Π. Ήφαιστος, ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΙΣΧΥΣ: ΤΟ ΜΕΓΑ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ http://wp.me/p3OqMa-1mC

Εισαγωγή: Ακολουθεί μια σύντομη ανάλυση για την πυρηνική ισχύ. Εν μέρει αντλεί από το κεφάλαιο 34 του βιβλίου «Ο πόλεμος και τα αίτιά του, τα πολλά πρόσωπα του ηγεμονισμού της τρομοκρατίας» (δεν συμπεριλαμβάνονται επεξηγηματικές υποσημειώσεις).

Η κρίση αναφορικά με την αξίωση της Βόρειας Κορέας να εδραιώσει πυρηνική ισχύ δεν είναι παρά μόνο ένα επεισόδιο στην αλυσίδα μια αμφιλεγόμενης διαδρομής με αφετηρία εν μέσω του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όταν όπως αποδείχθηκε αυτό που απέκτησε πρώτος το πυρηνικό όπλο –και το χρησιμοποίησε για πρώτη και τελευταία φορά– κυριάρχησε. Ακολούθησε η σύγκλιση ΗΠΑ και ΕΣΣΔ οι οποίες παρά την θανάσιμες διαφορές τους συμφώνησαν για την «μη διασπορά των πυρηνικών όπλων» εξ ου και η ομώνυμη Συνθήκη.

Στην σύντομη ανάλυση που ακολουθεί θα εξηγήσουμε ότι η διατύπωση άποψης για τα πυρηνικά όπλα δεν μπορεί να είναι γραμμική. Σχετίζεται με πολλά, μεταξύ άλλων, α) εάν ο σκοπός είναι ο πυρηνικός αφοπλισμός και κατά πόσο λόγω τεχνολογίας αυτό είναι εφικτό, β) ποιοι «δικαιούνται» να έχουν πυρηνικά όπλα και με ποια ηθική, πολιτική και στρατηγική αιτιολόγηση-δικαιολόγηση και γ) επειδή «ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» (βλ. πιο κάτω) ποιος σκοπός εξυπηρετείται με την κατοχή αυτής της ισχύος με δεδομένο ότι ισχύει το εξής παράδοξο: Ενώ η πυρηνική υπεροχή είναι ο μόνος τρόπος παγκόσμιας ηγεμονικής υπερίσχυσης μιας μεγάλης δύναμης (John Mearsheimer), όπως γνωρίζουμε ήδη από το 1979 (μελέτη για τον «πυρηνικό χειμώνα» του ΜΙΤ) η χρήση του δεν θα επιφέρει μόνο ολική καταστροφή του πλανήτη αλλά αυτονόητα θα είναι αυτοκαταστροφική και για τον επιτιθέμενο. Το πόσο αμφίπλευρη είναι αυτή η συζήτηση μπορεί να το καταλάβει αν κανείς αναλογιστεί το πώς μπορεί να επηρεάσει την διαλεκτική πολέμου-αποτροπής-θερμής αναμέτρησης η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος.

Τέλος, σημειώνω και το εξής: Κλείνουν σχεδόν τρεις δεκαετίες κυκλοφορίας του βιβλίου μου Nuclear Strategy and European Security Dilemmas, Towards an Autonomous European Defense System? (Gower, Aldeshot 1988) στο οποίο υπό το πρίσμα πάγιων αξιωμάτων της στρατηγικής θεωρίας εξετάστηκαν τόσο οι στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων όσο και τα ευρωστρατηγικά ζητήματα. Χρήζει ίσως να επισημανθεί καθότι φωτίζει το ζήτημα της πυρηνικής ισχύος, ότι η μια νέα δημοσίευση του κειμένου δεν θα χρειαζόταν παρά μόνο φραστικές αλλαγές όπως «πρώην ΕΣΣΔ» αντί ΕΣΣΔ. Σε όλα τα άλλα τα διλήμματα και προβλήματα που θέτει η πυρηνική ισχύς τον 21 αιώνα είναι σχεδόν τα ίδια με αυτά της δεκαετίας του 1940 και 1950 όταν συνειδητοποιήθηκαν οι μεγάλες προεκτάσεις των πυρηνικών όπλων. Κανείς θα δει στο κείμενο, για παράδειγμα, πως παρά τις αλματώδεις τεχνολογικές εξελίξεις η διαλεκτική σχέση θερμού πυρηνικού πολέμου και αποτρεπτικού πολέμου είναι ακριβώς οι ίδιες. Σίγουρα όσο προχωρούμε πιο οξυμμένα προβλήματα, κάτι που ανάλυσε αριστουργηματικά και ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του Θεωρία του Πολέμου.

Η πυρηνική ισχύς αφορά και την Ελλάδα, κάτι που πιο κάτω με συντομία αναφέρεται σε σχέση με την Τουρκία.

Το κείμενο που ακολουθεί αντλεί ως προς κάποια σημεία από το κεφάλαιο 34. «Πόλεμος και πυρηνικά όπλα: Σκοπός, πολιτική, η κρίση στο Αφγανιστάν και ο πόλεμος στο κατώφλι του 21ου αιώνα» του Ο πόλεμος και τα αίτιά του, τα πολλά πρόσωπα του ηγεμονισμού της τρομοκρατίας (Εκδόσεις Ποιότητα).

 Για τους μυημένους στα άδυτα της πυρηνικής στρατηγικής είναι γνωστό πως η πλέον κατασταλαγμένη αντίληψη στην στρατηγική ανάλυση, όπως εξάλλου κατοπτρίζεται στο στρατηγικό δόγμα των κρατών που κατέχουν πυρηνικά όπλα, είναι η αποτροπή του πολέμου και όχι η «διεξαγωγή μάχης» με πυρηνικά όπλα. Για να γίνει αυτό κατανοητό είναι αναγκαίο, έστω και συντομοφραφικά, να ανατρέξουμε σε φιλοσοφικά και τεχνικά ζητήματα που αφορούν την πυρηνική ισχύ στο σύγχρονο διεθνές σύστημα.

Κατ’ αρχάς, ενώ η κρατούσα άποψη στην στρατηγική θεωρία και στην στρατηγική πράξη είναι ότι το πυρηνικό όπλο συνιστά αποτρεπτική ισχύ και τίποτα άλλο, η ημιτελής –πλην από άποψη στρατηγικής θεωρίας κατασταλαγμένη– συζήτηση της δεκαετίας του 1970 εξελίχθηκε. Ιδιαίτερα μετά το κτύπημα στους πύργους του Μανχάταν ήταν πρώτο πολιτικά αρμόδια πρόσωπα στις ΗΠΑ άφησαν σαφείς υπαινιγμούς για πιθανή χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Κατά την διάρκεια των δύο δεκαετιών που παρήλθαν ακούστηκαν παρόμοιοι υπαινιγμοί, πλην, πρέπει να σημειώσουμε, πολύ προσεκτικά διατυπωμένοι, κυρίως ως υποβολή των συνεπειών της όξυνσης της αντιπαράθεσης επί ζητημάτων μικρότερης σημασίας (πχ η κρίση στην Συρία). Ταυτόχρονα είτε υποκριτικά είτε για να δικαιολογηθούν συγκεκριμένες στρατηγικές αποφάσεις συχνά εκφράζονται επίσημοι φόβοι πως η τρομακτική αυτή ισχύς δυνατό να βρίσκεται στην κατοχή ατόμων ή ομάδων χωρίς κοινωνική αναφορά.

Στο σημείο αυτό, ακριβώς, υπογραμμίζεται ότι τυχόν συζήτηση για το ποιος δικαιούται ή δεν δικαιούται να κατέχει πυρηνικά όπλα αφορά και τις έννοιες πολιτικός και στρατηγικός ορθολογισμός. Κατά βάθος, έστω και όσα κράτη επιδιώκουν μονοπώλιο πυρηνικής ισχύος, θα συμφωνήσουν ότι είναι ένα πράγμα η κατοχή πυρηνικών  όπλων από άλλα κράτη (διασπορά ή επέκταση πυρηνικής ισχύος σε κρατικούς δρώντες) και άλλο η απόκτηση πυρηνικών όπλων από μη κρατικούς δρώντες. Ως προς αυτά, για όσους δεν περπατούν στα σύννεφα διεθνιστικά ή κοσμοπολίτικα ή για όσους δεν υποκρίνονται μεταμφιέζοντας αξιώσεις ηγεμονικής ισχύος, είναι παραδεκτό και αποδεκτό πως το κράτος είναι ο μόνος φορέας πολιτικού και στρατηγικού ορθολογισμού.

Βασικό ζήτημα που συζητήθηκε επί δεκαετίες, ήταν η εξόχως αμφιλεγόμενη στάση των πυρηνικών δυνάμεων όσον αφορά τη διασπορά των πυρηνικών όπλων. Υπενθυμίζω τη διαδρομή αυτού του ζητήματος σε γενικές γραμμές:

  • Σε πρώτη φάση, προτάσεις που έγιναν στον ΟΗΕ αμέσως μετά την ίδρυσή του για να υπάρξει πυρηνικός αφοπλισμός ή διεθνής έλεγχός τους δεν γίνεται αποδεκτός.
  • Έτσι, αναπόφευκτα, οι πυρηνικές δυνάμεις σύντομα εισήλθαν στη διαδικασία πυρηνικής εξισορρόπησης, διεύρυνσης της πυρηνικής τους ισχύος λόγω τεχνολογίας, πρόκληση φοβερών διλημμάτων ασφαλείας που ελάχιστα σχετίζονται με τα αντίστοιχα διλήμματα ασφαλείας στις συμβατικές σχέσεις, έντονο εξοπλιστικό ανταγωνισμό και αντιπαράθεση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνικό ολοκαύτωμα.
  • Σε δεύτερη φάση, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, εν μέσο ψυχρού πολέμου συμφωνούν τη δεκαετία του 1950 στη σύνταξη μιας συνθήκης μη διασποράς των πυρηνικών όπλων, η οποία όμως αφορούσε τους άλλους και όχι τα δύο αυτά κράτη.
  • Σε κάθε περίπτωση, αν και σε έντονο υπαρξιακό ανταγωνισμό, συμφωνούν πως είναι προς το συμφέρον αμφοτέρων να μη διαδοθούν τα πυρηνικά όπλα σε άλλα κράτη. Έκτοτε, βρισκόμαστε στο ίδιο βασικά σημείο όπως και σήμερα:

α) Τα περισσότερα κράτη πείθονται ή υποχρεώνονται να υπογράψουν τη συνθήκη μη διασποράς των πυρηνικών όπλων.

β) Στο πλαίσιο αυτό οι ΗΠΑ προσπαθούν να συμπεριλάβουν τους ευρωπαίους συμμάχους τους.

Όμως η Γαλλία αντιδρά με το επιχείρημα πως η πυρηνική συμμαχία είναι παραλογισμός. Όπως το έθεσε ο στρατηγός Ντε Γκώλ, «ποτέ οι ΗΠΑ δεν θα διακινδυνέψει την Νέα Υόρκη για να σώσει το Παρίσι». Έτσι, συνεχίζει το εξοπλιστικό του πρόγραμμα που έφερε τη Γαλλία σε τροχιά σύγκρουσης ή έντονων αντιπαραθέσεων με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία επί πολλές δεκαετίες. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά από πελατειακές συναλλαγές με τις ΗΠΑ αλλά και εκ του γεγονότος ότι η Γαλλία ήταν πλέον ντε φάκτο πυρηνική δύναμη, εισέρχεται στο πυρηνικό κλαμπ. Είναι χαρακτηριστικό έκτοτε η Γαλλία επιδεικτικά παρακάμπτει τις αιτιολογήσεις που έδινε το Παρίσι επί δεκαετίες και τηρεί την πιο σκληρή στάση όσον αφορά την διασπορά της πυρηνικής ισχύος. Κορύφωση, δηλαδή, και επιβεβαίωση, του γεγονότος ότι η διεθνής πολιτική λειτουργεί με «δύο μέτρα και δύο σταθμά».

  • γ) Ο ψυχρός πόλεμος δεν έγινε εμπόδιο για να συνεχιστούν οι πιέσεις κατά άλλων κρατών να μη προχωρήσουν στην απόκτηση πυρηνικών όπλων. Έτσι, οι ΗΠΑ αντέδρασαν έντονα όταν η Κίνα απέκτησε πυρηνική ικανότητα. Το ίδιο συνέβη με την Ινδία, το Πακιστάν και οποιοδήποτε άλλο κράτος προσπάθησε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Συνολικά, ισχύει ο εξής κανόνας: Στο στάδιο της απόκτησης πυρηνικών όπλων οι υπόλοιπες «αναγνωρισμένες» πυρηνικές δυνάμεις ασκούν αφόρητες πιέσεις και απειλούν το υποψήφιο κράτος. Μόλις όμως το κράτος αυτό είναι επιχειρησιακά ικανό να επιφέρει πυρηνικό πλήγμα αρχίζει μια διαδικασία εξομάλυνσης που οδηγεί στην αναγνώριση των τετελεσμένων.

  • δ) Έστω και αν υπάρχουν οι πιο πάνω κανονιστικές και θεσμικές ρυθμίσεις, καθώς και άλλες όπως η απαγόρευση των αντιβαλλιστικών πυραύλων και η απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών στην ατμόσφαιρα, μπροστά στο ζήτημα της πυρηνικής ισχύος ο άνθρωπος παραμένει περιδεής. Απλώς, η τρομακτικές συνέπειες ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος δεν χωράνε στο μυαλό κανενός ανθρώπου, είτε αυτός είναι πολιτικός ηγέτης μεγάλου κράτους είτε απλός άνθρωπος.

Ουσιαστικά, το δέος του ανθρώπου μπροστά στην πυρηνική ισχύ, είχε τις εξής συνέπειες:

  • ΠΡΩΤΟ, το πυρηνικό όπλο ήταν και συνεχίζει να είναι όπλο αποτροπής του πολέμου και όχι όπλο διεξαγωγής μάχης.
  • ΔΕΥΤΕΡΟ, η κατοχή «μικρών» πυρηνικών όπλων, ιδιαίτερα στο θέατρο της Ευρώπης κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, πρόβλεπε μόνο υποθετικά τη χρήση τους, εξ ου και οι πολλές και ποικιλόμορφες στάσεις των ευρωπαϊκών κρατών στο παρελθόν για την αξιοπιστία του δόγματος της ευλύγιστης ανταπόδοσης της Ατλαντικής Συμμαχίας.
  • ΤΡΙΤΟ, όταν η πολιτική ένταση μεταξύ των τότε δύο υπερδυνάμεων έφτασε στο αδιέξοδο και όταν με τη βοήθεια της τεχνολογίας βελτιώθηκε η ακρίβεια των πυρηνικών όπλων και ο αριθμός των πυρηνικών κεφαλών που μπορούσε να μεταφέρει κάθε πυραυλικό όχημα, τα δύο κράτη εισήλθαν στη λογική του πολέμου (δεκαετία του 1970 και αρχές της δεκαετίας του 1980). Η κρίση οξύνθηκε σε εκρηκτικό σημείο για δύο κυρίως λόγους: Την αντιπαράθεση για την εγκατάσταση εκατέρωθεν των «ευρωπυραύλων» (ουσιαστικά γύρω από αυτή τη σκληρή αντιπαράθεση παίχθηκε το μέλλον της Ευρώπης αλλά και του κόσμου συνολικά) και την διεξαγωγή «νοερών» σεναρίων πυρηνικής μάχης, πρώτου κτυπήματος και ενδοπολεμικής πυρηνικής αποτροπής.
  • ΤΕΤΑΡΤΟ, ο τότε πρόεδρος Ρήγκαν, ο οποίος δήλωσε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει με την πυρηνική απειλή να επικρέμαται επ’ άπειρο ως δαμόκλειος σπάθη θέτει το 1981 την ΕΣΣΔ προ μιας μεγάλης τεχνολογικής, εξοπλιστικής και βιομηχανικής πρόκλησης: Αρχίζει τον την «Αμυντική Στρατηγική Πρωτοβουλία» (SDI) ή «πόλεμο των άστρων» με την οποία δρομολόγησε τη σύγκαιρη ουσιαστική εγκατάλειψη της Συνθήκης για τους Αντιβαλλιστικούς πυραύλους του 1972.

Στο σημείο αυτό, σημειώνω πως η λεγόμενη «ισορροπία του τρόμου» ή «στρατηγική αμοιβαίας καταστροφής («mutual assured destruction» ή «MAD»), σήμαινε βασικά δύο πράγματα:

  • Πως αμφότερα τα κράτη ήταν ευάλωτα στους εκατέρωθεν βαλλιστικούς πυραύλους (εξ ου και η συμφωνία για απαγόρευση των αντιβαλλιστικών πυραύλων που εγκαταλείπεται σήμερα) και
  • πως τα δύο κράτη συνεχίζουν αφενός να εξομαλύνουν τις μεταξύ τους σχέσεις και να μειώνουν σταδιακά τον αριθμό των βαλλιστικών πυραύλων.

Σε κάθε περίπτωση, συνέχισαν να έχουν δυνατότητες δεύτερου κτυπήματος. Δηλαδή, η επίθεση του ενός κράτους επί του άλλου δεν θα μπορούσε να καταστρέψει όλα τα όπλα του οπότε αυτός που δέχτηκε πρώτος την επίθεση θα είχε δυνατότητα να αντεπιτεθεί και να καταστρέψει τον επιτιθέμενο. Κατά συνέπεια, οι δύο αντίπαλοι ήταν αμοιβαία όμηροι των εκατέρωθεν πυρηνικών όπλων με αποτέλεσμα να αποτραπεί μια πυρηνική σύγκρουση.

  • ΠΕΜΠΤΟ, η πυρηνική ισχύς είχε διττό πολιτικό αποτέλεσμα: Αφενός σταθεροποίησε τις σχέσεις μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων επειδή υπήρχε ο φόβος πως ακόμη και μια απλή συμβατική σύγκρουση θα οδηγούσε σε κλιμάκωση της κρίσης και πυρηνικό ολοκαύτωμα. Αφετέρου, αποδεσμεύτηκαν δυνάμεις που μετάθεσαν το πεδίο αντιπαράθεσης στις περιφέρειες.
  • ΈΚΤΟ, η προαναφερθείσα τριπλή πρόκληση του προέδρου Ρήγκαν ουσιαστικά «γονάτισε» οικονομικά και στη συνέχεια διέλυσε ιδεολογικά και θεσμικά το σοβιετικό κράτος. Στην προσπάθεια εξορθολογισμού της σοβιετικής οικονομίας για να αντιμετωπίσει την πρόκληση ανέρχεται στην εξουσία το πρόεδρος Γκορμπατσώφ που παρέμεινε μέχρι και την κατάρρευση του Σοβιετικού εποικοδομήματος κάτω από το βάρος των αντιθέσεών του.
  • ΈΒΔΟΜΟ, αν και οι πιο πάνω εξελίξεις στιγμάτισαν τον ψυχρό πόλεμο και ανέδειξαν τα διλήμματα της πυρηνικής εποχής, το πυρηνικό όπλο παρέμεινε πάντοτε ένα όπλο αποτροπής και όχι χρήσης στο πεδίο της μάχης:

Κάθε ορθολογιστής ο οποίος μελέτησε τα προβλήματα της πυρηνική στρατηγικής –έστω και με αποχρώσεις διαφωνιών– κατέληγε στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει πολιτικός σκοπός που θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί από την αποδέσμευση της πυρηνικής ισχύος ως «συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα».

Ο μόνος νοητός σκοπός της πυρηνικής ισχύος, λοιπόν, είναι η αποτροπή του πυρηνικού πολέμου και όχι η επίτευξη τακτικών στρατιωτικών σκοπών.

Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και υπαινιγμός για χρήση πυρηνικών όπλων συνιστά απομάκρυνση από πάγιες –και στο ορατό μέλλον αναπόδραστες– θέσεις, εάν όχι πλέον αξιώματα, περί πυρηνικής ισχύος.

Αξίζει να προστεθεί, βεβαίως, πως σκέψεις ή ακόμη περισσότερο ενέργειες προς αυτή τη κατεύθυνση είναι αδιανόητες και πολιτικά ανεύθυνες και ανορθολογικές επειδή ξεφεύγουν από τον έσχατο και υπέρτατο σκοπό κάθε κράτους που είναι η επιβίωσή του.

Οτιδήποτε θα μπορούσε να οδηγήσει στην γένεση προβλημάτων που θα θέσουν σε κίνδυνο το διακρατικό σύστημα εκφεύγει κάθε νοητού πολιτικού σκοπού.

Η χρήση, έστω και περιορισμένη, πυρηνικών όπλων θα σήμαινε πως ένα τεράστιο άλμα προς το άγνωστο για όλα τα κράτη.

Ουσιαστικά, η κρατούσα στρατηγική αντίληψη πως η αποτροπή αποτελεί το μόνο νοητό πολιτικό σκοπό της πυρηνικής ισχύος συναρτάται με δύο ζητήματα που αναλύθηκαν σε άλλες περιπτώσεις εκτενώς:

Πρώτο, το γεγονός πως τα κράτη λειτουργούν και σκέφτονται με όρους επιβίωσης και αυτοσυντήρησης.

Ένας λοιπόν πυρηνικός πόλεμος που ενδεχομένως θα κατέστρεφε και τους δύο αντιπάλους αλλά ενδεχομένως και όλο τον πλανήτη δεν είχε πολιτικό νόημα. Αυτονόητα, λοιπόν, τα μέσα έπρεπε να υποταχθούν στους σκοπούς με αποκλεισμό κάθε περίπτωσης χρήσης πυρηνικής ισχύος.

Δεύτερο, το γεγονός πως στο παρελθόν τα πυρηνικά κράτη ποτέ δεν θέλησαν να «νομιμοποιήσουν» την χρήση πυρηνικής ισχύος με άνοιγμα, όπως συχνά λέγεται, του «πυρηνικού φρενοκομείου».

Πιο συγκεκριμένα, τα επιχειρήματα περί μη διασποράς των πυρηνικών όπλων στηρίζονται στις θέσεις

1) πως είναι ένας τομέας που απαιτεί μεγάλη υπευθυνότητα και κυρίως αυτοσυγκράτηση,

2) πως είναι άγνωστες οι συνέπειες αν υπάρξει κλιμάκωση των συγκρούσεων,

3) πως είναι αδιανόητο μια πυρηνική δύναμη να ασκήσει μια τόσο δυσανάλογη βία επί ενός λιγότερο ισχυρού κράτους, και 3) πως σε κάθε περίπτωση τα μη πυρηνικά κράτη θα πρέπει να είναι υπομονετικά και να προσβλέπουν σε κάποιου είδους μελλοντικό σταδιακό αφοπλισμό.

Είναι γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους που αφορούν την επιβίωση των πυρηνικών κρατών αλλά και του πλανήτη ολόκληρου που δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί η έστω υπαινικτική απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων.

Το γεγονός ότι αφήνονται αυτοί οι υπαινιγμοί καταμαρτυρεί το γεγονός που κανενός δεν πρέπει να διαφεύγει, ότι η διεθνής διακυβέρνηση είναι ελλειμματική για μια σειρά σημαντικούς εάν όχι εγγενείς λόγους (βλ. παρεμβαλλόμενα με τα δέκα σημεία του Waltz τα οποία συνοψίζονται στην εισαγωγή του έργου του «Θεωρία διεθνούς πολιτικής»).

Θέσεις περί ανθόσπαρτων διεθνών σχέσεων που θα διεξάγονται με όρους αισθητικών σχέσεων, ηθικές εκκλήσεων και εξορκισμών είναι είτε σανός «soft power» προορισμένος για ιθαγενείς αναλώσιμων κρατών (οπότε οι ηγέτες τους και οι διανοούμενοί τους χορεύουν ζεϊμπέκικα ή γίνονται κουμπάροι των ηγετών του κράτους που τα απειλεί) είτε προϊόν επικίνδυνης άγνοιας για τα εγγενή χαρακτηριστικά των κρατοκεντρικών σχέσεων.

Παρά το ότι στην αρχική Συνθήκη μη Διασποράς των Πυρηνικών όπλων ο πυρηνικός αφοπλισμός αναφέρεται στην εισαγωγή, η εξέλιξη των πραγμάτων έκτοτε και ιδιαίτερα της τεχνολογίας αλλά και των διεθνών σχέσεων του αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, δεν πρέπει να αναμένεται στο εγγύς μέλλον. Οι λόγοι θα μπορούσαν να είναι κατά κύριο λόγο οι εξής:

ΠΡΩΤΟ, η τάση είναι προς τη διασπορά των πυρηνικών κρατών και όχι προς περιορισμό τους. Πιο συγκεκριμένα τα επιχειρήματα ότι το πυρηνικό όπλο είναι έσχατο μέσο αποτροπής και επιβίωσης κατά απειλών λογικό είναι να υποβόσκουν στην σκέψη των ηγετών λιγότερο ισχυρών κρατών.

ΔΕΥΤΕΡΟ και συναφές, η υπερβολική και καταχρηστική κατοχή πυρηνικής ισχύος από τα «επίσημα» πυρηνικά κράτη κάνει πολλές κοινωνίες και τους ηγέτες τους να σκέφτονται πως ο «εξισωτής ισχύος», όπως ονόμαζε ο στρατηγός Ντε Γκώλ την πυρηνική ισχύ, είναι το μόνο μέσο να προστατέψουν τα συμφέροντά τους από τις ισχυρότερες δυνάμεις οι οποίες ιστορικά αδιάλειπτα επιδιώκουν επικυριαρχία (βλ. το παρεμβαλλόμενο εκκρεμές Watson).

Βασικά, δεν είναι λίγοι αυτοί που παρατήρησαν πως οι μακρόχρονες επιπτώσεις από την υπερβολική, καταχρηστική και βάναυση χρήση ισχύος μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου είχε ακριβώς ως αποτέλεσμα να οικοδομηθούν «ανομολόγητες σκέψεις» αυτού του είδους.

Ασφαλώς, αν οδηγός είναι η ιστορική πείρα ως προς αυτό το ζήτημα, κάθε κράτος το οποίο θα μετέτρεπε τέτοιες σκέψεις σε πράξεις θα πρέπει να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει αφόρητες πιέσεις ή ακόμη και πολεμική επίθεση.

Για να το θέσω διαφορετικά, με κριτήριο τις στάσεις-παραδοχές των υπερδυνάμεων για το θέμα αυτό, η απόσταση μεταξύ σκέψης και πράξης είναι τεράστια.

ΤΡΙΤΟ, η συζήτηση για το θέμα της διασποράς, όμως, θα μπορούσε να ειδωθεί σε μακρόχρονη βάση και με όρους της Κονδύλειας πολιτικής ανάλυσης.

Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Κονδύλης, δεν πρέπει να αναμένεται συνεπής και πλήρης πυρηνικός αφοπλισμός στο μέλλον, για λόγους που αφορούν τις φιλοσοφικές και πολιτικές αντιφάσεις που σχετίζονται με τις μέχρι τώρα επιλογές των πυρηνικών δυνάμεων.

Καταρχήν, παρατηρεί πως η απαίτηση των ΗΠΑ και άλλων να μη αποκτήσουν πυρηνικά άλλα κράτη στηρίζεται σε αξιώσεις ισχύος χωρίς στέρεη ηθική και λογική βάση που δυνατό να μη συνεχίσουν να έχουν το ίδιο αποτρεπτικό αποτέλεσμα όπως στο παρελθόν. Ούτε λογικό ούτε ηθικό είναι, συνεχίζει, να αρνείσαι σε άλλους ένα δικαίωμα που επιφυλάσσεις αυτονόητα στον εαυτό σου αφού όλοι διακηρύττουν εκ γενετής τη ίδια αξιοπρέπεια και όλοι μετέχουν εξ ίσου του ορθού λόγου (1997 σ. 373).

ΤΕΤΑΡΤΟ, η διασπορά των πυρηνικών όπλων εξαρτάται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες. Ένα κράτος Α, για παράδειγμα, δυνατό να προχωρήσει στην κατασκευή πυρηνικών όπλων επειδή κάποιος γείτονάς του, το κράτος Β, το ίδιο κάνει (όπως έγινε στη περίπτωση του Πακιστάν και της Ινδίας).

Τα βήματα προς αυτή τη κατεύθυνση του κράτους Α, εξάλλου, δυνατό να μη στηρίζονται σε συγκεκριμένες ενέργειες του κράτους Β αλλά σε λιγότερο ή περισσότερο βάσιμες πληροφορίες ή υποψίες πως κάτι τέτοιο συμβαίνει.

Τι θα έκανε η Ελλάδα, για παράδειγμα, αν η Τουρκία επιχειρούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Αν και σε υποθετικά ερωτήματα που αφορούν το μέλλον είναι καλύτερα να μην απαντούμε, μπορούμε εν τούτοις να μιλήσουμε «προσανατολιστικά», το τι δηλαδή διδάσκει η εμπειρία εάν τα πράγματα δρομολογηθούν προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις:

Για την Ελλάδα και για άλλα κράτη της περιοχής θα αποτελέσει μια επικίνδυνη εξέλιξη καθότι θα αλλάξει ραγδαία και δραστικά τους συσχετισμούς ισχύος τόσο με όρους υλικών συντελεστών ισχύος όσο και με όρους παραστάσεων ισχύος.

Όμως, από τη στιγμή που θα άρχιζε η ουσιαστική πυρηνικοποίηση της Τουρκίας, οι υπόλοιπες χώρες θα έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολλούς συμμάχους μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων που δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία πως αναπόδραστα και αναμενόμενα θα αντιδράσουν αρνητικά. Αυτό καταμαρτυρείται σε όλες τις προγενέστερες περιπτώσεις πλην ίσως του Ισραήλ «που έχει πυρηνικά πλην δεν λέει ότι σίγουρα έχει συν υπαινίσσεται ότι κατέχει και που κανείς δεν μπορεί να πάρει αποφάσεις με υπόθεση πως δεν κατέχει». Σε αυτά συνεκτιμάται και η ιδιομορφία των σχέσεων του Ισραήλ με τις ΗΠΑ και όχι μόνο.

ΠΕΜΠΤΟ, κανένα πυρηνικό κράτος που κατέκτησε αυτή τη θέση στην ιεραρχία ισχύος δεν πρέπει να αναμένεται να την εγκαταλείψει.

Αυτό έγινε φανερό ακόμη και με τη Γαλλία, όταν τη δεκαετία του 1990 ουσιαστικά εγκατέλειψε τα σχέδια για ουσιαστική ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας προκειμένου να γίνει δεκτή ως πυρηνικό κράτος ισότιμο των μεγάλων δυνάμεων 1995.

Όπως το έθεσε ο γάλλος πρωθυπουργός το 1997,

«το πυρηνικό μας αποτρεπτικό δεν δημιουργήθηκε σε αναφορά μόνο με τον ψυχρό πόλεμο. […] Σ’ έναν κόσμο ο οποίος ακόμη κυριαρχείται από το παιχνίδι της ισορροπίας ισχύος η Γαλλία, η πυρηνική δύναμη της Γαλλίας, είναι ένα από τα μέσα που της επιτρέπουν να διατηρεί τα περιθώρια ελευθερίας κινήσεων και ελεύθερης εκτίμησης της διεθνούς πολιτικής […]. Tυγχάνει για πρώτη φορά στην ιστορία της Γαλλίας κανείς να μην απειλείται άμεσα στρατιωτικά. Eίναι εν τούτοις απαγορευτικό για μας να παραμελήσουμε τις στρατιωτικές ικανότητές μας, πρώτον, επειδή η ιστορική πείρα διδάσκει προνοητικότητα και προσεκτικότητα σε κινδύνους, και, δεύτερον, επειδή μια μελλοντική μεγάλη απειλή δεν μπορεί να αποκλειστεί τελεσίδικα· επιπλέον επειδή η Γαλλία δεν έχει την πολυτέλεια ή τη θέληση να αποσυρθεί από τον κόσμο. Δεν σκοπεύει επίσης να εγκαταλείψει την κλίση να είναι μια παγκόσμια δύναμη ούτε να σταματήσει να ασκεί διεθνή επιρροή. […] Aντίθετα, σκοπεύει να συμμετέχει στη διαμόρφωση των παγκόσμιων ισορροπιών» (Lionel Jospin 1997, σ. 4, 5,7)

Ο πυρηνικός αφοπλισμός όμως δυσχεραίνεται και για ένα ακόμη λόγο:

«Η παραίτηση των σημερινών ατομικών δυνάμεων από αυτό τους το πλεονέκτημα θα συνεπαγόταν τον κίνδυνο να καταστούν αργότερα αιχμάλωτες ενός ατομικού εκβιασμού εκ μέρους Δυνάμεων με πολύ μικρότερο στρατιωτικό και οικονομικό δυναμικό. Ήδη, γι’ αυτό το λόγο δεν μπορεί να αναμένεται συνεπής και πλήρης πυρηνικός αφοπλισμός στο μέλλον» (Κονδύλης ό.π.)

Θα μπορούσε να προστεθεί πως η απόκτηση πυρηνικών όπλων από άτομα ή ομάδες που δεν ανήκουν σε κάποιο κυρίαρχο κράτος εξοβελίζει τη συζήτηση στο επίπεδο της φαντασίας πλην εάν εμπράγματα κάτι τέτοιο ισχύει οι προεκτάσεις είναι βαθύτατες. Συναφώς, θα μπορούσαν να γίνουν δύο ακόμη επισημάνσεις:

α) Αν η συζήτηση περί «ορθολογισμού» και «δικαιώματος» που θέτει ο Κονδύλης μεταφερθεί πλέον όχι στις σχέσεις ΗΠΑ –Γαλλίας ή ΗΠΑ– Ισραήλ αλλά στο επίπεδο λαών που εξ αντικειμένου δεν δέχονται τις εκλογικεύσεις περί «ορθού λόγου» η απόκτηση πυρηνικών όπλων θα γίνει ακόμη πιο ασυγκράτητη. Ταυτόχρονα και για ευνόητους λόγουτς, κανείς δεν θα τολμούσε να πει ανοικτά ότι, για παράδειγμα, τα ισλαμικά κράτη δεν δικαιούνται να έχουν πυρηνικά όπλα.

β) Η απόκτηση πυρηνικών όπλων από άτομα χωρίς κοινωνικοπολιτική αναφορά διαταράσσει εκ θεμελίων τα μέχρι τις μέρες μας δεδομένα των στρατηγικών αναλύσεων όπου υπήρχε μια λίγο πολύ στέρεη σύγκλιση απόψεων για τη σχέση της πυρηνικής ισχύος με το πολιτικό σκοπό.

ΈΚΤΟ, η απόκτηση πυρηνικών όπλων από δύο συγκεκριμένα κράτη τίθεται με ένα ιδιόμορφο τρόπο. Όπως συχνά επισημαίνεται, η Γερμανία και η Ιαπωνία, έχουν την τεχνολογική ικανότητα για την σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα απόκτηση πυρηνικής ισχύος. Αναμφίβολα, συμβατικά αμφότερα τα κράτη δεσμεύονται να μην κατασκευάσουν πυρηνικά όπλα.

Όμως, επισημαίνει ο Kenneth Waltz σε μια πολυσυζητημένη ανάλυσή του (1993), κατά πόσο θα ισχύσει αυτό στο μέλλον συναρτάται με πολλούς παράγοντες και κυρίως από το εάν και πως θα τα απειλήσει κάποιος με πυρηνικά όπλα.

Δεδομένης της ισχυρής τους θέσης στο διεθνές οικονομικό πεδίο που ελάχιστα διαφέρει από τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις, τυχόν εκτόξευση απειλής εναντίον τους δυνατό να τα οδηγήσει σε αποφάσεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Στην περίπτωση ενός τέτοιου ενδεχόμενου, οι ανακατανομές ισχύος, ρόλων και συμπεριφορών θα είναι δραστικές. Ανακατανομές αυτής της μορφής δυνατό να αλλάξουν τις παραστάσεις άνισης ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, να αλλάξουν εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό στην δυτική Ευρώπη, και να προκαλέσουν διλήμματα ασφαλείας τις συνέπειες των οποίων δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

[Τα ζητήματα πυρηνική ισχύος υπό ευρωπαϊκό πρίσμα αλλά και πλανητικό εξετάζονται στο «Διπλωματία και στρατηγική των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία»]

Σημειώνεται πως ανακατανομές σε αναφορά με την Γερμανία και την Ιαπωνία δεν συναρτώνται μόνο με εξελίξεις των δικών τους κοινωνιών αλλά και με την εξέλιξη της ισχύος ή την απόκτηση πυρηνικών όπλων άλλων κρατών που μελλοντικά θα μπορούσαν να θίξουν τα ιαπωνικά και γερμανικά ζωτικά συμφέροντα.

Κατά συνέπεια, η εξέλιξη του προβλήματος του πολέμου και δη του πυρηνικού, συναρτάται με πλήθος παραγόντων που σχετίζονται με την ποικιλομορφία των πολιτικών υποκειμένων στο κατώφλι του 21ου αιώνα και την άνιση ανάπτυξή τους.

Τέλος, όσον αφορά την προαναφερθείσα σταδιακή εγκατάλειψη της συμφωνίας για την απαγόρευση των αντιβαλλιστικών πυραύλων εκ μέρους των ΗΠΑ θα μπορούσαν να γίνουν δύο επισημάνσεις: α) Η πλήρης εγκατάλειψη της Συνθήκης αντιβαλλιστικών πυραύλων του 1972 δυνατό να οδηγήσει σε έντονο εξοπλιστικό ανταγωνισμό ούτως ώστε οι νυν «μικρότερες» πυρηνικές δυνάμεις να μη δουν κάποια στιγμή τα δικά τους πυρηνικά όπλα να καθίστανται άχρηστα λόγω της σχεδιαζόμενης αμερικανικής «αντιπυραυλικής ασπίδας». β) Μια πιθανή μελλοντική «στεγανή» πυρηνική ασπίδα –ένα ενδεχόμενο που θεωρείται από τους περισσότερους ως ανέφικτο– θα εξουδετέρωνε, ενδεχομένως, τις επιθετικές ικανότητες μικρών πυρηνικών δυνάμεων αλλά δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει «πυρηνικές βαλίτσες» ή άλλα «μικρά» πυρηνικά όπλα που θα μεταφέρονταν με συμβατικά μέσα.

Για να το θέσω διαφορετικά, η πυρηνική απειλή από άτομα ή ομάδες χωρίς κοινωνία αναφοράς και χωρίς «ορθολογιστικά» κριτήρια κοινωνικά προσδιορισμένα είναι ένας ακόμη λόγος που συνηγορεί υπέρ του διεθνούς συμφέροντος επιβίωσης τόσο του συστήματος κρατών όσο και των μεγάλων δυνάμεων που δεν είναι πλέον άτρωτες λόγω τεχνολογίας. Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο (!) παρά μόνο στα εξής, η δυσκολία εκπλήρωσης των οποίων και δείχνει το πόσο σημαντικό ζήτημα είναι η πυρηνική ισχύος για την διεθνή πολιτική όπως προχωρεί στον 21 αιώνα:

Πρώτο, αντιμετώπιση των προβλημάτων άνισης ανάπτυξης που σε πολύ μεγάλο βαθμό ευθύνονται για την ανάδειξη διεθνικών ανωμαλιών όπως η τρομοκρατία.

Δεύτερο, προσπάθεια επίλυσης των περιφερειακών διενέξεων με προσεγγίσεις που δεν επαναλαμβάνουν τις στρατηγικές του παρελθόντος. Σ’ αυτό θα πρόσθετα πως ακόμη και αν οι  μεγάλες δυνάμεις έχουν συμφέρον επιβίωσης να εξομαλυνθεί το πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης και των περιφερειακών διενέξεων.

Τρίτο, ο κυριότερος τρόπος αντιμετώπισης των διεθνικών φαινομένων συμπεριλαμβανομένης και της τρομοκρατίας σημαίνει ενίσχυση της κυριαρχίας όλων των κρατών και εμπέδωση-σεβασμό των αρχών της διακρατικής ισοτιμίας και της μη επέμβασης στο διεθνές σύστημα. Συλλογική συνεργασία αυτού του είδους είναι ακόμη πιο σημαντική αν αφορά ζητήματα όπως ο πυρηνικός αφοπλισμός ή η διασπορά πυρηνικών όπλων σε «διεθνικές ομάδες» όπως για παράδειγμα μια τρομοκρατική ομάδα.

Για να το θέσω διαφορετικά, σχεδόν από όλες τις οπτικές γωνίες η εθνική-κρατική κυριαρχία αναδεικνύεται ο σημαντικότερος παράγοντας του διεθνούς συστήματος. Η αντιμετώπιση των αιτιών πολέμου περνά μέσα από την ενίσχυση των κρατών, την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως προβλημάτων άνισης ανάπτυξης και την τήρηση των αρχών της διακρατικής ισοτιμίας και της μη επέμβασης.

Ταυτόχρονα, πολλά που αφορούν την διασπορά της πυρηνικής ισχύος στα οποία αναφερθήκαμε συντομογραφικά πιο πάνω δείχνουν το πόσο σημαντικό για το μέλλον είναι το «πυρηνικό ζήτημα». Αφορά τα πάντα. Την επιβίωση του κρατών και του πλανήτη, την σχέση ισχυρών και λιγότερο ισχυρών κρατών, τον ρόλο των διεθνικών δρώντων, την ιεραρχία ισχύος στις διακρατικές σχέσεις και ασφαλώς την διεθνή διακυβέρνηση (μεταξύ κρατών, υπογραμμίζεται διότι αυτά είναι οι φορείς πολιτικού και στρατηγικού ορθολογισμού).

Υστερόγραφο. Για το ζήτημα των πυρηνικών όπλων επίκειται δημοσίευση μονογραφίας

Π. Ήφαιστος – P. Ifestos

www.ifestos.edu.gr / www.ifestosedu.grinfo@ifestosedu.gr

Στρατηγική Θεωρία–Κρατική Θεωρία https://www.facebook.com/groups/StrategyStateTheory/

Διεθνής πολιτική 21ος  αιώνας https://www.facebook.com/groups/InternationalPolitics21century/

ΗΠΑ: Ιστορία, Διπλωματία, Στρατηγική https://www.facebook.com/groups/USAHistDiplStrat/

Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: Ανισόρροπο τρίγωνο https://www.facebook.com/groups/GreeceTurkeyCyprusImbalance/

Διαχρονική Ελληνικότητα https://www.facebook.com/groups/Ellinikotita/

Άνθρωπος, Κράτος, Κόσμος–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/Ifestos.political.thought/

Κονδυλης Παναγιώτης– https://www.facebook.com/groups/Kondylis.Panagiotis/

Θολό βασίλειο της ΕΕ https://www.facebook.com/groups/TholoVasileioEU/

Θουκυδίδης–Πολιτικός Στοχασμός https://www.facebook.com/groups/thucydides.politikos.stoxasmos/

Μέγας Αλέξανδρος–Ιδιοφυής Στρατηγός και Στρατηλάτης https://www.facebook.com/groups/M.Alexandros/

Εκλεκτά βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν https://www.facebook.com/groups/eklektavivlia/

Ειρηνική πολιτική επανάσταση https://www.facebook.com/groups/PolitPeacefulRevolution/

Προσωπική σελίδα https://www.facebook.com/p.ifestos

Πολιτισμός, Περιβάλλον, Φύση, Ψάρεμα https://www.facebook.com/Ifestos.DimotisBBB

«Κοσμοθεωρία των Εθνών» https://www.facebook.com/kosmothewria.ifestos

Προσωπικό προφίλ https://www.facebook.com/panayiotis.ifestos

Advertisements


Κατηγορίες:πυρηνική ισχύς, στρατηγική θεωρία, Διασπορά των πυρηνικών όπλων, Διεθνής πολιτική, ΗΠΑ, Παναγιώτης Ήφαιστος, Στρατηγική, Τραμπ

Ετικέτες: , , , ,

Αρέσει σε %d bloggers: