόδιο και αρχίζουν επαφές για να συζητηθεί η πιθανότητα διεύρυνσης των εγγυήσεων. Σκέφτονται, να γίνει κηδεμόνας της Κύπρου και το ΝΑΤΟ, μαζί με την Τουρκία. (Προσέξτε τώρα το οξύμωρο: Ιδεολογικά η κυβέρνηση δεν επιθυμεί ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αλλά αν είναι να μας δώσουν για κηδεμονία το συζητούμε).

Εδώ, εμφανίζεται ξαφνικά ο Νίκος Αναστασιάδης, και μας καλεί να μην είμαστε τόσο ξεροκέφαλοι, και ότι θα μπορούσαμε να συζητήσουμε τη διεύρυνση των εγγυήσεων. Είπε ακριβώς: «Και ιδιαίτερα τρόπους άσκησης των επεμβατικών, αν μπορούν να λεχθούν έτσι, δικαιωμάτων». Αν μπορούν να λεχθούν έτσι! Δηλαδή, πώς αλλιώς θα μπορούσαν να λεχθούν τα επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας; Μήπως… ειρηνευτικά δικαιώματα; Όπως την ειρηνευτική επιχείρηση του ’74;

Αλλά, δεν είναι άπειρος πολιτικός ο κύριος Αναστασιάδης για να θέλει να δημιουργήσει πρόβλημα στη διαπραγματευτική θέση του κυρίου Χριστόφια. Όταν μάλιστα έχουν μια άριστη συνεργασία σε όσα αφορούν τις ενέργειες για το Κυπριακό.

Πώς γίνεται λοιπόν, με μια τόσο ανοικτή στήριξη, προκλητική πολλές φορές και προσβλητική για το ρόλο της αντιπολίτευσης, να εμφανίζεται ξαφνικά και να πιέζει για περισσότερη ευελιξία; Σημειώστε μόνο ότι στην έναρξη των συνομιλιών, ο Πρόεδρος Χριστόφιας με δήλωση που κατέθεσε στην τελετή σημείωνε ότι: «η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει εξαντλήσει τα όρια της και δεν μπορεί να προχωρήσει πέραν αυτών». Την επόμενη μέρα ο κ. Αναστασιάδης, μετά από συνάντηση με τον Αλεξάντερ Ντάουνερ και μιλώντας για τις υποχωρήσεις, που πρέπει να κάνει η τουρκική πλευρά διευκρίνιζε ότι έχει και η ελληνοκυπριακή πλευρά περιθώρια υποχωρήσεων. Δηλαδή, δεν έχει εξαντλήσει τα όρια της, όπως είπε ο Πρόεδρος. «Πιστεύω, είπε ο κ. Αναστασιάδης, ότι η δική μας πλευρά πιθανό να έχει περιθώρια…». Τα λέει, λοιπόν ΚΑΙ για να προετοιμάσει τον κόσμο ώστε την ώρα της κρίσεως να έχει χωνέψει ότι όλα αυτά για τα οποία ένας λογικός άνθρωπος θα είχε αμφιβολίες, δηλαδή, εγγυήσεις, επεμβατικά δικαιώματα, εκ περιτροπής προεδρία, έποικοι και λοιπά, δεν είναι προς συζήτηση, διότι η ηγεσία, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα έχουν ήδη συμφωνήσει, είναι τελειωμένα, δηλαδή.

Στο ίδιο πνεύμα είναι και όλες οι πλάγιες ενέργειες, σαν τις γνωστές «πλάγιες απώλειες». Όπως τις συλλήψεις δεκαέξι ατόμων στην παρέλαση της πρώτης Οκτωβρίου, επειδή, δήθεν, μοίραζαν φυλλάδια με πολιτικό περιεχόμενο.

Ή, το κεφάλαιο, που άνοιξε στην εκπαίδευση, με τα βιβλία της ιστορίας και τον στόχο της χρονιάς, που έθεσε ο υπουργός Παιδείας: Την «καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους». Από μόνη της η ιδέα προκαλεί μια ζύμωση, που εξυπηρετεί ακριβώς την προετοιμασία του κόσμου. Οι συζητήσεις που γίνονται δημιουργούν στον κόσμο την αίσθηση ότι όλα προχωρούν και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τα αποτρέψει. Εξάλλου, κι εδώ φαίνεται η συνεργασία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Γιατί, όσο κι αν αντέδρασαν έντονα, μερικοί βουλευτές και άλλοι, από το χώρο της αντιπολίτευσης, το πιο αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι: Της απόφασης του υπουργείου προηγήθηκε πρόταση του αντιπροέδρου του ΔΗΣΥ και προέδρου της κοινοβουλευτικής επιτροπής Παιδείας, Νίκου Τορναρίτη, για να κηρυχθεί το σχολικό έτος, έτος επανένωσης. Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις, ο στόχος είναι η καλλιέργεια κουλτούρας ψευδαισθήσεων. Πρέπει, πάση θυσία, να καλλιεργηθεί η ψευδαίσθηση ότι εξαφανίστηκαν τα τουρκικά στρατεύματα και ο καταστροφικός ρόλος της Τουρκίας και είμαστε στο νησί μόνο οι Κύπριοι, που θα τα βρούμε μεταξύ μας, όταν ξεπεράσουμε τα ψυχολογικά μας προβλήματα.

Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι ψυχολογικό. Κι αυτό αποδεικνύεται καθημερινά από την ημέρα που ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις. Και όχι μόνο με τις θέσεις, που διατυπώνει ο Ταλάτ στο τραπέζι των συνομιλιών, αλλά και με όσα δηλώνει δημοσίως, περιφρονώντας προκλητικά κάθε χειρονομία καλής θέλησης του Προέδρου Χριστόφια. Για παράδειγμα, στο κυριότερο συστατικό αυτής της νέας πορείας, που είναι ότι αναζητείται μια λύση κυπριακή από τους δυο ηγέτες των Κυπρίων, ο Ταλάτ, χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάκτυλο, όπως κρύβονται οι δικοί μας, απαντά ότι δεν κάνει βήμα χωρίς την έγκριση της Τουρκίας και ακόμα και τις σημειώσεις που κρατά στις συνομιλίες τις στέλνει στην Άγκυρα.

Επί της ουσίας, τώρα, στις συνομιλίες, όλες οι θέσεις που βάζει η τουρκική πλευρά φανερώνουν ότι ο στόχος της δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την ομοσπονδία, ούτε με την επανένωση. Εννοώ, με το πραγματικό περιεχόμενο των όρων και όχι με τις εικονικές πραγματικότητες, που προσπαθούν διάφοροι να δημιουργήσουν.

Οι συμφωνίες, που έγιναν μέχρι τώρα, πριν αρχίσουν οι απευθείας διαπραγματεύσεις, προπάντων η συμφωνία της 23ης Μαίου, δημιούργησαν ένα άκρως επικίνδυνο προηγούμενο: Δεν χρειάζεται να επαναλάβω την διαγραφή της πάγιας διεκδίκησης της πλευράς μας για κράτος με μία κυριαρχία και μία ιθαγένεια, που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έστω και στο ελάχιστο, την ενότητα του τόπου και του λαού. Η συμφωνία, μόνο σε μία διεθνή προσωπικότητα, έδωσε την ευκαιρία στην τουρκική πλευρά να επιδιώκει, με δική μας πια συναίνεση, ένα χαλαρό συνεταιρισμό δυο χωριστών κρατών, που θα διατηρούν μόνο την κοινή εκπροσώπηση στους διεθνείς οργανισμούς, αλλά στο εσωτερικό δεν θα έχουν τίποτε κοινό. Ούτως ή άλλως, ούτε η Ευρώπη, ούτε τα Ηνωμένα Έθνη θα δέχονταν να έχει η Κύπρος διπλή εκπροσώπηση. Οπότε, αν δεν υπάρξει αυτό που λέμε, Μία Διεθνής Προσωπικότητα, θα είναι υποχρεωμένο το νέο κράτος να υποβάλει εκ νέου αίτηση ένταξης στους διεθνείς οργανισμούς. Αυτό όμως, δεν θα εξυπηρετούσε την ένταξη του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κρατιδίου. Ενώ με μια συμφωνία, θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτομάτως. Γι΄ αυτό δέχονται τη μία διεθνή προσωπικότητα και όχι επειδή επιδιώκουν την επανένωση.

Από εκείνη τη συμφωνία μέχρι σήμερα, όλες οι τουρκικές προτάσεις είναι απολύτως διχοτομικές.

Ακόμα και για τον εναέριο χώρο, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, προτείνουν ότι η αρμοδιότητα θα ανήκει στην κεντρική κυβέρνηση της ομοσπονδίας, αλλά ο έλεγχος θα ανήκει στα συνιστώντα κρατίδια. Μόνο παράφρονες όπως είπε και ο κορυφαίος συνταγματολόγος Δημήτρης Τσάτσος για τους συγγραφείς του σχεδίου Ανάν, μπορεί να σκεφτούν ότι υπάρχει πιθανότητα να λειτουργήσει κράτος με τέτοιες συμφωνίες.

Αλλά, δεν είναι τυχαίες οι τουρκικές απαιτήσεις. Απορρέουν από το σχέδιο Ανάν, το οποίο ήταν στην ίδια λογική. Έλεγε, για παράδειγμα, ότι το νέο κράτος θα έχει μια κυριαρχία, αλλά στη συνέχεια προνοούσε ότι τα συνιστώντα κρατίδια «θα ασκούν τις εξουσίες τους κυριαρχικά». Δηλαδή, εξόντωνε στην πράξη την αρχή της μίας και αδιαίρετης κυριαρχίας του κράτους. Δεν χρειάζεται να μπούμε σε τέτοιες λεπτομέρειες, απλώς το αναφέρω για να πω ότι σε αυτή τη λογική κινούνται όλες οι τουρκικές θέσεις. Και η ελληνοκυπριακή πλευρά, που υποτίθεται απορρίπτει τέτοιες σκέψεις, συνεχίζει να μας λέει ότι πάμε ολοταχώς για την επανένωση.

Η αλήθεια λοιπόν, είναι ότι η ελληνοκυπριακή ηγεσία, εκτός του ότι παρέμεινε εγκλωβισμένη σε διαδικασίες, που οδηγούν σε ένα νέο σχέδιο τύπου Ανάν, είναι και παγιδευμένη στο κλίμα που δημιούργησε και στις υποχωρήσεις «καλής θέλησης» , που έκανε και δεν υπάρχει τρόπος ανώδυνης διαφυγής.

Είναι προφανές τι θα ακολουθήσει: Ήδη συγκεντρώνεται ένας μεγάλος όγκος ζητημάτων στα οποία υπάρχει τεράστια διαφορά θέσεων. Κανένας από τους εμπλεκόμενους παράγοντες δεν πιστεύει ότι μπορεί αυτές οι θέσεις να βρουν κοινή συνισταμένη, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Έτσι, οι άνθρωποι των Ηνωμένων Εθνών , και άλλοι εμπλεκόμενοι, όπως οι Βρετανοί, μελετούν με ποια φόρμουλα θα αναλάβουν, μετά την ολοκλήρωση αυτού του αδιέξοδου κύκλου συνομιλιών, να προτείνουν ιδέες για γεφύρωση των διαφορών. Ασφαλώς, αυτή τη φορά, ούτε επιδιαιτησία θα υπάρξει, ούτε ολοκληρωμένο σχέδιο από τον ΟΗΕ. Αλλά, οι προτάσεις για γεφύρωση των διαφορών, θα αποτελούν ουσιαστικά μια επανάληψη του σκηνικού, της προ του 2004 περιόδου. Μόνο που τώρα θα φέρουν τη σφραγίδα των Χριστόφια – Ταλάτ.

Πού μπορεί να οδηγήσει αυτό, όταν ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας γνωρίζει ότι τόσο ο Πρόεδρος Χριστόφιας, όσο και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, αλλά και η τουρκική πλευρά, αποδέχονται το σχέδιο Ανάν. Διότι, να σας θυμίσω ο κ. Χριστόφιας είχε απορρίψει το σχέδιο, όχι γιατί διαφωνούσε με τη φιλοσοφία και τις ιδέες του, αλλά όπως ανακοίνωσε ο ίδιος ( σε δημοσιογραφική διάσκεψη στις 22 Απριλίου 2004 ) ήθελε να δοθεί χρόνος με μια «αναβολή για μερικούς μήνες», ώστε να εξηγηθεί καλύτερα στο λαό και να επιδιωχθεί «εξασφάλιση των αναγκαίων εγγυήσεων για την ασφαλή εφαρμογή ΑΥΤΗΣ της λύσης». Και επίσης για να γίνουν «κάποιες μικροτροποποιήσεις οι οποίες πιθανό να χρειάζονται σ’ αυτό το σχέδιο». Σε αυτό το σχέδιο, όχι σε κάποιο άλλο. Θέλαμε, δηλαδή απλώς, κάποιες εγγυήσεις για την εφαρμογή ΑΥΤΗΣ της συγκεκριμένης λύσης.

Εξάλλου, θα θυμάστε την άγρια επίθεση που είχε δεχθεί από το ΑΚΕΛ, ο πρέσβης Τάσος Τζιωνής, δεξί χέρι του Τάσσου Παπαδόπουλου στο Κυπριακό, μόλις στις αρχές του 2006, δηλαδή δύο ολόκληρα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, διότι τόλμησε να αναφέρει σε συνέντευξή του, ότι το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό και δεν πρέπει να αποτελέσει βάση μελλοντικών διαπραγματεύσεων. Είχε θεωρηθεί τόσο μεγάλο αμάρτημα, που απείλησε και τη διάλυση της συγκυβέρνησης ακόμα.

Δεν έχουν κανένα λόγο να αναζητήσουν άλλη μορφή λύσης. Ή να αποφύγουν τις πρόνοιες, που ο λαός θεώρησε αναξιοπρεπείς, ανασφαλείς, αντίθετες με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Θεωρούν ότι πρέπει να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν τη λαϊκή εντολή, ξεγελώντας με εικονικές πραγματικότητες περί της κυπριακής λύσης και απειλώντας περί τελευταίας ευκαιρίας ή περί κοσσοβοποίησης. Αλλά, αν επρόκειτο να φτάσουμε σε κάποια σωστή λύση , γιατί χρειάζεται να απειλούν κάθε λίγο τον λαό ότι θα γίνουμε Κόσσοβο αν δεν το λύσουμε τώρα.

Λένε ότι σέβονται τη λαϊκή εντολή, αλλά μέχρι σήμερα , θεωρούν ότι ο λαός έκανε λάθος το 2004. Και τώρα πρέπει να τον κάνουν να διορθώσει το λάθος του.

Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα και πρέπει να αναφέρω, τελειώνοντας, δυο πολύ σημαντικά γεγονότα. Θα τα αναφέρω επιγραμματικά και αν θέλετε μπορούμε να τα συζητήσουμε στη συνέχεια.

Σε αυτό το σκηνικό, σε αυτό το βρώμικο παιχνίδι, που παίζεται σε βάρος του κυπριακού ελληνισμού, το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ είναι συνοδοιπόροι, ίσως διαμαρτυρόμενοι, αλλά πάντως συνοδοιπόροι και συνένοχοι.

ΚΑΙ, δεύτερον, η Αθήνα είναι απολύτως απούσα, σε βαθμό κακουργήματος.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: