Malcolm SHAW*: Το κυπριακό και η λύση του κυπριακού προβλήματος, Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005

Malcolm Shaw*:

* Καθηγητής διεθνούς δικαίου του Πανεπιστημίου του Λέστερ, Μεγ. Βρετανία.

Το κυπριακό και η λύση του κυπριακού προβλήματος,

Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ενασχολούμαι με το Κυπριακό. Θεωρώ τιμή μου και καλή μου τύχη το γεγονός ότι αναμείχθηκα ορισμένες φορές στο Κυπριακό ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα στην υπόθεση της Λοϊζίδου κατά της Τουρκίας και στην υπόθεση Τζιαβίτ κατά της Τουρκίας.

Η ανάμειξή μου αυτή μού δίδαξε πολλά πράγματα για τα θέματα που διακυβεύονται σήμερα. Είμαι ο μόνος διεθνολόγος, νομικός του διεθνούς δικαίου, σε αυτήν την επιστημονική συνάντηση. Αυτό επομένως που θα ακούσετε από μένα δεν είναι συνταγματικές εκτιμήσεις σε σχέση με ορισμένα θέματα που αφορούν την Κύπρο. Θα ακούσετε μια άποψη από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου για θέματα που έρχονται στον νου όταν εξετάζει κανείς την προοπτική μιας ελπιδοφόρας λύσεως του Κυπριακού.

Η αρχή της ειρηνικής διευθετήσεως

Υπάρχει στο διεθνές δίκαιο μια σαφής υποχρέωση των κρατών όταν βρίσκονται σε διαμάχη. Η υποχρέωση αυτή είναι να διευθετούν τις διαμάχες τους ειρηνικά. Ο Χάρτης όμως του ΟΗΕ δεν σταματά μόνον εκεί. Γιατί η υποχρέωση της ειρηνικής διευθετήσεως των διαφορών πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η διεθνής ειρήνη, ασφάλεια και δικαιοσύνη.

Η Διακήρυξη Αρχών του 1970, που διαφωτίζει τις αρχές του Χάρτη, κάνει πάλι λόγο για τη σημασία της δικαιοσύνης στην ειρηνική και όσο το δυνατόν ταχύτερη διευθέτηση των διαφορών. Έτσι, για το διεθνές δίκαιο η έννοια της δικαιοσύνης συμπορεύεται με το ιδεώδες της ειρηνικής διευθετήσεως.

Όταν τα κράτη εξετάζουν τις υποχρεώσεις τους για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών τους, έχουν ένα ευρύ φάσμα μηχανισμών και πλαισίων αναφοράς για να επιλέξουν. Το θέμα-κλειδί είναι ασφαλώς το πώς θα βρουν έναν τρόπο για την επίλυση της διαμάχης και όχι πώς να επιλύσουν τη διαφορά σύμφωνα με μια πολύ στενή βάση αρχών. Αυτά όμως τα μέσα που είναι διαθέσιμα για την επίλυση των διαφορών δεν είναι κάποιο πεδίο χωρίς όρια. Υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί. Τα κράτη μπορούν να κάνουν προκαταρκτικές συμφωνίες πριν κάνουν οτιδήποτε για την επίλυση της διαφοράς ή να φτάσουν σε συμφωνία. Υπάρχουν όμως ορισμένες υψηλές αρχές διεθνούς δικαίου, τις οποίες δεν μπορούν να παραβούν. Αυτές είναι για κάθε διεθνολόγο σύμφυτες με το διεθνές δίκαιο και υποχρεωτικές. Για κάθε διεθνολόγο είναι σαφές ότι οποιαδήποτε συμφωνία έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές και τα πλαίσια αυτά είναι άκυρη. Κατά τον ίδιο τρόπο, οποιοδήποτε κράτος παραβιάζει τις παραπάνω αρχές και πλαίσια αναφοράς, θα εξακολουθήσει να υπέχει ευθύνη και να είναι υπόλογο. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.

Στον χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, θα προσπαθήσω να αναφερθώ σε ορισμένες από τις αρχές αυτές και στο πώς έχουν σχέση και αφορούν την περίπτωση της Κύπρου.

Η αρχή της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας

Πρώτα απ’ όλα έχουμε τη βασική αρχή της κρατικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Γιατί; Διότι έτσι οι άνθρωποι απεφάσισαν να οργανώσουν τον κόσμο. Δεν έχουμε παγκόσμια αυτοκρατορία. Έχουμε σειρά διακοσίων κυρίαρχων και ανεξάρτητων κρατών. Είναι ισότιμα μεταξύ τους από τυπική νομική άποψη. Όχι, βεβαίως, από πρακτική άποψη. Ένα από τα βασικά κριτήρια, με βάση τα οποία είναι ισότιμα, είναι η κρατική κυριαρχία και ανεξαρτησία. Πώς συνδέεται αυτό με ορισμένες πρόσφατες προσεγγίσεις του κυπριακού προβλήματος; Γνωρίζουμε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδόθηκε δύο χρόνια πριν, μετά την εκδίκαση της προσφυγής της Κύπρου κατά της Τουρκίας, ότι η κυβέρνηση της Κύπρου είναι η νόμιμη κυβέρνηση για το σύνολο του νησιού. Δεν υπάρχει άλλη νόμιμη κυβέρνηση στην Κύπρο. Ένιωσα γι’ αυτό κατάπληξη όταν διάβασα το περίφημο Σχέδιο Ανάν. Παρατήρησα ήδη από την ιδρυτική πράξη, άλλα προτεινόμενα όργανα και συνοδευτικά πρωτόκολλα στις διεθνείς συνθήκες, ότι γινόταν αναφορά στην αναγνώριση μιας «νέας τάξεως πραγμάτων».

Μου ήρθε αμέσως στον νου το ερώτημα ποια ήταν η επιδιωκόμενη σχέση με τη διατύπωση αυτή, μεταξύ της νόμιμης κυβερνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτής που θα ονομαζόταν «Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία». Τα έγγραφα δεν κάνουν λόγο για Νέα Κύπρο. Δεν λένε ότι θα υπάρξει μια εντελώς νέα κυβέρνηση στην Κύπρο. Αυτό δεν διατυπώνεται κατά έκδηλο τρόπο στο κείμενο. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Η προτεινόμενη Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι απλώς η νόμιμη Δημοκρατία της Κύπρου με ένα νέο όνομα. Θεωρώ τη σχέση μεταξύ των δύο ως ένα πολύ κρίσιμο θέμα. Για το Σχέδιο Ανάν και για οποιοδήποτε άλλο μελλοντικό σχέδιο. Δεν είναι όμως μόνο το θέμα της σχέσεως μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι επίσης η σχέση μεταξύ της τουρκοκυπριακής «Δημοκρατίας» της Βόρειας Κύπρου και του προτεινόμενου τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους. Δεν είναι σαφές από το κείμενο αν η τουρκοκυπριακή «Δημοκρατία» παραπέμπεται στην ιστορία ή απλώς αναδιαμορφώνεται στο νέο συνιστών κράτος, όπως προτείνει το Σχέδιο Ανάν. Αυτό είναι επίσης ένα πολύ κρίσιμο θέμα, γιατί το Σχέδιο Ανάν περιλαμβάνει μια πρόνοια που λέει: «Οποιαδήποτε πράξη, οποιασδήποτε αρχής στο νησί της Κύπρου, εκτός των κυρίαρχων βρετανικών βάσεων θα εξακολουθήσει να είναι έγκυρη στη νέα Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, εκτός και η πράξη αυτή είναι αντίθετη με το διεθνές δίκαιο». Αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι, τα διατάγματα και οι αποφάσεις της τουρκοκυπριακής «Δημοκρατίας» θα συνεχίσουν να είναι έγκυρα, εκτός εάν κάποια ιδιαίτερη πράξη αποδειχθεί ότι είναι παράνομη. Με άλλα λόγια δεν θα ήταν αρκετό να πει κανείς ότι η τουρκοκυπριακή «Δημοκρατία» είναι παράνομη οντότητα και επομένως και ό,τι προέρχεται από αυτήν είναι αναγκαστικά παράνομο. Αυτό είναι ένα άλλο σημαντικό θέμα του Σχεδίου Ανάν. Περνά όμως απαρατήρητο, γιατί, όπως και πολλοί άλλοι, όταν διάβασα και εγώ για το Σχέδιο Ανάν στις εφημερίδες, στην τηλεόραση, σκέφθηκα ότι επιτέλους θα δώσει μια λύση στο πρόβλημα της Κύπρου. Επιτέλους οι περιστάσεις είναι κατάλληλες, τώρα που η Κύπρος μπαίνει στην ΕΕ, το όλο θέμα να διευθετηθεί και ότι η Κύπρος θα είναι ευτυχής μ’ αυτό. Αυτή η ιδέα διαπερνά ολόκληρο το Σχέδιο Ανάν.

Αποστρατικοποίηση

Ένα από τα θέματα-κλειδιά, αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως ανέφερα, είναι η ανεξαρτησία των κρατών με την τυπική νομική έννοια. Όταν όμως διάβασα το Σχέδιο Ανάν, άρχισα να αναρωτιέμαι τι είδους ανεξαρτησία θα έχει στην πραγματικότητα αυτή η προτεινόμενη Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία και πώς αυτό μπορεί να είναι δυνατό. Γιατί αν εξετάσει κανείς το σχέδιο θα δει π.χ. ότι η νήσος θα αποστρατικοποιηθεί. Ο αριθμός των τούρκων και ελλαδιτών στρατιωτών θα περιορισθεί δραστικά με μειωμένο το ελληνικό απόσπασμα. Μετά διαπιστώνει κανείς ότι προτείνεται από το σχέδιο να επιβληθεί στην Κύπρο, κάτω από την αιγίδα του ΟΗΕ, ένα υποχρεωτικό εμπάργκο όπλων. Αυτό φαίνεται αρκετά παράδοξο. Πώς είναι δυνατόν να έχεις ένα ανεξάρτητο κράτος, το οποίο να υπόκειται σε μια δεσμευτική απόφαση του ΟΗΕ, που θα ισχύει για πάντα, για όσο καιρό επιδιώκεται και ισχύσει το Σχέδιο Ανάν, πρακτικά για πάντα. Το δικαίωμα της αυτοάμυνας είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους. Εάν ένα κράτος αισθάνεται ότι απειλείται έχει κάθε δικαίωμα να πάρει μέτρα για την άμυνά του. Είναι δύσκολο να αμυνθείς χωρίς όπλα, με ράβδους και πέτρες. Πρόκειται για θέμα-κλειδί. Το θέμα, όμως, προεκτείνεται και πέρα απ’ αυτό. Οι συνθήκες που αποτελούν μέρος της διευθετήσεως του 1960, η Συνθήκη δηλαδή Εγκαθιδρύσεως, η Συνθήκη Εγγυήσεως κ.λπ., που εμπλέκουν τη Μ. Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία, επιβεβαιώνονται με το Σχέδιο Ανάν. Δεν επιβεβαιώνονται, όμως, μόνο. Τα στοιχεία των συνθηκών που αφορούν δικαίωμα επεμβάσεως στην Κύπρο φαίνονται σε μένα να ενισχύονται στην πραγματικότητα, γιατί τα μέρη (οι εγγυήτριες δυνάμεις) δεν θα έχουν μόνο το δικαίωμα να επεμβαίνουν για την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, ασφάλειας και συνταγματικής τάξεως της κυβερνήσεως της Κύπρου, της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δικαίωμα επεμβάσεως κατά το Σχέδιο Ανάν θα ισχύει και για την εδαφική ακεραιότητα και τη συνταγματική τάξη των δύο συνιστώντων κρατών. Αυτό πάει πολύ πιο πέρα από τις σχετικές πρόνοιες της διευθετήσεως του 1960.

Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά αναρωτήθηκα τι είδους ανεξαρτησία έχει αυτό το νέο κυπριακό κράτος. Πρέπει να ενθυμούμαστε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια οντότητα, αποικιακή ή όχι, που φτάνει στην ανεξαρτησία κάτω από συνθήκες αλληλομαχόμενων φατριών, οπότε χρειάζεται να εγκαθιδρυθεί μια διεθνής διευθέτηση. Είμαστε στον 21ο αιώνα και έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος, που υπάρχει και είναι αναγνωρισμένο εδώ και 40 χρόνια. Το Σχέδιο Ανάν προτείνει ότι μπορούμε να αφαιρέσουμε ορισμένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία της κυριαρχίας από ένα υπάρχον κράτος. Εξέτασα όλα αυτά από τη σκοπιά ενός που θέλει πάρα πολύ να δει μια λύση του κυπριακού προβλήματος. Είναι μια ανοιχτή εστία κρίσεως στην περιοχή, που απορροφά ενέργεια από όλους όσοι είναι αναμεμειγμένοι σ’ αυτό. Δεν έχω αντίρρηση να εμπλακεί σ’ αυτό βαθιά ο ΟΗΕ, προσπαθώντας να επιτύχει μια διευθέτηση πάνω στη βάση διεθνώς συμπεφωνημέων αρχών. Αυτό όμως που προσπαθώ να κάνω είναι να καταδείξω ορισμένες βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου και πως το Σχέδιο Ανάν, που παρ’ ολίγο να γίνει αποδεκτό, φαίνεται να αντιφάσκει με αυτές.

Η αρχή της μη επεμβάσεως

Αν περάσουμε από την αρχή της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας στην αρχή της μη επεμβάσεως, δεν πάει πολύς καιρός που το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο επαναβεβαίωσε τη σημασία της αρχής της μη επεμβάσεως και καταδίκασε τη χρήση βίας από κυρίαρχα κράτη εκτός των περιπτώσεων που υπάγονται στους συνηθισμένους λόγους αυτοάμυνας και αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μη επέμβαση δεν σημαίνει ότι καταδικάζεις την επέμβαση και αυτό είναι όλο. Η αρχή της μη επεμβάσεως σημαίνει ότι καταδικάζεις την επέμβαση για όσο χρόνο εξακολουθούν να υπάρχουν οι συνέπειές της. Στο πνεύμα αυτό όποιος θέλει να προωθήσει μια διευθέτηση στην Κύπρο, πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της επιθέσεως. Αυτό είναι αρκετά σαφές σε έγγραφα και αποφάσεις του ΟΗΕ, που δεν χρειάζεται να τις διεξέλθω τώρα. Η δράση του 1974 συνιστούσε επίθεση εναντίον ενός ανεξάρτητου κυρίαρχου κράτους.

Προχωρώντας παραπέρα θα ήθελα να αναφέρω ένα άλλο στοιχείο που συνδέει τη μη επέμβαση με την κυριαρχία που ανέφερα προηγουμένως. Στο πλαίσιο της προτεινόμενης συνθήκης μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας, Τουρκίας και Μ. Βρετανίας προβλέπεται η δημιουργία μιας εποπτικής επιτροπής, η οποία θα έχει ως αποστολή να εποπτεύει και να διασφαλίζει την εφαρμογή του σχεδίου. Η επιτροπή αυτή θα αποτελείται από τρεις εκπρόσωπους των τριών εγγυητριών δυνάμεων, δύο της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας και, αν θυμάμαι καλά, έναν από κάθε συνιστών κράτος. Σ’ αυτούς θα προστεθεί και ένας εκπρόσωπος του ΟΗΕ. Με άλλα λόγια, δύσκολα μπορεί να δει κανείς με το σχήμα αυτό πλειοψηφία της πλειοψηφίας. Έτσι η Εποπτική Επιτροπή του Σχεδίου Ανάν, συνδυαζόμενη με την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ, της οποίας προβλέπεται να είναι μέρος, συνδυαζόμενη με την αποστρατικοποίηση, συνδυαζόμενη με το εμπάργκο όπλων κατά της Κύπρου, όχι μόνο έχει συνέπειες στην αρχή της μη επεμβάσεως, αλλά επίσης είναι περίεργη σε σχέση με την κυριαρχία του κράτους. Εφόσον όμως μιλάμε για την κυριαρχία των κρατών, την αρχή της μη επεμβάσεως, και την εξακολούθηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για τις συνέπειες της επιθέσεως, επιβάλλεται να δούμε και τις ευθύνες των κρατών. Υπάρχει εδώ ο κανόνας που εγκαθιδρύθηκε από πολύ καιρό τώρα στο διεθνές δίκαιο και επαναβεβαιώθηκε μεταξύ άλλων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προβλέπει ότι τα κράτη φέρουν διεθνή ευθύνη για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου για την οποία είναι υπεύθυνα. Υπέχουν δηλαδή ευθύνη για παραβιάσεις που γίνονται όχι μόνο στο δικό τους έδαφος αλλά και αλλού όπου ασκούν πραγματικό έλεγχο. Αυτή είναι η περίπτωση της βόρειας Κύπρου και της Τουρκίας. Η ευθύνη του κράτους συνεχίζεται για όσο χρόνο εξακολουθούν να υφίστανται οι συνέπειες των παραβιάσεων. Δεν μπορείς να παρακάμψεις τις ευθύνες του κράτους μέσω διεθνών συμφωνιών.

Εποικισμός

Συνδεδεμένο της μη επεμβάσεως και της ευθύνης του κράτους είναι το θέμα των βασικών χαρακτηριστικών του κράτους, στα οποία ερχόμαστε τώρα. Ο κάθε σπουδαστής του διεθνούς δικαίου γνωρίζει ότι ένα στοιχείο-κλειδί της κρατικής υποστάσεως είναι ο εγκατεστημένος πληθυσμός. Τι συμβαίνει όμως όταν οι εισβολείς και οι κατακτητές θέτουν ως στόχο την αλλαγή του πληθυσμού, που είναι βασικό στοιχείο του κράτους; Γνωρίζετε καλύτερα από μένα ποια είναι η κατάσταση στη βόρεια Κύπρο. Ανακύπτει επομένως το ερώτημα πώς θα αντιμετωπίσει αυτό το θέμα μια διευθέτηση του Κυπριακού. Δεν είναι θέμα να πει κανείς απλώς ότι εκεί είναι τώρα και εκεί θα μείνουν. Ο κανόνας του διεθνούς δικαίου δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Εάν είναι βασική αρχή του διεθνούς δικαίου ότι ένας παράνομος κατακτητής δεν μπορεί να αλλάξει τη δημογραφία του κατεχομένου εδάφους και ότι η αρχή αυτή συνιστά πολύ σοβαρή παραβίαση, πώς είναι δυνατόν να έχεις μια διεθνή συμφωνία που να εξαιρεί την παραβίαση αυτή ή ακόμη να τη νομιμοποιεί; Πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά σε αυτό το θέμα.

Ανθρώπινα δικαιώματα

Άλλα θέματα που αποτελούν μέρος των αρχών και βασικών διατάξεων του διεθνούς δικαίου είναι τα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παράδειγμα η μη διάκριση. Η μη διάκριση είναι βασική αρχή του διεθνούς δικαίου. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι αποτελεί μέρος των υψηλότερων αρχών του διεθνούς δικαίου, στις οποίες δεν υπάρχει δυνατότητα για καμία εξαίρεση. Οποιαδήποτε συνθήκη συγκρούεται με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι άκυρη. Έχουμε βεβαίως στην Κύπρο μια κατάσταση στην οποία υπάρχουν δυο κοινότητες με διαφορετική ταυτότητα και έντονη αίσθηση της διαφορετικότητάς τους.

Αυτό δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και δεν μπορεί ένα κράτος με δύο εθνικές ομάδες να μετατραπεί σε μονοεθνικό. Πολλά κράτη προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό. Από την Ελβετία ως το Βέλγιο και τον Καναδά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν προσπαθείς να καταπαύσεις εντάσεις που ανακύπτουν από τέτοιες εθνικά μεικτές κοινωνίες, απαιτείται προσοχή και μεγάλη ευαισθησία. Είναι στη φύση των πραγμάτων να απαιτείται μεγαλύτερη ευαισθησία από την πλειοψηφία απέναντι στη μειοψηφία γιατί η πρώτη βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε ισχυρότερη θέση μέσα στο κράτος.

Αυτό είναι ένα στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό. Ενώ όμως η πλειοψηφία δεν πρέπει να υπονομεύει και να κάνει διάτρητη τη θέση της μειονότητας, το αντίστροφο δεν μπορεί επίσης να γίνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οποιαδήποτε λύση του προβλήματος της Κύπρου πρέπει να λάβει υπ’ όψιν αυτό που ονομάζουν οι Καναδοί δύο λαούς συνιδρυτές του κράτους. Πώς θα επιτευχθεί όμως αυτό στο επίπεδο της εθνικής ομάδας, χωρίς να συνιστά παραβίαση της αρχής της μη διακρίσεως σε ατομικό επίπεδο; Δεν είναι εύκολο. Μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι το Σχέδιο Ανάν αντιμετώπισε με επιτυχία αυτό το θέμα με αυτά που αποκαλεί κατ’ ευφημισμόν «Μέτρα εγγυήσεως και προστασίας», με βάση τα οποία είναι δυνατό στο ένα από τα συνιστώντα κράτη να μην επιτρέπει την εγκατάσταση πολιτών του άλλου συνιστώντος κράτους. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να υπάρξει σε αυτό το θέμα πιο λεπτή και επεξεργασμένη προσέγγιση.

Περιουσιακά δικαιώματα

Ας δούμε τώρα το θέμα των περιουσιακών δικαιωμάτων. Είναι δύσκολο να πει κανείς ότι τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των υψηλών αρχών του διεθνούς δικαίου. Είναι όμως πολύ κρίσιμα. Αντικαθρεφτίζουν την αυτονομία του ατόμου και δεν μπορούν να καταπατηθούν. Έτσι ενώ ευαισθησία και συμβιβασμός πρέπει να πρυτανεύουν σε οποιαδήποτε λύση του κυπριακού προβλήματος, δεν μπορεί κανείς απλώς να καταπατήσει τα περιουσιακά δικαιώματα σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Βάσει επίσης του διεθνούς δικαίου ένας κατακτητής δεν μπορεί να καταπατήσει και να ιδιοποιηθεί ιδιωτική περιουσία των κατεχομένων, εκτός και αυτό απαιτείται από στρατιωτική αναγκαιότητα. Να κτίσει π.χ. μια στρατιωτική βάση ή κάτι ανάλογο. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι όλες οι ιδιοποιήσεις περιουσιών στη βόρεια Κύπρο απαιτούνταν από στρατιωτική αναγκαιότητα.

Δεν μπορούν να παραγνωρισθούν και να καταπατηθούν ορισμένα από αυτά τα δικαιώματα. Πρέπει να ασχοληθεί κανείς με αυτά με προσοχή και ευαισθησία. Δεν μπορεί απλώς να τα παραγράψει. Ένα από τα θέματα που με εξέπληξαν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα δικαιώματα αυτά το Σχέδιο Ανάν. Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες, για τις οποίες δεν υπάρχει χρόνος, θα ήθελα να υπογραμμίσω την πρόταση του Σχεδίου Ανάν να επιλύσει τα θέματα αυτά ένα Συμβούλιο Περιουσιών, στο οποίο θα έχει την κρίσιμη ψήφο ένας μη Κύπριος. Κατά τον ίδιο τρόπο, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου, που λειτούργησε μέχρι τώρα μάλλον επιτυχώς, προβλέπεται βάσει του Σχεδίου Ανάν να περιέλθει ουσιαστικά υπό τον έλεγχο τριών ξένων δικαστών. Τι είδους ανεξαρτησία θα ήταν αυτή;

Επιστρέφουμε όμως στο θέμα των περιουσιών, στο Συμβούλιο Περιουσιών. Αυτό θα έχει αρμοδιότητα να εξετάζει και να επιλύει περιουσιακές διαφορές. Αυτό όμως που με αφήνει πραγματικά άναυδο είναι η πρόνοια του Σχεδίου Ανάν για αποκλεισμό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απεδείχθη πράγματι αρκετά ενοχλητικό. Ας το βγάλουμε λοιπόν από τη μέση. Έτσι, το Σχέδιο Ανάν λέει ότι πρέπει να σταλεί επιστολή στον πρόεδρο του Δικαστηρίου και να του λέει «μείνε μακριά». Δεν λέει, βεβαίως, ακριβώς «μείνε μακριά». Λέει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει πως όλα αυτά τα θέματα περιουσιών θα αντιμετωπισθούν σε τοπικό επίπεδο στη νέα Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Παρακαλεί γι’ αυτό να απορρίψει κάθε αίτηση που ζητά την εφαρμογή των προνοιών της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτό είναι αρκετά παράξενο. Πρώτ’ απ’ όλα γιατί μάλλον δεν μπορεί να είναι δεσμευτικό για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια στο καταστατικό του Δικαστηρίου ή στη μέχρι τώρα νομολογία του που να λέει ότι το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει την πολιτική φωνή ενός ή περισσοτέρων κρατών-μελών και να υπακούσει. Οποιαδήποτε λοιπόν τέτοια πρόνοια δεν θα μπορούσε να είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Εξετάζοντας όμως το θέμα ρεαλιστικά, είναι βέβαιο ότι θα ασκούσε πίεση πάνω στο Δικαστήριο. Και θα ήταν, δυστυχώς, πολύ άτοπη πίεση, γιατί ένας από τους σκοπούς που ενσαρκώνεται στα διεθνή όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι να σεβασθεί και να κάνει συγκεκριμένη πραγματικότητα τα ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα στα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη δεδομένη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Αυτό έρχεται κατευθείαν σε αντίθεση με οποιαδήποτε έννοια του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εφόσον μέσα από πολιτικές διευθετήσεις θα οδηγούσε σε οπισθοδρόμηση, σε σχέση με τα ατομικά δικαιώματα που αναγνωρίσθηκαν και για τον σεβασμό των οποίων εγκαθιδρύθηκε ένας μηχανισμός. Πιστεύω πως ανακύπτουν με τέτοιου είδους πρόνοιες και διαδικασίες πολύ δύσκολα προβλήματα για τους ειδικούς του διεθνούς δικαίου.

Πιστεύω επίσης πως ρυθμίσεις του είδους αυτού είναι από νομική άποψη εξαιρετικά αμφιλεγόμενες στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Έχοντας πει αυτά, αναγνωρίζω ότι πρέπει κατά κάποιον τρόπο να γίνει ενός είδους συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων που θα εξισορροπεί τα ατομικά δικαιώματα και μια νόμιμη συνταγματική ρύθμιση μεταξύ τους. Αυτό δεν θα είναι εύκολο έργο. Φαίνεται όμως σε μένα ότι το Σχέδιο Ανάν είναι ακόμη εκεί. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι δεν το θέλουμε και ότι δεν υπάρχει.

Πολιτικά όμως είναι ακόμη εκεί. Είμαι βέβαιος ότι όταν θα κατακαθίσει ο κουρνιακτός από το δημοψήφισμα των Ελληνοκυπρίων το σχέδιο αυτό θα επανεμφανισθεί. Θα υπάρξει μια πολιτική μάχη για την επαναδιατύπωση ορισμένων πολύ βασικών θεμάτων ώστε να γίνει πιο συμβατό με αυτό που οι πολλοί θα μπορούσαν να αισθανθούν ως μια δίκαιη και νόμιμη διευθέτηση.

Αυτά είναι μερικά από τα θέματα του γενικού διεθνούς δικαίου που για μένα είναι σημαντικό να τύχουν σεβασμού στο πλαίσιο μιας λύσεως του Κυπριακού, όχι μόνο για τη λύση ειδικά του Κυπριακού, αλλά για το ίδιο το διεθνές δίκαιο.

* Εισήγηση στην Ευρωπαϊκή Επιστημονική Συνάντηση για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: