7.5.2005. Διαδρομή και αδιέξοδα της πυρηνικής ισχύος. Παρόν 7.5.2006.

Διαδρομή και αδιέξοδα της πυρηνικής ισχύος
Το Παρόν, 7.5.2006

Παναγιώτης Ήφαιστος
Το τεράστιο σφάλμα, ή κατ’ άλλους τεράστιο έγκλημα, της εξόντωσης δεκάδων χιλιάδων αμάχων στην Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, ακολούθησε μια περίοδος αμηχανίας δύο περίπου δεκαετιών που συνοδευόταν από αμερικανικό πυρηνικό μονοπώλιο που τερματίστηκε την δεκαετία του 1960. Το 1972 οι Συνθήκες SALT-AΒΜ κωδικοποίησαν αυτό το γεγονός με το να ορίσει αριθμητική οροφή κατοχής πυρηνικών όπλων. Ταυτόχρονα απαγόρευσε την απόκτηση αμυντικών αντιβαλλιστικών πυραύλων εκατέρωθεν.
Η πυρηνική ισοδυναμία αλλά και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση των άνευ προηγουμένου καταστροφικών ιδιοτήτων των πυρηνικών όπλων σήμαινε ότι ο πολιτικός σκοπός που εξυπηρετούν πλέον τα πυρηνικά όπλα είναι συνίσταται στην αποτροπή έκρηξης πυρηνικού πολέμου και όχι στην χρήση τους στο πεδίο των μαχών. Παρά τις κατά καιρούς ρητορικές αμφιταλαντεύσεις τα στρατηγικά δόγματα των κρατών που κατέχουν πυρηνικά όπλα εκπληρώνουν ουσιαστικά αυτό τον μοναδικό πολιτικό σκοπό. Αν και πράγματι άφησε πολλούς άφωνους η πρόσφατη αθυροστομία του γάλλου προέδρου Ζακ Σιράκ για αυτό το ζήτημα, οι πρόσφατοι –πρώτα στο Αφγανιστάν, μετά στο Ιράκ, στην συνέχεια στην Κορέα και τώρα στο Ιράν– ρητοί υπαινιγμοί της αμερικανικής ηγεσίας για χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων αποτελεί όντως πολιτικά ανεύθυνη και επικίνδυνη παραφιλολογία.
Αν και ανεύθυνες δηλώσεις δυνατό να προκαλούν ήδη αλλαγές στο πυρηνικό σκηνικό που κανείς δεν θα ήθελε και που κανένα δεν συμφέρουν, είναι ένα πράγμα οι δηλώσεις και άλλο η εκτέλεση μιας πυρηνικής επίθεσης. Η πρώτη μετά το Ναγκασάκι εκτέλεση μιας τέτοιας επίθεσης κυριολεκτικά θα ανοίξει την πόρτα του πυρηνικού φρενοκομείου. Δεν πρόκειται μόνο για τις δυνητικές ανθρώπινες βόμβες ισλαμιστών απ’ όλο τον κόσμο που πιθανότατα θα καταστήσουν την ζωή στις δυτικές πόλεις μαρτύριο ή ακόμη για τις απρόβλεπτες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Πρόκειται κυρίως για τις συνέπειες στο πεδίο της νομιμοποίησης χρήσης πυρηνικών όπλων. Αναπόδραστα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη διασπορά πυρηνικών όπλων ακόμη και σε μη κρατικούς δρώντες, κάτι που δυνατό μελλοντικά να κλιμακωθεί σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Κυριολεκτικά, η ελαφρότητα, η επιπολαιότητα, ο ανορθολογισμός και ο παραλογισμός πολιτικών ηγετών μεγάλων δυνάμεων που θα έπρεπε να συμπεριφέρονται υπεύθυνα αφήνει κατάπληκτο όποιο είναι στοιχειωδώς μυημένος με την πυρηνική ισχύ, τα πυρηνικά στρατηγικά δόγματα και τις συνέπειες χρήσης μιας τόσο καταστροφικής ισχύος.
Όμως, ακόμη και αν δεν οδηγηθούμε στο τέλμα του πυρηνικού ολοκαυτώματος στο εγγύς μέλλον, αυτό που διακυβεύεται στους διεθνείς θεσμούς είναι εξίσου σημαντικό για τις διακρατικές σχέσεις, την ειρήνη, την σταθερότητα και τον τρόπο που νοηματοδοτείται η διεθνής τάξη. Πιο συγκεκριμένα, καταστρατηγείται ο ρόλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, διασύρεται η Συλλογική Ασφάλεια και παραμερίζονται οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου περί εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας, διακρατικής ισοτιμίας και μη επέμβασης.
Συντομογραφικά, όλες αυτές οι αντι-ηγεμονικές κατακτήσεις του πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων στις διεθνείς σχέσεις της ύστερης εποχής, ήταν απόρροια της ήττας των αυτοκρατορικών αξιώσεων από τους αγώνες εθνικής ανεξαρτησίας. Το καθεστώς διεθνών σχέσεων είναι γι’ αυτό οντολογικά θεμελιωμένο στην αρχή της κυριαρχίας-ανεξαρτησίας. Όποιος το αμφισβητεί, ειδικά αυτοί που έχουν την ισχύ να το εκθεμελιώσουν, εξωθεί την διεθνή πολιτική σε προ-πολιτικές καταστάσεις. Αν και η ακύρωση της κυριαρχίας ως βάση λειτουργίας του διεθνούς συστήματος πρέπει να θεωρείται ανέφικτη, εκδηλώνεται μια ανορθολογική προσδοκία των Μονίμων Μελών –και μια ηχηρή σιωπή πολλών άλλων κρατών– πως το Συμβούλιο Ασφαλείας θα μπορούσε να αποτελέσει το όργανο επιβολής στα υπόλοιπα έθνη μιας μόνιμης διάκρισης μεταξύ «εχόντων» και «μη εχόντων» στο πυρηνικό πεδίο.
Η διασπορά των πυρηνικών όπλων, όμως, δεν είναι μια τόσο απλή υπόθεση και οπωσδήποτε δύσκολα θα μπορούσε να επιβληθεί ετσιθελικά και σε μόνιμη βάση ελέω ισχύος. Στο ζήτημα αυτό, θα πρόσθετα, η διαστροφή της αλήθειας δεν είναι καλός σύμβουλος ούτε για πολιτική σκέψη ούτε για πολιτικές αποφάσεις, ακόμη και για υπερδυνάμεις. Η «Συνθήκη Μη Διασποράς των Πυρηνικών Όπλων» αποτελεί, ουσιαστικά, μια υπόσχεση των «εχόντων πυρηνικά», ότι θα προχωρήσουν, αφενός σε περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων, και αφετέρου, «στην λήψη αποτελεσματικών μέτρων προς την κατεύθυνση ενός πυρηνικού αφοπλισμού» (κανείς δεν έχει παρά να διαβάσει την πρώτη σελίδα αυτής της Συνθήκης). Στην βάση αυτής της νομικής και ταυτόχρονα πολιτικής δέσμευσης, ακριβώς, τα υπόλοιπα κυρίαρχα κράτη υποσχέθηκαν ότι θα περιοριστούν στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.
Η κρίση του Ιράν αναδεικνύει ξανά το μεγάλο αυτό πρόβλημα το οποίο όσο η τεχνολογία προχωρεί τόσο θα γίνεται οξύτερο. Υπάρχουν τρία στάδια για την λελογισμένη και υπεύθυνη αντιμετώπισή του. Άμεσα, απαιτείται αυτοσυγκράτηση όλων επειδή παίζοντας με τα πυρηνικά όπλα παίζουν με την φωτιά. Σε βραχυχρόνιο επίπεδο και ανεξαρτήτως άλλων ανταγωνισμών, απαιτείται εμπλοκή όλων των κρατών σε μια πορεία δραστικού περιορισμού των πυρηνικών οπλοστασίων. Αντί λοιπόν ψύχραιμης συζήτησης για ένα ζήτημα που αφορά το συμφέρον επιβίωσης όλων των κρατών, εισήλθαμε αρχίσαμε ένα θέατρο του παραλόγου. Παντελώς ανορθολογικά και ατελέσφορα, οι «επίσημα έχοντες πυρηνικά» φαίνεται να νομίζουν ότι θα μπορούσε να καταστεί ο ΟΗΕ μέσο αυθαίρετων αποφάσεων για την καθιέρωση μόνιμων διακρίσεων μεταξύ εχόντων και μη εχόντων χωρίς οι ίδιοι να τηρήσουν τις συμβατικές και πολιτικές τους δεσμεύσεις στο πεδίο της διασποράς πυρηνικών όπλων. Κυριολεκτικά, μόνο ελαφρόμυαλοι θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι θα μακροημερεύσει μια τέτοια διάκριση σ’ ένα δυναμικά εξελισσόμενο κόσμο κυρίαρχων κοινωνιών που μόλις πριν μερικές δεκαετίες αγωνίστηκαν για την εθνική τους ανεξαρτησία. Τέλος, όσον αφορά την δέσμευση για πυρηνικό αφοπλισμό, πρέπει να θεωρείται δύσκολη υπόθεση ακόμη και μακροχρόνια. Κυρίως, προσκρούει σε τρία μεγάλα εμπόδια: Πρώτον, το ποιος κατέχει μια τέτοια ισχύ τα αμέσως επόμενα χρόνια κατά κάποιο τρόπο προκρίνει τις θέσεις, τους ρόλους, τα συμφέροντα και την κατανομή τους στο διεθνές σύστημα. Δύσκολα, επομένως, οι έχοντες θα εγκατέλειπαν ένα τέτοιο πλεονέκτημα. Δεύτερον, κανείς δεν ξέρει πως θα εξελιχθεί η πυρηνική τεχνολογία και κατά συνέπεια εγκαταλείποντας αυτή την ισχύ μπορεί ένα σημερινό μεγάλο κράτος να βρεθεί λιγότερο ισχυρό σε σύγκριση με μια ή μεσαία ή μικρή δύναμη (πρώτος ο Ντε Γκολ, ονόμασε το πυρηνικό όπλο «εξισωτή ισχύος»). Τρίτον, η τεχνολογική πρόοδος και η δυνατότητα ανεξέλεγκτης διασποράς λόγω τεχνολογίας σημαίνει ότι κατοχή μερικών έστω πυρηνικών όπλων «για παν ενδεχόμενο» θα έπρεπε να τα θέσει κάτω από κάποιου είδους διεθνή έλεγχο. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει ένα ανθόσπαρτο διεθνές σύστημα απαλλαγμένο αιτιών πολέμου όπου δεν θα υπάρχουν ηγεμονικοί ανταγωνισμοί και όπου η άνιση ανάπτυξη θα έχει τερματιστεί. Παρά το ότι μερικοί απρόσεκτοι έλληνες διεθνολόγοι πριν δέκα περίπου χρόνια έγραψαν ότι πολύ σύντομα θα νοιώσουμε μια τέτοια χαρά, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Αν και κανείς δεν είναι ευχαριστημένος με αυτή την πραγματικότητα θα πρέπει να την λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: