«Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη λύση και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο» (σε 4 γλώσσες).

Εισαγωγή 2024. «Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη λύση και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο» (σε 4 γλώσσες): Παρατίθεται το κείμενο όπως δημοσιεύτηκε πριν μια δεκαετία. Αφορά πρωτίστως την απόκτηση θεσμικών, νομικών και πολιτικών ερεισμάτων τα οποία ουδεμία χρησιμότητα έχουν εάν δεν συνοδεύονται από «ίση δύναμη», δηλαδή στρατιωτική και εξισορρόπηση και αποχή από κάθε κατευναστική προσέγγιση απέναντι στην Τουρκία. Υπογραμμίζεται και τονίζεται ότι παράλληλα με την εξισορρόπηση της Κύπρου στα πεδία της Κυπριακής Δημοκρατίας οι διαπραγματεύσεις απαιτείται να διαθέτουν στέρεα νομικά και διπλωματικά ερείσματα. Αυτά τα ερείσματα είναι οι αποφάσεις του ΣΑ του 1983,1974,1975 και 1983 (όπως εξηγήσαμε πολλές φορές σε δοκίμια οι μεταγενέστερες που κατέγραφαν τις υποχωρήσεις του θύματος της παράνομης εισβολής είναι πέραν των αρμοδιοτήτων που ορίζει ο Χάρτης του ΟΗΕ). Όπως εξάλλου καταμαρτυρείται επί μισό αιώνα, χωρίς εξισορρόπηση και χωρίς επίκληση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας οι διαπραγματεύσεις είναι προγραμματικά καταδικασμένες να προσαρμόζονται στις αξιώσεις της Τουρκίας που δεδηλωμένα επιδιώκει πρώτα επικυριαρχία με κατάργηση της ΚΔ και έλεγχο του κρατιδίου που θα δημιουγηθεί με ΔΔΟ/πολιτική ισότητα (ή παραπλήσιους αλλά πανομοιότυπους όρους με την ΔΔΟ) και στην συνέχεια κατάληψη ολόκληρης της Μεγαλονήσου. Η «Έκθεση εμπειρογνωμόνων» είναι ένα πολύτιμο κείμενο: Αποτελεί την μόνη βάση βιώσιμης διεξόδου και αυτό εξάλλου ήταν σκοπός όταν υποστηρίζαμε -και οι υπάλληλοι κάποιου περιώνυμου ιδρύματος αντιδρούσαν αρνητικά με βιβλία και άρθρα- την ένταξη της ΚΔ στην ΕΕ. Οι αντίθετες απόψεις αντικρούονταν πολιτισμένα με βιβλία και δικά μας άρθρα, αλλά παρά την Πράξη προσχώρησης της ΚΔ στην ΕΕ όπου ρητά δηλώνεται ότι η ευρωπαϊκή νομιμότητα ισχύει για όλη την Επικράτεια της κυρίαρχης και μόνης αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, η Ελληνική πλευρά δεν απαίτησε να αποτελεί θέση των κρατών-μελών της ΕΕ αλλά και του ΟΗΕ. Τέλος, είναι γνωστό ότι η έκθεση αυτή γράφτηκε χωρίς «μυστικές επιδοτήσεις» διεθνικών δρώντων και ξένων κυβερνήσεων όπως έγινε γνωστό μεταγενέστερα χρηματοδοτούσαν την κατάργηση της ΚΔ με δεκάδες εκατομμύρια. Η πρόσκληση των πιο διακεκριμένων ξένων συναδέλφων και όλα τα υπόλοιπα έξοδα καλύφθηκαν από τους πενιχρούς προσωπικούς πόρους των Ελλήνων επιστημόνων που συμμετείχαν και μερικών μελών της παροικίας που υποστήριξαν αφιλοκερδώς την προσπάθεια. Για να το πούμε διαφορετικά, αντί μια τέτοια πολύτιμη μελέτη να γίνει από κρατικά επιτελεία την έκαναν μερικοί πανεπιστημιακοί και μερικοί πολίτες ενώ διαδοχικές κυβερνήσεις δεν την αξιοποίησαν. Παραμένει, πάντως, το μόνο κείμενο για ειρηνική και βιώσιμη διέξοδο.

Σημ. 1.

Οι σύνδεσμοι εντός κειμένου είναι της σελίδας www.ifestosedu.gr στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/32RuleofLaw.htm . Είναι η πρώτη σελίδα που δημιουργήθηκε πριν τρεις δεκαετίες και ενώ διατηρείται για τεχνικούς λόγους είναι δύσκολη η διόρθωση των συνδέσμων. Εδώ πάντως το κείμενο παρατίθεται στην αρχική του μορφή.

Σημ. 2. Προστίθενται σε παράρτημα παρεμβάσεις των μελών του Διεθνούς Συμβουλίου. Καλό να είναι να προσεχθεί το δοκίμιο για τους εποίκους το οποίο ενώ είναι πολύτιμο και έγκυρο, επίσης δεν αξιοποιήθηκε στις διαπραγματεύσεις.

Ελληνικό κείμενο:

α. Πληροφορίες και σχόλια από Παναγιώτη Ήφαιστο

β. «Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη λύση και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο», από το Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογμωμόνων συκληθέν από την Πανελλήνια Επιτροπή για Ευρωπαϊκή Λύση του Κυπριακού».

Πληροφορίες και σχόλια από Παναγιώτη Ήφαιστο

Δημοσιοποίηση του κειμένου του διεθνούς συμβουλίου εμπειρογνωμόνων για τις βασικές αρχές λύσης του κυπριακού ζητήματος στην βάση του διεθνούς δικαίου και του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού κεκτημένου

Περιεχόμενα (για ηλεκτρονικά κείμενα κλικ για μετάβαση στον τίτλο ή στην κορυφή της σελίδας): 1. Εισαγωγικές πληροφορίες και παρατηρήσεις.  2. Επιστημονική συζήτηση και πολιτικός ορθολογισμός. 3. Διεθνής ομάδα ειδικών, η τελική έκθεση και δημόσια επιστημονική συνηγορία

1. Εισαγωγικές πληροφορίες και παρατηρήσεις

Επισυνάπτω το κείμενο με τίτλο «Πλαίσιο αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο» («A principle basis for a just and lasting Cyprus settlement in the light of International and European Law»). Είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας που άρχισε το καλοκαίρι του 2004

            Η προσπάθεια αυτή άρχισε στο πλαίσιο της «Επιστημονικής Επιτροπής» που δημιουργήθηκε από το Σωματείο «Πανελλήνια Επιτροπή για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο» που ιδρύθηκε το 2004. Η «Επιστημονική Επιτροπή» αποτελείται από τον προεδρεύοντα Ομότιμο Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Κασιμάτη και μέλη τους Καθηγητές του Παντείου Πανεπιστημίου Στέλιο Περράκη, Παναγιώτη Ήφαιστο και Χριστόδουλο Γιαλλουρίδη και τον Περικλή Νεάρχου, πρώην σύμβουλο επί διπλωματικών θεμάτων του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Με την Επιστημονική Επιτροπή, επίσης, συνεργάστηκαν τα μέλη του «Διεθνούς Συνδέσμου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο». Στην συνέχεια, η «Πανελλήνια Επιτροπή για Ευρωπαϊκή λύση στην Κύπρο» συγκάλεσε το «Διεθνές Συμβούλιο εμπειρογνωμόνων για Ευρωπαϊκή λύση του κυπριακού» την τελική έκθεση του οποίου και επισυνάπτω. Λεπτομερέστερα κείμενα που παρουσιάστηκαν ως εισηγήσεις στην φάση της επεξεργασίας του τελικού επιστημονικού πορίσματος και μερικά εξ αυτών αναρτώνται στο τέλος του παρόντος.

            Εξαρχής, κύριος σκοπός ήταν ο περιορισμός των συζητήσεων περί το κυπριακό σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια που θα αποσύνδεαν την ανάλυση του σχεδίου Αναν και τις συζητήσεις για την λύση του κυπριακού ζητήματος από ιδεολογικά, πολιτικά, κομματικά και εθνικά κριτήρια και που θα παρήγαν αντικειμενικές εκτιμήσεις συμβατές με το υποχρεωτικό νομικό κεκτημένο του διεθνούς δικαίου και του ευρωπαϊκού δικαίου. Ο προσδιορισμός αντικειμενικών κριτηρίων είναι εφικτός επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ. Τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, επίσης, όσο και όλα τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα κράτη δεσμεύονται από τις Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου, από τους Καταστατικούς Χάρτες των διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχουν και από τις διεθνείς συμβάσεις που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

            Αυτό το πλέγμα σχέσεων και νομικών δεσμεύσεων δημιουργεί για όλα τα εμπλεκόμενα κράτη και για τους αξιωματούχους διεθνών θεσμών –όπως ο ΓΓ του ΟΗΕ, οι πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης και οι Επίτροποι της ΕΕ– ένα απολύτως δεσμευτικό κανονιστικό πλαίσιο (κατά το πλείστον πλήρως ενσωματωμένο στην ενδοκρατική δικαιοταξία των εμπλεκομένων κρατών). Στο σημείο αυτό, ακριβώς, τονίζεται η διάκριση μεταξύ του δεσμευτικού νομικού πλαισίου που δημιουργούν οι διεθνείς συμβάσεις και ζητημάτων που αφορούν ασαφείς γενικές αρχές διεθνούς δικαίου, οι οποίες ενόσω υπάρχουν αίτια πολέμου θα βρίσκονται υπό την αίρεση της ισχύος. Η Κύπρος και η Ελλάδα κατά την διάρκεια της περιόδου 2001-2005, ακριβώς, διέθεταν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια πρόταξης θεμιτών, νομίμων και νομιμοποιημένων αξιώσεων εφαρμογής της διεθνούς νομιμότητας. Τόσο οι πολιτικοί επιστήμονες όσο και οι πολιτικοί ηγέτες οφείλουν να γνωρίζουν την διεθνή νομιμότητα και να την προτάσσουν. Εν τούτοις οι πλείστοι δεν το έπραξαν! Γιατί άραγε;

2. Επιστημονική συζήτηση και πολιτικός ορθολογισμός

Στον λεγόμενο ελληνικό επιστημονικό διάλογο των τελευταίων δεκαετιών, όταν κάποιος ανέλυε τους τομείς της διεθνούς ζωής που επηρεάζονται από τις σχέσεις ισχύος, συνήθως εισέπραττε ανοίκειους χαρακτηρισμούς άσχετους με την ουσία των αναλύσεων του [Για το κατά πόσο τέτοιες άθλιες «δολοφονίες (επιστημονικών) χαρακτήρων» ενδέχεται να υποκινούνταν από έξωθεν κριτήρια και συμφέροντα –σύνηθες σε κοσμοθεωρητικά αδύναμα και πολιτικά εξαρτημένα κράτη– το αφήνω στην κρίση του καθενός. Πολλοί «επιστημονικοί» ρύποι έχουν εκτοξευθεί, πάντως, από ένα ευρύ φάσμα αναλυτών του ακαδημαϊκού και δημοσιογραφικού χώρου της Ελλάδας και του εξωτερικού –συνήθως ξεπεσμένων κοσμοπολίτικων και/ή διεθνιστικών πεποιθήσεων που δημιουργούν προκαταλήψεις υπονομευτικών του επιστημονικού στοχασμού– οι οποίοι για ποικίλους λόγους δεν κατανοούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν την βασική δομή του κόσμου όπως θεμελιώθηκε οντολογικά τους τελευταίους αιώνες. Μερικοί από αυτούς με ιδιαίτερο και με λογικούς όρους ανεξήγητο φανατισμό υποστήριξαν μανιωδώς το σχέδιο Αναν. Το σχέδιο αυτό, εν τούτοις, αναμφίβολα εμπεριέχει την πιο αντιπροσωπευτική εκδοχή των διεθνοφασιστικών και νεοαποικιακών αξιώσεων στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Το σχέδιο Αναν όχι μόνο αποτελεί προϊόν αναθεωρητικής-ηγεμονικής χρήσης της ισχύος αλλά επιπλέον παραβιάζει όλα τα κεκτημένα του πολιτικού και νομικού πολιτισμού στις διακρατικές σχέσεις. Ερωτώ: Πως πρέπει να κρίνει κάποιος τους υποστηρικτές αυτού του διεστραμμένου σχεδίου, ιδιαίτερα τους φανατικούς και διαχρονικά αμετανόητους;

            Ένα τέτοιο σοβινιστικό και διεθνοφασιστικό κείμενο νομικά παράνομο και πολιτικά αθέμιτο δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί παρά μόνον αν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι το αποδέχονταν ψηφίζοντάς το, γεγονός που εξηγεί τις πρωτοφανείς αφόρητες πιέσεις των ηγεμονικών δυνάμεων και των ντόπιων νεροκουβαλητών –βλ. http://www.ifestos.edu.gr/26.htm και http://www.ifestos.edu.gr/27.htm– επί των κυπρίων από το 2001 μέχρι το 2005. Με αναλύσεις που αγγίζουν τα όρια της «επιστημονικής παραπληροφόρησης» για το περιεχόμενο του σχεδίου αυτού, με πολιτικούς εξαναγκασμούς, με τελεσίγραφα και με εκβιαστικά διλήμματα επιχειρήθηκε ο εξαναγκασμός της κυπριακής λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς εν τούτοις αποτέλεσμα, επειδή το ένστικτο επιβίωσης και ο ορθολογισμός της κυπριακής κοινωνίας οδήγησε στην συντριπτική καταψήφισή του στις 24 Απριλίου 2004. Κατά την εκτίμησή μου, οι πιο πάνω στάσεις υπέρ του διεστραμμένου αυτού σχεδίου, αν δεν πρόκειται για απόλυτη εθελοτυφλία ή απόλυτη αγραμματοσύνη, φανερώνουν την πραγματική κοσμοθεωρητική ταυτότητα όσων κατά καιρούς ενδύονται «ιδεαλιστικούς», «μετριοπαθείς» και «ειρηνόφιλους» μανδύες για να επισκιαστεί η πραγματικότητα, δηλαδή η συμφέρουσα για την εκάστοτε επικυρίαρχη-ηγεμονική δύναμη υπονόμευση των θεσμών ελευθερίας των κυρίαρχων κοινωνιών (δηλαδή, η υπονόμευση των κρατικών δομών που εξ ορισμού αποτελούν τον κύριο στόχο των αλληλένδετων ηγεμονικών, διεθνιστικών και κοσμοπολίτικων παραδοχών όλων των αποχρώσεων). Όσοι ενέχονται φανερώθηκαν και εκτέθηκαν παντοτινά και ανεπανόρθωτα. Οι πολιτικοί επιστήμονες είναι επιστημονικά ασυγχώρητοι εάν δεν διακρίνουν την κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας και οι πολιτικοί ηγέτες που δεν την γνωρίζουν ή αμελούν να την επικαλεστούν επιδεικνύουν μεγάλη πολιτική ανευθυνότητα επειδή δεν την προτάσσουν για να στηρίξουν τα νόμιμα, θεμιτά και νομιμοποιημένα συμφέροντα της κοινωνίας που αντιπροσωπεύουν. Σε κάθε περίπτωση, εξ αντικειμένου, η πλειονότητα της μεγάλης μάζας των καλοπληρωμένων ειδικών του διεθνούς δικαίου, του συνταγματικού δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ευρωπαϊκού δικαίου στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν εκπλήρωσαν το δεοντολογικά υποχρεωτικό γι’ αυτούς έργο ακριβούς και αντικειμενικής αναζήτησης της επιστημονικής αλήθειας αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα που αφορά την ανθρώπινη ελευθερία, την περιφερειακή σταθερότητα και την διεθνή ειρήνη. Πολλοί σιώπησαν, αρκετοί προτίμησαν να επιδίδονται σε «επιτήδεια ουδέτερα αναμασήματα» άσχετων και ανούσιων ιδεών για «μεταεθνικούς κόσμους» των οποίων η Κύπρος θα αποτελούσε πειραματόζωο και άλλοι προσχώρησαν στο ολισθηρό πεδίο της πολιτικής προπαγάνδας και των ιδεολογικοπολιτικών εκλογικεύσεων υπέρ ενός εξ αντικειμένου διεθνοπολιτικά εγκληματικού και επιστημονικά διεστραμμένου σχεδίου αμιγούς νεοαποικιακής έμπνευσης.

            Όσον αφορά το ευρωπαϊκό κεκτημένο πιο συγκεκριμένα, θα πρόσθετα με νόημα πως μια μεγάλη «στρατιά» «ειδικών για τα ευρωπαϊκά» δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην είσπραξη τεράστιων χρηματοδοτήσεων επιστημονικά ασήμαντων ζητημάτων και την χρήση βαρύγδουπων τίτλων ή την συχνότατη συμμετοχή σε πλουσιοπάροχα συνέδρια όπου αφθονούν οι πολυτέλειες αλλά σπανίζουν οι επιστημονικού χαρακτήρα αναλύσεις. Τα μέλη αυτής της «στρατιάς» που κινδυνεύει να γίνει πλέον συντεχνία, έχει επιστημονική, δεοντολογική και ηθική υποχρέωση να αναζητά διαρκώς, να θεμελιώνει και να δημοσιοποιεί την επιστημονική αλήθεια (τουλάχιστον αυτή που φαίνεται με γυμνό οφθαλμό).

Τα πιο πάνω εξηγούν πλήρως τα αίτια των ακατάσχετων εισροών πολιτικού ανορθολογισμού στον ελλαδικό, κυπριακό και ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, κάτι που κάποιος θα πρέπει να είναι τυφλός για να μην το παρατηρήσει και εξαιρετικά κυνικός για να μην ανησυχήσει.

3. Διεθνής ομάδα ειδικών, η τελική έκθεση και δημόσια επιστημονική συνηγορία

Η «Επιστημονική Επιτροπή για μια Ευρωπαϊκή λύση του κυπριακού», πέραν των οικείων αναλύσεων που ήδη δημοσιοποιήθηκαν, συνεργάστηκε με την προαναφερθείσα ομάδα διακεκριμένων επιστημόνων από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι οποίοι,  διασώζοντας έτσι την τιμή των ευρωπαίων ειδικών του διεθνούς και ευρωπαίου δικαίου μελέτησε το σχέδιο Αναν και τα κριτήρια που θα καθιστούσαν την λύση του κυπριακού συμβατή με το διεθνές δίκαιο και το ευρωπαϊκό νομικό κεκτημένο. 

            Το κείμενο της ομάδας αυτής δημοσιοποιείται, γεγονός που σημαίνει ότι δεν «ανήκει» μόνο στους ξένους καθηγητές και στην ολιγομελή ομάδα της ελληνικής επιστημονικής επιτροπής αλλά ότι επιπλέον αποτελεί επιστημονικό κεκτημένο στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Αποτελεί οπωσδήποτε κείμενο αναφοράς και βάση περαιτέρω ουσιαστικής συζήτησης για μια βιώσιμη λύση του κυπριακού ζητήματος. Οι πρώτες αντιδράσεις όλων των πολιτικών φορέων της Κύπρου μετά την επίσημη παρουσία του εκεί επιβεβαιώνουν αυτήν την εκτίμηση. Αναμένεται ότι πολλοί ακόμη ακαδημαϊκοί στα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης θα το συνυπογράψουν ή θα το στηρίξουν με αναφορές και περαιτέρω επεξεργασία των θεμάτων που θίγονται. Όσοι έλληνες ακαδημαϊκοί ή ελληνικής καταγωγής ακαδημαϊκοί του εξωτερικού επιθυμούν να το επιδοκιμάσουν μπορούν να αποστείλουν μήνυμα στην διεύθυνση «επιδοκιμάζω-συνυπογράφω την έκθεση της διεθνούς ομάδας ειδικών για μια ευρωπαϊκή λύση του κυπριακου» (κλικ για ανοιγμα ηλεκτρονικής επιστολής) και θα διαβιβαστεί αρμοδίως. Επισημαίνεται ότι δεν πρόκειται για τις συνήθεις ιδεολογικού περιεχομένου λίστες υπογραφών που συχνά κυκλοφορούν στην Ελλάδα αλλά για καταγραφή της επιστημονικής συνηγορίας των ελλήνων ακαδημαϊκών που συμβολίζεται με δημόσια αποδοχή συγκεκριμένων επιστημονικών θέσεων για το υποχρεωτικό διεθνές κανονιστικό πλαίσιο, τις υψηλές αρχές του διεθνούς δικαίου, τις συμβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το ευρωπαϊκό νομικό κεκτημένο.

            Τέλος, όσοι συμφωνούν με το επιστημονικό περιεχόμενο του κειμένου που επισυνάπτω, καλούνται να το δημοσιοποιήσουν ευρύτερα στις διευθύνσεις του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου, στις οργανώσεις ή θεσμούς στους οποίους ανήκουν, σε προσωπικές ή άλλες ιστοσελίδες και σε άλλα μέσα επικοινωνίας.

Π. Ήφαιστος

Σημ. Το κείμενο αναρτάται στα Αγγλικά, ελληνικά, γαλλικά και γερμανικά. Η αναπαραγωγή του είναι ελεύθερη με την προϋπόθεση ότι αναφέρεται στην πηγή.

Υστερόγραφο: Το κείμενο παρουσιάστηκε πανηγυρικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12 Οκτωβρίου 2005.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ

ΣΥΓΚΛΗΘΕΝ ΑΠΟ ΤΗΝ

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Πλαίσιο αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

  Προοίμιο

 1.         Ο σκοπός της έκθεσης αυτής, που ετοιμάσθηκε από ένα Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων είναι η αναζήτηση μια δίκαιης διευθέτησης του Κυπριακού, η οποία να προσφέρει ένα ειρηνικό και ευήμερο μέλλον για όλους τους κατοίκους του νησιού. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει να εφαρμοστούν οι πρωταρχικές αρχές του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου που αφορούν στην επίλυση διεθνών διενέξεων, συμπεριλαμβανομένων των διενέξεων που αφορούν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αρχές αυτές βρίσκονται στην καρδιά του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Η μη συμμόρφωση προς αυτές τις αρχές μπορεί όχι μόνον να θέσει σε κίνδυνο την επιτυχία οποιουδήποτε σχεδίου επίλυσης, ενσωματώνοντας σε αυτό στοιχεία αντικρουόμενα με το διεθνές δίκαιο και αποδυναμώνοντας την βιωσιμότητά του, αλλά και να αποτελέσει αποσταθεροποιητικό στοιχείο στο μέλλον. Μια πολιτική επίλυση αντίθετη με τις γενικά παραδεδεγμένες αρχές του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου μπορεί να αποτελέσει «προηγούμενο» σε άλλες περιπτώσεις διενέξεων με σοβαρές επιπτώσεις για την σταθερότητα της διεθνούς τάξης.

2.         Οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου προσφέρουν ένα μοναδικό οδηγό και μια μεθοδολογία για την έναρξη και επιτυχή κατάληξη μιας διαδικασίας, η οποία να οδηγεί σε μία διευθέτηση του Κυπριακού μέσα στα πλαίσια ενός νέου και γνήσια Κυπριακού Συντάγματος σύμφωνα με το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Αυτή η διαδικασία βρίσκεται στον πυρήνα μιας Ευρωπαϊκής λύσης για την Κύπρο η οποία να είναι συμβατή με το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

3.         Η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος πρέπει να εξευρεθεί υιοθετώντας και εφαρμόζοντας τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται το Διεθνές Δίκαιο και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές είναι, συνοπτικά, η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, η κυριαρχία, ανεξαρτησία και ισότητα των κρατών, η απαγόρευση της επίθεσης και η μη αναγνώριση των συνεπειών της και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αρχής του κράτους δικαίου. Τόσο η σημερινή τάξη των πραγμάτων στην Κύπρο, όσο και οι όροι που εμπεριέχονται στο τελευταίο Σχέδιο Αννάν δεν είναι συμβατοί με αυτές τις θεμελιώδεις αρχές. Είναι επίσης αναγκαίο να επιτευχθεί μία λύση η οποία να σέβεται πλήρως την ανάγκη για συμφιλίωση και συνεργασία μεταξύ των κοινοτήτων και όλων των ενδιαφερομένων πλευρών.

4.         Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αδράξει αυτή την ιστορική ευκαιρία και να αναλάβει την ειδική ευθύνη της να βοηθήσει ενεργά την δρομολόγηση μιας διαδικασίας εκπόνησης Συντάγματος, η οποία θα επιτρέψει εν τέλει στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος-μέλος, να επανακτήσει πλήρη κυριαρχία και ανεξαρτησία και να εγκαθιδρύσει ειρηνικά μια συνταγματική τάξη σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές και βασισμένη στον πλήρη σεβασμό της διαφορετικότητας.

Βασικά Δεδομένα

5.         Η Δημοκρατία της Κύπρου απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960 δυνάμει μιας σειράς διεθνών συμφωνιών. Εντούτοις, σε αντίθεση με άλλες αποικιακές χώρες που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, η Κύπρος υπόκειντο σε Συνθήκη με προβλέψεις εγγυήσεων υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου, της Τουρκίας και της Ελλάδας. Το 1974 η Τουρκία, επικαλούμενη το πραξικόπημα της Ελληνικής χούντας εναντίον της νόμιμης Κυπριακής κυβέρνησης του Αρχιεπίσκοπου Μακαρίου, εισέβαλε στην Κύπρο και προχώρησε σε κατάληψη του Βόρειου τμήματος της. Αυτή η αρχική ενέργεια εξελίχθηκε σε μια παρατεταμένη και συνεχιζόμενη ακόμη κατοχή, που διαρκεί ήδη πάνω από 30 χρόνια και η οποία έχει προκαλέσει μια σειρά παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως επιβεβαιώνουν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα[1]. Από το 1974 η Κύπρος είναι de facto διαιρεμένη στη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία και την «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου», μια οντότητα[2] η οποία κηρύχθηκε ανίσχυρη από τις αποφάσεις 541(1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και η οποία αναγνωρίζεται και συντηρείται μόνο από την Τουρκία. Ενώ περίπου ο μισός τουρκοκυπριακός πληθυσμός μετανάστευσε μετά τα γεγονότα του 1974, με προορισμό κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, πάνω από 120.000 Τούρκοι έποικοι ζούνε σήμερα στη βόρεια Κύπρο, μετατρέποντας τους Τουρκοκύπριους σε μειονότητα μέσα στη δική τους κοινότητα. Ο πληθυσμός της Κύπρου σήμερα (χωρίς τους έποικους) είναι 802.500 εκ των οποίων το 80% είναι Ελληνοκύπριοι, το 11% Τουρκοκύπριοι (έναντι 18% το 1974) και 9% Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι και ξένοι διαμένοντες στην Κύπρο.

6.         Το Σχέδιο Αννάν, όπως παρουσιάστηκε στην τελευταία του εκδοχή από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ στις 31 Μαρτίου 2004, προέβλεπε ένα ομοσπονδιακό κράτος, την «Ενωμένη Δημοκρατία της Κύπρου», αντικαθιστώντας και καταργώντας την υπάρχουσα Κυπριακή Δημοκρατία και ενσωματώνοντας τα κατεχόμενα εδάφη του βορρά. Στις 24 Απριλίου 2004, διεξήχθησαν δυο ξεχωριστά δημοψηφίσματα. Ενώ 65% των Τουρκοκυπρίων και εποίκων ψηφοφόρων στον κατεχόμενο βορρά απεδέχθησαν το Σχέδιο Αννάν, 76% των Ελληνοκύπριων κατοίκων της Κυπριακής Δημοκρατίας το απέρριψαν. Την 1η Μαΐου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία, στο σύνολο της, έγινε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με ένα Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην Συνθήκη Προσχώρησης ανεστάλη προσωρινά η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στην κατεχόμενη περιοχή. Η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας αναμένεται σύντομα.

Οι Θεμελιώδεις Αρχές

1.      Η Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών

α)  Η Έννοια της Αρχής

7.         Το Άρθρο 2(3) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει ότι «Όλα τα μέλη θα διευθετούν τις διεθνείς διενέξεις τους με ειρηνικά μέσα και με τέτοιο τρόπο ώστε να μην διακινδυνεύονται η διεθνής ειρήνη, ασφάλεια και δικαιοσύνη». Κατά συνέπεια, ένας διακανονισμός που θέτει, ή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη και σταθερότητα και δε συμβαδίζει με τα αποδεκτά πρότυπα δικαιοσύνης, δεν μπορεί να είναι συμβατός με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Χάρτη[3] για όλα τα κράτη.

  β)  Οι ανεπάρκειες του Σχεδίου Αννάν

8.         Οι όροι του Σχεδίου Αννάν στην πραγματικότητα θα ενέκλειαν την αστάθεια στον πυρήνα της επίλυσης του Κυπριακού και θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε αυξημένες τριβές και αποσταθεροποίηση. Αυτό υπογραμμίζεται από τις προβλέψεις σχετικά με τη θέση ξένων υπηκόων (μη Κυπρίων), οι οποίοι θα ασκούσαν αποφασιστικό έλεγχο σε βασικούς τομείς κυβερνητικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Παραδείγματα όπου μη-Κύπριοι θα είχαν (σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ ίσου αριθμού Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων) αποτελεσματικό έλεγχο φαίνεται να αποτελούν η Επιτροπή Συμφιλίωσης, το Ανώτατο Δικαστήριο με νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, η Κεντρική Τράπεζα, το Συμβούλιο Επαναπατρισμού, το Δικαστήριο Περιουσιών και τα όργανα του Συμβουλίου Περιουσιών. Λαμβάνοντας υπόψιν τις εμπειρίες της περιόδου 1960-63, η ανάγκη για σταθερότητα στη διάταξη των κυβερνητικών δραστηριοτήτων είναι κρίσιμη. Επιπλέον, οι παραπάνω αλλοδαποί υπήκοοι δεν θα ήταν δημοκρατικά υπόλογοι προς το λαό της Κύπρου.

9.         Οποιαδήποτε διευθέτηση μιας διεθνούς διαφοράς πρέπει να είναι συμβατή με τη δικαιοσύνη. Αυτό επισημαίνεται παρακάτω (παράγραφος 15) σε συσχέτιση με τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

2.      Η Κυριαρχία, Ανεξαρτησία και Ισότητα των Κρατών

α) Η Έννοια της Αρχής

10.       Το διεθνές δίκαιο, καθώς και το δίκαιο της ΕΕ, βασίζεται στην αναγνώριση ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών. Στις σχετικές αρχές συμπεριλαμβάνονται η υποχρέωση μη-επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών και ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας όλων των κρατών[4]. Επιπλέον, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης προβλέπει ότι ενόσω ο λαός ενός κράτους έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη διακυβέρνηση του κράτους αυτού, η ελεύθερη επιλογή του λαού του κράτους, σύμφωνα με τις βασικές διεθνείς και ευρωπαϊκές αξίες, πρέπει να γίνεται σεβαστή σε διεθνές επίπεδο.

β) Οι ανεπάρκειες του Σχεδίου Αννάν

11.       Το Σχέδιο Αννάν βασίζεται πάνω στη κατάργηση της νόμιμης και αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, το δικαίωμα της επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου, το οποίο διατηρούν η Ελλάδα, η Τουρκία και η Μεγάλη Βρετανία ως εγγυήτριες δυνάμεις σύμφωνα με την Ιδρυτική Συνθήκη της 16 Αυγούστου 1960 και το οποίο με το Σχέδιο Αννάν επεκτείνεται έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και την συνταγματική τάξη τόσο της ομοσπονδιακής » Ενωμένης Δημοκρατίας της Κύπρου» όσο και των ομόσπονδων κρατιδίων, αποτελεί σημαντικό περιορισμό της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας της Κύπρου και προσβολή της διεθνούς και ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Αυτό γίνεται ακόμα πιο αισθητό με την προτεινόμενη δημιουργία μιας Εποπτικής Επιτροπής, αποτελούμενης από αντιπροσώπους των εγγυητριών δυνάμεων, των ομόσπονδων κρατών και του ΟΗΕ, για να επιβλέπει την εφαρμογή της διευθέτησης του Σχεδίου Αννάν και με την δυνατότητα να κάνει συστάσεις. Επιπλέον, το Σχέδιο Αννάν προέβλεπε την μόνιμη αποστρατικοποίηση και τον αφοπλισμό του νέου Κυπριακού κράτους, δημιουργώντας ερωτήματα σχετικά με το δικαίωμα της αυτοάμυνας.

12.       Επιπλέον, παρατηρεί κανείς στο σχέδιο Αννάν το δικαίωμα του Ηνωμένου Βασιλείου σε ολοκληρωτική και ανεμπόδιστη πρόσβαση για οποιονδήποτε λόγο στα ύδατα που περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοχών των κυρίαρχων βάσεων καθώς και το γεγονός ότι οι διαδικασίες διεθνούς δικαστικής επίλυσης ή επίλυσης μέσω τρίτου διαμεσολαβητή απαγορεύονται ρητά όταν οι διενέξεις αφορούν τις περιοχές των βάσεων. Τέτοιες διαφωνίες θα επιλύοντο από διαμεσολαβητή που θα διόριζαν οι αρχές των βάσεων.

3.      Η Απαγόρευση των Πράξεων και Συνεπειών της Επίθεσης

α) Η Έννοια της Αρχής

13.       Η απαγόρευση της επίθεσης βρίσκεται στον πυρήνα της διεθνούς έννομης τάξης. Είναι ενσωματωμένη στο ευρύτερο διεθνές δίκαιο[5], στο διεθνές ποινικό δίκαιο[6], και σε αναφορά με συγκεκριμένες καταστάσεις. Η απαγόρευση των συνεπειών της επíθεσης σημαίνει το απαράδεκτο των πλεονεκτημάτων που έχουν αποκτηθεί με τη χρήση παράνομης βίας και βρίσκεται ενσωματωμένη, για παράδειγμα, στον κανόνα αναγκαστικού δικαίου περί της μη απόκτησης περιουσιακού τίτλου που είναι αποτέλεσμα βίας. Σε σχέση με την Κύπρο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε τις αποφάσεις 541(1983) και 550 (1984), κηρύσσοντας την υποτιθέμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» (ΤΔΒΚ) παράνομη και καλώντας όλα τα κράτη να μην την αναγνωρίσουν[7]. Επιπλέον, η εγκατάσταση Τούρκων εποίκων, σε μια προσπάθεια αλλοίωσης της δημογραφίας της νήσου Κύπρου, αντιτίθεται στις αρχές του διεθνούς δικαίου, ειδικά σε όσες είναι σχετικές με την αυτοδιάθεση και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 49 της ΙV Σύμβασης της Γενεύης περί Προστασίας των Πολιτών του 1949 ( η οποία επικυρώθηκε από την Κύπρο και την Τουρκία) απαγορεύει σε κατοχική δύναμη τη μεταφορά μέρους του πληθυσμού της στα κατεχόμενα εδάφη. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι κατόπιν της κατοχύρωσης της θέσης των εποίκων ως παράνομης, θα παραμένει το θέμα του τι θα απογίνει με τους εποίκους και τις οικογένειες τους προς διευθέτηση από τα ενδιαφερόμενα μέρη μέσα στο πλαίσιο μιας συνολικά δίκαιης και λογικής επίλυσης και με τρόπο συναφή προς το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο.

β) Οι ανεπάρκειες του Σχεδίου Αννάν

14.       Το Σχέδιο Αννάν προέβλεπε τη νομιμοποίηση των πράξεων της «ΤΔΒΚ» και κατά προέκταση της ίδιας της «ΤΔΒΚ». Το Σχέδιο διακήρυττε ότι όλες οι πράξεις οποιασδήποτε αρχής στην νήσο Κύπρο (με την εξαίρεση των περιοχών των Αγγλικών βάσεων) θα αναγνωρίζονταν ως έγκυρες, εκτός αν η υπό εξέταση συγκεκριμένη πράξη ήταν ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο, ανεξάρτητα από το ζήτημα της νομιμότητας της σχετικής αρχής. Εξίσου σοβαρό είναι το ότι οι προβλέψεις του Σχεδίου σχετικά με τους Τούρκους έποικους δε φαίνεται να ήταν συμβατές με το διεθνές δίκαιο[8]. Κατ’ αρχήν, το Σχέδιο επέτρεπε στους εποίκους να ψηφίσουν στο Τουρκοκυπριακό δημοψήφισμα, παρόλο που οι έποικοι συνιστούν πλέον την πλειοψηφία των κατοίκων του βορρά και παρόλο που με αυτό αναγνωριζόταν με συνταγματική ισχύ μια παράνομη συνέπεια μιας παράνομης επίθεσης. Ο ΟΗΕ δεν έχει δεχθεί εποίκους να ψηφίζουν σε εσωτερικές εκλογές αυτοδιάθεσης σε άλλες περιπτώσεις, όπως στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, στη Δυτική Σαχάρα και στο Ανατολικό Τιμόρ. Κατά δεύτερον, η κατάσταση των εποίκων νομιμοποιείται επιπλέον από το γεγονός ότι επιτρέπεται σε ένα μεγάλο αριθμό από αυτούς να παραμείνουν στο βορρά. Είναι προφανές ότι σε οποιαδήποτε επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς, οι έποικοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο συνεπή προς το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκ των πραγμάτων το θέμα των εποίκων είναι διαφορετικό από αυτό του σημαντικού αριθμού Τουρκικών στρατευμάτων στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο. Η παρουσία τέτοιων στρατευμάτων υπό την παρούσα κατάσταση αποτελεί ξεκάθαρη προσβολή προς τις αρχές της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και σύμβολο επιθετικότητας. Θα πρέπει να αποσυρθούν.

4.      Ο Σεβασμός των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

α) Η Έννοια της Αρχής

15.       Η Αρχή του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτεί η κυβέρνηση να προωθεί και να σέβεται πλήρως τα βασικά ατομικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες που απορρέουν από τις διεθνείς συμβάσεις, την ευρωπαϊκή έννομη τάξη και από τα εθνικά συντάγματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παίζουν έναν κρίσιμο ρόλο στο διεθνές δίκαιο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεσμεύει την Κύπρο και την Τουρκία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει υποστηρίξει σε αρκετές περιπτώσεις ότι από το 1974 η Τουρκία είναι άμεσα υπεύθυνη για συνεχείς παραβιάσεις βασικών θεμελιωδών δικαιωμάτων με την κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου, την παρεμπόδιση εκτοπισμένων Ελληνοκύπριων πολιτών να επιστρέψουν στα σπίτια και στην ιδιοκτησία τους ή να έχουν πρόσβαση σε αυτά και να τα απολαμβάνουν, με την έλλειψη έρευνας για τη τύχη των χιλιάδων αγνοουμένων και με την αποτυχία της να προστατέψει την ανεξιθρησκία και την ελευθερία έκφρασης. Αυτές οι αποφάσεις, των οποίων το εύρος και η βαρύτητα είναι πρωτοφανή, δεν έχουν υλοποιηθεί ακόμη[9]. Επιπλέον, τα δικαιώματα που βρίσκονται ενσωματωμένα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κράτος δικαίου[10]. Η Ευρωπαϊκή έννομη τάξη, κατά συνέπεια, τόσο μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όσο και μέσα από το κοινοτικό κεκτημένο, μας εφοδιάζει με το πιο αυστηρό και πιο αποτελεσματικό σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των μειονοτήτων διεθνώς. Επιπλέον, τόσο η Κύπρος όσο και η Τουρκία μετέχουν στη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη, της οποίας το άρθρο 1 κατοχυρώνει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, και στη Διεθνή Σύμβαση για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων.

β) Οι ανεπάρκειες του Σχεδίου Αννάν

16.       Με το Σχέδιο Αννάν, σοβαροί περιορισμοί πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας εγκατάστασης, παραβιάσεις της απαγόρευσης φυλετικών διακρίσεων και έντονες παραβιάσεις δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και σεβασμού της κατοικίας, θα διατηρούνταν, ακόμα και θα διαιωνίζονταν, για όλους τους Κύπριους πολίτες και για πολλές δεκαετίες. Σε κάποιες δε περιπτώσεις, ακόμα και μόνιμα (π.χ. σε ότι αφορά το δικαίωμα επιλογής τόπου διαμονής και το δικαίωμα επιστροφής στην κατοικία). Το θέμα των εποίκων έχει αναφερθεί παραπάνω (παράγραφος 14). Το Σχέδιο Αννάν θα εμπόδιζε το δικαίωμα όλων των εκτοπισμένων Ελληνοκύπριων να επιστρέψουν στα σπίτια τους και θα μείωνε σημαντικά το δικαίωμα των Ελληνοκυπρίων οι οποίοι έχουν περιουσία στο βορρά να ανακτήσουν την περιουσία τους[11]. Επιπλέον το Σχέδιο Αννάν επιχειρούσε να αρνηθεί και να καταργήσει το δικαίωμα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τους κατόχους περιουσίας οι οποίοι είχαν στερηθεί των δικαιωμάτων τους ( όπως καθόρισε το Δικαστήριο), ανακηρύσσοντας την «Ενωμένη Δημοκρατία της Κύπρου» ως υπεύθυνο αρμόδιο κράτος, απαλλάσσοντας έτσι την Τουρκία και ορίζοντας ότι οι ήδη υπάρχουσες πρόσφυγες θα πρέπει να παραγραφούν με το επιχείρημα ότι με το Σχέδιο Αννάν προβλέπονταν επαρκείς αποζημιώσεις. Παράλληλα, το Άρθρο 6 του Παραρτήματος ΙΧ της Ιδρυτικής Συμφωνίας που περιέχεται στο Σχέδιο Αννάν προέβλεπε να ζητηθεί η επικύρωση του σχεδίου από την ΕΕ, όπως αυτό θα γινόταν αποδεκτό από τα ενδιαφερόμενα μέρη, και η υιοθέτησή του ως πρωτογενούς δικαίου. Κάτι τέτοιο αποσκοπούσε στο να αποκλείσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να κρίνει τη συμβατότητα του Σχεδίου με τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ.

5.      Δημοκρατία

α) Η Σημασία της Αρχής

17.       Η δημοκρατία αφορά στην εγκαθίδρυση και συνεχή ύπαρξη μιας γνήσια αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης υπόλογης στο λαό. Απαιτεί την αποδοχή από τους πολίτες των βασικών κανόνων που διέπουν τη δημιουργία και οργάνωση ενός κράτους και τις σχέσεις του με  τους πολίτες. Απαιτεί επιπλέον τον πλήρη σεβασμό της βούλησης του λαού, όπως αυτή εκφράζεται από τους ψηφοφόρους και/ή από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Η δημοκρατία βασίζεται στον κανόνα της πλειοψηφίας, με πλήρη αναγνώριση και εφαρμογή των δικαιωμάτων του ατόμου, των μειονοτήτων και των ομάδων, όπως απαιτείται. Η αρχή της δημοκρατίας αποτελεί ένα συνεχώς αυξανόμενης σημασίας μέρος του διεθνούς δικαίου και βρίσκεται στην καρδιά του ευρωπαϊκού δικαίου. Το Άρθρο 3 του Καταστατικού Χάρτη αναφέρεται σε πλουραλιστική δημοκρατία, σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου ως αρχές του συστήματος του Συμβουλίου της Ευρώπης[12], ενώ το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα και του κράτους δικαίου ως θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης[13].

 β) Οι ανεπάρκειες του Σχεδίου Αννάν

18.       Η διαδικασία του Σχεδίου Αννάν, σύμφωνα με την οποία συμφωνίες, συντάγματα και νόμοι επιζητείται να επιβληθούν σε ένα ανεξάρτητο κράτος χωρίς να είναι το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής νομοθετικής διαδικασίας ή διαλόγου, δεν μπορεί να είναι σύμφωνη με την αρχή της δημοκρατίας. Όπως σύμφωνη με την αρχή αυτή δεν μπορεί να είναι ούτε η αριθμητική εξίσωση μεταξύ δυο δημογραφικά άνισων κοινοτήτων[14]. Ένα συνταγματικό και θεσμικό πλαίσιο το οποίο απαιτεί την αμοιβαία συναίνεση των αντιπροσώπων και των δύο εθνοτικών κοινοτήτων σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και σε κάθε μία από τις τρεις παραδοσιακές εξουσίες (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) εξασφαλίζει μόνιμο δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) τόσο στην πλειοψηφία όσο και στην μειοψηφία. Η μετάθεση της τελικής απόφασης σε ξένους πολίτες σε περίπτωση αδιεξόδου μέσα σε όργανα βαρυσήμαντα όπως το Ανώτατο Δικαστήριο και άλλα[15] βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την αρχή της δημοκρατίας.

19.       Στις 24 Απριλίου 2004 76% των ψηφοφόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην περιοχή που ελέγχεται από την Κυβέρνηση απέρριψαν το Σχέδιο Αννάν. Αυτή η απόφαση πρέπει να γίνει αποδεκτή από όλους ως μια έγκυρη άσκηση της δημοκρατίας και του δικαιώματος αυτοδιάθεσης.

6.      Το Κράτος Δικαίου

 
α) Η Έννοια Της Αρχής

20.       Το κράτος δικαίου στο διεθνές δίκαιο προβλέπει ότι όλες οι επίσημες δραστηριότητες πρέπει να επιχειρούνται με τρόπο συμβατό με τις αρχές του δικαίου. Επίσης σημαίνει ότι νόμιμες διαδικασίες πρέπει να καθιερώνονται και να γίνονται σεβαστές προκειμένου οι αρχές του δικαίου να λειτουργούν αποτελεσματικά, έτσι ώστε, για παράδειγμα, η αρχή της δίκαιης δίκης να είναι ουσιαστική. Όπως έχει σημειωθεί παραπάνω (παράγραφος 15), τόσο το Συμβούλιο της Ευρώπης, όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζονται μεταξύ άλλων πάνω στην αρχή του κράτους δικαίου.

21.       Δεν μπορεί να υπάρξει διεθνής νομιμότητα σε έδαφος παράνομα κατεχόμενο από ξένη δύναμη. Πράγματι, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμποδίζεται από την άσκηση της κυριαρχίας πάνω σε μέρος του διεθνώς αναγνωρισμένου εδάφους του θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια την Ευρωπαϊκή νομιμότητα.

β) Οι ανεπάρκειες του Σχεδίου Αννάν

22.       Το Σχέδιο Αννάν πρότεινε την αντικατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας με ένα νέο κράτος το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να προσφέρει μια σταθερή κυβέρνηση, καθώς θα ενείχε το στοιχείο της αστάθειας, όπως έχει σημειωθεί παραπάνω. Επιπλέον, οι περιορισμοί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δυνατότητας ελεύθερης επιδίωξής τους σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και υπό το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες που δεσμεύουν την Κύπρο (π.χ. Διεθνείς Συμβάσεις για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα), θα προσέβαλλαν σοβαρώς τις έννοιες της ορθής απονομής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου.

Ο Δρόμος προς τα Εμπρός : Μια Συντακτική Συνέλευση για την Κύπρο

23.       Με βάση το Σύνταγμα του 1960, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο και νόμιμο πολιτειακό σύστημα διακυβέρνησης της νήσου Κύπρου. Η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση την έχει θέσει υπό την προστασία της, έτσι ώστε οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού να πρέπει να αρχίζει με βάση τους υπάρχοντες θεσμούς και την έννομη τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτή είναι αποδεκτή από το λαό της και διεθνώς νομιμοποιημένη. Από εκεί και πέρα πρέπει να βρεθούν πρόσφοροι τρόποι και μέσα για να προσαρμόσουν τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς και το δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψιν τη βούληση του λαού ως συνόλου περιλαμβάνοντας όλες τις κοινότητες, έτσι ώστε να ανακτηθεί η δημοκρατική βάση και η πλήρης κυριαρχία στο διεθνώς αναγνωρισμένο έδαφος της Δημοκρατίας.

24.       Μια δημοκρατική διαδικασία αυτόνομης σύνταξης Συντάγματος, η οποία να συμπεριλαμβάνει διάφορα βήματα, θα επέτρεπε στο λαό της Κύπρου να ξεπεράσει το παρόν αδιέξοδο και να ανακαλύψει μέσα και μέτρα τα οποία τελικά θα οδηγήσουν σε επανασύνδεση και συμφιλίωση σύμφωνη με τις προαναφερθείσες θεμελιώδεις αρχές. Η Συντακτική Συνέλευση ως όργανο δημοκρατικής συντακτικής εξουσίας έχει ήδη χρησιμοποιηθεί με επιτυχία, κυρίως στην διαδικασία αποαποικιοποίησης. Η σύνταξη Συντάγματος πρέπει να εντάσσεται σε δημοκρατικές πολιτικές διαδικασίες και όχι χωρίς αυτές.

25.       Μια Συντακτική Συνέλευση για την Κύπρο, είτε δημοκρατικά εκλεγμένη, είτε ορισμένη έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει ορθά την βούληση των ψηφοφόρων και την προοπτική διαφορετικών κοινοτήτων όλου του νησιού, πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη για την σύνταξη και υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος για την Κύπρο, το οποίο να βασίζεται στο ήδη υπάρχον Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και το οποίο τελικά να τροποποιεί ή να υποκαθιστά.

26.       Τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης πρέπει να έχουν απόλυτη ελευθερία και ευθύνη ως προς την επιλογή του πολιτεύματος, είτε αυτό είναι προεδρικό, κοινοβουλευτικό, ή ένας συνδυασμός των δύο· ως προς την εξεύρεση εδαφικών διευθετήσεων μέσω ενός κατάλληλου σχεδίου αποκέντρωσης- σε περιοχές, περιφέρειες, κοινότητες ή παρεμφερή- και ως προς την διαμόρφωση διαδικασιών ικανών να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των ανθρώπων, προς όφελος του λάου όλων των κοινοτήτων της Κύπρου. Γνωματεύσεις και βοήθεια για την Συνέλευση ή τα μέλη της μπορούν να αναζητηθούν από εμπειρογνώμονες από το εσωτερικό της Κύπρου και το εξωτερικό. Τα μόνα νομικά όρια της κυρίαρχης συντακτικής εξουσίας της Συνέλευσης είναι η αυστηρή συμμόρφωση με τις Ευρωπαϊκές αρχές και το κοινοτικό κεκτημένο, και με τα διεθνή πρότυπα σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου και την προστασία των μειονοτήτων που πηγάζουν από το διεθνές δίκαιο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και άλλα Ευρωπαϊκά θεσμικά μέσα[16]

27.       Το νέο Σύνταγμα, όπως θα διαμορφωθεί από τη Συνέλευση, θα πρέπει να υποβληθεί σε ξεχωριστά παράλληλα δημοψηφίσματα , τα οποία θα διεξαχθούν στις δύο μεριές του νησιού, σύμφωνα με την εμπειρία της 24 Απριλίου 2004[17].  Μόνο ο λαός της Κύπρου μπορεί να επιφέρει την νομιμότητα που είναι αναγκαία για μια νέα αρχή. Οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού πρέπει να είναι νόμιμη και νομιμοποιημένη και πρέπει να βασίζεται πάνω στη μόνη ισχύουσα συνταγματική βάση που αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από την διεθνή κοινότητα, και αυτό είναι το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960. Οι διαδικασίες που θα ρυθμίζουν την εκλογή ή τον ορισμό της Συντακτικής Συνέλευσης, τη σύνθεση της και τη λειτουργία της, καθώς και την διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων για το Σύνταγμα, θα πρέπει να προβλέπονται από τροπολογίες στο Σύνταγμα του 1960. Προτείνεται επιπλέον η διαδικασία της Συντακτικής Συνέλευσης να διεξαχθεί υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συστάσεις

28.       Το Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων αναζητά μια δίκαιη και έντιμη λύση για την Κύπρο, η οποία να επιτρέπει στις κοινότητες να επιτύχουν συμφιλίωση και ένα ειρηνικό και ευήμερο μέλλον.  Κατά συνέπεια συνιστά την τήρηση των Θεμελιωδών Αρχών του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου όπως αναφέρονται παραπάνω σε όλους τους αρμόδιους διεθνείς θεσμούς, συμπεριλαμβανόμενου του ΟΗΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, αλλά ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπό το πρίσμα της ιστορικής ευκαιρίας που της παρουσιάζεται με την πρόσφατη ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.

29.       Το Διεθνές Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων συνιστά:

α) Την αναγνώριση των παραπάνω Θεμελιωδών Αρχών από τα μέρη τα οποία εμπλέκονται στην αναζήτηση ειρήνης, δικαιοσύνης και ασφάλειας στην Κύπρο.

β) Την υιοθέτηση ενός ψηφίσματος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (και άλλους αρμόδιους διεθνείς θεσμούς)  στο οποίο να επαναβεβαιώνονται οι Θεμελιώδεις Αρχές.

γ) Τη σύσταση μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (και σε άλλους αρμόδιους διεθνείς θεσμούς) ενός εποπτικού μηχανισμού μέσω του οποίου να διασφαλίζεται η συμβατότητα με τις Θεμελιώδεις Αρχές οποιουδήποτε διακανονισμού  προτείνεται για την Κύπρο.

δ) Τη δημιουργία μιας Συντακτικής Συνέλευσης υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη βάση του Κυπριακού Συντάγματος του 1960, η οποία να φέρει σε επαφή τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό την εξεύρεση μιας επίλυσης συμβατής με τις Θεμελιώδεις Αρχές. 

 Συμπέρασμα

30.       Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μεταβάλει  ριζικά τους εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς παράγοντες του Κυπριακού.  Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι είναι τώρα πια πολίτες της Ένωσης, απολαμβάνουν τα δικαιώματα που πηγάζουν από την Ευρωπαϊκή έννομη τάξη και υπόκεινται στα καθήκοντα που πηγάζουν από αυτή.  Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος και κατά συνέπεια είναι μία από τους «Κύριους των Συνθηκών».

31.       Εάν το Σχέδιο Αννάν είχε γίνει αποδεκτό και είχε τεθεί σε εφαρμογή πριν από την ένταξη, η ίδια η ένταξη θα είχε στηριχτεί σε πολύ ασταθείς νομικές βάσεις, καθώς η Ένωση θα είχε ενσωματώσει ένα νέο κράτος-μέλος το οποίο δεν θα είχε καν υπογράψει τη συμφωνία ένταξης, ενώ παράλληλα η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα είχε υπογράψει τη συμφωνία, θα είχε πάψει να υπάρχει.  Τώρα που η ένταξη έχει γίνει πραγματικότητα, η κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω ενός αναθεωρημένου Σχεδίου Αννάν είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη λόγω της ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

32.       Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με την ιστορική ευκαιρία και την ειδική ευθύνη να προωθήσει μια νέα διαδικασία δημοκρατικής συντακτικής διαδικασίας στην Κύπρο και να πείσει όλες τις κοινότητες να λάβουν μέρος σε αυτή τη διαδικασία.  Κατ’αυτόν τον τρόπο η Ευρωπαϊκή Ένωση  θα εξασφάλιζε την εφαρμογή των δικών της αρχών και αξιών, καθώς και αυτών του διεθνούς δικαίου γενικότερα, μέσα στα εδάφη ενός κράτους-μέλους της. 

******

Παράρτημα : Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση

Άρθρο 6

1.   Η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη.

2.   Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.

3.   Η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της.

4.   Η Ένωση διαθέτει τα μέσα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων της και για την επιτυχή εφαρμογή των πολιτικών της.

******

Σύνθεση Διεθνούς Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων*

1.    Professor Auer Andreas, Switzerland

     Professor of Constitutional Law, University of Geneva

2.    Professor Bossuyt Mark, Belgium

     Professor of International Law, University of Antwerp

3.    Professor Burns Peter, Canada

     Former Dean of the UBC Law Faculty,

     Professor of Law, University of British Columbia, Vancouver

4.    Professor Dr. Alfred De Zayas, United States of America

     Geneva School of Diplomacy

     Former Secretary, UN Human Rights Committee

5.    Professor Helmons Silvio-Marcus, Belgium

     Emeritus Professor of Universite Catholique de Louvain, Public International Law and Human Rights

6.    Professor Dr. Dr.h.c. Oberndoerfer Dieter, Germany

     Professor Emeritus, Political Science, University of Freiburg

7.    Professor Malcolm N Shaw QC, United Kingdom

     The Sir Robert Jennings Professor of International Law, University of Leicester

Τα μέλη της Επιστημονικής Ομάδας της Πανελλήνιας Επιτροπής για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο που συμμετείχαν στο διεθνές συμβούλιο:

1. Γιώργος Κασσιμάτης, Πρόεδρος της Επιτροπής,Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

2. Παναγιώτης Ήφαιστος, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων

3. Στέλιος Περράκης, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου

4. Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης Αναπλ. Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής

5. Περικλής Νεάρχου, Φιλόλογος, Συντονιστής της Ομάδας

————————- 

*Σε μερικές συνεδριάσεις συμμετείχαν, επίσης ο Δικαστής Λουκής Λουκαϊδης και μέλη του «Διεθνούς Συνδέσμου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο».

Υποσημειώσεις


[1] Βλ. την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που αναφερόταν σε τουρκικές παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στις πρώτες δύο προσφυγές της Κύπρου κατά της Τουρκίας, 10 Ιουλίου 1976 και στην τρίτη προσφυγή, 4 Οκτωβρίου 1983 (δημοσιεύτηκε από την Επιτροπή Υπουργών το 1992) και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην απόφαση του σχετικά με την τέταρτη προσφυγή Κύπρου κατά Τουρκίας, 10 Μαΐου 2001. Βλ. Επίσης παρακάτω, παρ.15.

[2] Οντότητα η οποία αναφέρεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως «υφιστάμενη τοπική διοίκηση» της Τουρκίας, Λοϊζίδου κατά Τουρκίας, απόφαση 23 Φεβρουαρίου 1995,παρ.62.

 [3] Βλ. Επίσης την Διακήρυξη των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου Σχετικά με τις Φιλικές Σχέσεις, του 1970, απόφαση 2625 (ΧΧV), και την Διακήρυξη της Μανίλας περί Ειρηνικής Διευθέτησης των Διεθνών Διαφορών, απόφαση 37/590.

 [4] Βλ. Το άρθρο 2 του Χάρτη ΟΗΕ και την Διακήρυξη των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου Σχετικά με τις Φιλικές Σχέσεις του 1970.

[5] Βλ. Το Άρθρο 2(4) του Χάρτη ΟΗΕ, Κεφάλαιο VII  του Χάρτη ΟΗΕ και την απόφαση 3314(ΧΧΙΧ) περί Ορισμού της Επίθεσης

[6] Βλ. Τις Αρχές της Νυρεμβέργης και τα καταστατικά των Δικαστηρίων για τα Εγκλήματα Πολέμου για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. 

[7] Βλ. Επίσης την απόφαση 83(13) της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας , 10 Μαΐου 2001.

[8] Βλ. Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου σχετικά με τις Νόμιμες Συνέπειες της Οικοδόμησης Τείχους στα Κατεχόμενα Εδάφη της Παλαιστίνης, 9 Ιουλίου 2004, παρ. 119 και ακόλουθες.

[9] Πιο σημαντική, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Κύπρος εναντίον Τουρκίας, 10 Μαΐου 2001.

 [10] Βλ. την υπόθεση Rutili, 1975, ΕΔΑΔ 1219 και άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, 1999 (βλ. και Παράρτημα αυτού του κειμένου).

[11] Αυτή η κατάσταση θα ερχόταν επίσης σε σύγκρουση με αρκετές αποφάσεις του ΟΗΕ σχετικά με το δικαίωμα επιστροφής, βλ. ειδικότερα την μελέτη της Υπό-Επιτροπής του ΟΗΕ για την Προώθηση και Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ειδικού Εισηγητή Awn Shawkat Al Kassawneh περί της «Διάστασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις Μετακινήσεις Πληθυσμών», E/CN.4/Sub.2/1997/23.

[12] Βλ. επίσης τον Χάρτη των Παρισίων, 1990.

[13] Το οποίο αναπαράγεται στο Παράρτημα αυτού του κειμένου.  Βλ. επίσης την Διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την Αναγνώριση Νέων Κρατών,1991.

[14] Βλ. παραπάνω, παρ.5.

[15] Βλ. παραπάνω, παρ. 8.

[16] Για παράδειγμα η Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, 1995, στην οποία η Κύπρος είναι συμβαλλόμενο μέρος.

[17] Αλλά χωρίς τη συμμετοχή των Τούρκων εποίκων, βλ. παραπάνω παρ.14

«A principled basis for a just and lasting Cyprus settlement in the light of International and European Law»

By the International Expert Panel convened by the Committee for a European Solution in Cyprus.

Panayiotis Ifestos

——————————-

(for electronic texts click for and back to the title)

1. background information, 2. Political theory, power, causes of war and international rule of law. 3. The final report of the “International Expert Panel convened by the Committee for a European Solution in Cyprus”4. Call for endorsement of the report.

——————————-

 1. Background information.

The report entitled «A principled basis for a just and lasting Cyprus settlement in the light of International and European Law», attached herewith (two word files are attached, one in English and another in Greek), is the outcome of a collective endeavor which begun in 2004 after the rejection of the Anan plan by the majority of Cypriots and completed in early autumn 2005. This effort begun in the context of the deliberations of the “Scientific Committee for a European solution of the Cyprus question” created by the “Panhellenic Association for a European Solution of the Cyprus question”. The members of the “Scientific Committee” were Professor George Kassimatis who presided the deliberations, the professors of Panteion University Stelios Perrakis, Panayiotis Ifestos and Christodoulos Giallourides and Perikles Nearchou, former diplomatic adviser to the Prime Minister. Members of the “International Association for the protection of Human Rights in Cyprus” also cooperated with the Committee.

            Eventually, the “Panhellenic Association for a European Solution of the Cyprus question” convened the “International Expert Panel” comprised of experts in International law, constitutional law, European law, international relations and political science. Their report was finalized in August 2005 and handed over to the leadership of the two communities, to the President of the Republic of Cyprus and to the leaders of the political parties in Cyprus. The report was presented publicly in press conference in Nicosia on September 1st. It was also dispatched to the head of Governments of the EU, to the institutions of the EU and to many other potentially interested institutions in Europe.   

            At the outset, a primary objective was to confine the debates on the Cyprus question in scientific boundaries, thus excluding inputs of ideological, political, partisan and national or other value laden criteria. This could only be achieved if the Cyprus question is considered in terms of international and European rule of law, that is, in terms of mandatory-obligatory legal terms which if duly respected and fully implemented the Cyprus problem, it is believed, could be solved immediately and in the interests of all parties involved.

2. Political theory, power, causes of war and international rule of law

Given that elementary criteria of scientific objectivity are respected, a political scientist could easily define and delimit international and European rule of law. International and European rule of law is explicitly if not precisely recorded, inter alia, in international conventions, in the charters of the international institutions and in internal legal order of states. [«The rule of law in international law provides that all official activities must be undertaken in a way that is consistent with legal principles. It further means that legal processes must be established and respected in order for legal principles to operate effectively, so that, for example, the principle of due process is critical. As previously noted (paragraph 15), both the Council of Europe and the European Union are founded upon inter alia the principle of the rule of law. 26. There can be no international rule of law in a territory illegally occupied by a foreign power. Indeed, the fact that a member state of the European Union is prevented from exercising its sovereignty over part of its internationally recognised territory challenges the reality of the European rule of law itself». See para. 25,26 of the attached report]

            Shortly stated, to the extend that almost all states entangled in the Cyprus question participate in numerous international organizations and signed various conventions whose clauses are incorporated as mandatory law in their internal judicial system, their governments are legally bounded in their behavior and decisions.

            At this point, it is important to draw the borderline –unfortunately not always obvious for many– between the issues of international politics which are conditioned by the aforementioned mandatory-(strictly obligatory) international legal agreements and other issues which are directly influenced by power and the many causes of war so well described and explained by authors of the analysts of the traditional Paradigm such as Thucydides, Gilpin, Aron and Waltz. In fact, the former, that is, the obligatory-mandatory legal commitments of states at the international level constitute what one may define as “the acquisitions of humans’ political civilization at the international level” whilst the latter are –unfortunately– conditioned by power and the cause of war and are by and large the principal source of great human hardships. Some additional points as regards this important distinction are necessary.

            Firstly, epistemologically speaking, it is a fact that many thinkers trained to be international politics “specialists” –and a great number of “invaders” of adjacent scientific fields– in the anarchically developing “scientific” field of “international relations”, often create a chaos of irrational political assessments springing from the overflowing of value laden “judgments” (pseudo-)scientifically disguised. In fact, the field could progress considerably if its specialists do not confuse what is obligatory in the involved states’ internal normative structures with other issues which are by and large influenced by interstate disagreements, by power politics and by the broader causes of war at the international level. Unless IR analysts comprehend fully the ontologically founded fundamental characteristics of the interstate system based on the principle of state sovereignty (and its corollary international anarchy) and the real nature of the causes of war, they are condemned to oscillate shakily and inconsistently between cosmopolitan nonsense, “idealistic” hegemonic rationalizations and sterile legalism. The publicly taken positions of many on the Anan plan reflect precisely this predominant pitiful state of affairs in the IR community of Greece (and certainly of the other scientific communities of Europe and elsewhere).

            Secondly, though Cypriots themselves, mainland Greeks, mainland Turks and British leaders are all directly concerned by the Anan plan, its adventures during the period 2001-2005 are of broader significance. Its drafting and presentation exemplify the deficiencies of international organizations, highlight the fact that the causes of war are alive and actively undermining the foundations of the interstate system and explain the reasons of the difficulties to implement fully the rule of law in international relations.

            Thirdly, the adventure of the Anan plan could prove the most appropriate case study as regards contemporary international relations, the state of the art of IR theory, the functioning of international institutions, the causes of war of the post-World War Two era and the “changes” in the post-Cold War era. It is certainly a severe testing ground of the state of affairs of contemporary political theory in Europe and elsewhere. Anan plan could prove the Waterloo of many political theorists if not of modern political theory itself, its proclaimed scientific ethics and its ability to explain the ontologically founded Paradigm of anarchy-sovereignty [Admirably described by Thucydides but still deprived of “political philosophy of international relations” and clear thinking as regards the dilemmas owing to the challenges of modern times, especially of the challenges of the societies’ ever deepening claim for political sovereignty (that is, the claim for national independence of those societies whose representatives respect rule of law in international relations)]. Lets be straight regarding this point: To the extend their writings were corrupted by value laden criteria resulting to an unacceptable bias in favor of the –legally and politically speaking–, monstrous Anan plan, the overwhelming majority of political scientists in Europe did not honor basic and elementary epistemic premises which could secure political theory’s compatibility with the acquisitions of human civilization at the international level. Many applauded the violation of international and European rule of law and co-advocated claims of some western powers which tend to reverse political civilization back to the colonial age. At the same time, many normatively –to my view owing to scientific-logical errors or political hypocrisy– “idealistically” claim to serve “Europe”, “human rights”, “international law”, “peace” etc. As Edward H. Carr substantiated long ago, the one or the other way they are in the service of disguised hegemonic claims.

3. The final report of the “International Expert Panel convened by the Committee for a European Solution in Cyprus”           

The final report of the “International Expert Panel convened by the Committee for a European Solution in Cyprus” was indeed no easy task. I would like, however, to register the fact that my faith for scientific objectivity and the fundamentally ecumenical character of political science is strengthened. During the many scientific meetings that took place in 2004 and 2005 and to which I participated, it became clear that among political scientists engaged in the search of scientific truth, there is indeed a lot of common ground. Irrespective national, ideological, political or partisan criteria of the analysts when they attempt to describe interstate rule of law, it is indeed feasible to describe-define international normative structures as they were overtime agreed and established by the sovereign states. In fact, this was one more experience that strengthened my conviction that mandatory-obligatory normative structures at the international level could both provide a basis for productive international relations theory bridging the various branches of social sciences and a borderline of serious scientific as well as political debate on the problems owing to the cause of war. Certainly as it is stressed below, it could provide an ethical basis of IR analysis and political thinking.

            The attached report of the International Experts panel, on purely objective grounds owing to the legal-political commitments the states themselves made in the past, provides a realistic orientation for a viable solution of the Cyprus question in a way that benefits all its inhabitants and serves peace and stability in the area.

[NB. In earlier writings –see for example my latest monograph http://www.ifestos.edu.gr/7.htm)– this author, inter alia, attempted to establish i) that the Paradigm of Sovereignty-Anarchy is ontologically founded, ii) that the societies’ claim for collective political sovereignty is the nearest equivalent to “freedom” in international relations, iii) that –as it is defined with precision by the fundamental principles of international law which are by their nature anti-hegemonic– the claim for political sovereignty-collective freedom, is an overarching criterion of interstate relations, ontologically founded and for that reason morally irrebuttable, iv) that if international rule of law is respected for all “peace loving societies-states” –as defined in the aforementioned study– their statehood is their “collective freedom institution” («θεσμός ελευθερίας»-“thesmos eleftherias”) and v) that full respect of international rule of law and international peace and stability could only advance if the causes of war are eliminated or substantially moderated. Basically, value free IR studies of Traditionalist analysts differs from IL analysis only to the extend the former examine and consider appropriately the existence of the causes of war in contemporary international politics. Last but not least, as regards the debates on analytical ethics and international morality, all analysts and politicians could very well take into the account the existence of an ontologically founded overarching basis, that is, ”international rule of law” as previously defined. Political sovereignty of peace loving states and its corollary “socially defined” international institutions (whose principal “mission” is the safeguard of the collective freedom of the sovereign societies) are the basis of both value free analysis whish is compatible to scientific ethics founded on interstate ontology. They also provide the ethical and political basis of peaceful resolution of international conflicts and peaceful interstate cooperation. Political sovereignty defined as collective freedom, in other words, is a sound value free ethical orientation in both IR analysis and interstate politics.]      

4. Call for endorsement of the report

Bilingual readers would notice that the English report and its Greek translation are identical. French and German language versions are under preparation. It is expected that many more specialists of international law, European law and international relations would add their names to the ones who finalized it and already signed it. Moreover, to the extend this report is the product of a collective effort and given that it is already published, it could be consider as an acquisition of political theory and as a reference text of everyone interested in the Cyprus question.

            In fact a list of scholars is created for everyone wishing to publicly endorse its scientific content [endorsements could be sent electronically to the address (click) “I endorse the report A principled basis for a just and lasting Cyprus settlement in the light of International and European Law” and it would be promptly appropriately forwarded]. At this point, may I make it clear that an endorsement of this kind has nothing to do with politically and ideologically loaded lists of heterogeneous signatories. Simply, it is an endorsement of the report’s scientific content by all scholars who would agree with the validation and substantiation it provides.

Lastly, everyone agreeing with its content and disposing an electronic list, could circulate the report or forward it for publishing in web pages or in other available media.   

P.Ifestos

September 2005

 INTERNATIONAL EXPERT PANEL

CONVENED BY

THE COMMITTEE FOR A EUROPEAN SOLUTION IN CYPRUS

A principled basis for a just and lasting Cyprus settlement in the light of International and European Law

 Preamble

1.         The purpose of this Report, prepared by an International Expert Panel, is to seek a just Cyprus settlement providing for the peaceful and prosperous future of all the people of the island. In order to do this, one must apply the key principles drawn from international and European law which apply in the settlement of international disputes, including disputes concerning members of the European Union. Such principles lie at the heart of international and European law. Failure to respect such principles is likely not only to prejudice the success of any particular settlement plan by internalising contradictions with international law and thus weakening its sustainability, but also to constitute a destabilising element for the future. The precedent of a political settlement contrary to accepted international and European legal principles may well be resorted to in other dispute situations with serious consequences for the stability of the international order.

2.         The fundamental principles of international and European law offer a unique guide and methodology by which to initiate and successfully conclude a process leading to a Cyprus settlement within the framework of a new and genuinely Cypriot Constitution in accordance with the right of self-determination. This is at the very core of a European solution for Cyprus, consistent with international and European law.

3.         The solution of the Cyprus problem must be found by respecting and applying the fundamental principles on which international law and the European Union are founded: these are in brief, the peaceful settlement of disputes; the sovereignty, independence and equality of states; the prohibition of aggression and the non-recognition of its consequences; and respect for human rights, liberty, democracy and the rule of law. Both the present state of affairs in Cyprus and the terms of the current Annan Plan are inconsistent with these fundamental principles. It is also essential to arrive at a solution that fully respects the need for the reconciliation of, and cooperation between, the communities and all relevant parties.

 4.         The European Union is called upon to seize this historic opportunity and to assume its special responsibility for actively helping to put in motion a process of constitution-making that will finally allow the Republic of Cyprus, as a member state, to recover full sovereignty and independence and to establish peacefully a constitutional order respecting the above mentioned principles, and based on full respect for diversity.

 Basic facts

5.         The Republic of Cyprus came to independence in 1960 by virtue of a series of international agreements. However, unlike other decolonised territories, it was subject to Treaty of Guarantee provisions in favour of the United Kingdom, Turkey and Greece. In 1974, Turkey, invoking the coup by the Greek Junta against the legitimate Cypriot government of Archbishop Makarios, invaded and proceeded to occupy northern Cyprus. This initial action, however, hardened into a prolonged and continuing occupation which has now continued for over 30 years and which has involved a series of human rights violations as attested by the organs of the European Convention of Human Right.[1] Since 1974, Cyprus has been  de facto divided into the Republic of Cyprus recognized by the international community and the “Turkish Republic of Northern Cyprus”, an entity[2] declared invalid by UN Security Council resolutions 541 (1983) and 550 (1984) and recognized and sustained only by Turkey. While roughly half of the Turkish Cypriot community has emigrated since the 1974 events, mainly to the United Kingdom, more than 120,000 Turkish settlers are now living in northern Cyprus, transforming the Turkish Cypriots into a minority within their own constituency. The population of Cyprus at present (settlers apart) is 802,500 of whom some 80% are Greek Cypriots, 11% are Turkish Cypriots (this figure was 18% in 1974) and 9% are Armenians, Maronites, Latins and alien residents.

6.         The Annan Plan as presented in its final version by the Secretary General of the United Nations on 31 March 2004 provided for a federal state, the “United Republic of Cyprus”, replacing and abolishing the existing Republic of Cyprus and incorporating the occupied northern area. On 24 April 2004, two separate referendums were held. While 65% of the Turkish Cypriot and settler voters in the occupied north accepted the Annan plan, 76% of their Greek Cypriot counterparts in the Republic of Cyprus rejected it. On May 1st, 2004, the Republic of Cyprus as a whole became a member state of the European Union. An Additional Protocol to the Treaty of Accession provided for the temporary suspension of the acquis communautaire in the occupied areas. Negotiations on Turkey’s accession are about to start.

The Fundamental Principles

1.      The Peaceful Settlement of Disputes

a) The Meaning of the Principle

7.         Article 2 (3) of the United Nations Charter provides that; “All members shall settle their international disputes by peaceful means in such a manner that international peace and security and justice are not endangered”. Accordingly, a settlement that does, or appears likely to, endanger international peace and stability and is inconsistent with accepted standards of justice cannot be consistent with the obligations upon all states laid down in the Charter.[3]

b) Annan Plan Deficiencies

8.         The terms of the Annan Plan would in fact have embedded instability into the heart of a Cyprus settlement and would inevitably have led to increasing friction and destabilisation. This is underlined by the provisions concerning the position of foreign nationals with effective control over key areas of governmental activities in Cyprus. Examples where non-Cypriots would (in the event of disagreement between the equal numbers of Greek and Turkish Cypriots) have effective control appeared to include the Reconciliation Commission; the Supreme Court invested with legislative and executive powers; the Central Bank; the Relocation Board; the Property Court and the organs of the Property Board. Bearing in mind the experience of the period 1960-63, the need for stability in the ordering of governmental activities is critical. Further, the foreign nationals concerned would not be democratically accountable to the people of Cyprus.

9.         Any settlement of an international dispute must also be in accord with justice. This point is noted below (paragraph 15) in relation to the fundamental principle of respect for human rights.

2.      The Sovereignty, Independence and Equality of States

a) The Meaning of the Principle

10.       International law, as well as EU law, is founded upon the recognition of independent and sovereign states. Consequential principles include the obligations of non-intervention in the internal affairs of states and respect for the territorial integrity of all states.[4] In addition, the right of self-determination provides that while people within a state have the right to participate in the governance of that state, the free choice of the people of a state, conforming to fundamental international and European values must be respected on the international level.

 b) Annan Plan Deficiencies

11.       The Annan Plan is founded upon the abolition of the legitimate and recognised Republic of Cyprus. Further, the right of intervention in the internal affairs of Cyprus, reserved to Greece, Turkey and Great Britain as the Guarantor Powers according to the Treaty of Establishment of 16 August 1960 and extended in the Annan Plan to cover the territorial integrity, security and constitutional order of both the federal “United Cyprus Republic” and the constituent states, constitutes a significant limitation on the sovereignty and independence of Cyprus and a challenge to the international and European legal orders. This was underlined by the proposed creation of a Monitoring Committee, composed of representatives of the guarantor powers, the constituent states and the UN, to monitor the implementation of the Annan Plan settlement and with the power to make recommendations. Furthermore, the Annan Plan provided for the permanent demilitarisation and disarmament of the new Cypriot state, thus raising questions as to the right to self-defence.

12.       In addition, one notes under the Annan Plan the right of the UK to complete and unimpeded access for any purpose whatsoever to the waters between the Sovereign Base Areas’ waters and the fact that international judicial or third party settlement procedure is expressly forbidden with regard to disputes concerning the Sovereign Base Areas. Such disputes were to be resolved by an arbitrator appointed by the authorities of the Sovereign Base Areas.

  1. The Prohibition of the Act and Consequences of Aggression

a) The Meaning of the Principle

13.       The prohibition of aggression is at the heart of the international legal order. It is enshrined in international law in general terms,[5] in international criminal law,[6] and with regard to specific situations. Prohibiting the consequences of aggression means rejecting the benefits obtained as a result of illegal aggression and is enshrined, for example, in the jus cogens norm of the non-acquisition of title to territory as a result of aggression. In the context of Cyprus, the UN Security Council adopted resolutions 541 (1983) and 550 (1984) declaring the purported “Turkish Republic of Northern Cyprus” to be illegal and calling upon all states not to recognise it.[7] Further, the implantation of settlers from Turkey in an attempt to manipulate the demography of the island of Cyprus runs counter to the principles of international law, especially those relating to self-determination and human rights. In particular, Article 49 of Geneva Convention IV on the Protection of Civilian Persons 1949 (ratified by both Cyprus and Turkey) prohibits the transfer by an occupying power of part of its own civilian population into the occupied territory. It should, of course, be noted that, having established the illegality of the position of the settlers, the question of the future of the settlers and their families is a separate matter to be determined by the parties concerned within the framework of an overall just and fair settlement and in a manner consistent with international and European law.

b) Annan Plan Deficiencies

14.       The Annan Plan provided for the legitimisation of acts of the “TRNC” and by extension of the “TRNC” itself. The Plan declared that all acts of any authority on the island of Cyprus (excluding the Sovereign Bases Areas) would be recognised as valid unless the particular act at issue was inconsistent with international law, irrespective of the question of the status of the authority in question. Equally seriously, the provisions of the Plan in relation to the settlers from Turkey were hardly consistent with international law.[8] First, the Plan permitted the settlers to vote in the Turkish Cypriot referendum, even though the former now constitute a majority of inhabitants of the north and even though this recognised as a decisive constitutional force an illegal consequence of an illegal aggression. The UN has not envisaged settlers voting in internal self-determination elections in other situations, such as the West Bank and Gaza, Western Sahara and East Timor. Secondly, the status of the settlers is legitimised in addition by permitting large numbers of them to stay in the north. It goes without saying that in any solution to the dispute, the settlers must be treated in a way which is consistent with international human rights law. As such the position of the settlers is different from that of the substantial number of Turkish troops in occupied northern Cyprus. The presence of such troops in the current situation clearly constitutes an affront to the principles of democracy and human rights and a symbol of aggression and they will need to be withdrawn.

  1. Respect for Human Rights

a) The Meaning of the Principle

15.       Respect for human rights requires the government to promote and fully to respect the fundamental rights and freedoms granted to the individuals by international conventions, the European legal order and national constitutions. Human rights play a critical role in international law and in European law. The European Convention on Human Rights binds Cyprus and Turkey. The European Court of Human Rights has held on several occasions that, since 1974, Turkey is directly responsible for continuing violations of basic fundamental rights by occupying the Northern part of Cyprus, by preventing displaced Greek Cypriot citizens from returning to their homes and property or from having access to and enjoyment of them, by not investigating the fate of thousands of still missing persons and by failure to protect freedom of religion and freedom of expression. These decisions, unprecedented in scope and gravity, have still not been fully implemented.[9] Further, the rights enshrined in the European Convention constitute fundamental principles of the European Union, which itself is based upon the principles of liberty, democracy, respect for human rights and rule of law.[10] The European legal order, therefore, both through the European Convention of Human Rights and the acquis communautaire, provides the most stringent and efficient system of protection of human and minority rights worldwide. Moreover, both Cyprus and Turkey are parties to the International Covenant on Civil and Political Rights, article 1 of which lays down the right of self-determination, and to the International Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination.

b) Annan Plan Deficiencies

16.       Under the Annan Plan, serious restrictions of political and civil rights, of freedom of residence, breaches of the prohibition of racial discrimination and severe violations of property rights and of the right to respect of one’s home would be maintained and even perpetuated for all Cypriot citizens during several decades and in certain cases permanently (eg. freedom to chose one’s residence and the right to return to one’s home). The question of settlers has been addressed above (paragraph 14). The Annan Plan would have prevented the right of all displaced Greek Cypriots from returning to their homes and would have significantly limited the right of Greek Cypriots who own property in the north from recovering their property.[11] Further, the Annan Plan sought to deny the right of recourse to the European Court of Human Rights for property owners deprived of their rights (as determined by the Court) by the expedient of declaring the “United Republic of Cyprus” the appropriate respondent state, and thus absolving Turkey, and stating that existing applications should be struck out on the grounds that under the Plan adequate domestic remedies had been provided for. Parallel to this, Article 6 of Annex IX of the Foundation Agreement contained in the Annan Plan provided that the EU be requested to endorse the plan as accepted by the parties and that this would result in the adoption of primary law. The implication of this would be in essence the prevention of the EU’s Court of Justice from challenging the plan on the grounds of violating the fundamental principles of the EU.

  1. Democracy

a) The Meaning of the Principle

17.       Democracy refers to the establishment and continued existence of a genuinely representative government responsive to the people. It requires that the basic rules establishing and organizing the state and its relationship with society be accepted by the citizens. It further requires full respect of the will of the people as expressed by the voters and/or their legitimate representatives. Democracy is founded on majority rule, in full recognition and application of individual, minority and group rights, as appropriate. The principle of democracy is an increasingly important part of international law, and at the very heart of European law. Article 3 of the Statute of the Council of Europe refers to pluralist democracy, respect for human rights and the rule of law as principles of the Council system,[12] while article 6 of the Treaty on European Union declares the principles of liberty, democracy, respect for human rights and the rule of law as founding principles of the Union.[13]

b) Annan Plan Deficiencies

18.       The Annan Plan process whereby agreements, constitutions and laws are sought to be imposed on an independent state without being the result of any democratic legislative process or dialogue cannot be consistent with the principle of democracy. Neither can strict reliance on arithmetic equality between two demographically unequal communities.[14] A constitutional and institutional framework that requires mutual consent of the representatives of both ethnic communities on all levels of government and in each one of the three traditional powers (legislative, executive and judiciary) reserves a permanent right of veto to both, majority and minority. Leaving the final decision in case of stalemate to foreign citizens in such critical organs as the Supreme Court and others[15] is in stark contradiction to the principle of democracy.

19.       On 24 April 2004, 76% of the voters of the Republic of Cyprus in the government controlled area rejected the Annan Plan. This decision must be accepted by all as a valid exercise of democracy and of the right to self-determination.

  1. The Rule of Law

aThe Meaning of the Principle

20.       The rule of law in international law provides that all official activities must be undertaken in a way that is consistent with legal principles. It further means that legal processes must be established and respected in order for legal principles to operate effectively, so that, for example, the principle of due process is critical. As previously noted (paragraph 15), both the Council of Europe and the European Union are founded upon inter alia the principle of the rule of law.

21.       There can be no international rule of law in a territory illegally occupied by a foreign power. Indeed, the fact that a member state of the European Union is prevented from exercising its sovereignty over part of its internationally recognised territory challenges the reality of the European rule of law itself.

b) Annan Plan Deficiencies

22.       The Annan Plan proposed the replacement of the Republic of Cyprus by a new state that would with great difficulty have been able to provide for a stable government, since instability would have been embedded into it, as noted above. In addition, the restrictions on human rights and the ability to pursue them freely pursuant to the European Convention on Human Rights and under the European Union, and the general principles of international law including those norms derived from international treaties binding on Cyprus (e.g. the International Covenants on Human Rights) would have severely challenged notions of due process and the rule of law.

The Way Forward: A Constitutional Convention for Cyprus

23.       Based on the 1960 Constitution, the Republic of Cyprus is the only internationally recognized and legal government of the island. Its accession to the European Union has put it under the protection of the latter, so that any solution of the Cyprus problem must commence with the existing institutions and legal order of the Republic of Cyprus as accepted by its people and internationally legitimised. From here, ways and means must be found to adapt the existing institutions and law adequately, taking into account the will of the people as a whole including all communities, in order to recover democratic rule and full sovereignty in the internationally recognised territory of the Republic.

24.       A democratic process of autonomous constitution-making consisting of several steps should enable all the people of Cyprus to overcome the present stalemate and to find means and measures that will eventually bring about re-unification and reconciliation consistent with the fundamental principles noted above. The Constitutional Convention as an instrument of democratic constitution making has been successfully used, particularly in the decolonisation process. Constitution drafting must be integrated in, and not separated from, the democratic political process.

25.       A Constitutional Convention for Cyprus, democratically elected or designated so as to reflect appropriately the will of the voters and the aspirations of civil society of the different communities of the island as a whole, should have the sole responsibility for drafting and adopting a new Constitution for Cyprus, building on, and eventually amending or replacing, the existing 1960 Constitution of the Republic of Cyprus.

26.       The members of the Constitutional Convention should have complete liberty and responsibility for choosing whatever political system they may prefer, whether presidential, parliamentary or combinations thereof; for finding territorial arrangements by an appropriate decentralization scheme – in regions, districts, communes or whatever – and for shaping procedures that will be able to protect efficiently minority and human rights, in the interest of the people of all the communities in Cyprus. Experts both from within and from outside Cyprus may be asked to give advice and assistance to the Convention or its members. The only legal limits of the Convention’s sovereign constitutional power are strict compliance with European constitutional principles and the acquis communautaire, and international human rights and minority protection standards derived from international law and from the European Convention on Human Rights and other European instruments.[16]

27.       The new Constitution as framed by the Convention should be submitted to separate and simultaneous referendums to be held on both parts of the island, according to the April 24, 2004 experience.[17] Only the people of Cyprus can bring about the legitimacy essential for a new beginning. Any solution of the Cyprus problem must be legal and legitimate and must build on the only existing constitutional scheme that is recognized by the European Union and the international community, and that is the 1960 Constitution of the Republic of Cyprus. The procedures regulating the election or designation of the Constitutional Convention, its composition and functioning, as well as the holding of the constitutional referendums will have to be provided for by amendments to the 1960 Constitution. It is further proposed that the Constitutional Convention process take place under European Union auspices.

Recommendations

28.       The International Expert Panel seeks a fair and equitable Cyprus settlement that allows the communities to achieve reconciliation and a peaceful and prosperous future. It therefore commends the Fundamental Principles of International and European Law as noted above to all relevant international institutions, including the United Nations, the Council of Europe, the Organisation for Security and Cooperation in Europe, but most particularly to the European Union in the light of the historic opportunity presented to it by the recent accession to membership of the Republic of Cyprus and the opening of accession negotiations with Turkey.

29.       The International Expert Panel recommends:

a) The acknowledgement of the aforesaid Fundamental Principles by those parties involved in seeking peace, justice and security in Cyprus.

b) The adoption of a Resolution in the European Parliament (and in other pertinent international institutions) reaffirming the Fundamental Principles.

c) The establishment in the European Parliament (and in other pertinent international institutions) of a monitoring mechanism by which the conformity of any proposed Cyprus settlement with the Fundamental Principles may be ensured.

d) The creation of a Constitutional Convention under European Union auspices and on the basis of the 1960 Cyprus Constitution to bring together the parties directly concerned in order to reach a settlement in conformity with the Fundamental Principles.

Conclusion

30.       The accession of the Republic of Cyprus to the European Union has fundamentally changed the internal as well as the external aspects of the Cyprus problem. Greek and Turkish Cypriots have now become citizens of the Union, enjoying the rights and subject to the duties provided for in the European legal order. The Republic of Cyprus is a member state and thus one of the “Masters of the Treaties”.

31.       Had the Annan Plan been accepted and implemented before accession, that very accession would have rested on shaky legal grounds, as the Union would have integrated a new member state which would not even have signed the accession treaty, while the Republic of Cyprus, which has signed the treaty, would have ceased to exist. Now that accession has become a reality, the abolition of the Republic of Cyprus through a revised Annan Plan is prevented by the very existence of the European Union.

32.       The European Union has the historic opportunity and the special responsibility for promoting a new process of democratic constitution making in Cyprus and for convincing all communities to take part in such a process. In so doing, the European Union would ensure the application of its own principles and values, as well as those of international law generally, within the territory of one of its own member-states.

*****

 APPENDIX: Article 6 of the Treaty on European Union

“1. The Union is founded on the principles of liberty, democracy, respect for human rights and fundamental freedoms, and the rule of law, principles which are common to the Member States.

2. The Union shall respect fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms signed in Rome on 4 November 1950 and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, as general principles of Community law.

3. The Union shall respect the national identities of its Member States.

4. The Union shall provide itself with the means necessary to attain its objectives and carry through its policies.”

International Expert Panel

1.    Professor Auer Andreas, Switzerland

Professor of Constitutional Law, University of Geneva

2.    Professor Bossuyt Mark, Belgium

Professor of International Law, University of Antwerp

3.    Professor Burns Peter, Canada

Former Dean of the UBC Law Faculty,

Professor of Law, University of British Columbia, Vancouver

4.    Professor Dr. Alfred De Zayas, United States of America

Geneva School of Diplomacy

Former Secretary, UN Human Rights Committee

5.    Professor Helmons Silvio-Marcus, Belgium

Emeritus Professor of Universite Catholique de Louvain, Public International Law and Human Rights

6.    Professor Dr. Dr.h.c. Oberndoerfer Dieter, Germany

Professor Emeritus, Political Science, University of Freiburg

7.    Professor Malcolm N Shaw QC, United Kingdom

The Sir Robert Jennings Professor of International Law, University of Leicester

The members of the Greek Scientific Committee of the Association for a European Solution to the Cyprus problem which are co-authors of the Expert’s report.

1.  Professor George Kassimatis, Professor, Constitutional Law, president of the Greek Scientific Committee

2. Panayiotis. Ifestos, Professor, International Politics

3. Stelios. Perrakis, Professor, International Law

4. Christodoulos. Yiallourides, ass. Professor, International Politics

5. Pericles Nearchou, Philologist, coordinator of the Scientific Committee


Endnotes

[1] See the European Commission of Human Rights which referred to Turkish violations of the European Convention on Human Rights in the first two Cyprus v Turkey applications, 10 July 1976 and  the third  application, 4 October 1983 (published by the Committee of Ministers in 1992) and the European Court of Human Rights giving judgment in the fourth Cyprus v Turkey  application,  10 May 2001. See also below para. 15.

[2] Referred to by the European Court of Human Rights as a “subordinate local administration” of Turkey, Loizidou v Turkey, decision of 23 February 1995, para. 62.

[3] See also the 1970 Declaration on Principles of International Law Concerning Friendly Relations, resolution 2625 (XXV) and the Manila Declaration on the Peaceful Settlement of International Disputes, resolution 37/590.

[4] See article 2 of the UN Charter and the 1970 Declaration on Principles of International Law Concerning Friendly Relations

[5] See Article 2 (4) of the UN Charter, Chapter VII of the UN Charter and resolution 3314 (XXIX) on the Definition of Aggression.

[6] See the Nuremberg Principles and the Statutes of the War Crimes Tribunals for the Former Yugoslavia and for Rwanda and the International Criminal Court.

[7] See also resolution 83 (13) of the Committee of Ministers of the Council of Europe and the decision of the European Court of Human Rights in the Cyprus v Turkey case, 10 May 2001.

[8] See the Advisory Opinion of the International Court of Justice on the Legal Consequences of the Construction of a Wall  in the Occupied Palestinian Territory, 9 July 2004,para. 119 and following.

[9] Most significantly, the decision of the European Court of Human Rights, Cyprus v Turkey, 10 May 2001.

[10] See the Rutili case, 1975, ECR 1219 and article 6 of the Treaty of European Union, 1999 (reproduced in the Appendix to this Report).

[11] This situation would also have been incompatible with numerous UN resolutions on the right to return, see especially the study of the UN Sub-Commission on the Promotion and Protection of Human Rights by Special Rapporteur Awn Shawkat Al Kassawneh on the “Human Rights Dimensions of Population Transfers”, E/CN.4/Sub.2/1997/23.

[12] See also the Charter of Paris, 1990.

[13] Reproduced in the Appendix to this Report.  See also the European Community Declaration on the Recognition of New States, 1991.

[14] See above para. 5.

[15] See above para. 8.

[16] For example the Framework Convention for the Protection of National Minorities, 1995, to which Cyprus is a party.

[17] But conducted so as to exclude the competence of Turkish settlers, see above, para. 14.

PANEL INTERNATIONAL D’ EXPERTS

Une base de principes pour une solution juste et viable du problème chypriote à la lumière du Droit International et Européen

Brussels 2005

PANEL INTERNATIONAL D’EXPERTS

CONVOQUE PAR

LE COMITE POUR UNE SOLUTION EUROPEENNE A CHYPRE

Une base de principes pour une solution juste et viable du problème chypriote à la lumière du Droit International et Européen

Préambule

1.         Le but de ce rapport, préparé par un Panel International d’Experts, est la recherche d’une solution juste pour le problème chypriote en vue d’un futur pacifique et prospère pour tous les habitants de l’île. Pour atteindre ce but, on doit appliquer les principes fondamentaux du Droit International et Européen qui sont appliqués lors de l’arrangement des conflits concernant les membres de l’Union Européenne. Ces principes se trouvent au cœur du Droit International et Européen. Le manque du respect de tels principes peut éventuellement non seulement nuire le succès d’un plan particulier d’arrangement en intégrant des éléments contradictoires au Droit International et par conséquent affaiblir sa viabilité, mais aussi constituer un élément d’instabilité pour le futur. Le précédent d’un arrangement politique contraire aux principes qui sont admis par le par le Droit International et Européen peut bien être invoqué à d’autres situations conflictuelles ayant de graves conséquences  pour la stabilité de l’ordre international.

2.         Les principes fondamentaux du droit international et Européen offrent un guide unique et une méthodologie pour commencer et conclure avec succès un processus qui conduira à une solution du problème chypriote dans le cadre d’une nouvelle et authentique Constitution Chypriote en accord avec le droit à l’autodétermination. Cela constitue le noyau d’une solution européenne pour Chypre, conforme au Droit International et Européen.

3.         La solution du problème chypriote doit être trouvée  en respectant et appliquant les principes  fondamentaux sur lesquels ont été fondés le Droit International et l’Union Européenne. Ils sont en bref, le règlement pacifique des différends, la souveraineté, l’indépendance et l’égalité des Etats, l’interdiction de l’agression et la non-reconnaissance de ses conséquences ; le respect des droits de l’homme, de la liberté, de la démocratie et de l’Etat de droit. Le présent statut de Chypre et les dispositions du Plan Annan ne sont pas conformes à ces principes fondamentaux. Il est également essentiel d’arriver à une solution qui respecte pleinement le besoin de réconciliation et de coopération entre les deux communautés et toutes les parties concernées.

 4.         L’Union Européenne est appelée à saisir cette occasion historique et à assumer sa propre responsabilité pour contribuer activement à la mise en marche d’un processus d’élaboration constitutionnelle qui permettra finalement à la République de Chypre, comme pays membre, de récupérer sa pleine souveraineté et indépendance et d’établir d’une manière pacifique un ordre constitutionnel respectant les principes ci-dessus mentionnés et se basant sur le respect absolu de la diversité.

 Données de base

 5.         La République de Chypre acquiert son indépendance en vertu d’une série d’accords internationaux. Pourtant, contrairement à d’autres territoires décolonisés, elle a été régie par les prévisions du Traité de garanties  en faveur du Royaume Uni, de la Turquie et de la Grèce. En 1974 la Turquie, invoquant le coup d’Etat de la junte grecque contre le gouvernement légal de l’Archevêque Macarios, a procédé à l’invasion et l’occupation du Nord de Chypre. Toutefois, cette action initiale s’est transformée en une occupation prolongée et continue qui dure déjà plus de trente ans et qui a entraîné une série de violations des droits de l’homme, comme il a été attesté par les organes de la Convention Européenne des Droits de l’Homme.[1] Dès 1974, Chypre est divisée de facto en deux parties : la République de Chypre reconnue par la communauté internationale et la « République Turque de Chypre du Nord » (RTCN), une entité 2 déclarée nulle par les Résolutions 541(1983) et 550 (1984) du Conseil de Sécurité de l’ONU et reconnue et soutenue seulement par la Turquie. Tandis que presque la moitié de la communauté chypriote-turque a émigré par la suite des événement de 1974, surtout vers le Royaume Uni, plus de 120.000 colons turcs vivent actuellement au Nord de Chypre, transformant les turco-chypriotes en une minorité dans leur propre territoire. La population actuelle de Chypre (colons mis à part) compte 802.500 habitants dont 80% greco-chypriotes, 11% chypriotes-turcs (contre 18% en 1974) et 9% Arméniens, Maronites, Latins et ressortissants étrangers.

 6.         Le Plan Annan présenté dans sa version finale par le Secrétaire Général de l’ONU le 31 mars 2004 prévoyait la création d’un Etat fédéral, « La République Unie de Chypre », en remplaçant et abolissant la République de Chypre actuelle et en intégrant les territoires occupés du Nord de l’île. Le 24 avril 2004 deux référendums séparés ont eu lieu. Tandis que 65% des électeurs chypriotes-turcs et des colons de la région occupée du Nord ont accepté le Plan Annan, 76% des électeurs  chypriotes-grecs de la République de Chypre l’ont rejeté. Le 1er mai 2004 la République de Chypre comme un ensemble est devenue Etat membre de l’Union Européenne. Un protocole additionnel au Traité d’adhésion a prévu  la suspension temporaire de l’acquis communautaire dans la région occupée. Les négociations pour l’adhésion de la Turquie vont bientôt commencer.

Les principes fondamentaux

1.      Le règlement pacifique  des différends

a)  La notion du principe

7.         L’article 2 (3) de la Charte des Nations Unies prévoit que « tous les membres vont régler leurs différends internationaux par des moyens pacifique de sorte que la paix, la sécurité et la justice internationales ne soient pas mises en danger ». Par conséquent un arrangement qui met ou pourrait mettre en danger la paix et la stabilité internationales et qui est incompatible avec les standards de justice acceptées ne peut pas être en conformité avec les obligations qui émanent de la Charte 3 pour tous les Etats.

 b) Les déficiences du Plan Annan

8.         Les termes du Plan Annan comprendraient, en réalité, l’instabilité au cœur d’un règlement du problème chypriote et conduiraient inévitablement à une friction et une déstabilisation croissantes. Cela est souligné par les dispositions concernant la désignation des ressortissants étrangers qui exerceraient un contrôle effectif sur des domaines essentiels des activités gouvernementales à Chypre. Des exemples où des non-chypriotes pourraient (en cas de désaccord entre le nombre égal des chypriotes grecs et turcs ) avoir un contrôle effectif semblent inclure la Commission de Réconciliation, la Cour Suprême investie de pouvoirs législatifs et exécutifs, la Banque Centrale, le Conseil de Rapatriement, la Cour des propriétés et les organes du Conseil des Propriétés. Tenant en considération l’expérience de la période 1960-63, le besoin de stabilité dans l’exercice des activités gouvernementales est crucial. En plus, les ressortissants étrangers ne pourraient pas être démocratiquement comptables à la population de Chypre.

 9.         Tout règlement d’un différent international doit également être en accord avec la justice. Ce point est mentionné ci-après (par. 15) en relation avec le principe fondamental du respect des droits de l’homme.

 2.      La souveraineté, l’indépendance et l’égalité des Etats

a) La notion du principe

10.       Le Droit International, comme aussi le Droit de l’U.E., est fondé sur la reconnaissance de l’indépendance et de la souveraineté des Etats. Les principes qui en résultent contiennent les obligations de la non-intervention aux affaires intérieures des Etats et du respect de l’intégrité territoriale de tous les Etats.4 En outre, le droit à l’autodétermination prévoit que puisque la population d’un Etat a le droit de participer à la gouvernance de cet Etat, le choix libre de la population d’un Etat, conformément aux valeurs fondamentales internationales et européennes, doit être respecté au niveau international.

 b) Les déficiences du Plan Annan

11.       Le Plan Annan se base sur l’abolition de la légitime et reconnue République de Chypre. En plus, le droit de l’intervention aux affaires intérieures de Chypre, réservé à la Grèce, la Turquie et la Grande Bretagne en tant que puissances garantes selon le Traité d’Etablissement du 16 août 1960, est étendu dans le Plan Annan en vue d’inclure l’intégrité territoriale, la sécurité et l’ordre constitutionnel aussi bien de la « République Unie de Chypre » fédérale que des Etats constituants,  constitue une restriction importante de la souveraineté et de l’indépendance de Chypre et un défi pour l’ordre juridique international et européen. Cela a été souligné par la proposition de la création d’un Comité de Surveillance, composé par les représentants des puissances garantes, les Etats constituants et l’ONU, pour surveiller l’application du règlement du Plan Annan, ayant le pouvoir de faire des recommandations. En outre, le Plan Annan prévoit la démilitarisation et le désarmement permanents du nouvel Etat chypriote, soulevant ainsi des questions concernant le droit à l’autodéfense.

 12.       De surcroît, on remarque dans le Plan Annan le droit du Royaume Uni au plein et sans encombre accès pour n’importe quelle raison aux eaux maritimes inclues entre les régions des Bases souveraines et le fait que les procédures d’un règlement juridictionnel international ou d’un règlement au moyen d’une partie tierce sont formellement interdites dans le cas où les différends concernent les régions des Bases. De tels différends seraient résolus par un arbitre désigné par les autorités des Bases souveraines.

3.      L’interdiction de l’action et des conséquences de l’agression

a) La notion du principe

13.       L’interdiction de l’agression se trouve au cœur de l’ordre juridique international. Elle est intégrée au Droit International au sens général du terme5, au  Droit Pénal International6 et en combinaison avec des situations spéciales. L’interdiction des conséquences de l’agression signifie le rejet des bénéfices obtenus par l’agression illégale et elle se trouve incorporée, par exemple, dans la règle du jus cogens de la non-acquisition de titre de propriété comme résultat de l’agression. Dans le contexte de Chypre, le Conseil de Sécurité de l’ONU a adopté les résolutions 541 (1983) et 550 (1984) déclarant la soi-disant « République Turque de Chypre du Nord » comme illégale et appelant tous les Etats à ne pas la reconnaître.7 En plus, l’implantation des colons turcs dans un effort de manipuler la démographie de l’île de Chypre s’oppose aux principes du droit international et plus spécialement à ceux qui concernent l’autodétermination et les droits de l’homme. Plus particulièrement, l’article 49 de la Convention IV de Genève pour la Protection des civiles de 1949 (ratifié par Chypre et la Turquie) interdit à une puissance occupante le transfert d’une partie de sa propre population dans le territoire occupé. On devrait noter bien sûr, qu’ayant établi le statut des colons comme illégal, la question du futur des colons et de leurs familles est un sujet à part qui doit être régler par les parties concernées dans le cadre d’une solution globale, juste et raisonnable de façon conforme au Droit International et Européen.

 b) Les déficiences du Plan Annan

14.       Le Plan Annan prévoit la légitimation des actes de la « RTCN » et l’extension de la « RTCN » elle-même. Le Plan a déclaré que tous les actes de toute autorité sur l’île de Chypre (à l’exception des régions des bases britanniques) devraient être reconnus comme valides sauf si l’acte particulier en considération n’était pas conforme au droit international, indépendamment du statut de l’autorité en question. Egalement graves, les dispositions du Plan en relation avec les colons de Turquie ne semblent pas être conformes au droit international.8 D’abord le Plan a permis aux colons de participer au référendum chypriote-turc, malgré que ceux-ci  constituent déjà la majorité des habitants du Nord et malgré que cela a eu comme résultat la reconnaissance comme puissance constitutionnelle décisive, une conséquence illégale d’une agression illégale. L’ONU n’avait pas accepté le vote des colons aux élections internes d’autodétermination dans d’autres situations, comme le West Bank  et Gaza, le Sahara occidental, et le Timor oriental. En deuxième lieu, le statut des colons est encore plus légitimé par la permission à un grand nombre d’entre eux de rester au Nord. Il est évident que dans toute solution d’un conflit, les colons doivent être traités de façon conforme au droit international des droits de l’homme. Comme telle, la situation des colons est différente de celle du nombre important des troupes turques dans le Nord occupé des Chypres. La présence de telles troupes dans la situation actuelle constitue clairement un affront aux principes de la démocratie et des droits de l’homme et un symbole de l’agression. Elles devront être retirées.

4.      Le respect des droits de l’homme

a) La notion du principe

15.       Le respect des droits de l’homme exige que le gouvernement promeuve et respect pleinement les droits et les libertés fondamentaux de l’homme qui émanent des conventions internationales, l’ordre juridique européen et les constitutions nationales. Les droits de l’homme jouent un rôle crucial dans le droit international et dans le droit européen. La Convention Européenne pour les droits de l’homme engage aussi bien Chypre que la Turquie. La Cour Européenne des Droits de l’Homme a soutenu dans plusieurs occasions que, dès 1974 la Turquie est directement responsable des violations continues des droits fondamentaux par l’occupation de la partie du Nord de Chypre, en empêchant les chypriotes-grecs déplacés de retourner à leurs foyers et propriétés ou d’avoir accès à leur jouissance, par le manque d’investigations pour le sort des milliers de personnes encore disparus et par l’échec de la protection de la liberté de la religion et d’expression. Ces décisions dont l’ampleur et la gravité sont sans précédent, ne sont pas encore appliquées.9 En plus, les droits qui sont intégrés à la Convention Européennes constituent des principes fondamentaux de l’Union Européenne, elle-même étant fondée sur les principes de la liberté, de la démocratie, du respect du droit de l’homme et de l’Etat de droit.10  L’ordre juridique européen, par conséquent, à travers tant de la Convention Européenne des Droits de l’Homme que de l’acquis communautaire, fournit le système le plus sévère et le plus effectif pour la protection des droits de l’homme et des minorités à l’échelle mondiale. En outre, tant Chypre que la Turquie sont parties du Pacte International sur les Droits Civils et politiques, dont l’article 1  prévoit  le droit à l’autodétermination et à la Convention Internationale pour l’élimination de toute forme de discrimination raciale.

 b) Les déficiences du Plan Annan

16.       Selon le Plan Annan des restrictions sérieuses des droits politiques et civiles, de la liberté de résidence, des violations de l’interdiction des discriminations raciales et de graves violations des droits de propriété et du respect du domicile seraient maintenues pour tous les citoyens chypriotes pour plusieurs décennies. Dans certains cas même en permanence (p.ex. en ce qui concerne le droit de choisir le lieu de résidence et le droit du retour au foyer). La question des colons a été susmentionnée (par. 14). Le Plan Annan empêcherait le droit de tous les chypriotes-grecs déplacés de retourner chez eux et limiterait considérablement le droit des chypriotes-grecs possédant des propriétés au Nord de récupérer leur propriété.11 En plus, le Plan Annan   tentait de nier et supprimer le droit du recours à la Cour Européenne des Droits de l’Homme des propriétaires dépourvus des leur droits (comme déterminé par la Cour) déclarant la « République Unie de Chypre » comme Etat responsable et compétant, et ainsi dispensant la Turquie, et stipulant que les recours existants devraient être prescrits étant donnée que le Plan Annan prévoyait des dédommagements suffisants. Parallèlement, l’article 6 de l’Annexe IX du Traité d’Etablissement qui fait partie du Plan Annan prévoyait qu’on demande la ratification du Plan par L’Union Européenne tel qu’il aurait été accepté par les parties concernées, et son adoption comme droit primaire. L’implication de ceci serait en substance un obstacle à ce que la Cour soit saisie du Plan sous l’angle des violations des principes fondamentaux de l’U.E.

5.      La démocratie

a) La notion du principe

17.       La démocratie se réfère à l’établissement et la continuation de l’existence d’un gouvernement authentiquement représentatif responsable devant le peuple. Elle exige que les règles de base qui régissent la création et l’organisation d’un Etat et de ses relations avec la société soient acceptées par les citoyens. Elle exige, en plus, le respect absolu de la volonté du peuple, comme elle s’exprime par les électeurs et/ou leurs représentants légitimes. La démocratie est fondée sur la règle de la majorité, en reconnaissant pleinement et en appliquant dûment les droits de l’individu, des minorités, et des groupes. Le principe de la démocratie est une partie de plus en plus croissante du Droit International et se trouve au cœur du Droit Européen. L’article 3 du Statut du Conseil de l’Europe se réfère à la démocratie pluraliste, au respect des droits de l’homme et à l’Etat de droit comme des principes du système du Conseil,12 tandis que l’article 6 du Traité de l’Union Européenne déclare les principes de la liberté, de la démocratie et du respect des droits de l’homme et de l’Etat de droit comme principes fondamentaux de l’Union Européenne.13

b) Les déficiences du Plan Annan

18. Le processus du Plan Annan, qui veut imposer à un Etat indépendant des accords, des constitutions et des lois sans qu’elles soient le résultat d’une procédure législative démocratique ou d’un dialogue, ne peut pas être compatible avec le principe de la démocratie. De même, l’équation arithmétique entre deux communautés démographiquement inégales ne peut pas être compatible avec ce principe.14 Un cadre constitutionnel et institutionnel qui requiert le consensus mutuel des représentants des deux communautés à tous les niveaux de gouvernance et pour chacun des trois pouvoirs traditionnels (législatif, exécutif et judiciaire) assure un droit permanent de véto tant à la majorité qu’à la minorité. La désignation de la décision finale à des ressortissants étrangers en cas d’impasse dans des organes de grande importance comme la Cour Suprême et d’autres15 est incompatible avec le principe de la démocratie.

19. Le 24 avril 2004 76% des électeurs de la République de Chypre dans la région contrôlée par le gouvernement ont rejeté le Plan Annan. Cette décision doit être acceptée par tous comme un exercice valide de la démocratie et du droit à l’autodétermination.

6.      L’Etat de droit

a) La notion du principe

20.       L’Etat de droit dans le Droit International prévoit que les activités officielles doivent être assumées de manière compatible avec les principes du droit. Cela signifie également que les procédures légales doivent être établies et respectées en vue du fonctionnement effectif des autorités judiciaires, de façon que, par exemple le principe de justice équitable soit essentiel. Comme il a été noté ci-dessus (par. 15), tant le Conseil de l’Europe que l’Union Européenne sont fondés, entre autres, sur le principe de L’Etat de droit.
 

21.       L’existence d’un Etat de droit international n’est pas possible sur un territoire illégalement occupé par une force étrangère. En effet, le fait qu’un Etat membre de l’Union Européenne est empêché d’exercer sa souveraineté à une partie de son territoire internationalement reconnue remet en question l’existence elle-même d’Etat de droit Européen.

b) Les déficiences du Plan Annan

22.       Le Plan Annan a proposé le remplacement de la République de Chypre par un nouvel Etat qui pourrait difficilement offrir un gouvernement stable, puisque l’élément d’instabilité y serait incorporé, comme il a été noté ci-dessus. De surcroît, les restrictions des droits de l’homme et de la possibilité de leur libre poursuite selon la Convention Européenne des Droits de l’Homme, l’Union Européenne et les principes généraux du droit international, y compris des règles qui émanent des Traités Internationaux qui engagent Chypre (p.ex. Pactes Internationaux relatifs aux les Droits de l’Homme), constitueraient un grave défi pour les notions de  justice équitable et de l’Etat de droit.

La voie en avant : Une Assemblée Constitutionnelle pour Chypre

23.       Selon la Constitution de 1960, la République de Chypre est la seule internationalement reconnue et son gouvernement est le seul gouvernement légal de l’île de Chypre. Son adhésion à l’Union Européenne l’a mise sous la protection de cette dernière, de façon que n’importe quelle solution du problème chypriote doive commencer sur la base des institutions existantes et l’ordre juridique de la République de Chypre comme elle est acceptée par son peuple et internationalement légitimée. A partir de là, des modes et des moyens doivent être trouvés pour adapter d’une manière adéquate les institutions et le droit déjà existants, tenant en considération la volonté du peuple dans son ensemble qui doit inclure toutes les communautés, de sorte que la gouvernance démocratique et la pleine souveraineté au territoire internationalement reconnu de la République soient récupérées.

24.       Une procédure démocratique d’établissement autonome d’une constitution qui comprendra plusieurs démarches, permettra au peuple de Chypre de dépasser la présente impasse et découvrir les moyens et les mesures qui conduiront finalement à une re-unification et à une réconciliation conforme aux principes susmentionnés. L’Assemblée Constitutionnelle comme organe d’établissement démocratique de la Constitution a été déjà utilisée avec succès, surtout lors du processus de décolonisation. L’établissement de la Constitution doit être intégré et non pas séparé des procédures politiques démocratiques.

25.       Une Assemblée Constitutionnelle pour Chypre, démocratiquement élue, ou désignée, de sorte qu’elle reflète d’une manière appropriée la volonté des électeurs et les ambitions de la société des différentes communautés de l’île dans son ensemble, doit avoir la responsabilité exclusive pour la rédaction et l’adoption d’une nouvelle Constitution pour Chypre, fondée sur, et éventuellement modifiant ou remplaçant, la Constitution existante de 1960 de la République de Chypre.

26.       Les membres de l’ Assemblée Constitutionnelle doivent avoir la liberté et la responsabilité entière concernant le choix du système politique, qu’il soit présidentiel, parlementaire ou une combinaison des deux, pour trouver d’arrangements territoriaux par le biais d’un plan convenable de décentralisation –en régions, départements, communautés ou similaires- et l’élaboration des procédures capables de protéger effectivement les droits des minorités et des hommes, en faveur du peuple de toutes les communautés de Chypre. Des experts de l’intérieur de Chypre ou de l’étranger pourraient être sollicités pour conseiller ou assister les membres de l’Assemblée. Les seules limites légales du pouvoir souverain de l’Assemblée Constitutionnelle sont la conformité stricte aux principes constitutionnels européens et à l’acquis communautaire, et aux règles concernant les droits internationaux de l’homme et la protection des minorités qui émanent du droit international et de la Convention Européenne des Droits de l’Homme et d’autres organes européens.16

27.       La nouvelle Constitution, comme elle sera élaborée par l’Assemblée, devra être soumise à deux référendums distincts et simultanés, qui auront lieu dans les deux régions de l’île, selon l’expérience du 24 avril 2004. Seul le peuple de Chypre peut apporter la légitimité nécessaire pour un nouveau commencement. Quelle qu’elle soit la solution du problème chypriote elle doit être légale et légitime et se fonder seulement sur le plan constitutionnel existant qui est reconnu par l’Union Européenne et la Communauté Internationale, c’est à dire la Constitution de la République de Chypre de 1960. Les procédures qui régleront l’élection ou la désignation de l’Assemblée Constitutionnelle , sa composition et son fonctionnement, ainsi que le déroulement des référendums pour la Constitution, seront prévues par des amendements de la Constitution de 1960. En plus, on propose que la procédure de l’Assemblée Constitutionnelle soit déroulée sous l‘égide de l’Union Européenne.

Recommandations

28.       Le Panel International d’Experts recherche une solution juste et équitable pour Chypre, qui permet aux communautés d’atteindre la réconciliation et un futur pacifique et prospère. Par conséquent il recommande les principes fondamentaux du Droit International et Européen comme ils sont susmentionnés  dans toutes les institutions internationales relatives, y compris l’ONU, le Conseil de l’Europe, l’Organisation pour la Sécurité et la Coopération en Europe, et surtout l’Union Européenne étant donnée l’opportunité historique qui lui est présentée par l’adhésion récente de la République de Chypre et le commencement des négociations avec la Turquie.

29.       Le Panel International recommande

a) La reconnaissance des Principes Fondamentaux susmentionnés par les parties qui sont impliquées à la recherche de la paix, de la justice et de la sécurité à Chypre.
b) L’adoption d’une résolution par le Parlement Européen (et d’autres institutions compétentes internationales) dans laquelle les principes fondamentaux seront réaffirmés.

c) L’établissement dans le Parlement Européen (et dans d’autres institutions internationales compétentes) d’un mécanisme de surveillance qui assurera la compatibilité avec les Principes Fondamentaux de n’importe quel arrangement proposé pour Chypre.

d) La création d’une Assemblée Constitutionnelle sous l’égide de l’Union Européenne et sur la base de la Constitution de Chypre de 1960, qui mettra en contact toutes les parties intéressées en vue de trouver une solution compatible avec les Principes Fondamentaux.

Conclusion

30.       L’adhésion de la République de Chypre à l’Union Européenne a radicalement transformé les facteurs aussi bien interne qu’externes du problème chypriote. Chypriotes-grecs et Chypriotes-turcs sont désormais des citoyens européens, ils jouissent des droits qui émanent de l’ordre légal Européen et ils sont soumis aux devoirs qui en découlent. La république de Chypre est un Etat membre et par conséquent elle est une des « Maîtres des Traités ».

31.       Si le Pan Annan était accepté et mis en application avant l’adhésion, l’adhésion elle-même se serait fondée sur des bases juridiques instables, puisque l’Union aurait intégré un nouvel Etat membre qui n’aurait même pas signé le traité d’adhésion, tandis que la République de Chypre, qui aurait signé le traité, cesserait d’exister. Maintenant que l’adhésion est une réalité, l’abolition de la République de Chypre à travers un Plan Annan réformé est en réalité impossible à cause de l’existence de l’Union Européenne.

32.       L’Union Européenne a une opportunité historique et une responsabilité spéciale pour promouvoir une nouvelle procédure de rédaction de la Constitution à Chypre et persuader toutes les communautés à participer à ce processus. Ainsi l’Union Européenne assurerait l’application de ses propres principes et valeurs, comme aussi ceux du droit international en général, dans le territoire d’un de ses Etats membres.

*****

Annexe : L’article 6 du Traité pour l’Union Européenne

1. L’Union est fondée sur les principes de la liberté, de la démocratie, du respect des droits de l’homme et des libertés fondamentales, et de l’Etat de droit, principes qui sont communs aux Etats membres.

2. L’Union respecte les principes fondamentaux, comme ils sont garantis par la Convention Européenne pour les Droits de l’Homme et les Libertés Fondamentales signée à Rome le 4 novembre 1959 et comme résultants des traditions constitutionnelles  communes, comme des principes généraux du droit Communautaire.

3. L’Union respecte l’identité nationale de ses Etats membre.

4. L’Union dispose les moyens nécessaires pour atteindre ses buts et pour l’application réussie de ses politiques.

 Panel international d’experts

1.    Professor Auer Andreas, Switzerland

Professor of Constitutional Law, University of Geneva

2.    Professor Bossuyt Mark, Belgium

Professor of International Law, University of Antwerp

3.    Professor Burns Peter, Canada

Former Dean of the UBC Law Faculty,

Professor of Law, University of British Columbia, Vancouver

4.    Professor Dr. Alfred De Zayas, United States of America

Geneva School of Diplomacy

Former Secretary, UN Human Rights Committee

5.    Professor Helmons Silvio-Marcus, Belgium

Emeritus Professor of Universite Catholique de Louvain, Public International Law and Human Rights

6.    Professor Dr. Dr.h.c. Oberndoerfer Dieter, Germany

Professor Emeritus, Political Science, University of Freiburg

7.    Professor Malcolm N Shaw QC, United Kingdom

The Sir Robert Jennings Professor of International Law, University of Leicester

The members of the Greek Scientific Committee of the Association for a European Solution to the Cyprus problem which are co-authors of the Expert’s report.

1.  Professor George Kassimatis, Professor, Constitutional Law, president of the Greek Scientific Committee

2. Panayiotis. Ifestos, Professor, International Politics

3. Stelios. Perrakis, Professor, International Law

4. Christodoulos. Yiallourides, ass. Professor, International Politics

5. Pericles Nearchou, Philologist, coordinator of the Scientific Committee


[1] Voir la Commission Européenne des Droits de l’Homme qui s’est référé aux violations de la Turquie de la Convention Européenne des Droits de l’Homme lors des deux premiers recours de Chypre c/ Turquie, 10 juillet 1976 et le troisième recours, 4 octobre 1983 (publiée par le Comité des Ministres en 1992) et l’arrêt de la Cour Européenne des Droits de l’Homme lors du quatrième recours de Chypre c/ Turquie, 10 mai 2001. Voir aussi ci-dessous, par. 15.

2 Entité à laquelle la Cour Européenne des Droits de l’Homme se réfère comme une «administration locale subordonnée » à la Turquie, Loizidou c/ Turquie, arrêt du 23 février 1995, par. 62. 

3 Voir aussi la Déclaration des Principes du Droit International Concernant les Relations Amicales, Résolution 2625(xxv) et la Déclaration de Manille pour l’Arrangement Pacifique des Conflits Internationaux, Résolution 37/590.

4 Voir l’article 2 de la Charte des Nations Unies et la Déclaration des Principes du Droit International Concernant les Relations Amicales de 1970.

5 Voir article 2(4) de la Charte des Nations Unies, chapitre VII de la Charte des Nations Unies et la résolution 3314 (XXIX) sur la Définition de l’agression.

6 Voir les Principes de Nuremberg et les Statuts des Tribunaux Pénaux Internationaux pour l’ex-Yougoslavie et le Rouanda et de la Cour Pénale Internationale.

7 Voir aussi la résolution 83(13) du Comité des Ministres du Conseil de l’Europe et l’arrêt de la Cour Européenne des Droits de l’Homme dans l’affaire de Chypre c/Turquie, 10 mai 2001.

8 Voir l’Avis Consultative de la Cour Internationale de Justice concernant les Conséquences Juridiques de le Construction d’un Mur dans les Territoires Palestiniens Occupés, 9 juillet 2004, par. 119 et suite.

9 Plus significatif l’arrêt de la Cour Européenne des Droits de l’Homme, Chypre c Turquie, 10 mai 2001.

10 Voir l’affaire Rutili, 1975, CJCE 1219 et l’article 6 du Traité de l’Union Européenne 1999 (reproduit à l’annexe du présent rapport).

11 Cette situation serait incompatible avec un bon nombre des décisions de l’ONU concernant le droit du retour, voir plus spécialement l’étude de la Sous-Commission de l’ONU pour la Promotion et la Protection des Droits de l’Homme de l’Envoyé Spécial Awn Shawkat Al Kassawneh sur les « Dimensions des Droits de l’Homme dans les Transferts des Populations », E/CN. 4/Sub. 2/1997/23.

12 Voir aussi la Charte de Paris, 1990.

13 Reproduit dans l’annexe du présent rapport. Voir aussi la Déclaration de la Communauté Européenne concernant la Reconnaissance de Nouveaux Etats, 1991.

14 Voir ci-dessus, par. 5.

15 Voir ci-dessus, par. 8.

16 Par exemple la Convention Cadre pour la Protection des Minorités Nationales, 1995, dont Chypre fait partie.

——————————————————

DIE INTERNATIONALE EXPERTENGRUPPE

einberufen durch das

Komitee für eine europäische Lösung in Zypern

Eine prinzipientreue Grundlage für eine gerechte und dauerhafte Regelung des Zypernproblems im Einklang mit dem Völkerrecht und der europäischen Rechtsordnung

Präambel

1.         Die vorliegende Studie, verfasst durch eine internationale Expertengruppe, zielt darauf ab, eine gerechte Zypernregelung zu suchen, die eine friedliche und prosperierende Zukunft aller Inselbewohner zu gewährleisten vermag. Um dies zu erreichen, müssen die Grundsätze des  Völkerrechts und der europäischen Rechtsordnung, die bei der Schlichtung internationaler Uneinigkeiten, einschließlich bei Streitfragen innerhalb der Mitglieder der Europäischen Union angewendet werden, auch hier das Fundament bilden. Diese Grundsätze bilden den Kern des Völkerrechts und der europäischen Rechtsordnung. Sie zu umgehen gefährdet nicht nur den Erfolg jedes Schlichtungsplanes, indem Widersprüche zu Völkerrecht einfach hingenommen werden und damit seine Akzeptanz untergraben wird, sondern setzt auch ein für die Zukunft destabilisierendes Element frei. Der Präzedenzfall einer politischen Regelung, die geltendem internationalen und europäischen Recht widerspricht, kann negative Wirkungen auf andere Konfliktsituationen ausüben und ernsthafte Konsequenzen für die Stabilität der internationalen Sicherheit und Ordnung mit sich bringen. 

2.         Die Grundsätze des Völkerrechts und der europäischen Rechtsordnung bieten eine einzigartige Leitlinie und Methode an, ein Verfahren in Gang zu bringen und erfolgreich durchzusetzen, welches das Zypernproblem mittels der Ausarbeitung einer neuen Verfassung Zyperns durch einen Verfassungskonvent, im Einklang mit dem Selbstbestimmungsrecht der Völker, zu lösen vermag. Dies ist der eigentliche Kern einer europäischen Lösung für Zypern, auf der Grundlage des Völkerrechts und der EU-Rechtsordnung.

 3.        Eine Lösung des Zypernproblems bedingt, dass die Grundsätze, auf welchen das Völkerrecht und die Europäische Union beruhen, anerkannt und auch durchgesetzt werden. Es sind dies die friedliche Regelung von Konflikten, die Souveränität, die Unabhängigkeit und die Gleichheit der Staaten, das Aggressionsverbot und die Achtung der Menschenrechte, der Freiheit, der Demokratie und der Rechtsstaatlichkeit. Sowohl die heutige Situation in Zypern, wie auch und vor allem der Annan Plan widersprechen diesen Grundsätzen diametral. Es muss eine Lösung angestrebt werden, die der Notwendigkeit einer Versöhnung und einer Zusammenarbeit aller Gemeinschaften und aller relevanten Parteien volle Beachtung zollt.

 4.        Die Europäische Union wird aufgerufen, diese geschichtlich einzigartige Gelegenheit zu ergreifen und ihrer spezifischen Verantwortung gerecht zu werden, indem sie dazu beiträgt, einen autonomen Prozess der Verfassungsbildung in Bewegung zu setzen, der es der Republik Zypern als EU Mitgliedsstaat ermöglicht, die uneingeschränkte Souveränität und Unabhängigkeit zurück zu gewinnen und eine neue Verfassungsordnung zu schaffen, welche die oben erwähnten Grundsätze respektiert und auf der Achtung der Verschiedenheit beruht.

Grundlegende Tatsachen

5.         Die Republik  Zypern erlangte 1960 aufgrund einer Reihe von internationalen Vereinbarungen die Unabhängigkeit.  Im Gegensatz zu anderen dekolonisierten Gebieten war Zypern aber an die Garantieverträge gebunden, die bestimmte Vorrechte des Vereinigten Königreiches, der Türkei und Griechenlands beinhalteten. 1974 besetzte die Türkei, mit Hinweis auf den Putsch der griechischen Militärs gegen die legitime zypriotische Regierung von Erzbischof Makarios, den Nordteil der Insel. Diese Aktion eskalierte jedoch und zog eine langfristige Okkupation nach sich, die nun seit mehr als 30 Jahren andauert und zu einer Unzahl von Menschenrechtsverletzungen geführt hat, die von den Organen der Europäischen Menschenrechtskonvention mehrfach verurteilt wurden[1]. Seit 1974 ist Zypern de facto aufgeteilt in die von der internationalen Gemeinschaft allein anerkannte Republik von Zypern, und in die «Türkische Republik von Nordzypern»[2], ein Gebilde, das durch die UN-Sicherheitsratsbeschlüsse 541 (1983) und 550 (1984) als illegitim bezeichnet wurde und das nur von der Türkei anerkannt und unterstützt wird. Während ungefähr die Hälfte der türkisch- zypriotischen Gemeinschaft seit den Ereignissen von 1974 ausgewandert ist, hauptsächlich nach England, sind bis heute mehr als 120’000 türkische Siedler nach Nordzypern eingewandert und haben so die gebürtigen türkischen Zyprioten zu einer Minderheit in ihrem eigenen Lande werden lassen. Die Bevölkerung von Zypern beträgt zur Zeit (Siedler nicht inbegriffen) 802’500 Menschen, von denen ca. 80% griechische Zyprioten, 11% türkische Zyprioten (1974 waren es 18%) und 9% Armenier, Maroniten, Latiner und andere ausländische Bewohner sind.

6.         Der  Annan Plan, wie er in seiner Schlussversion vom Generalsekretär der Vereinten Nationen am 31. März 2004 vorgestellt wurde, sah eine «Vereinigte Republik Zypern» als einen föderalen Staat vor, der die bestehende Republik Zypern ersetzen und die besetzten Gebiete im Norden der Insel integrieren sollte. Am 24. April 2004 wurden zwei separate Referenden abgehalten. Während 65% der türkischen Zyprioten (inklusive der Siedlerwähler) im besetzten Norden den Annan Plan annahmen, lehnten 76% der griechischen Zyprioten in der Republik Zypern den Plan ab. Am 1. Mai 2004 wurde die Republik Zypern als Ganzes zum Mitgliedsstaat der Europäischen Union. Ein zusätzliches Protokoll zum Beitrittsvertrag sieht die temporäre Aufhebung des „acquis communautaire“ in den besetzten Gebieten vor. Verhandlungen für den EU-Beitritt der Türkei stehen unmittelbar bevor.

Fundamentale Prinzipien

1.  Die friedliche Regelung von Konflikte

a) Allgemeine Bedeutung

7.         Artikel 2 (3) der Charta der Vereinten Nation legt fest, dass «alle Mitglieder ihre internationalen Konflikte mit friedlichen Mitteln lösen sollen, damit der internationale Frieden, die Sicherheit und die Gerechtigkeit nicht gefährdet werden». Dementsprechend kann eine Regelung, die den internationalen Frieden und Stabilität gefährdet, oder zu gefährden droht, und die den geltenden Standards von Gerechtigkeit widerspricht, mit den in der Charta festgelegten Verpflichtungen aller Staaten nicht übereinstimmen.[3]

b) Mängel des Annan-Plans 

8.         Die Umsetzung des Annan Plans hätte die Instabilität zur eigentlichen Grundlage einer Zypernregelung gemacht und unvermeidlich zu verstärkten Reibungen und Destabilisierungen geführt. Dies ergibt sich aus den Bestimmungen, die ausländischen Bürgern eine tatsächliche Kontrolle über Schlüsselbereiche von Regierungstätigkeiten in Zypern zusprachen. Beispiele einer solchen Kontrolle durch Nicht-Zyprioten bei Meinungsverschiedenheit  zwischen den Vertretern der griechischen und türkischern Gemeinschaften sind etwa die Versöhnungskommission, das mit weiten Gesetzgebungs- und Exekutivkompetenzen ausgestattete Oberste Gericht, die Zentralbank, die Umsiedlungsbehörde, das Gericht für Eigentumsfragen, sowie die Organe der Behörde für Eigentumsfragen. Die Erfahrungen der Ereignisse von 1960-63 haben gezeigt, dass die Stabilität der Regierungsordnung von entscheidender Bedeutung ist. Nicht-zypriotische Entscheidungsträger entbehren jeglicher demokratischen Legitimität.  

9.         Jede Regelung eines internationalen Konfliktes muss gerecht sein. Dieser Punkt wird weiter unten (Paragraph 15), im Zusammenhang mit dem Grundsatz der Achtung der Menschenrechte erläutert.

2          Souveränität, Unabhängigkeit und Gleichheit von Staaten

a) Allgemeine Bedeutung

10.       Völkerrecht und EU-Recht basieren auf der gegenseitigen Anerkennung von unabhängigen und souveränen Staaten. Daraus ergeben sich die Verpflichtungen zur Nichteinmischung in die internen Staatsangelegenheiten und zur Achtung der territorialen Integrität aller Staaten[4]. Das Selbstbestimmungsrecht gewährleistet überdies, dass die freie Wahl des Volkes zur Bestimmung der Staatsregierung auf der internationalen Ebene respektiert wird. 

b)  Mängel des Annan-Plans

11.       Der  Annan Plan basiert auf der Auflösung der legitimen und anerkannten Republik Zyperns. Das Griechenland, der Türkei und Großbritannien vorbehaltene Recht zur Intervention in die internen Angelegenheiten Zyperns bleibt so, wie es in den Garantieverträgen vom 16. August 1960 festgelegt ist, erhalten und wird vom Annan Plan gar ausgeweitet auf die Wahrung der territorialen Integrität, der Sicherheit und der verfassungsrechtlichen Ordnung der föderativen „Vereinigten Republik Zypern“ und  ihrer beiden Teilstaaten. Hierin liegt eine entscheidende Einschränkung der Souveränität und Unabhängigkeit Zyperns, sowie eine  Herausforderung für die internationale und europäische Rechtsordnung. Dies ergibt sich aus der vorgeschlagenen Bildung eines Steuerungsausschusses (Monitoring Committee), zusammengesetzt aus Vertretern der Garantiemächte, der Teilstaaten und der UNO, der die Implementierung des Annan Plans zu überwachen und Empfehlungen auszusprechen hätte. Dazu wird im Annan Plan die permanente Entmilitarisierung und Abrüstung des neuen zyprischen Staates vorgesehen, wodurch das Recht zur Selbstverteidigung in Frage gestellt ist.

12.       Zusätzlich gewährleistet der Annan Plan das Recht Großbritanniens zur vollständigen und uneingeschränkten Kontrolle der Gewässer zwischen den „Souveränen Militärstützpunkten“ und schliesst ausdrücklich jegliche Lösung allfälliger Konflikte, die diese Stützpunkte betreffen, durch internationale Gerichts- oder Schiedsgerichtsverfahren aus. Jene Konflikte wären, nach dem Annan Plan, an einen von den Behörden der Souveränen Militärstützpunkte ernannten Schiedsrichter übertragen worden.

3.  Das Verbot der Aggression und ihrer Konsequenzen  

a)  Allgemeine Bedeutung

13.       Das Aggressionsverbot ist der eigentliche Kern der internationalen Rechtsordnung.  Es ist ganz allgemein im Völkerrecht[5], im internationalen Strafrecht[6] und in spezifischen Situationen eingebettet. Die Konsequenzen einer Aggression zu verbieten heisst die durch illegale Aggression geschaffenen Vorteile zu ignorieren. Dieses Verbot ergibt sich zum Beispiel aus der zwingenden Völkerrechtsnorm der Nichtaneignung der durch Aggression besetzten Gebiete. Für Zypern hat der UNO-Sicherheitsrat durch die Resolutionen 541 (1983) und 550 (1984) die «Türkische Republik von Nordzypern» als illegal bezeichnet und die internationale Staatengemeinschaft aufgerufen, sie nicht zu anerkennen[7]. Des Weiteren widerspricht die systematische Implantation türkischer Siedler im Nordteil der Insel, in der Absicht die Demographie der Insel zu manipulieren, den Grundregeln des Völkerrechts, insbesondere dem Selbstbestimmungsrecht und den Menschenrechten. Artikel 49 der Genfer Konvention IV zum Schutz der Zivilpersonen von 1949 (von Zypern und der Türkei ratifiziert) verbietet es der Besatzungsmacht, Teile der eigenen Zivilbevölkerung in besetzten Territorien anzusiedeln. Auch wenn an der Illegalität der Situation der Siedler nicht gerüttelt werden darf, so muss die Frage nach der Zukunft dieser Siedler und ihrer Familien separat im Rahmen einer umfassenden, gerechten und angemessenen Regelung und in Übereinstimmung  mit dem Völkerrecht und dem EU-Recht beantwortet werden.

b)  Mängel des Annanplans

14.       Der  Annan Plan sah eine Legitimierung der Akte der «Türkischen Republik Nordzypern» vor, und dehnte diese überdies weiter aus. Der Plan erklärte, dass sämtliche Vornahmen  aller zypriotischen Behörden (ausser den Souveränen Militärstützpunkte) als gültig anerkannt würden, unabhängig von der Frage des Status’ der betreffenden Instanz, es sei denn ein einzelnes Statut stehe im Widerspruch zu Völkerrecht. Ebenso schlimm ist, dass die Vorgaben des Plans bezüglich der türkischen Siedler mit dem Völkerrecht nicht in Einklang zu bringen sind.[8] Zum einen ermöglichte der Plan den Siedlern eine Teilnahme am türkisch-zypriotischen Referendum, obwohl sie heute eine Mehrheit der Einwohner des Nordens bilden und ihnen dadurch, als Folge einer widerrechtlichen Aggression, eine entscheidende verfassungsgebende Gewalt zuerkannt wurde. Die UNO hat das Stimm- und Wahlrecht für Siedler in ähnlichen Situationen, zum Beispiel in Cisjordanien, im Gazastreifen, in der Westsahara oder in Osttimor nie anerkannt. Zweitens ist der Status der Siedler auch insofern legitimiert worden, als einer großen Anzahl davon erlaubt wurde, im Norden zu verbleiben. Zweifelsohne sollten, unabhängig von der Art der Konfliktregelung, die Siedler in einer Weise behandelt werden, die dem internationalen Menschenrechtstandard entspricht. Insofern  unterscheidet sich die Position der Siedler von jener der türkischen Truppen im besetzten Nordteil Zyperns. Die Anwesenheit solcher Truppen in der gegenwärtigen Lage ist ein Rundschlag gegen die Grundprinzipien der Demokratie und der Menschenrechte und ein Symbol der Aggression; sie müssen zurückgezogen werden.

4.  Achtung der Menschenrechte

a) Allgemeine Bedeutung

15.       Der Schutz der Menschenrechte verlangt vom Staat, die den Individuen von internationalen Konventionen, von der europäischen Rechtsordnung und von nationalen Verfassungen gewährleisteten Grund- und Freiheitsrechte zu fördern und umfänglich zu beachten. Menschenrechte spielen eine entscheidende Rolle im internationalen und europäischen Recht. Die Europäische Konvention für Menschenrechte bindet Zypern und die Türkei. Der Europäische Gerichtshof für Menschenrechte hat mehrmals festgestellt, die Türkei trage seit 1974 die unmittelbare Verantwortung für fortgesetzte Verletzungen der Grundrechte, indem sie den Nordteil von Zypern besetzt hält, vertriebene griechische Zyprioten von einer Rückkehr in ihre Häuser und Eigentum abhält, sich weigert, den Verbleib von unzähligen vermissten Personen aufzuklären und es unterlässt, die Religions- und Meinungsfreiheit zu schützen. Diese Entscheidungen, präzedenzlos in Gewicht und Bedeutung[9], sind noch immer nicht umgesetzt worden. Im Weiteren zählen die von der EMRK gewährleisteten Grundrechte und Grundfreiheiten, neben der Freiheit, der Demokratie, der Achtung der Menschenrechte und der Rechtsstaatlichkeit, zu den Grundsätzen auf denen die Europäische Union beruht[10]. Auf der Grundlage der EMRK und des „acquis communautaire“ hat sich die europäische Rechtsordnung zu einem der effizientesten und leistungsfähigsten Systeme zum Schutz der Menschen- und Minderheitsrechte weltweit entwickelt. Zudem sind sowohl Zypern wie die Türkei Vertragsstaaten des Internationalen Paktes über bürgerliche und politische Rechte, dessen Artikel 1 das Recht der  Völker auf Selbstbestimmung proklamiert; beide Länder sind ebenfalls dem Internationalen Übereinkommen zur Beseitigung jeder Form von Rassendiskriminierung beigetreten. 

b)  Mängel des Annan-Plans

16.       Unter dem Annan Plan wären schwerwiegende Beschränkungen der politischen und bürgerlichen Rechte, der Freiheit des Wohnsitzes, Rassendiskriminierungen, Verletzungen des Eigentumsrechts und des Rechts auf Achtung des Heimes fortgesetzt und gar verstärkt worden, und dies für alle zypriotischen Bürger während mehrerer Jahrzehnte, in bestimmten Fällen sogar dauerhaft (z.B. das Recht der freien Wahl des Wohnsitzes und das Recht auf Rückkehr). Der Annan Plan hätte das Recht der vertriebenen Griechischzyprioten auf eine Rückkehr in ihre Häuser in Abrede gestellt und damit den Anspruch aller griechischzypriotischen Hausbesitzer auf Widererlangung ihres Besitzes verneint[11]. Weiter versuchte der Plan, den Eigentümern das Recht eine Beschwerde beim EGMR einzulegen zu enthalten, indem er die „Vereinigte Republik Zypern“ zum verantwortlichen Staat erklärt und damit die Türkei entlastet, und indem er vorsah, hängige Beschwerden seien ungültig zu erklären, da der Plan ausreichende interne Schutzverfahren zur Verfügung stelle. Parallel dazu sah Artikel 6 des Anhangs IX der Grundlagenvereinbarung des Annan Plans vor, dass die EU den Plan, so wie er durch die  Parteien angenommen wurde, zu übernehmen hätte und dass er somit als Primärrecht zu gelten habe. Der Europäische Gerichtshof könnte also den Plan nicht einmal auf seine Vereinbarkeit mit den Grundsätzen der EU-Rechtsordnung überprüfen.

5.  Demokratie

a) Allgemeine Bedeutung

17.       Demokratie bezieht sich auf die Erstellung und Erhaltung eines vom Volk bestimmten und ihm gegenüber verantwortlichen Repräsentativsystems. Die den Staat konstituierenden und seine Beziehungen zur Zivilgesellschaft festlegenden Grundregeln müssen von den Bürgern gewollt und akzeptiert sein. Demokratie erheischt weiter, dass der durch die Stimmbürger und/oder durch ihre legitimen Vertreter bestimmte Volkswille umfänglich beachtet und durchgesetzt wird. Demokratie basiert auf dem Mehrheitsprinzip, in voller Anerkennung der gegebenen Individual-, Minoritäten- und Gruppenrechte. Das Demokratieprinzip nimmt im Völkerrecht stets an Bedeutung zu und kann als der eigentliche Kern der europäischen Rechtsordnung bezeichnet werden. Artikel 3 der Statuten des Europarates erwähnt die pluralistische Demokratie, die Achtung der Menschenrechte und die Rechtsstaatlichkeit als seine Grundprinzipien, während Artikel 6 des Vertrags über die Europäische Union festlegt, dass die Union auf den Grundsätzen der Freiheit[12], der Demokratie, der Achtung der Menschenrechte und Grundfreiheiten, sowie der Rechtsstaatlichkeit beruht[13].

b) Mängel des Annan Plans

18.       Das Vorgehen des Annan Plans, einem unabhängigen Staat Vereinbarungen, Verfassungen und Gesetze aufzuzwängen, die weder auf einem demokratischen Gesetzgebungsverfahren, noch auf einem echten Dialog beruhen, lässt sich mit dem Demokratieprinzip nicht in Einklang bringen. Dasselbe gilt für das Abstellen auf arithmetische Gleichheit zwischen zwei demographisch ungleichen Gemeinschaften[14]. Ein verfassungsrechtlicher Rahmen, der auf allen Staatsebenen und in jeder der drei klassischen Gewalten (Legislative, Exekutive und Judikative) die gegenseitige Zustimmung der Vertreter beider ethnischer Gemeinschaften erfordert, räumt sowohl der Mehrheit wie auch der Minderheit ein dauerhaftes Vetorecht ein. Die endgültige Entscheidung, im Falle einer Pattsituation, fremden Bürgern, in so wichtigen Organen wie zum Beispiel dem Obersten Gericht zu überlassen[15], steht in krassem Widerspruch zu den Grundprinzipien der Demokratie.

19.       Am 24. April 2004 sprachen sich 76% der Wähler der Republik Zypern gegen den Annan-Plan aus. Dieser Entscheid muss als rechtgültige Ausübung der Demokratie und des Rechts auf Selbstbestimmung betrachtet und damit akzeptiert werden.

6.  Rechtsstaatlichkeit

a) Allgemeine Bedeutung

20.       Die rule of law im Völkerrecht setzt voraus, dass alle amtlichen Tätigkeiten in einer Weise vorgenommen werden, die sich mit rechtlichen Grundsätzen vereinbaren lässt.  Sie bedeutet ferner, dass rechtliche Verfahren vorgesehen und beachtet werden müssen, die es ermöglichen, diese rechtlichen Grundsätze effektiv und auf faire Art und Weise durchzusetzen. Wie vorher angeführt (Paragraph 15), beruhen sowohl der Europarat wie auch und die Europäische Union, unter anderem,  auf dem Grundsatz der Rechtsstaatlichkeit.

 21.       In einem illegal durch eine fremde Macht besetzten Gebiet kann es keine völkerrechtskonforme rule of law geben. Die Tatsache, dass es einem Mitgliedsstaat der Europäischen Union verwehrt ist, seine Hoheitsrechte über Teile seines international anerkannten Staatsgebietes auszuüben,  stellt die Realität der europäischen Rechtsstaatlichkeit grundsätzlich in Frage. 

B)  Mängel des Annan Plans

22.       Der Annan Plan schlug vor, die Republik Zypern durch einen neuen Staat zu ersetzen, der nur mit großer Schwierigkeit in der Lage gewesen wäre, für eine stabile Regierung zu sorgen, da die Instabilität, wie oben bemerkt, in ihn tatsächlich eingebettet worden wäre. Dazu kommt, dass die Einschränkungen der Menschenrechte und der damit verbundenen Fähigkeit, sie gemäß der EMRK, dem EU-Recht und dem Völkerrecht frei auszuüben, sich mit Due process und Rechtsstaatlichkeit nicht vereinbaren lassen.

Der Weg nach Vorne: Ein Verfassungskonvent für Zypern

23.       Auf der Basis der Verfassung von 1960 bildet die Republik Zypern die einzige international anerkannte und legitime Regierung der Insel. Ihr Beitritt zur Europäischen Union hat sie unter deren Schutz gestellt, sodass jede Lösung des Zypernproblems von den vorhandenen Institutionen und dem geltenden Recht der Republik Zypern, wie sie vom Volk angenommen und von der internationalen Gemeinschaft anerkannt wurden, ausgehen muss. Auf dieser Grundlage müssen Wege und Mittel gefunden werden, die bestehenden Institutionen und das Rechtsystem entsprechend dem Willen des gesamtes Volkes und unter Einschluss aller Gemeinschaften anzupassen, um die Demokratie wiederherzustellen und die volle Souveränität über das international anerkannte Gebiet der Republik zurück zu gewinnen.

 24.       Ein demokratischer Prozess autonomer Verfassungsgebung soll es dem ganzen Volk von Zypern schrittweise ermöglichen, die bestehenden Pattsituation zu überwinden und Mittel zu finden, eine Wiedervereinigung und eine Versöhnung in die Wege zu leiten, die mit den oben erwähnten Grundsätzen zu vereinbaren ist. Die Institution des Verfassungskonvents als Instrument demokratischer Verfassungsgebung hat sich namentlich, aber bei weitem nicht nur im Entkolonialisierungsprozess bewährt. Die Ausarbeitung einer Verfassung muss in den demokratischen politischen Prozess integriert, bzw. darf nicht von ihm getrennt werden.

 25.       Die Verantwortung für die Ausarbeitung und die Annahme einer neuen Verfassung Zyperns soll einem Verfassungskonvent übertragen werden, der demokratisch gewählt oder ernannt wird und so dem Wählerwillen und den Erwartungen der Zivilgesellschaft aller Gemeinschaften der Insel vollen Ausdruck gibt. Die neue Verfassung Zyperns soll letztlich die geltende Verfassung der Republik Zypern von 1960 abändern oder ersetzen.

 26.       Den Mitglieder des Verfassungskonvents sollte die völlige Freiheit gewährt und die alleinige Verantwortung übertragen werden für die Wahl des bevorzugten Regierungssystems, ob präsidial, parlamentarisch oder gemischt; für die Erarbeitung territorialer Lösungen durch angemessene Dezentralisierung  – sei es in Regionen, Bezirke, Gemeinden oder was auch immer – und für die Bestimmung von Verfahren, die den Minderheiten und den Menschenrechten den ihnen zustehenden Schutz zu gewähren vermögen, im Interesse der Bevölkerung aller Gemeinschaften von Zypern. Experten vom In- und Ausland können beigezogen werden, um den Konvent oder seine Mitglieder zu beraten und zu unterstützen. Die rechtliche Grenze der verfassungsrechtlichen Souveränität des Konvents liegt in der strengen Achtung der europäischen Verfassungsgrundsätze, des „acquis communautaire“ und der internationalen Menschen-  und Minderheitsrechte, wie sie vom Völkerrecht, von der EMRK und weiteren Übereinkommen gewährleistet werden[16].

 27.       Die vom Konvent ausgearbeitete neue Verfassung Zyperns soll in separaten und in beiden Teilen der Insel gleichzeitig abgehaltenen Referenden dem Volk unterbreitet werden, wie dies am 24. April 2004 geschah[17]. Nur das Volk Zyperns vermag, die für einen Neuanfang erforderliche Legitimität hervorzubringen. Jede Lösung des Zypernproblems muss rechtsstaatlich legitimiert sein und auf jener Grundlage aufbauen, die von der Europäischen Union und von der internationalen Gemeinschaft anerkannt ist: die Verfassung der Republik Zypern von 1960. Die Verfahren bezüglich der Wahl oder der Ernennung des Verfassungskonvents, dessen Zusammensetzung und Arbeitsweise und bezüglich der Abhaltung der Verfassungsreferenden sollen durch Teilrevision der Verfassung von 1960 geschaffen werden. Es wird weiter vorgeschlagen, den gesamten Prozess des Verfassungskonvents unter den Schutz der EU zu stellen.

 Empfehlungen

28.       Die internationale Expertengruppe strebt eine angemessene und gerechte Zypernregelung an, die es den Gemeinschaften erlaubt, sich zu versöhnen und die eine friedliche und prosperierende Zukunft möglich macht.  Sie anvertraut folglich die oben erwähnten Grundsätze des Völkerrechts und der EU-Rechtsordnung allen relevanten internationalen Institutionen, einschließlich den Vereinten Nationen, dem Europarat, der Organisation für Sicherheit und Zusammenarbeit in Europa, aber besonders der Europäischen Union, angesichts der historischen Gelegenheit, die ihr durch den Beitritt der Republik Zyperns und durch die Eröffnung von Beitrittsverhandlungen mit der Türkei aufgegeben ist.

29.       Die internationale Expertengruppe empfiehlt : 

a)  Die Anerkennung der erwähnten Grundsätze durch alle beteiligten Parteien, die sich für Frieden, Gerechtigkeit und Sicherheit auf Zypern einsetzen.

 b)  Die Annahme einer Resolution im Europäischen Parlament (und anderen internationalen Institutionen), welche diese Grundsätze nochmals bestätigt. 

 c)  Die Einrichtung eines Steuerungsmechanismus im Europäischen Parlament (und in anderen internationalen Institutionen), um die Übereinstimmung jeder vorgeschlagenen Zypernregelung mit den erwähnten Grundsätzen sicherzustellen. 

 d)  Die Schaffung eines Verfassungskonvents für Zypern unter dem Schutz der Europäischen Union und auf der Grundlage der Verfassung Zyperns von 1960, um die unmittelbar betroffenen Parteien zusammenzubringen und eine mit den erwähnten Grundsätzen vereinbare Regelung sicherzustellen. 

Zusammenfassung

30.       Der Beitritt der Republik Zypern zur Europäischen Union hat die internen und externen Aspekte des Zypernproblems grundlegend verändert. Griechische und türkische Zyprioten sind jetzt Bürger der EU und genießen als solche die Rechte und Pflichten, die aus der europäischen Rechtsordnung abgeleitet werden. Die Republik Zypern ist ein EU-Mitgliedsstaat und folglich einer der «Meister der Verträge“

 31.       Wäre der Annan Plan vor dem EU-Beitritt angenommen und durchgesetzt worden, hätte dieser Beitritt auf wackligen Boden gestanden, da die Union einen neuen Mitgliedsstaat integriert hätte, der den Beitrittsvertrag nicht unterzeichnet hätte, während die Republik Zypern, welche den Vertrag unterzeichnet hat, aufgehört hätte zu existieren. Nun da der Beitritt Wirklichkeit geworden ist, wird die Auflösung der Republik Zyperns mittels eines neu aufgelegten Annan Plans allein schon durch das Bestehen der Europäischen Union verunmöglicht. 

 32.       Die Europäische Union hat die historische Chance und trägt die spezielle Verantwortung, einen neuen Prozess demokratischer Verfassungsgebung in Zypern in die Wege zu leiten und zu fördern, sowie alle Gemeinschaften der Insel anzuhalten, sich an diesem Prozess zu beteiligen. In dieser Weise würde die Europäische Union die Anwendung ihrer eigenen Grundsätze und Werte, sowie die des Völkerrechts im allgemeinen, auf dem Gebiet eines ihrer Mitgliedsstaaten sicherstellen. 

 Anhang: Artikel 6 des Vertrags der europäischem Union

1.  Die Union basiert auf den Grundsätzen der Freiheit, der Demokratie, der Achtung der Menschenrechte und Grundfreiheiten, sowie der Rechtsstaatlichkeit, Prinzipien, welche allen Mitgliedsstaaten bekannt sind.

2.  Die Union achtet die Grundrechte, wie sie in der am 4. November 1950  in Rom unterzeichneten Europäischen Konvention zum Schutz der Menschenrechte und Grundfreiheiten gewährleistet sind und wie sie sich aus den gemeinsamen  Verfassungsüberlieferungen der  Mitgliedsstaaten als allgemeine Grundsätze des Gemeinschaftsrechts ergeben.

3.  Die Union achtet die nationale Identität ihrer Mitgliedsstaaten.

4.  Die Union ist mit den Mitteln ausgestattet, die zum Erreichen  ihrer Ziele und zur Durchführung ihrer Richtlinien erforderlich sind.  

Die Internationale Expertengruppe

1.    Professor Auer Andreas, Switzerland

Professor of Constitutional Law, University of Geneva

2.    Professor Bossuyt Mark, Belgium

Professor of International Law, University of Antwerp

3.    Professor Burns Peter, Canada

Former Dean of the UBC Law Faculty,

Professor of Law, University of British Columbia, Vancouver

4.    Professor Dr. Alfred De Zayas, United States of America

Geneva School of Diplomacy

Former Secretary, UN Human Rights Committee

5.    Professor Helmons Silvio-Marcus, Belgium

Emeritus Professor of Universite Catholique de Louvain, Public International Law and Human Rights

6.    Professor Dr. Dr.h.c. Oberndoerfer Dieter, Germany

Professor Emeritus, Political Science, University of Freiburg

7.    Professor Malcolm N Shaw QC, United Kingdom

The Sir Robert Jennings Professor of International Law, University of Leicester

The members of the Greek Scientific Committee of the Association for a European Solution to the Cyprus problem which are co-authors of the Expert’s report.

1.  Professor George Kassimatis, Professor, Constitutional Law, president of the Greek Scientific Committee

2. Panayiotis. Ifestos, Professor, International Politics

3. Stelios. Perrakis, Professor, International Law

4. Christodoulos. Yiallourides, ass. Professor, International Politics

5. Pericles Nearchou, Philologist, coordinator of the Scientific Committee


[1] Siehe die Europäische Kommission für Menschenrechte, die sich auf türkische Verletzungen der Europäischen Konvention für Menschenrechte bezieht in den ersten zwei Gesuche Zypern gegen die Türkei, 10. Juli 1976 und das dritte Gesuch, 4. Oktober 1983 (veröffentlicht durch die Ministerkonferenz im Jahre 1992) und das Europäische Gericht für Menschenrechte bei der Urteilserfallung beim vierten Gesuch Zyperns gegen die Türkei, 10. Mai 2001. Siehe auch unten para. 15.

[2] Vom Europäischen Gericht für Menscherechte als eine «untergeordnete Lokalverwaltung» der Türkei bezeichnet, Loizidou gegen Türkei. Entscheidung vom 23. Februar 1995, para. 62

[3] Siehe auch die Deklaration auf die Prinzipien des Internationalen Rechts von 1970 in Bezug auf freundschaftliche Beziehungen, Entscheidungen 2625 (XXV) und die Manila Deklaration über die friedliche Regelung von International Konflikten, Entscheidung 37/590.

[4] Siehe Art. 2 der Charta der Vereinten Nationen und die Deklaration auf die Prinzipien des International Rechts von 1970 in Bezug auf freundschaftliche Beziehungen.

[5] Siehe Art. 2 (4) der Charta der UN, Kap. VII der UN und Resolution 3314 (XXIX) über die Definition der Aggression.

[6] Siehe die Prinzipien von Nürnberg und die Statuten der Kriegsgerichte in Bezug auf das frühere Jugoslawien und Ruanda, sowie das Internationale Strafgericht.

[7] Siehe auch die Resolution 83 (13) des Ausschusses der Minister des Europarats und die Entscheidung des Europäischen Gerichts für Menschenrechte im Falle Zyperns gegen die Türkei, 10. Mai 2001

[8] Siehe die Empfehlung des Internationalen Gerichtshofs über die rechtlichen Konsequenzen beim Bau der Mauer in den besetzten Gebieten in Palästina, 9. Juli 2004, para. 119ff

[9] Mehr von Bedeutung die Entscheidung des Europäischen Gerichts für Menschenrechte, Zypern gegen die Türkei, 10. Mai 2001

[10] Siehe den Fall Rutili, 1975, ECR 1219 und Art. 6 des Vertrages der Europäischen Union, 1999 (ausführlicher im Anhang dieser Studie).

[11] Diese Situation würde vielen UN Resolutionen in Bezug auf das Recht der Rückkehr widersprechen, siehe insbesondere die Studie der Unterkommission zur Förderung und Schutz der Menschenrechte des zuständigen Forderers/Berichterstatters Al Kassawneh über die «Dimensionen des Bevölkerungstransfers auf die Menschenrechte», E/CN/Sub.2/1997/23.

[12] Siehe auch die Charta von Paris, 1990

[13] Siehe im Anhang dieser Studie. Siehe auch die Erklärung der Europäischen Gemeinschaft in Bezug auf die Anerkennung neuer Staaten, 1991.

[14] Siehe oben para. 5.

[15] Siehe oben para. 8.

[16] Zum Beispiel die Rahmenkonvention für den Schutz von ethnischen Minderheiten, 1995, zu welcher auch Zypern teilgenommen hat.

[17] Aber ohne die Beteiligung der türkischen Siedlern, siehe oben, para. 14.

Παρεμβάσεις μελών του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων

«Για μια ευρωπαϊκή λύση του κυπριακού«:

αναλύσεις που διασώζουν την τιμή της κοινότητας των συνταγματολόγων και των ειδικών του διεθνούς δικαίου.

Περιεχόμενα (κλικ στον τίτλο για μετάβαση):

Γενικά

Γ.ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ: Για μια ευρωπαϊκή λύση του Κυπριακού, Ελευθεροτυπία, 17.12.2004.

Γ. Κασιμάτης: Η Ευρωπαϊκή λύση για το κυπριακό, Ελευθεροτυπία 11.9.2005

———————————————————–

Έποικοι – Εγκλήματα πολέμου – Καταστατικός Χάρτης ΟΗΕ, Διεθνές Δίκαιο

Alfred de Zayas, THE ANNAN PLAN AND THE IMPLANTATION OF TURKISH SETTLERS IN NORTHERN CYPRUS

———————————————————–

Συνταγματικά-Νομικά-ανθρώπινα δικαιώματα

Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ: Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και κυπριακό Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005.

 Malcolm SHAW*: Το κυπριακό και η λύση του κυπριακού προβλήματος, Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005.

 Λουκής ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ: Η επιδίωξη ευρωπαϊκής λύσης για το κυπριακό. Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005.

———————————————————

ιστορικοπολιτικά

Ν. ΚΟΝΟΜΗΣ: : Οι τροβαδούροι της εθνικής μειοδοσίας

———————————————————-

Ευρωπαϊκή Ένωση

Dietrich Oberndorfer: Ο ΓΓ του ΟΗΕ και η ΕΕ

——————————————————–

Π. Ήφαιστος: Ο Τάσσος έπρεπε να κεφαλοποιήσει το ΟΧΙ και ν’ αλλάξει το σύστημα, Σημερινή 11.9.2005

————————-

Επίμετρο (Π.Ήφαιστος)

===========================================================

Γενικά

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ από τις συζητήσεις ενός διεθνούς συνεδρίου

Γιώργος Κασιμάτης

* Ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Συνταγματολόγος

Για μια ευρωπαϊκή λύση του κυπριακού.

Ελευθεροτυπία 17/12/2004, http://www.enet.gr/online/online_hprint.jsp?q=%C1%ED%DC%ED&a=&id=39027564

 Γενικό συμπέρασμα από το διεθνές συνέδριο για το Κυπριακό ήταν ότι το πραγματικό περιεχόμενο του Σχεδίου Ανάν και οι τραγικές συνέπειες που θα προκαλούσε η εφαρμογή του δεν είναι γνωστά στην κοινή γνώμη της Ευρώπης.

 Επίσης, δεν έχει αναπτυχθεί επιμελής προσπάθεια ενημέρωσης. Αντίθετα, παρατηρείται επιμελής αποφυγή της. Ωστόσο, αποτελεί επιτακτική εθνική υποχρέωση να αρχίσει έστω και τώρα, τόσο από θέσεις δημόσιες όσο και από θέσεις των ΜΜΕ, συστηματική ενημέρωση για το τι περιελάμβανε το Σχέδιο Ανάν, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί συνταγματικό τερατούργημα, μοναδικό στην πραγκόσμια συνταγματική ιστορία. Αν γνώριζαν οι Ευρωπαίοι, ηγέτες και μη, τις συνέπειες που θα είχε το Σχέδιο Ανάν για την Ευρώπη, ασφαλώς θα είχαν άλλη στάση απέναντί του. Στη βάση αυτής της υποχρέωσης και ανάγκης ενημέρωσης, θεωρώ χρήσιμο να κάνω γνωστές λίγες από τις διαπιστώσεις που προέκυψαν από τη δημόσια συζήτηση στο συνέδριο και από όσα διατύπωσαν, με γνώση και πάθος, οι ξένοι ειδικοί επιστήμονες.

1. Μία από τις διαπιστώσεις ήταν ότι το Σχέδιο Ανάν, ως σύλληψη και κατασκεύασμα «κράτους», δεν είναι συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές των διακηρύξεων του ΟΗΕ, του Διεθνούς Δικαίου γενικότερα, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σύμφωνα με τις οποίες συγκροτείται και λειτουργεί ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος. Αν εφαρμοζόταν, θα παραβιάζονταν καθημερινώς και πολλαπλώς η δημοκρατική αρχή, οι πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου, αφού βασικές εξουσίες θα ασκούνταν χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση και θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, που ασκούνται σήμερα στην Κυπριακή Δημοκρατία, θα καταλύονταν ή θα ήσαν υπό διαρκή παραβίαση. Τα πολιτικά, τα δικαστικά και τα διοικητικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα είχαν καθημερινή απασχόληση, χωρίς δυνατότητα εξεύρεσης λύσεων.

2. Δεύτερη διαπίστωση: το Σχέδιο Ανάν αναφέρει (άρθρο 2 της Ιδρυτικής Συμφωνίας) ότι έχει ως πρότυπο το καθεστώς της Ελβετίας. Αυτό δεν είναι αληθές. Από τις έγκυρες αναλύσεις του Ελβετού και του Βέλγου συνέδρου, προέκυψε σαφώς ότι δεν έχει καμία σχέση ούτε με το βελγικό ούτε με το ελβετικό σύστημα. Θα πρόσθετα ότι δεν έχει σχέση με κανένα γνωστό σύστημα. Και τούτο γιατί, ίσως, προοριζόταν για νέο πρότυπο και άλλων λύσεων.

3. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η πρόταση του Σχεδίου Ανάν προσέβαλλε καθολικώς την κυριαρχία της (σημερινής) Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση εντάχθηκε ως ένα, κυρίαρχο και δημοκρατικό κράτος. Η προσβολή της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας συνίστατο στο ότι το Σχέδιο Ανάν πρότεινε την ολοκληρωτική κατάλυσή της και την υποκατάστασή της με ένα κατασκεύασμα κρατικής οντότητας, το οποίο δεν είναι ούτε ένα ούτε δημοκρατικό ούτε κυρίαρχο ούτε καν κράτος, όπως θα δούμε και πιο κάτω.

Γι’ αυτό, όπως επισημάνθηκε και στο συνέδριο, η άρνηση, σήμερα, της αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και η, παρά την άρνησή της αυτή, τυχόν παραχώρηση ημερομηνίας έναρξης διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, θα αποτελέσουν σοβαρό πλήγμα όχι μόνο της ίδιας της Ενωσης, αλλά και της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη μεταξύ των κριτηρίων για την προβολή βέτο ή όχι στις 17 Δεκεμβρίου.

4. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι το Σχέδιο Ανάν καθιστούσε τις δύο εθνότητες, παρά τη μεγάλη διαφορά πληθυσμού της μιας από την άλλη -τουλάχιστον 8 με 2- απολύτως ισότιμες στις βασικές λειτουργίες του προτεινόμενου «κράτους», τόσο στη νομοθετική όσο και στην εκτελεστική εξουσία. Γι’ αυτό ακριβώς, το πρωτοφανές αυτό Σχέδιο κατέλυε, στην ουσία της, την αρχή της πλειοψηφίας σε όλα τα κρίσιμα συλλογικά όργανα του «κράτους». Ετσι, αντί να προβλέπει πλήρη δικαστική προστασία των πολιτών της μικρότερης εθνότητας απέναντι στη μεγαλύτερη, όπως θεσπίζεται σε όλα τα δημοκρατικά κράτη με πολλές εθνότητες, εδώ η μικρότερη θα συναποφάσιζε ισότιμα σε όλα με τη μεγαλύτερη. Αυτό θα σήμαινε πλήρη κατάλυση της θεμελιώδους αρχής της αναλογικής ισότητας και της δημοκρατικής αρχής, αφού η θέληση των ολιγοτέρων θα δέσμευε τη θέληση των περισσοτέρων.

5. Είναι χρήσιμο να δει κανείς δύο βασικά στοιχεία του Σχεδίου Ανάν, για να αντιληφθεί αμέσως ότι όχι μόνο δημοκρατικό κράτος δεν προτεινόταν, αλλά ούτε καν κράτος.

Το πρώτο στοιχείο του κρατικού κατασκεύασματος του Σχεδίου Ανάν είναι η έλλειψη πολιτικής διακυβέρνησης. Ολοι ξέρουμε ότι βασικό στοιχείο κάθε κυβέρνησης είναι η εξουσία να παίρνει πολιτικές αποφάσεις δικής της επιλογής, χωρίς δεσμεύσεις. Ακόμη και στα παλαιά προτεκτοράτα, ακόμη και σε χώρες υπό εχθρική κατοχή, οι υποτελείς κυβερνήσεις μπορούσαν να αποφασίζουν μόνες τους για κάποια ζητήματα, για τα οποία δεν ενδιαφέρονταν τα επικυρίαρχα κράτη. Στο «κράτος» που πρότεινε το Σχέδιο Ανάν, η «κυβέρνηση» δεν μπορούσε τίποτα να αποφασίσει ελεύθερα – ούτε καν για ζητήματα της καθημερινότητας. Ας δούμε γιατί. Η διακυβέρνηση της χώρας προβλεπόταν να ανατεθεί στο λεγόμενο Προεδρικό Συμβούλιο, που, με τα σημερινά δεδομένα πληθυσμού, θα απαρτιζόταν από 4 Ελληνοκυπρίους και 2 Τουρκοκυπρίους. Δεν θα μπορούσε, όμως, να πάρει ποτέ καμία απόφαση, αν τουλάχιστον ένας Τουρκοκύπριος δεν ήταν σύμφωνος με τις θέσεις της ελληνοκυπριακής εκπροσώπησης. Το ίδιο προέβλεπε το Σχέδιο Ανάν και για τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας: όταν θα μετέβαινε ένας υπουργός ως εκπρόσωπος της χώρας σε μια άλλη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό, έπρεπε να συνοδεύεται από έναν εκπρόσωπο της άλλης εθνότητας! Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου, όταν θα μετέβαινε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, έπρεπε να συνοδεύεται και από τον αναπληρωτή πρόεδρο, που θα προερχόταν από την άλλη εθνότητα! (Ποιος φοβάται τον Οργανισμό Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;) Η «διοσκούρειος» αυτή ρύθμιση (δύο – δύο) της διεθνούς εκπροσώπησης της χώρας φθάνει, ασφαλώς, τα όρια του φαιδρού, αν τη φανταστεί κανείς στην πράξη. Φαιδρή και πρωτοφανής ήταν και η θέσπιση πολυπρόσωπου αρχηγού κράτους: ως αρχηγός του κράτους προβλεπόταν ολόκληρο το Προεδρικό Συμβούλιο συλλογικά (!) – και όχι μόνο ο πρόεδρός του, όπως π.χ. στην Ελβετία. Και τούτο γιατί, ως μόνος εκπρόσωπος του κράτους, θα ανήκε μοιραία σε μία εθνότητα! Με αυτά τα δεδομένα, οι πολιτικής σημασίας διεθνείς εκπροσωπήσεις θα ήταν… διπρόσωπες (με την ετυμολογική σημασία της λέξης) και όλες οι αποφάσεις θα έπρεπε να είναι προϊόν συμφωνίας και των δύο πλευρών – αλλιώς, τίποτα. Μπορεί, όμως, να νοηθεί διακυβέρνηση χώρας με πραγματικό βέτο σε όλους τους τομείς; Αυτό ήταν, πράγματι, διεθνής πρωτοτυπία.

Για την περίπτωση που η μη σύμπραξη της μιας πλευράς θα μπλόκαρε τη λήψη της απόφασης -και αυτό θα ήταν καθημερινό- το Σχέδιο Ανάν έδινε μια ακόμη χειρότερη λύση: θα αποφάσιζε το Ανώτατο Δικαστήριο! Και διευκρινίζω: το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα λειτουργούσε ως δικαστήριο, δεν θα έλυνε, δηλαδή, τη διαφορά των δύο μερών με βάση το νόμο και το Σύνταγμα, αλλά θα αποφάσιζε ως κυβέρνηση, πολιτικά. Ετσι, η διακυβέρνηση της χώρας θα έφευγε όχι μόνο από τη βάση της δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά γενικά από τη λειτουργία του δημοκρατικού πνεύματος, αφού δεν θα ήταν στα χέρια κυβέρνησης που προερχόταν από το Κοινοβούλιο και από το λαό, αλλά στα χέρια διοριζόμενου δικαστηρίου. Αυτό ήταν παγκόσμια πρωτοτυπία!

Αλλά το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν -και ερχόμαστε στο δεύτερο στοιχείο του κατασκευάσματος- ότι προβλεπόταν, για τις περιπτώσεις αυτές, μια σύνθεση του Ανώτατου Δικατηρίου με βάση την οποία κυβερνητική απόφαση δεν θα την έπαιρναν ούτε οι Ελληνοκύπριοι ούτε οι Τουρκοκύπριοι, αλλά κάποιοι ξένοι: σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν, το Ανώτατο Δικαστήριο απαρτιζόταν από 3 Ελληνοκύπριους, από τρεις Τουρκοκύπριους και από τρεις μη Κυπρίους! Συνεπώς, αν διαφωνούσαν οι Τουρκοκύπριοι με τους Ελληνοκύπριους, θα αποφάσιζε τελικώς ο ξένος. Αρα, η διακυβέρνηση της Κύπρου περνούσε, στην τελική της φάση, σε κάποιο ξένο κέντρο λήψης αποφάσεων. Πώς θα μπορούσε να ονομαστεί η νέα «αρχή» διακυβέρνησης του Σχεδίου Ανάν; Μήπως αρχή του Big Brother;

Ο ξένος παράγοντας δεν θα αποφάσιζε μόνο ως κυβέρνηση, αλλά και για όλα τα κρίσιμα για την εδραίωση του νέου κυπριακού «κράτους» ζητήματα. Το Σχέδιο Ανάν πρόσθετε στη σύνθεση μεγάλης σημασίας συλλογικών οργάνων μη Κυπρίους, ώστε η απόφαση να περιέρχεται τελικά στον ξένο παράγοντα. Για παράδειγμα, δείτε τις συνθέσεις των εξής οργάνων: α) για την εφαρμογή του Χάρτη των δύο εθνοτήτων, αρμόδιο θα ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο, με τη σύνθεση που είδαμε, β) η Επιτροπή Εδαφικών Διευθετήσεων: 3 Τουρκοκύπριοι, 3 Ελληνοκύπριοι και 1 μη Κύπριος, γ) η Επιτροπή Συμφιλίωσης: 3 Τουρκοκύπριοι, 3 Ελληνοκύπριοι και 1 μη Κύπριος, δ) το Δικαστήριο Περιουσίας: περιττός αριθμός Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων και 3 μη Κύπριοι, ε) το Συμβούλιο Περιουσίας: 2 Τουρκοκύπριοι, 2 Ελληνοκύπριοι και 3 μη Κύπριοι, στ) το Γραφείο Απαιτήσεων: 2 Τουρκοκύπριοι, 2 Ελληνοκύπριοι και 3 μη Κύπριοι, και ζ) η Επιτροπή Ελέγχου Εφαρμογής της Συνθήκης: 4 Κύπριοι (2+2) και 3 μη Κύπριοι.

Διερωτάται κανείς: αυτό που μαθαίνουν όλοι οι πρωτοετείς φοιτητές Νομικής, ότι βασικό στοιχείο της έννοιας του κράτους είναι η αυτοδύναμη εξουσία – αλλιώς δεν υπάρχει κράτος, ισχύει; Αυτοί που το έφτιαξαν, πέρα από την αδιαφορία τους για τη δημοκρατική αρχή και τις πολιτικές ελευθερίες, ήταν επιστήμονες και ιδίως επιστήμονες του δικαίου; Αλλά και οι νομικοί που το αποδέχονται σήμερα είναι επιστήμονες του δικαίου; Η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να δεχτεί στους κόλπους της ένα τέτοιο τερατώδες κατασκεύασμα;

http://www.enet.gr/online/online_text?c=110&id=71122728

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 11.9.2005

Η ευρωπαϊκή λύση για το Κυπριακό

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ*

Πριν από λίγες μέρες δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση οκτώ εμπειρογνωμόνων καθηγητών από 7 χώρες (ένας από την Ελλάδα) και από τους επιστημονικούς κλάδους του Διεθνούς και του Συνταγματικού Δικαίου και της Πολιτικής Επιστήμης (1).


Η έκθεση αυτή, με τίτλο «Πλαίσιο αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού με γνώμονα το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο», συντάχθηκε στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Επιτροπής για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο και εγχειρίσθηκε στις κυβερνήσεις και στους αρχηγούς των κομμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και στον ηγέτη της Κοινότητας των Τουρκοκυπρίων.

Η έκθεση του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων θα παρουσιασθεί στις Βρυξέλλες στις 12 Οκτωβρίου, σε αίθουσα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η παρουσίαση θα συνοδευτεί με συνέντευξη τύπου και σειρά επαφών των εμπειρογνωμόνων και της Επιτροπής. Οι εμπειρογνώμονες συμφώνησαν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους στην επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων για λύσεις σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής των αρχών της έκθεσης.

Η όλη εργασία έχει ως πολιτική αφετηρία και βάση δύο πολιτικά γεγονότα, που άλλαξαν τον ρουν του Κυπριακού:

Α την ακαταλληλότητα -σε πρωτοφανή, μάλιστα, βαθμό- του Σχεδίου Ανάν για την επίλυσή του και τη -σωτήρια για την Κύπρο- απόρριψή του από την συντριπτική πλειοψηφία (76%!) του ελληνοκυπριακού λαού,

Β την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε., ως ισότιμου προς τα άλλα κράτη-μέλη κυρίαρχου κράτους, η οποία δημιούργησε εντελώς νέα νομική και πολιτική βάση για την επίλυση του προβλήματος της Κύπρου.

Το πρωτοφανές στην παγκόσμια ιστορία πολιτειακό τερατούργημα που περιείχε το Σχέδιο Ανάν, το οποίο θα συνεπαγόταν την κατάλυση της κυριαρχίας της Κύπρου και όλων των αρχών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και τη διαρκή και ανεξέλεγκτη κηδεμονία της Κύπρου από την Αγγλία και την Τουρκία, είναι πια ευρύτατα γνωστό και δεν θα επανέλθουμε σ’ αυτό2. Η απορία, βέβαια, θα παραμείνει εσαεί, πώς ο ύπατος φρουρός της διεθνούς νομιμότητας στον κόσμο υπέγραψε αυτό το κατασκεύασμα, παραπλανώντας με το κύρος του λειτουργήματός του την υφήλιο – αλλά και δείχνοντας, δυστυχώς, πού έχει φτάσει η πραγματική ισχύς του ΟΗΕ. Παρά το ότι το Σχέδιο Ανάν είναι νομικά, πολιτικά και ηθικά νεκρό, είναι χρήσιμο να μην το ξεχνούμε, γιατί η συζήτηση για ένα «βελτιωμένο» Σχέδιο Ανάν συνεχίζει να γίνεται δεκτή από τους πολιτικούς μας, ενώ είναι σαφές ότι δεν μπορεί να βελτιωθεί.

Μόνο νέο σχέδιο μπορεί να συνταχθεί με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου και της ευρωπαϊκής νομιμότητας. Αυτό ακριβώς επιδιώκει να καταδείξει η έκθεση των εμπειρογνωμόνων, αντιπαραθέτοντας συχνά τις θέσεις της με ρυθμίσεις του Σχεδίου Ανάν.

Συχνά οι πολιτικοί, για να «περάσουν» κάτι που επιδιώκουν, έστω και αθέμιτο ή επιβλαβές στο κοινωνικό συμφέρον, αντιστρέφουν τις έννοιες και του ρεαλιστικού και του θεμιτού, ανατρέποντας, έτσι, κάθε βάση της ουσιαστικής νομιμότητας. Λένε λ.χ., ότι η άλφα πρόταση είναι μεν σωστή και θεμιτή, αλλά είναι «θεωρητική» και όχι «ρεαλιστική» – ως εάν μπορούσαμε να επιλέγουμε αθέμιτες λύσεις με το επιχείρημα ότι είναι ρεαλιστικές!

Λένε, επίσης -ακόμη και σε περιπτώσεις παραβίασης θεμελιωδών αρχών του δικαίου- ότι αυτά είναι «νομικίστικα» (μπερδεύοντας την έννοια του «νομικισμού») και όχι πολιτικά! Στην περίπτωσή μας, ακούστηκαν και οι δύο αντιστροφές: και ότι η έκθεση των εμπειρογνωμόνων είναι μεν σωστή, αλλά μη ρεαλιστική, και ότι τα επιχειρήματά της είναι νομικά σωστά, αλλά η πολιτική προσέγγιση είναι άλλη…

Βέβαια, πρέπει να παραδεχθούμε ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν ρεαλιστικό για την επιδίωξη… άλλων συμφερόντων – όχι, όμως, για τη λύση του Κυπριακού.

Πράγματι, δεν μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη ουτοπία για την επίλυση του Κυπριακού από το κατασκεύασμα αυτό, αφού θα διαιώνιζε τη μη λύση και θα επεξέτεινε την ξένη κηδεμόνευση σε ολόκληρο το νησί.

Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων δεν προέρχεται από αιθεροβάμονες ιδεολόγους ή νεαρούς και άπειρους στην πράξη επιστήμονες, αλλά από έμπειρους γνώστες της πολιτικής πρακτικής του διεθνούς και του συνταγματικού δικαίου, καθώς και της πολιτικής και γενικά της πρακτικής σημασίας των θέσεών τους. Στις θέσεις αυτές κατέληξαν έπειτα από πολλές συναντήσεις, διαβουλεύσεις και ανταλλαγές απόψεων.

Το πλαίσιο αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού δεν αποτελεί απλώς μια επιστημονική μελέτη. Είναι πολιτικό κείμενο επιστημονικά θεμελιωμένο και επιδώκει πολιτικούς σκοπούς. Αποτελεί τη ρεαλιστική βάση βιώσιμης λύσης – και όχι μη λύσης. Με αυτό το δεδομένο, επισημαίνω ορισμένα σημεία της πολιτικής σημασίας της επιστημονικής αυτής έκθεσης:

1 Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλους ότι η έκθεση στοχεύει μεν στην Ε.Ε., στα μέλη της και στον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, απευθύνεται, όμως, κυρίως στους πολιτικούς μας, τους πολιτικούς της Κύπρου και της Ελλάδας. Αυτοί είναι εκείνοι που οφείλουν να αξιοποιήσουν πολιτικά τα επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στην έκθεση. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει, από καμιά και προς καμιά κατεύθυνση, προβολή αυτών των επιχειρημάτων.

2 Η διεθνής πολιτική κινείται και «παίζεται» παντού και πάντοτε με επιχειρήματα διεθνούς δικαίου. Δηλαδή, με νομικάς επιχειρήματα. Στο παρασκήνιο της διεθνούς πολιτικής «παίζουν», βεβαίως, οι πολιτικές ηγεσίες με τα καθαρώς πολιτικά «ατού». Και εκεί, όμως, μάχονται για τη στήριξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου, για τη στήριξη των σωστών νομικών λύσεων. Σήμερα, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων για μια σωστή και βιώσιμη λύση του Κυπριακού έχει εμπλουτισθεί σε μεγάλο βαθμό με τα νομικά και πολιτικά όπλα που παρέχει η Ενωση.

3 Στόχος της έκθεσης είναι η πολιτική αξιοποίηση του στέρεου εδάφους της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το στέρεο αυτό έδαφος δεν το έχουν πατήσει μέχρι σήμερα οι πολιτικές μας ηγεσίες. Το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας του Κυπριακού, που θα λαμπρύνει εσαεί τη μνήμη του αείμνηστου Γιάννου Κρανιδιώτη, θάφτηκε από την πρώτη στιγμή σε πλήρη λησμονιά, λόγω της πολιτικής αβελτηρίας.

Υποστηρίζουν οι πολιτικοί ότι η Ευρώπη δεν είναι εύκολο έδαφος.

-Πόσο αγωνίστηκαν όμως;

-Πότε έθεσαν στα όργανα και στα μέλη της Ευρ. Ενωσης τη νέα νομική και πολιτική βάση που δημιούργησε, μετά το Σχέδιο Ανάν, η ένταξη;

-Πότε επεσήμαναν ευθέως ή στο παρασκήνιο τις συνέπειες που θα είχε ένα σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, ανάλογο με το Σχέδιο Ανάν, για τη σχέση της Κύπρου ως κράτους-μέλους με την Ε.Ε. και για την ίδια την Ενωση;

-Εθεσαν προκαταρκτικά το απλό ερώτημα: Τι θα γίνει αν εφαρμοστεί σχέδιο που θα προκαλεί συνεχείς παραβάσεις των θεμελιωδών αρχών της ευρωπαϊκής νομιμότητας, για τις οποίες τόση ευαισθησία δείχνει καθημερινά η Ενωση; Θα βάζει καθημερινά πρόστιμα ή θα παγώσει -αν δεν ακυρώσει- την ένταξη, κάτι που θα είναι εξευτελιστικό για την ίδια και καταστροφικό για την Κύπρο;

Είναι σαφές ότι ο μέγιστος κίνδυνος από την εφαρμογή ενός σχεδίου τύπου Σχεδίου Ανάν, που θα παραβιάζει αυτομάτως την ευρωπαϊκή νομιμότητα, το δε νέο κρατικό μόρφωμα δεν θα μπορεί να λειτουργήσει σύμφωνα με τους κανόνες της, αποτελεί μέγα κίνδυνο για την ίδια την ένταξη – η οποιαδήποτε μορφής ακύρωση της οποίας επιδιώκεται, αναμφίβολα, από τις ΗΠΑ και την Τουρκία, ενώ θα αποτελέσει εξευτελισμό της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θανάσιμο πλήγμα για την Κύπρο.

Οι συνέπειες αυτές δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά.

4 Η έκθεση δεν περιορίζεται στα στενά όρια του όρου «ευρωπαϊκό κεκτημένο». Επεκτείνεται στο ευρύτερο και στο νομικά αδιαμφισβήτητο και πολιτικά στερεότερο πεδίο των θεμελιωδών αρχών, στις οποίες στηρίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης: στις αρχές της κυριαρχίας του κράτους, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ως ακρογωνιαίο λίθο για το σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού θέτει η έκθεση των εμπειρογνωμόνων το σεβασμό της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους ολοκλήρου του εδάφους της Μεγαλονήσου.

Αυτή τη σημασία έχει αντιληφθεί πολύ καλά η Τουρκία. Η άρνησή της να αναγνωρίσει την ενταγμένη κυρίαρχη Κύπρο στοχεύει, αναμφίβολα, στην ακύρωση ή στη μείωση της θεμελιώδους αυτής συνέπειας της ένταξης. Αυτό το ζωτικής σημασίας διεθνές και ευρωπαϊκό ζήτημα που δημιουργεί η Τουρκία, πώς αντιμετωπίζεται με τόση ανοχή;

5 Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν, με βάση πάντοτε την έκθεση των εμπειρογνωμόνων, για αυτή την ανοχή όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που διεκδικούν στο σύγχρονο κράτος τη μερίδα του λέοντος στο σχηματισμό της εξουσίας. Δυστυχώς, και αυτά στην Ελλάδα βρίσκονται, ως προς το Κυπριακό, σε κατάσταση πλήρους αφασίας.

Περιοριζόμαστε σε μια παρατήρηση: Ο παράνομος εποικισμός της Β. Κύπρου -που έχει εκδιώξει το μεγαλύτερο μέρος των Τουρκοκυπρίων- αποτελεί έγκλημα του διεθνούς ποινικού δικαίου και έχει δημιουργήσει την ακυρότητα του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν. Ακουσε κανείς κάποια διαμαρτυρία ή καταγγελία; Ετσι δεν δημιουργούνται τα τετελεσμένα του διεθνούς δικαίου;

*Σημείωση: Πριν από το κλείσιμο αυτού του άρθρου, πρέπει να διευκρινιστεί ξεκάθαρα -γιατί ασφαλώς θα ακουστεί μεταξύ άλλων, αν δεν έχει ακουστεί, και το ερώτημα «Πόσα πήρανε;»- ότι η έκθεση αυτή των εμπειρογνωμόνων δεν αποτελεί γνωμοδότηση έναντι αμοιβής όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενα στην εποχή μας. Είναι μια προσφορά των οκτώ επιστημόνων για την τραγική υπόθεση του Κυπριακού, που διαδραματίζεται από χρόνια στην καρδιά της Ευρώπης -μια προσφορά της επιστήμης προς την πολιτική, που απευθύνεται στις πολιτικές ηγεσίες της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς και στον γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι ένας από τους οκτώ που υπογράφουν την έκθεση των εμπειρογνωμόνων.

1. Βλ. «Ελευθεροτυπία», 1 Σεπτεμβρίου 2005.

2. Βλ. άρθρο μου στην «Ελευθεροτυπία», 17 Δεκεμβρίου 2004.

===================================================

Έποικοι – Εγκλήματα πολέμου – Καταστατικός Χάρτης ΟΗΕ, Διεθνές Δίκαιο

Το κείμενο του Alfred de Zayas δημοσιεύτηκε υπό μορφή επιφυλλίδας σε δύο συνεχείς εκδόσεις της «Καθημερινής». Τις επιφυλλίδες αυτές μπορεί κάποιος να τις βρει στις εξής ηλεκτρονικές διευθύνσεις: «Το Σχέδιο Ανάν και το Διεθνές Δίκαιο», Η Καθημερινή 24.7.2005, http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_110304_24/07/2005_151446 και «Oι Τούρκοι έποικοι στη Βόρεια Κύπρο«, Η Καθημερινή 31.7.2005http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_446477_31/07/2005_152056.

 by Alfred de Zayas, Geneva

THE ANNAN PLAN AND THE IMPLANTATION OF TURKISH SETTLERS IN NORTHERN CYPRUS

by Alfred de Zayas, University of Alcala de Henares

I.     The Annan Plan and International Law

On 24 April 2004 a “Comprehensive Settlement of the Cyprus Problem” (the Annan Plan) was put to a referendum in Cyprus. While a majority of the Turkish population in occupied Northern Cyprus, including some 100,000 illegal settlers, voted in favour of the plan, the democratic vote in the Republic of Cyprus resulted in 75.8% of the Cypriot population rejecting the proposed plan[1].

The vote was followed by apparent disappointed in the United Nations and a surprising level of critical comment from politicians and the media. One year after the vote, upon a calmer rereading of the Annan plan, the non-committed observer may wonder whether anyone could have reasonably expected the Cypriot population in non-occupied Cyprus to vote in favour of a plan that entailed abandoning positions held by the Security Council and the General Assembly since July 1974, and which seriously undermined fundamental principles of international law contained in numerous universal and regional documents, including:

1)        article 2, paragraph 4, of the United Nations Charter, which stipulates the prohibition of the threat and of the use of force;

2)        The Nuremberg Judgment, which condemned inter alia the crime of aggression, and Nazi policies of forced population transfer and implantation of settlers;

3)        Principle VI of the Nuremberg Principles, which includes the “crime against peace” among “crimes under international law”;

4)        General Assembly Resolution 2650 of 24 October 1970 on “Friendly Relations”;

5)        General Assembly Resolution 3314 of 14 December 1974, on the Definition of Aggression;

6)        articles 18 and 20 of the 1996 International Law Commission “Draft Code on Crimes against the Peace and Security of Mankind”, which lists forcible population transfers among war crimes and crimes against humanity;[2]

7)         articles 7 and 8 of the Rome Statute of the International Criminal Court, which list the forced deportation or transfer of populations as war crimes and as crimes against humanity;

8)         the indictments and emerging jurisprudence of the International Criminal Tribunal for the Former Yugoslavia;

9)         Article 49 of the Fourth Geneva Convention of 12 August 1949;

10)      numerous articles of the International Covenant on Civil and Political Rights (notably articles 1, 6, 12, 14, 16, 17, 23, 25, 26, 27)[3]; of the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights, of the International Convention on the Elimination of all Forms of Racial Discrimination;

11)      numerous articles of the European Convention on Human Rights (notably articles 2, 5, 8, 14, Protocol 1, Protocol 4) and the established jurisprudence of the European Commission of Human Rights and the European Court of Human Rights; and

12)      numerous principles of the legal order established by the European Union.

More specifically, important aspects of the Annan plan were inconsistent with much of what United Nations organs had hitherto discussed and elaborated over the years concerning the Turkish invasion of Cyprus. The Annan plan was inconsistent with the general condemnation of aggression, military occupation, demographic manipulation policies and the denial of the right of return of refugees. It was inconsistent with numerous resolutions of the United Nations Commission on Human Rights since 1975, inconsistent with the initial report, progress report and final report of the Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights on “The Human Rights Dimensions of Population Transfers and the Implantation of Settlers” (Al Khasawneh (final) Report, UN Doc. E/CN.4/Sub.2/1997/23), and with the principles laid down by the Secretary General’s Special Representative on Internally Displaced Persons (Francis Deng, Guiding Principles on Internal Displacement, UN Doc. E/CN.4/1998/53/Add.2).[4]

Although the Annan Plan did not go as far as specifically to legalize the Turkish aggression on Cyprus of July 1974, it did throw a mantel of legitimacy over it by virtue of its acceptance of many of the faits accomplis that followed the Turkish invasion and occupation of Northern Cyprus, expulsion of part of the Cypriot population, confiscation of their private property, settlement of the occupied Cypriot territory by over 100,000 Turkish colonizers from Anatolia, etc.

Can such grave violations of international law be retroactively legalized? International law experts hold the view that such violations cannot be legalized. Alas, the situation of violation of international law norms by States — in total impunity — is not rare. However, this does not mean that international law has ceased to exist or that these particular norms have ceased to be applicable. It only means that the enforcement mechanism remains imperfect.

Article 7 of the Draft Declaration appended to the 1997 Al Khasawneh Final Report stipulates:

“Population transfers and exchanges of population cannot be legalized by international agreement when they violate fundamental human rights norms or peremptory norms of international law.”

Thus, a hypothetical agreement among States such as The United Kingdom, Greece and Turkey that would approve the 1974 Turkish invasion, the expulsion of the native Cypriot population, the demographic manipulation in Northern Cyprus, would be invalid as contrary to international law and international ordre public. Indeed, article 53 of the Vienna Convention on the Law of Treaties stipulates that “A treaty is void if, at the time of its conclusion, it conflicts with a peremptory norm of general international law.”

Only the people of Cyprus can decide to waive certain rights and to abandon certain claims in exchange for economic or other concessions negotiated freely and set down in a compromise agreement. However, the people of Cyprus declined to abandon its rights, because the Annan Plan did not provide a satisfactory solution to their fundamental concerns, particularly the question of the right to return of the internally displaced Cypriots and the question of the continued presence of Turkish settlers in occupied Northern Cyprus. The Annan Plan also failed to remove the neo-colonial anachronism posed by the intervention rights of the “guarantor powers”. This remains an important issue, frequently overlooked, and a situation incompatible with the right of self-determination of the people of Cyprus.

Which fundamental human rights norms or peremptory norms of international law are at issue here? First and foremost the right to self-determination, which is considered by most experts in international law as jus cogens. This right is central to the United Nations Charter and was specifically codified as article 1 common to the International Covenant on Civil and Political Rights and to the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights.

Prior to and essential to the enjoyment of the right of self-determination is the right to one’s homeland, since the right of self-determination cannot be exercised if a population is subject to forcible displacement. Indeed, as the First High Commissioner for Human Rights stated at the opening of an expert meeting on the human rights dimensions of population transfers, held in Geneva in February 1997, the right to one’s homeland is one of the most fundamental collective rights, which in turn enables the exercise of many individual human rights.[5]

The Nuremberg indictment (articles 6(b) and (c)) was unambiguous in identifying the Nazi policies of population transfers as war crimes and crimes against humanity[6].

Count 3, section J of the indictment charged the Nazis as follows:

“In certain occupied territories purportedly annexed to Germany, the defendants methodically and pursuant to plan endeavoured to assimilate these territories politically, culturally, socially, and economically into the German Reich. The defendants endeavoured to obliterate the former national character of these territories. In pursuance of these plans and endeavours, the defendants forcibly deported inhabitants who were predominantly non-German and introduced thousands of German colonists.”[7]

The Nuremberg judgment held the Nazi officials guilty of the offence of forcibly transferring populations and implanting settlers, particularly of 105,000 Alsatians expelled from Alsace to Vichy-France and of one million Poles expelled from the occupied Warthegau into inner Poland.[8]

By virtue of General Assembly Resolution 95(1) of December 1946, the Nuremberg judgment was unanimously affirmed.

Precisely the horror of Nazi crimes led the international community and the International Committee of the Red Cross to adopt the Fourth Geneva Convention of 12 August 1949 relative to the Protection of Civilian Persons in Time of War. Article 49 of this Convention stipulates:

“Individual or mass forcible transfers, as well as deportations of protected persons from occupied territory… are prohibited, regardless of their motive. … The Occupying Power shall not deport or transfer parts of its own civilian population into the territory it occupies.”

Article 147 stipulates that a violation of article 49 of the Convention constitutes a grave breach, which, pursuant to article 146, requires penal sanctions.

Consistent with the above, the Security Council in its Resolution No. 353 of 20 July 1974[9] urged all States to respect the territorial sovereignty of Cyprus, the cessation of military intervention and the departure of foreign (Turkish) troops from Cyprus. This resolution was reaffirmed by the General Assembly in its Resolution 3212 (XXIX) of 1 November 1974, which also stipulates that “all the refugees should return to their homes in safety”. This was followed by Security Council Resolution 365 (1974) of 13 December 1974. In the absence of progress, the GA returned to the issue and adopted Resolution 3395 (XXX) on 20 November 1975, again calling upon “the parties concerned to undertake urgent measures to facilitate the voluntary return of all refugees to their homes in safety and to settle all other aspects of the refugee problem” Once again, GA Resolution 253 (1983) called for “the institution of urgent measures for the voluntary return of the refugees to their homes in safety”. Over a period of three decades the Security Council, the General Assembly and the Commission on Human Rights have adopted many similar resolutions.

Notwithstanding the above, Turkey continues to occupy Northern Cyprus, the expelled Cypriots have been prevented from returning to their homes, and a policy of demographic manipulation in Northern Cyprus by way of importing settlers from Turkey continues.

The failure of the United Nations to impose sanctions on Turkey to ensure the implementation of United Nations resolutions impacts negatively on the credibility of the Organization and on the practical importance of international law. This negative impact on the standing of the Organization is heightened when one considers that the United Nations visibly failed to enforce the principles and values it was created to uphold and even ignored its own previous resolutions regarding Cyprus.

In the context of Turkey’s invasion and occupation of Cyprus, crimes against peace, war crimes and crimes against humanity were committed. Notwithstanding the United Nations Convention on the Non-Applicability of Statutory Limitations to War Crimes and Crimes against Humanity (26 November 1968, in force 11 November 1970), Turkish authorities have enjoyed and continue to enjoy impunity.  The Annan Plan was tantamount to international acquiescence to this illegal situation[10].

This Annan Plan is all the more distressing, because it manifests the application of double-standards at the highest level of the United Nations. Ethnic cleansing was condemned at Nuremberg. It is condemned today at The Hague by the International Criminal Tribunal for the Former Yugoslavia. And yet Turkey is allowed to occupy militarily one third of the territory of another European country and to keep the fruits of the crime. Why this double-standard?

In the context of the policy of ethnic cleansing conducted by Serbia against certain non-Serbian populations in Croatia, Bosnia and Herzegovina and in Kossovo, the Security Council responded by the creation of the International Criminal Tribunal for the former Yugoslavia. It is revealing to read from the indictment of Ratko Mladic, Radovan Karadzic and Slobodan Milosevic.

Paragraph 25 of the indictment of 25 July 1995 against Karadzig and Mladic reads in part:

“Thousands of Bosnian Muslims and Bosnian Corats ….were systematically arrested … and thereafter unlawfully deported or transferred to locations inside and outside of the Republic of Bosnia and Herzegovina. In addition, Bosnian Muslim and Bosnian Corat civilians, including women, children and elderly persons, were taken directly from their homes and eventually used in prisoner exchanges. These deportations and others were not conducted as evacuations for safety, military necessity or for any other lawful purpose and have, in conjunction with other actions directed against Bosnian Muslim and Bosnian Croat civilians, resulted in a significant reduction or elimination of Bosnian Muslims and Bosnian Croats in certain occupied regions.”[11]

Paragraph 35 of the indictment of Slobodan Molosevic of 24 May 1999 is even more pertinent:

The unlawful deportation and forcible transfer of thousands of Kosovo Albanians from their homes in Kosovo involved well-planned and co-ordinated efforts by the leaders of the FRY and Serbia, and forces of the FRY and Serbia, all acting in concert. Actions similar in nature took place during the wars in Croatia and Bosnia and Herzegovina between 1991 and 1995. During those wars, Serbian military, paramilitary and police forces forcibly expelled and deported non-Serbs in Croatia and Bosnia and Herzegovina from areas under Serbian control utilising the same method of operations as have been used in Kosovo in 1999: heavy shelling and armed attacks on villages; widespread killings; destruction of non-Serbian residential areas and cultural and religious sites; and forced transfer and deportation of non-Serbian populations.[12]

Turkey in Northern Cyprus not unlike those commits the crimes for which they Karadzic, Mladic and Milosevic have been indicted.

II. The Issue of the implantation of settlers: general considerations

International law is clear on the issue of settlers in occupied territory: They are deemed to be illegal settlers and should be repatriated. The receiving State has no obligation in international law to grant residence or nationality to the settlers. However, humanitarian considerations must guide the process of repatriation, so as to ensure a just and equitable solution for all concerned, especially bearing in mind the imperative of respecting the human dignity of all members of the human family.

Articles 42 to 56 of the Hague Regulations appended to the 4th Hague Convention of 1907 significantly limit the rights of an occupying power. Article 43 states the general principle that the occupying power must respect the laws of the occupied country: Article 55 further stipulates that “the Occupying State shall be regarded only as administrator and usufructuary of public buildings, real estate, forests, and agricultural estates…” Bearing in mind that Article 46 prohibits the confiscation of private property, and that Article 47 prohibits pillage, it is clear that Turkey cannot dispose of Greek-Turkish private or public property, and that it cannot legally transfer this property to the new Turkish settlers. The limited right of military requisition envisaged in article 52 of the Hague Regulations is of no relevance in the context of the Turkish occupation of Northern Cyprus, in particular in the context of its policy of demographic manipulation. Thus, by confiscating and reassigning the properties of the displaced Cypriot citizens of Greek ethnic origin, Turkey committed internationally wrongful acts giving rise to State responsibility, and its officials committed war crimes giving rise to personal criminal liability.

Article 49, paragraph 6, of the Fourth Geneva Convention if 1949 is clear in prohibiting the implantation of settlers in occupied territory. In numerous Resolutions, the United Nations General Assembly has repeatedly deplored “all unilateral actions that change the demographic structure of Cyprus”.[13]

The violation of Article 49, of the Geneva Convention entails a war crime. This is strengthened in Article 85 of the 1977 Protocol I to the Fourth Geneva Convention, which stipulates that:

“…(4) In addition to the grave breaches defined in the preceding paragraphs and in the Conventions, the following shall be regarded as grave breaches of the Protocol, when committed wilfully and in violation of the Conventions or the Protocol:

(a)    the transfer by the Occupying Power of parts of its own civilian population into the territory it occupies”

Article 86 (1) of Protocol I also imposes an obligation on the High Contracting Parties to “repress grave breaches and take measures necessary to suppress all other breaches of the Conventions or of this Protocol which result from a failure to act when under a duty to do so.”

The International Law Commission in its Draft Code of Crimes against the Peace and Security of Mankind similarly includes the implantation of settlers in occupied territory in the category of war crimes. Article 20 c) prohibits: “(i) the transfer by the Occupying Power of parts of its own civilian population into the territory it occupies”.[14]

Article 8 (b) (viii) of the Rome Statute of the International Criminal Court similarly includes the implantation of settlers among the war crimes subject to prosecution: “The transfer, directly or indirectly, by the Occupying Power of parts of its own civilian population into the territory it occupies, or the deportation or transfer of all or parts of the population of the occupied territory within or outside this territory.”[15]

The Al Khasawneh Report, adopted by the UN Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights in 1997, by the Commission for Human Rights and by the Economic and Social Council in 1998, focuses attention on the issue of the implantation of settlers. The report first makes certain general observations:

“Collective expulsions or population transfers usually target national, ethnic, religious or linguistic minorities and thus, prima facie, violate individual as well as collective rights contained in several important international human rights instruments” (para. 14)

“The range of human rights violated by population transfer and the implantation of settlers place this phenomenon in the category of systematic or mass violations of human rights” (para 16)

The report then focuses on the issue of settlers:

“Another problem related to prolonged military occupation involves the continuation of the policy of implanting settlers in the aftermath of a peace agreement underlying a territorial settlement which brings military occupation to an end. Such agreements cannot, by their nature, deal with this complex issue adequately or explicitly because they are often concluded in a political and military atmosphere in which the balance of power weighs heavily against the inhabitants or an occupied territory. The appropriate way of dealing with the problem is to look again at the Fourth Geneva Convention with a view to extending the prohibition on the implantation of settlers even after the general close of military or civilian operations in an occupied area.  Indeed, it is not unreasonable to suggest that to the extent that agreements breach jus cogens rules, this might constitute grounds for invalidation.” (para 45)

Article V of the Draft Declaration on Population Transfer and the Implantation of Settlers, appended to the Final Report of Al Khasawneh, stipulates

“The settlement, by transfer or inducement, by the Occupying Power of parts of its own civilian population into the territory it occupies or by the Power exercising de facto control over a disputed territory is unlawful.”

Article VI stipulates:

«Practices and policies having the purpose or effect of changing the demographic composition of the region in which a national, ethnic, linguistic, or other minority or an indigenous population is residing, whether by deportation, displacement, and/or the implantation of settlers, or a combination thereof, are unlawful.”

Particularly significant are the erga omnes obligations of the international community toward the reestablishment of the legal order. All States are obliged to refrain from recognizing the illegal situation arising from a transfer of populations and from the implantation of settlers in occupied territory.

Article X stipulates:

«Where acts or omissions prohibited in the present Declaration are committed, the international community as a whole and individual States, are under an obligation: (a) not to recognize as legal the situation created by such acts; (b) in ongoing situations, to ensure the immediate cessation of the act, and the reversal of the harmful consequences; (c) not to render aid, assistance or support, financial or otherwise, to the State which has committed or is committing such act in the maintaining or strengthening of the situation crated by such act.”

III. The Turkish settlers in Northern Cyprus

It is estimated that between 80,000 and 100,000 Turkish settlers have been implanted in Northern Cyprus since July 1974[16].

No distinction should be made between those settlers who were directly transferred or implanted by decision of the Turkish government, or those who moved there voluntarily after 1974. Both settlements are prohibited. The Commentary on article 49, paragraph 6, of the Fourth Geneva Convention, clarifies that what the provision is intended to prohibit is the demographic manipulation by an occupying power that either actively transfers its own population into the occupied territory, or allows them to settle there voluntarily. “This clause is intended to prevent a practice adopted during the Second World War by certain Powers which transferred portions of their own population to occupied territory for political and racial reasons or in order, as they claimed, to colonize those territories.”   [17] 

In its Resolution 1987/50 of 11 March 1987, the United Nations Commission on Human Rights expressed concern over “the fact that changes in the demographic structure of Cyprus are continuing with the influx of great numbers of settlers.”

In its Resolution No. 1987/19 of 2 September 1987, the Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights expressed: “its concern also at the policy and practice of the implantation of settlers in the occupied territories of Cyprus which constitute a form of colonialism and attempt to change illegally the demographic structure of Cyprus.” (para. 3).

This Resolution was born in mind by Special Rapporteur Al Kahasawneh in preparing his three reports on the Human Rights Dimensions of Population Transfers and the Implantation of Settlers. Alas, the crucial issue of the settlers is practically ignored in the Annan Plan. Nor was it taken into account by Secretary General Javier Perez de Cuellar in the Cuellar Ideas of 1989, nor in the Boutros Boutros Ghali Set of Ideas of 1992.

Bearing in mind that the presence of Turkish settlers in Northern Cyprus goes back to an act of aggression in contravention of article 2, paragraph 4, of the United Nations Charter, and to a policy of demographic manipulation in contravention of article 49 of the Fourth Geneva Convention of 1949, it is clear that the Turkish post-1974 settlers have no legitimate expectation that they would be able to stay in Cyprus.

Following reunification of the Island of Cyprus, the government in Nicosia would have the right to require their departure. It is for Cyprus to decide whether and how many of the settlers may be allowed to stay in Cyprus. In this context, humanitarian considerations, to be judged on a case-by-case basis, could lead to a significant number of settlers being granted residence permits and eventually the opportunity of obtaining Cypriot citizenship.

The State that suffered the illegal occupation would have a prima facie right to expel the illegal settlers. They would be returned to their homeland, Turkey, where they would not suffer any particular hardships, bearing in mind that they have genuine cultural and language links to Turkey and most of them have families in Turkey. Admittedly, every repatriation entails a degree of inconvenience, but this can be mitigated, especially if the international community shows solidarity and cooperates in the repatriation schemes.

Another reason for repatriation of the illegal settlers is the implementation of the right to return of the Cypriots displaced from Northern Cyprus in 1974. The right to return is affirmed in Resolutions Nos. 1994/24, 1998/26, 1999/47, 2000/53, 2001/54, and 2002/30 (of 15 August 2002) of the United Nations Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights. Indeed, the presence of illegal settlers in Northern Cyprus significantly alters the character of the territory and thus violates the right to the homeland of the native Cypriot population

What rights do the Turkish settlers have? They enjoy all the rights guaranteed by the Cypriot Constitution and the rights to which Cyprus is bound pursuant to international treaties, including the International Covenant on Civil and Political Rights, the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights, the International Convention on the Elimination of all Forms of Racial Discrimination, and the European Convention on Human Rights and Fundamental Freedoms. While Cyprus may grant the Turkish settlers special rights, Cyprus is under no obligation to grant them citizenship or even the right to continued residence in the territory. Length of residence and marriage with the native Turkish population are considerations that the Cyprus government would have to take into account on a case-by-case basis.

Article 3 of Protocol 4 to the European Convention on Human Rights stipulates, “Collective expulsion of aliens is prohibited.” In due course the Cyprus government would have to devise status determination mechanisms and repatriation schemes with appropriate incentives. As a victim of aggression, the Cyprus government has a right to expect the solidarity of the world community in resolving the problems of illegal settlements in the most humane manner.

The United Nations could use its experience in organizing the repatriation of the settlers to Turkey. The United Nations High Commissioner for Refugees has vast experience in a variety of successful repatriation schemes involving millions of refugees[18], numbers much greater than the estimated 100,000 to 120,000 Turkish settlers in Northern Cyprus. The United Nations could also create a voluntary fund to assist in the repatriation and integration of the Turkish settlers in Turkey. The experiences of the International Organization on Migration in repatriation schemes could also prove helpful in the context of the repatriation of the Turkish settlers.

IV. Where does the Cyprus Question stand?

The Republic of Cyprus has entered the European Union. As a member of the European Union it will be able to argue its case within the Union and remind members of an erga omnes obligation under international law: that the European Union must refrain from recognizing the illegal situation arising from the invasion of Northern Cyprus by Turkey and from the implantation of Turkish settlers in Cyprus. Therefore, Turkey cannot entertain any hope of entering the Union for as long as it does not correct the illegal situation arising from its 1974 invasion, and satisfy all the Copenhagen criteria on human rights. This would entail

1)    implementation of all relevant judgments of the European Court of Human Rights, recommendations in the reports of the European Commission of Human Rights, and resolutions of the Committee of Ministers of the Council of Europe;

2)    withdrawal of all military forces from Northern Cyprus;

3)    withdrawal of settlers brought to Northern Cyprus in contravention to article 49 of the fourth Geneva Convention of 1949;

4)    recognition of the right of return of all displaced Cypriots[19]; and

5)    restitution and/or compensation to the displaced Cypriots for their confiscated or destroyed properties.[20]

With regard to point 5, reference should be made to the Al Khasawneh report, which observed:

“The European Court of Human Rights has found Turkey to be responsible for the violation of the right to the peaceful possession or enjoyment of property by virtue of its occupation of northern Cyprus and required it to compensate the victims of such violations. (para 62)

Although Turkey, on 2 December 2003, made payment pursuant to the 1998 judgment on the Loizidou v. Turkey judgment, there are several other judgments that have not been implemented. Moreover, there remain the issues of the missing persons and of the right of some 200,000 expelled Cypriots and their descendants to return in safety and dignity to their homes in Northern Cyprus.

Because the European Union is obliged to respect the judgments and decisions of the European Court of Human Rights, it must insist on their full implementation as a conditio sine qua non to further negotiations to with Turkey concerning a possible entry into the European Union.

 

V. A new United Nations Initiative?

In proposing the Annan Plan, the United Nations sacrificed a degree of its credibility. It is particularly distressing that the World Organization whose vocation it is to ban war and to condemn aggression indirectly condoned such acts of aggression by allowing the impunity of the perpetrators and by acquiescing to the effects of the illegal occupation.

The United Nations, however, continues to have a role to play and can be potentially helpful in negotiating a compromise. Part of that compromise would be the waiver of prosecution and punishment of the perpetrators of crimes against peace, war crimes and crimes against humanity. Such waiver, however, should not encompass granting to the perpetrator the right to keep the fruits of the illegal war and occupation of Northern Cyprus.

Secretary-General Annan, or a future Secretary-General, may again be called upon to exercise his good offices to reach a compromise, which must be soundly based on international law, and consistent with prior United Nations decisions, resolutions, and studies (especially the 1997 Al Khasawneh reports of the Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights).

In order to prepare the ground for a negotiated settlement, the UN Security Council or the General Assembly could ask the International Court of Justice, pursuant to article 96 of the United Nations Charter, to issue an advisory opinion on the “Legal Consequences of the Continued Occupation of Northern Cyprus by Turkey”, in which the issue of the repatriation of settlers could also be dealt with. This advisory opinion would build upon the 1971 advisory opinion on South-West Africa/Namibia[21] and on the 2004 advisory opinion on the Wall being built by Israel on Palestine occupied territory[22].

Any new plan for Cyprus would have to be based on the following Basic Principles:

1)        the self-determination of the people of Cyprus

2)        state responsibility for aggression and military occupation

3)        the right to return of internally displaced persons and refugees

4)        the orderly repatriation of illegal settlers

5)        the right to restitution and/or compensation

Let us look forward to a reasonable peace settlement based on the over-arching principle of equality and the imperatives of human rights.

©  Draft/Alfred de Zayas/22 March 2005

Selected Bibliography

UN Documents:

UN Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights, Final Report of the Special Rapporteur Awn Shawkat Al Khasawneh on the Human Rights Dimensions of Population Transfers and the Implantation of Settlers, E/CN.4/Sub.2/1997/23, especially annexes I and II.

Resolution on the right to return. UN Sub-Commission on Promotion and Protection of Human Rights, Doc. E/CN.4/Sub.2/Res/2002/30.

Report of the International Law Commission on the work of its forty-eighth session (6 May- 26 July 1996) General Assembly, Official Records, Fifty-first Session, Supplement No. 10 (A/51/10)

Cherif Bassiouni, The Statute of the International Criminal Court. A Documentary History. Transnational Publishers, Inc., New York 1998.

Kypros Chrysostomides, The Republic of Cyprus. A Study in International Law. Martinus Nijhoff Publishers, The Hague, 2000.

Jean Marie Henckaerts, Mass Expulsion in Modern International Law and Practice, Martinus Nijhoff, The Hague, 1995.

C.P. Ioannides, In Turkey’s Image, The Transformation of Occupied Cyprus into a Turkish Province, Caratzas, New Rochelle, New York, 1991.

Andreas Jacovides, “Cyprus_ the International Law Dimension”, 10 Amican Univesity Journal of International Law and Policy, pp. 1221 et seq.

Louikis G. Loucaides, Essays on the Developing Law of Human Rights, Martinus Nijhoff, Dordrecht, 1995.

Benjamin M. Meier, “Reunification of Cyprus: The Possibility of Peace in the Wake of Past Failure”, in 34 Cornell International Law Journal (2001), pp. 455 et seq.

Christa Meindersma, “Legal issues surrounding population transfers in conflict situations” Netherlands International Law Review, XLI, (1994) pp. 31-83.

Daniel Milne, “One State or Two? Political Realism on the Cyprus Question” in The Round Table. The Commonwelath Journal of International Affairs, January 2003, pp. 145-162.

Claire Palley, “Population Transfers” in Essays in Honour of Asbjord Eide.  Broadening the Frontiers of Human Rights, Donna Gomien (ed.), Scandinavian University Press, Oslo 1993.

Alfred de Zayas, “Repatriation” in Rudolf Bernhardt (ed.) Encyclopaedia of Public International Law, North Holland Publishers, Vol. IV (2000), pp. 185-§9§, “Population, Expulsion and Transfer”, Vol. III (1997), pp. 1062-1067, “Forced Resettlement”, Vol. II, (1995), pp. 422-425,

Alfred de Zayas, Heimatrecht ist Menschenrecht, Universitas Verlag, München 2001.

Alfred de Zayas, „ Ethnic Cleansing, Applicable norms, emerging jurisprudence, implementable remedies“ in John Carey (ed.) International Humanitarian Law: Origins Transnational, New York 2003, pp. 283-307.

Alfred de Zayas, „The Right to One’s Homeland, Ethnic Cleansing and the International Criminal Tribunal for the Former Yugoslavia“, Criminal Law Forum, No. 6, 1995, pp. 257-314.

Marjoleine Zieck, UNHCR and Vaoluntary Repatriation of Refugees. A Legal Analysis. Martinus Nijhoff, The Hague, 1997.


[1] http://194.154.157.106/Comprehensive_Settlement_of_the_Cyprus_Problem.pdf. SC/8074 of 29 April 2004.  See also Press Release SG/SM/9269 of 26 April 2004 “Unique and Historic chance to resolve Cyprus Problem Missed”. Report of the Secretary-General on his Mission of Good Offices in Cyprus, 28 May 2004, S/2004/437.  See also Report of 16 April 2004 S/2004/302.

[2] The ILC commentary observes:  „that a crime of this nature could be committed not only in time of armed conflict but also in time of peace … [Deportation] implies expulsion from the national territory, whereas the forcible transfer of populations could occur wholly within the frontiers of one and the same State … Transfers of population under the draft article meant transfers intended, for instance, to alter a territory’s demographic composition for political, racial, religious or other reasons, or transfer made in an attempt to uproot a people from their ancient lands.  One member of the Commission was of the view that this crime could also come under the heading of genocide.”  UN GAOR, 46th Sess. Supp. No. 10 (A/46/10) at 268.

[3] Alfred de Zayas, “The Right to One’s Homeland, Ethnic Cleansing, and the International Criminal Tribunal for the Former Yugoslavia”, Criminal Law Forum, Vol. 6, No. 2 (1995), pp. 257-314.

[4] See analysis of these reports in Alfred de Zayas, „ Ethnic Cleansing, Applicable norms, emerging jurisprudence, implementable remedies“ in John Carey (ed.) International Humanitarian Law: Origins Transnational, New York 2003, pp. 283-307.

[5] Alfred de Zayas, Heimatrecht ist Menschenrecht, Universitas, München 2001.  See also the Statement by the first United Nations High Commissioner for Human Rights, Jose Ayala Lasso, to the “Expert Meeting on Human Rights Dimensions of Population Transfers including the implantation of settlers and settlements”, 17-21 February 1997. 

[6] A. de Zayas, Ethnic Cleansing, op. cit., pp. 285-6.

[7] International Military Tribunal, Nuremberg, Trial of the Major War Criminals, Vol. 1, p. 51.

[8] International Military Tribunal, Nuremberg, Trial of the Major War Criminals, Vol. 22 p. 480.

[9] SC Res. 355(1974) demanding “the withdrawal without further delay of all foreign armed forces and foreign military persons and personnel from the Republic of Cyprus”, Res. 355 (1974), see also Res. 360 (1974), Res. 3212 (XXIX) 3395 (XXX), 33/15 (1978) etc.

[10] Cf  Report of the Secretary-General on Cyprus, S/2004/302.  Report of the Secretary-General on his mission of good offices to Cyprus, S/2004/437.  Report of the Secretary-General on the United Nations operation in Cyprus, S/2004/427.

[11] Prosecutor v. Karadzic, Case No. I_95-5-1 (ICTY July 25, 1995).

[12] Prosecutor v. Milosevic, Case No. IT-99-37 (24 March 1999) http://www.un.org/icty/indictment/english/mil-ii990524e.htm.  See also A. de Zayas, in Carey a.a.O., p. 293 (supra footnote 4).

[13] Res. 33/15 (9 November 1978), 24/30 (20 November 1979), 37/253 (13 May 1983) etc.

[14] Report of the International Law Commission on the work of its forty-eighth session (6 May- 26 July 1996) General Assembly, Official Records, Fifty-first Session, Supplement No. 10 (A/51/10) p. 111.  In the prior draft of the Draft Code, article 18 was article 22.2(b).  In the 1991 report, the International Law Commission commented:  “…it is a crime to establish settlers in an occupied territory and to change the demographic composition of an occupied territory.  a number of reasons induced the Commission to include these acts in the draft article.  Establishing settler in an occupied territory constitutes a particularly serious misuse of power, especially since such act could involve the disguised intent to annex the occupied territory.  Changes to the demographic composition of an occupied territory seemed to the Commission to be a serious act that it could echo the seriousness of genocide.”  Report of the International Law commission on the work of its forty-third session, 29 August-19 July 1991, Official Records of the General Assembly, 46th Session, Supplement No. 10 (A/46/10), p. 271.

[15] Cherif Bassiouni, The Statute of the International Criminal Court, Transnational Publishers, Inc., New York 1998, p. 43.

[16] Kypros Chrysostomides, The Republic of Cyprus. A Study in International Law.  Martinus Nijhoff Publishers, The Hague, 2000, pp.202 et seq.  See also Loukis G. Loucaides, Essays on the Developing Law of Human Rights, Martinus Nijhoff Publishers, Dordrecht, 1995, p. 112.  It is estimated that by the year 2005 the number of illegal Turkish settlers may be as high as 120,000.

[17] Jean Pictet (ed.) Commentary to the Fourth Geneva Convention, Geneva, 1958, p. 283.  See also the legal opinion of the United States Legal Adviser to the Department of State:  “Paragraph 6 appears to apply by its terms to any transfer by an occupying power of parts of its civilian population whatever the objective and whether involuntary or voluntary.  It seems clearly to reach such involvement of the occupying power as determining the location of settlement, making land available and financing of settlements, as well as other kinds of assistance and participation in their creation.” Digest of United States Practice in International Law, 1978, pp. 1575 ff. at p. 1577.

[18] Marjoleine Zieck, UNHCR and Vaoluntary Repatriation of Refugees.  A Legal Analysis.   Martinus Nijhoff, The Hague, 1997.

[19] See relevant Resolutions of the UN General Assembly, including Resolutions 51/126 and 35/124 (1890), Security Council Resolutions 1287 (2000), 1244 (1999), 1199 (1998), 1036 (1996), 971 (1995), 876 (1993). Additionally UN Security Council Resolution 820 (19093) reaffirms that internally displaced persons and refugees have the right to return to their previous homes and places of residence and that they should be aided so as to achieve their return in safety and dignity.

[20] In this connection see “Housing and Property restitution in the context of the return of refugees and internally displaced persons”. Report of special Rapporteur Paulo Sergio Pinheiro submitted in accordance with Sub-Commission resolution 2002/7.  UN Doc:  E/CN.4/Sub.2/2004/22 (2 June 2004)  See also commentary in E/CN.4/Sub.2/2004/22/Add.1 (8 June 2004).  See also Resoluti0on 2004/34 of the UN Commission of Human Rights on the subject of restitution, compensation and rehabilitation for victims of grave violations of human rights and fundamental freedoms.  Also Commission on Human Rights Resolutions 1993/70, 1993/77, 1993/95 and 2004/28, which characterize forced evictions and internal displacement as gross violations of human rights.  Of relevance also:  Report of the High Commissioner for Human Rights on Human Rights and Mass Exoduses, UN Doc:  E/CN4/2005/80/Add.1

[21] Legal Consequences for States of the Continued Presence of South Africa in Namibia (South West Africa) notwithstanding Security Council Resolution 276 (1970), Advisory Opinion.  ICJ Reports (1971) pp. 16-345.

[22] International Court of Justice, Advisory Opinion 9 July 2004, www.icj-cij.org/icjwww/ipresscom/ ipress2004/ipresscom2004-28_mwp_20040709.htm – 34k –

======================================================

Συνταγματικά-Νομικά-ανθρώπινα δικαιώματα

————————————————————————————

Ευρωπαϊκό σύνταγμα και κυπριακό, Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005.

Του Γιωργου Κασιματη

Ομ. Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δύο είναι τα μεγάλα γεγονότα που αποτέλεσαν τη νέα καμπή πορείας του Κυπριακού: α) η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και β) η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από τον ελληνοκυπριακό λαό. Και τα δύο αυτά γεγονότα κατέστησαν το Κυπριακό, όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω, όχι μόνο de facto αλλά και de jure πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Σχέδιο Ανάν, όπως μου δόθηκε η ευκαιρία και από άλλες θέσεις να εξηγήσω, ήταν ένα μοναδικό τερατούργημα της παγκόσμιας συνταγματικής ιστορίας, γιατί αποτελούσε ένα κατασκεύασμα γραφείου όχι για τη σύνταξη, αλλά για την εγκαθίδρυση ενός μηχανισμού για την κατάλυση ενός κυρίαρχου κράτους. Τα βασικά στοιχεία αυτού του μηχανισμού ήταν: α) Η ουσιαστική κατάλυση της αρχής της πλειοψηφίας, μέσω του δικαιώματος του βέτο, σε όλα τα συνταγματικά συλλογικά όργανα, με συνέπεια ότι οι κύριες κρατικές εξουσίες δεν θα πήγαζαν από τον λαό, όπως απαιτεί η δημοκρατική αρχή και η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά από την πολιτική βούληση των αντιπροσώπων του 20% του λαού. β) Η κατεξοχήν πολιτική εξουσία, η διακυβέρνηση της χώρας, δεν θα ήταν πολιτική, αφού θα αποφάσιζε τελικώς -και εδώ με τη δύναμη του βέτο του 20%- διοριζόμενο συλλογικό όργανο από Ελληνοκυπρίους, Τουρκοκυπρίους και ξένους, με προκαθορισμένη τη ρυθμιστική εξουσία (μπαλλαντέρ) των ξένων. γ) Η αρχή της πολιτικής ισότητας θα ήταν πλήρως καταργημένη, αφού οι δύο εθνότητες, του 80% η μία και του 20% η άλλη (με τον επιεικέστερο υπολογισμό, αφού οι γνήσιοι Τουρκοκύπριοι έχουν πέσει σε πολύ χαμηλότερο ποσοστό), θα ήταν πλήρως ισότιμες και ισοδύναμες σε όλα τα βασικά πολιτικά όργανα. δ) Η λύση όλων των μεγάλων κρίσιμων πολιτικών ζητημάτων για την ίδρυση του νέου κράτους θα ήταν στα χέρια άγνωστων ξένων, που, ως μπαλλαντέρ κάποιου άγνωστου παίκτη, θα έδιναν με τη δική τους ψήφο τελικώς τη «λύση». ε) Η διασφάλιση της κυρίαρχης και χωρίς περιορισμούς δυνατότητας επέμβασης της Τουρκίας σε κάθε βήμα του νέου «κράτους», με την ανέλεγκτη πρόφαση της παραβίασης των συμφερόντων των Τουρκοκυπρίων και των ιδικών της. στ) Για ουσιαστικές πολιτικές ελευθερίες δεν μπορεί κανείς να μιλήσει σε ένα τέτοιο καθεστώς. Αντίθετα, οι ρυθμίσεις του Σχεδίου παραβίαζαν στον πυρήνα τους τα πολιτικά δικαιώματα και βασικές προσωπικές ελευθερίες του κυπριακού λαού. ζ) Το χειρότερο δε είναι ότι αποτελούσε ένα δαιδαλώδες σύστημα ευρύτατων δυνατοτήτων παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και κάθε αρχής νομιμότητας  σε  όλα  τα  επίπεδα,  που   θα  καθιστούσε  παράνομη, αμφισβητούμενη ή επίδικη κάθε πράξη και κίνηση των οργάνων του εν λόγω «κρατικού» μορφώματος. Με μια φράση μπορεί να πει κανείς ότι το μόρφωμα αυτό δεν εγκαθίδρυε όχι μόνο δημοκρατικό κράτος, αλλά ούτε καν κράτος.

Το Σχέδιο Ανάν, με τη συντριπτική απόρριψή του από τον ελληνοκυπριακό λαό, ακυρώθηκε, ευτυχώς, απολύτως και έγκαιρα, με συνέπεια να μην μπορεί να αναβιώσει ούτε το ίδιο, ούτε η ίδια προσπάθεια του Γενικού Γραμματέα, παρά μόνο με τη θέληση όλων των ενδιαφερομένων μελών, πρωτίστως δε με τη θέληση της Κύπρου.

Εάν είχε εγκριθεί -εδώ αναφέρεται το «ευτυχώς»- πιστεύω ότι η κυριαρχία της Κύπρου θα είχε περάσει ουσιαστικά σε ξένα χέρια άγνωστων προθέσεων και οι λειτουργίες του «κράτους» θα αποτελούσαν ένα χάος. Φοβούμαι δε ότι και η ίδια η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν είχε καταργηθεί, θα είχε, πάντως, καταστεί ανενεργός για την Κύπρο, αφού όλα τα κρίσιμα ζητήματα θα ήσαν σε χέρια εκτός αυτής και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστησε το Κυπριακό πρόβλημα de facto και de jure πρόβλημα της Ένωσης, ακόμη και αν η επίλυση του ανατεθεί σε εκτός αυτής όργανο ή επιβληθεί από εκτός αυτής δύναμη. Αυτό ενισχύεται νομικώς ακόμη περισσότερο σήμερα, με το υπό κύρωση Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Και τούτο γιατί οι θεμελιώδεις αρχές πού διέπουν την Ένωση και τα κράτη-μέλη της περιλαμβάνονται ρητά στο Σύνταγμα της Ευρώπης και αποκτούν έτσι πλήρη καταστατική δύναμη, αποκτούν δηλαδή την ανώτατη τυπική ισχύ δικαίου. Αυτό ισχύει και σήμερα, χωρίς το Σύνταγμα. Η ρητή, όμως, αναφορά τους στον Καταστατικό Χάρτη της Ευρώπης τις καθιστά σαφείς, αναμφισβήτητες και αδιαφιλονίκητες, με ελάχιστα περιθώρια αποκλίσεων. Αναφέρομαι ενδεικτικά ορισμένες από αυτές: α) Το απαραβίαστο και αναφαίρετο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας (Προοίμιο του Συντάγματος, άρθρο Ι 2, Ι 9, ΙΙ 61, Προοίμιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και πολλές άλλες διατάξεις του Συντάγματος). β) «Η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας, και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα και εσωτερική αγορά όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος και ανόθευτος» (άρθρο Ι 3 παρ. 2. γ) «Η Ένωση καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία…» (άρθρο Ι 3 παρ. 3). δ) «Η Ένωση εγγυάται στο εσωτερικό της την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, υπηρεσιών, εμπορευμάτων και κεφαλαίων, καθώς και την ελευθερία εγκατάστασης, σύμφωνα με το Σύνταγμα» (άρθρο Ι 4 παρ. 2). ε) «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον του Συντάγματος…» (άρθρο Ι 5 παρ. 1).  στ) «Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης» (άρθρο Ι 9). ζ) Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο Σύνταγμα. Έχουν: α) «το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών» (άρθρο Ι 10). η) «Οι πολίτες της Ένωσης έχουν» (…) το δικαίωμα να αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το δικαίωμα να προσφεύγουν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, καθώς και το δικαίωμα να απευθύνονται στα θεσμικά και στα συμβουλευτικά όργανα της Ένωσης σε μία από τις γλώσσες του Συντάγματος και να λαμβάνουν απάντηση στην ίδια γλώσσα» (άρθρα Ι 10 παρ. 2 δ, ΙΙ 101 επ.). «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου» (άρθρο ΙΙ 80). θ) Διασφαλίζεται το δικαίωμα ατομικής προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα Ι 29, ΙΙ 107).

Οι παραπάνω αρχές του Ευρωπαϊκού Συντάγματος -που αποτελούν και μέχρι σήμερα αρχές του «ευρωπαϊκού κεκτημένου»- είναι αρκετά εύγλωττες για τα όρια που θα πρέπει να τηρεί ένα νέο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Πρέπει, νομίζω, να συνειδητοποιήσομε ότι εάν τα πολιτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήθελαν να απεκδυθούν τις καταστατικές ευθύνες τους και αποφάσιζαν να δεχθούν ένα σχέδιο που θα παραβίαζε στον πυρήνα τους τις θεμελιώδεις αυτές αρχές -ή μερικές από αυτές- της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, δεν θα μπορούσαν να απαλλάξουν την Ένωση από την de jure εμπλοκή της στο Κυπριακό. Ακόμη και αν το σχέδιο επιβαλλόταν από τον ΟΗΕ και περιείχε απαγόρευση δικαστικής προσφυγής ή άλλης προσφυγής ή αναφοράς στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Οι πολίτες της Κύπρου και κάθε πρόσωπο που θα είχε έννομο συμφέρον θα κατέκλυζαν κυριολεκτικά το Δικαστήριο και τα άλλα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για διαρκείς παραβιάσεις θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων, με πολύ πιθανό το φαινόμενα να έχει η Ένωση διαρκή νομική και πολιτική απασχόληση με το Κυπριακό.

Η προσφυγή σε οποιοδήποτε όργανο δεν μπορεί πρακτικά να παρεμποδιστεί με απαγορεύσεις προσφυγών, τα δε δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης θα είχαν τον τελικό λόγο συμβατότητας των απαγορεύσεων αυτών και όλων των διατάξεων της όποιας συνθήκης επίλυσης του Κυπριακού.

Με άλλες λέξεις: Θα ετίθετο το βασικό ζήτημα, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση ή κράτη μέλη της μπορούν να συνάψουν έγκυρη συνθήκη για ειδικό καθεστώς έννομης τάξης του εσωτερικού της Ένωσης που θα παραβίαζε στον πυρήνα τους θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Συντάγματος ή, μέχρι την κύρωση του, της έννομης τάξης της Ένωσης. Το ζήτημα αυτό είναι  και νομικά  και πολιτικά  θεμελιώδες για  την  Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτό, νομίζω, που θα μπορούσε να δεχτεί, ακόμη και να επιβάλει, θα ήταν: περιοσμοί ορισμένων δικαιωμάτων και ορισμένων αρχών για πράγματι εύλογο μεταβατικό χρονικό διάστημα και, αντίστοιχα, ουσιαστικές και αποτελεσματικές εγγυήσεις των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής μειονότητας, όμοιες με εκείνες που έχουν όλες οι μειονότητες των κρατών μελών της Ένωσης.

Το ζήτημα, λοιπόν, ενός νέου σχεδίου επίλυσης του Κυπριακού καθίσταται, μετά την απόκτηση της ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας -που σημαίνει: της Κύπρου- ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζήτημα συμβατότητας με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα -πρακτικά ακόμη και πριν από την κύρωσή του.

=====================================================

Malcolm Shaw*:

* Καθηγητής διεθνούς δικαίου του Πανεπιστημίου του Λέστερ, Μεγ. Βρετανία.

Το κυπριακό και η λύση του κυπριακού προβλήματος,

Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ενασχολούμαι με το Κυπριακό. Θεωρώ τιμή μου και καλή μου τύχη το γεγονός ότι αναμείχθηκα ορισμένες φορές στο Κυπριακό ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα στην υπόθεση της Λοϊζίδου κατά της Τουρκίας και στην υπόθεση Τζιαβίτ κατά της Τουρκίας.

Η ανάμειξή μου αυτή μού δίδαξε πολλά πράγματα για τα θέματα που διακυβεύονται σήμερα. Είμαι ο μόνος διεθνολόγος, νομικός του διεθνούς δικαίου, σε αυτήν την επιστημονική συνάντηση. Αυτό επομένως που θα ακούσετε από μένα δεν είναι συνταγματικές εκτιμήσεις σε σχέση με ορισμένα θέματα που αφορούν την Κύπρο. Θα ακούσετε μια άποψη από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου για θέματα που έρχονται στον νου όταν εξετάζει κανείς την προοπτική μιας ελπιδοφόρας λύσεως του Κυπριακού.

 Η αρχή της ειρηνικής διευθετήσεως

Υπάρχει στο διεθνές δίκαιο μια σαφής υποχρέωση των κρατών όταν βρίσκονται σε διαμάχη. Η υποχρέωση αυτή είναι να διευθετούν τις διαμάχες τους ειρηνικά. Ο Χάρτης όμως του ΟΗΕ δεν σταματά μόνον εκεί. Γιατί η υποχρέωση της ειρηνικής διευθετήσεως των διαφορών πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η διεθνής ειρήνη, ασφάλεια και δικαιοσύνη.

Η Διακήρυξη Αρχών του 1970, που διαφωτίζει τις αρχές του Χάρτη, κάνει πάλι λόγο για τη σημασία της δικαιοσύνης στην ειρηνική και όσο το δυνατόν ταχύτερη διευθέτηση των διαφορών. Έτσι, για το διεθνές δίκαιο η έννοια της δικαιοσύνης συμπορεύεται με το ιδεώδες της ειρηνικής διευθετήσεως.

Όταν τα κράτη εξετάζουν τις υποχρεώσεις τους για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών τους, έχουν ένα ευρύ φάσμα μηχανισμών και πλαισίων αναφοράς για να επιλέξουν. Το θέμα-κλειδί είναι ασφαλώς το πώς θα βρουν έναν τρόπο για την επίλυση της διαμάχης και όχι πώς να επιλύσουν τη διαφορά σύμφωνα με μια πολύ στενή βάση αρχών. Αυτά όμως τα μέσα που είναι διαθέσιμα για την επίλυση των διαφορών δεν είναι κάποιο πεδίο χωρίς όρια. Υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί. Τα κράτη μπορούν να κάνουν προκαταρκτικές συμφωνίες πριν κάνουν οτιδήποτε για την επίλυση της διαφοράς ή να φτάσουν σε συμφωνία. Υπάρχουν όμως ορισμένες υψηλές αρχές διεθνούς δικαίου, τις οποίες δεν μπορούν να παραβούν. Αυτές είναι για κάθε διεθνολόγο σύμφυτες με το διεθνές δίκαιο και υποχρεωτικές. Για κάθε διεθνολόγο είναι σαφές ότι οποιαδήποτε συμφωνία έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές και τα πλαίσια αυτά είναι άκυρη. Κατά τον ίδιο τρόπο, οποιοδήποτε κράτος παραβιάζει τις παραπάνω αρχές και πλαίσια αναφοράς, θα εξακολουθήσει να υπέχει ευθύνη και να είναι υπόλογο. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.

Στον χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, θα προσπαθήσω να αναφερθώ σε ορισμένες από τις αρχές αυτές και στο πώς έχουν σχέση και αφορούν την περίπτωση της Κύπρου.

 Η αρχή της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας

Πρώτα απ’ όλα έχουμε τη βασική αρχή της κρατικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Γιατί; Διότι έτσι οι άνθρωποι απεφάσισαν να οργανώσουν τον κόσμο. Δεν έχουμε παγκόσμια αυτοκρατορία. Έχουμε σειρά διακοσίων κυρίαρχων και ανεξάρτητων κρατών. Είναι ισότιμα μεταξύ τους από τυπική νομική άποψη. Όχι, βεβαίως, από πρακτική άποψη. Ένα από τα βασικά κριτήρια, με βάση τα οποία είναι ισότιμα, είναι η κρατική κυριαρχία και ανεξαρτησία. Πώς συνδέεται αυτό με ορισμένες πρόσφατες προσεγγίσεις του κυπριακού προβλήματος; Γνωρίζουμε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδόθηκε δύο χρόνια πριν, μετά την εκδίκαση της προσφυγής της Κύπρου κατά της Τουρκίας, ότι η κυβέρνηση της Κύπρου είναι η νόμιμη κυβέρνηση για το σύνολο του νησιού. Δεν υπάρχει άλλη νόμιμη κυβέρνηση στην Κύπρο. Ένιωσα γι’ αυτό κατάπληξη όταν διάβασα το περίφημο Σχέδιο Ανάν. Παρατήρησα ήδη από την ιδρυτική πράξη, άλλα προτεινόμενα όργανα και συνοδευτικά πρωτόκολλα στις διεθνείς συνθήκες, ότι γινόταν αναφορά στην αναγνώριση μιας «νέας τάξεως πραγμάτων».

Μου ήρθε αμέσως στον νου το ερώτημα ποια ήταν η επιδιωκόμενη σχέση με τη διατύπωση αυτή, μεταξύ της νόμιμης κυβερνήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτής που θα ονομαζόταν «Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία». Τα έγγραφα δεν κάνουν λόγο για Νέα Κύπρο. Δεν λένε ότι θα υπάρξει μια εντελώς νέα κυβέρνηση στην Κύπρο. Αυτό δεν διατυπώνεται κατά έκδηλο τρόπο στο κείμενο. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Η προτεινόμενη Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι απλώς η νόμιμη Δημοκρατία της Κύπρου με ένα νέο όνομα. Θεωρώ τη σχέση μεταξύ των δύο ως ένα πολύ κρίσιμο θέμα. Για το Σχέδιο Ανάν και για οποιοδήποτε άλλο μελλοντικό σχέδιο. Δεν είναι όμως μόνο το θέμα της σχέσεως μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι επίσης η σχέση μεταξύ της τουρκοκυπριακής «Δημοκρατίας» της Βόρειας Κύπρου και του προτεινόμενου τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους. Δεν είναι σαφές από το κείμενο αν η τουρκοκυπριακή «Δημοκρατία» παραπέμπεται στην ιστορία ή απλώς αναδιαμορφώνεται στο νέο συνιστών κράτος, όπως προτείνει το Σχέδιο Ανάν. Αυτό είναι επίσης ένα πολύ κρίσιμο θέμα, γιατί το Σχέδιο Ανάν περιλαμβάνει μια πρόνοια που λέει: «Οποιαδήποτε πράξη, οποιασδήποτε αρχής στο νησί της Κύπρου, εκτός των κυρίαρχων βρετανικών βάσεων θα εξακολουθήσει να είναι έγκυρη στη νέα Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, εκτός και η πράξη αυτή είναι αντίθετη με το διεθνές δίκαιο». Αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι, τα διατάγματα και οι αποφάσεις της τουρκοκυπριακής «Δημοκρατίας» θα συνεχίσουν να είναι έγκυρα, εκτός εάν κάποια ιδιαίτερη πράξη αποδειχθεί ότι είναι παράνομη. Με άλλα λόγια δεν θα ήταν αρκετό να πει κανείς ότι η τουρκοκυπριακή «Δημοκρατία» είναι παράνομη οντότητα και επομένως και ό,τι προέρχεται από αυτήν είναι αναγκαστικά παράνομο. Αυτό είναι ένα άλλο σημαντικό θέμα του Σχεδίου Ανάν. Περνά όμως απαρατήρητο, γιατί, όπως και πολλοί άλλοι,  όταν διάβασα και εγώ για το Σχέδιο Ανάν στις εφημερίδες, στην τηλεόραση, σκέφθηκα ότι επιτέλους θα δώσει μια λύση στο πρόβλημα της Κύπρου. Επιτέλους οι περιστάσεις είναι κατάλληλες, τώρα που η Κύπρος μπαίνει στην ΕΕ, το όλο θέμα να διευθετηθεί και ότι η Κύπρος θα είναι ευτυχής μ’ αυτό. Αυτή η ιδέα διαπερνά ολόκληρο το Σχέδιο Ανάν.

 Αποστρατικοποίηση

Ένα από τα θέματα-κλειδιά, αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως ανέφερα, είναι η ανεξαρτησία των κρατών με την τυπική νομική έννοια. Όταν όμως διάβασα το Σχέδιο Ανάν, άρχισα να αναρωτιέμαι τι είδους ανεξαρτησία θα έχει στην πραγματικότητα αυτή η προτεινόμενη Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία και πώς αυτό μπορεί να είναι δυνατό. Γιατί αν εξετάσει κανείς το σχέδιο θα δει π.χ. ότι η νήσος θα αποστρατικοποιηθεί. Ο αριθμός των τούρκων και ελλαδιτών στρατιωτών θα περιορισθεί δραστικά με μειωμένο το ελληνικό απόσπασμα. Μετά διαπιστώνει κανείς ότι προτείνεται από το σχέδιο να επιβληθεί στην Κύπρο, κάτω από την αιγίδα του ΟΗΕ, ένα υποχρεωτικό εμπάργκο όπλων. Αυτό φαίνεται αρκετά παράδοξο. Πώς είναι δυνατόν να έχεις ένα ανεξάρτητο κράτος, το οποίο να υπόκειται σε μια δεσμευτική απόφαση του ΟΗΕ, που θα ισχύει για πάντα, για όσο καιρό επιδιώκεται και ισχύσει το Σχέδιο Ανάν, πρακτικά για πάντα. Το δικαίωμα της αυτοάμυνας είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους. Εάν ένα κράτος αισθάνεται ότι απειλείται έχει κάθε δικαίωμα να πάρει μέτρα για την άμυνά του. Είναι δύσκολο να αμυνθείς χωρίς όπλα, με ράβδους και πέτρες. Πρόκειται για θέμα-κλειδί. Το θέμα, όμως, προεκτείνεται και πέρα απ’ αυτό. Οι συνθήκες που αποτελούν μέρος της διευθετήσεως του 1960, η Συνθήκη δηλαδή Εγκαθιδρύσεως, η Συνθήκη Εγγυήσεως κ.λπ., που εμπλέκουν τη Μ. Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία, επιβεβαιώνονται με το Σχέδιο Ανάν. Δεν επιβεβαιώνονται, όμως, μόνο. Τα στοιχεία των συνθηκών που αφορούν δικαίωμα επεμβάσεως στην Κύπρο φαίνονται σε μένα να ενισχύονται στην πραγματικότητα, γιατί τα μέρη (οι εγγυήτριες δυνάμεις) δεν θα έχουν μόνο το δικαίωμα να επεμβαίνουν για την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, ασφάλειας και συνταγματικής τάξεως της κυβερνήσεως της Κύπρου, της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δικαίωμα επεμβάσεως κατά το Σχέδιο Ανάν θα ισχύει και για την εδαφική ακεραιότητα και τη συνταγματική τάξη των δύο συνιστώντων κρατών. Αυτό πάει πολύ πιο πέρα από τις σχετικές πρόνοιες της διευθετήσεως του 1960.

Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά αναρωτήθηκα τι είδους ανεξαρτησία έχει αυτό το νέο κυπριακό κράτος. Πρέπει να ενθυμούμαστε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια οντότητα, αποικιακή ή όχι, που φτάνει στην ανεξαρτησία κάτω από συνθήκες αλληλομαχόμενων φατριών, οπότε χρειάζεται να εγκαθιδρυθεί μια διεθνής διευθέτηση. Είμαστε στον 21ο αιώνα και έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος, που υπάρχει και είναι αναγνωρισμένο εδώ και 40 χρόνια. Το Σχέδιο Ανάν προτείνει ότι μπορούμε να αφαιρέσουμε ορισμένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία της κυριαρχίας από ένα υπάρχον κράτος. Εξέτασα όλα αυτά από τη σκοπιά ενός που θέλει πάρα πολύ να δει μια λύση του κυπριακού προβλήματος. Είναι μια ανοιχτή εστία κρίσεως στην περιοχή, που απορροφά ενέργεια από όλους όσοι είναι αναμεμειγμένοι σ’ αυτό. Δεν έχω αντίρρηση να εμπλακεί σ’ αυτό βαθιά ο ΟΗΕ, προσπαθώντας να επιτύχει μια διευθέτηση πάνω στη βάση διεθνώς συμπεφωνημέων αρχών. Αυτό όμως που προσπαθώ να κάνω είναι να καταδείξω ορισμένες βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου και πως το Σχέδιο Ανάν, που παρ’ ολίγο να γίνει αποδεκτό, φαίνεται να αντιφάσκει με αυτές.

 Η αρχή της μη επεμβάσεως

Αν περάσουμε από την αρχή της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας στην αρχή της μη επεμβάσεως, δεν πάει πολύς καιρός που το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο επαναβεβαίωσε τη σημασία της αρχής της μη επεμβάσεως και καταδίκασε τη χρήση βίας από κυρίαρχα κράτη εκτός των περιπτώσεων που υπάγονται στους συνηθισμένους λόγους αυτοάμυνας και αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μη επέμβαση δεν σημαίνει ότι καταδικάζεις την επέμβαση και αυτό είναι όλο. Η αρχή της μη επεμβάσεως σημαίνει ότι καταδικάζεις την επέμβαση για όσο χρόνο εξακολουθούν να υπάρχουν οι συνέπειές της. Στο πνεύμα αυτό όποιος θέλει να προωθήσει μια διευθέτηση στην Κύπρο, πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της επιθέσεως. Αυτό είναι αρκετά σαφές σε έγγραφα και αποφάσεις του ΟΗΕ, που δεν χρειάζεται να τις διεξέλθω τώρα. Η δράση του 1974 συνιστούσε επίθεση εναντίον ενός ανεξάρτητου κυρίαρχου κράτους.

Προχωρώντας παραπέρα θα ήθελα να αναφέρω ένα άλλο στοιχείο που συνδέει τη μη επέμβαση με την κυριαρχία που ανέφερα προηγουμένως. Στο πλαίσιο της προτεινόμενης συνθήκης μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας, Τουρκίας και Μ. Βρετανίας προβλέπεται η δημιουργία μιας εποπτικής επιτροπής, η οποία θα έχει ως αποστολή να εποπτεύει και να διασφαλίζει την εφαρμογή του σχεδίου. Η επιτροπή αυτή θα αποτελείται από τρεις εκπρόσωπους των τριών εγγυητριών δυνάμεων, δύο της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας και, αν θυμάμαι καλά, έναν από κάθε συνιστών κράτος. Σ’ αυτούς θα προστεθεί και ένας εκπρόσωπος του ΟΗΕ. Με άλλα λόγια, δύσκολα μπορεί να δει κανείς με το σχήμα αυτό πλειοψηφία της πλειοψηφίας. Έτσι η Εποπτική Επιτροπή του Σχεδίου Ανάν, συνδυαζόμενη με την Ειρηνευτική Δύναμη του ΟΗΕ, της οποίας προβλέπεται να είναι μέρος, συνδυαζόμενη με την αποστρατικοποίηση, συνδυαζόμενη με το εμπάργκο όπλων κατά της Κύπρου, όχι μόνο έχει συνέπειες στην αρχή της μη επεμβάσεως, αλλά επίσης είναι περίεργη σε σχέση με την κυριαρχία του κράτους. Εφόσον όμως μιλάμε για την κυριαρχία των κρατών, την αρχή της μη επεμβάσεως, και την εξακολούθηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για τις συνέπειες της επιθέσεως, επιβάλλεται να δούμε και τις ευθύνες των κρατών. Υπάρχει εδώ ο κανόνας που εγκαθιδρύθηκε από πολύ καιρό τώρα στο διεθνές δίκαιο και επαναβεβαιώθηκε μεταξύ άλλων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προβλέπει ότι τα κράτη φέρουν διεθνή ευθύνη για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου για την οποία είναι υπεύθυνα. Υπέχουν δηλαδή ευθύνη για παραβιάσεις που γίνονται όχι μόνο στο δικό τους έδαφος αλλά και αλλού όπου ασκούν πραγματικό έλεγχο. Αυτή είναι η περίπτωση της βόρειας Κύπρου και της Τουρκίας. Η ευθύνη του κράτους συνεχίζεται για όσο χρόνο εξακολουθούν να υφίστανται οι συνέπειες των παραβιάσεων. Δεν μπορείς να παρακάμψεις τις ευθύνες του κράτους μέσω διεθνών συμφωνιών.

 Εποικισμός

Συνδεδεμένο της μη επεμβάσεως και της ευθύνης του κράτους είναι το θέμα των βασικών χαρακτηριστικών του κράτους, στα οποία ερχόμαστε τώρα. Ο κάθε σπουδαστής του διεθνούς δικαίου γνωρίζει ότι ένα στοιχείο-κλειδί της κρατικής υποστάσεως είναι ο εγκατεστημένος πληθυσμός. Τι συμβαίνει όμως όταν οι εισβολείς και οι κατακτητές θέτουν ως στόχο την αλλαγή του πληθυσμού, που είναι βασικό στοιχείο του κράτους;  Γνωρίζετε καλύτερα από μένα ποια είναι η κατάσταση στη βόρεια Κύπρο. Ανακύπτει επομένως το ερώτημα πώς θα αντιμετωπίσει αυτό το θέμα μια διευθέτηση του Κυπριακού. Δεν είναι θέμα να πει κανείς απλώς ότι εκεί είναι τώρα και εκεί θα μείνουν. Ο κανόνας του διεθνούς δικαίου δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Εάν είναι βασική αρχή του διεθνούς δικαίου ότι ένας παράνομος κατακτητής δεν μπορεί να αλλάξει τη δημογραφία του κατεχομένου εδάφους και ότι η αρχή αυτή συνιστά πολύ σοβαρή παραβίαση, πώς είναι δυνατόν να έχεις μια διεθνή συμφωνία που να εξαιρεί την παραβίαση αυτή ή ακόμη να τη νομιμοποιεί; Πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά σε αυτό το θέμα.

 Ανθρώπινα δικαιώματα

Άλλα θέματα που αποτελούν μέρος των αρχών και βασικών διατάξεων του διεθνούς δικαίου είναι τα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παράδειγμα η μη διάκριση. Η μη διάκριση είναι βασική αρχή του διεθνούς δικαίου. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι αποτελεί μέρος των υψηλότερων αρχών του διεθνούς δικαίου, στις οποίες δεν υπάρχει δυνατότητα για καμία εξαίρεση. Οποιαδήποτε συνθήκη συγκρούεται με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι άκυρη. Έχουμε βεβαίως στην Κύπρο μια κατάσταση στην οποία υπάρχουν δυο κοινότητες με διαφορετική ταυτότητα και έντονη αίσθηση της διαφορετικότητάς τους.

Αυτό δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και δεν μπορεί ένα κράτος με δύο εθνικές ομάδες να μετατραπεί σε μονοεθνικό. Πολλά κράτη προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό. Από την Ελβετία ως το Βέλγιο και τον Καναδά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν προσπαθείς να καταπαύσεις εντάσεις που ανακύπτουν από τέτοιες εθνικά μεικτές κοινωνίες, απαιτείται προσοχή και μεγάλη ευαισθησία. Είναι στη φύση των πραγμάτων να απαιτείται μεγαλύτερη ευαισθησία από την πλειοψηφία απέναντι στη μειοψηφία γιατί η πρώτη βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε ισχυρότερη θέση μέσα στο κράτος.

Αυτό είναι ένα στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό. Ενώ όμως η πλειοψηφία δεν πρέπει να υπονομεύει και να κάνει διάτρητη τη θέση της μειονότητας, το αντίστροφο δεν μπορεί επίσης να γίνει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οποιαδήποτε λύση του προβλήματος της Κύπρου πρέπει να λάβει υπ’ όψιν αυτό που ονομάζουν οι Καναδοί δύο λαούς συνιδρυτές του κράτους. Πώς θα επιτευχθεί όμως αυτό στο επίπεδο της εθνικής ομάδας, χωρίς να συνιστά παραβίαση της αρχής της μη διακρίσεως σε ατομικό επίπεδο; Δεν είναι εύκολο. Μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι το Σχέδιο Ανάν αντιμετώπισε με επιτυχία αυτό το θέμα με αυτά που αποκαλεί κατ’ ευφημισμόν «Μέτρα εγγυήσεως και προστασίας», με βάση τα οποία είναι δυνατό στο ένα από τα συνιστώντα κράτη να μην επιτρέπει την εγκατάσταση πολιτών του άλλου συνιστώντος κράτους. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να υπάρξει σε αυτό το θέμα πιο λεπτή και επεξεργασμένη προσέγγιση.

 Περιουσιακά δικαιώματα

Ας δούμε τώρα το θέμα των περιουσιακών δικαιωμάτων. Είναι δύσκολο να πει κανείς ότι τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των υψηλών αρχών του διεθνούς δικαίου. Είναι όμως πολύ κρίσιμα. Αντικαθρεφτίζουν την αυτονομία του ατόμου και δεν μπορούν να καταπατηθούν. Έτσι ενώ ευαισθησία και συμβιβασμός πρέπει να πρυτανεύουν σε οποιαδήποτε λύση του κυπριακού προβλήματος, δεν μπορεί κανείς απλώς να καταπατήσει τα περιουσιακά δικαιώματα σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Βάσει επίσης του διεθνούς δικαίου ένας κατακτητής δεν μπορεί να καταπατήσει και να ιδιοποιηθεί ιδιωτική περιουσία των κατεχομένων, εκτός και αυτό απαιτείται από στρατιωτική αναγκαιότητα. Να κτίσει π.χ. μια στρατιωτική βάση ή κάτι ανάλογο. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι όλες οι ιδιοποιήσεις περιουσιών στη βόρεια Κύπρο απαιτούνταν από στρατιωτική αναγκαιότητα.

Δεν μπορούν να παραγνωρισθούν και να καταπατηθούν ορισμένα από αυτά τα δικαιώματα. Πρέπει να ασχοληθεί κανείς με αυτά με προσοχή και ευαισθησία. Δεν μπορεί απλώς να τα παραγράψει. Ένα από τα θέματα που με εξέπληξαν είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα δικαιώματα αυτά το Σχέδιο Ανάν. Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες, για τις οποίες δεν υπάρχει χρόνος, θα ήθελα να υπογραμμίσω την πρόταση του Σχεδίου Ανάν να επιλύσει τα θέματα αυτά ένα Συμβούλιο Περιουσιών, στο οποίο θα έχει την κρίσιμη ψήφο ένας μη Κύπριος. Κατά τον ίδιο τρόπο, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου, που λειτούργησε μέχρι τώρα μάλλον επιτυχώς, προβλέπεται βάσει του Σχεδίου Ανάν να περιέλθει ουσιαστικά υπό τον έλεγχο τριών ξένων δικαστών. Τι είδους ανεξαρτησία θα ήταν αυτή;

Επιστρέφουμε όμως στο θέμα των περιουσιών, στο Συμβούλιο Περιουσιών. Αυτό θα έχει αρμοδιότητα να εξετάζει και να επιλύει περιουσιακές διαφορές. Αυτό όμως που με αφήνει πραγματικά άναυδο είναι η πρόνοια του Σχεδίου Ανάν για αποκλεισμό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απεδείχθη πράγματι αρκετά ενοχλητικό. Ας το βγάλουμε λοιπόν από τη μέση. Έτσι, το Σχέδιο Ανάν λέει ότι πρέπει να σταλεί επιστολή στον πρόεδρο του Δικαστηρίου και να του λέει «μείνε μακριά». Δεν λέει, βεβαίως, ακριβώς «μείνε μακριά». Λέει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει πως όλα αυτά τα θέματα περιουσιών θα αντιμετωπισθούν σε τοπικό επίπεδο στη νέα Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Παρακαλεί γι’ αυτό να απορρίψει κάθε αίτηση που ζητά την εφαρμογή των προνοιών της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτό είναι αρκετά παράξενο. Πρώτ’ απ’ όλα γιατί μάλλον δεν μπορεί να είναι δεσμευτικό για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια στο καταστατικό του Δικαστηρίου ή στη μέχρι τώρα νομολογία του που να λέει ότι το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει την πολιτική φωνή ενός ή περισσοτέρων κρατών-μελών και να υπακούσει. Οποιαδήποτε λοιπόν τέτοια πρόνοια δεν θα μπορούσε να είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Εξετάζοντας όμως το θέμα ρεαλιστικά, είναι βέβαιο ότι θα ασκούσε πίεση πάνω στο Δικαστήριο. Και θα ήταν, δυστυχώς, πολύ άτοπη πίεση, γιατί ένας από τους σκοπούς που ενσαρκώνεται στα διεθνή όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι να σεβασθεί και να κάνει συγκεκριμένη πραγματικότητα τα ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα στα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη δεδομένη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Αυτό έρχεται κατευθείαν σε αντίθεση με οποιαδήποτε έννοια του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εφόσον μέσα από πολιτικές διευθετήσεις θα οδηγούσε σε οπισθοδρόμηση, σε σχέση με τα ατομικά δικαιώματα που αναγνωρίσθηκαν και για τον σεβασμό των οποίων εγκαθιδρύθηκε ένας μηχανισμός. Πιστεύω πως ανακύπτουν με τέτοιου είδους πρόνοιες και διαδικασίες πολύ δύσκολα προβλήματα για τους ειδικούς του διεθνούς δικαίου.

Πιστεύω επίσης πως ρυθμίσεις του είδους αυτού είναι από νομική άποψη εξαιρετικά αμφιλεγόμενες στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Έχοντας πει αυτά, αναγνωρίζω ότι πρέπει κατά κάποιον τρόπο να γίνει ενός είδους συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων που θα εξισορροπεί τα ατομικά δικαιώματα και μια νόμιμη συνταγματική ρύθμιση μεταξύ τους. Αυτό δεν θα είναι εύκολο έργο. Φαίνεται όμως σε μένα ότι το Σχέδιο Ανάν είναι ακόμη εκεί. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι δεν το θέλουμε και ότι δεν υπάρχει.

Πολιτικά όμως είναι ακόμη εκεί. Είμαι βέβαιος ότι όταν θα κατακαθίσει ο κουρνιακτός από το δημοψήφισμα των Ελληνοκυπρίων το σχέδιο αυτό θα επανεμφανισθεί. Θα υπάρξει μια πολιτική μάχη για την επαναδιατύπωση ορισμένων πολύ βασικών θεμάτων ώστε να γίνει πιο συμβατό με αυτό που οι πολλοί θα μπορούσαν να αισθανθούν ως μια δίκαιη και νόμιμη διευθέτηση.

Αυτά είναι μερικά από τα θέματα του γενικού διεθνούς δικαίου που για μένα είναι σημαντικό να τύχουν σεβασμού στο πλαίσιο μιας λύσεως του Κυπριακού, όχι μόνο για τη λύση ειδικά του Κυπριακού, αλλά για το ίδιο το διεθνές δίκαιο.

* Εισήγηση στην Ευρωπαϊκή Επιστημονική Συνάντηση για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο

===========================================================

Λουκής Λουκαίδης*:

Η επιδίωξη ευρωπαϊκής Λύσης για την Κύπρο, Το Παρόν (ένθετο) 30.1.2005

* Δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τα στοιχεία της λύσης

Με τον κυπριακό λαό αδέσμευτο από σχέδια τύπου Ανάν και την Κύπρο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η επιδίωξη του Ελληνισμού θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση μιας λύσης του Κυπριακού που να συνάδει με τις αρχές και τις αξίες που επικρατούν στην ΕΕ ως θεμελιώδεις κανόνες που ρυθμίζουν την κρατική λειτουργία των μελών της. Οι κανόνες αυτοί βρίσκονται στις πρόνοιες της Συνθήκης της ΕΕ όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και στο κοινοτικό κεκτημένο και αναφέρονται στους εξής τομείς:  α) Ελευθερία, β) Δημοκρατία, γ) Ανθρώπινα Δικαιώματα και δ) Κράτος Δικαίου (Rule of Law).

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου δεν χρειάζεται λεπτομερής ανάλυση όλων των  στοιχείων που συνθέτουν τους τομείς αυτούς. Αρκεί πιστεύω μια αναφορά στις βασικές αρχές που έχουν ιδιαίτερη σχέση με το κυπριακό πρόβλημα.

Η Ελευθερία αποκλείει στρατούς κατοχής, καταπιέσεις από άλλες χώρες και επιβάλλει ελεύθερη επιλογή της λύσης από τον κυπριακό λαό.

Η Δημοκρατία συνεπάγεται ως γνωστόν την αρχή της πλειοψηφίας, σύμφωνα με την οποία η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία του κράτους προέρχεται από την ψήφο της πλειοψηφίας των νομίμων πολιτών της χώρας, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή. Άλλωστε οι φυλετικές διακρίσεις απαγορεύονται σε ένα ευρωπαϊκό κράτος και λόγω των αρχών του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η έννοια λοιπόν της δημοκρατίας εφαρμοζόμενη στα κυπριακά δεδομένα σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ή άλλων εθνικών κοινοτήτων και ότι όλοι οι νόμιμοι πολίτες του κυπριακού κράτους ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή ανήκουν σε ένα και το αυτό εκλογικό σώμα, το οποίο εκλέγει τους αντιπροσώπους του στις πιο πάνω κρατικές εξουσίες. Οι  αντιπρόσωποι αυτοί πρέπει να προέρχονται από το ίδιο εκλογικό σώμα. Οι νόμιμοι δε πολίτες δεν μπορούν να περιλαμβάνουν οπωσδήποτε έποικους, η παρουσία των οποίων στην Κύπρο είναι αποτέλεσμα εγκλήματος πολέμου που απαγορεύεται από το διεθνές δίκαιο, το οποίο αποτελεί μέρος των αναγκαστικών κανόνων που ισχύουν στα ευρωπαϊκά κράτη (και διεθνώς), διότι αυτό επιβάλλουν οι αρχές του κράτους δικαίου.

Όσο αφορά τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αυτά αποτελούν τον απαραίτητο κώδικα συμπεριφοράς των κρατών-μελών της ΕΕ σε σημείο που η ΕΕ, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, δικαιούται να προβεί σε κυρώσεις εις βάρος των μελών της αν διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρών παραβιάσεων. Πέραν των οικονομικών δικαιωμάτων, όπως είναι π.χ. το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης αγαθών και εργασίας και ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων που προέρχονται από το κοινοτικό κεκτημένο αποτελεί καθιερωμένη αρχή της ΕΕ ότι τα κράτη-μέλη της πρέπει να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έτσι και αλλιώς δεσμεύει τα κράτη αυτά ως συμβαλλόμενα μέρη. Η σύμβαση αυτή δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις, εκτός εν καιρώ πολέμου ή άλλης έκτακτης κατάστασης που απειλεί τη ζωή του έθνους και μόνο όσο είναι απαραίτητο για τις ανάγκες των καταστάσεων αυτών. Για παραβιάσεις της σύμβασης το κράτος είναι υπόλογο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στη σύμβαση περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης, ιδιοκτησίας, κατοικίας, θρησκευτικής ελευθερίας και εκδήλωσης αυτής, ίσης μεταχείρισης άσχετα από εθνική προέλευση,  απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων κ.ά. Είναι γι’ αυτό που στο Σχέδιο Ανάν περιέχεται πρόνοια (Άρθρο 48) σύμφωνα με την οποία στα πρώτα δύο χρόνια εφαρμογής του σχεδίου, οποιοδήποτε από τα «συνιστώντα» κράτη (ελληνοκυπριακό ή τουρκοκυπριακό) θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει την καταγγελία της σύμβασης αυτής και άλλων  που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα λόγω αντίθεσης του σχεδίου με αυτές. Έτσι η τουρκική πλευρά θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την εφαρμογή των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προβλέπει το σχέδιο.

Στα ανθρώπινα δικαιώματα που προβλέπει η εν λόγω σύμβαση θα πρέπει να προστεθούν και τα ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το διεθνές δίκαιο του οποίου όπως ανάφερα προηγουμένως ο σεβασμός επιβάλλεται ως μέρος της έννοιας του κράτους δικαίου.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμοζόμενα στα δεδομένα του κυπριακού προβλήματος συνεπάγονται α) την επιστροφή όλων των προσφύγων στις κατοικίες τους, β) την απόδοση στους Κυπρίους των περιουσιών που τους στέρησε η τουρκική κατοχή και την αποζημίωσή τους για τη στέρηση αυτή, γ) το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης όλων των Κυπρίων σε οποιοδήποτε μέρος της κυπριακής επικράτειας, δ) το δικαίωμα κάθε κύπριου πολίτη να εκλέγει και να εκλέγεται στα εκλέξιμα πολιτικά αξιώματα και να έχει πρόσβαση με ίσους όρους στη δημόσια υπηρεσία της χώρας του, ε) την απαγόρευση οποιωνδήποτε δυσμενών διακρίσεων με οποιαδήποτε μορφή με βάση την κοινότητα στην οποία ανήκει ο οποιοσδήποτε Κύπριος.

Η έννοια του κράτους δικαίου έχει ερμηνευθεί και επεκταθεί έτσι που να καλύπτει όχι μόνο την υποχρέωση όπως κάθε κρατική εξουσία ασκείται βάσει νόμου και μέσα στα πλαίσια αυτού, αλλά γενικότερα την υποχρέωση εφαρμογής της ευρύτερης έννοιας της δικαιοσύνης  και της χρηστής διοίκησης σε μια δημοκρατική κοινωνία, της απαγόρευσης κάθε είδους αυθαιρεσίας και της ανάγκης συμμόρφωσης προς τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά εφαρμοζόμενα πάλι στα δεδομένα της Κύπρου σημαίνουν κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του κυπριακού κράτους, απαγόρευση επέμβασης στις εσωτερικές του υποθέσεις από άλλα κράτη είτε με τη μορφή της δυνατότητας στρατιωτικής επέμβασης ή αλλιώς, απαγόρευση άδικων ή αδικαιολογήτων διακρίσεων ή προνομίων και επικράτηση της αρχής της ισονομίας και ισοπολιτείας για όλους τους πολίτες αδιακρίτως.

 Αποκλεισμός οποιουδήποτε διαχωρισμού

Τα πιο πάνω αποτελούν τον πυρήνα των κανόνων δικαίου που διέπουν τη λειτουργία των κρατών της ΕΕ και γι’ αυτό πρέπει να θεωρούνται ως ο βασικός αδιαπραγμάτευτος κώδικας αρχών που θα διέπει τη λύση του κυπριακού προβλήματος. Έτσι αποκλείεται ο διαχωρισμός της Κύπρου σε επιμέρους αυτόνομες περιφέρειες με βάση φυλετικά κριτήρια και η διακυβέρνηση της Κύπρου με διαμοιρασμό των πολιτικών αξιωμάτων με τα ίδια κριτήρια. Άρα αποκλείεται η διζωνική και η δικοινοτική γεωγραφική ή άλλη διευθέτηση που έχει δυστυχώς εμπεδωθεί στην πολιτική αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος. Παράλληλα επιβάλλεται το δημοκρατικό πολίτευμα, που αποκλείει ματαίωση των αποφάσεων της πλειοψηφίας με βάση αντιδημοκρατικά προνόμια οποιασδήποτε κοινότητας. Στα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη δεν επιτρέπεται ο διαχωρισμός της δομής, της διοίκησης ή των εξουσιών του κράτους και της άσκησής τους με βάση φυλετικά κριτήρια.

Η προτεινόμενη λύση ικανοποιεί οπωσδήποτε και τα συμφέροντα του τουρκοκυπριακού πληθυσμού. Όχι βέβαια εκείνα τα οποία δημιουργεί η διαμελιστική πολιτική της Τουρκίας, αλλά τα πραγματικά συμφέροντα ισονομίας και ισοπολιτείας που θα διασφαλίζονται και από τα δικαστικά όργανα της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης και όχι από έναν αυθαίρετο τουρκικό στρατό κατοχής που στερεί την ελευθερία των Τουρκοκυπρίων τα τελευταία τριάντα χρόνια.

 Η ευρωπαϊκή λύση είναι εφικτή;

Βέβαια γεννάται το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια τέτοια λύση, η οποία είναι μεν η πιο δίκαιη και ιδανική, αλλά προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια, όπως είναι η τουρκική κατοχή και γενικά η δύναμη της Τουρκίας και των χωρών εκείνων που υποστηρίζουν τις τουρκικές επιδιώξεις; Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι και αυτός ο οργανισμός του ΟΗΕ και η ΕΕ πρότειναν και ενθάρρυναν λύσεις σαν εκείνη του Σχεδίου Ανάν, που είναι εντελώς ασυμβίβαστες με την προτεινόμενη «ευρωπαϊκή λύση». Θα υπάρξει βεβαίως και το επιχείρημα ότι η λύση αυτή είναι ασυμβίβαστη και με τη λύση της Ζυρίχης που ισχύει σήμερα σύμφωνα με το κυπριακό σύνταγμα και που πολλοί θα υιοθετούσαν με ιδιαίτερη ανακούφιση.

Τα ερωτήματα αυτά είναι βέβαια λογικά, έχοντας μάλιστα υπόψη την κατάσταση που επικρατεί τα τελευταία περίπου πενήντα χρόνια. Δηλαδή από τότε που πρόβαλε και επεδίωξε τον διαμελισμό της Κύπρου η αγγλική κυβέρνηση και στη συνέχεια η Τουρκία.

Ο στόχος αυτός επετεύχθη de facto και η Κύπρος συνεχίζει να βρίσκεται σε κατάσταση ημικατοχής.

Η πολιτική ηγεσία των Ελληνοκυπρίων αισθάνεται δεσμευμένη από τις πολιτικές παραχωρήσεις στις οποίες προέβη στο παρελθόν. Συγχρόνως, λόγω της πίεσης της Τουρκίας και των άλλων συνεργούντων με αυτήν κρατών, αλλά και της αντίστοιχης έλλειψης δυνατότητας τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου να αντισταθούν, η πολιτική ηγεσία αισθάνεται αδύναμη να επιδιώξει αναθεώρηση των θέσεών μας για λύση του κυπριακού προβλήματος. Όμως υπήρξαν στο μεταξύ σοβαρές εξελίξεις που μπορούν να αξιοποιηθούν για την προώθηση μιας «ευρωπαϊκής λύσης». Πρώτη και καλύτερη βέβαια είναι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, η οποία μάλιστα οδεύει στην υιοθέτηση ενός συντάγματος που ευνοεί τη λύση αυτή.

Υπάρχει η διαδικασία του ΕΔΑΔ, το οποίο έχει στο μεταξύ εξελιχθεί σε δικαστήριο με υποχρεωτική δικαιοδοσία για όλες τις χώρες-μέλη περιλαμβανομένης και της Τουρκίας. Υπενθυμίζω και την απόφαση του ΕΔΑΔ στη διακρατική προσφυγή η οποία είναι νομικά δεσμευτική για την Τουρκία και η οποία επιβάλλει μια λύση ευρωπαϊκή σε ένα ουσιαστικό μέρος του κυπριακού προβλήματος.

 Προϋποθέσεις επιτυχίας

Οι εξελίξεις αυτές δικαιολογούν και επιβάλλουν αναθεώρηση της πολιτικής μας με στόχο τη διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος με βάση τους πιο πάνω κανόνες. Η επιτυχία αυτής της πορείας προϋποθέτει βέβαια μια νέα νοοτροπία και έναν ανένδοτο αγώνα διαφώτισης της Ευρώπης για το κυπριακό πρόβλημα. Μάλιστα θα πρέπει να προβάλουμε και ένα σχέδιο διευθέτησης του κυπριακού προβλήματος με βάση τις αρχές και τις αξίες της Ευρώπης, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, προκαλώντας την αντίδραση των ευρωπαϊκών χωρών, διότι είναι δύσκολο να φανταστεί ένας την απόρριψη από τις χώρες αυτές μιας προτεινόμενης λύσης που θα στηρίζεται στα θεμέλια της ΕΕ. Για να επιτευχθεί η «ευρωπαϊκή λύση» χρειάζονται και τα εξής: Η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση μεταξύ των κυπριακών και ελλαδικών πολιτικών δυνάμεων ως προς τον στόχο και η στήριξη από τον κυπριακό λαό. Τη στήριξη αυτή η πλειοψηφία του κυπριακού λαού την έδωσε σε σχέση με το Σχέδιο Ανάν το οποίο απέρριψε ως σύνολο. Για να υπάρξει όμως η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων χρειάζεται ακόμα πολύς και κοπιώδης δρόμος. Πρέπει να γίνει κάθε προσπάθεια να πεισθούν οι πολιτικές ηγεσίες να μη βλέπουν πίσω σε αναχρονιστικές λύσεις και εφιαλτικά σχέδια. Σε μια εποχή που η Ευρώπη προχωρεί μπροστά, ανασυντάσσεται και επιδιώκει να υπαχθεί σε ένα σύνταγμα που να κατοχυρώνει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις προοδευτικές αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας, είναι αδιανόητο σε ένα κράτος-μέλος όπως η Κύπρος να επιβάλλεται ένα καθεστώς ρατσισμού, σφετερισμού και λεηλασίας για να ικανοποιηθούν οι φιλοδοξίες ενός κατάλοιπου της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αντί να υλοποιούνται οι στόχοι της ΕΕ στην οποία επιδιώκει να ενταχθεί και η Τουρκία.

=========================================================

Draft –   ========================================================

Ιστορικοπολιτικά

——————————————————————

Οι τροβαδούροι της εθνικής μειοδοσίας

Του Ν. ΚΟΝΟΜΗ

τ. προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών

Στην Ελλάδα πρόσωπα που επαγγέλλονται τους πολιτικούς, αλλά είναι αποξενωμένα από τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, περιφέρονται σε τηλεοπτικούς σταθμούς και απαντούν σε ερωτήσεις τηλεπαρουσιαστών ή, συχνά απρόσκλητοι, εκφράζουν στα μέσα ενημέρωσης γνώμες επί παντός πολιτικού προβλήματος. Τελευταία, μάλιστα, έγινε της μόδας -ακολουθώντας την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί σε μερίδα του Τύπου- τα πρόσωπα αυτά να εκφράζονται υποτιμητικά για τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, χαρακτηρίζοντάς τον «ακραίο», υποστηρίζοντας ότι «απομόνωσε» την Κύπρο, ότι φέρνει σε δύσκολη θέση την Ελλάδα και άλλα παρόμοια. Και αυτά γιατί δεν έστερξε ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος να αποδεχθεί το Σχέδιο Ανάν, που -όπως είναι γνωστό- εκπονήθηκε και με τη συγκατάθεση των δύο ενδοτικών κυβερνήσεων, της Κύπρου και της Ελλάδος. Όμως το διαβόητο αυτό σχέδιο έχει απορριφθεί -οριστικά ελπίζω- από τον ελληνοκυπριακό λαό με ένα συντριπτικό ΟΧΙ, σχετικά με το οποίο ο γάλλος ακαδημαϊκός Maurice Druon («Le Figaro» 31-05-04) έχει τη γνώμη ότι, παρ’ όλο που «οι Ελληνοκύπριοι απέσπασαν το κρυφό όνειδος του Συμβουλίου των Βρυξελλών, εντούτοις μάλλον έσωσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση». Το βέβαιο είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι με το ΟΧΙ τους έσωσαν την αξιοπρέπεια των όπου γης Ελλήνων.

Οι άνθρωποι εδώ στην Ελλάδα, που με τόση ευκολία μιλούν απαξιωτικά για την κυπριακή ηγεσία, είναι φανερό ότι δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο για την Κύπρο και τον λαό της πέρα από την ύπαρξη του πολιτικού της προβλήματος. Ξέρουν ό,τι και ο ανιστόρητος Ανάν και οι ανυποψίαστοι συνεργάτες του. Όμως, η Κύπρος, από την αρχαιότητα ως την Αναγέννηση, είχε ξεχωριστή θέση ανάμεσα στους πολιτισμένους λαούς. Ο Στράβων το διετύπωσε επιγραμματικά: Η νήσος κατ’ αρετήν oυδεμίαν των νήσων λείπεται. Τι απέδωσαν, αλήθεια, στην Κύπρο τα τριακόσια χρόνια της οθωμανικής κατοχής; Τίποτα απολύτως εκτός από εξισλαμισμούς και τη διασπορά των καλύτερων παιδιών της στο εξωτερικό. Κατάπτωση, καταπίεση, δάκρυα και απελπισία. Με την αγγλική κατοχή η Κύπρος δεν έχει να επιδείξει τίποτε άλλο εκτός από τη στρατηγική της σημασία λόγω της θέσης της μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Όμως οι Κύπριοι έδωσαν και στους δύο παγκοσμίους πολέμους εθελοντικά ένα δυνατό παρών, ελπίζοντας στην ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Στη συνέχεια, λόγω της αδιαλλαξίας των Άγγλων, αναγκάσθηκαν να αγωνιστούν σκληρά για τέσσερα χρόνια προκειμένου να κερδίσουν την ελευθερία τους. Ατυχώς, επρόκειτο για κουτσουρεμένη ελευθερία, που κράτησε μόνο δεκατρία χρόνια. Στα χρόνια αυτά, αν εξαιρέσει κανείς τις εντάσεις που δημιουργούνταν από το υστερόβουλο σύνταγμα των Άγγλων, η Κύπρος ήταν μια χώρα ευτυχισμένη. Η τουρκική μειονότητα διαβίωνε χωρίς σοβαρά προβλήματα με την ελληνική πλειοψηφία. Οι θρησκευτικές αντιθέσεις ήταν ανύπαρκτες. Όμως οι Άγγλοι είχαν άλλα σχέδια για να εκδικηθούν τους Ελληνοκυπρίους. Υποδαύλισαν την Τουρκία να εντείνει το ενδιαφέρον της για την Κύπρο, όπως και πριν, κατά τη δεκαετία του πενήντα, ξυπνώντας την οθωμανική κατακτητική της βουλιμία. Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία η Τουρκία εξώθησε τους Τουρκοκυπρίους στη διάλυση του συνεταιρισμού που είχαν με τους Ελληνοκυπρίους, στο πλαίσιο των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου.

Όταν το 1974 η ελληνική κυβέρνηση των συνταγματαρχών ανέτρεψε τον Πρόεδρο Μακάριο, η εγγυήτρια Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο και κατέλαβε το 36,7% του κυπριακού εδάφους, το οποίο κατέχει τριάντα ολόκληρα χρόνια τώρα. Η Αγγλία, ως δεύτερη εγγυήτρια δύναμη, όχι μόνο δεν έκανε απολύτως τίποτε για να εμποδίσει την εισβολή, αλλά απεναντίας την υποβοήθησε με ποικίλους τρόπους, φανερούς και αφανείς. Νομικά και προπαντός ηθικά, αφού 220 χιλιάδες Ελληνοκύπριοι ξαφνικά βρέθηκαν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα -η συμπεριφορά της ήταν τεράστιο σκάνδαλο στη διεθνή πολιτική σκηνή. Στο διάστημα της κατοχής, οι Τούρκοι με συστηματική καταστροφή όλων των πολιτιστικών μνημείων και αλλαγή της ελληνικής ονομασίας του κατεχόμενου τμήματος προχώρησαν στην εκτουρκοποίησή του. Μεταξύ άλλων, 540 ναοί καταστράφηκαν, συλήθηκαν, βεβηλώθηκαν και μεταβλήθηκαν σε τζαμιά και περίπου εκατόν είκοσι χιλιάδες έποικοι από την Ανατολία εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο για να αλλοιωθεί ο δημογραφικός χάρτης του νησιού.

Μέσα σε όλη αυτή τη συμφορά, οι Ελληνοκύπριοι βρήκαν το κουράγιο να εργαστούν σκληρά και να σημειώσουν σημαντική οικονομική πρόοδο. Οι Τουρκοκύπριοι, καταπιεσμένοι από τους υποτιθέμενους σωτήρες τους, αρκέστηκαν να φάνε μαζί με τους εισβολείς την πλούσια λεία που βρήκαν από τους Ελληνοκυπρίους και να χαίρονται τα εισοδήματα από τα πλούσια κτήματά τους. Σήμερα, το αγγλοσαξονικό λόμπι, που εργάζεται παγκόσμια, αλλά από τριακονταετίας και στο Στρασβούργο, για λογαριασμό της Τουρκίας, προσπαθεί να παρουσιάσει τους Τουρκοκυπρίους ως αδικημένους. Υποφέρουν, λέει, από το εμπάργκο των Ελληνοκυπρίων και αγωνίζεται για να τους αναγνωρίσουν διεθνώς ως νόμιμο ανεξάρτητο κράτος. Το 17,6% του πληθυσμού της νήσου με την ωμή βία απέσπασε περισσότερο του ενός τρίτου του κυπριακού εδάφους, που το 1974 αντιπροσώπευε το 70% των πόρων του κράτους. Οι δε ξένοι καλοθελητές αναφέρονται τώρα σε «φτωχούς Τούρκους» και σε «πλούσιους Έλληνες», προκειμένου να συγκαλύψουν τα άνομα σχέδιά τους.

Και γιατί άραγε ο Παπαδόπουλος είναι «ακραίος»; Μήπως γιατί διακηρύσσει ότι επιδιώκει τη λύση του Κυπριακού μέσω διζωνικής ομοσπονδίας, έχοντας μάλιστα κοινοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση τις αλλαγές που επιθυμεί η ελληνοκυπριακή πλευρά ώστε να υπάρχει μια λειτουργική τουλάχιστον λύση; Μήπως γιατί, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, τον προέτρεψε με επιστολή του να συνεχίσει την εκπόνηση σχεδίου λύσης του Κυπριακού; Μήπως επειδή, παρ’ όλο που έβλεπε ότι οι εκ του σύνεγγυς συνομιλίες όπως διεξήγοντο ήταν καθαρή κοροϊδία, εντούτοις απεδέχθη την επαίσχυντη, όπως αποδείχθηκε, επιδιαιτησία Ανάν; Μήπως γιατί δεν υπέγραψε τη δήθεν Συμφωνία της Λουκέρνης για να καταργήσει σε μια νύκτα την Κυπριακή Δημοκρατία, μετατρέποντας ουσιαστικά το νησί σε τουρκική σατραπεία; Μήπως γιατί προτείνει στους Τουρκοκυπρίους να χρησιμοποιήσουν το λιμάνι της Λάρνακας, χωρίς την ανάμειξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την εξαγωγή των προϊόντων που στο μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από τα κτήματά μας και η πρόταση απορρίφθηκε; Μήπως γιατί πρότεινε στην Τουρκία να συμφωνήσουν προκειμένου να βρεθεί τρόπος να αποτραπεί η χρήση βέτο στις 17 Δεκεμβρίου;

Αλλά τι είναι το Σχέδιο Ανάν που αποδέχονται οι επικριτές του Προέδρου Παπαδόπουλου; Κατ’ αρχάς το σχέδιο αυτό κάθε άλλο παρά Σχέδιο Ανάν ήταν στην πραγματικότητα. Αρχιτέκτονάς του είναι γνωστός επιφανής άγγλος αποικιοκράτης, που το εκπόνησε σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και την Τουρκία και παρουσιάστηκε από τον Ανάν για λύση δήθεν του Κυπριακού. Το σχέδιο αυτό δεν αποκαθιστούσε τη νομιμότητα βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ, αλλά απεναντίας παγίωνε τα τετελεσμένα της ωμής βίας, διέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία και αποενοχοποιούσε την Τουρκία, αγνοώντας παντελώς την εισβολή, την κατοχή, την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. (Ο Μιχάλης Κακογιάννης έχει τη ζωντανή αναίσχυντη ομολογία του ιδίου του Ντενκτάς ότι οι 1.600 και πλέον αγνοούμενοι της εισβολής εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τους Τουρκοκυπρίους).

Το σχέδιο, αυθαίρετα και παράνομα, περιόριζε τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων στη διακίνηση, στην εγκατάσταση, στην περιουσία κ.λπ.

Διατηρούσε σε ισχύ τη Συμφωνία Εγγύησης της Ζυρίχης, που αναγνώριζε παρανόμως -γιατί σύμφωνα με γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του ΟΗΕ που εκδόθηκε το 1961 έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 103 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ- το μονομερές δικαίωμα της Τουρκίας να επεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου.

Αναδείκνυε την τουρκική μειονότητα του 17,6% σε αυτόνομο κράτος, κατά παράβαση παντός νομικού, ηθικού, και δημοκρατικού κανόνα, και παρανόμως τροποποιούσε την πράξη εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την προσθήκη στο παράρτημά της νέου άρθρου, που αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει κυριαρχικά δικαιώματα υπέρ της Αγγλίας στα χωρικά ύδατα της Κύπρου και στην ανοιχτή θάλασσα, προκειμένου να σφετεριστεί μέρος των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου που λέγεται ότι εντοπίσθηκαν.

Τέλος, επιβάρυνε την υπό ίδρυση ομοσπονδία με 69 συμφωνίες που συνήψε η Τουρκία με τη λεγόμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, που η ίδια δημιούργησε, και αφορούν μεταξύ άλλων τον γεωπολιτικό έλεγχο της Κύπρου. Η δικαιοσύνη του κυρίου Ανάν, ο οποίος νόμιζε ότι έχει να κάνει με αφρικανικό λαό που μόλις αναδύθηκε από τη ζούγκλα, είναι ανατριχιαστική στις λεπτομέρειές της. Το σχέδιο, π.χ., προνοούσε για τρεις ξένους δικαστές που θα αποφάσιζαν για σοβαρές διαφωνίες των δύο εθνοτήτων.

Δόθηκε και στις δύο πλευρές κατάλογος δικαστών για να υποδειχθούν τρεις από κάθε πλευρά. Η πλευρά μας υπέδειξε τρία ονόματα, αλλά ο κύριος Ανάν λέγεται ότι υιοθέτησε και τα τρία ονόματα που υπέδειξε η τουρκική πλευρά.

Ένα άλλο δείγμα της δικαιοσύνης του κυρίου Ανάν είναι η αποδοχή και των έντεκα πολύ ουσιαστικών τροποποιήσεων που πρότεινε στο προηγούμενο σχέδιό του η τουρκική πλευρά, ενώ δεν έδωσε καμία προσοχή και ουσιαστικά δεν συζήτησε τις ενστάσεις και στις προτάσεις της ελληνικής πλευράς. Και αφού από το σχέδιο αυτό απουσίαζε κάθε στοιχειώδης δικαιοσύνη, είναι να απορεί κανείς γιατί ο ελληνοκυπριακός λαός το απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη;

Αν οι διεθνείς συνωμότες δεν γνώριζαν τίποτα από την ιστορία της Κύπρου, ο ίδιος ο λαός της πολύπαθης νήσου δεν έχει λησμονήσει την ιστορία του. Απέρριψε το κατάπτυστο αυτό σχέδιο με το βροντερό ΟΧΙ του 76%, αψηφώντας τις απειλές των ισχυρών της γης και τις φωνασκίες των ενδοτικών, μερικοί από τους οποίους αποκαλύφθηκε ότι εξαγοράστηκαν για να μηδίσουν.

Ας σταματήσουν επομένως το έργο της υπόσκαψης του κύρους της κυπριακής ηγεσίας και οι εδώ τροβαδούροι της εθνικής μειοδοσίας υποστηρίζοντας ένα απαράδεχτο για τον Ελληνισμό σχέδιο…

Ευρωπαϊκή Ένωση

«Ντροπή που το θέμα της διαιρεμένης Κύπρου το διαχειρίσθηκε ο Γ.Γ. του ΟΗΕ και όχι η ΕΕ»*

Του DIETRICH OBERNDORFER

καθηγητή Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ, Γερμανία

Στην εισήγησή μου θα επικεντρωθώ σε δύο θέματα. Είμαι πολιτικός επιστήμων και ενδιαφέρομαι για τα πολιτικά θέματα που θέτει το Σχέδιο Ανάν, όπως αυτά που είδε η κοινή γνώμη αλλά και αυτά που είναι πίσω από το Σχέδιο Ανάν.

Κατά δεύτερο λόγο, θα προσπαθήσω να προσεγγίσω αυτό που θα γίνει προσεχώς στις Βρυξέλλες, ποια πρέπει να είναι η αντίδραση των Ελλήνων, της κυπριακής κυβερνήσεως απέναντι στις διαπραγματεύσεις για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Είμαι Γερμανός αλλά ως γερμανός πολιτικός επιστήμων μπορώ να έχω απόψεις για το πώς πρέπει να διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις αυτές και ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι.

Ας έρθω τώρα κατά πρώτον λόγο στο Σχέδιο Ανάν. Το Σχέδιο Ανάν, στο οποίο ασκήσατε πολύ καλή κριτική, κύριε Σόου (άγγλος διεθνολόγος, καθηγητής του πανεπιστημίου του Λέστερ). Συμφωνώ με όσα είπατε. Δεν έχω τίποτε να προσθέσω σε ό,τι αφορά τις νομικές και άλλες πτυχές που αναφέρατε. Πράγματι, το κράτος που δημιουργεί το Σχέδιο Ανάν δεν θα ήταν ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος. Θα ήταν κάτω από την κηδεμονία ξένων δυνάμεων. Θα ήταν μια συνέχεια αποικισμού διαφόρων δυνάμεων. Δεν ήταν μια επίδοξη προοπτική. Ας απαντήσω όμως το ερώτημα. Γιατί το ενδιαφέρον για το Σχέδιο Ανάν; Στη Γερμανία διαπιστώσαμε ότι όλοι ήταν υπέρ του Σχεδίου Ανάν. Στις γαλλικές, στις αγγλικές εφημερίδες η εικόνα ήταν λίγο διαφορετική, αλλά αρκετά παρόμοια. Καμία κριτική του Σχεδίου Ανάν. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι και πίστευαν ότι αυτό είναι η λύση. Κανένας δεν θυμόταν τις αποφάσεις του ΟΗΕ που καταδικάζουν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Αυτή βεβαίως είχε ξεχασθεί. Είχαμε τον Ψυχρό Πόλεμο και λόγω του ρόλου της Τουρκίας κανένας δεν ήθελε να μιλά γι’ αυτήν. Στις συζητήσεις για το Σχέδιο Ανάν, στα μαζικά μέσα επικοινωνίας, κανένας δεν μιλούσε για τις ιστορικές καταβολές του θέματος. Το Σχέδιο Ανάν εθεωρείτο ως πολύ καλό.

Κρίνοντας από τη Γερμανία, το ενδιαφέρον της γερμανικής κυβερνήσεως ήταν να αποφύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στην είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος για την υποστήριξη του Σχεδίου Ανάν από τη γερμανική κυβέρνηση. Ο Γκίντερ Φερχόιγκεν ενήργησε κατά τη γνώμη μου ως όργανο της γερμανικής κυβερνήσεως. Έχει πολύ στενές σχέσεις με τον καγκελάριό μας. Θεωρώ προσωπικά ως ντροπή που το θέμα της διαιρεμένης Κύπρου το διαχειρίσθηκε ο Γ.Γ. του ΟΗΕ και όχι η ΕΕ. Αντί η ΕΕ να κάνει αυτό που έπρεπε να είναι δική της δουλειά, έκανε λόμπι για το Σχέδιο Ανάν. Στο Σχέδιο Ανάν έχουμε το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Ο Ανάν ο ίδιος έχει τόσα προβλήματα με τους Αμερικανούς, που βρήκε στην περίπτωση της Κύπρου, ενός μικρού νησιού, την ευκαιρία να συμπλεύσει με τους Αμερικανούς. Το όλο στυλ των διαπραγματεύσεων υπελάμβανε ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα και από την άλλη είναι ένα μικρό νησί, η Κύπρος. Θα έπρεπε επομένως, στο πνεύμα αυτό, να επιδειχθεί σεβασμός προς τον μεγάλο και να ασκηθούν πιέσεις προς τον μικρό για να συμπλεύσει.

Διαβάζοντας κανείς τις γερμανικές εφημερίδες, έβλεπε να αναδύεται αυτή ακριβώς η εικόνα. Όλοι ένιωσαν έκπληξη όταν, στο δεύτερο στάδιο των διαπραγματεύσεων, η Κύπρος τόλμησε να μη συμφωνήσει με τον Ανάν και το σχέδιό του. Αυτό ήταν κάτι που κανείς δεν το είχε σκεφθεί. Όλοι σκέφτονταν την Τουρκία. Βεβαίως, υπάρχει εμπορικό ενδιαφέρον για την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ. Και εγώ ο ίδιος μπορώ να το διαβεβαιώσω. Είμαι υπέρ της εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ, αλλά υπό τον όρο ότι το πρόβλημα της Κύπρου θα αντιμετωπισθεί ως ένα πρόβλημα κλειδί, γιατί σ’ αυτό βρισκόμαστε αντιμέτωποι με θέματα αρχών, με θέματα βασικών κανόνων του διεθνούς δικαίου και της δημοκρατίας, οι οποίοι πρέπει να είναι σεβαστοί και να υπερασπίζονται μέσα στην

ΕΕ. Ένα ιστορικό βήμα της ΕΕ προς τη λήθη αυτών των αρχών, είναι κακός οιωνός για το μέλλον.

Έρχομαι τώρα στο δεύτερο θέμα. Ποια πρέπει να είναι η αντίδραση της κυπριακής κυβερνήσεως στις διαπραγματεύσεις που είναι τώρα σε εξέλιξη. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι γράφω σε πολλές γερμανικές εφημερίδες και ότι μπορώ να γράψω σε οποιανδήποτε γερμανική εφημερίδα θέλω, παρ’ όλα αυτά είχα με την Κύπρο πάρα πολλές δυσκολίες. Κατόρθωσα να γράψω μόνο ένα άρθρο στην Suddeutsche Zeitung. Ο Φερχόιγκεν εξαγριώθηκε γι’ αυτό και μου επετέθη γιατί το έκανα. Ήμουν η μόνη φωνή. Νομίζω ότι η Κύπρος πρέπει να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στις δημόσιες σχέσεις και την ενημέρωση. Η Κύπρος στον τομέα αυτό ήταν απλώς απούσα. Δεν είδα ποτέ ένα άρθρο σε γερμανική εφημερίδα το οποίο να παρουσίαζε τις θέσεις της κυβερνήσεως της Κύπρου. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Κανένας δεν μιλούσε εκ μέρους της Κύπρου. Ακόμη και τώρα στον γερμανικό Τύπο είναι η ίδια ιστορία και η ίδια επωδός. «Να είστε καλοί. Να μην ασκήσετε το βέτο σας. Περιμένετε να δούμε. Η Τουρκία πρέπει να μπει στην ΕΕ. Μη δημιουργείτε προβλήματα. Είστε ένα μικρό νησί». Ακόμη και τώρα δεν είδα στις γερμανικές εφημερίδες ούτε ένα άρθρο για τις ιστορικές καταβολές της διαμάχης και επίσης για τις αδυναμίες του Σχεδίου Ανάν.

Αν ρίξετε μια ματιά στο Σχέδιο Ανάν, είναι αμέσως προφανές ότι το διακυβερνητικό αυτό σύστημα απλώς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει. Η κεντρική εξουσία θα βρισκόταν σε αδιέξοδο και δεν θα μπορούσε να δράσει. Στο θέμα της κυριαρχίας, το Σχέδιο Ανάν περιλαμβάνει πρόνοιες για την παράταση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Οι πρόνοιες αυτές όχι μόνο παρατείνουν τις παραπάνω συνθήκες, αλλά επιπλέον τις επεκτείνουν, τις διευρύνουν, με πρόσθετα πρωτόκολλα για να εγγυηθούν την εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια και τη συνταγματικότητα των δύο προτεινόμενων από το Σχέδιο Ανάν συνιστώντων κρατών. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει στασιμότητα. Δεν μπορείς ν’ αλλάξεις οτιδήποτε. Δεν μπορείς να έχεις συνταγματική εξέλιξη που θα παρακολουθήσει τις πραγματικές ανάγκες και τις διαφορετικές καταστάσεις. Βεβαίως, οι συνθήκες επιβεβαιώνουν και συνεχίζουν το εξωεδαφικό καθεστώς των βρετανικών βάσεων και το δικαίωμα της Τουρκίας να έχει λόγο στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου. Επιπλέον, σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτές, η ΕΛΔΥΚ και η ΤΟΥΡΔΥΚ θα παρέμεναν στο νησί.

Όσον αφορά τα ελληνικά εμπορικά συμφέροντα σε μελλοντικές τουρκικές αγορές, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι πιθανόν να είναι ακόμη σε πιο ευαίσθητη θέση από οποιαδήποτε επικίνδυνη επιχειρηματική πρωτοβουλία που ανελήφθη από την ελληνική Κύπρο στο παρελθόν.

Τολμώ να το πω. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση διαμάχης μεταξύ των δύο συνιστώντων μερών, που προτείνει το Σχέδιο Ανάν, το δυναμικό για τουρκική επέμβαση θα είναι πάντοτε παρόν και θα είναι ορατό στην εσωτερική πολιτική ζωή. Αυτό σημαίνει ότι αν είχε εφαρμοσθεί το Σχέδιο Ανάν, η τουρκική επιρροή στην Κύπρο θα ήταν πολύ ισχυρότερη από την ελληνική επιρροή. Και το δυναμικό μιας διαμάχης θα ήταν εκεί. Σκέφτομαι το θέμα των περιουσιών στην Ανατολική Γερμανία. Αν κοιτάξει κανείς την Κύπρο, την παρουσία ελληνικών δυνάμεων στο νησί και την εγγύτητα της Τουρκίας, διερωτώμαι αν οι διαμάχες για τις περιουσίες δεν θα κατέληγαν σε μεγαλύτερη διαμάχη.

Το Σχέδιο Ανάν απερρίφθη, αλλά αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική Κύπρος στον ευρωπαϊκό Τύπο, τουλάχιστον στον γερμανικό, να αντιμετωπισθεί σαν το «κακό παιδί». Δεν ειδώθηκε ως ένας λαός που τόλμησε ν’ ακολουθήσει το δικό του συμφέρον, που είναι νόμιμο, αλλά σαν το κακό παιδί που υποδαυλίζει διαμάχες, που ενοχλεί την ειρήνη, που απορρίπτει έναν λογικό συμβιβασμό. Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις που θα γίνουν τώρα, η κυβέρνηση της Κύπρου δεν θα φανεί σιδηρόκαρδη αν χρησιμοποιήσει τη δύναμη που της παρέχει το δικαίωμα του βέτο. Θα εισπράξει πολλές φιλοφρονήσεις για το ότι είναι καλή και μαλακή. Από τη στιγμή όμως που θα καταθέσει το βέτο, δεν θα πάρει πολλά πράγματα. Η ίδια ιστορία που έγινε πριν θα συνεχίσει. Το μήνυμά μου είναι ότι αν δεν παίξεις σκληρά, δεν θα πάρεις πολλά πράγματα. Το να το παίξεις όμως σκληρά δεν είναι αρκετό. Πρέπει επίσης να κάνεις εισηγήσεις που θα κερδίσουν για την πλευρά σου συμπάθεια στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Που θα δείχνουν ότι δεν ήσαν ένας σιδηρόκαρδος λαός που θέλει να πάρει τα πάντα. Πρέπει να κάνεις συμβιβασμούς. Πρέπει να προτείνεις συμβιβασμούς. Ένας συμβιβασμός τον οποίο θα μπορούσε να προτείνει, αν και αυτό δεν είναι δικό μου θέμα, αλλά των Ελληνοκυπρίων, είναι να πει ότι όσοι έχουν γεννηθεί στην Κύπρο μπορούν να μείνουν. Αυτό προτείνεται από το Σχέδιο Ανάν. Όσοι έχουν γεννηθεί στην Κύπρο να μείνουν. Όσοι μετανάστευσαν και δεν γεννήθηκαν εκεί πρέπει να φύγουν.

Μια άλλη εισήγηση θα ήταν η ελληνική πλευρά να είναι γενναιόδωρη στον αριθμό των εδρών που θα προταθούν στους Τουρκοκύπριους. Οι Τουρκοκύπριοι είναι 17% περίπου του πληθυσμού. Μπορεί να προταθεί σ’ αυτούς το 25% των εδρών, όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και στη Γερουσία. Το Σχέδιο Ανάν πρότεινε 50% στη Γερουσία. Αυτό είναι απαράδεκτο με βάση τις δημοκρατικές αρχές. Η μειονότητα του 17% του πληθυσμού να πάρει το 50% των εδρών στη Γερουσία. Θα μπορούσε όμως με γενναιοδωρία να του δοθεί το 25%. Ο συμβιβασμός αυτός μπορεί να γίνει αντικείμενο προβληματισμού και είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι συμβιβασμοί που μπορεί να κάνει η ελληνική πλευρά. Το μήνυμά μου είναι ότι να είσθε σκληροί στη διαπραγμάτευση, αλλά πρέπει να προσφέρετε παραλλήλως και κάτι. Το απλό όχι δεν είναι αρκετό. Πρέπει να προσφέρετε κάτι που θα δείχνει την προθυμία σας να δώσετε στους Τούρκους της Κύπρου μειονοτικά δικαιώματα που ν’ αποτελούν για αυτούς εγγύηση ότι μπορούν να ζήσουν ως κοινότητα. Δεν θα μπω στη συζήτηση με ποιο ακριβώς τρόπο μπορεί να γίνει αυτό και αν θα επιλέξουν το ελβετικό πρότυπο των καντονιών. Δεν είμαι βέβαιος ότι μπορεί αυτό να επιτύχει. Η Κύπρος δεν έχει την πολιτική παράδοση της Ελβετίας. Σε ό,τι αφορά το βελγικό μοντέλο, προβληματίζομαι πολύ κατά πόσο θα μπορούσε να επιτύχει. Μου αναφέρθηκε, πάντως, ότι το έχετε ήδη συζητήσει. Αυτά όμως τα θέματα θα εξαρτηθούν τώρα από διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυπριακής και της τουρκικής κυβερνήσεως. Η υπ’ αριθμόν ένα προϋπόθεση είναι η νομική αναγνώριση από την Τουρκία της κυπριακής κυβερνήσεως. Εάν δεν επιτύχετε να το πάρετε αυτό, τότε το παλιό παιχνίδι θα συνεχισθεί. Είναι ακόμη εκεί οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Τα θέματα αυτά πρέπει να διευκρινισθούν σε απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως της Κύπρου και της Τουρκίας. Αυτό πρέπει να είναι σαφές. Αφετηρία όμως είναι η αναγνώριση. Από τη στιγμή που θα αναγνωρισθεί η κυβέρνηση της Κύπρου από την τουρκική κυβέρνηση, θ’ ακολουθήσουν φυσιολογικά ορισμένα πράγματα. Θα είναι πολύ δύσκολο να συνεχισθεί η παρουσία 30.000 και πλέον τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο. Η αρχή όμως είναι η αναγνώριση.

* Εισήγηση στην Ευρωπαϊκή Επιστημονική Συνάντηση για Ευρωπαϊκή Λύση στην Κύπρο

———————————————————————————————————————-

Π. Ήφαιστος, ο Τάσσος έπρεπε να κεφαλοποιήσει το ΟΧΙ και ν’ αλλάξει το σύστημα, Σημερινή 11.9.2005

http://www.simerini.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=215931

«Ο Τάσσος έπρεπε να κεφαλαιοποιήσει το ΟΧΙ και ν’ αλλάξει το σύστημα»


Ο Κύπριος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Πάντειον Πανεπιστήμιο, Παναγιώτης Ήφαιστος, ανατέμνει το Κυπριακό υπό το φως και του Πλαισίου Αρχών των οκτώ ξένων εμπειρογνωμόνων

 
 

«Ένα μεγάλο κακό που προκάλεσε το σχέδιο Ανάν είναι ότι δελέασε τους Τ/κύπριους με την ιδέα ότι θα είναι “μειονοτικοί δικτατορίσκοι’’ σ’ ένα μη δημοκρατικό κράτος, ελεγχόμενο από την Τουρκία και συντηρούμενο από τους Έλληνες».
«Η λύση του Kυπριακού δεν είναι ζήτημα αλλαγής συνειδήσεων, αλλά ζήτημα δημοκρατίας και κράτους δικαίου».
«Η ελληνική διπλωματία συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από έλλειμμα στρατηγικών στόχων, αμηχανία και σπασμωδικές κινήσεις. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόμος που προκάλεσαν οι δηλώσεις Σιράκ και ο φόβος ότι “η Τουρκία θα ξεσπάσει πάνω μας’’».

TOY ΣΑΒΒΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ

Το σχέδιο Ανάν έπρεπε να ήταν νεκρό. Το λένε ξένοι ειδικοί συνταγματολόγοι, εμπειρογνώμονες και καθηγητές Πανεπιστημίων, αλλ’ οι Τάσσος και Χριστόφιας το θεωρούν ως βάση για λύση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όφειλε να κεφαλαιοποιήσει το ΟΧΙ της 24ης Απριλίου 2004, να αλλάξει το πολιτικό σύστημα της Κύπρου και να προκαλέσει κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις.

Αυτά υποστηρίζει μεταξύ άλλων ο γνωστός Κύπριος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Πάντειον Πανεπιστήμιο, Παναγιώτης Ήφαιστος. Ρωτήθηκε με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη στην Κύπρο κλιμακίου οκτώ ξένων καθηγητών, ειδικών σε συνταγματικά, νομικά και πολιτικά ζητήματα. Αυτοί συνέταξαν το γνωστό Πλαίσιο Αρχών για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση και αυτοί κονιορτοποίησαν κυριολεκτικά, με επιστημονική εμβρίθεια, το σχέδιο Ανάν. Ιδού πώς απαντά ο Π. Ήφαιστος:

-Το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό ή ζωντανό, μετά το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004;

Έπρεπε να είναι νεκρό και θα ήταν ξεπερασμένο εάν το λέγαμε εμείς οι ίδιοι. Το είπαμε; Όχι. Τότε γιατί να περιμένουμε από τους τρίτους να το πούνε; Όχι μόνο αυτό, αλλά ενώ το ίδιο το σχέδιο Ανάν στην ακροτελεύτια παράγραφο πρόβλεπε το θάνατο, εμείς αποφεύγουμε ακόμη και να το υπενθυμίσουμε. Το πόρισμα του Διεθνούς Συμβουλίου εμπειρογνωμόνων προχωρεί σε μια εμπεριστατωμένη και θεμελιωμένη κριτική και θεωρεί παραλογισμό την υποβολή, πολύ περισσότερο δε την αναβίωσή του. Στις συναντήσεις μας με την πολιτική ηγεσία στην Κύπρο, ήταν απολαυστικό το γεγονός να βλέπεις τους ξένους εμπειρογνώμονες να λένε αυτό που εμείς έπρεπε να δηλώνουμε μετά τις 24 Απριλίου 2004, ότι δηλαδή το σχέδιο Ανάν όχι μόνο είναι νεκρό αλλά θα πρέπει να εξαλειφθεί από τη μνήμη μας, επειδή δημιουργεί μια επικίνδυνη κατάσταση για όλους τους εμπλεκόμενους.

Συλλογική ελευθερία

-Αν είναι νεκρό, τι έπρεπε ο πρόεδρος Παπαδόπουλος να κάνει ευθύς μετά την αναγγελία του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος;

Να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το ΟΧΙ για ν’ αλλάξει το κυπριακό πολιτικό σύστημα προς κατευθύνσεις, που θα ενίσχυαν τις πιθανότητες επιβίωσης της κυπριακής κοινωνίας ενόψει των θανάσιμων κινδύνων που αντιμετωπίζει, όπως καταγράφηκαν στο σχέδιο Ανάν. Το συμφέρον επιβίωσης μιας κοινωνίας, δηλαδή η επιβίωση της ανεξάρτητης κρατικής της κυριαρχίας είναι έσχατη λογική και υπέρτατη αρχή, ως προς την οποία δεν χωρεί διαφωνία. Αυτό, επειδή η ανεξαρτησία-κυριαρχία είναι το ισοδύναμο της ελευθερίας στις διεθνείς σχέσεις. Το κράτος κάθε ανεξάρτητης κοινωνίας είναι θεσμός συλλογικής ελευθερίας. Το γεγονός ότι μερικοί πολιτικοί ηγέτες προσχώρησαν στην ιδέα κατάργησης της Kυπριακής Δημοκρατίας και στη δημιουργία ενός κρατιδίου-φυλακής, που θα καθιστούσε όλους τους Κύπριους υποτελείς των νεοαποικιακών δυνάμεων, αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα της Κύπρου.

Επειδή είμαστε δημοκρατία, ο Πρόεδρος, που προικίζεται από το λαό με αυξημένες ευθύνες (που το ΟΧΙ επιβεβαίωσε επί του συγκεκριμένου ζητήματος), ο Τάσσος Παπαδόπουλος, έπρεπε, εκτιμώ, να είναι πιο αποφασιστικός ώστε να προκαλέσει κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, που στηρίζουν το συμφέρον επιβίωσης. Βασικά, έπρεπε όλες οι πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν το συμφέρον επιβίωσης είτε να ενωθούν είτε να βρεθούν κάτω από τον ίδιο πολιτικό συνασπισμό «εθνικής επιβίωσης». Η επιβίωση του κράτους μιας ανεξάρτητης κοινωνίας, τονίζω, είναι έσχατη συλλογική λογική που, κανονικά, συνασπίζει καθολικά και αταλάντευτα.

Κράτος δικαίου

-Γιατί ένα νεκρό σχέδιο αποτελεί και πάλι τη βάση για λύση του Κυπριακού; Πώς εξηγείτε την εμμονή Τάσσου – Χριστόφια σε αυτήν τη θέση, που ασεβεί και προσβάλλει βάναυσα την εκπεφρασμένη δημοκρατική βούληση του κυπριακού Ελληνισμού;

Ίσως επειδή ζω στο εξωτερικό, ορισμένα πράγματα φαντάζουν πολύ περίεργα. Νομίζω ότι ο κ. Χριστόφιας, αν και αναμφίβολα αγαθών προθέσεων, ενδεχομένως όπως και άλλοι της παράταξής του είναι εγκλωβισμένοι στη διεθνιστική και κοσμοπολίτικη λογική, που οδηγεί σε μιαν απονευρωμένη και συνειδησιακά αποδυναμωμένη κυπριακή κοινωνία, ως τρόπο, δήθεν, επίλυσης του Kυπριακού. Μια τέτοια σκέψη δεν είναι μόνο αβάσιμη αλλά και επικίνδυνη. Η λύση του Kυπριακού δεν είναι ζήτημα αλλαγής συνειδήσεων, που αλλάζουν την ιστορική τους διαμόρφωση, αλλά ζήτημα δημοκρατίας και κράτους δικαίου.

Στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων γίνεται σαφές ότι «η διαδικασία του σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με την οποία -συμφωνίες, συντάγματα και νόμοι- επιζητείται να επιβληθούν σε ένα ανεξάρτητο κράτος χωρίς να είναι το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής νομοθετικής διαδικασίας ή διαλόγου, δεν μπορεί να είναι σύμφωνη με την αρχή της δημοκρατίας. Όπως σύμφωνη με την αρχή αυτή δεν μπορεί να είναι ούτε η αριθμητική εξίσωση μεταξύ δύο δημογραφικά άνισων κοινοτήτων».

Επιπλέον, η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων των ταυτοτήτων τους και του πολιτισμού τους, εξαρτάται από την ύπαρξη κράτους δικαίου και από επιμέρους ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να συμφωνηθούν μεταξύ των Kυπρίων και όχι στην επιβολή μιας «τυραννίας της μειοψηφίας» που είναι αδιανόητη σε κάθε δημοκρατικό κράτος. Το γεγονός ότι στο παρελθόν δεχθήκαμε να συζητούμε τέτοιες πολιτικά εγκληματικές ρυθμίσεις εξηγεί και το γεγονός ότι οι ξένοι ενθαρρύνθηκαν να προτείνουν τον πολιτικό μας θάνατο. Τα αίτια της κυπριακής διένεξης βρίσκονται στα νεοαποικιακά συμφέροντα και ο κ. Χριστόφιας έπρεπε, νομίζω, να είναι ο πρώτος που θα μπορούσε να το διακηρύξει.

Η ευρωπαϊκή λύση

-Γίνεται πολύς λόγος για ευρωπαϊκή λύση στο Κυπριακό. Τι εννοούμε και ποιο είναι το περιεχόμενό της;

Με πολύ απλά λόγια εννοούμε την εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών για τα εγκλήματα πολέμου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το μεγάλο ιστορικό λάθος έγκειται στο γεγονός ότι, δυστυχώς, ευθύνονται οι ίδιοι άνθρωποι που την περίοδο 1988-1992 καταπολέμησαν λυσσαλέα την υποβολή αίτησης ένταξης στην τότε ΕΟΚ, όταν η ένταξη ήταν πλέον γεγονός και για κάποιους περίεργους και ανερμήνευτους λόγους δεν λειτουργήσαμε ορθολογιστικά. Δηλαδή, να ζητήσουμε από τον Γ.Γ. του ΟΗΕ και κάθε άλλον ενδιαφερόμενο να οριοθετήσει τη λύση του Kυπριακού από την ευρωπαϊκή και διεθνή νομιμότητα. Η Ε.Ε. δεν είναι δρων πολιτικός για να μας λύσει το Κυπριακό. Είναι, όμως, ένα ισχυρό νομικό κατασκεύασμα και η συμμετοχή ή οι σχέσεις με αυτό απαιτούν συμμόρφωση με αυτό το νομικό κεκτημένο.

-Πώς μπορεί να προωθηθεί μια ευρωπαϊκή λύση όταν συναντά ειρωνικά εμπόδια μεταξύ Ε/κ πολιτικών ηγετών και δεν λαμβάνεται υπόψη από την Τουρκία;

Αυτοί που προτείναμε τη διάνοιξη της ευρωπαϊκής πορείας της Κύπρου, ταυτόχρονα υποστηρίξαμε και αμυντική ενίσχυση με αμυντική σύζευξη με την Ελλάδα. Περάσαμε ή δεν περάσαμε στάδιο εκβιασμών και εκβιαστικής διπλωματίας πριν ενταχθούμε; Το ξεπεράσαμε ή δεν το ξεπεράσαμε όπως κάποιοι προβλέπαμε, παρά τις έντρομες φωνές των γνωστών κατευναστικών κύκλων; Στις διεθνείς σχέσεις μπορεί να χαμογελάς, αλλά θα πρέπει να δείχνεις σιδερένια δόντια όταν το κάνεις. Και πάλιν, το μεγάλο ιστορικό λάθος ήταν την περίοδο 2000-2003. Αντί να αναπτυχθεί μια ορθολογιστική στρατηγική διαπραγμάτευση -κυρίως εκ μέρους της Ελλάδας και προς την κατεύθυνση της Ευρώπης και των ΗΠΑ- κάποιοι επιδόθηκαν στα ζεϊμπέκικα και στις οργανωμένες κοινωνικές συναντήσεις που εκκένωσαν κάθε διπλωματικό ορθολογισμό.

Η επικράτηση των κραχτών των ξένων συμφερόντων στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις και στα πανεπιστήμια, τελικά δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Η Ευρώπη, όπως υποστηρίζαμε και το 1988-1992, δεν είναι χώρος αλτρουϊστών και αγαθοεργών πολιτικών. Είναι πολιτική και διπλωματική αρένα, όπου γίνεται μια συνεχής διαπραγμάτευση συμφερόντων. Αυτό δεν το κατάλαβαν όσοι -μάλλον είναι οι ίδιοι που σήμερα μειδιούν ηλίθια- το 1990 γέμιζαν τη Λευκωσία με τεράστιες αφίσες με παράσταση ενός μεγάλου φιδιού, στο κεφάλι του οποίου έγραφε «ΕΟΚ».

Λυπάμαι να πω ότι πολλοί δεν έχουν ορθολογιστική αντίληψη της μορφής, του πολιτικού χαρακτήρα και των στρατηγικών δεδομένων της ευρωπαϊκής πολιτικής. Ως ακαδημαϊκός, τους συνιστώ να διαβάζουν και να μην εντυπωσιάζονται από εφήμερα γεγονότα ή δηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση, σε κάθε κοινωνία υπάρχει μια πλάστιγγα με δύο δίσκους, στους οποίους εισρέουν ταυτόχρονα πολιτικός ανορθολογισμός και πολιτικός ορθολογισμός.

Κύπρος – Τουρκία

-Υποστηρίζεται ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας πρέπει να διασυνδεθεί με την επίλυση του Κυπριακού.

Η σύνδεση της υπόθεσης της Κύπρου με τις τουρκικές υποθέσεις είναι διαφορετικών επιπέδων και αποχρώσεων. Στο νομικό επίπεδο είναι ευθύγραμμη και σημαίνει άμεση συμμόρφωση με τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα όπως περιγράφεται στο πόρισμα των εμπειρογνωμόνων. Στο διπλωματικό επίπεδο είναι υπόθεση στρατηγικών συνεννοήσεων, κυρίως μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας και των ατλαντικών δυνάμεων. Αφορά κυρίως στη διαπραγμάτευση -όχι με ανορθολογικά ζεϊμπέκικα- σ’ ορθολογιστική βάση, που αφορά στα εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων. Σημαίνει, πιο συγκεκριμένα, να «πειστεί» η Τουρκία ότι το εθνικό της συμφέρον σημαίνει ανεξάρτητη, κυρίαρχη Κύπρο και σταθερό-βιώσιμο κυπριακό κράτος. Αναμφίβολα, η διαδικασία πειθούς δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το διπλωματικό οπλοστάσιο κάθε κράτους, εν τούτοις, διαθέτει πολλά μέσα που δύναται να συνδυάζει κατά περίπτωση και συγκυρία.

Η ένταξη της Κύπρου και η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας αυξάνει τα μέσα στο διπλωματικό οπλοστάσιο της Κύπρου και της Ελλάδας, χωρίς αυτό να είναι κατ’ ανάγκην εις βάρος των εθνικών συμφερόντων της Τουρκίας, αν πειστεί ότι συμφέρει ένα βιώσιμο και σταθερό κυπριακό κράτος. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεση των πολιτικών και των διπλωματών. Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και η επιθυμία της Τουρκίας να πορευτεί προς την Ευρώπη δημιούργησε μια σύνθετη και ρευστή διπλωματική πρόκληση, που δεν εκμεταλλευτήκαμε το 2001, αλλά που ποτέ δεν είναι αργά αν Ελλάδα και Κύπρος αλλάξουν στάση για να γίνουν δραστήριοι και διεκδικητικοί παίχτες. Αναμφίβολα, η ισχύς παίζει ρόλο. Ισχύς στρατιωτική, διπλωματική και συνειδησιακή. Σ’ αυτό, ίσως, πλέον να πάσχουμε ανίατα. Αν αυτό ισχύει, ίσως επίκειται ο πολιτικός θάνατος των Κυπρίων.

-Αν η Κυπριακή Δημοκρατία έπρεπε να προτάξει βέτο, τον περ. Δεκέμβριο στην έναρξη ενταξιακών της Ε.Ε. με την Τουρκία, και τελικά δεν το έπραξε, τι πρέπει να κάμει τώρα προ της 3ης Οκτωβρίου;

Το προαναφερθέν διπλωματικό οπλοστάσιο, κάθε ζήτημα που ανέκυψε, θα ανακύπτει σήμερα και θα ανακύψει στο μέλλον, ιεραρχείται ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις. Δική μου εκτίμηση, που ίσως είναι λάθος, είναι ότι αν η Ελλάδα ήταν πιο δραστήρια και αναμεμιγμένη στο Κυπριακό θα μπορούσε να αναγνωριστεί σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία και αυτό να αποτελέσει την αρχή του τέλους μιας βιώσιμης λύσης του Kυπριακού.

Το πλαίσιο των «οκτώ»

-Οκτώ ξένοι ειδικοί προτείνουν ένα πλαίσιο αρχών για δίκαιη και βιώσιμη λύση. Καταρρίπτουν και κονιορτοποιούν το σχέδιο Ανάν. Μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό θεμελίωμα στην αναζήτηση λύσης;

Ασφαλώς! Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ακόμη και η παραμικρή παρέκκλιση από τις νομικές οριοθετήσεις του κειμένου των εμπειρογνωμόνων είναι βέβαιη καταστροφή. Σ’ όλες τις συζητήσεις -και με τον Ταλάτ- οι ξένοι, χωρίς την παραμικρή αμφιταλάντευση, άρχιζαν λέγοντας ότι το σχέδιο Ανάν είναι επικίνδυνο και ο προορισμός του είναι τα σκουπίδια.

-Ποια ήταν η αντίδραση και τα μηνύματα του κατοχικού Ταλάτ;

Δεν ήμουν παρών (για ένα μεγάλο αριθμό λόγων δεν έχω ακόμη επισκεφτεί τα κατεχόμενα), αλλά γνωρίζω επακριβώς τι έγινε. Συνοψίζω ότι ήταν μόνος, εκδήλωσε μιαν αμηχανία, που ενδεχομένως οφείλεται στην εξάρτησή του από την Άγκυρα, επιδίωξε εξυπνάδες περί πολιτικής ισότητας, που δεν βρήκαν αντίκρισμα, και φάνηκε να αποδέχεται αφενός την ιδέα μιας Συντακτικής Συνέλευσης στο πλαίσιο της οποίας οι Κύπριοι θα προσδιορίσουν το καθεστώς τους μόνοι τους και, αφετέρου, να δέχεται ότι οι εγγυήσεις είναι λάθος και πρέπει να καταργηθούν. Μπορεί, όμως, να πει αυτά τα πράγματα δημόσια; Νομίζω ότι ένα μεγάλο κακό που προκάλεσε το σχέδιο Αναν είναι ότι δελέασε τους Τουρκοκύπριους με την ιδέα ότι θα είναι «μειονοτικοί δικτατορίσκοι» σ’ ένα μη δημοκρατικό κράτος, ελεγχόμενο από την Τουρκία και συντηρούμενο από τους Έλληνες. Η λύση του Kυπριακού, μεταξύ άλλων, αρχίζει από τη μετάδοση ισχυρών μηνυμάτων ότι τέτοιοι παραλογισμοί απορρίπτονται κάθετα και εξαρχής.

Η περίπτωση Αναστασιάδη

-Πώς το αντιμετώπισαν οι άλλοι Κύπριοι πολιτικοί αρχηγοί;

Δεν παρευρισκόμουν σε όλους, επειδή η ομάδα χωρίστηκε για να προλάβει τα ραντεβού. Θα σταθώ μόνο στον κ. Αναστασιάδη. Χωρίς να αναφέρω οτιδήποτε μιας κατ’ ιδίαν συνάντησης, ως Κύπριος ψηφοφόρος και ως αναλυτής θα πω τα εξής:

1 Στις δημόσιες εκδηλώσεις του συμπεριφέρεται ως να είναι πνιγμένος στα λάθη του και αυτό δεν συμφέρει μια μεγάλη παράταξη και τον ίδιο ως πολιτικό.

2Υπάρχει ακόμη σωτηρία γι’ αυτόν, που ενδεχομένως να αποτελέσει και σωτηρία της Κύπρου: Είτε να αποχωρήσει από την πολιτική παραδεχόμενος γενναία τα λάθη, που παρ’ ολίγον να ενταφιάσουν την κυπριακή κοινωνία είτε να προσφέρει ύψιστη υπηρεσία (που θα εκτιμηθεί από πολλούς, συμπεριλαμβανομένου του υπογράφοντος) με το να διαβάσει προσεκτικά την έκθεση του Διεθνούς Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων που του δώσαμε.

Στη συνέχεια, ως πολιτικό πρόσωπο, μπορεί να δώσει μια πολιτική ερμηνεία των στάσεών του την περίοδο 2003-2004 και να ταχθεί ολοκληρωτικά υπέρ της απόσυρσης του σχεδίου Ανάν και της τήρησης της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας.

Αν ο κ. Αναστασιάδης το πράξει, κανείς πλέον δεν θα αναφέρει το σχέδιο Ανάν ως πλαίσιο λύσης του Κυπριακού και ίσως εισέλθουμε σε ορθολογιστική πορεία επανένωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιουργίας ενός βιώσιμου και δημοκρατικού κράτους. Υπάρχουν ακόμη περιθώρια για κάτι τέτοιο, αν και διαρκώς εξαντλούνται.

Η Συντακτική Συνέλευση

-Ποιες προοπτικές επιτυχίας συγκεντρώνει μια Συντακτική Συνέλευση για ένα νέο Σύνταγμα, αφού αταλάντευτοι στόχοι της Τουρκίας είναι η διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η διά της υπογραφής μας ενσωμάτωση των κατεχομένων και ο έλεγχος των ελεύθερων περιοχών;

Αν επιτραπεί στην Τουρκία να καθορίζει την τύχη της Κύπρου, καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να επιτύχει. Σημειώνεται εν τούτοις -και νομίζω ότι εδώ οι Τουρκοκύπριοι ίσως είναι επιδεκτικοί, ο κ. Ταλάτ φάνηκε να είναι-, ότι ενδέχεται να βρει μεγάλη απήχηση στα κατεχόμενα, ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει και έντιμη διέξοδο για την Τουρκία. Ποιος, όμως, θα την πείσει για κάτι τέτοιο, αν η Ελλάδα αδρανεί και οι Έλληνες πολιτικοί τα τελευταία πέντε χρόνια επιδίδονται σε πολιτικά ανορθολογικούς κοινωνικούς κατευνασμούς, παραμερίζοντας τις κλασικές διπλωματικές προσεγγίσεις;

-Γιατί η Τουρκία θα αποδεχόταν ένα τέτοιο ευρωπαϊκό πλαίσιο λύσης, όταν η μεν Αθήνα δεν θέτει ουσιαστικά όρους και ανέλαβε ατζέντης της Άγκυρας, η δε Λευκωσία αισιοδοξεί (!) για την έναρξη των ενταξιακών Ε.Ε. – Τουρκίας;

Έχετε δίκαιο! Η Αθήνα, τελικά, βρίσκεται σε κατήφορο και συνολικά η ελληνική διπλωματία συνεχίζει, παρά την αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα, να χαρακτηρίζεται από έλλειμμα στρατηγικών στόχων, αμηχανία και σπασμωδικές κινήσεις. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόμος που προκάλεσαν οι δηλώσεις Σιράκ και ο φόβος ότι «η Τουρκία θα ξεσπάσει πάνω μας». Εκεί καταντήσαμε με τους παραλογισμούς των τελευταίων δέκα ετών που απέρρεαν από ένα συγκεκριμένο «ίδρυμα αμυντικών αναλύσεων», το οποίο, τόσο επί προηγούμενης κυβερνήσεως όσο και επί της παρούσης, έχει μετατρέψει την ελληνική διπλωματία σε περίπου παράρτημά του.

-Ποια είναι η δύναμη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη διεκδίκηση ευρωπαϊκής λύσης;

Ίσως η πιο ισχυρή, για τον απλό λόγο ότι αναφέρεται σε υποχρεωτικές νομικές διατάξεις, οι οποίες είναι ενσωματωμένες στην ενδοκρατική δικαιοταξία όλων των εμπλεκόμενων κρατών. Ταυτόχρονα είναι καταλυτικής σημασίας ως προς πολλές πτυχές του κυπριακού ζητήματος.

Η ομαλοποίηση

-Από την καταδίκη της τουρκικής εισβολής-κατοχής και του διεθνούς εγκλήματος του εποικισμού, φτάσαμε στην «ομαλοποίηση» σχέσεων με τον Τούρκο κατακτητή. Τι σημαίνει αυτή η κατολίσθηση;

Σημαίνει ότι η συρροή λαθών οδηγεί μαθηματικά τόσο στην εκμηδένιση των δυνατοτήτων λύσης όσο και στον πιθανό συλλογικό πολιτικό θάνατο των Κυπρίων. Την ελευθερία δεν σου τη δίνουν, την κατακτάς. Η ελευθερία-ανεξαρτησία μιας κυρίαρχης κοινωνίας, εξάλλου, είναι διαρκές άθλημα και γι’ αυτό, όταν πολλά μέλη της λυγίσουν, τη χάνει.

-Ποιες δυνατότητες έχει η ευρωπαϊκή, πλέον, Κύπρος να πείσει και να διεκδικήσει στα ευρωπαϊκά όργανα και να πετύχει λύση συμβατή με το διεθνές και κοινοτικό δίκαιο; Τι πρέπει να γίνει;

Πίστη στην ελευθερία και ετοιμότητα αταλάντευτης αξίωσης για ελευθερία. Ισχύς ψυχική, ισχύς φρονήματος, ισχύς διπλωματική και ισχύς στρατιωτική. Η Ε.Ε. είναι ένα μόνο μέσο, ασφαλώς υπό τις περιστάσεις πολύ σημαντικό, στον αγώνα των Κυπρίων για ελευθερία και δημοκρατία. Υπάρχει λόγος να το αποποιηθούμε; Ασφαλώς όχι. Εάν δεν το επιτύχουμε, εάν δηλαδή δεν επιτύχουμε να ενώσουμε το νησί μας, τότε θα παραμείνουμε στο δίλημμα διαιώνισης της διαίρεσης ή και διχοτόμησης και του πολιτικού μας θανάτου. Αυτό ήταν το πρόβλημα αμέσως μετά το 1974 και, προτείνοντας τη διάνοιξη της ευρωπαϊκής προοπτικής, ελπίζαμε ότι θα βρούμε διέξοδο. Το ζήτημα είναι κατά πόσον το παραθυράκι, που άνοιξε η ένταξη και που δεν εκμεταλλευτήκαμε πριν από πέντε χρόνια, θα το εκμεταλλευτούμε μετά το ορθολογιστικό ΟΧΙ του Απριλίου 2004. Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων αυτό, ουσιαστικά, προτείνει.

Επίμετρο (Π. Ήφαιστος)

Πριν και μετά την εκδήλωση του σχεδίου Αναν το 2002 η ελληνική επιστημονική κοινότητα διένυσε την χειρότερη ίσως φάση πνευματικής και στοχαστικής παρακμής με την οποία μόνο η φάση της επταετίας 1967-1974 θα μπορούσε να συγκριθεί. Πολλοί, σίγουρα θα ήθελαν να ξεχαστεί τι έγραψαν, τι δήλωσαν και τι υπονόησαν. Όμως, δυστυχώς γι’ αυτούς, scripta manent. Κάποιοι θα ενσκήψουν στα κείμενά τους και θα ελεγχθούν για τις αντιφάσεις και για τα επιστημονικά και λογικά σφάλματα θέσεων που εξέφρασαν δημόσια. Αν και οι αναδιανεμητικές συνέπειες των θέσεών τους όσον αφορά την ανθρώπινη ελευθερία, την δημοκρατία και τα ανθρώπινα ελευθερία στην Κύπρο είναι ίσως ανεπίστροφες, πρέπει να γνωρίζουν ότι «ο επιστημονικός έλεγχος σερβίρεται κρύος». Ένα σύνηθες φαινόμενο στον ελληνικό δημόσιο χώρο είναι φορείς ακαδημαϊκών τίτλων να αξιοποιούν την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα ενισχύοντάς την με μεγάλες δόσεις επικοινωνιακών τεχνασμάτων για να καταλάβουν δημόσια αξιώματα. Ενώ λοιπόν ως δημόσια πρόσωπα επικαλούνται την παρελθούσα ακαδημαϊκή ιδιότητά τους ως τεκμήριο αξιοπιστίας για οτιδήποτε γράψουν ή δηλώσουν δημόσια, όλως περιέργως λησμονούν τι έγραφαν και τι έλεγαν για ζητήματα όπως το κυπριακό ή το μακεδονικό όταν ακόμη παροικούσαν μονίμως στον πανεπιστημιακό χώρο. Αναμφίβολα, τέτοια φαινόμενα συμβολίζουν στοχαστική παρακμή και την πνευματική σήψη. Ουκ ολίγοι, θεώρησαν τις πολιτικές εκλογικεύσεις που στήριζαν το σχέδιο Αναν ως ισχυρή ένδειξη του γεγονότος ότι ο ελληνικός δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα και στην Κύπρο διολίσθησε στο χαμηλότερο σκαλοπάτι στοχαστικής και πολιτικής παρακμής. Αυτό επειδή το θέμα που τίθεται στην Κύπρο πλέον δεν αφορά ζητήματα που επιλύονται με επίκληση κάποιας λαϊκής εντολής και την κατοχή αξιωμάτων όπως Βουλευτής, Υπουργός, Πρωθυπουργός η Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η λαϊκή ψήφος νομιμοποιεί την λήψη δημοκρατικών αποφάσεων επί ζητημάτων του καθημερινού βίου των ανθρώπων, των νόμων που διέπουν τις σχέσεις τους, τα συντάγματά τους ή ακόμη και την εγκατάλειψη εδαφικής κυριαρχίας στο όνομα ανωτέρας βίας. Καμία ψήφος και καμία πλειοψηφία, όμως, δεν νομιμοποιεί την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καθολική και παντοτινή καταστολή της ανεξαρτησίας ενός λαού με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος παντοτινής υποτέλειας. Το σχέδιο Αναν αυτό ακριβώς πρότεινε να γίνει και ο κυπριακός ή ελληνικός ποτέ δεν νομιμοποίησε, ούτε σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να το κάνει, οποιονδήποτε να πάρει αποφάσεις κατά της ανθρώπινης ελευθερίας επικαλούμενος την λαϊκή ψήφο ή ακόμη και δημοψήφισμα. Ακόμη και πρωτοετείς φοιτητές των πανεπιστημίων γνωρίζουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν δικαιακό κεκτημένο ενσωματωμένο στο δικαιακό σύστημα όλων των κρατών, της Τουρκίας, της Ελλάδας και της Κύπρου συμπεριλαμβανομένων. Οι κοινωνίες τους και οι κυβερνήσεις τους είναι δεσμευμένες από τις σχετικές συμβάσεις που τα κατοχυρώνουν οι διατάξεις των οποίων υπερισχύουν των Συνταγμάτων και των πολιτικών αποφάσεων.

Το σχέδιο Αναν αντιβαίνει σ’ όλα τα κεκτημένα του νομικού, δικαιακού και πολιτικού πολιτισμού των ανθρώπων στις ενδοκρατικές και διακρατικές σχέσεις: Εν τούτοις, όλως περιέργως, ουκ ολίγοι διανοούμενοι και δημόσια πρόσωπα πήραν μέρος σε διαφανείς και αδιαφανείς εκστρατείες επιβολής του. Οργανώθηκαν ακόμη συνέδρια-παρασυναγωγές σε ελληνικά «παραθεριστικά κέντρα» για την σύνταξή του και την εκκόλαψη μεθόδων επιβολής του επί της κυπριακής κοινωνίας. Όλως περιέργως τα ίδια άτομα πρωταγωνίστησαν στην δημόσια στήριξή του στα τηλεοπτικά πάνελ, σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε επιφυλλίδες εφημερίδων. Τα ίδια πρόσωπα, επίσης, φιγουράρουν σε συνέδρια που οργανώνουν θεσμοί «προτάσεων πολιτικής» των υπηρεσιών της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμη, στον περίγυρο των ίδιων ομάδων κυρίαρχη φιγούρα ήταν επί έτη ο τούρκος εθνικιστής Αλι Μπιράντ ο οποίος εξελίχθηκε σε σημαντικό διαμορφωτή της κοινής γνώμης (Για τις εθνικιστικές του θέσεις βλ. www.turkishdailynews.com και 22 January 2004, Copyright © Turkish Daily News και στη Καθημερινή ημ. 24.4.2004 όπου επιχαίρει επειδή οι μεθοδεύσεις των βρετανών νομιμοποίησαν την παράνομη, βάρβαρη και επεκτατική εισβολή του 1974). Ακόμη χειρότερο, μερικοί πήραν λεφτά για την προώθησή του φασιστοειδούς σχεδίου του Κόφι Αναν (βλ. και τον πολιτικό σάλο στην Κύπρο μετά από σχετικές δηλώσεις του Κύπριου Προέδρου και τις φωτοτυπίες επιταγών που δημοσιεύτηκαν τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 2004 στις κυπριακές εφημερίδες). Περιώνυμα ιδρύματα της Ελλάδας  δραστηριοποιήθηκαν σε τομείς «εκπαίδευσης-συμμόρφωσης» των κυπρίων στα αποκρουστικά ιδεολογήματα που εξέφραζε το σχέδιο Αναν. Κινδυνολογούσαν, απειλούσαν και ασελγούσαν στην διυποκειμενική ιστορική μνήμη προσπαθώντας να μας πείσουν ότι φταίμε και γι’ αυτό πρέπει να δεχθούμε παντοτινή καταστολή της ελευθερίας μας. Για να στηρίξουν τέτοια ασύστολα ιστορικά ψεύδη, κάποιοι έφτασαν στο σημείο να υποστηρίξουν ότι η αποικιακή πολιτική στην Κύπρο την περίοδο 1955-59 ήταν πολιτική «προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ενώ άλλοι κατηγορούσαν τους αγωνιστές της ελευθερίας αυτής της εποχής ως «συντηρητικούς» και «εθνικιστές». Στο πλαίσιο τέτοιων ή παρόμοιων πολιτικά διαβολικών μεθοδεύσεων, σε συνεργασία με αντίστοιχα τουρκικά ιδρύματα και επιστρατεύοντας ακόμη και αξιωματούχους της ΕΕ που θα μιλούσαν για την «ευρωπαϊκή ταυτότητα», διοργάνωσαν σεμινάρια επεξεργασίας της έννοιας του πολίτη σε μια «δημοκρατική χώρα». Η κατάχρηση όρων όπως η «δημοκρατία», η «ελευθερία» και η «ειρήνη» δεν είναι ασφαλώς κάτι το νέο στην ανθρώπινη ιστορία. Φασιστές, δικτάτορες, ηγεμόνες και οι νεροκουβαλητές συχνά επιστρατεύουν αυτούς τους ιερούς όρους για να ντύσουν ανίερες δραστηριότητες καθυπόταξης και συμμόρφωσης αδύναμων κοινωνιών στα εκάστοτε ηγεμονικά συμφέροντα. Η επιστράτευσή τους στην περίπτωση της Κύπρου είναι ασφαλώς ακόμη πιο παράδοξη και εξωφρενική αν λάβει κανείς υπόψη το υψηλό δημοκρατικό ήθος της κυπριακής κοινωνίας, την προσήλωση των κυπρίων στην ελευθερία και την παραδειγματική τήρηση των σχετικών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Είναι επίσης διαβολικό να καλούνται αξιωματούχοι της ΕΕ για να μιλήσουν για «εκπαίδευση» των κυπρίων στην ιδιότητα του πολίτη ενός δημοκρατικού κράτους υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όταν πυλώνες της ΕΕ είναι η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα που το σχέδια Αναν κατάφωρα και απερίφραστα παραβιάζει. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι με παραπλανητικές διακηρύξεις, με εργαλείο το σχέδιο Αναν, με μέσο τους νεροκουβαλητές του ηγεμονισμού και με απερίφραστες απειλές που εξέπεμψαν ακόμη και αξιωματούχοι της ΕΕ που καταχράστηκαν τους όρους εντολής (που περιέχονται στην Πράξη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ), επιχειρήθηκε να καταργηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και να αντικατασταθεί από μια ανελεύθερη πολιτειακή φυλακή όπου θα υποδουλώνονταν παντοτινά όλοι οι κύπριοι. Είναι φανερό ότι τα ντόπια και ξένα τρωκτικά που ανέμεναν να επωφεληθούν από την εγκαθίδρυση της προαναφερθείσης πολιτείας-φυλακής δεν έχουν πατρίδα… Πολιτικά και επιστημονικά, τα πιο πάνω δημιουργούν σύνορα: Από την μια πλευρά είναι αυτοί που συμπαρατάχθηκαν με φασιστοειδείς ηγεμονικές επιλογές που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο, στην δημοκρατία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στις πολιτικές ελευθερίες και στον πολιτικό και νομικό πολιτισμό της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά είναι όσοι αντιστάθηκαν σ’ αυτά τα φαινόμενα. Αμφότεροι ευτυχώς είναι καταγραμμένοι επαρκώς. Οι πρώτοι έχουν εκτεθεί ανεπανόρθωτα και να είναι σίγουροι ότι πολλοί θεμιτά και νομιμοποιημένα θα ελέγξουν μελλοντικά τα λογικά, επιστημονικά και στοχαστικά τους λάθη. Η αναλυτική και πολιτική μνήμη είναι στοιχείο πολιτισμού, επιστημονικής προόδου και κοινωνικοπολιτικού ορθολογισμού. Τα κείμενα που παραθέτω στην παρούσα σελίδα, είναι κυρίως κείμενα ειδικών νομικών και συνταγματολόγων οι οποίοι κατά την εκτίμησή μου, με τις παρεμβάσεις τους διέσωσαν την τιμή των ελλήνων και ξένων νομικών διεθνολόγων και των ειδικών του συνταγματικού δικαίου. 

==========================================================