Διαβάζοντας-σχολιάζοντας τον Π. Κονδύλη

KondylisimageΓια ανάρτηση κειμένων του Κονδύλη που διαθέτω εκλεκτικά επιλεγμένων (σε ηλεκτρονική μορφή) κλικ εδώ για μετάβαση.

Για ανάρτηση σοβαρών σχολίων και κριτικών για τον Κονδύλη (σε ηλεκτρονική μορφή) κλικ εδώ για μετάβαση.

Για αναφορά στα κορυφαία κείμενα διεθνών σχέσεων βλ. παράλληλη σελίδα.

Τα τελευταία χρόνια μελετώ εντατικά όλα σχεδόν τα δημοσιευμένα  κείμενα του Παναγιώτη Κονδύλη. Αυτό γίνεται για τις ανάγκες μονογραφίας που ετοιμάζω και για τον πρόλογο της 4ης αναθεωρημένης και συμπληρωμένης έκδοσης της τελευταίας μονογραφίας μου. Όπως και να το κάνεις, ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι ένας στοχαστικός δυναμίτης. Η μελέτη των έργων του γεννά γόνιμες σκέψεις που διανοίγουν νέους γνωστικούς προσανατολισμούς. Στην παρούσα σελίδα, θα καταθέτω σκέψεις και ιδέες που σχετίζονται με τον Παναγιώτη Κονδύλη και που συγκροτούν την μαγιά για εκτενέστερες αναλύσεις και σχόλια.

image002

Περιεχόμενα:

  • 11.9.2009  Η άφθαρτη σημασία των καλών αναλύσεων
  • 18.6.2008  Καβάφης, το Πρώτο Σκαλί και των ιδεών η πόλι
  • 23.3.2008  Πολιτικό και Άνθρωπος και οι επιφανείς ακαδημαϊκές κοινωνικοπολιτικές προσωπικότητες του τριγώνου Εξάρχεια-Σύνταγμα-Κολωνάκι
  • 17.11.2007  Κάποιες σκληρές αλήθειες περί Κονδύλη, κοινωνικών επιστημών και τα ενδότερα της πανεπιστημιακής Ιερουσαλήμ
  • 12.11.2007  Το πολιτικό και ο Άνθρωπος (Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007). Προκαταρτικό σχόλιο
  • 11.11.2007. Το πολιτικό και ο άνθρωπος ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ και οι δικές μου δημοσιεύσεις
  • 1. «Εχθροί και Φίλοι» – Η έσχατη Πραγματικότητα
  • 2. Από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο Αιώνα, Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000
  • 3.  Η τουρκική απειλή και η «εθνική στρατηγική», Βήμα 15.2.1998 (Π. Ήφαιστος)
  • 4. Ο μεταμοντέρνος χυλός και οι μίμοι και οι γελωτοποιοί που εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης

————————————–

Για δικτυακούς τόπους στους οποίους αναρτώνται κείμενα του Π. Κονδύλη βλ. τα εξής :

www.koutsourelis.gr

http://www.kondiaf.de/  (Γερμανικό ίδρυμα για τον Κονδύλη)

Π.Κονδύλης

—————–

Η άφθαρτη σημασία των καλών αναλύσεων πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων

Παραθέτω εδώ απόσπασμα από το βιβλίο του Κονδύλη Θεωρία του Πολέμου στο αναφέρομαι και σε άλλες σελίδες. Σε άλλες σελίδες παραθέτω επίσης αρθρογραφία από την άγρια και επιστημονικά άθλια κριτική που του έγινε το 1998. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ενώ τα καλά κείμενα αποτελούν μνημείο αληθείας και τίτλος τιμής για τον συγγραφέα τα προπαγανδιστικά κείμενα ιδεολογικοπολιτικής σκοπιμότητας είναι εφήμερης σημασίας και βαρίδιο για τους δράστες.

Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή ή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων του, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο, όλες οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.
Δεν του είναι γνωστή καμία ομαδική διαμαρτυρία για την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο, την Τένεδο, ούτε για τον εποικισμό της βορείου Κύπρου. Αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι κάθε Τούρκος μισεί κάθε Έλληνα, το ίδιο όπως και διόλου δεν μισεί προσωπικά κάθε Έλληνας τον κάθε Σκοπιανό όταν του αρνείται να ονομάζει το κράτος του «Μακεδονία».

Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, για αυτό και υποπίπτουν σε μια σοβαρή οφθαλμαπάτη όσοι μετά από μία εγκάρδια προσωπική επαφή ή μετά από μία κοινή μπουζουκοκατάνυξη με Τούρκους βγάζουν εσπευσμένα πολιτικά συμπεράσματα – χωρίς βέβαια να έχουν ποτέ αποσπάσει από τους συνομιλητές, συμπότες ή συμπαίκτες τους μία δεσμευτική δήλωση υπέρ μιας συγκεκριμένης ελληνικής και εναντίον μιας συγκεκριμένης τουρκικής θέσεως.

Η αρχή ότι «οι λαοί δεν έχουν να μοιράσουν τίποτε μεταξύ τους» αποτελεί εφεύρεση όχι των λαών, αλλά των διανοούμενων, γι’ αυτό άλλωστε δεν αποσύρεται ποτέ, όσο κι αν την διαψεύδει η εμπειρία. Αντίθετα, η εμπειρία μεθερμηνεύεται κατάλληλα, έτσι ώστε να παραμένει αλώβητη η αρχή.
Η τιθάσευση της Τουρκίας μέσω της εντάξεως της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά με τις ελπίδες και τα σφάλματα της ελληνικής πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το ομολογεί συνεχώς και άθελα της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη μία μεριά ισχυρίζεται ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία «πολιτισμένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάμα από την άλλη είναι υποχρεωμένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν με άνεση όποτε το κρίνουν συμφέρον, άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ’ εαυτήν τα ήθη.
Τα σφάλματα, πάλι, προκύπτουν από μιαν κακή εκτίμηση της σημασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόμενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί μοναχή στα πόδια της, περιμένει τα πλείστα ή τα πάντα από τους άλλους, τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νομίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σημασία όσο για την Ελλάδα. Για την Ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι μόνον ένα πεδίο δραστηριοτήτων ανάμεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί το μοναδικό, γιατί στα Βαλκάνια δεν μπορεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο και αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα μικρομεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουμανία.
Η Τουρκία θα προσπαθήσει να προσαρμόσει την Ε.Ε στις επιδιώξεις της, να κερδίσει τη μάζα.

Στο μελλοντικό πολυετές παζάρι – διελκυστίδα μεταξύ Ε.Ε – Τουρκίας, η Ευρώπη δεν θα μπορεί να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Τουρκίας
Κατά πάσαν πιθανότητα τα σπασμένα του παζαριού θα τα πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί τα ισχυρότερα μέλη της ΕΕ θα επιδιώκουν να κατευνάζουν την Τουρκία με ελληνικά έξοδα (Αιγαίο, Κύπρο, κλπ).
Αν αυτό πράγματι συμβεί τότε θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις οποίες τόσο συνηθίζει η Ιστορία. Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας.
Η τουρκική επιρροή θα ασκείται στην Ελλάδα «μετριασμένη» μέσω ευρωπαϊκών και αμερικανικών αγωγών και τότε η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να θεωρεί τις «παραχωρήσεις» και την ενδοτική πολιτική ως αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της (ποιος ασχολείται άλλωστε με ξεπερασμένους εθνικιστικούς απαβισμούς;).

Η λύση βέβαια για την εθνική βιωσιμότητα σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπίζονται με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια. Το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από τον τουρισμό δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία.
Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.

Η πορεία δορυφοροποιήσεως της Ελλάδος προς της Τουρκία μέσω του «ευρωπαϊκού» δρόμου της Τουρκίας είναι το εύγλωττο επιφαινόμενο μιας βαθύτερης ιστορικής κοπώσεως, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παραλύσεως. Η πορεία των πραγμάτων είναι αντικειμενικά τρομακτική και ψυχολογικά αφόρητη: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση.
Δυστυχώς οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν προβλήματα τέτοιας εκτάσεως και τέτοιου βάθους.

 ———————————-

18.6.2008 . Καβάφης, Το Πρώτο Σκαλί και των Ιδεών η Πόλι. Απόσπασμα

imgresΕις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι

Πολίτης εις των ιδεών την πόλι.

Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δεν γελά κανείς τυχοδιώχτης.

——————————————–

23.3.2008. Πολιτικό και Άνθρωπος και οι επιφανείς ακαδημαϊκές κοινωνικοπολιτικές προσωπικότητες του τριγώνου Εξάρχεια-Σύνταγμα-Κολωνάκι.

Χθες αποφάσισα το συντομότερο να κάνω κάτι που από καιρό καλομελετώ: Γράφοντας την μονογραφία που από καιρό ανακοίνωσα για τον ρόλο του ΕΛΙΑΜΕΠ και του κ. Κουλουμπή στην ελληνική εξωτερική τα είκοσι τελευταία χρόνια μου ήλθε η ιδέα να επεξεργαστώ λιτές και κατανοητές διατυπώσεις που να εξηγήσουν στον πολίτη που χρηματοδοτεί τις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες ότι τα πανεπιστημιακά τμήματα που καταβροχθίζουν τεράστιους σπάνιους κοινωνικούς πόρους έχουν καταντήσει βιομηχανίες παραγωγής θεωρημάτων και ιδεολογημάτων, μάλιστα, άκρως επιζήμιων για τα συμφέροντα των κοινωνιών. Το αποφάσισα τελεσίδικα μετά από συνάντηση με κάποιους καλούς συναδέλφους. Κατά τα άλλα, σε προσωπικό επίπεδο, συμπαθείς και φίλοι ή άσπονδοι φίλοι. Δεν είναι μόνο ότι όταν βρισκόμαστε όλοι μαζί και κουβεντιάζουμε για τα ελαττώματα αυτού που σήμερα ονομάζεται ακαδημαϊκός χώρος αυτό που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα για όσους έχουν ευαίσθητες συνειδήσεις είναι ένα αίσθημα ενοχής. image002Τα διδακτορικά που δίνονται από λύπηση με βαθμό «καλώς» αλλά που δεν εμποδίζουν τον ωφελημένο να γίνει, σε λίγα χρόνια «καθηγητής», τα «συνέδρια» που έχουν καταντήσει πανηγύρια, οι πολιτικές (επι)στρατεύσεις που εξ ορισμού διαφθείρουν τον επιστημονικό στοχασμό, οι εφ’ όρου ζωής δυαδικές και πολυμερείς εχθρότητες που έχουν ως αφορμή κάποιο σχόλιο κατά την διάρκεια μιας κρίσης τοποθέτησης ή εξέλιξης ενός μέλους ΔΕΠ, οι αναρίθμητες προσφυγές στο Συμβούλιο Επικρατείας που κοντεύουν να μετατρέψουν τις ακαδημαϊκές διαδικασίες σε δικαστικές διαδικασίες, κτλ κτλ. Να παραιτηθείς λοιπόν, και να φύγεις από το Πανεπιστήμιο; Να μείνεις και ως Ηρακλής και να παλέψεις για να καθαρίσουν οι Ακαδημαϊκοί στάβλοι; Να παραμείνεις, να παίρνεις τον μισθό σου ως περίπου δημόσιος υπάλληλος και να το ρίξεις σε εξωπανεπιστημιακές ενασχολήσεις όπως εκτιμάται ότι πολλοί κάνουν; Να πεις ότι το «σύστημα» δεν σώζεται και αφού στοιχειωδώς κάνεις την διδασκαλία να επιδοθείς στην μελέτη των γραφών και στην παραγωγή έργου που θα μετρήσει μακροχρόνια; Όλα αυτά είναι πραγματικά διλήμματα που αντιμετωπίζει κάθε ακαδημαϊκός λειτουργός στον χώρο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών για τα οποία η κοινωνία δεν έχει ιδέα. Τα αίτια είναι πολλά και γι’ αυτό θα γράψω. Την τελεσίδικη απόφαση να γράψω γι’ αυτό το θέμα την πήρα όταν η «κουβέντα» περιστράφηκε γύρω από τον Κονδύλη. Ναι μου είπε ένα καλόπαιδο –που αναρριχήθηκε στην προτελευταία βαθμίδα, που το διεθνικό κομματικοπολιτικοιδεολογικό σύστημα του παρέχει την δυνατότητα 2-3 θέσεων πέραν της πανεπιστημιακής και που όταν διαβάσω κείμενά του έρχεται στο μυαλό μου ένας νέος ακαδημαϊκός όρος, του «δολοφόνου αναμασητή ξενόγλωσσων κειμένων των οποίων τα λεγόμενα επιπλέον διαστρεβλώνει»–, «ο Κονδύλης είναι αυτός που έγραψε κάποιο βιβλίο για τον Διαφωτισμό». «Νομίζω», συνέχισε ο σοφός των αναρριχητικών παρασκηνίων, ότι πριν πεθάνει έγραψε ακόμη ένα βιβλίο για να δικαιολογήσει κάποια πράγματα». Μάταια προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το Πολιτικό και ο Άνθρωπος είναι το τελευταίο έργο του, ότι μεταφράστηκε πρόσφατα και ότι κυκλοφόρησε μόλις πριν μερικούς μήνες. Έτσι μιλούσε, λοιπόν, ένας «κοινωνικός επιστήμονας», για ένα από τους μεγαλύτερους στοχαστές όλων των εποχών. Βλέπετε, οι χοροεσπερίδες με τούρκους σε αμερικανοστημένα «νταβός καθηγητών», τα διεθνικά συμπόσια που μεταξύ άλλων χρηματοδοτεί ο κερδοσκόπος Σόρος και τα τρεχάματα από το ένα κυβερνητικό γραφείο στο άλλο, δεν θα μπορούσαν να αφήσουν χρονικά περιθώρια για να ασχοληθεί μια τέτοια επιφανής προσωπικότητα των διεθνικών παρασκηνίων με τον Κονδύλη. Ούτως ή άλλως, στην βιομηχανία ιδεολογημάτων που σήμερα ονομάζονται πανεπιστήμια κοινωνικών επιστημών, παραπομπή στον Κονδύλη μπορεί να οδηγήσει σε «προβλήματα» ενώ αναμάσημα παρακμασμένων νεοτερικών θεωρημάτων ή φασιστικών νεοφιλελεύθερων συνθημάτων –έστω και αν το αναμάσημα γίνεται με κακόγουστο διαστρεβλωτικό τρόπο– μπορεί να οδηγήσει σε αυτόματη αποδοχή, διορισμούς, πιο πάνω βαθμίδες και διθυράμβους σε ξενοκρατούμενα «μέσα». Δεν άντεξα λοιπόν την ακατανίκητη βλακεία και αποφάσισα ότι σύντομα θα πρέπει να καταγράψω τα αίτια μιας παρακμής για την κοινωνία μάλλον δεν γνωρίζει τίποτα ή απλά υποψιάζεται κάποια πράγματα όταν γίνει σάλος για κάποιο σχέδιο Ανάν ή για κάποια αποδομητικά βιβλία ιστορίας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

————————————–

17.11.2007 Κάποιες σκληρές αλήθειες περί Κονδύλη, κοινωνικών επιστημών και τα ενδότερα της πανεπιστημιακής Ιερουσαλήμ

Κατ’ αρχάς, πρέπει να κάνω ξεκάθαρο ότι εκτιμώ πως ο Παναγιώτης Κονδύλης δεν χρειάζεται εμένα ή κάποιον άλλον για να τον αναδείξει και πολύ περισσότερο να τον στηρίξει. Το πνευματικό του οικοδόμημα είναι γερά θεμελιωμένο, στέρεο και βάση για ορθολογιστική επιστημονική ανάπτυξη. Ούτε χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι υποστήριξα διαφορετική άποψη για την θέση της ηθικής στην διεθνή πολιτική, ζήτημα που επεξεργάζομαι και για το οποίο θα επανέλθω με την ευκαιρία της 5ης επανέκδοσης του βιβλίου μου Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Εδώ θα καταπιαστώ με το γεγονός πως πολλοί θεωρούν τα κείμενα του Κονδύλη «δυσκολονόητα» και «πολύπλοκα»:

Πρώτον, η σφαίρα του πνεύματος είναι εξ αντικειμένου «ταξικής υφής». Υπάρχουν ανώτερες βαθμίδες και χαμηλότερες βαθμίδες πνευματικής καλλιέργειας, πνευματικού κάλλους, πνευματικής καθαρότητας και πνευματικού έργου ηθικοπρακτικά χρήσιμου. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα συνεχίσει να είναι. Κράτη πάνε και έρχονται, λαοί ανθίζουν ή πεθαίνουν, αλλά κάποιοι στοχασμοί και κάποιες ερμηνείες της ανθρώπινης κατάστασης δεν σχετίζονται με εποχές, περιοχές και χώρες. Σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία η πνευματική στάθμη μιας χώρας, ή και παγκοσμίως,  φθίνει και εκφυλλίζεται όταν τα σκουπίδια σερβίρονται στο πιάτο και όταν παραμερίζονται στοχασμοί βαθύτερης και οικουμενικής εμβέλειας. Βασικά, για να παραφράσω τον Καβάφη του οποίου παραθέτω απόσπασμα από το «το πρώτο σκαλί» στην αρχή αυτής της σελίδας, «εις την ιδεών την πόλι όταν πολιτογραφούνται με ευκολία όλοι, και όταν πληθώρα βρίσκεις νομοθέτας που δημιουργούν κερκόπορτες σε τυχοδιώχτες», ο πνευματικός και πολιτικός μαρασμός είναι μοιραίος.

Δεύτερον, εύκολη γνώση δεν υπάρχει, ούτε βεβαίως επιφοίτηση ή γνώση-μάννα εξ ουρανού. Ή παλεύεις και μαθαίνεις ή μένεις στο πνευματικό σκότος, στο οποίο ζουν πάρα πολλά άτομα. Παραδόξως, όμως, το βαθύ σκοτάδι και κυρίως οι θεμελιώδεις συγχύσεις και οι αντικειμενικές συμπεριφορές είναι κύριο χαρακτηριστικό του λεγόμενου πνευματικού χώρου, ιδιαίτερα των κοινωνικών επιστημών.

Τρίτον, οι προαναφερθείσες «τάξεις» στον κόσμο του πνεύματος δεν είναι συμβατικές, δηλαδή δεν συναρτώνται με την κατοχή πόρων και πλούτου ή την κοινωνική θέση του καθενός. Το αντίθετο: όποιος επενδύει σε γνώση και πνευματική καλλιέργεια δεν κατέχει πλούτο (ή καλύτερα εξ ορισμού είναι σχεδόν πάντοτε φτωχός και μόνο συμπτωματικά πλούσιος: κάποιος γάμος, κάποια κληρονομιά ή κάποιο λαχείο). Ιδιαίτερα στον χώρο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών, η πνευματική ανωτερότητα δεν συναρτάται με ακαδημαϊκές μεταμφιέσεις και πανεπιστημιακά διπλώματα. Οι «μορφωμένοι» και οι πνευματικά καλλιεργημένοι, εξάλλου, σπανίζουν στα ακαδημαϊκά και πολιτικά παρασκήνια ή στις Γενικές Συνελεύσεις των Πανεπιστημίων, ενώ αφθονούν στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο της παραγωγής, της ταπεινής ανωνυμίας και των αυτοδημιούργητων φιλοσόφων της ζωής. Στον τελευταίο, βρίσκονται και οι περισσότεροι των οποίων η πνευματική καλλιέργεια είναι τρόπος ζωής και που αποτελούν τακτικούς θαμώνες βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών.

Τέταρτον, ιδιαίτερα στον συνδικαλιστικό χώρο των ακαδημαϊκών, οι υψηλότερες βαθμίδες πνευματικών επιδόσεων δεν είναι πάντοτε αρεστές και συμπαθείς: Αντίθετα, προσελκύουν φθόνο, σύνδρομα αντιπάθειας και κεκαλυμμένο ζηλότυπο θαυμασμό. Αυτά τα ελαττώματα εξωτερικεύεται ως δηλητήριο, ύβρεις και χαρακτηρισμοί. Όσο πιο ανισόρροποι είναι οι δράστες τέτοιων ελαττωμάτων τόσο μεγαλύτερα είναι (αυτά τα ελαττώματά τους), ενώ συχνά δειλία και ελλειμματική αυτοπεποίθηση περιορίζει πολλούς δράστες σε μουρμουρητά, δολοφονικά υπονοούμενα και συνδηλώσεις προσαρμογής στην εκάστοτε πολιτικά ισχυρή τάση. Όπως γράφω και αλλού, η πιο ωμή εφαρμογή του αμείλικτου πορίσματος του Κονδύλη [«Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρηση τους και μαζί αναγκαστικά, για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρηση τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους» (1991, σ. 213)] βρίσκει σχεδόν πλήρη εφαρμογή στον Ακαδημαϊκό χώρο. Για να το θέσω διαφορετικά, ενώ εάν το «περί εχθρών και φίλων» πόρισμα του Κονδύλη ειδωθεί υπό το πρίσμα τουκοινωνικοπολιτικού βίου ή των διακρατικών σχέσεων μετριάζεται η πρέπει να μετριάζεται από τις πολιτικές κατακτήσεις και τα Πολιτικά γεγονότα που ενσαρκώνουν αυτές τις κατακτήσεις, ο ακαδημαϊκός χώρος στον οποίο η κοινωνία παρέχει το προνόμιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας (της εξαίρεσης δηλαδή της κρίσης των μελών του από τους κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους και ο οποίος πρέπει να διέπεται από κώδικες δεοντολογίας και πολιτισμού υψηλών προδιαγραφών, ο νόμος της φιλίας και της εχθρότητας βρίσκει την πιο ωμή εφαρμογή του.

Πέμπτον, η μεγαλύτερη αντιπάθεια (κατά των ανώτερων πνευματικών σφαιρών), αναπτύσσεται όχι στον χώρο των αγραμμάτων και των πνευματικά καθυστερημένων αλλά στον χώρο των ημιμαθών. Οι τελευταίοι, είναι λαθρομετανάστες του πνεύματος, και, όσο περίεργο και αντιφατικό και αν φαντάζει, ενδημούν στους χώρους των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Είτε γιατί δεν μπορούν είτε γιατί σκοπός τους είναι τίτλοι, θέσεις και «απτά συμφέροντα», μισούν θανάσιμα κάθε τάση γνήσιας πνευματικής ανύψωσης. Μισούν επίσης και τον «απλό» άνθρωπο γιατί η τετράγωνη πολιτική λογική του και τα ένστικτά του χαλούν την σούπα πολλών ανόητων, αντικοινωνικών και ηθικοπρακτικά άχρηστων θεωρημάτων στην αναμετάδοση των οποίων πολλοί επιδίδονται. Επειδή συνήθως αριθμητικά υπερτερούν συγκροτούν συνδικαλιστικά κινήματα (για παράδειγμα, ακούμε, για «κοινότητες διανοουμένων», «σχολές σκέψης» ή «πανεπιστημιακές κοινότητες»), που κύρια αποστολή έχουν να βάλλουν κατά όσων κατορθώνουν να ανέβουν στις ανώτερες πνευματικές σφαίρες ή κατά όσων αγωνίζονται να το επιτύχουν. Ο λόγος είναι απλός: Πνεύματα όπως ο Κονδύλης, για παράδειγμα, εξηγούν τι είναι τα προβλήματα του κόσμου. Αντίθετα, δικός τους μακάβριος ρόλος, οφειλόμενος σε χίλιους τουλάχιστον λόγους, είναι να δημιουργούν και να καλλιεργούν προβλήματα. Τους τελευταίους αιώνες, για παράδειγμα, στην μια πλευρά βρίσκονται διανοούμενοι που αενάως συγκρούονται σε ένα αδιέξοδο κυκεώνα πολέμων όλων εναντίον όλων και από στην άλλη πλευρά βρίσκονται κοινωνίες που διαρκώς θεμελιώνουν τον πνευματικό και αισθητό τους κόσμο παλεύοντας για εθνική ανεξαρτησία και εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία. Κτίζουν και σμιλεύουν «τον δικό τους κόσμο» που είναι συμβατός με τα πνευματικά και αισθητά τους χαρακτηριστικά (κοινωνικοοντολογικό γεγονός που γεννά, εξάλλου, τον Πολιτειακό κατακερματισμό του κόσμου και εμποδίζει την πραγμάτωση των πολιτικά διεστραμμένων εξισωτικών διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων ιδεολογημάτων για μια παγκόσμια πολιτική ενότητα (που μόνο γενοκτονικά μπορεί να γίνει και που σε ένα κόσμο κοινωνικοοντολογικά θεμελιωμένο αν πραγματωθεί μόνο δυναστικά μπορεί να συντηρηθεί). Μια προσεκτικότερη θέαση στον κόσμο των ιδεολόγων, φιλοσόφων και θεωρητικών κάνει αμέσως ορατό το γεγονός πως κύριο ιστορικό τους έργο είναι –σ’ αντίθεση με την βαθύτερη θέληση των υποκείμενων κοινωνιών να αφεθούν ήσυχες να απολαμβάνουν την συλλογική ετερότητά τους υπό συνθήκες συλλογικής ελευθερίας (δηλαδή εθνικής ανεξαρτησίας)– να παρεμβαίνουν στρατευμένα εξυπηρετώντας ποικίλες εκατέρωθεν αξιώσεις στην παλαίστρα των ηγεμονικών ανταγωνισμών [Το γεγονός ότι «εχθροί και φίλοι» σ’ αυτό τον αγώνα εναλλάσσονται διαρκώς δεν είναι τυχαίο. Είναι σύμφυτο με τον χαρακτήρα των προβλημάτων που δημιουργούν οι ηγεμονικοί ανταγωνισμοί στην επιδίωξή τους για την μια ή την άλλη παγκόσμια ενότητα – Ενότητα η οποία, για να παραφράσω τον Κονδύλη, αν και κατά καιρούς διαφορετικού περιεχομένου είναι πάντοτε μορφικά πανομοιότυπη, δηλαδή δυναστική, εξισωτική και κατεξουσιαστική].

Έκτον, χαρακτηριστικές είναι και οι βαριές κατηγορίες κατά του Κονδύλη για … φασισμό που γράφτηκαν από πνευματικούς νάνους –οι περισσότεροι εκ τους ασφαλούς μιας και δεν θα πάρουν απάντηση, δεδομένου ότι ο μεγάλος τους εχθρός είναι νεκρός, αν και για να ακριβολογούμε μάλλον ουδέποτε θα είχε ασχοληθεί μαζί τους– στην πρώτη του πατρίδα (η δεύτερη είναι η Γερμανία). Αν και μόνο ως κακόγουστο αστείο μπορεί κανείς να το ισχυριστεί (όχι γιατί ο Κονδύλης είναι «καλός» ή «κακός» αλλά γιατί το απαγορεύει η αυστηρή, συνεπής και πειθαρχημένη επιστημολογία του) στεκόμαστε στο εξής: Το ακατανίκητο τεκμήριο για τον «φασισμό του» είναι γιατί, λένε οι νάνοι μετάφρασε … τον Carl Schmitt. Εκτός του ότι μόνο ένα κακεντρεχές ή ένα καχεκτικό μυαλό θα μπορούσε να ισοπεδώσει την μεγάλη συνεισφορά του Carl Schmitt στην πολιτική θεωρία, η κατωτερότητα των πολεμοχαρών αντικονδύλειδων στρατιωτών φαίνεται και από το γεγονός πως παρέκαμψαν την θεωρητική κριτική και διαφοροποίηση του Κονδύλη στο «Επίμετρο» της μεταφρασμένου έργου (Πολιτική Θεολογία).

Έβδομον, ειδικά όσον αφορά τον Κονδύλη –του οποίου η ιδιοφυής «ειρωνεία» κατά των ηλιθίων και κουτοπόνηρων είναι πραγματικά απολαυστική, ανώτερης στοχαστικής στάθμης και σχεδόν ποιητική–, το ζήτημα δεν είναι το γεγονός ότι όντως γράφει σύνθετα, πολύπλοκα και πυκνά. Ακόμη και ένας στοιχειωδώς νοήμων και μορφωμένος μπορεί, νομίζω, να τον κατανοήσει. Το πρόβλημα για τις ασθενείς ψυχές και τους ημιμαθείς ή τους παρείσακτους του πνεύματος που αναίτια τον εξυβρίζουν, ιδιαίτερα μετά τον θάνατό του και εκ του ασφαλούς, είναι ότι μάλλον είτε δεν θέλουν να τον κατανοήσουν είτε ενοχλεί και αποσταθεροποιεί κάθε αυθαίρετη κοσμοπλαστική αντίληψη του κοινωνικού επιστήμονα. Η αξιολογικά ελεύθερη κονδύλεια θεωρία θέλει μόνο να περιγράψει τον κόσμο όχι να τον ανατρέψει ή να τον φτιάξει καθ’ εικόνα και ομοίωση του: α) Να περιγράψει το γεγονός της πνευματικής και αισθητής ετερότητας κάθε οντότητας ή την «τυπική λογική», όπως την ονομάζει, β) να περιγράψει τον δυναμικό και αστάθμητο χαρακτήρα των σχέσεών τους, γ) να εκφράσει εκτιμήσεις αντικειμενικού κύρους για τα προβλήματά τους και δ) να οδηγήσει συνειρμικά στην συζήτηση περί κοινωνίας, ανθρώπου και πολιτικής στο φυσικό του πλαίσιο, δηλαδή το Πολιτικό γεγονός. Στηλιτεύοντας τους κοσμοπλάστες, σημειώνει το αυτονόητο, ότι δηλαδή ανώτερη επιστήμη «είναι στην πράξη όχι εκείνη που λύνει τα προβλήματα (σημείωση: ποιος είναι ο μεμονωμένος και εξ ορισμού εξωπολιτικός «κοινωνικός επιστήμονας που θα πει στους ανθρώπους πως θα ζουν;), αλλά εκείνη που προσδιορίζει ποια είναι τα προβλήματα. Aπό τον προσδιορισμό αυτό συνάγεται ο ορισμός και η αξία της εμπειρίας, άρα και η απόφαση ως προς το εάν μια υπόθεση έχει υποστεί επιτυχώς τη βάσανο του εμπειρικού ελέγχου» (1994 α, σ. 177). Οι  αποφάσεις στο ηθικοπρακτικό πεδίο, ακριβώς, ανήκουν στα μέλη της κοινωνίας και όχι σε κάποιο μεγαλομανή κοσμοπλάστη εξωπολιτικών εργαστηρίων (ακαδημαϊκούς χώρους, τους λέμε στις μέρες μας, στο εσωτερικό των οποίων αναπτύσσονται δραστηριότητες οι οποίες διαστρέφουν την κλασική έννοια του όρου «ακαδημαϊκός», η οποία όταν καθιερώθηκε σήμαινε βαθυστόχαστη σκέψη, ασκητική πνευματική δουλειά, προσκόλληση σε πάγιους κώδικες δεοντολογίας και αξιολογικά ελεύθερη καλλιέργεια της γνώσης).

Όγδοο, έργα που εξ αντικειμένου ανήκουν σε υψηλές πνευματικές σφαίρες όπως το σύνολο σχεδόν των έργων του Παναγιώτη Κονδύλη, ασφυκτιούν αν τις οριοθετήσεις χωροταξιακά, αν τις κρίνεις συγκυριακά και αν τα περιορίσεις μέσα στα καλούπια των αναγκών για πάλη στην καθημερινή πολιτική διαμάχη. Πασίδηλα, πάντως, για τον Κονδύλη αυτό το ζήτημα του ήταν παντελώς αδιάφορο. Μειδιούσε, ακριβώς, ειρωνικά για αυτά τα φαινόμενα (και όσοι δεν τον γνώρισαν από κοντά βλέπουν αυτή την αρμόζουσα και δεοντολογικά σωστή περιφρονητική ειρωνεία σε πολλές ευφυέστατες διατυπώσεις των αναλύσεων του). Ο άνθρωπος και στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης δεν ήθελε να χαϊδέψει τα αυτιά αλλά μόνο να παράγει γνώση εδραιωμένη πάνω σε στέρεες θεμελιώσεις. Χαρακτηριστικά, όταν τον ρώτησαν πως θα χαρακτήριζε τον εαυτό του (ιστορικό, φιλόσοφο, κτλ) απάντησε με σιγουριά: «Το πως χαρακτηρίζει κανείς τον εαυτό του ή το πως θέλει να χαρακτηρίζεται από τους άλλους είναι δευτερεύον και συχνά τυχαίο. Πάνω από όλα ενδιαφέρει το τι λέει και αν έχει κάτι να πει. Στο πλαίσιο της επιστημονικής μου δραστηριότητας είμαι ένας παρατηρητής των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ένας αναλυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις» (Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης (εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1998) σ. 9.

Ένατο, αναφορικά με κάποιες παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί πως δεν θεωρώ ότι ειδικά ο «απλός» άνθρωπος είναι σε πνευματικό σκοτάδι ή ότι εξ ορισμού συμβαίνει κάτι τέτοιο απλά και μόνο επειδή δεν έτυχε να πάει σε σχολεία και πανεπιστήμια. Τα πιο ουσιώδη της ανθρώπινης κατάστασης είναι συνήθως πασίγνωστα στους «απλούς ανθρώπους» και άγνωστα στους λεγόμενους «μορφωμένους». Κάτι αντίστοιχο έγραψα στο κεφάλαιο 11 (τίτλος κεφαλαίου: «Η ευτυχία να είσαι απλός πολίτης και η εθνική στρατηγική της Ελλάδας»), σε σύντομη μονογραφική παρέμβασή μου (Η εξωελληνική νοοτροπία και τα αίτια της (Εκδόσεις Ποιότητα 1997) με αποτέλεσμα να γίνω αντικείμενο ολοσέλιδων επιθέσεων από τους ετοιμοπόλεμους εκτελεστές των στρατευμένων επιφυλλίδων («βιβλιοκριτικών» ή άλλων). Η εναντίον μου κατηγορία πριν μια περίπου δεκαετία ήταν: «Είναι λαϊκισμός να πεις ότι ο «απλός άνθρωπος», έστω και αν κατά καιρούς άγεται και φέρεται ή παραμυθιάζεται, κατά βάθος και στο τέλος ξέρει τι είναι το συμφέρον του, ξέρει τι είναι η ελευθερία του και πως την διαφυλάττει, ξέρει ποιος είναι εχθρός ή φίλος και ξέρει ποιος τον απειλεί Υπαρξιακά».

Δέκατο, συναφή με τα πιο πάνω, επίσης, είναι η άποψή μου που εκφράζω συχνά, ότι δηλαδή όσοι έστω και στοιχειωδώς κατανόησαν το τι σημαίνει «κοινωνικές επιστήμες» στις μέρες μας, έχουν χρέος να στηλιτεύσουν και να προειδοποιήσουν ότι το σύστημα έχει πλέον διαφθαρεί πνευματικά και πως αυτό είναι ανεπανόρθωτο. Ασφαλώς, αναφέρομαι στις κοινωνικές επιστήμες ευρύτερα σε όλο τον κόσμο και όχι στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο όπως σε όλες τις εξαρτημένες χώρες είναι εντονότερο και βαθύτερο. Έτσι απλά αυξάνεται ο αριθμός όσων βιομηχανικά αναμασούν την παρακμή – γιατί αυτό είναι προσοδοφόρο: Τιμητικοί τίτλοι που τους επιτρέπουν να κορδώνουν, προνομιακές σχέσεις με ξένες πρεσβείες, προσοδοφόρα ταξίδια αναψυχής μεταμφιεσμένα ως «συνέδρια», εθνικές, υπερεθνικές και διακρατικές (και συχνά διεθνικές, πχ «σορικές») κοινωνικοπολιτικές αναρριχήσεις κτλ. κτλ.

Τέλος, επειδή όπως ήδη γράφτηκε το επιστημονικά σωστό δεν είναι κατ’ ανάγκη το αριθμητικά σωστό ας πούμε τι εγώ αντιλαμβάνομαι για τον Παναγιώτη Κονδύλη. Επειδή πολύ έγκαιρα είχε το προνόμιο και την ευτυχία να καταλάβει κάποια πράγματα, έγραψε την συμβατική σοφία στα παλαιότερα των υποδημάτων του (και πολύ καλά έκανε). Αυτό που εκτιμώ ότι πρωτίστως κατάλαβε από την αρχή την πνευματικής του σταδιοδρομίας είναι κυρίως τα εξής:

α) Ότι η κοινωνικοντολογική ανάπτυξη είναι αυτοδύναμη, ότι υπακούει στους δικούς της ανθρώπινους και όχι κάποιους εξωγήινους ή φανταστικούς νόμους. Βασικά, στο Ισχύς και απόφαση, που αποτελεί κομβικό στοχαστικό έργο της σύντομης αλλά σημαντικής του σταδιοδρομίας, κατέγραψε τις θεμελιώδεις νομοτέλειες της κοινωνικοοντολογικής ανάπτυξης των συλλογικοτήτων και εμμέσως πλην σαφώς υπαινίχθηκε –κάτι που κάνει σε άλλα έργα πιο ρητά– ότι κύριο αίτιο των περισσότερων παρεκτροπών και διαστροφών της συλλογικής ανθρώπινης οντολογίας είναι οι λεγόμενοι κοινωνικοί επιστήμονες. Δεν πρόκειται για θέση που υποστηρίζει ότι όλοι πρέπει να μηδενιστούν αλλά ότι, δυστυχώς, στον χώρο των «στοχαστών» υπάρχουν ποιοτικές βαθμίδες. Υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει μια μεγάλη μάζα που αεροβατεί ή νεφελοβατεί και ακόμη μια μεγαλύτερη μάζα που ενώ ανέντιμα ισχυρίζεται πως υπηρετεί δεοντολογίες, θεωρίες και υψηλούς επιστημονικούς ή «ιδεαλιστικούς» δήθεν σκοπούς, αυτό που πραγματικά κάνει είναι να προκαλεί ανορθολογικές εισροές στο κοινωνικοντολογικό γίγνεσθαι. Εισροές μάλιστα που προκαλούν εξωπολιτικά άτομα που είτε νεφελοβατούν και υπερίπτανται των κοινωνιών είτε ακόμη χειρότερα κατέρχονται στα εγκόσμια όχι για να συμμετέχουν τίμια στην πολιτική διαμάχη αλλά για να εξαπατήσουν το κοινωνικό σύνολο για τον πραγματικό τους ρόλο. Πράγματι, εξαπατούν τις κοινωνίες όταν πολιτικές τους θέσεις ή θέσεις αυτών που ωφελούνται με το να τις υπηρετούν ενδύονται μανδύες κίβδηλης επιστημονικής εγκυρότητας εξυπηρετικούς πολεμικών αναγκών της πολιτικής διαμάχης. Δεν πρόκειται μόνο για μια αυθαίρετη επέμβαση κάποιου που η δεοντολογία επιτάσσει να παραμένει στο εσωτερικό του ασύλου της ακαδημαϊκής ελευθερίας και να υπηρετεί πιστά την αντικειμενική περιγραφή των αισθητών και των πνευματικών φαινομένων, αλλά και για αναρμόδια εξωπολιτική παρέμβαση βαθύτατων συνεπειών ενός εξ αντικειμένου ούτως ή άλλως προβληματικού ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι.

β) Ο Κονδύλης κατάλαβε έγκαιρα, επιπλέον ότι οι ποικιλόμορφα μεταμφιεσμένες κατεξουσιαστικές αξιώσεις επικαλούνται οικουμενίστικες «αξίες» γενικής εφαρμογής (οι λεγόμενοι διεθνισμοί, κοσμοπολιτισμοί, λειτουργισμοί κτλ) που εμποδίζουν, όπως αναφέρθηκε μόλις, την ούτως ή άλλως προβληματική κοινωνικοοντολογική σταθεροποίηση των συλλογικών οντοτήτων. Ο συνδυασμός των μεγάλων αιτιών πολέμου όπως η άνιση ανάπτυξη και των μεγάλων πνευματικών διαστροφών βάλλουν κατά του πυρήνα που αποτελεί και το θεμέλιο της σταθερότητας και της δικαιοσύνης: Την τυπική λογική κάθε κοινωνικοντολογικά θεμελιωμένης συλλογικότητας: Την κοσμοθεωρία της, τις σφυρηλατημένες στον χρόνο και στον χώρο συλλογικές κοσμοεικόνες, το αξιακό σύστημα, τα κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένα ηθικοκανονιστικά εποικοδομήματα, τις ιδεολογίες της και στο σύνολό τους τα πνευματικά και αισθητά ερείσματα των κοινωνιών.

δ) Ο Κονδύλης στην αφετηρία της στοχαστικής του ζωής φαίνεται ότι κατάλαβε, επιπλέον, ότι ιστορικοπολιτικά κάθε ξεχωριστή συλλογική οντότητα είναι κοινωνικοοντολογικά προικισμένη με μοναδική και ανεπανάληπτη ετερότητα σ’ όλο το φάσμα των κοσμοθεωρητικών, ηθικών και ιδεολογικών διαμορφώσεων. Όσοι κατανοούν το βάθος των προεκτάσεων αυτής της θέσης αντιλαμβάνονται αμέσως ότι η πλανητική κοινωνική εξίσωση του κόσμου και η κοινωνικοπολιτική ενοποίησή του δεν είναι εφικτή. Αυτή η υπογράμμιση μας, μάλλον  λογικά αυτονόητη για τον κοινό νου, δεν είναι εν τούτοις κατανοητή για μυριάδες κοσμοπλάστες στον ευρύ χώρο των φιλοσόφων, των «οικουμενιστών», των «ιδεαλιστών», των διεθνιστών και των κοσμοπολιτών. Όλοι μαζί και ο καθένας με τον δικό τους αυθαίρετο τρόπο και ενάντια στην πασίδηλη κοινωνικοντολογική θεμελίωση των συλλογικών οντοτήτων που συντελείται ερήμην τους, επιχειρούν να αποδυναμώσουν, να αποδομήσουν και ει δυνατό να εξομοιώσουν κοινωνικά και πολιτικά τον πλανήτη. Ανεξαρτήτως προθέσεων του εκάστοτε κράχτη της παγκόσμιας ενότητας, όλοι γνωρίζουμε ότι ιστορικά έχουμε όχι μόνο ένα μεγάλο νεκροταφείο αποτυχημένων ιδεών αλλά και πολλές ανθρώπινες εκατόμβες.

ε) Έχοντας λοιπόν καταλάβει όλα αυτά εξαρχής, φαίνεται ότι ο Κονδύλης θεώρησε σωστό –μιας και έτσι η επιστημολογία του και η στοχαστική του δεοντολογία αυτό επέβαλλε– να αποτελέσει εξαίρεση:  Ταπεινά και αξιολογικά ελεύθερα να μην εμπλέκεται στους ανόητους πολιτικούς αγώνες ή στις συνήθεις φιλοσοφικές διαμάχες αλλά να αφοσιωθεί σε περιγραφή τόσο της φύσης του πυρήνα μέσα στον οποίο γεννιέται και αναπτύσσονται η αισθητή-πνευματική ζωή, η κοσμοθεωρητική, ιδεολογική και ηθική συλλογική λογική κάθε οντότητας, καθώς επίσης και σε περιγραφή της δυναμικής των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των οντοτήτων. Οντοτήτων μάλιστα που γεννούνται και αναπτύσσονται σε ένα κόσμο που είναι, και μάλλον επί μακρόν θα συνεχίσει να είναι πλήρης μεγάλων και ενδεχομένως ανυπέρβλητων προβλημάτων. Είναι λογικό λοιπόν ότι, όσοι έχουν θέσει ως σκοπό της ζωής τους να μεταμφιέζονται ακαδημαϊκά για να κρύβουν ότι αυτό που πραγματικά κάνουν, δηλαδή, όπως υποστηρίχθηκε πιο πάνω να συμμετέχουν στην πολιτική διαμάχη όχι ως μέλη του Πολιτικού γεγονότος αλλά ως αυθαίρετοι εξωπολιτικοί δρώντες. Εδώ ασφαλώς δεν αποκλείουμε θεμιτές επιστημονικές και επιστημολογικές διαφοροποιήσεις ή διαφωνίες με τον Κονδύλη μιας και υπάρχουν αρκετές τέτοιες (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι δικές μου). Το ζήτημα που θέτω είναι διαφορετικό: Περιπατητές και αναρριχητές της Πανεπιστημιακής Ιερουσαλήμ που θέλουν να μην διαταράσσεται η μεταμφιεσμένη με κίβδηλους ακαδημαϊκούς μανδύες αυθαίρετη εξωπολιτική επέμβασή τους στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, βλέπουν στοχαστές όπως τον Κονδύλη με δέος, θρασυδειλία, μεροληψία, κομπλεξισμό και σχεδόν προγραμματικά με ασυγκάλυπτη εχθρότητα. Ο Κονδύλης απλά μειδιούσε για αυτή την εχθρότητα: Την δουλειά τους, κάνουν, θα έλεγε, μιας και προσποιούμενοι ότι είναι αμερόπλητοι στοχαστές αυτό που θέλουν ή που σε κάθε περίπτωση κάνουν είναι να εξυπηρετούν πολεμικές ανάγκες της πολιτικής διαμάχης.

Τι άλλο να πει τώρα, εκεί υψηλά που βρίσκεται (και δεν εννοώ τον ουρανό αλλά τις πνευματικές επιδόσεις), ένας Κονδύλης, απευθυνόμενος σ’ ένα ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένο σπιθαμιαίου χαρακτήρα στρατιωτάκη των κατεξουσιαστικών αξιώσεων που δονκιχωτικά και μεγαλόστομα «επικαλείται άρθρα πίστεως και θεωρίες» για να εξυπηρετήσει τις πιο ανορθολογικές, αστείες και πάντοτε καταστροφικές αξιώσεις: Την αποδόμηση των κοινωνιών στο όνομα της ειρήνης, την πνευματική εκκένωση διαμορφωμένων συλλογικών οντοτήτων στο όνομα λειτουργικών ιδεολογημάτων γενικής δήθεν και μάλιστα οικουμενικής εφαρμογής, τον εκχυδαϊσμό πάγιων ανθρωπολογικών παραγόντων στο όνομα οικονομιστικών θεωρημάτων για να στηρίξουν την μια ή την άλλη (διεστραμμένη) ενδοκρατική ή διακρατική πολιτική τάξη, την καταστολή της ανθρώπινης ελευθερίας στο όνομα της … μεταεθνικής εποχής (τα κατά καιρούς «σχέδια Ανάν» στην διεθνή πολιτική), κτλ κτλ. Μειδιά σαρδόνια γνωρίζοντας ότι καλά στέκεται εκεί πάνω και ότι από κάτω σ’ ένα εξ αντικειμένου προβληματικό κόσμο τα στρατιωτάκια που ανέντιμα μεταμφιέζονται επιστημονικά «την δουλειά τους κάνουν». Το πρόβλημα που σ’ αντίθεση με τον Κονδύλη μερικοί αργήσαμε να το κατανοήσουμε (mea culpa γι’ αυτό) είναι ότι σ’ ένα λεγόμενο «ακαδημαϊκό κόσμο» που εξ αντικειμένου είναι ανίατα κατακλυσμένος με επιστημονικά μεταμφιεσμένους προπαγανδιστές του χείριστου είδους δεν μπορείς να κάνεις πνευματική δουλειά παρά μόνον αν τους περιφρονήσεις (τόσο για να απελευθερώσεις χρόνο όσο και για να μην επηρεάζεται η ηρεμία σου). Ούτως ή άλλως, ακόμη και αν δεν τους περιφρονήσεις δεν θα μπορέσεις να αποδώσεις γιατί θα είσαι ξένο μέλος σε ένα σώμα επιστρατευμένο στους ιδεολογικούς, συμμαχικούς, παραταξιακούς και άλλους αγώνες που κύριο μακάβρια αποστολή έχουν να εξυπηρετούν συμφέροντα ξένα προς αυτά των υποκείμενων κοινωνιών. Και αν είσαι ξένο σώμα εύκολα η αριθμητική πλειονότητα των μελών του αναμενόμενα σε βλέπουν εχθρικά και το μόνο που θα ήθελαν είναι την εξόντωσή σου (δηλαδή να σε υποχρεώσουν να αναλωθείς μαζί τους και ή σε αγώνες επιβίωσης). Μια διέξοδος βεβαίως είναι αυτή του Κονδύλη: Να αποφασίσει κανείς να τους περιφρονήσεις, να τους εγκαταλείψεις στο έλεος τους και να αφοσιωθείς ήρεμα και νηφάλια στην καλλιέργεια της επιστήμης εκτός πανεπιστημίων. Κανείς βεβαίως πρέ
πει να σκέφτεται τόσο τα λεφτά των ανυποψίαστων πολιτών που δεσμεύονται σε ονομαζόμενα Τμήματα Κοινωνικών Επιστημών όσο και τους ανυποψίαστους φοιτητές που συχνά παγιδεύονται σε αυτά.

——————————-

12. 11.2007. Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος (Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007). Προκαταρτικό σχόλιο

Παναγιώτης Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος (Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007).

Όλα τimage002α κείμενα του Παναγιώτη Κονδύλη είναι μοναδικά και ανεκτίμητα. Ήδη από τα πρώτα βήματά του κατέδειξε ότι αναπτυσσόταν πάνω σε ένα ολοκληρωμένο υπόβαθρο σκέψης που αντλούσε από ένα συγκεκριμένο ολιστικό ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο όσο προχωρούσε αναδείκνυε ολοένα και περισσότερο την πνευματική δύναμη του ελληνογερμανού στοχαστή. Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος αποτελεί εξ αντικειμένου το πιο ώριμο κείμενο του Κονδύλη. Με την έννοια ότι συμπυκνώνει και συνοψίζει μια διαδρομή τριών δεκαετιών.

Πριν τον θάνατό του σε συνομιλία μας μου είχε μιλήσει για πεντάτομο που ετοίμαζε (κάποιοι λένε ότι ήταν τρίτομο) και το οποίο υπολόγιζε ότι για να ολοκληρώσει τη μελέτη και τη συγγραφή υπολόγιζε πως χρειαζόταν γύρω στα 25 χρόνια. Το κείμενο αυτό που ολοκλήρωσε με επιμέλεια συναδέλφων του στην Γερμανία είναι ο πρώτος τόμος (ήταν ημιτελή τα προσχέδια ή χειρόγραφα; είναι κάτι που δεν γνωρίζω).

Παρά το ότι αποτελεί το πρώτο από το πρόγραμμα ζωής στην τελική ευθεία μιας μοναδικής στοχαστικής διαδρομής στα δύσβατα πεδία της κοινωνικοπολιτικής οντολογίας, η σκέψη του στον πρώτο τόμο που πρόλαβε να δημοσιεύσει, ξεδιπλώνεται με δύναμη, καταδύεται σε μεγάλο βάθος και θεμελιώνεται-τεκμηριώνεται με την απαράμιλλο Κονδύλειο τρόπο. Αντλεί δηλαδή από ένα μεγάλο ωκεανό γνώσης και χιλιάδες σελίδες κλασικών δημοσιεύσεων.

Σπάνια, πάντως, συναντάς κείμενα τόσο πυκνά και ταυτόχρονα ουσιωδώς περιεκτικά. Η έκταση των κειμένων, η δυσκολία όρων και εννοιών λόγω πυκνότητάς τους και δυναμικής σύνδεσής τους και η αριστουργηματική πλην όχι αυτονόητα εύκολα κατανοητή ένταξή της στην διαδρομή των ανθρώπων, καθιστά αναγκαία την προσεκτική και ιδεολογικά ανεπηρέαστη μελέτη τους.

Ο Κονδύλης, κατά κάποιο αν όχι πρωταρχικά, εκτιμώ, ανήκει σε εκείνους τους ολιγάριθμους πολιτικού στοχαστές που προσεγγίζουν την διαδρομή των  ανθρώπων Ομηρικά-προσανατολιστικά. Δεν είναι δηλαδή προσδιοριστικοί ως προς τις συμπεριφορές κάθε κατάστασης αλλά προσπαθούν σε πρώτη φάση να προσδιορίσουν τον προσανατολισμό προς τον οποίο κατευθύνονται τα πράγματα και σε δεύτερη φάση να φωτίσουν όσες περισσότερες πτυχές μπορούν.

Όσοι εδώ και πολλά χρόνια κατανοήσαμε την πνευματική απεραντοσύνη και βαθιά επιστημοσύνη του Παναγιώτη Κονδύλη, αλλά και τον καθολικά πολύτιμο χαρακτήρα των αναλύσεών του λόγω υψηλών βαθμίδων αξιολογικής ελευθερίας όλων ανεξαιρέτως των κειμένων του, αφομοιώνουμε και ενσωματώνουμε το Κονδύλειο στοχαστικό Παράδειγμα στις δικές μας ερευνητικές και συγγραφικές αναζητήσεις.

Ως προς τούτο, μια σωστή προσέγγιση είναι αυτή που έγκαιρα τουλάχιστον εγώ κατανόησα τόσο λόγω συνομιλιών μαζί του όσο και ως αποτέλεσμα της μελέτης των έργων του. Αξιοποιώντας τον Κονδύλη σε κάθε πιθανή εκδοχή του κοινωνικού επιστητού, σίγουρα μια οποιαδήποτε ανάλυση δυναμώνει, βαθαίνει και τεκμηριώνεται. Η έκπληξη όταν κατανοήσεις τι κάνει ο Κονδύλης είναι μεγάλη και η αξιοποίησή του πολύτιμη:

  • Πρώτιστο μέλημά του ολοφάνερα είναι η δική του επιστημολογική/μεθοδολογική συνέπεια στην αυστηρά αξιολογικά ελεύθερη περιγραφή και ερμηνεία. Γι’ αυτό, για να τον παραφράσουμε, «εκπλήσσεται αν κάποιος διαφωνεί ή συμφωνεί μαζί του».
  • Συμφέρον όποιου στοχαστή ενδιατρίψει στην γνωσιολογία και επιστημολογία του Κονδύλη δεν είναι να επιδοθεί σε άσκοπες και άγονες αμφισβητήσεις –αυτό όσοι το έκαναν για καθαρά ιδεολογικούς λόγους καταποντίστηκαν αυτοκτονικά και εκτέθηκαν– αλλά να κολυμπήσεις μέσα στο μεγάλο γνωστικό ωκεανό που κατόρθωσε να συγκροτήσει. Να αντλήσεις και χρησιμοποιήσεις τεκμηριώσεις και θεμελιώσεις για τις οποίες πρέπει να τρέφεις ακλόνητη αυτοπεποίθηση ότι κινείσαι σε στέρεο επιστημονικό έδαφος.
  • Αυτό δεν είναι εύκολο ή αυτονόητο και τα κείμενα πάνω στα οποία μπορείς να στηριχθείς δεν είναι πολλά. Όσο υψηλών βαθμίδων και αν είναι ένας σύγχρονος πολιτικός στοχαστής που εξειδικεύει ποικίλα ζητήματα, πχ την πολιτική θεωρία του διεθνούς συστήματος, τα περιγραφικά και αξιολογικά ελεύθερα κείμενα δεν είναι πολλά. Είναι βασικά ελάχιστα ενώ ο ωκεανός των πνευματικών σκουπιδιών ατέλειωτος.
  • Ο Κονδύλης λοιπόν είναι μια δυνατή βάση πάνω στην οποία μπορείς να σταθείς για περαιτέρω ανάπτυξη της πολιτικής σκέψης. Παρόμοια βέβαια και ο Θουκυδίδης ως προς το σύνολο σχεδόν του πολιτικού στοχασμού. Εδώ βέβαια μένει ένα ερώτημα που χρήζει απάντησης: Ενώ ο Θουκυδίδης συνιστά Παράδειγμα/Υπόδειγμα μεστό αξιωμάτων τι είναι ο Κονδύλης; Είναι τα κείμενά του ή τουλάχιστον μερικά, αξιωματικά. Τείνω να πειστώ ότι αυτό ισχύει ως προς πολλά ζητήματα των Νέων Χρόνων αλλά επίσης και ως προς πάγια ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά στην διελκυστίνδα Πολιτικά ενταγμένος άνθρωπος / μη Πολιτικά ενταγμένος άνθρωπος / Ελλειμματικά ενταγμένος άνθρωπος. Ως πολλά ανθρωπολογικά ζητήματα, επίσης, τα οποία φώτισε και με την σειρά τους φωτίζουν την πολιτική συγκρότηση / πολιτική θέσπιση, τα προβλήματά της, τις κυμάνσεις της και κυρίως τον μη εσχατολογικά προσδιορισμένο προσανατολισμό της (σε αντίθεση με τον εσχατολογικά προσδιορισμένο χαρακτήρα της ιδεολογικής σκέψης).
  • Τον Κονδύλη λοιπόν όπως και τον Θουκυδίδη το ζήτημα που τίθεται δεν είναι να τον θαυμάσεις ή να τον αηδιάσεις, να τον ζηλέψεις ή να τον επικροτήσεις και να επιδοθείς σε άγονες και μίζερες προσπάθειες κριτικής για να καλύψεις τα δικά σου ελλείμματα, ιδεολογικές προκαταλήψεις ή και ψυχικοπνευματικές ασθένειες (είναι απίστευτος ο αριθμός του πόσοι πολλοί αυτό κάνουν).

Την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχω καν καλύψει το ήμισυ του έργου που δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Αύγουστο 2007. Η μελέτη συνεχίζεται. Ακόμη και αυτό που καλύφθηκε μέχρι στιγμής, όμως, αρκεί για να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί αναμέναμε: Ότι θα μιλά πιο τολμηρά για το Πολιτικό γεγονός και τις κοινωνικοοντολογικές του διαστάσεις.

Ξεπέρασε όμως τις προσδοκίες γιατί ριψοκινδύνευσε θεωρήσεις ακόμη και στο ναρκοπέδιο των ανθρωπολογικών προϋποθέσεων του Πολιτικού. Κάτι διόλου αυτονόητο για όποιον γνωρίζει την επιστημολογία του Κονδύλη.

Ασφαλώς δεν είναι ο πρώτος που αναλύει ανθρωπολογικά ζητήματα υπό το πρίσμα του Πολιτικού γεγονότος. Αυτό που τον διακρίνει από πλείστες άλλες αναλύσεις, όμως, είναι ότι όχι μόνο αφήνει πίσω μονοσήμαντες θεωρήσεις πλήρεις αυθαίρετων αλμάτων και σφαλμάτων, αλλά επιπλέον κυριολεκτικά κατακρεουργεί στοχαστικά τα αδιέξοδα λειτουργικά και τεχνόμορφα επινοήματα που δονκιχωτικά αναμετρώνται με την πραγματική κοινωνικοοντολογική δομή του κόσμου και τις απορρέουσες πνευματικές δομές.

Μερικά ακόμη σημαντικά στοιχεία που θα μπορούσα να αναφέρω στο παρόν σύντομο και προκαταρτικό σημείωμα, είναι η συνάφεια του με την «συζήτηση αιχμής» των τελευταίων δεκαετιών σε αδιέξοδα πεδία που διαδοχικά έρχονται και παρέρχονται, όπως, μεταξύ άλλων, των λειτουργιστών, επικοινωνιακών, εταιρικών, εξελικτικών, τεχνόμορφων, κριτικών και κριτικών κονστρουκτιβιστικών.

Ως συνήθως αναρίθμητες τάσεις και αποχρώσεις στον ευρύτερο χώρο της αμφισβήτησης των ιστορικά διαμορφωμένων κοινωνικοοντολογικών και πνευματικών δομών, κατακλύζουν την διεθνή βιβλιογραφία τις τελευταίες δεκαετίες, δημιουργώντας μια αυτάρεσκη αλλά παντελώς αβάσιμη αυτοπεποίθηση σε αναρίθμητους στοχαστές που ανυποψίαστοι και αμέριμνοι εγκλωβίζονται και κατασπαταλούν τον σύντομο βίο τους.

Ως και εάν, θα έλεγε σαρκαστικά και ειρωνικά ο Παναγιώτης Κονδύλης, η επιστημονική εγκυρότητα να είναι υπόθεση αριθμών (ατόμων που συνωστίζονται σε πανεπιστημιακά τμήματα) και όχι βαθμίδων επιστημονικής ποιότητας και με κύριο κριτήριο της πολιτικής σκέψης την συμβατότητά της με την ανθρώπινη οντολογία.

Έχοντας, για παράδειγμα, μελετήσει πρόσφατα το σύνολο σχεδόν της φλύαρης, έωλης και μεταφυσικά κινούμενης κριτικής και κριτικής κονστρουκτιβιστικής βιβλιογραφίας, γοητεύτηκα γιατί μόνο σε μερικές δεκάδες σελίδες του πρώτου κεφαλαίου, ο Κονδύλης κυριολεκτικά εκθεμελιώνει αυτό το εφήμερης σημασίας «κίνημα».

Με χαρακτηριστική άνεση και αυτοπεποίθηση εντοπίζει, ομαδοποιεί και διασυνδέει και κυριολεκτικά εκτελεί τους δράστες τεράστιων επιστημονικών αλμάτων, επιστημονικών σφαλμάτων και επιστημονικής ασυνέπειας. Και όλα αυτά, με την υπεροχή μιας αξιολογικά ελεύθερης ανάλυσης απαλλαγμένης πολιτικών ή ιδεολογικών φορτίων. Θα έλεγα πως αν επείγει κάτι στον ταλαίπωρο επιστημονικό στίβο των κοινωνικών επιστημών, θα ήταν να βληθούν οι περιφερόμενοι και εποχιακά αριθμητικά κυρίαρχοι επιστημονικοί παραλογισμοί που εγκλωβίζουν χιλιάδες νεοεισερχόμενους με το να μεταφραστεί στα αγγλικά το τελευταίο έργο του Κονδύλη.

Επειδή ακριβώς η αγγλοσαξονική βιβλιογραφία είναι κυρίαρχη στους τομείς αυτούς, μια ανάλυση τέτοιων βαθμίδων δημοσιευμένη στα αγγλικά θα αποτελούσε μια σημαντική και ουσιαστική συνεισφορά. Αυτή, πράγματι, θα ήταν μια επένδυση πολιτισμού και επιστήμης της ελληνικής πολιτείας ή κάποιου ιδρύματος που θα αναλάμβανε μια τόσο γόνιμη πρωτοβουλία.

Σε κάθε περίπτωση, η δημοσίευση στα ελληνικά του τελευταίου βιβλίου του μεγάλου ελληνογερμανού στοχαστή, θα μπορούσε να γίνει αφορμή μιας αποφασιστικής ποιοτικής ώθησης των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα, τουλάχιστον σε εκείνα τα Πανεπιστημιακά Τμήματα που δεν έχουν ακόμη κυριευτεί από αποδομηστές, προπαγανδιστές και ποικίλους άλλους ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένους περιπατητές των διεθνοπολιτικών παρασκηνίων. Είναι, σε κάθε περίπτωση, προς το συμφέρον των νεοεισερχομένων να ενδιατρίψουν στα κλασικά κείμενα του Κονδύλη. Θα έχουν έτσι την ευκαιρία να απαλλαγούν από διαφημιστικά-προπαγανδιστικά φορτία, να προικιστούν με μια απαράμιλλη επιστημολογία και να αντιληφθούν τα στοιχειώδη και ουσιώδη της επιστήμης που επέλεξαν να υπηρετήσουν.

—————————

1.11.2007. Το πολιτικό και ο άνθρωπος του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ και οι δικές μου δημοσιεύσεις

Παίρνω πολλά μηνύματα από φίλους, από αναγνώστες και επισκέπτες της παρούσης ιστοσελίδας που με «κατηγορούν» για ασυνέπεια. Πολλά βιβλία που ανακοίνωσα ήδη εδώ και πολλά χρόνια δεν δημοσιεύτηκαν. Οι «κατηγορίες» είναι αληθείς και κάποιες επεξηγήσεις ίσως φωτίσουν την απόφασή μου να αναβάλω την δημοσίευση νέων μονογραφιών.

Καταρχάς, μετά την τελευταία ογκώδη δημοσίευση (Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης ….) όπου έκανα, κατ’ εμένα, σημαντικές και τολμηρές τομές (και όπου διαφοροποιήθηκα με τον Κονδύλη στο θέμα της οντοποίησης ηθικών κριτηρίων στην διεθνή πολιτική -αν και για να είμαι ειλικρινής ακόμη δεν έχω στοιχειοθετήσει πλήρως τον βαθμό «διαφωνίας»-, αποφάσισα να προχωρήσω σε δημοσιεύσεις μονογραφιών μικρότερου αριθμού σελίδων.

Για ένα ακαδημαϊκό αυτό είναι δυσχερέστερο εγχείρημα, γιατί στις μεγάλες μονογραφίες έχεις την δυνατότητα να ξεδιπλώσεις την σκέψη σου, να θεμελιώσεις περισσότερο και να διερευνήσεις ειδικά ζητήματα και τις αποχρώσεις τους. Πρέπει να πω, επιπλέον, ότι οι μεγάλες μονογραφίες εξυπηρετούσαν και διδακτικούς σκοπούς, δηλαδή να παρακάμψω το δυναστικό σύστημα του «ενός συγγράμματος» και να προσφέρω στους φοιτητές εκτενέστερη ανάλυση επί ενός ευρέως φάσματος θεωρητικών ζητημάτων, γνωσιολογικών πτυχών της ιστορίας και θεωρίας των διεθνών σχέσεων και περιπτωσιολογικών μελετών που θεμελιώνουν επιμέρους αλλά ουσιαστικά επιχειρήματα.

Στο πλαίσιο της προαναφερθείσης απόφασης προσάρμοσα το ερευνητικό και συγγραφικό μου έργο και προγραμμάτισα, κατ’ αρχάς, την συγγραφή πιο σύντομων και πιο πυκνών κειμένων (και μερικών άλλων πιο «εκλαϊκευμένων»). Γύρω στις πέντε μονογραφίες ήδη ολοκληρώθηκαν και είναι έτοιμες, ή σχεδόν έτοιμες για δημοσίευση.

Το ίδιο ισχύει για ένα εκτενέστερο κείμενο για το οποίο άρχισα συστηματική έρευνα στις αρχές του έτους που ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι και αφορούσε την κριτική και κριτική κονστρουκτιβιστική και τις συναρτήσεις με την ελληνοποιημένη εκδοχή του αποδομητισμού στην περίπτωση της αποδομητικής βιβλιογραφίας.

Ανεξαρτήτως ημιμάθειας και ελλειμμάτων των ελλήνων κραχτών του ιδεολογικού κινήματος (και όχι καθαυτό επιστήμης) των κριτικών-αποδομηστών, η μελέτη του κριτικού ρεύματος ευρύτερα είναι δυστυχώς!!! αναγκαίο κακό [αυτό το αναγκαίο κακό δεν είναι νέο φαινόμενο και δημιουργεί ένα τεράστιο νεκροταφείο ψευτοθεωριών, θεωρημάτων και ιδεολογημάτων – μέσα το οποίο η ελληνική αποδομητική εκδοχή κολυμπά λόγω -για να παραφράσω τον Κονδύλη – «απτών συμφερόντων» ή λόγω αφέλειας και αγραμματοσύνης ή λόγω διαποτισμού με φανατισμένα κοσμοπλαστικά ιδεολογήματα, κατάλοιπα της μεγάλης εποχής του διεθνισμού και πριν μετατραπούν όλοι τους σε μεταμφιεσμένους ή πιο φανερούς ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους]

Αφού λοιπόν μελέτησα εκατοντάδες (ίσως να είναι και χιλιάδες) κείμενα της «κριτικής βιβλιογραφίας» και των αποδομηστών ιστοριογράφων, την περασμένη άνοιξη, «σωρεύτηκε» ένα πυκνό κείμενο κοντά 500 σελίδων. Έπρεπε όμως να το ξανακοιτάξω (ένας περίπου μήνας σκληρή και κουραστική δουλειά που πρέπει να «κλαπεί» από άλλες δραστηριότητές υψηλότερης προτεραιότητας).

Όμως, ήδη κυριολεκτικά θυμωμένος και αηδιασμένος  με τα επιστημονικά άλματα, τα επιστημονικά σφάλματα και την σωρεία ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένων ιδεολογημάτων που συνάντησα στην πορεία αυτής της μελέτης (συνάδελφος μου διερωτήθηκε αν είμαι … μαζοχιστής για να προχωρήσω σ’ ένα τέτοιο μελετητικό εγχείρημα), αποφάσισα να μην το επεξεργαστώ και να μην το δημοσιεύσω (τουλάχιστον τους επόμενους μήνες και ίσως χρόνια). Για να είμαι πιο ειλικρινής, αν και θίγει εξαιρετικής σημασίας ζήτημα που ανέλυσα εξονυχιστικά, διστάζω να το δημοσιεύσω στην ελληνική πνευματική έρημο ή να το προσφέρω σε φοιτητές πολλοί από τους οποίους δυστυχώς ενδιαφέρονται (και αναφέρομαι σε όλα τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια) για πρόχειρα διαβάσματα λίγες ώρες πριν τις εξετάσεις για να πάρουν το «χαρτί-εισητήριο» εισόδου σε κάποια δημόσια υπηρεσία.

Ο μεγάλος υπεύθυνος των αναβολών αυτών των δημοσιεύσεών μου, όμως, ονομάζεται … Παναγιώτης Κονδύλης. Εδώ και πολλά χρόνια συνειδητοποίησα ότι στον στίβο του στοχασμού ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι πολύ Μεγάλη πνευματική μορφή. Θα έλεγα: Αν και δεν ολοκλήρωσε το έργο του γιατί απεβίωσε το 1998 σε ηλικία μόνο 55 χρονών, ίσως μολαταύτα στον στίβο των ιδεών να είναι ο σημαντικότερος στοχαστής των  τελευταίων αιώνων.

Όταν πριν μια περίπου δεκαετία άρχισα να τον μελετώ ή ξαναμελετώ συστηματικά, αντιλήφθηκα αμέσως ότι ήδη έχασα πολύτιμο χρόνο γόνιμου στοχασμού γιατί επί πολλά χρόνια δεν είχα φροντίσει να ενσωματώσω το επιστημονικό κεκτημένο του Παναγιώτη Κονδύλη στις θεωρητικές μου αναζητήσεις. [Αντίστοιχα, ολοένα και περισσότερο αισθάνομαι θλίψη γιατί μιας και έφυγε από τα εγκόσμια δεν μπορώ να τον συναντήσω για να λύσω πολλές απορίες (και κάποιες διαφοροποιήσεις)]. Λίγο πριν αποβιώσει τον συνάντησα μερικές φορές, αλλά τότε δεν ήμουν υποψιασμένος για τα κείμενά του στον βαθμό που είμαι σήμερα. Αναπολώ όμως με νοσταλγία κάποιες συζητήσεις που κάναμε: Κάποια σημαντικά πράγματα που άκουσα συζητώντας μαζί του (και τα οποία κατέγραψα) ηχούν ολοένα και περισσότερο στα αυτιά μου ενόσω μελετώ τα κείμενά του.

Πριν ένα περίπου χρόνο, λοιπόν, αποφάσισα να μην πραγματοποιήσω κάποιος μονογραφικές δημοσιεύσεις πριν -έστω και αν είναι ολοκληρωμένες μονογραφίες- τις «αναβαπτίσω» στην κολυμβήθρα των βαθυστόχαστων και πολυδιάστατων αξιωμάτων και ιστορικοφιλοσοφικών θεμελιώσεων του Κονδύλη.

Βεβαίως, η τιτάνια προσπάθεια να μελετήσω, παράλληλα με άλλες ενασχολήσεις, τα είκοσι περίπου μεγάλα κείμενα του Κονδύλη, δεν ολοκληρώθηκε ακόμη και ούτε προβλέπω να γίνεται στο πολύ σύντομο μέλλον.

Σαν να μην έφθανε αυτό, πριν μερικές εβδομάδες μπήκα στον πειρασμό να αρχίσω παράλληλα -με την μελέτη υπόλοιπων κειμένων του- της ανάγνωσης της Ελληνικής μετάφρασης του τελευταίου του έργου, Ο πολιτικός και ο Άνθρωπος, που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο 2007. Έτσι, τελεσίδικα, οι δημοσιεύσεις μου αναβάλλονται επ’ αόριστον και μέχρι να ολοκληρώσω την μελέτη της αποκρυσταλλωμένης γνώσης που μας προσέφερε ο Παναγιώτης Κονδύλης (σημειώνω ότι πρόκειται για τον πρώτο από τους πέντε τόμους του έργου που προετοίμαζε).

Αρκεί να σημειώσω εδώ ότι η σαρωτική κριτική των μοντέρνων και μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων, η εξονυχιστική διερεύνηση των αλμάτων, σφαλμάτων και ανακολουθιών και τα αριστοτεχνικά και αξιολογικά ελεύθερα διατυπωμένα σοφά συμπεράσματά του, αποτελούν μάννα εξ ουρανού για όποιον μελετητή των κοινωνικών επιστημών θέλει ένα ισχυρό αντίδοτο (ίσως το πιο ισχυρό) στην αγραμματοσύνη, στην επιστημονική κουτοπονηριά και στην επιστημονική επιπολαιότητα.

Επιπλέον, το προαναφερθέν τελευταίο έργο του κάνει τον μελετητή να είναι ταυτόχρονα επιφυλακτικός και προσεκτικός. Προσωπικά είμαι υποχρεωμένος να είμαι δεκαπλά προσεκτικός γιατί θα πρέπει ίσως τελικά να διαφοροποιηθώ με κάποια συμπεράσματά του που αφορούν την θέση της ηθικής και της οντολογίας στο επίπεδο του διακρατικού συστήματος και των διεθνών θεσμών. Κυρίως, η διαφωνία ή «διαφωνία» είναι επιστημολογικού και όχι πραγματολογικού χαρακτήρα. Το πώς δηλαδή η ηθική (ή καλύτερα πολιτική ηθική γιατί «ηθική» χωρίς πολιτική και οντολογική αναφορά είναι ατομική ηθική και μπορεί να είναι οτιδήποτε) εντάσσεται στις θεσπίσεις του πολιτικά πολιτισμένου βίου. Το ποια είναι επίσης τα όρια της περιγραφής μετά από τα οποία κάποιες κρίσεις –πχ που αφορούν την Ελευθερία όχι με κάποιο ελευθεριάζοντα τρόπο προσδιορισμούς της αλλά με όρους ατομικής ετερότητας / πολιτικής ελευθερίας και συλλογικής ετερότητας / συλλογικής ελευθερίας– δεν είναι αξιολογικού χαρακτήρα (ενώ ο Κονδύλης τις αποφεύγει για λόγους γρανιτένιας διαφύλαξης της επιστημολογίας του).

Σε ένα γενικότερο πλαίσιο και σε αναφορά με τα ίδια ζητήματα, η τριβή μου σε επιστημολογικές και μεθοδολογικές συζητήσεις είναι το γεγονός πως πολλοί οι οποίοι εμφανίζονται ως πολιτικοί επιστήμονες ως προς το ζήτημα της ισχύος, της θέσπισής της και τον ρόλο της ηθικής, βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση. Σύγχυση η οποία ενδέχεται να είναι και συμφεροντολογική ή όπως βολεύει την παρασιτική επιστημονική ζωή ή κάποιους ενδόμυχους εγωισμούς και ανεξιχνίαστες ψυχικές ασθένειες.

Για παράδειγμα αυτό φανερώνεται όταν συγχέουν την δια-ατομική ισχύ όπου και όταν δεν θεσπίζεται (αθέσπιστη στην βαρβαρική εποχή αλλά και σε αθέσπιστα πεδία της κοινωνικοπολιτικής ζωής για παράδειγμα εντός πανεπιστημίων όταν γίνεται κατάχρηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας ή στις άπιαστες διαπροσωπικές σχέσεις)), την ενδό-πολιτειακή ισχύ που συναρτάται με τις δημοκρατικές βαθμίδες και την ισχύ στην διεθνή πολιτική όπου προγραμματικά αφενός δεν θεσπίζεται και αφετέρου στερείται δυνατοτήτων κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένης σύνδεσής της με κάποια (διεθνή ή παγκόσμια) πολιτική ηθική. Η τελευταία υπάρχει μέσα σε φαντασιόπληκτα κρανία ή μέσα σε υποκριτικά ιδεολογικά δόγματα που υπηρετούν τα εκάστοτε ηγεμονικά συμφέροντα.

Αν και στην ελληνική στοχαστική έρημο των κοινωνικών επιστημών όπου πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο οι πνευματικοί φελλοί, τα πιο πάνω ηχούν περίεργα, εκτιμώ πως όποιος έχει το προνόμιο να διαβάσει το τελευταίο έργο του Κονδύλη, συνειδητοποιεί πως δεν έχει την πολυτέλεια να σχοινοβατεί αμέριμνος προσαρμοστικά, συμβιβαστικά και κατευναστικά ή να παραμένει εγκλωβισμένος στην περιρρέουσα συμβατική σοφία.

Οι σπάνιοι πόροι που διαθέτουμε, ο σεβασμός που πρέπει να τρέφουμε για τους αναγνώστες και τους φοιτητές και η αναπόδραστη στενότητα χρόνου, απαιτούν εάν όχι υποχρεώνουν από άποψη επιστημονικών κωδίκων ρηξικέλευθη κριτική και σκληρή γλώσσα κατά τσαρλατάνων, αμέριμνων θιασωτών της πολιτικής θεολογίας και προπαγανδιστών επιστημονικά μεταμφιεσμένων.

Εκτιμώ ότι όσο περισσότεροι Έλληνες (κατορθώσουν να) διαβάσουν το τελευταίο και τα άλλα έργα του Παναγιώτη Κονδύλη, τόσο περισσότερο θα μπορούμε να συνεννοούμαστε για ένα μεγάλο αριθμό ζητημάτων που αφορούν την ζωή μας ζωτικά.

Αυτή εξάλλου είναι και η μεγάλη αξία έργων όπως αυτά του Κονδύλη: παρά το γεγονός ότι είναι συχνά σχολαστικά και κουραστικά, θεμελιώνουν απέραντα και αποκρυσταλλώνουν γνώση που οδηγεί σε πιο ορθολογιστικούς και κοινωνικά χρήσιμους πνευματικούς προσανατολισμούς ικανούς να στηρίξουν σωστές αποφάσεις καθημερινών ηθικοπρακτικών προεκτάσεων.

Τέλος, προσθέτω ότι οι τεράστιοι όγκοι πνευματικών σκουπιδιών που διατυμπανίζονται προπαγανδιστικά στις εφημερίδες επειδή υποτάσσονται σε εφήμερους σκοπούς, εξυπηρετικούς της ξένης εξάρτησης, αντισταθμίζονται αποτελεσματικά από ένα μεγάλο πλέον αριθμό βαθυστόχαστων αναλύσεων όπως οι αναλύσεις του Γιώργου Κοντογιώργη και μερικών ακόμη μοναχικών ελλήνων στοχαστών.

Μερικές έξοχες μεταφράσεις ξένων έργων, εξάλλου, εξισορροπούν την παρακμή και θρέφουν μια νέα γόνιμη τάση σοβαρής καλλιέργειας των στρατηγικών προσανατολισμών ενός κράτους. Προσδοκία μου είναι να συμβάλω κατά το δυνατό στην ενίσχυση αυτής της τάσης. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό, εκτός ίσως από το εφάμιλλης σημασίας διδακτικό έργο.

Σε κάθε περίπτωση μετά τα πρώτα διαβάσματα του Ο Πολιτικός και ο Άνθρωπος αναβάλλω ή και ακυρώνω το κείμενο για τους κριτικούς κονστρουκτιβιστές που ετοίμασα την περασμένη Άνοιξη και αρχές του καλοκαιριού. Η ανάλυση αυτή θα χρησιμοποιηθεί διαφορετικά στο μέλλον στο πλαίσιο άλλων δημοσιεύσεων καθότι πιστεύω ότι αυτά που διάβασα στο βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη είναι επαρκή ενώ δίνουν μια πλήρη και εκτεταμένη εικόνα των μεταμοντέρνων θεωρημάτων και ιδεολογημάτων. —————————————–

1. «Εχθροί και Φίλοι» – Η έσχατη πραγματικότητα

Παναγιώτης Κονδύλης: «Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά, για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλοι ή ως εχθροί και αλλάζουν φίλους και εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους» (Κονδύλης Ισχύς και απόφαση 1991, σ. 213)

Το πιο πάνω απόσπασμα του Κονδύλη θα πρέπει να γίνει κατανοητό υπό το πρίσμα των θεωρήσεων του συγγραφέα στο «Ισχύς και Απόφαση». Στην χαρακτηριστική απεικόνιση που ακολουθεί παρατίθενται μερικές μόνο από τις αναρίθμητες εμπειρίες της διεθνούς ζωής στις οποίες θα μπορούσε να γίνει αναφορά. Η δική μου προσπάθεια αναγωγής των κονδύλειων θεωρήσεων στο διεθνές σύστημα βρίσκεται στις τελευταίες μου μονογραφίες και ιδιαίτερα στο τελευταίο με τίτλο Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό υπόβαθρο). Ιδιαίτερα στο κεφάλαιο 5, ενότητα 5.2.4.3. «Η ανθρώπινη φύση και ο ρόλος της εθνικής-κρατικής δομής» , σελ.  364-371, εξηγώ τις βαθύτατες προεκτάσεις του κοσμοθεωρητικού και ηθικοκανονιστικού κατακερματισμού. Η τάξη, η δικαιοσύνη και η ανθρώπινη συμπεριφορά ανεξαρτήτως ετερότητας «ευθυγραμμίζονται» στο πλαίσιο του συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου μιας έκαστης κυρίαρχης Πολιτείας. Το έθνος-κράτος, υποστηρίζεται, τερμάτισε τον ανορθολογισμό των διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων παραλογισμών -όλων ανεξαιρέτως ηγεμονικών- για μια παγκόσμια ενότητα ανεξαρτήτως κοινωνικής ετερότητας . Η ανθρώπινη φύση ανεξαρτήτως ετερότητας του κάθε ατόμου, αντίστοιχα, εντάχθηκε στον συλλογικό βίο μιας έκαστης κυρίαρχης κοινωνίας σύμφωνα με τις ιστορικές κοσμοθεωρητικές και ηθικοκανονιστικές παραδοχές (ή επιλογές) ενός έκαστου. Ο αναγνώστης του βιβλίου μου επίσης θα αντιληφθεί τις πέραν της περιγραφής διαφορές μου με την θεωρία του Κονδύλη που εμμένει στην περιγραφή χωρίς να επιχειρεί περιγραφή του πολιτικού στην ενδοκρατική ή την διακρατική ζωή (βλ. ενότητα 7.6.2, ιδ. σ. 560-1). Βασικά, ενώ ο Κονδύλης έμεινε προσηλωμένος στην περιγραφή της δομής, του περιεχομένου και των δυναμικών των σχέσεων ο υπογράφων σχοινοβάτησε προχωρώντας στην προσπάθεια διατύπωσης οικουμενικής και καθολικής σημασίας ηθικής κρίσης περί τα διεθνή εδράζοντας την θεώρηση αυτή στην αξίωση ελευθερίας-κυριαρχίας και στο οντολογικό γεγονός της εθνικής κρατικής ύπαρξης (που για τα φιλειρηνικά κράτη) υποστηρίχθηκε, αποτελεί θεσμό συλλογικής ελευθερίας. Το τελευταίο ζήτημα θα τύχει περαιτέρω επεξεργασίας στον πρόλογο της επικείμενης 4ης έκδοσης της εν λόγω μονογραφίας με προοπτική ενός νέου πονήματος. Τέλος, θα πρέπει να πω ότι η ανελέητη περιγραφή του Κονδύλη στο τέλος της απεικόνισης που ακολουθεί αποτελεί καθημερινή εμπειρία σ’ ένα τουλάχιστον χώρο που γνωρίζω πλέον καλά, τον πανεπιστημιακό.

KondylisExthroiFiloi 001

———————————————-

Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21 Αιώνα, Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000 (Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2000)

Λίγους σοφούς έχει να επιδείξει η ιστορία των ιδεών. Σοφούς, με την έννοια της κατά το ανθρωπίνως δυνατό ολιστικής, πυκνής, βαθιάς, πλατιάς γνώσης και της διαυγούς και κατασταλαγμένης σκέψης. Για δύο τουλάχιστον λόγους ο Παναγιώτης Κονδύλης ανήκει σ’ αυτή την ολιγάριθμη ομάδα. Αν και είχα την τύχη να τον συναντήσω τρις μόνο φορές, οι καταδύσεις μου στις βαθυστόχαστες αναλύσεις του, μου επιτρέπουν, νομίζω, να πω τα εξής.

Πρώτον, σ’ αντίθεση με πολλούς άλλους συμβατικά επιφανείς στοχαστές που καθημερινά εκτίθενται και αυτοεξευτελίζονται, ο Κονδύλης δεν ήταν ψυχικά ασθενής, γεγονός που του επέτρεψε να μην εκτροχιαστεί πνευματικά και να διαφυλάξει έτσι την υστεροφημία του. Τόσο από τις εντυπώσεις που αποκόμισα στις τρις μόνο συναντήσεις μας όσο και στα κείμενά του διακρίνω μια σχεδόν απόλυτη στοχαστική και πνευματική ισορροπία, ένα πανίσχυρο χαρακτήρα, μια ήρεμη πνευματική δύναμη και μια στιβαρή διάνοια. Οι θέσεις του είναι θετικές, αληθινές και σχεδόν πάντοτε εύκολα επαληθεύονται από την καθημερινή διϋποκειμενική εμπειρία. Όταν ενίοτε είναι δεικτικός και είρων είναι απόλυτα δικαιολογημένο, μιας και όπως φαίνεται η πνευματική ανωτερότητά του τον οδηγούσε στην περιφρόνηση της ηλιθιότητας, της προπέτειας και της ευτέλειας. Σ’ αντίθεση με πάρα πολλούς άλλους (ουσιαστικά την πλειονότητα των λεγόμενων κοινωνικών επιστημόνων) η εισροή ιστορικής γνώσης, νοημάτων και ιδεών δεν τον αποσταθεροποίησαν ψυχικά και πνευματικά. Κυρίως δεν τον έκαναν να «καβαλήσει το καλάμι» και να διολισθήσει σε φασιστοειδείς θέσεις και ιδέες. Φασιστοειδείς, με την έννοια της ιδεοληπτικής και προπετούς αξίωσης ότι οι αρρωστημένες γνώμες και οι θεσμοί που επινοούν κάποιοι ιδιώτες μπορούν να προτάσσονται της κοινωνικής βούλησης. Φασιστοειδείς επίσης, με την έννοια των μεταφυσικά προσδιορισμένων κριτηρίων που οδηγούν στην κάθε είδους πολιτική ιδεολογία που περιφρονεί τις οντολογικά θεμελιωμένες κοινωνικές ενώσεις και τον τρόπο ζωής του συλλογικού κατ’ αλήθειαν βίου τους. Ποταμοί ημιμαθών και φαντασιόπληκτων αντιλήψεων οδηγούν πολλούς στο να πιστέψουν πως οι γνώμες τους μπορούν να προτάσσονται των κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων ηθικών κριτηρίων και πως οι δική τους αντίληψη για τις πρέπουσες ηθικοκανονιστικές δομές και τους θεσμούς μπορεί να υπερτερεί των ιθαγενών του κοινωνικού σώματος. Για να το θέσουμε διαφορετικά, όσες επιφυλάξεις και αν έχει κάποιος για τον Πλάτωνα, και ο Κονδύλης αν και αναγνώριζε τις προδιαγραφές της πλατωνικής σκέψης έθετε αρκετά και ουσιώδη ερωτήματα, ένα αναρίθμητο πλήθος πρωταθλητών ηλιθιότητας εκτροχιάζονται με το να νομίζουν ότι είναι «μικροί Πλάτωνες».  Ούτε ίχνος τέτοιας προπέτειας δεν βρίσκει κανείς στον Κονδύλη. Το ότι ελάχιστοι από τους λεγόμενους κοινωνικούς επιστήμονες έχουν τέτοια χαρίσματα, είναι μια άλλη υπόθεση. Παραμένει γεγονός, όμως, ότι οι κοινωνίες αντί να αφεθούν να λειτουργήσουν ελεύθερα και αυτοδύναμα, πλήθος ιεραποστόλων που αυτοχρίζονται κοινωνικοί επιστήμονες προκαλούν ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού στα κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Οι κοινωνίες δεν αφήνονται ήσυχες να επιλέξουν τις συμβατές με την ετερότητά τους ηθικοκανονιστικές δομές: Αυτοί ξέρουν καλύτερα. Μετά τα κάθε λογής διεθνιστικά και κοσμοπολίτικα παραληρήματα των τελευταίων δεκαετιών, πάντως, η πιο πρόσφατη τραυματική ελληνική εμπειρία αφορά την αξίωση κάποιων φορέων συμβατικών επιστημονικών τίτλων που θέλουν να «διαχειριστούν» τις πηγές για να διατυπώσουν τερατώδεις ιστοριούλες συμβατές με τον αβυσσαλέα υποκειμενικό ψυχισμό τους και τα συμφέροντα αυτών που τους χρηματοδοτούν .

Δεύτερον, ο Κονδύλης, ακριβώς, κατάφερε άφθαστα επίπεδα περιγραφικής ανάλυσης. Μόνο μια καλή περιγραφή των κινητήριων και διαμορφωτικών πνευματικών και αισθητών κριτηρίων των ανθρωπίνων σχέσεων επιτρέπει στην κάθε ενδιαφερόμενη ατομική ή συλλογική οντότητα να καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα για τα προβλήματά της, για τις ιδιότητες των άλλων ατομικών ή συλλογικών οντοτήτων και για την πορεία των ανθρώπων και του κόσμου. Είναι αλήθεια ότι ο Κονδύλης δεν μίλησε πολύ για το Πολιτικό γεγονός –ίσως δεν πρόλαβε– αλλά, λογικά, όλοι οι αναγνώστες του οδηγούνται αναπόδραστα σε ουσιαστικά και σημαντικά συμπεράσματα γι’ αυτό. Βασικά, αριστουργήματα εφάμιλλα των έργων του Κονδύλη μας πρόσφεραν ελάχιστοι και κυρίως ο Θουκυδίδης.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το βιβλίο Από τον 21ο στον 21 Αιώνα (Εκδόσεις Θεμέλιο 1998), το οποίο, αν δεν κάνω λάθος, ήταν η τελευταία μονογραφία πριν τον θάνατό του. Για κάποιους περίεργους λόγους δεν το μελέτησα παρά μόνο αρχές του 2007. Επειδή συμπυκνώνει πολλές αρετές της κονδύλειας γραφής θα ήθελα να καταθέσω συντομογραφικά μερικές μόνο επισημάνσεις:

Πρώτον, ίσως είναι το σημαντικότερο διεθνολογικό κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ για την πορεία του συγχρόνου διεθνούς συστήματος.

Δεύτερον, ίσως είναι το καλύτερο κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας διεθνών σχέσεων που έχω διαβάσει ποτέ. Όπως σε όλα ανεξαιρέτως τα κείμενά του, η βάσιμη αυτοπεποίθησή και οι επιστημολογικές του επιλογές επέτρεψαν ακλόνητα και αξιολογικά ελεύθερα πορίσματα. Αιτιολογημένα, κορυφώνεται η απόλυτη περιφρόνησή του για την συμβατική σκέψη και τις κάθε λογής ύβρεις που αυτή παράγει. Έχοντας αποφασίσει να μείνει μακριά από χώρους που όχι σπάνια μετατρέπονται σε «πνευματικά χοιροστάσια» –χαρακτηριστικά, όταν του υπέδειξα ότι θα μπορούσε να στοχεύσει μια πανεπιστημιακή έδρα, μειδίασε ειρωνικά, διατυπώνοντας σκέψεις που θα αναφέρω σε άλλη περίπτωση– αφοσιώθηκε ασκητικά στην πνευματική του αποστολή. Μια τέτοια στάση πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι σχεδόν άγνωστη στον ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο και ενδεχομένως ευρύτερα. Υιοθετώντας αυτή την στάση ζωής ο Κονδύλης είχε πλέον το πλεονέκτημα να μην εμπλέκεται σε ανόητες διαμάχες για τα αυτονόητα (μια μόνο φορά το έκανε και μετανόησε, γιατί γνωστός εξτρεμιστής επιφυλλίδων κυριακάτικου εντύπου τον λοιδόρησε αδίστακτα). Μπορούσε έτσι να περιφρονεί απέραντα την ευτέλεια, την μικρότητα και την μικρόνοια αυτών που εργολαβικά ρυπαίνουν τις κοινωνικές επιστήμες, τις επιφυλλίδες και γενικότερα τον επιστημονικό και δημόσιο διάλογο.

Τρίτον, ίσως είναι το εμβριθέστερο κείμενο που έχω ποτέ μελετήσει για ευρωσταστρατηγικά ζητήματα και τις συναρτημένες με αυτό διεθνείς συνθήκες της ύστερης εποχής. Ο μεγάλος ελληνογερμανός στοχαστής δεν ειδικευόταν στο αναμάσημα προπαγανδιστικών ασυναρτησιών τρίτης και τέταρτης κατηγορίας για να καθίσει στην θέση κάποιου καθηγητάκου ούτως ώστε να αποκομίζει, για να τον παραφράσω, «απτά οφέλη», με το να υπηρετεί σόρους, σοράκια και κοράκια του υποκόσμου του διεθνικού χώρου. Ο Παναγιώτης Κονδύλης διακρινόταν για την ασκητική αφοσίωσή του στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας και γι’ αυτό ανεπηρέαστος κατόρθωσε πολλά.

Τέταρτον, ίσως είναι το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει για το διεθνές δίκαιο, τον ΟΗΕ, τους διεθνείς θεσμούς ευρύτερα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την υπόθεση του παγκόσμιου κράτους, τις σχέσεις μικρών και μεγάλων κρατών, τα αδιέξοδα των μεγάλων κρατών, τον φαύλο κύκλο των βαθύτερων αιτιών πολέμου και την πασίδηλη ηλιθιότητα των οικουμενισμών-κοσμοπολιτισμών που θρέφουν τα ηγεμονικά τέρατα. Οι πνευματικοί εραστές «νομικών σκυλιών» όπως είναι τα ad hocδικαστήρια των αμερικανών στα Βαλκάνια σίγουρα θα απελπιστούν και θα εκνευριστούν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Κονδύλη. Ενδέχεται, ο νομικιστής που θα το διαβάσει είτε να αυτοκτονήσει πνευματικά προσπαθώντας να το αντικρούσει είτε τίμια να προτιμήσει να κάνει στροφή 180 μοιρών αφήνοντας πίσω το φτωχό πνευματικό παρελθόν του. Οι ακαδημαϊκοί ενός οποιουδήποτε τμήματος διεθνών σπουδών που υπηρετούν το συμφέρον των φοιτητών τους, αν διαβάσουν αυτό το κείμενο σίγουρα θα κλείσουν τους κρουνούς των νομικίστικων ασυναρτησιών και θα προτείνουν το προαναφερθέν πνευματικό επίτευγμα του Κονδύλη στους φοιτητές τους.

Πέμπτον, το αριστούργημα του Κονδύλη διεισδύει βαθιά στην αλήθεια με το να περιγράφει αμφίπλευρα τα διλήμματα και τα προβλήματα των διεθνών σχέσεων. Δονκιχωτικές και συμβατικές αντίπαλες θεωρήσεις, αναμενόμενα ανήμπορα εξυβρίζουν. Στοχαστές που σέβονται τους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους αναμφίβολα δεν θα αμφιταλαντευτούν διαβάζοντας τα πορίσματα της βαθυστόχαστης και αξιολογικά ελεύθερης σκέψης του Κονδύλη: Θα προσχωρήσουν αμαχητί σ’ αυτές προσαρμόζοντας ανάλογα τις επιστημονικές και επιστημολογικές προσεγγίσεις τους.

Τα επιτεύγματα στον στίβο της απροκατάληπτης και αξιολογικά ελεύθερης μεθοδολογίας του Κονδύλη αποτελούν παρακαταθήκη για τις κοινωνικές επιστήμες. Για τις διεθνείς σχέσεις, το βιβλίο Από τον 20ο στον 21ο Αιώνα σίγουρα αποτελεί στην διεθνή βιβλιογραφία τον πυρήνα των ουσιωδέστερων γνώσεων, των πιο περιεκτικών υποθέσεων εργασίας και των ποιο αξιόπιστων ερμηνειών στον στίβο της αναζήτησης της αλήθειας περί τα διεθνή.

Αν νοσηρά μυαλά που θα δεχτούν μια τέτοια γνώση δεν θεραπευτούν σημαίνει ότι είναι βλαμμένα ανεπανόρθωτα.

Αν εμπαθείς «αντίπαλοι» αρχίσουν ως συνήθως να βρίζουν σημαίνει ότι είναι ήδη πνευματικά νεκροί.

Αν μέτριοι αναλυτές δεν εγκαταλείψουν τα αναμασήματα και δεν απογειωθούν πνευματικά σημαίνει ότι δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από την μετριότητά τους.

Αν μέτριοι αναλυτές στρατευμένοι στην ιδιοτέλεια και στην ευτελή προπαγάνδα δονκιχωτικά και ανέντιμα επιδοθούν σε αποσπασματικά ανοσιουργήματα, είναι αξιολύπητοι και αξιοθρήνητοι.

 Γιατί τα γράφω αυτά και μάλιστα με τόση ένταση; Απλά γιατί οι κοινωνικές επιστήμες οδηγούνται σε τέτοια παρακμή, ούτως ώστε όποιος επιθυμεί να αφοσιωθεί στον μη (επι)στρατευμένο στοχασμό προσκρούει πάνω σε αναρίθμητες πνευματικά διεφθαρμένες ιδέες και συμφέροντα. Αυτός είναι ο αντίπαλος, και όχι κάποια άλλη θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Επίσης, γιατί, όπως θα εξηγήσω σε άλλη περίπτωση, η οχύρωση πνευματικά ανίκανων και πνευματικά διεφθαρμένων στο εσωτερικό της αναγκαίας και μη εξαιρετέας ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας μπορεί ανεξέλεγκτα να εκκολάπτει φίδια αμάθειας, φασισμού και απέραντης ανορθολογικότητας. Σύντομα, αυτό που θα απομείνει σε κάθε κοινωνικό επιστήμονα που σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους, είναι να σκεφτεί πως δεοντολογικά είναι υποχρεωμένος να εξηγήσει στους ανυποψίαστους συνανθρώπους του για τις επερχόμενες ζημιές που θα προκαλέσουν τα επιστημονικά μεταμφιεσμένα στοχαστικά φίδια που ανεξέλεγκτα εκκολάπτονται (μάλιστα, σε διεθνικά πλέον εκκολαπτήρια, κοινωνικοπολιτικά παντελώς ανεξέλεγκτα).

 Όσοι προσπεράσουν την ανάλυση του Κονδύλη έχουν πολλά να χάσουν. Θα την προσπεράσουν σίγουρα όσοι δεν βλέπουν την ενασχόληση στις κοινωνικές επιστήμες ως ασκητικό και αξιολογικά ελεύθερο επιστημονικό στοχασμό αλλά ως προπαγάνδα, ως μεταβατική παρασιτική ενασχόληση λαθραίων καταξιώσεων και λαθραίων ωφελημάτων, ως μέσο εκτόνωσης του υποκειμενισμού τους και ως δεκανίκι λαθραίων αναρριχητικών «επιτευγμάτων» (δυστυχώς αυτά τα αποκρουστικά φαινόμενα, πιθηκίζοντας ξένα πρότυπα, υπερτερούν συμβατικά, κάτι βεβαίως που δυστυχώς δεν γνωρίζουν όσοι καταξοδεύονται για να αποστείλουν τα παιδιά τους σε πανεπιστημιακά τμήματα της Ελλάδας και του εξωτερικού). Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι προαναφερθείσες και μερικές άλλες διαστροφές των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών δημιουργούν ποταμούς πολιτικού ανορθολογισμού. Η κοινωνία αν και δεν έχει ανάγκη από τέτοιες διαστροφές, ανυποψίαστη τις θρέφει δεσμεύοντας σπάνιους πόρους στην άναρχη ανάπτυξή τους στον πανεπιστημιακό χώρο. Πρόκειται για ένα άνευ προηγουμένου κοινωνικό μαζοχισμό που δύσκολα θα τερματιστεί μιας και τα ισχυρά κράτη που επιλέγουν την «μαλακή ισχύ» ως κύριο συστατικό των στρατηγικών τους έχουν πολλά να κερδίσουν ενισχύοντας αυτά τα φαινόμενα.

 Στον στίβο των ιδεών ο πρόωρος θάνατός του Παναγιώτη Κονδύλη αποτελεί μεγάλη απώλεια. Μας άφησε βεβαίως πολλά. Επειδή ο ελληνικός πνευματικός στίβος μετατρέπεται ραγδαία σε πνευματική έρημο, ο εκδοτικός οίκος που έχει το προνόμιο να κατέχει τα δικαιώματα ενός τέτοιου πνευματικού αριστουργήματος, έχει κάθε λόγο και συμφέρον να το προτείνει για μετάφραση στις κυριότερες ξένες γλώσσες.

 Π.Ήφαιστος, Φεβρουάριος 2007

Υστερόγραφο:

Για τις ανάγκες της συζήτησης αναφορικά με τα βιβλία της ιστορίας, τα οποία κάποιοι διεθνικά περιφερόμενοι φορείς θέλουν να γράφουν διαχειριζόμενοι τις πηγές και τα συμπεράσματα σύμφωνα με τον πνευματικά διεστραμμένο υποκειμενισμό τους ή σύμφωνα με τα συμφέροντα αυτών που τους στηρίζουν χρηματοδοτικά, αφιερώνω το εξής απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου:

«(για όσους από τον τα αριστερά παραληρήματα πέρασαν ευθέως στον νεοφιλελευθερισμό καταλήγοντας έτσι, αντί να καταγγέλλουν τον ιμπεριαλισμό να κεραυνοβολούν «κάθε εθνικισμό» και ενστερνιζόμενοι τον οικουμενισμό μέσω της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων») «Δεν αναρωτιούνται ούτε ποιος θα τα ερμηνεύσει δεσμευτικά κάθε φορά τι σημαίνουν αυτά τα «δικαιώματα» στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ούτε αν και πόσο δικαιολογείται ο «εθνικισμός» όποτε ένας μικρός θέλει να αντισταθεί στις αδηφάγες διαθέσεις ενός μεγάλου. Με τον τρόπο αυτό, ενώ ηθικολογούν αδιάκοπα, στην πραγματικότητα συμπαρατάσσονται με το δίκαιο του ισχυρότερου. Αλλά αν ο ηττημένος αποδεχόμενος όψιμα την ιδεολογία του νικητή γίνεται συχνά ο γελοιωδέστερος και γλοιωδέστερος φορέας της, δεν είναι βέβαια ο πρωταρχικός εμπνευστής και θεμελιωτής της. Η «αριστερά» έχοντας μετατραπεί σε ουραγό ή σφογγοκωλάριο του αμερικανισμού, δεν αντλεί πλέον από ό,τι ζωντανότερο είχε η μαρξιστική παράδοση, δηλαδή την ανελέητη απομυθοποίηση των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων, αλλά τρέφεται από μια κοινωνική θεωρία που εν μέρει αντικατοπτρίζει και εν μέρει συγκαλύπτει εξιδανικευτικά τις πραγματικές σχέσεις ισχύος μέσα στην δυτική μαζική δημοκρατία». (έμφαση δική μου)

 Αυτό είναι βεβαίως είναι ένα μικρό δείγμα από τον πρόλογο. Ορμητικά στην συνέχεια το βιβλίο κυριολεκτικά τινάζει στον αέρα την συμβατική σκέψη με εμβέλεια πολύ πέραν των ελληνικών συνόρων.

 ————————————–

3. Η τουρκική απειλή και η «εθνική στρατηγική

Σημείωση: Το άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε το 1998 ως μια στοιχειώδης και ελάχιστη κατάθεση επιχειρημάτων σε μια στιγμή που ο όχλος των γνωστών επιφυλλίδων επιχείρησε να τον λοιδορήσει με φράσεις και λόγια ανήκουστα, χυδαία και υβριστικά.

Διάλογος

Η τουρκική απειλή και η «εθνική στρατηγική»

Π. ΗΦΑΙΣΤΟΣ

Το ΒΗΜΑ, 15/02/1998 , Σελ.: B10 Κωδικός άρθρου: B12468B102, ID: 64929

Η έκδοση του βιβλίου «Θεωρία του Πολέμου» του Παναγιώτη Κονδύλη θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια σοβαρή συζήτηση των κεντρικών ζητημάτων της εθνικής στρατηγικής της Ελλάδας: μορφή και χαρακτήρας της τουρκικής απειλής, συσχετισμός ισχύος μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, η θέση αμφοτέρων των χωρών στο πλέγμα των διακρατικών σχέσεων της περιφέρειάς μας, προβολή των γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συσχετισμών στο ορατό μέλλον και η ανάπτυξη μιας εύρωστης ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. Στις γραμμές που ακολουθούν και με αφορμή ορισμένες αναφορές τού Π.Κ. θα αναφερθώ σε δύο ζητήματα. Πρώτον, στις κοινές ρίζες του νεοφιλελεύθερου και του μαρξιστικού διεθνισμού, γεγονός που πιθανώς ερμηνεύει ορισμένες διαπαραταξικές συγκλίσεις στο ελληνικό πολιτικό πεδίο την τρέχουσα δεκαετία· και, δεύτερον, σε ορισμένες πτυχές για τη φύση και τον ρόλο του πολέμου στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις.

«Ο ουσιώδης κοινός παρονομαστής του αρχικού μαρξισμού και του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού» παρατηρεί ο Π.Κ. (σελ. 15) «έγκειται στη βεβαιότητα κατάργησης των πολέμων μέσω της απορρόφησης του πολιτικού στοιχείου από το οικονομικό». Όπως είναι γνωστό, αυτή η κοινή προσδοκία των δύο ιδεολογικών ρευμάτων, με πολλές ενδιάμεσες αποχρώσεις διεθνιστικών θέσεων και απόψεων, οδηγεί στη θέση ότι η εξάλειψη των εθνικών διαφορών είναι η άλλη προϋπόθεση τερματισμού των πολεμικών συγκρούσεων. Στον βαθμό που οι ιστορικοί παράγοντες και οι πνευματικές αξίες ιεραρχούνται με οικονομιστικά κριτήρια, οι ρίζες τόσο της μαρξιστικής όσο και της νεοφιλελεύθερης εσχατολογίας είναι ουσιαστικά κοινές.

Όπως εύστοχα έγραψε ο Edward Η. Carr, «ο διεθνισμός / κοσμοπολιτισμός κάθε απόχρωσης αποτελούσε πάντοτε το ιδεολογικό εργαλείο προώθησης των δυνάμεων που βρίσκονται σε ισχυρή θέση». Στο πλαίσιο αυτής της θεμελιώδους και ιστορικά θεμελιωμένης παρατήρησης, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, είτε αναφερόμαστε στον μαρξιστικό διεθνισμό είτε στον νεοφιλελεύθερο διεθνισμό, στη σύγχρονη διεθνή πολιτική εκδηλώνονται διεθνισμοί δύο μορφών. Πρώτον, ο διεθνισμός των ηγετών (και μερικών στρατευμένων διανοουμένων) των εκάστοτε ηγεμονικών χωρών (ο οποίος ευνοεί τα συμφέροντα διείσδυσης των χωρών τους)· δεύτερον, οι εισαγόμενες διεθνιστικές ιδεολογίες ποικίλων αποχρώσεων στις μικρές χώρες, οι οποίες υποστηρίζουν την εξάλειψη ή αποδυνάμωση του κράτους έθνους και της κρατικής κυριαρχίας. Δηλαδή το ίδιο ακριβώς διεθνιστικό επιχείρημα έχει συγκεκριμένη έννοια (και διαφορετικές επιπτώσεις) όταν προβάλλεται από την πλευρά ενός ισχυρού κράτους (π.χ. των ΗΠΑ ή της τέως ΕΣΣΔ) και άλλη όταν ­ συχνότατα λόγω αφέλειας ­ προβάλλεται από την πλευρά ενός μικρού και αδύναμου κράτους. Εφόσον δεν υπάρχει δημοκρατική και κοινώς αποδεκτή διεθνής εξουσία πέραν και υπεράνω του κράτους έθνους, τέτοιες ιδέες, αν κυριαρχήσουν στα μικρότερα κράτη, αναπόφευκτα, καθιστούν τους φορείς τους νεροκουβαλητές των συμφερόντων των εκάστοτε ηγεμονικών δυνάμεων.

Συναφής με τα πιο πάνω ζητήματα είναι η θέση του πολέμου και της άσκησης βίας στον διεθνή χώρο, θέμα θεωρητικά απέραντο, γεγονός που καθιστά αδύνατη είτε εξάντλησή του σε λίγες γραμμές είτε ανάλυση των θεωρητικών καταδύσεων του Π.Κ. (έργο το οποίο, δικαίως, θεωρήθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα στη διεθνή βιβλιογραφία). Πάντως, ελλείψει χώρου για εκτενή εξέταση του θέματος, είναι ίσως σκόπιμο να τονισθεί ότι η ευρωστία ορισμένων θέσεων του Π.Κ. οι οποίες προκάλεσαν μεγάλη αντίδραση στην Ελλάδα (και των οποίων η στρατηγική λογική ελάχιστα έγινε αντιληπτή) βρίσκεται ακριβώς στη μεγάλου βαθμού θεωρητική θεμελίωσή τους στο κυρίως μέρος της ανάλυσης, δηλαδή στα θεωρητικά κεφάλαια του βιβλίου. Στο πρώτο κεφάλαιο, π.χ., αναλύεται εκτενώς η σχέση «πολέμου» και «πολιτικής» για να τονισθεί η συνάφειά τους με την «κοινωνική κατάσταση» τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών.

Ο πόλεμος, στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί παρά να εκτιμηθεί ως μέρος του πλέγματος της «πολιτικής επικοινωνίας» μεταξύ των κρατών, «ως σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων η οποία λύνεται αιματηρά, και μόνον ως προς τούτο διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις». Στο ίδιο πλαίσιο, το δίλημμα άμυνα / επίθεση (στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί και η προβληματική του «πρώτου κτυπήματος» που, ίσως φυσιολογικά, τρομάζει τους μη εξοικειωμένους με τη στρατηγική ανάλυση και τους προσανατολισμούς των επιτελείων όλων των στρατών) εμπερικλείει ζητήματα που «υπαγορεύονται από λόγους, εν τέλει πολιτικούς».

Σε μια εποχή που εκτοξεύονται κατά της χώρας μας «casus belli» (δηλαδή, ουσιαστικά, απειλές «πρώτου κτυπήματος» στην περίπτωση που ασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα), αριθμητικά ίσως όσα ποτέ άλλοτε στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων, ο στρατηγικός προβληματισμός της επιστημονικής εμβέλειας του Π.Κ. καθίσταται επίκαιρος και κρίσιμος για την «εθνική στρατηγική». «Εθνική στρατηγική» βεβαίως είναι μια έννοια η οποία, ενώ συχνά αναφέρεται στον ελληνικό πολιτικό διάλογο, τα θεμελιώδη διλήμματα και προβλήματα που εμπερικλείει ελάχιστα έχουν κατανοηθεί.

——————————————–

4. Ο μεταμοντέρνος χυλός και οι μίμοι και οι γελωτοποιοί που εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Ο Κονδύλης αναμφίβολα ήταν μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές υπάρξεις. Στα κείμενά του διακρίνεις καθαρότητα σκέψης και παντελή απουσία λογικών αλμάτων και επιστημονικών σφαλμάτων. Η διαχρονική αξία των κειμένων του επιβεβαιώνεται καθημερινά. Το επίμετρο της Θεωρίας του Πολέμου όπου φώτισε το πρόβλημα της άνισης ανάπτυξης και καλούσε για ισορροπία δυνάμεων ως προϋπόθεση σταθερότητας δυστυχώς επιβεβαιώνεται. Η Ελλάδα κατεβάζει διαρκώς τον πήχη των έσχατων λογικών της και απέναντι σε μια ολοένα και πιο αναθεωρητική Τουρκία οδηγείται από την μια υποχώρηση στην άλλη. Ταυτόχρονα, ποικιλόμορφοι μηχανισμοί που έχουν διεισδύσει οργανωμένα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα και κυρίως στα μέσα ενημέρωσης και στον λεγόμενο χώρο των κοινωνικών επιστημών: Προετοιμασμένοι, οργανωμένοι και ετοιμοπόλεμοι από καιρό, εφορμούν όποτε χρειαστεί για να δικαιολογήσουν την ξένη εξάρτηση, να αποδυναμώσουν τους έλληνες πνευματικά, να αποδομήσουν την διϋποκειμενική ιστορική γνώση, να ιδεολογικοποιήσουν την συρρίκνωση της ελληνικής πολιτικής κυριαρχίας, να ροκανίσουν τις έσχατες λογικές των ελληνικών κοσμοθεωριών, να σχετικοποιήσουν τα ελληνικά σύνορα που ορίζουν οι συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και να εκποιήσουν τα θεμιτά ελληνικά ζωτικά συμφέροντα εκτός συνόρων στις διεθνοφασιστικές αξιώσεις. Όπως αποδεικνύει ο διασυρμός της επιστημονικής ιδιότητας στην ιδιόμορφη «διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας» Οι κοινωνικές επιστήμες πανεπιστημιακού επιπέδου κυριολεκτικά εκμηδενίζονται. Μια μικρή ομάδα ατόμων σπιθαμιαίου στοχαστικού αναστήματος με προπέτεια καλούν όλους τους άλλους να σωπάσουν γιατί αυτοί, λένε, είναι … ιστορικοί. Αυτοί πάντως δεν σώπασαν μετά τον καταπέλτη της Ακαδημίας Αθηνών η έκθεση της οποίας κάνει σαφές, αν κανείς την μελετήσει προσεκτικά, ότι είναι ανιστόρητοι και ιστοριογραφικά αγράμματοι. Και όχι μόνο αυτό: έντρομοι έσπευσαν να κάνουν «διορθώσεις» για να διασωθούν θεσμικά και διαδικαστικά. Εκτός από την Ακαδημία, βεβαίως, πολλοί άλλοι κυριολεκτικά κονιορτοποίησαν τις ιστοριογραφικές τσαρλατανιές. Απλή λογική χρειάζεται και στοιχειώδης ιστορική γνώση για να καταλάβει κανείς ότι δεν πρόκειται περί ιστορίας αλλά περί αποδομητικού ιστοριογραφικού ανεκδότου. Ο «μεταμοντέρνος χυλός» για τον οποίο συχνά έγραψε ο Κονδύλης έχει εισβάλει για καλά στο ελληνικό πανεπιστήμιο και επιτρέπει αριθμητικά ευμεγέθεις συνομαδώσεις που οδηγούν σε συνδικαλιστικού χαρακτήρα ιστοριογραφικές αξιώσεις για τις οποίες δεν πρέπει να γελάμε πλέον γιατί δεν τις κηρύττουν ένας και δύο αλλά εκατοντάδες. Στο εδάφιο που παραθέτω πιο κάτω, με θαυμαστή ακρίβεια ο Κονδύλης περιγράφει τα αίτια των σημερινών μεταεθνικών ιστοριογραφικών ανεκδότων.

«Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος όπως θα δούμε σ’ αυτό το βιβλίο αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση στην Ελλάδα, συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες εγχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή επομένως ήταν η φυσική βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ’ ένα τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος ήταν ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά  στους κύκλους των διανοουμένων στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπως και να ’χει, η τέτοια είσοδος του μεταμοντερνισμού στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων της ελληνικής εθνικής ζωής. Η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευτεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στην μοναδική δυναμική μιας πολυστρώματης και παμπάλαιας γλώσσας– έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση. Οποιαδήποτε προσωπική στάση κι αν επιλέξει ο καθένας, γεγονός είναι ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού των άλλων» . Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Θεμέλιο, Αθήνα 1991), σ. 46-7»

top

 

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: