Dietrich Oberndorfer: Ο ΓΓ του ΟΗΕ και η ΕΕ

«Ντροπή που το θέμα της διαιρεμένης Κύπρου το διαχειρίσθηκε ο Γ.Γ. του ΟΗΕ και όχι η ΕΕ»*

Του DIETRICH OBERNDORFER
καθηγητή Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ, Γερμανία

Στην εισήγησή μου θα επικεντρωθώ σε δύο θέματα. Είμαι πολιτικός επιστήμων και ενδιαφέρομαι για τα πολιτικά θέματα που θέτει το Σχέδιο Ανάν, όπως αυτά που είδε η κοινή γνώμη αλλά και αυτά που είναι πίσω από το Σχέδιο Ανάν.
Κατά δεύτερο λόγο, θα προσπαθήσω να προσεγγίσω αυτό που θα γίνει προσεχώς στις Βρυξέλλες, ποια πρέπει να είναι η αντίδραση των Ελλήνων, της κυπριακής κυβερνήσεως απέναντι στις διαπραγματεύσεις για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Είμαι Γερμανός αλλά ως γερμανός πολιτικός επιστήμων μπορώ να έχω απόψεις για το πώς πρέπει να διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις αυτές και ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι.
Ας έρθω τώρα κατά πρώτον λόγο στο Σχέδιο Ανάν. Το Σχέδιο Ανάν, στο οποίο ασκήσατε πολύ καλή κριτική, κύριε Σόου (άγγλος διεθνολόγος, καθηγητής του πανεπιστημίου του Λέστερ). Συμφωνώ με όσα είπατε. Δεν έχω τίποτε να προσθέσω σε ό,τι αφορά τις νομικές και άλλες πτυχές που αναφέρατε. Πράγματι, το κράτος που δημιουργεί το Σχέδιο Ανάν δεν θα ήταν ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος. Θα ήταν κάτω από την κηδεμονία ξένων δυνάμεων. Θα ήταν μια συνέχεια αποικισμού διαφόρων δυνάμεων. Δεν ήταν μια επίδοξη προοπτική. Ας απαντήσω όμως το ερώτημα. Γιατί το ενδιαφέρον για το Σχέδιο Ανάν; Στη Γερμανία διαπιστώσαμε ότι όλοι ήταν υπέρ του Σχεδίου Ανάν. Στις γαλλικές, στις αγγλικές εφημερίδες η εικόνα ήταν λίγο διαφορετική, αλλά αρκετά παρόμοια. Καμία κριτική του Σχεδίου Ανάν. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι και πίστευαν ότι αυτό είναι η λύση. Κανένας δεν θυμόταν τις αποφάσεις του ΟΗΕ που καταδικάζουν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Αυτή βεβαίως είχε ξεχασθεί. Είχαμε τον Ψυχρό Πόλεμο και λόγω του ρόλου της Τουρκίας κανένας δεν ήθελε να μιλά γι’ αυτήν. Στις συζητήσεις για το Σχέδιο Ανάν, στα μαζικά μέσα επικοινωνίας, κανένας δεν μιλούσε για τις ιστορικές καταβολές του θέματος. Το Σχέδιο Ανάν εθεωρείτο ως πολύ καλό.
Κρίνοντας από τη Γερμανία, το ενδιαφέρον της γερμανικής κυβερνήσεως ήταν να αποφύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στην είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος για την υποστήριξη του Σχεδίου Ανάν από τη γερμανική κυβέρνηση. Ο Γκίντερ Φερχόιγκεν ενήργησε κατά τη γνώμη μου ως όργανο της γερμανικής κυβερνήσεως. Έχει πολύ στενές σχέσεις με τον καγκελάριό μας. Θεωρώ προσωπικά ως ντροπή που το θέμα της διαιρεμένης Κύπρου το διαχειρίσθηκε ο Γ.Γ. του ΟΗΕ και όχι η ΕΕ. Αντί η ΕΕ να κάνει αυτό που έπρεπε να είναι δική της δουλειά, έκανε λόμπι για το Σχέδιο Ανάν. Στο Σχέδιο Ανάν έχουμε το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Ο Ανάν ο ίδιος έχει τόσα προβλήματα με τους Αμερικανούς, που βρήκε στην περίπτωση της Κύπρου, ενός μικρού νησιού, την ευκαιρία να συμπλεύσει με τους Αμερικανούς. Το όλο στυλ των διαπραγματεύσεων υπελάμβανε ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα και από την άλλη είναι ένα μικρό νησί, η Κύπρος. Θα έπρεπε επομένως, στο πνεύμα αυτό, να επιδειχθεί σεβασμός προς τον μεγάλο και να ασκηθούν πιέσεις προς τον μικρό για να συμπλεύσει.
Διαβάζοντας κανείς τις γερμανικές εφημερίδες, έβλεπε να αναδύεται αυτή ακριβώς η εικόνα. Όλοι ένιωσαν έκπληξη όταν, στο δεύτερο στάδιο των διαπραγματεύσεων, η Κύπρος τόλμησε να μη συμφωνήσει με τον Ανάν και το σχέδιό του. Αυτό ήταν κάτι που κανείς δεν το είχε σκεφθεί. Όλοι σκέφτονταν την Τουρκία. Βεβαίως, υπάρχει εμπορικό ενδιαφέρον για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Και εγώ ο ίδιος μπορώ να το διαβεβαιώσω. Είμαι υπέρ της εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ, αλλά υπό τον όρο ότι το πρόβλημα της Κύπρου θα αντιμετωπισθεί ως ένα πρόβλημα κλειδί, γιατί σ’ αυτό βρισκόμαστε αντιμέτωποι με θέματα αρχών, με θέματα βασικών κανόνων του διεθνούς δικαίου και της δημοκρατίας, οι οποίοι πρέπει να είναι σεβαστοί και να υπερασπίζονται μέσα στην
ΕΕ. Ένα ιστορικό βήμα της ΕΕ προς τη λήθη αυτών των αρχών, είναι κακός οιωνός για το μέλλον.
Έρχομαι τώρα στο δεύτερο θέμα. Ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της κυπριακής κυβερνήσεως στις διαπραγματεύσεις που είναι τώρα σε εξέλιξη. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι γράφω σε πολλές γερμανικές εφημερίδες και ότι μπορώ να γράψω σε οποιανδήποτε γερμανική εφημερίδα θέλω, παρ’ όλα αυτά είχα με την Κύπρο πάρα πολλές δυσκολίες. Κατόρθωσα να γράψω μόνο ένα άρθρο στην Suddeutsche Zeitung. Ο Φερχόιγκεν εξαγριώθηκε γι’ αυτό και μου επετέθη γιατί το έκανα. Ήμουν η μόνη φωνή. Νομίζω ότι η Κύπρος πρέπει να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στις δημόσιες σχέσεις και την ενημέρωση. Η Κύπρος στον τομέα αυτό ήταν απλώς απούσα. Δεν είδα ποτέ ένα άρθρο σε γερμανική εφημερίδα το οποίο να παρουσίαζε τις θέσεις της κυβερνήσεως της Κύπρου. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Κανένας δεν μιλούσε εκ μέρους της Κύπρου. Ακόμη και τώρα στον γερμανικό Τύπο είναι η ίδια ιστορία και η ίδια επωδός. «Να είστε καλοί. Να μην ασκήσετε το βέτο σας. Περιμένετε να δούμε. Η Τουρκία πρέπει να μπει στην ΕΕ. Μη δημιουργείτε προβλήματα. Είστε ένα μικρό νησί». Ακόμη και τώρα δεν είδα στις γερμανικές εφημερίδες ούτε ένα άρθρο για τις ιστορικές καταβολές της διαμάχης και επίσης για τις αδυναμίες του Σχεδίου Ανάν.
Αν ρίξετε μια ματιά στο Σχέδιο Ανάν, είναι αμέσως προφανές ότι το διακυβερνητικό αυτό σύστημα απλώς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Η κεντρική εξουσία θα βρισκόταν σε αδιέξοδο και δεν θα μπορούσε να δράσει. Στο θέμα της κυριαρχίας, το Σχέδιο Ανάν περιλαμβάνει πρόνοιες για την παράταση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Οι πρόνοιες αυτές όχι μόνο παρατείνουν τις παραπάνω συνθήκες, αλλά επιπλέον τις επεκτείνουν, τις διευρύνουν, με πρόσθετα πρωτόκολλα για να εγγυηθούν την εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια και τη συνταγματικότητα των δύο προτεινόμενων από το Σχέδιο Ανάν συνιστώντων κρατών. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει στασιμότητα. Δεν μπορείς ν’ αλλάξεις οτιδήποτε. Δεν μπορείς να έχεις συνταγματική εξέλιξη που θα παρακολουθήσει τις πραγματικές ανάγκες και τις διαφορετικές καταστάσεις. Βεβαίως, οι συνθήκες επιβεβαιώνουν και συνεχίζουν το εξωεδαφικό καθεστώς των βρετανικών βάσεων και το δικαίωμα της Τουρκίας να έχει λόγο στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου. Επιπλέον, σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτές, η ΕΛΔΥΚ και η ΤΟΥΡΔΥΚ θα παρέμεναν στο νησί.
Όσον αφορά τα ελληνικά εμπορικά συμφέροντα σε μελλοντικές τουρκικές αγορές, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι πιθανόν να είναι ακόμη σε πιο ευαίσθητη θέση από οποιαδήποτε επικίνδυνη επιχειρηματική πρωτοβουλία που ανελήφθη από την ελληνική Κύπρο στο παρελθόν.
Τολμώ να το πω. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση διαμάχης μεταξύ των δύο συνιστώντων μερών, που προτείνει το Σχέδιο Ανάν, το δυναμικό για τουρκική επέμβαση θα είναι πάντοτε παρόν και θα είναι ορατό στην εσωτερική πολιτική ζωή. Αυτό σημαίνει ότι αν είχε εφαρμοσθεί το Σχέδιο Ανάν, η τουρκική επιρροή στην Κύπρο θα ήταν πολύ ισχυρότερη από την ελληνική επιρροή. Και το δυναμικό μιας διαμάχης θα ήταν εκεί. Σκέφτομαι το θέμα των περιουσιών στην Ανατολική Γερμανία. Αν κοιτάξει κανείς την Κύπρο, την παρουσία ελληνικών δυνάμεων στο νησί και την εγγύτητα της Τουρκίας, διερωτώμαι αν οι διαμάχες για τις περιουσίες δεν θα κατέληγαν σε μεγαλύτερη διαμάχη.
Το Σχέδιο Ανάν απερρίφθη, αλλά αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική Κύπρος στον ευρωπαϊκό Τύπο, τουλάχιστον στον γερμανικό, να αντιμετωπισθεί σαν το «κακό παιδί». Δεν ειδώθηκε ως ένας λαός που τόλμησε ν’ ακολουθήσει το δικό του συμφέρον, που είναι νόμιμο, αλλά σαν το κακό παιδί που υποδαυλίζει διαμάχες, που ενοχλεί την ειρήνη, που απορρίπτει έναν λογικό συμβιβασμό. Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις που θα γίνουν τώρα, η κυβέρνηση της Κύπρου δεν θα φανεί σιδηρόκαρδη αν χρησιμοποιήσει τη δύναμη που της παρέχει το δικαίωμα του βέτο. Θα εισπράξει πολλές φιλοφρονήσεις για το ότι είναι καλή και μαλακή. Από τη στιγμή όμως που θα καταθέσει το βέτο, δεν θα πάρει πολλά πράγματα. Η ίδια ιστορία που έγινε πριν θα συνεχίσει. Το μήνυμά μου είναι ότι αν δεν παίξεις σκληρά, δεν θα πάρεις πολλά πράγματα. Το να το παίξεις όμως σκληρά δεν είναι αρκετό. Πρέπει επίσης να κάνεις εισηγήσεις που θα κερδίσουν για την πλευρά σου συμπάθεια στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Που θα δείχνουν ότι δεν ήσαν ένας σιδηρόκαρδος λαός που θέλει να πάρει τα πάντα. Πρέπει να κάνεις συμβιβασμούς. Πρέπει να προτείνεις συμβιβασμούς. Ένας συμβιβασμός τον οποίο θα μπορούσε να προτείνει, αν και αυτό δεν είναι δικό μου θέμα, αλλά των Ελληνοκυπρίων, είναι να πει ότι όσοι έχουν γεννηθεί στην Κύπρο μπορούν να μείνουν. Αυτό προτείνεται από το Σχέδιο Ανάν. Όσοι έχουν γεννηθεί στην Κύπρο να μείνουν. Όσοι μετανάστευσαν και δεν γεννήθηκαν εκεί πρέπει να φύγουν.
Μια άλλη εισήγηση θα ήταν η ελληνική πλευρά να είναι γενναιόδωρη στον αριθμό των εδρών που θα προταθούν στους Τουρκοκύπριους. Οι Τουρκοκύπριοι είναι 17% περίπου του πληθυσμού. Μπορεί να προταθεί σ’ αυτούς το 25% των εδρών, όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και στη Γερουσία. Το Σχέδιο Ανάν πρότεινε 50% στη Γερουσία. Αυτό είναι απαράδεκτο με βάση τις δημοκρατικές αρχές. Η μειονότητα του 17% του πληθυσμού να πάρει το 50% των εδρών στη Γερουσία. Θα μπορούσε όμως με γενναιοδωρία να του δοθεί το 25%. Ο συμβιβασμός αυτός μπορεί να γίνει αντικείμενο προβληματισμού και είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι συμβιβασμοί που μπορεί να κάνει η ελληνική πλευρά. Το μήνυμά μου είναι ότι να είσθε σκληροί στη διαπραγμάτευση, αλλά πρέπει να προσφέρετε παραλλήλως και κάτι. Το απλό όχι δεν είναι αρκετό. Πρέπει να προσφέρετε κάτι που θα δείχνει την προθυμία σας να δώσετε στους Τούρκους της Κύπρου μειονοτικά δικαιώματα που ν’ αποτελούν για αυτούς εγγύηση ότι μπορούν να ζήσουν ως κοινότητα. Δεν θα μπω στη συζήτηση με ποιο ακριβώς τρόπο μπορεί να γίνει αυτό και αν θα επιλέξουν το ελβετικό πρότυπο των καντονιών. Δεν είμαι βέβαιος ότι μπορεί αυτό να επιτύχει. Η Κύπρος δεν έχει την πολιτική παράδοση της Ελβετίας. Σε ό,τι αφορά το βελγικό μοντέλο, προβληματίζομαι πολύ κατά πόσο θα μπορούσε να επιτύχει. Μου αναφέρθηκε, πάντως, ότι το έχετε ήδη συζητήσει. Αυτά όμως τα θέματα θα εξαρτηθούν τώρα από διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυπριακής και της τουρκικής κυβερνήσεως. Η υπ’ αριθμόν ένα προϋπόθεση είναι η νομική αναγνώριση από την Τουρκία της κυπριακής κυβερνήσεως. Εάν δεν επιτύχετε να το πάρετε αυτό, τότε το παλιό παιχνίδι θα συνεχισθεί. Είναι ακόμη εκεί οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Τα θέματα αυτά πρέπει να διευκρινισθούν σε απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως της Κύπρου και της Τουρκίας. Αυτό πρέπει να είναι σαφές. Αφετηρία όμως είναι η αναγνώριση. Από τη στιγμή που θα αναγνωρισθεί η κυβέρνηση της Κύπρου από την τουρκική κυβέρνηση, θ’ ακολουθήσουν φυσιολογικά ορισμένα πράγματα. Θα είναι πολύ δύσκολο να συνεχισθεί η παρουσία 30.000 και πλέον τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο. Η αρχή όμως είναι η αναγνώριση.

* Εισήγηση στην Ευρωπαϊκή Επιστημονική Συνάντηση για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: