9.5.2012. Μαρτυρίες και ομολογίες πολιτικής ανημποριάς: Ευρώ, δραχμές και η παραφιλολογία περί εντός-εκτός της ΕΕ

9.5.2012. Μαρτυρίες και ομολογίες πολιτικής ανημποριάς: Ευρώ, δραχμές και η παραφιλολογία περί εντός-εκτός της ΕΕ

Παναγιώτης Ήφαιστος

Μια ακόμη αναγκαία και μη εξαιρετέα παρέμβαση που όπως και οι προηγούμενες αναρτώνται στη διεύθυνση Εκλογές 2012. Αφορά κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά στις διεθνείς σχέσεις: Οι αντιπρόσωποι μιας ελεύθερης κοινωνίας συνομολόγησαν ένα μνημόνιο που βασικά ακυρώνει την εθνική ανεξαρτησία και πάγιες δημοκρατικές αρχές. Απλή ανάγνωση του «εφαρμοστικού νόμου» (http://www.epikaira.gr/content/files/Efarmostikos_nomos_sxolia1.pdf) το καθιστά ολοφάνερο. Πριν και μετά τον εφαρμοστικό νόμο ακούσαμε πολλά ψέματα, απειλές, εκβιασμούς, προπαγάνδες, απλουστεύσεις και σκόπιμες ηχηρές αποσιωπήσεις.
Στο επίκεντρο βρισκόταν η θέση της Ελλάδας στην ΕΕ, οι διαπραγματευτικές δυνατότητές μας και οι δήθεν κίνδυνοι να εκδιωχθούμε κακήν κακώς. Επειδή επί τάπητος τίθενται ζητήματα εθνικής επιβίωσης απαιτείται να τονιστούν πασίδηλα ζητήματα που υποδηλώνουν μια κραυγαλέα πολιτική ανημποριά των πάλαι ποτέ πολιτικών ελεφάντων. Αυτών των μορφικά πανομοιότυπων ελεφάντων οι οποίοι σε πρώτη φάση μετέτρεψαν την Ελλάδα σε τρύπιο Τιτανικό, σε δεύτερη συμμάχησαν με διεθνικούς χρηματοοικονομικούς δρώντες και τεχνοκράτες, σε τρίτη υπέγραψαν θανατηφόρα μνημόνια ύφεσης, δανεισμού, τοκογλυφίας και στο τέλος κατάφεραν κατά της Ελληνικής κοινωνίας ένα θανατηφόρο κτύπημα με το να υπογράψουν το δεύτερο μνημόνιο. Οι πολιτικές μεταστροφές και η τελική σύμπραξη της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέδειξε την ηγετική εμβέλεια συμπαθών, κατά τα άλλα, προσώπων.

Εδώ λοιπόν θα σταθούμε σε ένα κεντρικό ζήτημα: Τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης στην ΕΕ, οι οποίες τους μήνες και τα χρόνια που έρχονται είναι ίσως το κρισιμότερο ζήτημα. Δεν θα εξαντλήσουμε αυτό το θέμα για το οποίο υπάρχουν, εξάλλου, χιλιάδες δημοσιευμένες σελίδες δικές μου και άλλων. Αναλύσεις που αφορούν τη δομή, τις λειτουργίες, τα ελλείμματα και τις αστάθειες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μερικά σημεία, όμως, ιδωμένα υπό το πρίσμα της Ελληνικής κρίσης, ίσως φωτίσουν καλύτερα τον συντρέχοντα διάλογο για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και τις απειλές εκδίωξής της ακόμη και από την ΕΕ.
Κατά πρώτον, κανείς μπορεί εύκολα να αναζητήσει αναρίθμητες έντρομες δηλώσεις ευρωπαίων πολιτικών και τεχνοκρατών όταν εξηγούσαν πως αν η Ελλάδα αφεθεί να πτωχεύσει θα κατέρρεε το ευρώ και η ΕΕ. Αυτό ήταν και συνεχίζει να είναι, θεμιτά και νομιμοποιημένα, το ισχυρότερο διαπραγματευτικό μας χαρτί. Πως όμως να λειτουργήσουμε με διαπραγματευτικό ορθολογισμό όταν επί δεκαετίες πολιτικοστοχαστικά οι Έλληνες διαποτίζονταν με αβάστακτα λανθασμένες αναλύσεις για την φυσιογνωμία της ΕΕ.
Αναρίθμητες αναλύσεις αναδείκνυαν κραυγαλέα άγνοια της φυσιογνωμίας της ΕΕ, αναπαρήγαγαν ιδεολογήματα, αναμασούσαν νομικίστικες θέσεις και ανυπόστατα θεωρήματα και αποκάλυπταν απύθμενη άγνοια των δομών και των λειτουργιών της ΕΕ. Αυτές οι αναλύσεις εισέρευσαν και επηρέασαν αρνητικά την πολιτική σκέψη και τις πολιτικές αποφάσεις.
Ούτε λίγο ούτε πολύ αναρίθμητοι περιέγραφαν την ύπαρξη μιας ΕΕ που ήταν μια κοσμοπολίτικη και χαρούμενη παιδική χαρά. Άλλες αναλύσεις που συχνά και αντιφατικά εκπορεύονταν από τις ίδιες πέννες απειλούσαν με εκδίωξή μας ή αυστηρή τιμωρία μας αν δεν υπακούαμε τα τεχνοκρατικά κελεύσματα. Νεφελωδώς και αβάσιμα επικαλούνταν κάποιον υπερεθνικό μπαμπούλα έτοιμο να τιμωρήσει τους απείθαρχους και άτακτους Έλληνες.
Οι τεχνοκράτες στην ΕΕ, όντως, έχουν δύναμη. Πλην και τα νήπια ξέρουν ότι αυτό είναι και το πρόβλημα που τα μέλη με τον έναν ή άλλο τρόπο διαρκώς προσπαθούν να αντιμετωπίσουν. Σε αυτό εξάλλου συνίσταται το δημοκρατικό έλλειμμα. Σε αυτό το πεδίο ένα μικρό κράτος-μέλος καταμαρτυρούμενα διαθέτει πρόσφορο έδαφος άσκησης πολιτικής. Εάν κανείς έχει στοιχειώδη γνώση των δομών και λειτουργιών της ΕΕ, εάν συγκροτεί ορθολογικές πολιτικές και οικονομικές προτάσεις σε όλα τα επίπεδα διαπραγματεύσεων και εάν απορρίπτει τις καταχρηστικές τεχνοκρατικές στάσεις μπορεί να κερδίζει μάχες και τα συμφέροντά του να εκπληρώνονται.
Αυτό καταμαρτυρεί η κοινοτική πρακτική πολλών δεκαετιών. Το κοινοτικό πολιτικό πεδίο είναι τεράστιο, πολλών ιεραρχημένων στρωμάτων και επιπέδων και πολλών αποφάσεων που άλλοτε είναι ρευστές και υπό διαμόρφωση και άλλοτε μόλις στα σπάργανά τους και εκκολαπτόμενες.
Αντί λοιπόν υποτακτικά οι αντιπρόσωποι ενός κράτους να υπογράφουν ό,τι τους δώσουν οι τεχνοκράτες ή τουλάχιστον πριν το κάνουν επιβάλλεται να εξαντλούν όλα τα διαπραγματευτικά τους όπλα σε πολιτικό επίπεδο. Αν και προσωπικά παγερά αδιάφορος με αυτό που ονομάζεται κομματική ζωή, μπορώ εν τούτοις να πω μετά βεβαιότητας ότι πριν τη συγκυβέρνηση του δευτέρου μνημονίου ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος πρόδιδε γνώσεις επιπέδου πρωτοετούς φοιτητή πανεπιστημιακού τμήματος ευρωπαϊκών σπουδών. Το ίδιο ισχύει όταν η μείζονα αντιπολίτευση συμπορεύτηκε υπογράφοντας το δεύτερο μνημόνιο. Είναι φανερό σε ποιούς απευθυνόταν το «διάγγελμα του δεκαεξάχρονου» όταν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιχειρήθηκε να πείσει ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο διαπραγματεύσεων. Μεγάλο πεδίο πολιτικής δράσης που έπρεπε να εξαντληθεί πριν η αντιπολίτευση υποκύψει στις πολιτικές ύφεσης που η ίδια στηλίτευε.
Η λογική της τότε συγκυρίας καλούσε για εκλογές άμεσα και αμέσως μετά ο νέος πρωθυπουργός να σήκωνε τη σημαία του ευρωπαϊκού πολιτικοοικονομικού ορθολογισμού. Τη σημαία της ευρωπαϊκής διακρατικής δημοκρατίας, της ορθολογικής οικονομικής διακυβέρνησης και της αντιμετώπισης των διεθνικών χρηματοοικονομικών θηρίων.
Για να γίνει αυτό όμως, απαιτούσε συγκρότηση πολιτικής στρατηγικής και αξιόπιστο ευρωπαϊκό πολιτικοστοχαστικό λόγο. Αν μια πολιτική ηγεσία δεν διαθέτει τέτοιο λόγο, είναι κατιτί που δεν κρύβεται. Την αλήθεια λέμε αν υποστηρίξουμε πως ο δικομματισμός που κυβερνούσε τις δύο τελευταίες δεκαετίες στερείτο ενός τέτοιου λόγου.
Μετά την υπογραφή του δεύτερου μνημονίου όλοι μαζί ως χορωδία προπαγανδιστών επιδόθηκαν στην πολιτική τρομοκρατία και κινδυνολογία περί μη πληρωμής «μισθών και συντάξεων». Ως και το Ελληνικό κράτος να μην υπήρχε, ως και οι Έλληνες να μην συνέχιζαν να δουλεύουν και να παράγουν, ως και το κράτος να μην είχε έσοδα και ως και να ήταν τόσο εύκολο ένα μέλος της ΕΕ να αφεθεί να καταρρεύσει.
Επιδεικνύοντας ολιγωρία έσπευσαν να υπογράψουν ό,τι τους επέβαλλαν οι τεχνοκράτες. Δεν αξίωσαν μια αναζήτηση των αιτίων σε πανευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και δεν αξίωσαν άμεση απαλλαγή από επαχθή και καταχρηστικά χρέη που δημιουργήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια. Ακολούθησαν τον εύκολο δρόμο της απάθειας, της υποταγής και της υποτέλειας. Ουσιαστικά, καμιά διαπραγμάτευση.
Οι μεταστροφές πολλών ικανών ανθρώπων στον περίγυρο αυτού του συστήματος κατέδειξε ότι από τους ανθρώπους κανείς μπορεί να περιμένει οτιδήποτε. Δεν το λέω αφοριστικά. «Ανθρώπινα όλα αυτά», θα έλεγε ο Κονδύλης. Αναμενόμενα, θα έλεγα εγώ, όταν η πολιτική έχει ροκανιστεί: Όταν πολιτικοστοχαστικά αποδυναμωθήκαμε, όταν κυριάρχησαν αναρριχητικές νοοτροπίες, όταν οι πελατειακές δομές οργίασαν και όταν η πολιτική μετατράπηκε σε ένα καλάθι σάπιων μήλων μέσα στο οποίο όσα νέα μήλα έμπαιναν σάπιζαν.
Παρενθετικά μια μόνο λέξη για το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής. Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων τον περασμένο Ιανουάριο και Φεβρουάριο θα δεχόταν βασικά οποιοδήποτε μέτρο θα διασφάλιζε τη δημοκρατία τους, την εθνική τους ανεξαρτησία και την πολιτική τους ελευθερία. Μέτρα που θα συνοδεύονταν όπως είναι φυσικό από διασφάλιση του ελάχιστου της διαβίωσης των πολιτών, εγγυήσεις πως κανείς δεν θα ενοχλήσει τις χειμαζόμενες επιχειρήσεις και πως κανείς δεν θα θίξει τα ελληνικά νοικοκυριά. Όλοι αυτοί πριν τα λάθη των πολιτικών του δικομματισμού, ζούσαν φυσιολογικά, δούλευαν, παρήγαγαν, επένδυαν και ήλπιζαν σε ένα καλύτερο μέλλον. Ένας κοινωνικοπολιτικά αξιόπιστος λόγος, λοιπόν, λογικό είναι ότι θα είχε μεγάλη απήχηση. Το αντίθετο συνέβηκε: Γεννήθηκε ένα νέο πολιτικό σπορ, η κινδυνολογία και η πολιτική τρομοκρατία. Στρατιές κινδυνολόγων δικαιολογούσαν την έντρομη υποταγή στους ανεξέλεγκτους τεχνοκράτες.

Για να επανέλθουμε στην ΕΕ, η πολιτική συμπεριφορά όλων των παρατάξεων εξουσίας μετά το 2009 καταμαρτύρησε την πολιτική και στοχαστική ανημποριά της συντριπτικής πλειονότητας του πολιτικού της προσωπικού. Ακόμη και από άτομα που δεν θα το ανέμενε κανείς, καθότι, τυπολογικά μιλώντας έπρεπε να διαθέτουν στοιχειώδη τουλάχιστον γνώση.
Έπρεπε να γνωρίζουν ότι η δομή, η φυσιογνωμία, οι πολιτικές λειτουργίες και οι θεσμικές δομές επιτρέπουν σε ένα μικρό κράτος-μέλος της ΕΕ να επιτύχει το μέγιστο των σκοπών του. Βασικά, σε κανέναν άλλο διεθνή πολιτικό χώρο δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια κατάσταση όπου για έναν αριθμό σημαντικών λόγων τα λιγότερο ισχυρά κράτη έχουν πολλές ευκαιρίες να λειτουργούν ισότιμα με τα μεγαλύτερα.
Ανά πάσα στιγμή τους προσφέρεται η δυνατότητα να αναπτύξουν πολιτική και διπλωματική δραστηριότητα τα όρια της οποίας είναι μόνο ο ουρανός. Το πεδίο πολιτικής δράσης είναι απέραντο: Χιλιάδες θεσμοί, συζητήσεις, αποφάσεις, συμπλεκόμενες πολιτικοστρατηγικές σκοπιμότητες, ρευστές εισροές εθνικών συμφερόντων και εθνικών θέσεων που συναρτώνται με την εσωτερική πολιτική κάθε κράτους-μέλους και αναρίθμητες ομάδες πίεσης (Για μια συναφή ανάλυση συναρτημένη με το «Γερμανικό Ζήτημα»).
Στο πεδίο της ΕΕ οι δυνατότητες πολιτικής δράσης για να εξυπηρετηθούν τα εθνικά συμφέροντα ενός κράτους είναι πρακτικά ανεξάντλητες. Δεν είναι ένας χώρος αλτρουισμού και χαριτολογιών. Είναι ένας χώρος σκληρών διαπραγματεύσεων. Αν συμμετέχεις είτε εισέρχεσαι μέσα σε αυτή την αρένα ή απέχεις και χάνεις.
Μόνο ανήμποροι πολιτικοί ηγέτες κρατών-μελών σπεύδουν απνευστί να υποκύψουν σε εντολοδόχους γραφειοκρατικές λογικές προσερχόμενοι στη συνέχεια στη χώρα τους ως πολιτικοί τρομοκράτες επιβολής ανορθολογικών οικονομικών αποφάσεων. Από εντολείς των τεχνοκρατών γίνονται έτσι εντολοδόχοι των τεχνοκρατών ή πιο δραστήριων κρατών που επιβάλλουν τα συμφέροντά τους.
Μια εύλογη θέση είναι ότι ποτέ και κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε ένα κράτος μιας επαχθή πολιτική ή οικονομική απόφαση, αν οι αντιπρόσωποί του λειτουργούν αποτελεσματικά στην ΕΕ. Αυτό όμως απαιτεί γνώση της ευρωπαϊκής πολιτικής, θάρρος, ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ικανότητα ανάληψης λελογισμένου πολιτικού ρίσκου. Για έναν ακόμη λόγο, το σύστημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι θετικά ευάλωτο στην πολιτική βούληση των μελών του. Ουσιαστικά, όσο αυτό συμβαίνει τόσο περισσότερο αναδεικνύεται ο θετικός ρόλος της ΕΕ στη ζωή των Ευρωπαίων και όσο αυτό δεν συμβαίνει αναδεικνύεται το αντίστροφο.
Όταν ένα κράτος-μέλος εμφανίζεται με σημαία τα εθνικά του συμφέροντα, με συγκροτημένη ευρωπαϊκή στρατηγική πειθούς και με ορθολογιστικές πολιτικές και οικονομικές θέσεις δύσκολα μπορούν να απορριφθούν οι προτάσεις του. Στη χειρότερη περίπτωση δεν θα συνυπολογιστούν πλήρως αλλά δεν θα αγνοηθούν τα ζωτικά συμφέροντα. Η αντίθετη στάση είναι πάντα καταστροφική: Οι τεχνοκράτες παίρνουν το πάνω χέρι, οι ηγεμονικές στάσεις κυριαρχούν, οι διεθνικοί δρώντες οργιάζουν και το παραπαίων κράτος συμβάλλει στη διολίσθηση της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής σε ανορθολογικούς προσανατολισμούς.
Υπάρχουν ακόμη αισθητικά και ψυχολογικά κριτήρια και παράγοντες που μια διπλωματία ποτέ δεν παραμελεί. Είτε αυτό οφείλεται σε ρητορεία είτε επειδή πολλοί το πιστεύουν, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια να μην ακουστεί θετικά μια ορθολογιστική θέση των αντιπροσώπων ενός κράτους. Αυτό ισχύει όλως ιδιαιτέρως όταν πασίδηλα υπονομεύεται οτιδήποτε λέγεται –ενίοτε ρητορικά και υποκριτικά, δεν αντιλέγω, πλην αυτό μετράει πολιτικά, αν κανείς το εκμεταλλευτεί– και πράττεται στην Ευρώπη μετά το 1945. Αν κανείς το γνωρίζει –και εάν είναι «ηγέτης» φροντίζει να διαθέτει ικανούς συμβούλους για να τον ενημερώνουν–, μπορεί να το υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο σε όσους εκτρέπονται. Στη φαρέτρα μας διαθέτουμε χιλιάδες τέτοιες δηλώσεις, θέσεις και αποφάσεις που αφορούν την «ευρωπαϊκή ιδέα», τους συχνά διακηρυγμένους «υψηλούς σκοπούς» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τη σκοπιμότητα ύπαρξης συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών προσανατολισμών.
Στο ίδιο πλαίσιο υπάρχουν και τα λάθη και οι παραλείψεις των κοινοτικών αποφάσεων τις οποίες πολλοί αρμόδιοι συχνά ομολογούν. Σε μια διαπραγμάτευση δεν έχεις παρά να τους τα υπενθυμίζεις. Όλοι γνωρίζουν τα φρικτά λάθη της ΟΝΕ μετά το 1992 και αν τους τα υπενθυμίσεις δύσκολα θα το αρνηθούν. Συχνά εξάλλου τα ομολογούν δημόσια και οι ίδιοι. Αν ένας αντιπρόσωπος ενός κράτους διαθέτει στοιχειώδεις διαπραγματευτικές ικανότητες τα επισημαίνει και αρνείται να αποδεχθεί τις αρνητικές συνέπειες που τον πλήττουν (βλ. πιο πάνω παραπομπή σε ανάλυση του «Γερμανικού ζητήματος» και τη δημιουργία της ΟΝΕ).
Για αυτό το ζήτημα, για αυτές τις παραλείψεις και για αυτά τα ολέθρια λάθη διόλου παράδοξα κανείς μπορεί να βρει πολλούς συμμάχους ακόμη και στην ίδια τη Γερμανία. Στη Γερμανία και σε άλλα κράτη διαρκώς συγκροτούνται και ανασυγκροτούνται συγκλίσεις ρευστών και μονιμότερων συμφερόντων, διαρκώς συντελούνται ορατές και αόρατες διαπραγματεύσεις, διαρκώς διασυνδέονται ζητήματα ποικίλων ιεραρχιών και προτεραιοτήτων και διαρκώς αποκρυσταλλώνονται αποφάσεις που βλάπτουν ή ωφελούν ανάλογα με το κατά πόσο είσαι απαθής ή ενεργητικός συντελεστής του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος.
Χαρακτηριστικά τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές και χωρίς να προκρίνω το αποτέλεσμα ακούεται ότι ένας ή περισσότεροι ηγέτες ενδέχεται να αποστείλουν επιστολές σε ευρωπαίους ομολόγους τους επικαλούμενοι την αντί-μνημονιακή λαϊκή ετυμηγορία. Χωρίς να προκρίνεται το αποτέλεσμα –και χωρίς να μπορεί κανείς να δει μια τέτοια κίνηση μεμονωμένα και μη ενταγμένα σε μια συνολική πολιτική στρατηγική– ως προσέγγιση βρίσκεται στον σωστό προσανατολισμό. Ένα κράτος πάντα κερδίζει όταν οι αντιπρόσωποί του επικαλούνται την κοινωνική βούληση, τη λαϊκή ετυμηγορία και τις αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να εδράζεται το κοινοτικό σύστημα. Είναι αμέτρητες οι φορές προσαρμογής όλων των υπόλοιπων κρατών όταν επί σημαντικών ζητημάτων η λαϊκή ετυμηγορία σε ένα κράτος-μέλος επιτάσσει το αντίθετο.
Η επιβίωση της ΕΕ συναρτάται, βασικά, με το κατά πόσο θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένα πλουραλιστικό σύστημα ανεξαρτήτων κρατών όπου η κυριότερη ιδιομορφία είναι η ισοτιμία μεταξύ των κρατών-μελών και η υιοθέτηση αποφάσεων που εξυπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα των κρατών.
Αν ένα μικρό κράτος πείσει για τον ορθολογισμό, τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την πολιτικοοικονομική σκοπιμότητα μιας τέτοιας θέσης δύσκολα μπορεί να μην τύχει ευνοϊκής αντιμετώπισης.
Πιο σημαντικό βέβαια είναι όχι μόνο το καλοπροαίρετο ανέμισμα βάσιμων επιχειρημάτων αλλά και η συγκρότηση συμμαχιών με κράτη ή ομάδες που έχουν τα ίδια συμφέροντα. Στην ΕΕ αυτή είναι μια αδιάλειπτη πρακτική. Η ΕΕ είναι ένα μεγάλο και ιδιόμορφο πεδίο διαρκών συγκλίσεων και «συγκρούσεων» συμφερόντων, διασυνδέσεων συμφερόντων και διατύπωσης ρητορικών και υποκριτικών τοποθετήσεων για να επηρεάσουν τις συμπεριφορές των άλλων. Επειδή για διακρατική πολιτική μιλάμε, λογικά αυτό συμπεριλαμβάνει μπλόφες, εξαπατήσεις, αλλαγή φίλων και εχθρών, εκφοβιστικές δηλώσεις και ενέργειες για αποτροπή λήψεως αποφάσεων και μετατροπής των υπερεθνικών οργάνων σε εξαρτημένες μεταβλητές συγκεκριμένων συμφερόντων. Αναρίθμητοι θεσμικοί και άλλοι παράγοντες περιφέρονται ενώνοντας ή κόβοντας νήματα.
Αν οι αντιπρόσωποι ενός κράτους δεν γνωρίζουν, φοβούνται, δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και ρίσκα και αν απαθώς περιμένουν τους εντολοδόχους τεχνοκράτες να τους πουν τι να αποφασίσουν δεν τους αξίζει να κατέχουν δημόσιες θέσεις ευθύνης. Εν τέλει, σε ένα τόσο διακρατικό, διεθνικό και υπερεθνικό λαβύρινθο πολλών επιπέδων και πολλών στρωμάτων, η δημοκρατία, η ευημερία και η ελευθερία ενός κράτους-μέλους δεν σερβίρεται στο πιάτο αλλά κερδίζεται με αδιάκοπες στάσεις και συμπεριφορές συμβατές με το εθνικό συμφέρον.
Για όσους κόπτονται «για την Ευρώπη» τέτοιες ορθολογιστικές στάσεις συμβάλουν και στη δημιουργία ενός πιο ορθολογιστικού ευρωπαϊκού πολιτικού περιβάλλοντος και το αντίστροφο. Τέτοιες σκέψεις, όμως, είναι δύσκολο να γίνουν αν ένα μυαλό πλημμυρίζει με κοσμοπολίτικες και διεθνιστικές ασυναρτησίες για μια Ευρώπη που ποτέ δεν υπήρξε και που ποτέ δεν θα υπάρξει. Στο πεδίο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να υπάρξει μόνο μια «Ευρώπη των πατρίδων». Η ΕΕ μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται μόνο εάν εδράζεται πάνω στα εθνικά συμφέροντα και μόνο εάν οι αποφάσεις συνεκτιμούν όλα τα συμφέροντα.
Η ισορροπία συμφερόντων είναι το σημαντικότερο ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ανισορροπία οδηγεί σε αστάθεια και εκτροχιασμό. Αυτό βασικά βλέπουμε τώρα ως αποτέλεσμα του άνισου ανταγωνισμού λόγω νομισματικής ένωσης που δεν πρόβλεψε τρόπους αλληλεγγύης, δημοσιονομικές προσαρμογές και διορθωτικά μέτρα που διασφαλίζουν μια ισόρροπη ανάπτυξη.
Τώρα, βέβαια, η πρόσφατη δική μας πολιτική τρομοκρατία για να δικαιολογήσει την πολιτική και διαπραγματευτική ανημποριά κινδυνολογεί περί εκδιώξεων από το ευρώ, εξόδου από την ΕΕ και άλλα κουφά, τρελά και ανήκουστα που μόνο στην Ελλάδα μπορούν να λέγονται. Και όταν εδώ λέγονται λογικό είναι όσοι θέλουν να καθυποτάξουν την Ελληνική κοινωνία να αρχίζουν να απειλούν με το ίδιο νόμισμα (οι ίδιοι τεχνοκράτες ή εκτροχιασμένοι πολιτικοί ηγέτες που μόλις χθες έλεγαν το αντίθετο προειδοποιώντας για τις καταστροφικές συνέπειες μιας Ελληνικής πτώχευσης).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ΕΕ κρέμεται από μια τρίχα. Οι πολιτικοί μας ηγέτες με τις ανορθολογικές στάσεις τους τα δύο τελευταία χρόνια δεν έβλαψαν μόνο τους Έλληνες πολίτες. Συμβάλλουν στο περαιτέρω ροκάνισμα και στη διαφθορά των θεμελίων του εγχειρήματος της ΕΕ. Ας είχαν τουλάχιστον ως υπέρτατο κριτήριο των αποφάσεών τους το συμφέρον των Ελλήνων πολιτών. Τα κατά συνθήκη ψεύδη, οι σπουδαιοφανείς κινδυνολογίες και τα περιττά συνθήματα ευρωπαϊκής πίστης και νομιμοφροσύνης πέραν του ότι βρίσκονται εκτός κλίματος στην Ευρώπη προκαλούν, επιπλέον, σοβαρές ζημιές στα συμφέροντά μας και θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση της Ελληνικής κοινωνίας.
9.5.2012

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: