Διεθνής Πολιτική Οικονομία

Το άρθρο που ακολουθεί γράφτηκε με αφορμή την διεθνή οικονομική κρίση. Επεκτάθηκε για να θίξει μερικά γνωσιολογικά και θεσμικά ζητήματα αλλά και σε ζητήματα συγκρότησης των Διεθνών Σπουδών. Για το θέμα αυτό έγραψα ξανά σε προγενέστερα κείμενα ιδ. στην μονογραφία Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε επερχόμενο μονογραφικό δοκίμιο που θα εξετάζει ποικίλα ζητήματα στην εμπράγματη κοινωνικοθεωρία ίσως δημοσιευτεί και μια πιο εκτεταμένη εκδοχή του δοκιμίου που ακολουθεί.

Διεθνής Πολιτική Οικονομία
Διαδρομή, περιεχόμενο, σημασία

Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Παν/μιο Πειραιώς Τμήμα Διεθνών-Ευρωπαϊκών Σπουδών

Η μεγαλύτερη μετά το 1929 διεθνής οικονομική κρίση έφερε στο προσκήνιο την χρησιμότητα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας ως του ισχυρότερου ίσως επιστημονικού τομέα των διεθνών σχέσεων. Διόλου τυχαία, επαγγελματικές ενώσεις στην Ελλάδα, έσπευσαν να αναδημοσιεύσουν στις περιοδικές τους εκδόσεις κομμάτια από το βιβλίο Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία του Robert Gilpin για να ενημερώσουν τα μέλη τους για την διεθνή οικονομική κρίση. Το παρόν, δημοσιευμένο σε ένα περιοδικό διεθνών σχέσεων που εκδίδεται με την αξιέπαινη πρωτοβουλία φοιτητών, έχει ως κύριο σκοπό να διαφωτίσει για το περιεχόμενο, την σημασία και τους επαγγελματικούς προσανατολισμούς.
Συντομογραφικά, θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε και να οριοθετήσουμε αυτό το γνωστικό πεδίο. Για ποικίλους λόγους είναι σχεδόν παντελώς άγνωστο στην επιστημονική κοινότητα των ελλήνων οικονομολόγων. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ενώ σε 10 τουλάχιστον πανεπιστημιακά τμήματα χρησιμοποιούν έργα των Robert Gilpin και Susan Strange, δύο δηλαδή εκ των κορυφαίων διεθνολόγων που ενοποίησαν την διεθνή οικονομία και την πολιτική οικονομία των διεθνών σχέσεων, στην Ελλάδα δεν εμφανίζονται πολλά μέλη ΔΕΠ με αντίστοιχη εξειδίκευση που να συνδυάζουν τα δύο αυτά συγγενέστατα πλέον γνωστικά πεδία.
Εκτιμώ πως όσοι φοιτητές των διεθνών σχέσεων και οικονομικών τμημάτων θέλουν να καλλιεργήσουν τις γνώσεις τους προς αυτή την κατεύθυνση δημιουργούν για τους εαυτούς τους πολλά υποσχόμενες επαγγελματικές προοπτικές. Αφορούν τόσο την περίπτωση που επιλέξουν τον ιδιωτικό τομέα όσο και την περίπτωση που θα ακολουθήσουν μια επαγγελματική σταδιοδρομία. Η σύνδεση της οικονομικής ανάλυσης με την πολιτική ανάλυση των διεθνών σχέσεων είναι πλέον «υποχρεωτική» λόγω πλανητικοποίησης των οικονομικών και πολιτικών φαινομένων, γεγονός που έχει από καιρό δημιουργήσει την ανάγκη οι οικονομολόγοι να είναι και διεθνολόγοι και αντιστρόφως. Ένας άλλος σκοπός του παρόντος σύντομου κειμένου, ακριβώς, είναι να συμβάλει στην κατανόηση των ερμηνευτικών προσεγγίσεων που οδηγούν σε μια σωστή και ορθολογιστική ολιστική κατανόηση των διεθνών πολιτικοοικονομικών φαινομένων.

Η Διεθνής Πολιτική Οικονομία συνιστά πλέον την αιχμή των διεθνών σπουδών και κατατείνει προς μια ολιστική ερμηνεία του διεθνούς συστήματος. Συνδέει μια σειρά από διακριτά αλλά αλληλένδετα ζητήματα: την πολιτική (διεθνή και ενδοκρατική), την οικονομία (διεθνή και ενδοκρατική), την διακυβέρνηση (διεθνή και ενδοκρατική) και τα ζητήματα ηθικής φιλοσοφίας που θέτει κάθε απόφαση κατανομής πόρων σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν τίθεται.
Με δεδομένο τον άναρχο χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, η εξέταση της (κρατικής αλλά και κάθε άλλης) ισχύος βρέθηκε εξαρχής στον πυρήνα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας. Κατά συνέπεια, εξετάζοντας την διεθνή οικονομία, την διακυβέρνησή της, τα προβλήματα αυτής της διακυβέρνησης, τους θεσμούς της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, τις κρατικές πολιτικές, τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, τις χρηματοοικονομικές ροές, τις κυμάνσεις των αγορών, τις στρατηγικές των επιχειρήσεων, τις ξένες επενδύσεις, το διεθνές εμπόριο, την παραγωγικότητα εντός και εκτός των κρατικών συνόρων, τον ρόλο της εκάστοτε δεσπόζουσας οικονομικής δύναμης, κτλ, αναπόδραστα, η Διεθνής Πολιτική Οικονομία κατέστη τάχιστα κύριος κλάδος της μελέτης των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος. Δηλαδή, του κλάδου εκείνου της Πολιτικής Επιστήμης που είναι «Πολιτική Επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων» (στην γλώσσα των διεθνών σπουδών ονομάζεται, εναλλακτικά, «Θεωρία Διεθνών Σχέσεων»).
Πρόκειται για το Θουκυδίδειο-Παραδοσιακό Παράδειγμα των Διεθνών Σπουδών που στην σύγχρονη εκδοχή του ακούει στο όνομα Πολιτικός Ρεαλισμός. Στην ιδεατή αξιολογικά ελεύθερη εκδοχή του εξετάζει (ή πρέπει να εξετάζει) όλο το φάσμα των ζητημάτων που εκτείνονται από το διεθνές σύστημα (τρίτο επίπεδο) στο κράτος (δεύτερο επίπεδο) καταλήγοντας στον άνθρωπο (πρώτο επίπεδο). Σημειώνω ότι αυτή η ιεράρχηση των σημασιών και η ροή τους από το διεθνές σύστημα προς τον άνθρωπο και όχι vice versa δεν είναι τυχαία και αφορά ζητήματα τόσο ουσίας και ιεραρχίας των σημασιών όσο και επιστημολογίας των διεθνών σπουδών. Οι διεθνείς οικονομικές δομές και ο τρόπος που επηρεάζουν την διεθνή κατανομή ισχύος, όπως κατέδειξε με ενάργεια ο Robert Gilpin σε πολλά κείμενά του, επηρεάζουν σημαντικά τόσο τον ρόλο και την θέση των κρατών όσο και την σταθερότητα ή τον πόλεμο.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τον κυκεώνα των διεθνολογούντων και τον ιδεολογικοπολιτικό πόλεμο όσων βιάζονται να εξισώσουν και να ενώσουν τον κόσμο, οι έλληνες διεθνολόγοι του Παραδοσιακού Παραδείγματος, δηλαδή της αξιολογικά ελεύθερης και μη ιδεολογικοποιημένης θεώρησης του διεθνούς συστήματος, αναπτύχθηκαν αξιοσημείωτα, τόσο αριθμητικά όσο και με επιστημονική παρουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είναι, μεταξύ άλλων, οι ακαδημαϊκοί Αθανάσιος Πλατιάς, Ηλίας Κουσκουβέλης, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Βασίλης Φούσκας, Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, ο υποφαινόμενος, η Ειρήνη Χειλά και πολλοί πλέον προικισμένοι νεοεισερχόμενοι διεθνολόγοι που σταδιακά εντάσσονται σε πανεπιστημιακά τμήματα διεθνών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, του Παντείου Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Όπως σε όλα τα ζητήματα, βεβαίως, στους κανόνες υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, καθώς επίσης και η πιθανότητα αστάθμητων ματαιώσεων των προσδοκιών. Τέτοιες ματαιώσεις είναι ακόμη πιο πιθανές όταν η συμβατική ατμόσφαιρα βαραίνει τόσο πολύ που γίνεται αβάστακτη ακόμη και για γενναίους.

Η Διεθνής Πολιτική Οικονομία είναι, βασικά, μια επιστημονική προσέγγιση που συγκροτήθηκε ως επιστημονική πειθαρχία από την «στιγμή» που ενσωματώθηκε στις διεθνείς σπουδές, εμπλούτισε την Θεωρία Διεθνών Σχέσεων και εμπλουτίστηκε από αυτήν. Αν και μερικά θέματα είχαν ήδη θιγεί από προγενέστερους φιλελεύθερους οικονομολόγους (για παράδειγμα Kindleberger, Staley, Hirschman, Viner), η Διεθνής Πολιτική Οικονομία πρωτοτυπεί ως προς την διεπιστημονικότητα, ως προς την αντιπαραβολή και σύνθεση των επιστημονικών πειθαρχιών από τις οποίες αντλεί και κυρίως ως προς την σχεδόν πλήρη συνάρτηση των αναλύσεών της με το κεκτημένο της θεωρίας διεθνών σχέσεων. Θα έλεγα ότι είναι η ολιστική «πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων» στην αιχμή των διεθνολογικών σπουδών.
«Πρυτάνεις» αυτής της επιστημονικής πειθαρχίας θεωρούνται ευρέως ότι είναι οι Stephen Krasner και Robert Gilpin, δύο από τους σημαντικότερους Πολιτικούς Ρεαλιστές που διακρίθηκαν στην ανάλυση των αιτιών πολέμου, δηλαδή, των παρεμβαλλόμενων μεταβλητών μεταξύ των διεθνών θεσμών και της αξίωσης των κρατών για ισότιμες και ισόρροπες συναλλαγές, κύριο μέρος των οποίων είναι, ασφαλώς, οι οικονομικές συναλλαγές. Η Suzan Strange στην Μεγάλη Βρετανία, δίνοντας ένα μεγάλο προσωπικό αγώνα ενάντια στο περίεργο φαινόμενο της κυριαρχίας των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων στα πανεπιστήμια αυτής της χώρας –που συνοδεύεται από το εξίσου περίεργο φαινόμενο πως τα ιδεολογήματα αυτά δεν επηρεάζουν στο παραμικρό την διπλωματία της Βρετανίας, καθότι τα περισσότερα επιστημονικά υποπροϊόντα που παράγει τα εξάγει σε υπανάπτυκτες χώρες όπου βρίσκουν πρόσφορο έδαφος–, πέτυχε να εδραιώσει το επιχείρημά της πως η ολιστική θεώρηση των διεθνών πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων είναι πλέον αναπόφευκτη.
Φιλελεύθεροι αναλυτές της διεθνούς πολιτικής οικονομίας όπως οι Robert Keohane και Joseph Nye μπορεί να διαφωνούν με τους Πολιτικούς Ρεαλιστές στο πολιτικό διατακτικό (κυρίως ως προς τον χαρακτήρα των διεθνών θεσμών και τον ηγεμονικό ρόλο των μεγάλων δυνάμεων) αλλά δεν διαφωνούν με τις κύριες Ρεαλιστικές θεμελιώσεις όσον αφορά τον χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος και τον διανεμητικό ρόλο της ισχύος στην διεθνή πολιτική. Δεν διαφωνούν, επίσης, με το θεμελιώδες Ρεαλιστικό πόρισμα πως ελλείψει δικαιακά θεμελιωμένων προϋποθέσεων οι διεθνείς θεσμοί είναι αφενός θεσμοί τάξης και όχι δικαιοσύνης και αφετέρου είναι εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος και των ρευστών συμφερόντων στις διακρατικές σχέσεις.
Η βασική διαφορά μεταξύ των Ρεαλιστών και των φιλελευθέρων, έγκειται, βασικά, στο γεγονός ότι οι φιλελεύθεροι προσκολλώνται σε μια αρχαϊκή (φιλελεύθερη) αντίληψη περί παγκόσμιας αρμονίας συμφερόντων, θέση που υποκρύπτει τις ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος της εκάστοτε δεσπόζουσας ηγεμονικής δύναμης. Απλά, οι νεοφιλελεύθεροι παρακινδύνεψαν επιστημονικά με το να το πουν ανοικτά. Αντίθετα, οι Πολιτικοί Ρεαλιστές στο πλαίσιο μιας αυστηρά ιδεολογικά αποστασιοποιημένης και αξιολογικά ελεύθερης επιστημολογίας που θεμελιώνει αντικειμενικές εκτιμήσεις, τονίζουν το γεγονός τόσο του ανταγωνιστικού χαρακτήρα των διεθνών σχέσεων όσο και την απουσία νομιμοποιημένων θεσμών διανεμητικής δικαιοσύνης. Εξετάζουν και σταθμίζουν, κατά συνέπεια, τις πολυσχιδείς ιδιότητες της διεθνούς τάξης, την ετερογονία των σκοπών και τα αίτια πολέμου που παρεμβάλλονται μεταξύ των διεθνών θεσμών και της εμπράγματης διεθνούς πολιτικής. Έτσι, προγραμματικά αποκλείουν ιδεολογίες και φαντασίες και αποτυπώνουν την διεθνή πολιτική, θεσμική και οικονομική πραγματικότητα. Εξάλλου, αντίθετα με σκόπιμα και επιστημονικά ψεύδη ή ανεπίτρεπτη άγνοια των πηγών, ο Πολιτικός Ρεαλισμός είναι ο πρώτος που εξέτασε τα ζητήματα της αλληλεξάρτησης και τις συνέπειες της διεθνικής δράσης.

Οι ισχυρές αφετηριακές ρίζες της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στην οικονομική θεωρία όπως διαμορφώθηκε και διακλαδώθηκε παρακολουθώντας την εξέλιξη των οικονομικών συστημάτων την ύστερη εποχή, αποτελούν και το κύριο έρεισμα που προσέφερε στις διεθνείς σπουδές. Ευλόγως, βεβαίως, θα μπορούσε να διερωτηθεί κάποιος κατά πόσο η Θεωρία Διεθνών Σχέσεων ενσωματώνει και ολοκληρώνει την Διεθνή Πολιτική Οικονομία, ή μήπως, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, συμβαίνει ή πρέπει να συμβεί το αντίθετο. Το ενδεχόμενο να συμβεί το τελευταίο είναι μεγάλο εάν επαρκής αριθμός οικονομολόγων ενσωματώσει πλήρως στην οικονομική ανάλυση το κεκτημένο της Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων. Το «πλήρως» εδώ ενέχει μεγάλη σημασία και σηματοδοτεί την διαφορά μεταξύ μιας ανάλυσης με ελλείμματα και σφάλματα και μιας ανάλυσης επιστημονικά ώριμης, εμπεριστατωμένης, θεμελιωμένης και ερμηνευτικά ολιστικής γιατί εδράζεται σ’ ένα αξιόλογο επιστημονικό κεκτημένο. Στο σημείο αυτό, χρήζουν μερικές αναφορές για την θέση του Πολιτικού Ρεαλισμού στο πολιτικό στοχασμό (των διεθνών σχέσεων).
Παρά το γεγονός ότι κλασικά έργα του Πολιτικού Ρεαλισμού όπως αυτά των Θουκυδίδη, Carr, Aron, Morgenthau, Gilpin, Waltz, Bull, Wight, Κονδύλη et al παραμένουν επιστημονικά ακλόνητα ενόσω δεν αλλάζει το Παραδοσιακό Παράδειγμα –ενόσω δηλαδή δεν υπάρχει μια παγκόσμια κοινωνία και μια παγκόσμια κυβέρνηση ή τουλάχιστον μια «κυβέρνηση των κυβερνήσεων»– ο ενδιαφερόμενος για την διεθνή πολιτική απαιτείται να αποκτήσει έστω και στοιχειώδεις δεξιότητες που θα του επιτρέπουν να διασχίζει τον ωκεανό των αλλεπάλληλων διεθνιστικών ιδεολογικών ρευμάτων που αν και σχεδόν πάντοτε μεταμφιέζονται ακαδημαϊκά επιτυγχάνουν να συσκοτίζουν την πολιτική σκέψη. Ποιος μπορεί να αρνηθεί αυτή την αλήθεια εάν κανείς υπενθυμίσει τα εκατομμύρια πιστών στην αταξική κοινωνία που ερμήνευαν τα πάντα υπό το πρίσμα μιας εσχατολογίας για την επερχόμενη παγκόσμια αταξική ενότητα. Ποιο εξεζητημένες και έξυπνες, βεβαίως, είναι οι μεταμφιέσεις των αξιώσεων ισχύος με φιλελεύθερα ιδεολογήματα που εξήγησαν πολύ καλά τόσο ο Edward H. Carr στο μνημειώδες έργο του Η εικοσαετής κρίση όσο και ο Παναγιώτης Κονδύλης σε όλα σχεδόν τα έργα του.
Η ταραχώδης και γνωστή σε όλους πορεία του κόσμου τον 20ο αιώνα –αλλεπάλληλες συγκρούσεις των κομμουνιστικών, φιλελεύθερων και ναζιστικών διεθνιστικών ιδεολογημάτων– δεν βοήθησε στην ωριμότητα της σκέψης γύρω από τα διεθνή. Γι’ αυτό και τα συχνά άλματα και τα σφάλματα στα τρία επίπεδα ανάλυσης (άνθρωπος, κράτος, διεθνές σύστημα) που μόνο η καλή διάδοση της Θουκυδίδειας πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων μπορεί να εξουδετερώσει στην πορεία του χρόνου. Είναι ευλογοφανές πως το πώς εξελίσσονται οι κοινωνικές επιστήμες είναι μεγάλης σημασίας. Για ένα ακόμη λόγο οι κοινωνίες δεσμεύουν σπάνιους πόρους που είναι λογικό να αναμένεται πως δεν θα διοχετεύονται στην καλλιέργεια στοχαστικών ζιζανίων και παρασίτων αλλά στην καλλιέργεια της καλής επιστήμης. Και καλή επιστήμη είναι αυτή που είναι απαλλαγμένη αν όχι αποστερημένη και της παραμικρής ιδεολογικής εισροής. Δεν είναι επιστήμονες όσοι αντί να περιγράψουν τον υπαρκτό κόσμο, τα προβλήματά του και τα διλήμματά του, επιδίδονται σε κοσμοπλαστικές ασκήσεις θρέφοντας έτσι τον πολιτικό ανορθολογισμό. Γιατί πολιτικός ανορθολογισμός και όχι επιστήμη είναι τα κατά καιρούς ιδεολογήματα ενοποίησης του κόσμου. Αν και αυτή η ενοποίηση του κόσμου για πασίδηλους αντικειμενικούς κόσμους ποτέ δεν θα συντελεστεί, αυτοί που βιάζονται να ενώσουν τον κόσμο διαρκώς καλλιεργούν ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένα ιδεολογικά συνθήματα που το αξιώνουν. Αυτά είναι τα ζιζάνια και τα παράσιτα και ήταν πάντα εγγενές πρόβλημα των λεγόμενων «κοινωνικών» «επιστημών».

Στο σημείο αυτό χρήζει να σημειωθεί πως έστω και αν αυτό δεν είναι πάντοτε κατανοητό, η συζήτηση αυτών των ζητημάτων αφενός αφορά βαθύτατα την διεθνή πολιτική και οικονομική οργάνωση και αφετέρου είναι μεγάλων προεκτάσεων για την ενδοκρατική ζωή, τις οικονομικές αποφάσεις, την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Σχετίζεται, εν ολίγοις, με άμεσο και ζωτικό τρόπο με τα ενδιαφέροντα των πολιτών, των πολιτικών ηγετών, των εμπόρων και των βιομηχάνων.
Για να σταθώ στους τρις τελευταίους η λήψη ορθολογιστικών πολιτικών και επιχειρηματικών αποφάσεων απαιτεί καθαρό μυαλό και ακριβή γνώση-επίγνωση των σημασιών και ιεραρχήσεων στο επίπεδο του κράτους, των διεθνών θεσμών και των διεθνικών διαδράσεων. Είναι γνώσεις που αφορούν ζωτικά τις κανονιστικές ρυθμίσεις, τις οικονομικές και εμπορικές αποφάσεις μεγάλων διανεμητικών προεκτάσεων, τα συνεπακόλουθα ζητήματα διανεμητικής δικαιοσύνης, τις διεθνείς συμμετοχές κάθε είδους και τις επενδυτικές και τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Γνώση, συνειδητοποίηση και ορθολογιστικές αποφάσεις είναι προϋπόθεση επιβίωσης και ευημερίας. Όλα αυτά συνδέονται ευθέως με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση που στον χώρο των διεθνών σπουδών πρέπει να προσεχθεί περισσότερο πριν καταστεί πλήρως επαγγελματικά και κοινωνικοπρακτικά άχρηστη.
Αξίζει να τονιστεί πως ο Πολιτικός Ρεαλισμός, δηλαδή η κυρίαρχη επιστημονική πειθαρχία των διεθνών σχέσεων, στέκεται αυστηρά στην περιγραφή, στην ερμηνεία και στην ανάδειξη της δομής των προβλημάτων χωρίς να προχωρεί σε «εντολές». Αντίθετα με τα ιδεολογικοποιημένα θεωρήματα των διεθνών σχέσεων ο Πολιτικός Ρεαλισμός δεν είναι «διατακτικός» («prescriptive»). Θεωρεί πως αυτό είναι προνόμιο όσων εκατέρωθεν της πολιτικής διαπάλης εμπλέκονται στις αποφάσεις. Ενώ οι δρώντες της πολιτικής διαπάλης καλό θα ήταν να γνωρίζουν την δομή των προβλημάτων και τις εναλλακτικές επιλογές, το προνόμιο των αποφάσεων ανήκει σε αυτούς και όχι στον εξωπολιτικό ακαδημαϊκό αναλυτή ο οποίος οχυρωμένος μέσα στο οχυρό της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας στερείται τόσο κοινωνικών ελέγχων όσο και διανεμητικών δικαιοδοσιών. Για ένα ακόμη πολύ σοβαρό λόγο, οι Πολιτικοί Ρεαλιστές κατανόησαν έγκαιρα πως μιλώντας για τις διεθνείς σχέσεις κάθε κοσμοπλαστική αντίληψη δεν εξοντώνει μόνο των αναλυτή επιστημονικά αλλά επιπλέον οδηγεί και στην εξόντωση πολλών άλλων από αυτούς που επιχειρούν να ενώσουν τον κόσμο. Γι’ αυτή την αλήθεια η ιστορία είναι αμείλικτα διδακτική.
Το μόνο ενδεχομένως ηθικό πρόταγμα του Πολιτικού Ρεαλισμού είναι έμμεσο και μάλλον λογικά εξυπακουόμενο παρά ρητά διατυπωμένο: Ο συνεπής αξιολογικά ελεύθερος Πολιτικός Ρεαλιστής δεν διανοείται καν να εκφράσει κανονιστικές θέσεις που αμφισβητούν την ανεξαρτησία των κυρίαρχων μελών του διεθνούς συστήματος, τις ηθικές προεκτάσεις της οντολογίας που προκάλεσε η δημιουργία διακοσίων περίπου κρατών τους τελευταίους αιώνες και τους διεθνείς θεσμούς και το διεθνές δίκαιο που κατοχυρώνουν την ανεξαρτησία.
Ο Πολιτικός Ρεαλισμός, με άλλα λόγια, υιοθετώντας την θουκυδίδεια επιστημολογία δεν είναι επαναστατικός αλλά «κρατοκεντρικός» επειδή αποδέχεται την κυριαρχία και τους διεθνείς θεσμούς της, δηλαδή αποδέχεται την συλλογική ανθρώπινη οντολογία και την ιστορική ετερότητα των κοινωνικών οντοτήτων. Ασφαλώς, ο Πολιτικός Ρεαλισμός αν και η κυρίαρχη πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων κατά καιρούς δέχεται κύματα ιδεολογικών επιθέσεων και δονκιχωτικών αμφισβητήσεων που όπως η γνωσιολογία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει αφού ξεσπάσουν εφήμερα κατακρημνίζονται και εξαφανίζονται.
Πιο συγκεκριμένα, συμπεριφοριστές, λειτουργιστές, παλαιομαρξιστές, κριτικοί κονστρουκτιβιστές, νεοφιλελεύθεροι και πολλές άλλες ποικιλόμορφες ονοματολογίες κανονιστικής-ιδεολογικής έμπνευσης εμφανίζονται κατά καιρούς για να επιστρατεύσουν αναρίθμητους πιστούς που βάλλουν κατά εκείνης της επιστημονικής πειθαρχίας η οποία ως εκ της θεμελιώδους επιστημολογίας της εμμένει στην περιγραφή των συλλογικών οντοτήτων χωρίς να διανοείται να αμφισβητήσει την ύπαρξή τους και την αξίωσή τους να είναι κυρίαρχες. Μπορεί αυτά τα θεωρήματα και τα ιδεολογήματα να δημιουργούν κυκεώνα γνωμών και σύγχυση στους ανυποψίαστους ενδιαφερόμενους αλλά στο επιστημονικό επίπεδο γρήγορα η «επιστημονική» τους παρουσία εκμηδενίζεται αφήνοντας πίσω μόνο ζημιές και βλάβες (φιλοσοφικές, στοχαστικές, πολιτικές, οικονομικές και εκατόμβες στο διακρατικό επίπεδο). Κοντολογίς, η παροδική εμφάνισή τους στο προσκήνιο των συζητήσεων προκαλεί ζημιές σε όποιον πειστεί και στηρίξει τις αποφάσεις του στα θεωρήματά τους.
Γενικότερα, είναι χρήσιμο να τονιστεί ξανά πως ακόμη και η παραμικρή ιδεολογική εισροή στις πολιτικές επιστήμες τις διαφθείρει, τις διαβρώνει και τις καθιστά πηγή επιστημονικής σύγχυσης, πνευματικής σύγχυσης, ανορθολογικής πολιτικής σκέψης και ασφαλώς ανορθολογικών οικονομικών αποφάσεων που επηρεάζουν αρνητικά τις επενδύσεις, την παραγωγή, το εμπόριο και την κοινωνική ευημερία. Οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν την διεθνή πολιτική για να στηρίξουν τις αποφάσεις τους σε ορθολογιστικές εκτιμήσεις θα ευτυχίσουν εάν και όταν κατορθωθεί να παραμεριστούν ή να περιθωριοποιηθούν γνώμες, ιδεολογίες, ιδεολογήματα και τα συμπαρομαρτούντα λίγο-πολύ επαναστατικά θεωρήματα ούτως ώστε οι διεθνολόγοι να μπορέσουν να ενσωματώσουν σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα την ανάλυση των αιτιών πολέμου, την διεθνή οργάνωση και την διεθνή οικονομία.

Η Διεθνής Πολιτική Οικονομία ως επιστημονική πειθαρχία ενισχύει καίρια τον κύριο κορμό των Διεθνών Σπουδών με ένα ακόμη τρόπο: Αναπτύσσει την πολυσυλλεκτικότητά της με επιστημονικά και επιστημολογικά βάσιμο τρόπο. Αυτό γιατί στο πεδίο της οικονομίας κάθε σφάλμα εκτίμησης πληρώνεται ακριβά και σχεδόν άμεσα. Ως εκ της φύσεως των οικονομικών αποφάσεων, οι αναλύσεις της διεθνούς πολιτικής οικονομίας δεν έχουν πολλά περιθώρια αλμάτων και σφαλμάτων. Σωστές αναλύσεις στην ανάλυση οδηγούν στην επιστημονική ανάδειξη της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας και vice versa. Για να το θέσω διαφορετικά, σε αντίθεση με τα περιθώρια που διαθέτουν ιδεολογίες, ιδεολογήματα και θεωρήματα που εκκολάπτονται στον αχανή και κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτο χώρο των λεγόμενων «κοινωνικών» «επιστημών», η Διεθνής Πολιτική Οικονομία στέκεται πάνω σε στέρεα επιστημολογικά πεδία. Δεν είναι τυχαίο, όπως τονίστηκε πιο πάνω, το γεγονός ότι η εκκόλαψη της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας συντελέστηκε στην επιστημονική αγκαλιά του Πολιτικού Ρεαλισμού, δηλαδή, την μόνη επιστημονικά συντεταγμένη και βάσιμη επιστημονική πειθαρχία των διεθνών σπουδών. Υπό αυτό το πρίσμα, με συγκροτημένο και συντεταγμένο τρόπο η Διεθνής Πολιτική Οικονομία με το να ενισχύει το Θουκυδίδειο Παράδειγμα ενισχύει αποφασιστικά τις προσπάθειες για μια ακόμη πιο ορθολογιστική πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων.
Το κύριο πρόβλημα των διεθνών σπουδών τις τελευταίες δεκαετίες, ακριβώς, ήταν ότι ποικιλόχρωμοι κήρυκες παραδεισένιων προορισμών της ανθρωπότητας, δίνουν μια εικόνα εξαιρετικά εξωπραγματική και κοινωνικοπρακτικά άχρηστη. Είτε περιγράφουν ένα κόσμο ιδεαλιστών-αλτρουιστών είτε ένα κόσμο ενάρετων και αγαθών εμπόρων που συναλλάσσονται σ’ ένα διεθνές σύστημα χωρίς καμπύλες ή αίτια πολέμου. Κοντολογίς όχι μόνο δεν περιγράφουν την σωστή διεθνή πραγματικότητα αλλά επιπλέον απογειώνονται ουτοπικά προκαλώντας πολιτικό ανορθολογισμό που εισρέει στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις. Ακόμη και πολύ σημαντικοί στοχαστές συχνά κάμπτονται όταν η περιρρέουσα ιδεολογική αντίληψη γίνεται γι’ αυτούς αβάστακτη. Οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες όμως, την πραγματικότητα θέλουν και πρέπει να κατανοούν τον πραγματικό κόσμο και όχι ένα ανύπαρκτο κόσμο.
Οι όροι, οι έννοιες και κυρίως τα συνθήματα είναι πολλά: «τέλος της ιστορίας», «οι δημοκρατίες δεν πολεμούν», «η (οικονομική) αλληλεξάρτηση φέρνει την ειρήνη», «η κυριαρχία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι όρος ξεπερασμένος», κτλ. Η συνήθης εξέλιξη αυτών των θεωρημάτων είναι να ενώνουν τα νήματά τους εκλογικεύοντας ηγεμονικές αξιώσεις ισχύος που συντείνουν στην επέκταση και τελικά υπερεπέκταση της εκάστοτε δεσπόζουσας μεγάλης δύναμης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα νεοφιλελεύθερα θεωρήματα που άνθισαν τις τρις τελευταίες δεκαετίες, τα οποία αποτέλεσαν τον ιδεολογικό άξονα του οργίου επεμβατικών δραστηριοτήτων τις δεκαετίες του 1990 και 2000 και τα οποία ευθύνονται, εν πολλοίς, όπως όλοι πλέον γνωρίζουν, για τεράστια διπλωματικά σφάλματα των ΗΠΑ που συνέτειναν, μεταξύ άλλων λόγων, στην πρόκληση της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης. Τέτοια θεωρήματα στην παρούσα ανάλυση, βεβαίως, δεν κρίνονται ως προς το αξιολογικό-ιδεολογικό περιεχόμενό τους που μας είναι επιστημονικά αδιάφορο, αλλά ως προς το αβάσιμο των θεμελιώσεών τους για τον χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, τον προσφορότερο τρόπο διακυβέρνησής του και τις εκτιμήσεις πάνω στις οποίες θα πρέπει να στηρίξουν τις αποφάσεις τους οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, τις δύο τρις τελευταίες δεκαετίες παρεμβαίνει με δύναμη η Διεθνής Πολιτική Οικονομία για να ενισχύσει τον Πολιτικό Ρεαλισμό, την κύρια αν όχι μόνο Πολιτική Επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων. Ακόμη πιο σημαντικό δίνει μια ισχυρή ώθηση προς την κατεύθυνση μιας σχεδόν ολιστικής και βάσιμης ερμηνείας του διεθνούς συστήματος που να συμπεριλαμβάνει τα οικονομικά, τα πολιτικά και τα οργανωτικά δεδομένα. Λάθη είπαμε δεν χωρούν, γιατί λάθος για τους επιχειρηματίες σημαίνει ζημιές, άμεσες, αισθητές και πασίδηλες. Η συντρέχουσα χρηματοοικονομική κρίση και οι επερχόμενες συνέπειές τους το καταμαρτυρούν.
Για να περιορίσει τις πιθανότητες σφαλμάτων η Διεθνής Πολιτική Οικονομία συνεκτιμά τους αναρίθμητους δρώντες του πλανητικοποιημένου κόσμου (των διεθνικών δρώντων συμπεριλαμβανομένων) αλλά και προχωρεί, επίσης, σε μια πειθαρχημένη ιεράρχηση του διεθνούς συστήματος λαμβάνοντας υπόψη τον πραγματικό του χαρακτήρα, δηλαδή την κρατοκεντρική δόμησή του. Δομή που συμπεριλαμβάνει, βεβαίως, τους διεθνείς θεσμούς που υπάρχουν ή αυτούς που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν. Διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, για παράδειγμα, αν –αντί της ελλειμματικής διεθνούς οικονομικής οργάνωσης στην οποία επέμεναν οι ΗΠΑ και αν αντί της αφελούς πεποίθησης πως ο οποιοσδήποτε κοινωνικά μη ελεγχόμενος George Soros θα παίρνει κερδοσκοπικές (και πολιτικές, εν τέλει) αποφάσεις που ωφελούν τόσο τα ιδιοτελή συμφέροντά του όσο και όχι την ελεύθερη οικονομία– υπήρχε μια ορθολογιστική διεθνής οικονομική διαχείριση που θα ιεραρχούσε σωστά τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες του διεθνούς συστήματος. Επίσης, που έθετε σωστά το ζήτημα της επιχειρηματικότητας γιατί οι επιχειρήσεις δεν είναι εγκληματικές οργανώσεις πολιτικά ανέντακτες αλλά είναι μέρος του κοινωνικού σώματος που προάγουν τον πλούτο και την ευημερία. Είναι ένα πράγμα η εξεύρεση χρυσής τομής μεταξύ παραγωγικότητας-ανταγωνιστικότητας που οι υποστηρικτές της ελεύθερης οικονομίας επιθυμούν (και που προϋποθέτει τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού καθώς επίσης και κοινωνική ευαισθησία) και άλλο η αντίληψη που θέλει τους επιχειρηματίες ασύδοτους, άπληστους και κοινωνικά ανεξέλεγκτους ή ανεξέλεγκτους εξωπολιτικούς δρώντες. Η τελευταία, ομολογουμένως, είναι μια πολιτικά ανάποδη προπολιτική αντίληψη και υποψιάζομαι πως επιχειρηματίες που αφοσιώνονται στην υπόθεση της παραγωγής και του εμπορίου, δεν θα ήθελαν να είναι εξωπολιτικά όντα αλλά κοινωνικά και πολιτικά ενταγμένοι. Οι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, είναι πολιτικές οντότητες. Εκτός κοινωνικών και πολιτικών δομών είναι αστάθμητοι, ανεξέλεγκτοι και απρόβλεπτοι. Μπορεί να κυμανθούν από την αρετή μέχρι την εγκληματικότητα και αυτό δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη. Την ανθρώπινη ετερότητα κανείς δεν την εμπιστεύεται και κανείς δεν πρέπει να την εμπιστεύεται αν δεν είναι κοινωνικά και πολιτικά ενταγμένη.
Αυτή είναι η ουσία του πολιτικού πολιτισμού ενδοκρατικά και διακρατικά και δεν αναιρείται από την τεχνολογία της πλανητικής εποχής στην οποία ζούμε. Σ’ αυτό επίσης συνίσταται η μεγάλη αξία του κράτους ως πολιτικής δομής και των κρατοκεντρικών θεσμών ως μέσων διακυβέρνησης του διεθνούς συστήματος. Ενός διεθνούς συστήματος το οποίο αναπόδραστα είναι ευαίσθητο στις ανελέητες αντιπαραθέσεις των ηγεμονικών δυνάμεων, στα υπόλοιπα αίτια πολέμου και στις ποικιλόχρωμες επαναστατικές ιδέες που το κατατρύχουν.

Μια διεθνής διακυβέρνηση θα ήταν πολύ πιο ορθολογιστική αν υπήρχε μια διεθνής οικονομική και πολιτική οργάνωση που θα είχε συνεκτιμήσει σωστά και ορθολογιστικά τόσο την πλανητικοποίηση των οικονομικών φαινομένων όσο και την ανυπαρξία ενός δικαιακά θεμελιωμένου και γι’ αυτό αναγκαία κοινωνικά νομιμοποιημένου πλανητικού συστήματος κατανομής των πόρων και ρύθμισης των συναλλαγών. Αν αυτές οι απλές αλήθειες γινόταν περισσότερο κατανοητό, τονίζει ο Robert Gilpin στο Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία, πολλοί θα εκτιμούσαν πολύ περισσότερο τους υφιστάμενους διεθνείς θεσμούς όπως τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και θα υποστήριζαν την δημιουργία νέων παρόμοιων. Όπως ήδη ακούσαμε, αυτό δρομολογήθηκε μόλις πρόσφατα στην σύνοδο των αντιπροσώπων των 20 μεγάλων οικονομιών στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Νοέμβριο 2008.
Στην βάση κάθε ορθολογιστικής θεώρησης του κόσμου δεν μπορεί παρά να βρίσκεται η θέση πως όσο ελλειμματικό και αν είναι το σύγχρονο κρατοκεντρικό καθεστώς και οι διεθνείς θεσμοί που εδράζονται πάνω σε αυτό, η κυριαρχία κάθε κράτους παραμένει το μόνο ανθρωπολογικά και πολιτικά συγκροτημένο μέσο ομαδοποίησης των ανθρώπων και ο μόνος χώρος στο εσωτερικό του οποίου μπορεί να υπάρξει τόσο κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη δικαιοσύνη όσο και κοινωνικά νομιμοποιημένη τάξη διανεμητικών συνεπειών. Η προέκταση αυτής της δομής, ακριβώς, δεν είναι κάποιος κόσμος εξωπολιτικών δρώντων τύπου George Soros τον οποίο πολλοί θεοποίησαν αλλά ένας κόσμος σφριγηλά και αποτελεσματικά διακυβερνούμενος από τους διακυβερνητικούς διεθνείς θεσμούς. Αυτό με τίποτα δεν σημαίνει περιστολή της ελεύθερης οικονομίας και του ελεύθερου εμπορίου. Το αντίθετο. Σημαίνει αρχές και κανόνες που το κατοχυρώνουν και που επιτρέπουν μια πιο εύρυθμη και πιο εύτακτη διεθνή πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση.
Αυτές τις αλήθειες, πάντως, τις ανακαλύπτουμε κάθε φορά που ανακύπτουν κίνδυνοι για την διεθνή τάξη, τις ανακαλύπτουμε κάθε φορά που λαμβάνει μια οικολογική καταστροφή, τις ανακαλύπτουμε κάθε φορά που εκδηλώνεται μια τρομοκρατική ενέργεια και τις ανακαλύψαμε με πολύ μεγάλο κόστος όταν ο κάθε εξωπολιτικός Σόρος του διεθνούς συστήματος καταβαράθρωσε το εισόδημα εκατομμυρίων ανθρώπων θέτοντας σε κίνδυνο την βιωσιμότητα των εθνικών οικονομιών και της διεθνούς οικονομίας. Είναι λοιπόν ένα πράγμα η ελεύθερη οικονομία ενδοκρατικά και διακρατικά που προάγει τον οικονομικό ορθολογισμό και που δημιουργεί βέλτιστες προϋποθέσεις επενδύσεων, παραγωγής και οικονομικών αποφάσεων και άλλο η αναρχία και το χάος που καταργεί τους κοινωνικούς ελέγχους σε όλα τα επίπεδα και που καθιστούν τον κόσμο πολιτικά και οικονομικά άκρως απρόβλεπτο και έρμαιο κοινωνικά ανεξέλεγκτων αποφάσεων. Το τελευταίο κανένα δεν συμφέρει.

Όσοι ενδιαφέρονται να μελετήσουν έγκυρες και αξιόπιστες αναλύσεις για την διεθνή πολιτική οικονομία –φοιτητές, επιχειρηματίες, πολιτικά ελίτ, πληροφορημένοι πολίτες– καλό θα κάνουν να κατανοήσουν πως τα πιο πάνω δεν είναι απόμακρες ακαδημαϊκές σκέψεις που καλλιεργούνται σε απόμακρα ακαδημαϊκά γραφεία. Σίγουρα, υπάρχουν σκοτεινά ακαδημαϊκά υπόγεια και κατά την εκτίμησή μου είναι από καιρού κοινωνικά άχρηστα και παρασιτικά. Όμως, ταυτόχρονα υπάρχουν πολλές έγκυρες και αξιόπιστες αναλύσεις. Κανείς δεν έχει παρά να μελετήσει το αριστούργημα της αξιολογικά ελεύθερης πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων από ένα διακεκριμένο εκπρόσωπο του Πολιτικού Ρεαλισμού στο John Mersheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων (Εκδόσεις Ποιότητα, 2007) για να κατανοήσει πόσο πολύτιμη για όλους είναι μια καλή ανάλυση του διεθνούς συστήματος.
Για ένα ακόμη λόγο, η προαναφερθείσα σχεδόν «υποχρεωτική» επιστημονική βασιμότητα των επιλογών της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας οδήγησε σε μια αντίστοιχα βάσιμη εκλεκτικότητα στις από καιρού προσπάθειες της πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων να διευρυνθεί εκλεκτικά και ταυτόχρονα βάσιμα στην κοινωνιολογία, στην εθνολογία, στην στο δίκαιο, στην θεσμική ανάλυση και στην ηθική φιλοσοφία ή και στην πολιτική φιλοσοφία με την ευρύτερη έννοια του όρου. Για να το κάνει αυτό χωρίς να προκαλέσει ζημιές ένας οικονομολόγος, όμως, απαιτείται να ανιχνεύσει, εντοπίσει και αντλήσει εκλεκτικά από εκείνες τις αναλύσεις αυτών και άλλων τομέων. Η Ρεαλιστική βασιμότητα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, δηλαδή, διεύρυνε τους ορίζοντες των Διεθνών σπουδών επιστημονικά και επιστημολογικά. Αυτό εννοούμε όταν πιο πάνω γράψαμε «βάσιμη και διεπιστημονική εκλεκτικότητα» και σ’ αυτό η συμβολή της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας είναι όντως αποφασιστικής σημασίας. Θρέφει και τρέφεται από τον Πολιτικό Ρεαλισμό.
Ποιος θα μπορούσε να πάρει ορθολογιστικές οικονομικές αποφάσεις χωρίς να συνεκτιμά επαρκώς και ορθολογιστικά το σύνολο των παραγόντων ενδοκρατικά και διακρατικά! Ποιος θα μπορούσε να πάρει οικονομικές αποφάσεις στην βάση ιδεολογημάτων του είδους «ζούμε σε ένα πλουραλιστικό κόσμο όπου επικρατεί συλλογικός ορθολογισμός επειδή υπάρχει ένα αόρατο χέρι που κάνει τους ανθρώπους ατομικά ορθολογιστές, ηθικά ενάρετους και περίπου αλτρουιστές»! Ποιος θα μπορούσε να πάρει σωστές πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις αν παρασυρθεί από την αβάσιμη ουτοπική θέση πως επίκειται η μια ή άλλη παγκόσμια πολιτική ενότητα.

Ανεξάρτητα του πόσο η Διεθνής Πολιτική Οικονομία διευρύνεται εκλεκτικά προς άλλους τομείς των κοινωνικών επιστημών, ο πυρήνας ή καλύτερα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος παραμένουν οι ίδιες: Είναι πρώτον, η οικονομική επιστήμη που εκτείνεται από την μικροοικονομία-μακροοικονομία μέχρι το διεθνές εμπόριο και κάθε άλλη διεθνή οικονομική δραστηριότητα και δεύτερον, η πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων, δηλαδή, οι Διεθνείς Σπουδές στην ολιστική τους μορφή που καλλιεργούνται από τον Πολιτικό Ρεαλισμό. Μόνο μια τέτοια πολύπλευρη και ολιστική θεώρησή τους τις καθιστά επαγγελματικά χρήσιμες και κοινωνικοπρακτικά ωφέλιμες.
Η διαδρομή της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, είναι χαρακτηριστική. Αν και η διεθνής πολιτική οικονομία περιγράφει διαχρονικές τάσεις σε ιστορικό βάθος που φτάνουν μέχρι και την κλασική εποχή ή και παλαιότερα, τις τρις τελευταίες δεκαετίες προσέλκυσε μεγάλο ενδιαφέρον –βασικά μετά το εμβληματικό άρθρο του Stephen Krasner State power and the structure of the International Trade και κορυφώθηκε με τα έργα του Robert Gilpin, το τελευταίο του οποίου είναι το Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία (εκδόσεις Ποιότητα)– επειδή καταπιάστηκε βάσιμα, έγκυρα και αξιόπιστα με τις συνέπειες της πλανητικοποίησης των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Στο σημείο αυτό ίσως είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι ο όρος «πλανητικοποίηση» αποτελεί και την σωστή απόδοση του «globalization» αντί της «παγκοσμιοποίησης», ο οποίος αν και επικράτησε ως όρος στις καθημερινές συζητήσεις ως έννοια ενέχει ιδεολογικές προεκτάσεις που στρεβλώνουν την σκέψη μιας και που δίνουν την ψευδή εικόνα μιας παγκόσμιας πολιτικής ενότητα που όπως κάθε λογικός άνθρωπος κατανοεί δεν είναι προ των θυρών.
Για να κατανοήσουμε την ουσία και την σημασία της διεθνούς πολιτικής οικονομίας θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να δώσουμε τους κύριους άξονες. Διατρέχοντας το αριστουργηματικό έργο του Robert Gilpin Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία που αποτελεί και την αποκρυστάλλωση της πιο ώριμης σκέψης του μεγάλου αυτού πολιτικού επιστήμονα των διεθνών σχέσεων, παρατηρούμε ότι συνδυαστικά και ολιστικά η Διεθνής Πολιτική Οικονομία καλύπτει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
i. Συγκριτική ανάλυση των οικονομικών θεωριών (φιλελεύθερη, μαρξιστική, νεομαρξιστική, κτλ).
ii. Το διεθνές σύστημα (μορφή, χαρακτηριστικά, ιεραρχίες, δυναμικές, οργάνωση, διακυβέρνηση).
iii. Τις οικονομικές δομές ενδοκρατικά και διακρατικά (αγορά, παραγωγή, εμπόριο, καταναλωτικά πρότυπα, οικονομικές πολιτικές, αναπτυξιακές πολιτικές).
iv. Τις μικροοικονομικές, μακροοικονομικές και επιχειρηματικές αποφάσεις ενδοκρατικά και διακρατικά.
v. Τους διεθνικούς δρώντες και τις διανεμητικές συνέπειες των δράσεων τους.
vi. Τον ρόλο των διεθνών θεσμών υπό το πρίσμα της διεθνούς διακυβέρνησης.
vii. Την ισχύ και τον διανεμητικό της ρόλο στην διεθνή κατανομή συμφερόντων.
viii. Τα συναφή αίτια πολέμου που δρουν ως παρεμβαλλόμενες πολιτικές παρεμποδίζοντας την συνεργασία και ιδίως τον ρόλο των διεθνών οικονομικών φαινομένων στην γένεση και ανάπτυξη των αιτιών πολέμου.
ix. Τον ρόλο και την σημασία των ηγεμονικών δυνάμεων υπό το πρίσμα εναλλακτικών θεωρήσεων για την διεθνή οικονομική και πολιτική σταθερότητα.
x. Τον ρόλο της κυριαρχίας ως διανεμητικού μηχανισμού ενδοκρατικά και διακρατικά, ως ανθρωπολογικής δομής και ως παραγωγού ή καταναλωτή ισχύος.
xi. Τον ρόλο της αλληλεξάρτησης στις ανακατανομές συμφερόντων και οι συνέπειες για την διεθνή διακυβέρνηση, για την συνεργασία και για την σύγκρουση.
xii. Τα διεθνή πολιτικά και οικονομικά καθεστώτα, τις συνέπειες για την διεθνή διακυβέρνηση και τις ευκαιρίες ή κινδύνους για τα ενδιαφερόμενα κράτη ή επιχειρηματίες.
xiii. Τη σημασία των τεχνολογικών παραμέτρων.
xiv. Τις χρηματοοικονομικές και χρηματοπιστωτικές πολιτικές ενδοκρατικά και διακρατικά.
xv. Οι συναρτήσεις μεταξύ εμπορίου, των όρων που διεξάγεται, της διεθνούς οικονομικής οργάνωσης και των εσωτερικών οικονομικών αποφάσεων.
xvi. Οι νομισματικές πολιτικές ενδοκρατικά και διακρατικά.
xvii. Οι περιφερειακές ενώσεις σε όλο το μήκος, πλάτος και βάθος των συνεπειών τους για την διεθνή οικονομία και τον τρόπο που επηρεάζουν τα μέλη και τρίτους ενδιαφερόμενους.
xviii. Το ρόλος των πολυεθνικών επιχειρήσεων.
xix. Την οικονομική ανάπτυξη και τα διαρθρωτικά ζητήματα υπό το πρίσμα όχι μόνο του ενδοκρατικού αλλά και του διακρατικού καταμερισμού εργασίας.
xx. Ζητήματα όπως η προσβασιμότητα των αγορών και τα αίτια των κυμάνσεων μεταξύ ανοικτής οικονομίας και προστατευτισμού.
xxi. Τα ζητήματα στρατηγικής και ασφάλειας που αφορούν την διεθνή πολιτική οικονομία.
xxii. Την σχέση μεταξύ κρατικής ισχύος και της κατοχής οικονομικών, χρηματοοικονομικών και πλουτοπαραγωγικών πόρων από μη κρατικούς δρώντες που δραστηριοποιούνται στην διεθνή πολιτική.

Όπως γίνεται αντιληπτό πρόκειται για μια τιτάνια ολιστική ερμηνεία του πυρήνα των διεθνών σχέσεων που σχετίζονται με το διεθνή οικονομία. Οι πολιτικοί επιστήμονες της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, δεν είναι, ασφαλώς, τιτάνες. Το επιτυγχάνουν i) επειδή στηρίζονται σε μια σιδερένια επιστημονική πειθαρχία που δανείστηκαν από τον Πολιτικό Ρεαλισμό, ii) επειδή οι θεωρήσεις τους δεν εμπεριέχουν επαναστατισμό που πάντοτε εξουδετερώνει κάθε επιστημονική αξίωση μελέτης του διεθνούς συστήματος και iii) επειδή στέκονται σε μια μη κανονιστική και αξιολογικά ελεύθερη ερμηνεία που τηρεί πάγιους κώδικες επιστημονικής δεοντολογίας. Αυτούς τους υψηλούς στόχους πρέπει να στοχεύει η Πανεπιστημιακή μόρφωση και όχι την ιδεολογική μόδα. Αυτή την πολύ θρεπτική πνευματική τροφή πρέπει να αναζητούν οι επιχειρηματίες, οι πολιτικοί και οι πολίτες. Για να παραφράσω τον Παναγιώτη Κονδύλη, τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα –κυρίαρχα στην θαυμαστή ζούγκλα των ελληνικών κοινωνικών επιστημών– μπορεί να είναι εύγεστα μιας και τρέφουν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις αλλά είναι επαγγελματικά και κοινωνικοπρακτικά θρεπτικά.
Ασφαλώς, είναι φυσικό πως κάθε προσπάθεια ανάπτυξης ενός βάσιμου ολιστικού ερμηνευτικού σχήματος απαιτείται να διαχειριστεί και να ιεραρχήσει κριτήρια και παράγοντες του χαώδους λαβύρινθου που δημιουργούν οι διαδράσεις αναρίθμητων μεταβλητών της διεθνούς πολιτικής, της διεθνούς οικονομίας, των κρατικών στρατηγικών και των διεθνικών δρώντων. Απαιτείται επίσης ευρυμάθεια που ακονίζει το μάτι ούτως ώστε να βλέπει τις συναρτήσεις, τις ιεραρχήσεις των σημασιών και τις κυμάνσεις των μεταβλητών. Αναμφίβολα, πάντοτε παραμονεύει ο κίνδυνος επιχειρώντας να κατανοήσεις τα πάντα να μην κατανοήσεις οτιδήποτε. Επισημαίνεται τέλος ότι παραμονεύει το τυχαίο και οι μεταπτώσεις στις συμπεριφορές που μπορεί να προκληθούν από δραστηριότητες αδιαφανών εξωπολιτικών δρώντων που διαφεύγουν των κρατικών και διακρατικών ελέγχων και των οποίων οι δραστηριότητες διευκολύνονται από την τεχνολογική πρόοδο και την πλανητικοποίηση των οικονομικών φαινομένων.
Τα τελευταία ελλείψει αποτελεσματικής διεθνούς θεσμικής οργάνωσης δημιουργούν ένα μεγάλο κενό που προκαλεί ταυτόχρονα διάβρωση των κυριαρχικών ελέγχων και διάβρωση της διεθνούς διακυβέρνησης με αποτέλεσμα τον ανορθολογισμό σε αμφότερα τα επίπεδα και την όξυνση των κινδύνων μεταπτώσεων και καθιζήσεων όπως οι κρίσεις τόσο της δεκαετίας του 1990 στην Νοτιοανατολική Ασία όσο και η πολύ μεγαλύτερη παγκόσμια κρίση του 2008. Αυτοί οι κίνδυνοι αντιμετωπίζονται μόνο με γρανιτένια επιστημολογική πειθαρχία, με βάσιμους εκλεκτικούς δρασκελισμούς μεταξύ επιστημονικών τομέων και κυρίως με πολύ καλή γνώση ή τουλάχιστον πολύ καλή εποπτεία του γνωστικού κεκτημένου της πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων. Αυτός είναι ο Πολιτικός Ρεαλισμός και δεν είναι τυχαίο πως την Διεθνή Πολιτική Οικονομία την σκέφτηκαν, την εκκόλαψαν και την γιγάντωσαν οι κορυφαίοι των κορυφαίων Πολιτικών Ρεαλιστών.
Θα μπορούσε να τονιστεί πως παρά τον τιτάνιο χαρακτήρα του επιστημονικού εγχειρήματος του τομέα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας να συνδυάσει με επιτυχημένο, βάσιμο, έγκυρο και ερμηνευτικά αξιόπιστο τρόπο την μελέτη της διεθνούς οικονομίας με την πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων, τα επιτεύγματα είναι πολύ μεγάλα και πολύ σημαντικά. Στην πιο υψηλή βαθμίδα βρίσκεται σίγουρα ο Robert Gilpin που διόλου τυχαίο ονομάστηκε από ομότεχνους του αλλά και κορυφαίους δρώντες της διεθνούς οικονομικής ζωής ως «ο πρύτανης της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας» (Robert Jervis, Paul Volcker που ο Πρόεδρος Ομπάμα επέλεξε ως τον επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου εξόδου από την διεθνή οικονομική κρίση). Όπως και με το σύνολο των διεθνών σπουδών, βεβαίως, μιλάμε για ένα επιστημονικό άθλημα στο πλαίσιο του οποίου ο διεθνολόγος αναμετριέται με το γεγονός ότι εξετάζει ένα ρευστό και αστάθμητο κόσμο. Το γεγονός ότι αυτός ο επιστημονικός τομέας ήδη αναπτύχθηκε ραγδαία και πέτυχε τόσα πολλά απαιτείται να τύχει προσοχής από τους επαγγελματίες αλλά και από τα πανεπιστήμια διεθνών σπουδών για τα οποία η ελληνική κοινωνία δεσμεύει σπάνιους πόρους.

Από τα πιο πάνω γίνεται αντιληπτό πως η Διεθνής Πολιτική Οικονομία διαχειρίζεται βάσιμα και επιστημονικά πλήθος ζητημάτων βαθύτατων διανεμητικών προεκτάσεων τόσο στην ενδοκρατική όσο και στην διακρατική ζωή. Όπως πάντοτε ίσχυε, δεν υπάρχει χρυσή απάντηση για την σχέση μεταξύ παραγωγικότητας-αποτελεσματικότητας και ιδεατής κοινωνικής δικαιοσύνης (και επί του προκειμένου διακρατικής και δια-περιφερειακής δικαιοσύνης). Κατά συνέπεια, αν και η ανάλυση αγγίζει φιλοσοφικά διλήμματα που θέτει η οικονομική οργάνωση στην κατανομή των πόρων σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν αναφερόμαστε, εύκολες ηθικές απαντήσεις δεν υπάρχουν.
Υπάρχει εν τούτοις περιθώριο για βάσιμη διλημματική φιλοσοφική σκέψη που αφορά τις οικονομικές επιλογές. Συναφώς, δεν είναι τυχαίο ότι μερικοί φιλελεύθεροι ή μαρξιστές αναλυτές της διεθνούς πολιτικής οικονομίας διακλαδώθηκαν σε τάσεις επηρεασμένες από τις κυρίαρχες ιδεολογίες του φιλελευθερισμού και του μαρξισμού που ανέπτυξαν τις δικές τους θεωρήσεις (πολλών ομολογουμένως αποχρώσεων εκατέρωθεν) για την διεθνή πολιτική οικονομία. Ακόμη, τα ζιζάνια και τα παράσιτα δεν λείπουν. Οι λεγόμενοι «κριτικοί» όπως και με όλα τα άλλα θέματα ψάχνοντας για βελόνια στα άχυρα βυθίζονται στο τέλμα των θεμελιωδών συγχύσεων και των επιστημονικών σφαλμάτων. Όπως με όλα τα καλής ποιότητας πράγματα πάντοτε προκύπτουν απομιμήσεις.
Ο Πολιτικός Ρεαλισμός, βεβαίως, ως πιο πειθαρχημένη επιστημονική προσέγγιση, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Robert Gilpin στο τελευταίο του έργο για την δική του φιλοσοφική στάση, είναι ιδεολογικά αποστασιοποιημένος. Γι’ αυτό, χρήζει να τονιστεί ότι, παρά την συνεισφορά μερικών σημαντικών φιλελεύθερων (Nye, Keohane, Lake, et al) και νεομαρξιστών (Wallerstein, Cox et al), η επιστημονικά πλέον εύρωστη και η επιστημονικά πλέον περιεκτική ερμηνεία των διεθνών οικονομικών φαινομένων υπό το πρίσμα της διεθνούς πολιτικής οικονομίας έχει γίνει από τον Πολιτικό Ρεαλισμό και ιδιαίτερα από τους προαναφερθέντες κορυφαίους ταγούς του Παραδοσιακού Παραδείγματος Krasner και Gilpin, των οποίων τα κείμενα είναι κλασικά και πάντοτε στην πρώτη γραμμή των επιστημονικών συζητήσεων. Η Suzan Strange, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεισέφερε προς την ίδια κατεύθυνση.

Ήδη αναφέραμε ότι η μεγάλη χρησιμότητα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας δεν έχει προσεχθεί επαρκώς στην Ελλάδα. Τουλάχιστον εν μέρει, η καχεξία της επιστημονικής μελέτης της διεθνούς πολιτικής οικονομίας ως επιστημονικού τομέα στην Ελλάδα οφείλεται στην αδικαιολόγητη υπονόμευση –σε αναλύσεις δημοσιογραφικού κυρίως χαρακτήρα και ιδεολογικά επηρεασμένα– της κυρίαρχης ερμηνείας των διεθνών φαινομένων, δηλαδή του Πολιτικού Ρεαλισμού.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή η επιστημονική οπισθοδρόμηση τείνει να αντιστραφεί δραστικά και ταχύρυθμα σε τρία τουλάχιστον τμήματα Διεθνών Σπουδών, στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, στο Πάντειον Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Η προαναφερθείσα υπονόμευση, βεβαίως, ως είθισται σε μικρά και έξωθεν εξαρτώμενα κράτη στα οποία η επιστημονική χειραφέτηση καταπολεμείται, δεν έχει επιστημονικά ερείσματα, είναι αλλοπρόσαλλη και αντιγράφοντας άλλους τομείς της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής ζωής μετά το 1945 είναι παραταξιακά ευέλικτη, ιδεολογικά περιπλεγμένη και πνευματικά συγκεχυμένη. Στην Ελλάδα οι υπονομεύσεις αυτές ενδύονται σπουδαιοφανείς όρους και έννοιες που αναμασούν ιδεολογικού χαρακτήρα και παροδικής σημασίας ξενόγλωσσες θεωρήσεις τις οποίες στην συνέχει εμφανίζουν σε κατάπληκτα ακροατήρια ως «μοντέρνα θεώρηση», «νέα θεσμική θεωρία», «σύγχρονος τρόπος σκέψης» και άλλα παρόμοια κουραστικά και ανούσια που καταμαρτυρούν αμάθεια και ελλείμματα επιστημονικής αυτοπεποίθησης.

Η εκπληκτική αν όχι επιστημονικά συγκλονιστική ολιστική ερμηνεία των πολιτικών και οικονομικών φαινομένων ενδοκρατικά και διακρατικά που επιχειρεί η Διεθνής Πολιτική Οικονομία, ερμηνεύει και το γεγονός ότι ως επιστημονικός κλάδος είναι πλέον τρις δεκαετίες μετά τα πρώτα σκιρτήματα, στην πρώτη γραμμή τόσο των διεθνών σπουδών όσο και της οικονομικής επιστήμης. Τονίζουμε ξανά πως στην Ελλάδα, αν και αυτό είναι παράδοξο, η Διεθνής Πολιτική Οικονομία καλλιεργείται από ακαδημαϊκούς που μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού και οι οποίοι, επιπλέον, είναι οικονομολόγοι χωρίς επαρκή εποπτεία της θεωρίας διεθνών σχέσεων (αυτό δεν είναι μομφή αλλά επισήμανση ενός δομικού ελλείμματος που ενδεχομένως δεν αφορά μόνο την Ελλάδα). Ήδη από καιρό, οξυδερκείς οικονομολόγοι όπως ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης (Πάντειον Πανεπιστήμιο) και ο Άγγελος Κότιος (Πανεπιστήμιο Πειραιώς) που μελετούν το διεθνές εμπόριο, τα διεθνή χρηματοοικονομικά, τις ξένες επενδύσεις και τις κρατικές πολιτικές από καιρό χρησιμοποιούν τα έργα διεθνολόγων της διεθνούς πολιτικής οικονομίας.
Καταθέτοντας την πείρα μου ως πανεπιστημιακός, σημειώνω ότι πρόσφατες προκηρύξεις με τίτλο «διεθνής πολιτική οικονομία» δεν προκάλεσαν την εμφάνιση διεθνολόγων των προαναφερθέντων επιστημονικών προδιαγραφών, δηλαδή, επιστημονικών δεξιοτήτων που επιτρέπουν άνετη και βάσιμη κίνηση μεταξύ θεωρήσεων για την διεθνή πολιτική οικονομία και θεωρήσεων για τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος. Πολλοί υποψήφιοι, αν και μερικές φορές λαμπροί οικονομολόγοι, το βιογραφικό τους και οι δημοσιεύσεις τους δεν μαρτυρεί μια τέτοια διευρυμένη εξειδίκευση στον τομέα αυτό ή δυνατότητες δυναμικής μετεξέλιξης προς αυτή την κατεύθυνση. Για να υπάρχει μια τέτοια δυναμική απαιτείται στοιχειώδης, έστω, γνώση ή επίγνωση του κεκτημένου της πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων, δηλαδή, της θεωρίας διεθνών σχέσεων.
Μια σοβαρή προσπάθεια γόνιμης συνδυαστικής ανάλυσης απαιτεί κατάρτιση στις προαναφερθείσες γραμμές. Θα πρέπει να μπορεί να συνδυάσει με επιτυχία την πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων με την οικονομική θεωρία. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ένας καταρτισμένος διεθνολόγος των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος μπορεί κάλλιστα να διδάξει και να γράψει επί ζητημάτων διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Τα έργα του Αθανάσιου Πλατιά εμπεριέχουν ισχυρές δόσεις διεθνούς πολιτικής οικονομίας στην μελέτη του διεθνούς συστήματος, ο ίδιος συνδυάζει με επιτυχία την στρατηγική ανάλυση με την οικονομική ανάλυση, ο Χάρης Παπασωτηρίου διδάσκει σε μεταπτυχιακό επίπεδο μαθήματα Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας και ο Βασίλης Φούσκας χρησιμοποιεί στοιχεία αυτής της επιστημονικής πειθαρχίας για να ερμηνεύσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ο υποφαινόμενος σε μαθήματα διεθνούς πολιτικής στο Πάντειον Πανεπιστήμιο αρχές της δεκαετίας του 1990 δίδαξε τα έργα του Gilpin και ταυτόχρονα μαζί με τον Αθανάσιο Πλατιά υποστηρίξαμε ένθερμα την δημιουργία Τομέα Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Διεθνών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Οι ίδιοι, επίσης, τώρα στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς σε συνεργασία με συναδέλφους οικονομολόγους τονίζουν την υψηλή επιστημονική σκοπιμότητα συντεταγμένης ενσωμάτωσης της διεθνούς πολιτικής οικονομίας στα προγράμματα σπουδών. Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, επίσης, Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειον πρωτοστάτησε για την πρόσληψη νέου επιστήμονα με στοιχεία εξειδίκευσης την διεθνή πολιτική οικονομία. O Βασίλης Φούσκας, επίσης, μόλις μετατάχθηκε από το εξωτερικό στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς δίδαξε το μάθημα της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Δηλαδή, καταμαρτυρείται ήδη ένα έντονο ενδιαφέρον των ελλήνων πολιτικών επιστημόνων των διεθνών σχέσεων ο οποίοι από καιρό και στην βάση συγκεκριμένων επιστημονικών αιτιολογήσεων επιδιώκουν να ενισχύσουν τους ομότεχνούς τους προς αυτή την γόνιμη επιστημονική κατεύθυνση.
Σε μια μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση, όμως, είναι αναγκαίο οι διεθνείς σπουδές στην Ελλάδα να προσανατολίσουν την έρευνα και την διδασκαλία με τρόπο που θα ενσωματώνει πιο συστηματικά τις δύο συγγενικές επιστημονικές πειθαρχίες και υπό αυτό το πρίσμα να διευρυνθεί στα Τμήματα Οικονομικών Σπουδών. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Ενδεικτικά αναφέρω την πρόκληση ενδιαφέροντος για διδακτορικά στο πλαίσιο ενός ολιστικού διεθνολογικού προσανατολισμού που να συμπεριλαμβάνει τόσο την διεθνή οικονομία όσο και τις πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος, την εξώθηση προικισμένων νεοεισερχόμενων διεθνολόγων των πολιτικών επιστημόνων των διεθνών σχέσεων προς την κατεύθυνση της διεθνούς πολιτικής οικονομίας (αυτή είναι ίσως και η πλέον ταχύρρυθμη και ίσως η πιο «εύκολη» και βραχυπρόθεσμα ίσως η πιο αποδοτική προσέγγιση) και η ενθάρρυνση τέτοιων εγχειρημάτων με υποτροφίες από τον επιχειρηματικό κόσμο (από το κράτος ελάχιστα μπορεί κανείς να προσδοκεί εκτός και αν κάποιοι ανώτατοι πολιτικοί και κρατικοί λειτουργεί κατανοήσουν την επιστημονική και επαγγελματική σημασία των γνωστικών πεδίων και επηρεάσουν την διοχέτευση πόρων).

Για να γίνω συμπερασματικός και πραγματιστής, στην Ελλάδα βλέπω πιθανότητες άμεσης ανάπτυξης αυτής της τόσο χρήσιμης επιστημονικής εξειδίκευσης μόνο i) αν ενισχυθεί το προαναφερθέν ενδιαφέρον των πανεπιστημιακών των πολιτικών όψεων του διεθνούς συστήματος, ii) αν συνδράμουν σ’ αυτό περισσότεροι οικονομολόγοι, iii) αν το κράτος συνδράμει δεσμεύοντας πόρους και iv) αν οι ενδιαφερόμενες επαγγελματικές ενώσεις συνδράμουν με υποτροφίες και χρηματοδοτήσεις μεταπτυχιακών.
Όπως και με πολλά άλλα πράγματα στην Ελλάδα, ότι γίνει επιτυγχάνεται με προσωπικούς αγώνες που πάντοτε προσκρούουν σε τείχος ιδεολογημάτων. Κυρίως πρέπει να αντικρουστεί η άγνοια, τα επενδυμένα ιδιοτελή συμφέροντα (που στους πανεπιστημιακούς χώρους περιττεύουν). Ο χειρότερος εχθρός της προόδου, πάντως, είναι ο μιμητισμός και ο πιθηκισμός της μη χειραφετημένης επιστημονικής σκέψης που διευκολύνει τοποθετήσεις, προσοδοφόρες καριέρες και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Σχετικά είναι τα προαναφερθέντα για σπουδαιοφανείς όρους, πομπώδεις επικλήσεις ξένων προτύπων και άλλες κανονιστικά-αυθαίρετα εμπνευσμένες και ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες ηχηρές σαπουνόφουσκες. Όλοι έχουν συμφέρον, ακριβώς, να διακρίνουν μεταξύ ιδεολογίας ή έκφρασης γνωμών και των επιστημονικών αναλύσεων. Οι τελευταίες εύκολα διολισθαίνουν στις ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες.
Η επιστημονική ανάπτυξη απαιτείται να μην παρασύρεται από την μόδα, να μην εντυπωσιάζεται από ηχηρούς σπουδαιοφανείς όρους και να στηρίζεται σε μια επιστημονικά περιεκτική και επιστημονικά χειραφετημένη αιτιολόγηση ως προς τι είναι επαγγελματικά και κοινωνικοπρακτικά χρήσιμο. Δεν θα επεκταθώ άλλο εδώ γι’ αυτό το μεγάλο πρόβλημα που αφορά τα ελλείμματα της επιστημονικής ανάπτυξης των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά, κλείνοντας, θα μπορούσα να αναφέρω μερικά αίτια που ερμηνεύουν μια κάποια επιφυλακτικότητα και ίσως απαισιοδοξία:
α) Κάθε τάση ιδεολογικοποίησης και κομματικοποίησης στα πανεπιστημιακά τμήματα διεθνών σπουδών ακυρώνει τις προσπάθειες βάσιμης επιστημονικής ανάπτυξής τους. Οι παροικούντες την ακαδημαϊκή Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι από καιρό δεν μιλάμε για παροδικές παθογένειες αλλά για επιδημία.
β) Κάθε στάση που φανερώνει μιμητισμό και πιθηκισμό της εκάστοτε μόδας δείχνει το έλλειμμα επιστημονικής χειραφέτησης. Σε Γενική Συνέλευση θα μπορούσε να ακουστεί: «να προκηρύξουμε ελκυστικά γνωστικά αντικείμενα». Ενδιαφέρει, δηλαδή, το ηχηρό και οι κενές εντυπώσεις που αυτό προκαλεί και όχι το επιστημονικά περιεκτικό και το επαγγελματικά χρήσιμο. Έτσι άσχετοι που επιτυγχάνουν να αναρριχώνται σε ακαδημαϊκές θέσεις με οχλαγωγίες που θυμίζουν αριστερίστικες φωνασκίες της δεκαετίας του 1970 δυνατό να παρεμποδίζουν την καθιέρωση και ανάπτυξη επιστημονικά βάσιμων γνωστικών πεδίων κραυγάζοντας διάφορες ονοματολογίες της μόδας που έτυχε να προσέξουν στα περιθώρια άλλων ενασχολήσεων.
γ) Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα είναι το έλλειμμα συνειδητοποίησης των αναγκών στο επίπεδο της πανεπιστημιακής μόρφωσης από τον επιχειρηματικό κόσμο και έλλειμμα ευθύνης των κρατικών παραγόντων που φοβούμενοι μια περιρρέουσα ιδεολογική τρομοκρατία δεν συνδέουν τα πανεπιστήμια με την κοινωνία με τις παραγωγικές δυνάμεις. Έτσι, δέχονται μια παρασιτική απομόνωση στο όνομα του «ασύλου» που όλοι γνωρίζουν πως είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από «άσυλο επιστημονικής ανεξαρτησίας». Αυτό βεβαίως, δεν αφορά μόνο τις διεθνείς σπουδές. Οφείλεται στην σκανδαλώδη –και αυτή υποκινούμενη από εξίσου απαρχαιωμένα ιδεολογήματα– παρεμπόδιση της σύνδεσης της επιστήμης με τις εμπορικές, οικονομικές και παραγωγικές τάξεις (στις τελευταίες συμπεριλαμβάνω και την κορυφαία παραγωγική τάξη που διασφαλίζει την κοινωνία στο σύνολό της, δηλαδή, τις Ένοπλες Δυνάμεις). Συνδέεται επίσης με την σύγχυση, σκόπιμη μερικές φορές, μεταξύ ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας που αφορά την ελεύθερη επιστημονική ανάπτυξη στην βάση πάγιων κριτηρίων επιστημονικής δεοντολογίας και αντικειμενικότητας και της διολίσθησης του κοινωνικά απυρόβλητου οχυρού της ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας σε ανεξέλεγκτες πρακτικές που την ακυρώνουν.
δ) Την απουσία μιας επιστημονικής κοινότητας πραγματικά ακαδημαϊκά ανεξάρτητης (κυρίως απαλλαγμένης ιδεολογικών βαριδίων) που θα ανταλλάσσει επιστημονικές απόψεις για μια βάσιμα διεπιστημονική προσέγγιση που αναλύει το φαινόμενο της πλανητικοποίσης, και κυρίως των σύνθετων συναρτήσεων μεταξύ της οικονομικής θεωρίας και της πολιτικής επιστήμης των διεθνών σχέσεων. Σε μια τέτοια ανάλυση, ιδεολογίες, ιδεολογήματα και τα συμπαρομαρτούντα θεωρήματα δεν χωρούν. Τέτοιες εισροές διαφθείρουν τον στοχασμό και την επιστήμη. Πώς να πείσεις περί του αντιθέτου, όμως, κάποιον που θα μπορούσε να είχε ενδιατρίψει επί μακρόν σε αντιλήψεις που ήθελαν την επιστήμη υποταγμένη στην μια ή στην άλλη «πάλη» εξομοίωσης και εξίσωσης του πλανήτη. Καμιά συνεννόηση δεν θα μπορούσε να υπάρξει όταν κυριαρχούν τέτοιες στάσεις και συμπεριφορές και καμιά διεπιστημονικότητα δεν είναι εφικτή. Ιδεολογίες και ιδεολογήματα θα επισκιάζουν κάθε λογικό επιχείρημα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για ένα άνθρωπο είναι να βλαφτεί ανίατα το πνευματικό ανοσοποιητικό. Και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών, εξ αντικείμενου και αναντίλεκτα –λόγω ποταμών ανορθολογισμού που προκάλεσαν ανυπόστατες μαρξιστικές και φιλελεύθερες διεθνιστικές ιδεολογίες, ιδεολογήματα και θεωρήματα– είχαμε πολλές τέτοιες βλάβες, μάλλον ανίατες.
Τουλάχιστον στον στίβο των οικονομικών δραστηριοτήτων οι ενδιαφερόμενοι έχουν κάθε λόγο να συμπράττουν στην ενίσχυση πραγματικά επιστημονικών σπουδών. Η Διεθνής Πολιτική Οικονομία αφορά το μεγαλύτερο φάσμα της πολιτικής και οικονομικής ζωής ενδοκρατικά και διακρατικά και η ιδιωτική πρωτοβουλία ίσως μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξή της με υποτροφίες κυρίως μεταπτυχιακού επιπέδου και χρηματοδοτήσεις μεταπτυχιακών κύκλων σπουδών προσανατολισμένες προς επιστημονικά, επαγγελματικά και κοινωνικοπρακτικά γόνιμες κατευθύνσεις.

Βασική βιβλιογραφία
Διεθνής Πολιτική Οικονομία
Robert Gilpin, Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2007)
Robert Gilpin, Η πρόκληση του Παγκόσμιου καπιταλισμού (Εκδόσεις Ποιότητα – Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αθήνα 2006)
Suzan Strange, Η υποχώρηση του κράτους, η διάχυση της εξουσίας στην παγκόσμια οικονομία (Εκδόσεις Παπαζήσης 2004)
Robert Gilpin, Η πολιτική οικονομία των διεθνών σχέσεων (Γκούτεμπερκ, Αθήνα 1996)
St. Krasner, «State Power and the Structure of International Trade» στο World Politics, vol. 28, no 3 April 1976.
R. Keohane, J. Nye, Power and interdependence (Little Brown, Boston 1776).
Πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος
John Mearsheimer, Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2007).
E.H. Carr, Η εικοσαετής κρίση (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2000).
Robert Gilpin, Πόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2004).
Hedley Bull, Η άναρχη κοινωνία (Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2002)
Για περισσότερες βιβλιογραφικές αναφορές και σχόλια βλ. ΕΔΩ

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: