
Από το τουρκολιβυκό μνημόνιο και το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου έως τις αμερικανικές ίσες αποστάσεις, το κρίσιμο ερώτημα για την αξιοπιστία της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής. Η νέα επικύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, οι τουρκικές αξιώσεις που εξακολουθούν να σκιάζουν την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και η στάση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που σύμφωνα με δημοσιεύματα προκρίνει τον ελληνοτουρκικό διάλογο χωρίς να καταδικάζει ρητά το μνημόνιο, επαναφέρουν κρίσιμα ερωτήματα για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας, που εξελίσσεται χωρίς ουσιαστικό πολιτικό κόστος, μοιάζει να διευκολύνεται τόσο από την πολιτική των ίσων αποστάσεων ισχυρών συμμάχων όσο και από την αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να εκπέμψει ένα σαφές και αξιόπιστο μήνυμα αποτροπής.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, που εμμέσως πλην σαφώς παρέπεμπαν στη λογική του διαλόγου, προσφέρουν αφορμή για έναν ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με την ελληνική αποτρεπτική στρατηγική, τις σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις και τα όρια του κατευνασμού απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Με αφορμή όλα αυτά και φυσικά την επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα τον Οκτώβριο 2026, η οποία έλαβε χώρα σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση της διεθνούς πολιτικής, θα μπορούσαμε εξ αντικειμένου να πούμε ότι ισχύουν τα εξής:
α) Οι δηλώσεις του στην Πνύκα θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό μέσο πολιτισμικής διπλωματίας.
β) Οι δηλώσεις του ή καλύτερα οι υπαινιγμοί του για την διένεξη Ελλάδας-Τουρκίας και ιδιαίτερα την στάση των ΗΠΑ σε περίπτωση κινδύνου πολεμικής σύρραξης είναι ευκαιρία προβληματισμού για κύρια ζητήματα της Εθνικής στρατηγικής και κυρίως για τις συναλλαγές με ηγεμονικά κράτη.
γ) Η ομιλία και οι μετέπειτα δηλώσεις του κ Ρούμπιο προσφέρουν την ευκαιρία έστω και συνοπτικά να μνημονευτούν κύρια ζητήματα της αποτρεπτικής στρατηγικής κάθε αμυνόμενου περιφερειακού κράτους.
Ποιος θυμάται τον Κλάουζεβιτς

Σε όλα τα ζητήματα ένοπλης αντιπαράθεσης ισχύει πάντα η Κλαουζεβιτσιανή ρήση «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», δηλαδή, εντάσσεται στην λογική εκπλήρωσης πολιτικών σκοπών. Η πολεμική προετοιμασία και οι πολεμικές συρράξεις ποτέ δεν είναι αυτοσκοπός. Ιδιαίτερα για το αμυνόμενο κράτος υπέρτατος σκοπός είναι η ασφάλεια της Επικράτειας όπως αυτή ορίζεται από τις πρόνοιες των Συνθηκών και το εν γένει διεθνές δίκαιο. Χωρίς να γνωρίζουμε τυχόν αθέατες συζητήσεις, η απάντηση στον Αμερικανό ΥΠΕΞ λογικά θα μπορούσε, να συμπεριλάμβανε τα εξής:
«Καταμαρτυρούμενα και αποδεδειγμένα εμείς δεν θέλουμε πόλεμο. Αντίθετα, επιχειρούμε να τον αποτρέψουμε με χάραξη αποτρεπτικής εθνικής στρατηγικής που αντιμετωπίζει τις Τουρκικές αναθεωρητικές απειλές. Ως προς αυτό ζητούμε εάν όχι και απαιτούμε η σύμμαχος ΗΠΑ να απευθυνθεί ρητά και αποφασιστικά απαιτώντας από την Τουρκία να τερματίσει τις απειλές, να αποσύρει το ακραία παράνομο casus belli και να τερματίσει τις σχεδόν καθημερινές δηλώσεις που υποδηλώνουν αναθεωρητικές αξιώσεις».
Εν τέλει, οι Αμερικανοί και οι ιθύνοντες όλων των άλλων κρατών γνωρίζουν την καθημερινά καταμαρτυρούμενη πρωτόγνωρη συχνότητα και την οξύτητα των Τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων και απειλών οι οποίες αμφισβητούν την διεθνή τάξη που προβλέπουν οι πρόνοιες των Συνθηκών. Μεταξύ άλλων, την επιθετική ανάπτυξη δυνάμεων σε όλη την ζώνη από την Θράκη μέχρι την Κύπρο, την επί μακρόν συνέχιση της παράνομης κατοχής του ενός τρίτου της Επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, την «Στρατιά του Αιγαίου» που διαθέτει ένα από τους μεγαλύτερους αποβατικούς στόλους στον κόσμο εμβέλειας όχι μέχρι την Αφρική αλλά μέχρι τα Ελληνικά νησιά, ακραία παράνομες θέσεις όπως το casus belli εάν η Ελλάδα εφαρμόσει τις πρόνοιες των Συνθηκών, το παράνομο τουρκολυβικό μνημόνιο, την παρεμπόδιση εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου με δημιουργία υποθαλάσσιων υποδομών και τις συχνές παραβιάσεις της Ελληνικής Επικράτειας στον αέρα και στην θάλασσα με πολεμικά πλοία και με πολεμικά αεροπλάνα.
«Γαλάζια Πατρίδα» και η «Απέραντη απειλή»
Την οξύτητα των αναθεωρητικών αξιώσεων την συνοψίζει η φράση «Γαλάζια πατρίδα» της οποίας δεδηλωμένα κύριος και βασικός σκοπός είναι να παραμερίσει τις πρόνοιες των Συνθηκών και του διεθνούς δικαίου σε βαθμό και έκταση που η Τουρκία θα ελέγχει το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Εκτός από την επιθετική παράταξη στρατιωτικών δυνάμεων όπως η στρατιά του Αιγαίου και τα παράνομα στρατεύματα στην Κύπρο, η Άγκυρα συχνά προκαλεί «μικρές» εμπλοκές όπως αυτές του 1987, του 1996 και η προαναφερθείσα παράνομη συμφωνία με την Λιβύη.
Η ολοένα μεγαλύτερη κλιμάκωση της Τουρκικής επιθετικότητας συνοδεύεται και από μεγάλες διεκδικήσεις και απειλές στρατιωτικής επίθεσης και εντάσσεται σε αυτό που στην στρατηγική ανάλυση ορίζεται ως «απέραντη απειλή». Τουτέστιν, «θολές» ως προς την έκτασή τους αναθεωρητικές αξιώσεις που δεν ορίζονται με ακρίβεια και που σε περίπτωση νικηφόρας έκβασης υπέρ της Τουρκίας τα νέα διεκδικούμενα σύνορα θα είναι εκεί που θα βρίσκονται τα στρατεύματα όταν τερματιστεί η πολεμική σύρραξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παράνομη εισβολή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σε αντίθεση με την Τουρκική αναθεωρητική και επεκτατική στρατηγική η Ελλάδα με συνέπεια και ξεκάθαρα υιοθετεί θέσεις συμβατές με την διεθνή νομιμότητα. Όμως, η ολοένα και μεγαλύτερη κλιμάκωση των Τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων και απειλών αυξάνουν την πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής ή ακόμη και ενός μεγάλου γενικευμένου πολέμου. Αυτό σημαίνει, βασικά και ουσιαστικά, ότι με πλήρη ευθύνη της Τουρκίας εδώ και καιρό βρισκόμαστε σε αυτό που στην στρατηγική ανάλυση ονομάζεται «ενδοπολεμική αποτροπή» (intra–war deterrence).

«Η ευθύνη στην Τουρκία»
Αναμφίβολα, επειδή ο κ Ρούμπιο ως Υπουργός Εξωτερικών και ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Αμερικανού προέδρου γνωρίζει τι σημαίνουν τα πιο πάνω, είναι σκόπιμο και συμφέρον να τονίζεται και να υπογραμμίζεται εμφατικά σε αυτόν και σε κάθε άλλο συνομιλητή της Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, ότι όσον αφορά το ενδεχόμενο πολεμικής σύρραξης την ευθύνη φέρει 100% η Τουρκία.
Ρητά και σύντομα συνοψίζεται η βαθύτατων πολιτικών και στρατηγικών προεκτάσεων πραγματικότητα: Η Ελλάδα μόνο αποτρέπει τον πόλεμο, η Τουρκία τον επιδιώκει για να αλλάξει την διεθνή τάξη και οι ΗΠΑ στον βαθμό που ισχύουν αυτά που δήλωσε ο κ Ρούμπιο απαιτείται να απευθυνθούν στην Άγκυρα ζητώντας να τερματίσει τον καθημερινά καταμαρτυρούμενο αναθεωρητισμό στην Θράκη, στο Αιγαίο και στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Εν τέλει, οι πολυσυζητημένες πλέον δηλώσεις του κ Ρούμπιο καθιστούν σαφές ότι οι ΗΠΑ έχουν στρατηγικό συμφέρον να απαιτήσουν από την Άγκυρα ρητά και αποφασιστικά να τερματίσει κάθε αναθεωρητική αξίωση και απειλή. Σταθερά και σε όλες τις επαφές και δηλώσεις να γίνεται σαφές και ξεκάθαρο πως επειδή η Τουρκία ολοένα και πιο συχνά περνάει το φράγμα των δηλώσεων και προβαίνει σε ενέργειες οι οποίες αυξάνουν επικίνδυνα το ενδεχόμενο γενικευμένου πολέμου. Επειδή αυτή είναι η αληθινή κατάσταση η Ελλάδα αφενός έχει νόμιμο και νομιμοποιημένο συμφέρον να διαθέτει αποτρεπτική στρατηγική και αφετέρου να απαιτεί από τους ηγέτες συμμαχικών κρατών να θεωρούν την Τουρκία να τερματίσει τις αναθεωρητικά σχέδια και τις αναθεωρητικές δηλώσεις που παραβιάζουν κατάφωρα την διεθνή νομιμότητα.
Η Ελλάδα και η στρατηγική αξιοπιστία
Μια ακόμη συναφής παράμετρος που ενδιαφέρει όχι μόνο την Ελλάδα αλλά συμμαχικά κράτη όπως οι ΗΠΑ, είναι το γεγονός πως εάν όπως το παρελθόν έχουμε έναρξη «μικρής έκτασης» πολεμικών αναμετρήσεων απαιτούνται εκ μέρους της Ελλάδας αφενός άμεσες αποφάσεις αποκατάστασης της διαταραχθείσης τάξης και αφετέρου ανάπτυξη αποτρεπτικών σχεδίων επικράτησης και νίκης εάν η σύρραξη κλιμακωθεί. Ελεγχόμενη ανταπόδοση κατά κάθε αναθεωρητικής ενέργειας με σκοπό να αποτραπεί ο αντίπαλος να συνεχίσει να κλιμακώνει με τον γενικευμένο μεγάλο πόλεμο, ως πλέον πιθανό ενδεχόμενο.

Στις επαφές και συναλλαγές με τρίτους η Ελλάδα ως συνομιλητής τρίτων είναι πλέον αποδυναμωμένης στρατηγικής αξιοπιστίας εάν λόγω τουρκικών απειλών όπως το casus belli και εάν λόγω διαρκών παραβιάσεων της Ελληνικής Επικράτειας με αεροπλάνα και πλοία σταδιακά αλλά σταθερά αλλάζει η διεθνής τάξης όπως ορίζεται από τις πρόνοιες των Συνθηκών και του Διεθνούς Δικαίου. Αντίθετα, οι παραστάσεις στρατηγικής αξιοπιστίας αναμφίβολα ενισχύονται εάν με αποφασιστικότητα και επιτυχία παραμερίζοντας το casus belli εκπληρωθούν οι πρόνοιες των Συνθηκών για τις θαλάσσιες ζώνες συμπεριλαμβανομένης της Αιγιαλίτιδας ζώνης 12 μιλίων (πρόνοια η οποία εάν εκπληρωθεί νόμιμα, νομιμοποιημένα και θεμιτά σχεδόν διπλασιάζει την Ελληνική Επικράτεια). Το ίδιο όσον αφορά την παράνομη τουρκική παρουσία στην Κύπρο και τις διαπραγματεύσεις «επίλυσης» του κυπριακού ζητήματος. Θεμιτά, νόμιμα και νομιμοποιημένα τίθεται ως κόκκινη διαπραγματευτική γραμμή η εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας.
Έχουμε πόλεμο ή ήττα χωρίς πόλεμο εάν το αμυνόμενο κράτος δημιουργεί παραστάσεις ότι είναι αναλώσιμο με αγωνιώδεις κατευναστικές θέσεις, με πασίδηλα αναποτελεσματικές διπλωματικές κινήσεις, με διάλογο με όρους του επιτιθέμενου, με διαλλακτικές συμπεριφορές και δηλώσεις, με εκπομπή δήθεν ειρηνιστικών μηνυμάτων αντί αποτρεπτικών παραστάσεων και γενικότερα με συμπεριφορές που αναπόδραστα οδηγούν στην εν πολλοίς εκπλήρωση των σκοπών του επιτιθέμενου. Τέτοιες παραστάσεις πολιτικής και στρατηγικής αδυναμίας και στρατηγικής αξιοπιστίας αντιβαίνουν σε κάθε έννοια αποτρεπτικής στρατηγικής και οδηγούν είτε σε πόλεμο είτε σε «νίκη του επιτιθέμενου χωρίς μάχη».
Μια ακόμη συναφής διάσταση είναι οι πολλές κλίμακες στα πεδία των αντιπαραθέσεων. Ιδιαίτερα εάν και όταν διαπεραστεί η αποτροπή του αμυνόμενου κράτους δημιουργούνται πλέον λεπτά σύνορα μεταξύ «μικρής» ή «μεσαίας» κλίμακας πολεμικών αναμετρήσεων και μιας πιθανής γενικευμένης μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης. Για ένα ακόμη λόγο, ως προς αυτή την καίρια πτυχή, οι πόλεμοι των τελευταίων ετών στο κέντρο της Ευρώπης και στις περιφέρειες, καταμαρτύρησαν την σημασία πολλών πολεμικών μέσων τα οποία λόγω τεχνολογίας διαρκώς εξελίσσονται.
Είναι ένα πράγμα η επίδειξη στρατιωτικής και πολιτικής υπευθυνότητας στα πεδία των στρατηγικών αποφάσεων και άλλο τα γνωστά αυθαίρετα άλματα και οι κραυγές που υποβάλλουν κατευναστικές και υποχωρητικές αποφάσεις ο οποίες πουθενά δεν οδηγούν παρά μόνο σε αδιέξοδα και πολύ πιθανό μεγάλο πόλεμο.
Τέτοιες κραυγές τις ακούγαμε επί δεκαετίες και εδώ που φθάσαμε είναι πλέον ακραία ανεύθυνο και πολύ επικίνδυνο να επαναλαμβάνονται. Αφενός, απαιτείται να κυριαρχήσει στον δημόσια συζήτηση πολιτικός, νομικός, θεσμικός και στρατηγικός ορθολογισμός και αφετέρου, στις επαφές με τρίτα κράτη αθέατα ή ορατά και εμπράγματα να γίνεται σαφές ότι η Ελλάδα εάν δεχθεί επίθεση θα πολεμήσει, θα αμυνθεί και προετοιμάζεται να νικήσει τον επιτιθέμενο. Όπως ισχύει σε κάθε ανάλογη και αντίστοιχη περίπτωση το επιτιθέμενο αναθεωρητικό κράτος είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για την πολεμική σύρραξη.

Καταληκτικά και συντομογραφικά, η αξιοπιστία της εθνικής στρατηγικής ενός κράτους βελτιώνεται, εάν ισχύουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- Δίνονται διαρκώς αξιόπιστες παραστάσεις ικανότητας και αποφασιστικότητας άμυνας κατά όσων απειλούν τα θεμιτά, νόμιμα και νομιμοποιημένα εθνικά συμφέροντα.
- Καλλιεργούνται ακατάπαυστα κάθε είδους ερείσματα στην περιφέρεια που ανήκει το αμυνόμενο κράτος. Για τις μεγάλες δυνάμεις αυτό αποτελεί κύριο στρατηγικό έρεισμα και όταν έτσι έχουν τα πράγματα είναι εφικτό να γίνονται συμμαχικές συναλλαγές.
- Επιπλέον, υπάρχει εγρήγορση για συμμαχίες και επανεξέτασή τους ανάλογα με τις εξισορροπητικές προσεγγίσεις των υπολοίπων κρατών που εμπλέκονται ή ενδιαφέρονται.
- Διαρκώς αναπτύσσονται διπλωματικά σχέδια και λαμβάνονται αποφάσεις που προκαλούν πολιτικό κόστος στον αντίπαλο (από μόνο του αυτό δεν επαρκεί).
- Το αμυνόμενο κράτος απαραίτητα διαθέτει μυστικές υπηρεσίες που επιτρέπουν επαρκή γνώση των αντιπάλων και κυρίως της πολιτικής και στρατιωτικής τρωτότητας του αναθεωρητικού κράτους που απειλεί.
- Πολύ σημαντικό επίσης είναι, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, να χαράσσονται κόκκινες γραμμές πέραν των οποίων υπάρχει αταλάντευτη άρνηση νομιμοποίησης αναθεωρητικών αξιώσεων και τετελεσμένων. Κάθε βιώσιμο κράτος, βασικά, θεωρεί ή πρέπει να θεωρεί κόκκινη γραμμή την διεθνή νομιμότητα.
Όσα και να ξοδέψει ένα κράτος για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και όσα όπλα και να αποκτήσει η αποτρεπτική του αξιοπιστία δεν είναι στιγμιαία υπόθεση. Η αποτρεπτική αξιοπιστία σχετίζεται με πολλές ρευστές μεταβλητές οι οποίες συμπλέκονται και εξελίσσονται. Η εθνοκρατική ζωή και η συγκρότηση αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής είναι ένα διαρκές πνευματικό, πολιτικό και θεσμικό άθλημα. Κινούμενοι ανοδικά, τουτέστιν στεριώνοντας και δυναμώνοντας την εθνική ανεξαρτησία υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη ασφάλεια, ευημερία και δημοκρατία. Και το αντίστροφο ισχύει εάν η αποτρεπτική στρατηγική του αμυνόμενου κράτους αποτύχει.


Κατηγορίες:πρόεδρος Τραμπ, πόλεμος, πελατειακές σχέσεις, πολυπολικό, πολυπολικό διεθνές σύστημα, πολυκεντρικό, στρατηγική ανάλυση, στρατηγική θεωρία, Ήφαιστος, Ήφαιστος, άρθρα, Αποτρεπτική στρτηγική, Διεθνής πολιτική, Διεθνείς Συμβάσεις, Εθνική Στρατηγική, Μεγάλες δυνάμεις, Ρούμπιο, Στρατηγική, διεθνής νομιμότητα, διεθνείς σχέσεις, διεθνείς θεσμοί, εθνικό συμφέρον